Θεσσαλονίκη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Θεσσαλονίκη
Πόλη
Πλατεία ΑριστοτέλουςΛευκός Πύργος • Άγαλμα του Μεγάλου ΑλεξάνδρουΑψίδα του Γαλέριου • Βυζαντινός Ναός Αγίου Δημητρίου • Παραλία Θεσσαλονίκης
Ψευδώνυμο(α): Συμπρωτεύουσα
Θεσσαλονίκη στον χάρτη: Ελλάδα
Θεσσαλονίκη
Thessaloniki urban and metropolitan areas map.svg
Χώρα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Γεωγραφικό διαμέρισμα Μακεδονία
Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας
Δήμοι
Διοίκηση
 • Δήμαρχοι
Πληθυσμός 325.182 (2011)
Ταχυδρομικός κώδικας 53x
Ιστοσελίδα Δήμος Θεσσαλονίκης

Η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Ελλάδας. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου, της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης. Από την ίδρυσή της από τον Κάσσανδρο ως μια ακμάζουσα ελληνιστική πόλη μέχρι την οθωμανική κυριαρχία αξιοποιεί την στρατηγική της θέση και αναπτύσσεται σε μια πολυπολιτισμική πόλη. Από το 1912, με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων και την ενσωμάτωση της περιοχής στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, η Θεσσαλονίκη αποτελεί τη δεύτερη σε πληθυσμό πόλη της Ελλάδας. Ο πληθυσμός του πολεοδομικού συγκροτήματος υπολογίζεται σήμερα στους 789.191 κατοίκους (2011).

Η ίδρυση της πόλης στην ελληνιστική εποχή συμπίπτει με μια κρίσιμη φάση στην ιστορία του Μακεδονικού Βασιλείου, που ξεκινά από τον πρόωρο θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και με την διεκδίκηση του θρόνου του Μακεδόνα βασιλιά από τους επιγόνους του. Ο στρατηγός Κάσσανδρος για να μπορέσει να διεκδικήσει το θρόνο της Μακεδονίας, παντρεύτηκε την ετεροθαλή αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την Θεσσαλονίκη, προς τιμήν της οποίας ίδρυσε την πόλη συνενώνοντας 26 πολίχνες, που βρίσκονταν γύρω από το Θερμαϊκό κόλπο.

Τον 2ο π.Χ. αιώνα η πόλη κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, όπως και ο υπόλοιπος ελλαδικός χώρος και αποτέλεσε έδρα του ρωμαϊκού θέματος της Μακεδονίας. Η στρατηγική θέση της πόλης διαφαίνεται καταρχήν, όταν επιλέχτηκε ως Αυτοκρατορική πρωτεύουσα στα χρόνια της βασιλείας του Γαλέριου, όταν και κτίστηκε το αυτοκρατορικό παλάτι. Η σημασία της φάνηκε και αργότερα από την πρόθεση της μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο προς τα ανατολικά, καθώς υπήρξε μια από τις υποψήφιες πόλεις οι οποίες είχαν προταθεί ως αντικαταστάτριες της Ρώμης, για να επιλεγεί τελικά το Βυζάντιο. Παρά την μη επιλογή της ως πρωτεύουσα, αποκτά τον τίτλο της Συμβασιλεύουσας πόλης και κατά την Βυζαντινή περίοδο.

Μετά την οθωμανική κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1432, παραμένει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για περίπου πέντε αιώνες. Με την εκδίωξη των Εβραίων από την Ιβηρική χερσόνησο, και τη Βόρεια Ευρώπη, η Θεσσαλονίκη αποκτά την δική της εβραϊκή κοινότητα. Η εγκατάσταση αυτή των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη, ανέδειξε την πόλη ως τη σημαντικότερη παγκόσμια εβραϊκή μητρόπολη μέχρι τουλάχιστον τις αρχές του 20ού αιώνα. Ιδιαίτερα από τα μέσα του 19ου αιώνα, η πόλη υπήρξε το πλέον κοσμοπολίτικο αστικοποιούμενο κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο σημαντικότερος πόλος πολιτικών κινήσεων και κινημάτων που συνάντησε στην μακρόχρονη ιστορία της.

Με την ένταξή της στον κορμό του Ελληνικού Κράτους το 1912, ο πληθυσμός της πόλης παρουσιάζει σημαντικές μεταβολές με την μετακίνηση του μουσουλμανικού πληθυσμού και την αντικατάστασή του από προσφυγικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης. Οι πληθυσμιακές μεταβολές συνέτειναν στην αλλαγή της πληθυσμιακής κατάστασης της πόλης με την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου. Η πολεοδομική και αρχιτεκτονικής της αναδιοργάνωση επιταχύνθηκε από τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917 και τις προσπάθειες της νέας ελληνικής διοίκησης για προσθέσει αρχαιοελληνικά και ευρωπαϊκά στοιχεία στο αρχιτεκτονικό ύφος της πόλης, που οδήγησε στην καταστροφή αρκετών οθωμανικών λατρευτικών και λειτουργικών κτηρίων. Οι σημαντικότερες πληθυσμιακές μεταβολές παρατηρούνται με το ολοκαύτωμα της ακμαίας εβραϊκής κοινότητας από τα ναζιστικά στρατεύματα την περίοδο της τριπλής κατοχής κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την εγκατάσταση του μικρασιατικού και θρακιώτικου προσφυγικού πληθυσμού έπειτα από την Μικρασιατική καταστροφή το 1922 και με την εσωτερική μετανάστευση που παρατηρείται κατά την δεκαετία του '50 και μεταγενέστερα προς τα μεγάλα αστικά κέντρα.

Πίνακας περιεχομένων

Ετυμολογία και μορφές του ονόματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίθινη στήλη από βασιλικό διάταγμα του Φιλίππου Ε΄ στο Σεραπείον της Θεσσαλονίκης. Περιείχε αυστηρές εντολές σχετικά με την προστασία της ακίνητης περιουσίας που ανήκει από το ιερό του Σάραπη (15 Δαισίου του 187 π.Χ.). Επιγραφή: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΝ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΝ.
Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Η Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε από τον Κάσσανδρο και έλαβε το όνομά της προς τιμήν της συζύγου του, Θεσσαλονίκης, η οποία ήταν ετεροθαλής αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κόρη του Φιλίππου Β΄ και της πέμπτης συζύγου του, της Θεσσαλής πριγκίπισσας Νικησιπόλης. Το όνομά της προέρχεται από τη σύνθεση των λέξεων Θεσσαλῶν και Νίκη, σε ανάμνηση της νίκης των Μακεδόνων και του Κοινού των Θεσσαλών έναντι του τυραννικού καθεστώτος των Φερών και των συμμάχων της, Φωκέων, στο πλαίσιο του Γ’ Ιερού Πολέμου.[1]

Το όνομα απαντάται σε διάφορες μορφές, με ελαφρώς παραλλαγμένη ορθογραφία και φωνητικές διακυμάνσεις. Θεσσαλονίκεια είναι επιθετική μορφή, που βρίσκουμε στο έργο του Στράβωνα[2] και χρησιμοποιείται, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, ως ονομασία της πόλης σχηματιζόμενη από το όνομα φυσικού προσώπου, όπως αντίστοιχα γινόταν για την Σελεύκεια από το Σέλευκος, την Κασσάνδρεια από τον Κάσσανδρο, Αλεξάνδρεια από τον Μέγα Αλέξανδρο κ.ά. Η επικρατούσα όμως μορφή του ονόματος είναι η Θεσσαλονίκη. Κατά την ελληνιστική εποχή υπήρξε και ο τύπος Θετταλονίκη[3] ενώ κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, όπως φανερώνουν επιγραφές και νομίσματα, εμφανίστηκαν οι μορφές Θεσσαλονείκη και Θεσσαλονικέων [πόλις].[4]

Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους οι λαοί που σχετίστηκαν με το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος και τη Θεσσαλονίκη απέδωσαν, κυρίως μέσω παρηχήσεων, την ονομασία της πόλης στις γλώσσες και στις διαλέκτους τους. Οι Οθωμανοί αποκαλούσαν την πόλη Σελανίκ (οθωμανική γλώσσα: سلاني, τουρκ.: Selânik) όπως και οι Ιουδαίοι, που εγκαταστάθηκαν στην πόλη μετά την οθωμανική κατάκτηση και μιλούσαν την ισπανο-εβραϊκή λαντίνο, οι τοπικοί σλαβικοί πληθυσμοί Σολούν (κυρ.: Солун) και οι βλαχόφωνοι Σαρούνα (βλαχ.: Sãrunã).

Ιστορική πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση και εξέλιξη στον ελληνιστικό κόσμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  Βασίλειο του Κασσάνδρου
Άλλοι επίγονοι
  Βασίλειο του Σέλευκου
  Βασίλειο του Λυσίμαχου
  Βασίλειο του Πτολεμαίου
  Ήπειρος
Άλλα κράτη
  Καρχηδών
  Αρχαία Ρώμη
  Ελληνικές αποικίες

Σχετικά με την ίδρυση της Θεσσαλονίκης υφίστανται δύο κύριες μαρτυρίες. Η πρώτη ανήκει στον αρχαίο ιστορικό Στράβωνα και είναι η επικρατέστερη μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών[5] με αποκλίσεις ως προς το έτος ίδρυσης.[6] Η δεύτερη μαρτυρία είναι του Στεφάνου του Βυζαντίου, ο οποίος θεωρεί ως ιδρυτή της πόλης το Φίλιππο Β’.[7]

Η επικρατούσα άποψη της ίδρυσης της Θεσσαλονίκης το 316/315 π.Χ. από τον σφετεριστή του θρόνου του Βασιλείου της Μακεδονίας Κάσσανδρο, σχετίζει την επιλογή του με την αντίληψη για τη στρατηγική θέση αυτής της ενδότατης κοιλότητας της μακεδονικής ακτογραμμής, η οποία εύκολα θα μπορούσε να συνδέσει την ενδοχώρα με τη θάλασσα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ακμάζουσα εμπορική κίνηση, ενώ συνάμα παρείχε και ασφάλεια από επιδρομές. Επιπλέον, ο Κάσσανδρος υπολόγιζε τον οπλισμό της Θεσσαλονίκης ως μια δεύτερη πράξη, που θα νομιμοποιούσε τις διεκδικήσεις του επί του μακεδονικού θρόνου έπειτα και από το γάμο του με γόνο της βασιλικής δυναστείας. Στην ελληνιστική Θεσσαλονίκη από όσο γνωρίζουμε υπήρχαν οι φυλές: Αντιγονίς, Διονυσιάς και Ασκληπιάς και οι δήμοι Βουκεφάλεια και Κεκροπίς.[8]

Με βασικό άξονα την αρχαία πόλη της Θέρμης, ο Κάσσανδρος ανάγκασε σε μετοίκηση τους πληθυσμούς 26 τοπικών, παράκτιων πολισμάτων δημιουργώντας τη νέα πολιτεία, που ονοματοθέτησε προς τιμή της συζύγου του, Θεσσαλονίκης. Η εμπορική σημασία της πόλης προσέλκυσε από νωρίς (3ος αιώνας π.Χ.) διάφορους εποίκους (Αιγύπτιους, Σύρους, Ιουδαίους) αυξάνοντας τον πληθυσμό και το τοπογραφικό της μέγεθος, ενώ διατηρούσε εμπορικές επαφές με όλα τα λιμάνια της Ανατολής. Από τα ιστορικά δεδομένα φαίνεται πως η πόλη διέθετε μόνιμη φρουρά Γαλατών μισθοφόρων.

Δυστυχώς, ελάχιστα μας είναι γνωστά για την ελληνιστική ιστορία της πόλεως. Στα πρώτα χρόνια ζωής της Θεσσαλονίκης άρχισε και ο ανταγωνισμός με την επίσης μακεδονική αποικία της Δημητριάδος στον Παγασητικό κόλπο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ξεπέρασε σε δόξα και αίγλη την πρωτεύουσα Πέλλα μιας και ήταν η βάση του μακεδονικού στόλου. Οι αρχαίοι Μακεδόνες πίστευαν πως την πόλη προστάτευαν οι θεοί του Ολύμπου. Στην σύγχρονη πλατεία Διοικητηρίου, έχει αποκαλυφθεί τμήμα λαμπρού οικοδομήματος, το οποίο ίσως να ήταν βασιλική κατοικία των Μακεδόνων βασιλέων.[8]

Το 287 π.Χ. όταν οι βασιλείς Πύρρος και Λυσίμαχος νίκησαν τον βασιλέα της Μακεδονίας Δημήτριο Πολιορκητή, φαίνεται πως η Θεσσαλονίκη έπεσε προσωρινά στην κατοχή του πρώτου και αργότερα υπό την κατοχή του δευτέρου. Το 279 π.Χ. όταν οι Κέλτες επιχείρησαν να κατακτήσουν την πόλη, λίγο πριν φτάσουν στα τείχη της αναχαιτίστηκαν και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν στους Δελφούς και την Αιτωλία. Μετά από μια σειρά αναταραχών η μακεδονική πόλη περιήλθε στους Αντιγονίδες (277 π.Χ.). Το 273 π.Χ. στην πόλη κατέφυγε ο ηττημένος από τον Πύρρο, Αντίγονος Β΄ Γονατάς σε μια προσπάθεια ανασύνταξης του στρατού για να κτυπήσει τον εισβολέα Πύρρο. Εκεί μάλιστα ναυπήγησε στο λιμάνι της ισχυρό στόλο και κατενίκησε τον πτολεμαϊκό. Αυτό ωφέλησε την νύμφη του Θερμαϊκού. Από τα χρόνια της βασιλείας του, άρχισε η περίοδος πυκνής κατοίκησης της Θεσσαλονίκης. Σε ένα διάταγμα της Ιστιαίας (270-200 π.Χ.) αναφέρονται στην λίστα των προξένων της δύο Θεσσαλονικείς, ενώ σε ένα άλλο του 224/3 π.Χ. αναφέρεται ένας επώνυμος ιερέας της Θεσσαλονίκης.[9] Παράλληλα ανάμεσα στα έτη 239 με 221 π.Χ. αναφέρονται οι επισκέψεις των δύο Αντιγονιδών βασιλέων στην πόλη, του Δημητρίου Β΄ και του Αντιγόνου Γ΄.

Το 197 π.Χ. κατέφυγε στην Θεσσαλονίκη ο Φίλιππος Ε΄, μετά την ήττα του από τους Ρωμαίους. Το 187 π.Χ. η πόλη έκοψε τα πρώτα νομίσματά της με την επιγραφή ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ και εικονίζονταν ο Διόνυσος, ο Ερμής, ο Πήγασος, η αίγα και ο τράγος. Επίσης, στις 15 Δαισίου του αυτού έτους ο Φίλιππος Ε΄ εξέδωσε βασιλικό διάταγμα σε μαρμάρινη στήλη που απευθυνόταν στον έμπιστο αντιπρόσωπό του Ανδρόνικο, για την διαχείριση του Σεραπείου. Το 185 π.Χ. ο Αντιγονίδης βασιλεύς συνόδευσε στην Θεσσαλονίκη τη ρωμαϊκή πρεσβεία μέσω των Τεμπών. Εκεί έγινε σύσκεψη μεταξύ Μακεδόνων και Ρωμαίων για την τύχη των υπό μακεδονικής κυριαρχίας Θρακών. Μετά το πέρας της θρακικής εκστρατείας (184-183 π.Χ.), αποκαλύφθηκε συνωμοσία εις βάρος του Φιλίππου από τον φιλορωμαίο υιό του Δημήτριο, για την ανατροπή του. Για να ανατρέψει τις φιλορωμαϊκές εστίες της Μακεδονίας που εστιάζονταν στις παραλιακές πόλεις, ο Φίλιππος μετέφερε αποίκους από το εσωτερικό της χώρας προς τα παράλια και αντίστροφα. Αυτά τα σκληρά μέτρα δυσαρέστησαν την Θεσσαλονίκη, αν και με το μέτρο αυτό προήχθη η βιομηχανία, η οικονομία και η στρατιωτική της φύλαξη. Εν τέλει κατέστρωσε στην Θεσσαλονίκη το σχέδιο εξοντώσεώς του. Αυτό έγινε, αφού διαχείμασε στην πόλη τον χειμώνα του 181/180 π.Χ. Κατά την άνοιξη του 179 π.Χ. ο Φίλιππος πραγματοποίησε περιοδεία από την Δημητριάδα στην Θεσσαλονίκη, επιδεικνύοντας στους άρχοντες τον διάδοχο που προόριζε: τον Αντίγονο, ανεψιό του Αντιγόνου Δώσωνος.

Αξίζει να αναφερθεί κατά την περίοδο αυτή και ένα τέκνο της ελληνιστικής Θεσσαλονίκης, ο Ίων. Αυτός διετέλεσε αρχηγός μαζί με τον Αρτέμωνα από την Δολοπία, ενός σώματος 400 ακοντιστών και ισαρίθμων σφενδονητών κατά την μάχη στον Καλλίνικο λόφο (Μάιος του 171 π.Χ.) που έληξε σε μακεδονική νίκη. Επίσης, ήταν και ο προστάτης των υιών του Περσέως που αργότερα τα παρέδωσε στους Ρωμαίους μετά την μάχη της Πύδνας. Κατά την διάρκεια των Ρωμαιο-Μακεδονικών πολέμων, τον Ιούνιο του 169 π.Χ., η πόλη μαζί με την Αίνεια, την Κασσάνδρεια και την Αντιγόνη, απέκρουσαν ηρωϊκά τις επιθέσεις του ρωμαϊκού στόλου του Γάιου Μάρκου Φίγλου, στον οποίο συνέδραμαν ο Ευμένης και ο Προυσίας. Στην συνέχεια 500 Γαλάτες της Θεσσαλονίκης ενίσχυσαν την άμυνα της Κασσάνδρειας που απέκρουσε εκ νέου μια εκ θαλάσσης επίθεση των Ρωμαίων.

Στο διοικητικό επίπεδο η πόλη απολάμβανε ελεγχόμενη αυτονομία που διαχειριζόταν η Εκκλησία του Δήμου και η Βουλή, ενώ συνάμα τελούσε υπό την επικυριαρχία του βασιλιά, ο οποίος ασκούσε την πολιτική εξουσία του μέσω κρατικών υπαλλήλων – εντολοδόχων, των Βασιλικών, ενώ διόριζε και το στρατιωτικό διοικητή, τον Επιστάτη, ο οποίος είχε ως υπόβαθμους τον Υπεπιστάτη και τους Αρμοστές[10]

Ρωμαϊκή κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάλυση του Βασιλείου των Αντιγονιδών από τα ρωμαϊκά στρατεύματα του ύπατου Λεύκιου Αιμίλιου Παύλου το 168 π.Χ. έφερε τη Θεσσαλονίκη στα όρια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας (Res Publica Romana). Δύο ημέρες μετά την φονική μάχη, η μακεδονική μεγαλούπολη έπεσε στα χέρια των νικητών (24 Ιουνίου 168 π.Χ.). Ο τελευταίος Αντιγονίδης βασιλιάς κατέφυγε προσωρινά στην πόλη, όπου διέταξε τον φρούραρχό της, Ευμένη, να συγκεντρώσει στο λιμάνι της τον μακεδονικό στόλο και να τον πυρπολήσει.

Λεπτομέρεια απ'την Αψίδα του Γαλέριου
Η Αψίδα του Γαλέριου - Καμάρα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης
Άποψη του ρωμαϊκού Ωδείου στην Αρχαία Αγορά της Θεσσαλονίκης.

Αρχικά ορίστηκε πρωτεύουσα της μίας από τις τέσσερις «μερίδες» - "regiones", στις οποίες είχαν χωρίσει οι Ρωμαίοι το ελληνιστικό βασίλειο, με έκταση από τον Στρυμόνα ως τον Αξιό (Macedonia Secunda). Έπειτα, όμως, από την καταστολή της επανάστασης του Αδραμμυτηνού Ανδρίσκου, τον οποίο φαίνεται να μην υποστήριξαν οι Θεσσαλονικείς,[11] πραγματοποιήθηκε διοικητική αναδιάρθρωση και η Μακεδονία, με όρια εκτενέστερα του Βασιλείου των Αντιγονιδών, ανακηρύχθηκε ρωμαϊκή επαρχία (Provincia Macedonia),[12] διοικούμενη από Ανθύπατο με πρωτεύουσα και έδρα του πραίτορα τη Θεσσαλονίκη.

Η κατασκευή της Via Egnatia από τους Ρωμαίους μεταξύ 146 – 120 π.Χ., του βασικού στρατιωτικού και εμπορικού διαύλου της ανατολικής διοίκησης, η οποία ένωνε την Αδριατική με τον Ελλήσποντο και τη Μικρά Ασία, προώθησε την αξιολογική σημασία της πόλης και εμπέδωσε την πρωταγωνιστική της παρέμφαση μέσα στο μεγεθούμενο κράτος.[13] Έτσι, μέχρι το δεύτερο μισό του 2ου π.Χ. αιώνα, η Θεσσαλονίκη είχε αναδειχτεί στο κυρίαρχο σταυροδρόμι και βάση της εμπορικής και στρατιωτικής δραστηριότητας.

Στην εμφύλια διαμάχη δημοκρατικών και αυτοκρατορικών, που ακολούθησε τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα (44 μ.Χ.), οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης τάχθηκαν στο πλευρό των δεύτερων. Η ολοκληρωτική νίκη των αυτοκρατορικών Αντωνίου και Οκταβιανού έναντι των Βρούτου και Κάσσιου το 42 μ.Χ. στους Φιλίππους[14] οδήγησε στην απόδοση περισσοτέρων προνομίων στην πόλη και ουσιαστικής αυτοδιοίκησης με την ανακήρυξή της σε «ελεύθερη πόλη» - Civitas Libera.[15]

Μνημείο αρχαιολογικής αξίας η Ροτόντα της Θεσσαλονίκης. Αρχικά μαυσωλείο του Γαλερίου μετατράπηκε κατά τους βυζαντινούς χρόνους σε χριστιανικό Ναό προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου.

Κατά τον τελευταίο προχριστιανικό αιώνα όλο και περισσότεροι Ιουδαίοι μετοικούσαν στη Θεσσαλονίκη δημιουργώντας μια μεγάλη ιουδαϊκή παροικία, τοποθετημένη κοντά στο λιμάνι. Στη συναγωγή αυτής της κοινότητας κήρυξε τη χριστιανική πίστη ο Απόστολος Παύλος το 50 μ.Χ. Οι δύο επιστολές του προς τη μερίδα των εκχριστιανισθέντων μελών της, αλλά και πρώην εθνικών κατοίκων της πόλης, αποτελούν τα αρχαιότερα κείμενα της Καινής Διαθήκης[16].

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία ιστορική απόδειξη ότι ο Απόστολος Παύλος κήρυξε σε ιουδαϊκή συναγωγή και η μοναδική αναφορά στις επιστολές του έχουν να κάνουν περισσότερο με την έννοια της "συναγωγής" ως συνάθροιση.[17]

Η χριστιανική κοινότητα της Θεσσαλονίκης ευδοκίμησε και έγινε υπόδειγμα για όλες τις άλλες ελλαδικές κοινότητες, όπως φαίνεται και από την Α’ Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, όπου εγκωμιάζει την τοπική εκκλησία. Ωστόσο, ο χριστιανικός χαρακτήρας της πόλης έγινε εντονότερος στη διάρκεια της βασιλείας του Γαλέριου, όταν δίδαξε και μαρτύρησε ο πολιούχος της πόλης Άγιος Δημήτριος (305 μ.Χ.).[18]

Η Θεσσαλονίκη, όπως και ολόκληρη η Μακεδονία, ακολούθησε τη μακρά περίοδο ευημερίας που διασφάλιζε η Pax Romana, η περιώνυμη ρωμαϊκή ειρήνη που διήπε την Αυτοκρατορία μέχρι και το τέλος περίπου της δυναστείας των Αντωνίνων.[19] Το μέγεθος της αξίας της διαφαίνεται από τους τιμητικούς τίτλους, που της αποδόθηκαν από σειρά αυτοκρατόρων.[20]

Στο στάδιο της παρακμής του παραδοσιακού ρωμαϊκού εθνικού - παγανιστικού κράτους και της μετατόπισης του κέντρου βάρους του στην ανατολή προκειμένου σε λιγότερο από έναν αιώνα να μετασχηματιστεί στη νέα κρατική οντότητα, που αργότερα αποκλήθηκε βυζαντινή, και πάλι η Θεσσαλονίκη διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο. Αρχικά ως πρωτεύουσα του Γαλερίου,[21] ενός από τους Καίσαρες της τετραρχίας που εξουσίασε το imperium λίγο πριν τη μονοκρατορική επιβολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και έπειτα ως υποψήφια νέα πρωτεύουσα του κράτους[22] προτύπωσε τη δυναμική, που θα ενείχε στη διάρκεια της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής.

Η Βυζαντινή Συμβασιλεύουσα πόλις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου, πολιούχου της Θεσσαλονίκης.
Ψηφιδωτό του 6ου ή 7ου αιώνα που εικονίζει τον Άγιο Δημήτριο με παιδιά.
Η Εκδίωξη του Θεοδοσίου από τον Άγιο Αμβρόσιο έπειτα από τη σφαγή της Θεσσαλονίκης όπως παριστάνεται σε έργο του Άντονι βαν Ντάικ.

Η πόλη συνδέθηκε εξ αρχής με την ιστορική προσωπικότητα, που θα μετάλλασσε την παγανιστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στο μακροβιότερο χριστιανικό βασίλειο, τον θεμελιωτή του Βυζαντινού κράτους, Κωνσταντίνο τον Μεγάλο. Το 324 ο Κωνσταντίνος, στο πλαίσιο της διαμάχης του με το Λικίνιο, χρησιμοποίησε τη Θεσσαλονίκη ως στρατιωτικό ορμητήριο κατασκευάζοντας νέο λιμάνι, τον περιώνυμο «σκαπτό λιμένα», προκειμένου να συγκεντρώσει σ' αυτό στόλο από 200 «τριακόντορες» γαλέρες και 2000 εμπορικά πλοία, τα οποία θα μετέφεραν τον στρατό του, δύναμης 120.000 ανδρών.[23]

Μετά την οριστική επικράτηση του Κωνσταντίνου έναντι του Λικίνιου στη Μάχη της Χρυσούπολης, ο δεύτερος με παρέμβαση της αδερφής του και συζύγου του Μ. Κωνσταντίνου εστάλη εξόριστος στο φρούριο της Ακρόπολης της Θεσσαλονίκης. Εκεί κατά τον ιστορικό Ζώσιμο δολοφονήθηκε με εντολή του Κωνσταντίνου.[24]

Η μεταφορά της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας ανατολικά, στην παλαιά αποικία των Μεγαρέων, το Βυζάντιο, την από τούδε Κωνσταντινούπολη ή Νέα Ρώμη (Nova Roma), θα συντελέσει στην περαιτέρω ανάδειξη της Θεσσαλονίκης. Η παραυξάνουσα αντίληψη της γεωστρατηγικής της σημασίας και τα έργα που κατασκευάζονται στην πόλη, με πρόνοια των αυτοκρατόρων Ιουλιανού και Μεγάλου Θεοδόσιου, την καθιστούν «ὀφθαλμὸ τῆς Εὐρώπης καὶ κατ'ἐξοχὴν τῆς Ἑλλάδος». Γίνεται «Συμβασιλεύουσα», ονομάζεται «Μεγαλούπολις» και κατέχει τη θέση της επόμενης μετά την Κωνσταντινούπολη πόλης της Αυτοκρατορίας (Θεσσαλονίκην μετὰ τὴν μεγάλην παρὰ Ῥωμαίων πρώτην πόλιν).[25]

Ο Μέγας Θεοδόσιος, ως Αύγουστος της Ανατολής αρχικά, χρησιμοποίησε ως έδρα του τη Θεσσαλονίκη. Αφού απέκρουσε τους Γότθους το 378 ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό, με προτροπή του Επισκόπου Θεσσαλονίκης Ασχολίου,[26] και προχώρησε στη συστηματική οχύρωση της πόλης, εργασία που ανέθεσε στον Πέρση Ορμίσδα.[27] Από τη Θεσσαλονίκη εξέδωσε και το αυτοκρατορικό διάταγμα με το οποίο όριζε τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους.

Ιστορική για τη σκληρότητά της έχει μείνει η πράξη της σφαγής 7.000 Θεσσαλονικέων στον Ιππόδρομο το 390, με διαταγή του Θεοδοσίου, ως τιμωρία για την εξέγερση εναντίον της φρουράς του, που αποτελούταν από ηττημένους Γότθους υπό τον Βουτέριχο.[28]

Οι δοκιμασίες της Θεσσαλονίκης από τις επιδρομές των γοτθικών φύλων συνεχίστηκαν μέχρι και το τέλος του 5ου αιώνα, οπότε η πόλη κατάφερε να εξασφαλίσει μικρό διάστημα ειρήνης και ευημερίας. Στην ευπραγία της βοήθησε και ο μακεδονικής καταγωγής αυτοκράτορας Ιουστινιανός, δίδοντας ιδιαίτερο βάρος στα προβλήματά της και ανάγοντάς την σε πρωτεύουσα του Ιλλυρικού πραιτορίου.[29]

Στα τέλη του 6ου αιώνα παρουσιάστηκε η σλαβική απειλή, η οποία έμελλε να ταλανίζει την πόλη για τους δύο επόμενους αιώνες. Τα σλαβικά φύλα, αρχικά με την καθοδήγηση των Αβάρων και αργότερα αυτόνομα, πραγματοποίησαν πολλές επιδρομές εναντίον της Θεσσαλονίκης με σημαντικότερες αυτές του 586 και του 597. Τέλος, στις σλαβικές βλέψεις έδωσε το 688 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β´, ο επικαλούμενος Ρινότμητος, ο οποίος νικώντας τους Σλάβους εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη.

Την περίοδο της Εικονομαχίας σε αντίδραση στην εικονόφιλη στάση της Εκκλησίας της Ρώμης ο αυτοκράτορας Λέων Γ´ ο Ίσαυρος απέσπασε το ανατολικό Ιλλυρικό από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Ρώμης και το απέδωσε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.[30] Έπειτα από αυτό το γεγονός ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης έπαψε να είναι Βικάριος του Πάπα και η τοπική εκκλησία συνέδεσε την πορεία της με την ανατολική εκκλησιαστική διοίκηση. Το δεύτερο μισό του 9ου αιώνα έλαβε χώρα και η αποστολή προς τους σλαβικούς λαούς των Θεσσαλονικέων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου, η δράση των οποίων συνδέθηκε με την απαρχή του εκχριστιανισμού αλλά και της φιλολογίας των Σλάβων.[31]

Το 904 η πόλη δέχθηκε επίθεση από τους Σαρακηνούς με αρχηγό τον εξισλαμισθέντα Λέοντα Τριπολίτη. Η σφοδρότητα της επίθεσης και η απροετοιμασία πολιορκίας οδήγησαν στην άλωση και τη λεηλασία της.[32] Παρ όλ' αυτά ο 10ος και οι αρχές του 11ου αιώνα χαρακτηρίσθηκαν ως περίοδος αναδόμησης και η Αυτοκρατορία χωρίσθηκε σε «θέματα». Η Θεσσαλονίκη αναδείχθηκε πρωτεύουσα ενός θέματος που επιβίωσε έως και τον 15ο αιώνα.

Πανοραμική άποψη του κέντρου της πόλης, από τα βυζαντινά τείχη

Από τη νορμανδική κατάκτηση στην κορυφή της διοίκησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεγονός – ορόσημο για την ιστορία της Θεσσαλονίκης θεωρείται η άλωσή της από τους Νορμανδούς το 1185. Στις 15 Αυγούστου του 1185 νορμανδικός στόλος μεταφέροντας 80.000 στρατό κατέπλευσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και άρχισε την πολιορκία από ξηρά και θάλασσα. Ο ανεφοδιασμός, όμως, της πόλης δεν ήταν επαρκής, ο διοικητής της Δαυίδ Κομνηνός δεν ήταν ικανός να οργανώσει κατάλληλα την άμυνα, εγκατέλειψε τους αμυνόμενους και οι ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη έφτασαν πολύ αργά. Έτσι οι Νορμανδοί, μέσα σε λίγες μέρες, (24 Αυγούστου 1185) αφού έχασαν 3.000 στρατιώτες, κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, παρά την ηρωϊκή άμυνα των κατοίκων και τη λεηλάτησαν, θανατώνοντας 7.000 από τους κατοίκους της.[33] Βασικός ιστορικός της άλωσης ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, από το έργο του οποίου «Ιστορία της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών» αντλούνται οι περισσότερες πληροφορίες.[34]

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους στα 1204 και η κατάλυση της Αυτοκρατορίας οδήγησε τους Θεσσαλονικείς σε διαπραγματεύσεις με το Φράγκο ηγεμόνα Βονιφάτιο το Μομφερρατικό, αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε η παράδοση της πόλης με τον όρο της διατήρησης των παλαιών τοπικών προνομίων.[35] Ο Βονιφάτιος ίδρυσε το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης (Royaume de Thessalonique), που υπήρξε βραχύβιο, εκτίνοντας το βίο του σε είκοσι χρόνια.

Το 1224 ο Δεσπότης της Ηπείρου, Θεόδωρος Δούκας κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη και χρίστηκε Βασιλεύς των Ρωμαίων από τον Αρχιεπίσκοπο Αχριδών Δημήτριο Χωματιανό.[36] Ο Θεόδωρος όρισε τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, η οποία αποτελούσε το αντίπαλο δέος του άλλου βυζαντινού κράτους, της Αυτοκρατορίας της Νικαίας.

Η παρακμή του κράτους του Θεοδώρου εκκίνησε από την ήττα του το 1230 στην Κλοκοτνίτσα από τον Ιωάννη Ασσάν Β’. Το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών του καταλήφθηκε από τους Βουλγάρους ενώ στη Θεσσαλονίκη συνέχισαν να βασιλεύουν οι διάδοχοι του Θεοδώρου έως το 1246, οπότε την κατέλαβε ο Αυτοκράτορας της Νικαίας Ιωάννης Γ´ Δούκας Βατάτζης.

Το Κίνημα των Ζηλωτών και η Παλαιολόγεια Αναγέννηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ηγέτης της μερίδας των Ησυχαστών και κορυφαία πνευματική προσωπικότητα της μεσαιωνικής Θεσσαλονίκης, Αρχιεπίσκοπος Γρηγόριος Παλαμάς.

Το επαναστατικό κίνημα των Ζηλωτών εμφανίστηκε ως μια πρωτότυπη δημοκρατική νησίδα στο μεσαιωνικό κόσμο, όπου ο ηγεμονισμός, ο διαχωρισμός των ευγενών από το λαό και η «ελέω θεού» διοίκηση αποτελούσαν τα απόλυτα θέσφατα.[37] Η διαπάλη μεταξύ του μέγα δούκα Αλεξίου Απόκαυκου και του Ιωάννη Καντακουζηνού για την κυριαρχία της επιρροής στο βυζαντινό θρόνο οδήγησε την Αυτοκρατορία σε εμφύλιο πόλεμο, αποτελέσματα του οποίου ήταν η δημιουργία χιλιάδων οικονομικών προσφύγων, συνωστιζόμενων σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Θεσσαλονίκη.

Ο Ι.Ν. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Μητρόπολη της πόλης.

Η ογκούμενη δυσαρέσκεια των λαϊκών τάξεων έναντι των ευγενών, που υποστήριζαν τον Καντακουζηνό, έφερε τη στάση των Ζηλωτών το 1342. Στις αρχές του έτους ο λαός της Θεσσαλονίκης, συντασσόμενος με την πλευρά της Άννας της Σαβοΐας και του Απόκαυκου και καθοδηγούμενος από τους Ζηλωτές, στασίασε και λεηλάτησε τα σπίτια του διοικητή της πόλης και των εύπορων ευγενών. Αφού επιβλήθηκαν απόλυτα μέσα στην πόλη, οι Ζηλωτές ανέλαβαν την εξουσία.

Αυτή η πρόωρη κίνηση προλεταριακής διεκδίκησης κυριάρχησε μέχρι και το 1349 όταν η αντεπανάσταση, οργανωμένη από μέλη της αυτοκρατορικής αυλής, ανέτρεψε τους Ζηλωτές και επανέφερε την πόλη στην αυτοκρατορική «νομιμοφροσύνη».[38]

Παρά τις πολιτικές αναταραχές, κατά το 13ο και 14ο αιώνα η πόλη γνώρισε ιδιαίτερη πνευματική άνθηση και ανέδειξε πληθώρα λογίων, θεολόγων και καλλιτεχνών. Ιδιαίτερα στον τομέα της τέχνης οι σχολές της Θεσσαλονίκης επηρέασαν ολόκληρο το βαλκανικό χριστιανικό κόσμο και τη Ρωσία. Η όλη αυτή πνευματική κίνηση ονομάστηκε Παλαιολόγεια Αναγέννηση και είναι η περίοδος κατά την οποία η συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη διεκδικεί τα πνευματικά πρωτεία της Αυτοκρατορίας.[39]

Σε αυτό το κλίμα συνέβαλε η επικράτηση των ιδεών των Ησυχαστών, που ως βασικό εκφραστή είχαν τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γρηγόριο Παλαμά.[40] Η ησυχαστική κίνηση παρ’ ότι απετέλεσε τροχοπέδη στη διδασκαλία των φιλοσοφικών σπουδών και της κλασικής παιδείας εντούτοις ανανέωσε τη μοναστική κίνηση και τέχνη, που εξακολούθησε να επιζεί στον Άθωνα και μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.[41]

Η σημαίνουσα οθωμανική Σελανίκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λευκός Πύργος (Beyaz Kule) ή Πύργος του Αίματος (Kanli Kule) υπήρξε Οθωμανική φυλακή για τουλάχιστον τέσσερις αιώνες. Εδώ σε ζωγραφική αναπαράσταση των αρχών του 19ου αιώνα, όπου φαίνεται και το προτείχισμα που τον περιέβαλε μέχρι και το 1911.
Ο Λευκός Πύργος σήμερα
Δείτε και: Πολιορκία της Θεσσαλονίκης (1422–1430)

Η οθωμανική προέλαση στα ευρωπαϊκά εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η σταδιακή κατάληψη της βαλκανικής χερσονήσου διεμφάνισαν τα αποτελέσματά τους στη Θεσσαλονίκη, η οποία αποκλεισμένη από την ξηρά και χωρίς τη δυνατότητα λήψης εξωτερικής βοήθειας παραδόθηκε «φόρου υποτελής» στο Σουλτάνο Βαγιαζήτ Α΄ το 1387 έπειτα από τετραετή πολιορκία.[42]

Ο ιστορικός Δούκας αναφέρει καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 1391 από το Βαγιαζήτ με αιτία τη δραπέτευση του Μανουήλ Β´ από τη σουλτανική αυλή και την ανάδειξή του σε Αυτοκράτορα.[43] Η πρώτη οθωμανική κατοχή της πόλης διήρκεσε έως το 1403 οπότε ο Αυτοκράτορας Μανουήλ, επωφελούμενος της ήττας του Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο και της ακόλουθης εμφύλιας διαμάχης μεταξύ των γιών του για τη διαδοχή, κατάφερε να του αποδοθεί η Θεσσαλονίκη ως αντάλλαγμα της συνδρομής του στο γιο του Βαγιαζήτ, Σουλεϊμάν Τσελεμπή.

Η ακεσφορία των εσωτερικών τραυμάτων της ηγεμονίας των Οσμανλιδών, η νέα της επιθετική ορμή έναντι των βυζαντινών εδαφών αλλά και η αδυναμία της παρηκμασμένης Αυτοκρατορίας στην υπεράσπισή τους οδήγησε το 1420 στην υπό όρους παράδοση της πολιορκούμενης Θεσσαλονίκης στους Βενετούς.

Η επταετής κατοχή από τα στρατεύματα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας υπήρξε ουσιαστικά περίοδος παρακμής για την πόλη. Ο ναυτικός και επίγειος αποκλεισμός της από τους Οθωμανούς σήμανε την οικονομική της εξασθένηση, που σε συνδυασμό με τη δυναστική συμπεριφορά των Βενετών ενέτειναν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Κατά την πολιορκία υπό τον σουλτάνο Μουράτ τον Β' η πόλη πρόβαλε αντίσταση και δεν δέχτηκε την πρόταση του σουλτάνου για παράδοση. Τότε ο σουλτάνος "κήρυξε με σάλπιγγα (προς το στρατό του) λέγοντας: Σας δίνω τα πάντα που υπάρχουν στην πόλη, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, άργυρο και χρυσό, μόνο αφήστε σ' εμένα την πόλη". Τελικά, η «συμβασιλεύουσα πόλις» της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καταλήφθηκε οριστικά από τους Οθωμανούς στις 29 Μαρτίου του 1430 έπειτα από ισχυρή πολιορκία τριών ημερών. Ακολούθησε άγρια λαφυραγωγία και αιχμαλωσία των κατοίκων. Οι αιχμάλωτοι υπολογίζονται σε επτά χιλιάδες περίπου. Από αυτούς άλλοι ελευθερώθηκαν αφού εξαγοράστηκαν από συγγενείς και φίλους, άλλοι δε πουλήθηκαν, ενώ μέρος του πληθυσμού είχε ήδη φύγει πριν την άλωση και δεν επανήλθε. Σε όσους ελευθερώθηκαν ο σουλτάνος επέτρεψε να εγκατασταθούν στην πόλη και να διατηρήσουν τις περιουσίες τους, ενώ δήμευσε όσες περιουσίες έμειναν αδέσποτες και τις μοίρασε στους οθωμανούς που εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα (Γενητζέ Βαρδάρ). Αρχικά δεν πείραξε τις Εκκλησίες και τις Μονές, αλλά αφού επανήλθε μετά διετία και αφού πλέον είχαν εγκατασταθεί Οθωμανοί στα περίχωρα, κατέσχε Εκκλησίες και Μονές με τις περιουσίες και τα εισοδήματά τους. Τα σπουδαιότερα από αυτά δώρησε σε έμπιστούς του ή μετέβαλε σε τζαμιά και ιεροδιδασκαλεία (μενδρεσέδες). Στους Χριστιανούς άφησε μόνο τέσσερεις μικρές Εκκλησίες, μεταξύ των οποίων και αυτή του Αγίου Δημητρίου.[44][45]

Η πτώση της πόλης στους Οθωμανούς συγκλόνησε το Πανελλήνιο και τροφοδότησε το λαϊκό θρήνο (σε συνδυασμό με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, 23 χρόνια μετά), που αποτυπώθηκε στο πολυτραγουδισμένο δημοτικό άσμα, που άφησε ζωντανό τον πόθο της ελευθερίας και ενέπνευσε τον Κωνσταντίνο Καβάφη, 5 αιώνες αργότερα[46]:

Πήραν την Πόλη, πήραν την, πήραν τη Σαλονίκη.
Πήραν και την Αγιά Σοφιά, το µέγα µοναστήρι,
πού 'χε τριακόσια σήµαντρα, κι εξήντα δυο καµπάνες.
Κάθε καµπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Σιµά να βγουν τα άγια, κι ο βασιλιάς του κόσµου,
Φωνή τους ήρθε εξ' ουρανού, αγγέλων απ' το στόµα:
"Αφήτ' αυτήν την ψαλµουδιά, να χαµηλώσουν τ' άγια,
και στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να έρθουν να τα πιάσουν,
να πάρουν το χρυσό σταυρό, και τ' άγιο ευαγγέλιο,
και την αγία τράπεζα, να µην την αµολύνουν".
Σαν τ' άκουσεν η Δέσποινα, δακρύζουν οι εικόνες:
"Σώπασε, κυρά Δέσποινα, µην κλαίης, µη δακρύζης,
πάλε µε χρόνους µε καιρούς, πάλε δικά σου είναι".

,[47][48][49]

Μετά την Οθωμανική κατάκτηση, ο πυρήνας των κατοίκων της πόλης αποτελέστηκε από 1.000 οικογένειες Γιουρούκων που μεταφέρθηκαν από τα Γιαννιτσά και από 1.000 οικογένειες Θεσσαλονικέων που μπόρεσαν να επαναπατριστούν μετά το διασκορπισμό τους.[50] Ο πολυεθνικός χαρακτήρας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η σχετική ανεκτικότητα έναντι των «λαών της Βίβλου» (ahl al-kitab), όπως υποδεικνυόταν από τον κυρίαρχο ισλαμικό νόμο, βοήθησαν το 15ο αιώνα στην εγκατάσταση των διωκόμενων από τη βόρεια Ευρώπη και την Ιβηρική χερσόνησο Ιουδαϊκών φύλων. Κατόπιν άδειας εγκτάστασης που τους παραχώρησε ο Σουλτάνος Βαγιαζίτ Β΄ οι Εβραίοι Ασκεναζίμ και Σεφαρδίτες εγκαταστάθηκαν, εκτός Κωνσταντινούπολης σε διάφορες πόλεις της Αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, όπου έγιναν ευπρόσδεκτοι[51] συμβάλλοντας επιπλέον στον επανεποικισμό έπειτα από την υφιστάμενη ερήμωσή της εξ’ αιτίας των πολεμικών επιχειρήσεων.

Οι Εβραίοι έκτοτε αποτέλεσαν το κυρίαρχο και οικονομικά εναργέστερο πληθυσμιακό στοιχείο της πόλης.[52] Έως και το 1912 η Θεσσαλονίκη παρέμεινε ένα μοναδικό, παγκόσμιο φαινόμενο εβραϊκής πόλης και αποκλήθηκε από τους ίδιους τους Ιουδαίους «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων»[53] και «Μητέρα του Ισραήλ».[54]

To Εβραϊκό κοιμητήριο της Θεσσαλονίκης σε ταχυδρομικό δελτάριο του 19ου αιώνα. Σήμερα στην θέση του βρίσκεται η Πανεπιστημιούπολη.
Το Διοικητήριο ή Κονάκι. Κτίσμα της τελευταίας περιόδου της Οθωμανικής διοίκησης σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι είναι η έδρα της Γενικής Γραμματείας Μακεδονίας - Θράκης.

Η Θεσσαλονίκη ή Σελανίκ, σύμφωνα με την τουρκική παραλλαγή του ονόματός της, συνέχισε καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής της μέσα στα όρια του σουλτανικού κράτους να αποτελεί σημαντικό διοικητικό, οικονομικό και θρησκευτικό κέντρο του με ρόλο παρόμοιο με αυτόν που κατείχε τη βυζαντινή περίοδο. Αναγέρθηκαν συγκροτήματα λουτρών, ισλαμικά μοναστήρια, τεμένη ενώ και αρκετοί χριστιανικοί ναοί μετατράπηκαν σε τόπους μουσουλμανικής λατρείας. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου μετατράπηκε σε τζαμί το 1491 και περέμεινε τέτοιο μέχρι την απελευθέρωση το 1912. Μέχρι το διάταγμα Χάτι-Χουμαγιούν (1856) δεν επιτρεπόταν η ανέγερση νέων χριστιανικών ναών σε θέσεις όπου δεν προϋπήρχαν ναοί.[55] Το 1669, ο Γάλλος μοναχός Ρομπέρ ντε Ντρω (Robert De Dreux) επισημαίνει τη Θεσσαλονίκη, ως μια από τις πιο ωραίες και διάσημες πόλεις της Ελλάδας. Το 1737, ο Γάλλος ιερωμένος και συγγραφέας Ζωζέφ ντε λα Πορτ (Joseph de la Porte) ανέφερε ότι η Θεσσαλονίκη αριθμούσε 48 τεμένη, 30 Ελληνικές εκκλησίες και 36 συναγωγές.[56]

Η Ελληνική επανάσταση του 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Θεσσαλονικείς οργανώθηκαν και οργάνωσαν τον Ελληνισμό από πολύ νωρίς, προκειμένου να δημιουργηθούν οι συνθήκες μιας καθολικής Ελληνικής Επανάστασης. Ο λόγιος Γρηγόριος Ζαλύκης ήταν ο πρωτεργάτης της ίδρυσης της μυστικής οργάνωσης Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο, προδρόμου της Φιλικής Εταιρείας, στο Παρίσι το 1809. Ο έμπορος Μιχαήλ Ουζουνίδης ήταν ένα από τα αρχικά μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Επίσης, ο διδάσκαλος και λόγιος Μιλτιάδης Αγαθόνικος προσέφερε πολλά ως εκπαιδευτικός στην αφύπνιση των Ελλήνων. Άλλα σημαίνοντα μέλη της Φιλικής Εταιρείας από τη Θεσσαλονίκη ήταν ο διπλωμάτης Δημήτριος Αργυρόπουλος, ο Ιωάννης Σκανδαλίδης, ο Πανταζής Μπακάλογλους και οι έμποροι Μόσχος Σακελλίου, Αθανάσιος Σκανδαλίδης, Χριστόδουλος Μπαλάνος, Στέργιος Πολύδωρος, Νικόλαος Τραμπάζογλους και Αλέξανδρος Ι. Πηλιάδης. Σποραδικές εξεγέρσεις με κοινωνικά κυρίως αιτήματα, προερχόμενες από τους Ελληνικούς πληθυσμούς, καταπνίγηκαν σχετικά εύκολα από τη διοίκηση. Ιδιαίτερη, όμως, σκληρότητα επέδειξαν οι Οθωμανοί με το ξέσπασμα της Επανάστασης στη Χαλκιδική το Μάρτιο του 1821 από τον τραπεζίτη και μεγαλέμπορο Εμμανουήλ Παππά, οπότε εφαρμόστηκαν αντίποινα κατά των Ελλήνων και στη Θεσσαλονίκη. Φιρμάνι της 3 Μαΐου 1821 ανέφερε:

"Το εν Μολδαβία κίνημα των απίστων και κατηραμένων Ελλήνων, μεταδοθέν εις τας πέραν της Θεσσαλονίκης χώρας, προεκάλεσε την αναρχίαν και τον αναβρασμόν μεταξύ των εκεί κατοίκων ... Εκ των γεγονότων τούτων άπαξ έτι κατεδείχθη ότι η επανάστασις αύτη των απίστων, φέρουσα γενικόν χαρακτήρα, έχει εξυφανθεί και προσχεδιασθή κατόπιν συνεννοήσεως ολοκλήρου της φυλής αυτών".[57]

Αρχικά περί τους 400 χριστιανούς, εκ των οποίων περίπου 100 ήταν Αγιορίτες μοναχοί, φυλακίστηκαν ως όμηροι, οι περισσότεροι των οποίων εκτελέστηκαν αργότερα. Οι περισσότερες σφαγές έγιναν τον Μάιο του 1821. Τότε σφαγιάστηκαν 3.000 περίπου Έλληνες στο σημερινό διοικητήριο,[58] σημαίνοντας την απαρχή μίας περιόδου τρομοκρατίας, που διήρκεσε έως και το 1823, χρονιά που κατεστάλησαν τα επαναστατικά κινήματα της Μακεδονίας. Κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 οι Οθωμανοί σκότωσαν επίσης, τον επίτροπο του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης και επίσκοπο Κίτρους Μακάριο, τους πρόκριτους (μέλη της Φιλικής Εταιρείας) Γεώργιο Βλάλη, Χρήστο Μενεξέ (επίτροπο του ναού του Αγ. Μηνά), Χριστόδουλο Μπαλάνο, Γεώργιο Πάικο, Στέργιο Πολύδωρο, Αθανάσιο Σκανδαλίδη, Αναστάσιο Γούναρη, Δημήτριο Παππά, Αναστάσιο Κυδωνιάτη, τον Αργυρό Ταπουχτσή από την Επανομή κ.ά. στην τότε πλατεία Αλευραγοράς (σημερινή αγορά Καπάνι - Βλάλη), στις 18 Μαΐου. Σφαγές επίσης έγιναν στην περιοχή της Ροτόντας και στην Πύλη Αξιού. Παρόμοιες σκηνές εκτυλίχθηκαν στο προαύλιο του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπου είχαν καταφύγει 2.000 Έλληνες και τελικά πολλοί από αυτούς φονεύτηκαν από τον τουρκικό όχλο.[59]

Τούρκος ιερωμένος που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στη Θεσσαλονίκη περιγράφει μεταξύ άλλων τις φρικαλεότητες των Τούρκων σε αναφορά του προς τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’:

«Ο μουτεσελήμ Γιουσούφ Βέης, θέλοντας να εκδικηθεί τους ξεσηκωμένους ρωμιούς, διέταξε τους χαφιέδες του να γυρνούν τους δρόμους της πόλης και να σκοτώνουν αλύπητα κάθε άπιστο που θα συναντούσαν. Έτσι κι έγινε. Κάθε μέρα και νύχταα δεν ακούς τίποτ’ άλλο στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, παρά φωνές, κλάμματα, βογγυσμούς. Ο Γιουσούφ Βέης, ο γενητσάρ-αγάς, ο σούμπασης και οι χοτζάδες και οι ουλεμάδες έχουν λυσσάξει θαρρείς. Δεν εκτελούσαν δικές Σου διαταγές ασφαλώς, γιατί τότε θα σέβονταν τα μικρά παιδιά και τις έγκυες γυναίκες. …» [60]

Συνολικά οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης που έπεσαν θύματα από τις εκτελέσεις των Οθωμανών υπολογίζονται σε 25.000 μόνο κατά το 1821, γεγονός που επέφερε ανεπανόρθωτο πλήγμα στην Ελληνική κοινότητα της πόλης (η Ελληνική κοινότητα επανέκαμψε τη δεκαετία του 1880, δηλαδή 60 χρόνια αργότερα).[61] Σημαντικές προσωπικότητες της Θεσσαλονίκης που πρωτοστάτησαν την περίοδο εκείνη στους Ελληνικούς αγώνες ήταν ο Γρηγόριος Ζαλύκης, ο Μιλτιάδης Αγαθόνικος, ο Κωνσταντίνος Τάττης, ο Ιωάννης Γούτας Καυτατζόγλου, ο Ιωάννης Μιχαήλ (ο οποίος συμμετείχε στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας), ο Ιωάννης Παπάφης, ο Ανδρόνικος Πάικος και άλλοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Α΄ γραμματέας του Βουλευτικού της Α΄ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου ήταν ο Θεσσαλονικέας Ιωάννης Σκανδαλίδης, ένας από τους πληρεξούσιους της Μακεδονίας.[62][63] Η επανάσταση στη Μακεδονία τερματίστηκε περί τα τέλη Μαΐου 1822. Μετά πολλοί πολεμιστές κατέβηκαν στην Κεντρική και Νότια Ελλάδα όπου συνέχισαν τον αγώνα (Βασδραβέλλης, 1940).

Μεγάλες καταστροφές υπέστησαν και τα πλησίον της Θεσσαλονίκης χωριά, ιδίως προς την περιοχή της Καλαμαριάς, ακόμα και αυτά που δεν επαναστάτησαν. Η κατάσταση της επαρχίας κατά τον Ιούνιο και Ιούλιο 1821 αναφέρεται από Άγγλο αυτόπτη μάρτυρα. Μετά την εξέγερση ελληνικών χωριών της Χαλκιδικής πολλοί μουσουλμάνοι κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη για προστασία ενώ τα χωριά τους κάηκαν. Ο τουρκικός στρατός αντεπιτιθέμενος λεηλάτησε και έκαψε τα Βασιλικά, το Καραμπουρνού, την Επανωμή και τη Γαλάτιστα και άλλα, ακόμα και όσα δεν είχαν επαναστατήσει όπως το Ζαγγλιβέρι. Οι μοναχοί της Μονής Αγίας Αναστασίας (Φαρμακολύτριας) αποκεφαλίστηκαν παρ’ ό,τι άνοιξαν τις θύρες και υποδέχθηκαν τους Τούρκους. Μεγάλος αριθμός Εβραίων ακολουθούσαν τον τουρκικό στρατό και αγόραζαν τη λεία σε χαμηλές τιμές. Γυναίκες και παιδιά πωλούνταν ως δούλοι, οι γριές προς 40-60 πιάστρα και τα γυναικόπαιδα προς 200-300. Ολόκληρη η περιοχή της Καλαμαριάς που αριθμούσε περί τους 60.000 κατοίκους καταστράφηκε και ερημώθηκε.

Προύχοντες και απλοί Έλληνες κρατούνταν ως όμηροι ή θανατώνονταν ακόμα και με παλούκωμα, ενώ και οι Έλληνες σκότωναν τους Τούρκους που συνελάμβαναν. Η τουρκική διοίκηση αποσπούσε δια της βίας μεγάλα χρηματικά ποσά που οι Έλληνες για να τα εξοικονομήσουν ενεχυρίαζαν πολύτιμα αντικείμενα και σκεύη εκκλησιών σε χαμηλές τιμές ή δανείζονταν από τους Εβραίους με επιτόκιο 30-50%.[64]

Αναπτυξιακή πορεία και Μακεδονικός Αγώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λήξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1828–1829 επέφερε την ηρεμία στα ευρωπαϊκά εδάφη της Τουρκίας και τη συνακόλουθη οικονομική ανάπτυξη. Το θετικό κλίμα ενέτειναν και οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ από το τέλος της δεκαετίας του 1830. Η Θεσσαλονίκη αυξάνει περαιτέρω την εμπορική της δύναμη ενώ παράλληλα ξεκινά η ανοικοδόμηση σημαντικών διοικητικών, εκπαιδευτικών και ιδιωτικών κτηρίων. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα παρατηρείται σημαντική αύξηση του πληθυσμού, που από 50.000 το 1865 φτάνει τις 90.000 το 1880 και τις 120.000 το 1895.[65]

Το 1877, ενώ γίνονταν διεθνώς ζυμώσεις που κατέληξαν στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, Ρουμανικές εφημερίδες δημοσίευαν στατιστικές με Ρουμανικούς πληθυσμούς στη Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία προσπαθώντας να οικειοποιηθούν τους Βλάχους. Στα πλαίσια αυτά εμφάνισαν στατιστική του Ρουμανικού προξενείου στη Θεσσαλονίκη, παρουσιάζοντας τη Θεσσαλονίκη με 20.000 Ρουμανικό πληθυσμό. Ακολούθησαν έντονες αντιδράσεις και επεισόδια που προκάλεσαν οι Έλληνες Θεσσαλονικείς φοιτητές έξω από το Ρουμανικό προξενείο που κατέληξαν σε μεγαλειώδη βουβή παρέλαση (αρκετές χιλιάδες διαδηλωτών) με τερματισμό στο προξενείο της Ρουμανίας. Στη βουβή διαδήλωση συμμετείχαν και εκπρόσωποι της Ισραηλιτικής κοινότητας της πόλης, προκειμένου να υποστηρίξουν την ελληνικότητα του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης. Συνέπεια των αντιδράσεων ήταν να εκδόσει ο Οθωμανός βαλής της Θεσσαλονίκης, επίσημη στατιστική που παρουσίαζε τον Ελληνικό πληθυσμό σε 25.000 και να αποπεμφθεί ο Ρουμάνος πρόξενος.[66]

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα, οι Θεσσαλονικείς οργανώνονται, ιδρύοντας την Φιλόπτωχο Αδελφότητα Ανδρών Θεσσαλονίκης το 1871 που ανέπτυξε έντονη εθνική δράση. Ο προύχοντας της πόλης Κωνσταντίνος Μάτσας προσπάθησε ήδη από το 1899 να εξοπλίσει τον Ελληνισμό της πόλης, αντιλαμβανόμενος τον επερχόμενο κίνδυνο. Σημαντικοί Θεσσαλονικείς οπλαρχηγοί ήταν ο Γεώργιος Σάββας και ο Γεώργιος Πεντζίκης. Στις 20 Ιανουαρίου του 1904 πραγματοποιήθηκε μεγάλο αντιβουλγαρικό συλλαλητήριο στην πόλη, με συμμετοχή 6.000 Ελλήνων διαδηλωτών. Έως το 1908, οι Θεσσαλονικείς πέτυχαν να ανατρέψουν τη Βουλγαρική προσπάθεια δημιουργίας πυρήνων Βουλγαρικού πληθυσμού στην πόλη, με τη μεταφορά και εγκατάσταση Βούλγαρων μεταναστών.[67]

Το κίνημα των Νεοτούρκων και τα εθνικά αλυτρωτικά κινήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μέγαρο του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, έργο του Ερνέστου Τσίλλερ, το οποίο, πλέον, φιλοξενεί το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνος

Το ρεύμα της εθνικιστικής ιδεολογίας, που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση και απλώθηκε σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο, άρχισε, ογκούμενο σταδιακά μέσα στο 19ο αιώνα, να επιδρά και στα βαλκανικές εθνικές ομάδες, που βρίσκονταν στην οθωμανική επικράτεια. Ένα πρώτο κρούσμα αυτών ήταν η σφαγή των Προξένων στη Θεσσαλονίκη που συνέβη στις 6 Μαΐου του 1876.

Το ελληνικό στοιχείο συγκρούστηκε έντονα με το βουλγαρικό, που με τη δράση των κομιτατζήδων προσπάθησε τη μεταστροφή των ορθοδόξων πληθυσμών από την κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Βουλγαρική Εξαρχική Εκκλησία με στόχο τον εκβουλγαρισμό τους.[68] Μετά τα Απριλιανά του 1903 η σύγκρουση αυτή κορυφώθηκε το διάστημα των ετών 1904-1908, την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, όπου επιτελικό κέντρο των Ελλήνων αγωνιστών υπήρξε το ελληνικό προξενείο της Θεσσαλονίκης (σημερινό Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα).

Η Έπαυλη Αλλατίνη, που χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του έκπτωτου Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β' στη Θεσσαλονίκη.

Παράλληλα με τα εθνικιστικά κινήματα αναπτυσσόταν και ένα άλλο κίνημα με στελέχη από τη στρατιωτική και πνευματική ελίτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κέντρο του τη Θεσσαλονίκη. Στόχοι αυτής της κίνησης ήταν ο εκδημοκρατισμός, ο εκσυγχρονισμός και μετασχηματισμός σε ευρωπαϊκού τύπου συνταγματική μοναρχία της παραπαίουσας και μειούμενης εδαφικά Αυτοκρατορίας και πολιτικό εφαλτήριό της η "Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο" (İttihad ve Terakki Cemiyeti - Κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος),[69] της οποίας η δράση εκκίνησε το 1896 και στις τάξεις της περιελάμβανε προοδευτικές προσωπικότητες από τις κυρίαρχες μακεδονικές εθνότητες με πρωτοστατούσα την τουρκική. Τα μέλη αυτής της επιτροπής έγιναν γνωστά με το όνομα Νεότουρκοι (Jön Türkler – Ζον Τουρκλέρ από το γαλλικό Jeunes Turcs) και στα πρώτα της βήματα αναδείχθηκε σε φορέα της αστικής αλλαγής με αντιιμπεριαλιστικές αιχμές.[70]

Στιγμιότυπο από την αναχώρηση του Σουλτάνου Μεχμέτ Ε' Ρεσάτ έπειτα από το προσκύνημα στο τέμενος της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης στις 31 Μαΐου 1911.

Τον Ιούνιο του 1908 οι Νεότουρκοι διέθεταν την ισχύ ώστε να απαιτήσουν από το Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ την πολιτειακή μεταβολή προς τη συνταγματική μοναρχία. Έτσι με μία εντυπωσιακή στρατιωτική κίνηση το τρίτο σώμα του Οθωμανικού στρατού ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη με κατεύθυνση την έδρα του Οίκου των Οσμανλιδών, την Κωνσταντινούπολη, όπου κορυφώθηκε η Επανάσταση των Νεοτούρκων, με αποτέλεσμα την παραχώρηση Συντάγματος στις 24 Ιουλίου 1908.[71]

Η αντεπανάσταση των συντηρητικών Παλαιότουρκων το 1909 βοήθησε τον απολυταρχικό Αμπντούλ Χαμίτ να άρει τα συνταγματικά προνόμια. Σύντομα, όμως, οι Νεότουρκοι κατάφεραν να πάρουν την κατάσταση και πάλι στα χέρια τους εξαναγκάζοντας το Σουλτάνο σε παραίτηση και ανεβάζοντας στο θρόνο το μετριοπαθή αδελφό του, Μεχμέτ Ε΄ Ρεσάτ. Ο Αμπντούλ Χαμίτ οδηγήθηκε στο πολιτικό κέντρο των Νεοτούρκων, τη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμεινε φρουρούμενος στην Έπαυλη Αλλατίνη (σημερινό Μέγαρο της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης) έως και το 1912.

Τελευταίο σημαντικό γεγονός της οθωμανικής κυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη υπήρξε η επίσκεψη στην πόλη του Μεχμέτ στις 31 Μαΐου 1911, στο πλαίσιο της περιοδείας του στα ευρωπαϊκά εδάφη της Αυτοκρατορίας. Αποκορύφωμα της επίσκεψης αποτέλεσαν η παρέλαση των εθνοτήτων ενώπιον του μονάρχη και το εντυπωσιακό προσκύνημά του στο τέμενος της Αγίας Σοφίας, σύμφωνα με το επίσημο τυπικό του προσκυνήματος της Παρασκευής στο τζαμί Χαμιντιέ της Κωνσταντινούπολης.[72]

Η απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πανηγυρικό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Μακεδονία την επόμενη μέρα της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης.

Η απόδειξη των πραγματικών πολιτικών προθέσεων της ηγετικής ομάδας των Νεότουρκων, που ως βασικό στόχο είχαν τον εκτουρκισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέσω της εξάλειψης των μειονοτήτων, και η σκλήρυνση της κρατικής πολιτικής έναντι αυτών έφεραν το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου.[73] Τα τέσσερα βαλκανικά βασίλεια, Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Μαυροβουνίου, κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδιώκοντας την κατάκτηση και το διαμοιρασμό των ευρωπαϊκών της εδαφών, στα οποία κατοικούσε σημαντική μερίδα «αλύτρωτων» ομοεθνών τους.

Η πόλη της Θεσσαλονίκης υπήρξε το διαφιλονικούμενο «λάφυρο» μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων.[74] Οι νίκες των Ελλήνων σε σημαντικές μάχες είχαν δημιουργήσει θετικό κλίμα στο στράτευμα, το οποίο όδευε για την κατάκτηση του Μοναστηρίου, βαλκανικής πόλης με ακμαίο ελληνικό πληθυσμό. Ο επικεφαλής της στρατιάς της Θεσσαλίας και αρχιστράτηγος, Διάδοχος Κωνσταντίνος έπειτα από τη νικηφόρα Μάχη του Σαραντάπορου κινούνταν προς το Μοναστήρι. Οι πληροφορίες, όμως, προς την ελληνική κυβέρνηση αναφέρονταν σε προώθηση των βουλγαρικών στρατευμάτων νοτιότερα, με σκοπό την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.[75] Ο Βενιζέλος τηλεγράφησε στον Κωνσταντίνο να κινηθεί ταχύτατα προς τη Θεσσαλονίκη αλλά όταν διαπίστωσε ότι ο διάδοχος κωλυσιεργούσε απέστειλε το περίφημο τηλεγράφημα:

Αρχηγόν Στρατού
Εντέλεσθε άμα τη λήψει της παρούσης να παραδώσητε την διοίκησιν του στρατού εις τον Αρχηγόν του
Γεν. Επιτελείου υποστράτηγον Δαγκλήν και να αναχωρήσητε πάραυτα δι' Αθήνας, τιθέμενος εις την
διάθεσιν του υπουργού των Στρατιωτικών.
Ε. Βενιζέλος, Υπουργός Στρατιωτικών

Μετά από παρέμβαση του βασιλιά Γεωργίου, το ελληνικό στράτευμα της Θεσσαλίας, αλλάζοντας πορεία, κινήθηκε προς τη Θεσσαλονίκη, στην οποία έφτασε έπειτα από τη Μάχη των Γιαννιτσών (19 Οκτωβρίου) στις 25 Οκτωβρίου 1912 περικυκλώνοντάς την.

Οι Οθωμανοί στρατιωτικοί επιτελείς της Θεσσαλονίκης, με επικεφαλής το διοικητή του 8ου σώματος του οθωμανικού στρατού, Χασάν Ταχσίν Πασά, αντιλήφθηκαν ότι πιθανή αντίσταση δε θα επέφερε ουσιαστικό αποτέλεσμα[76] και προέβησαν σε προτάσεις παράδοσης προς τον Κωνσταντίνο. Άλλωστε από οθωμανικής πλευράς υπήρχε η προτίμηση της παράδοσης της πόλης στους Έλληνες λόγω της αντίληψης ότι οι Βούλγαροι θα προέβαιναν σε βιαιότητες έναντι του μουσουλμανικού πληθυσμού.[77] Ο Κωνσταντίνος, όμως, δεν έκανε δεκτή την οθωμανική πρόταση και απαίτησε «άνευ όρων» παράδοση της πόλης. Την ίδια στιγμή ο Πρωθυπουργός, Ελευθέριος Βενιζέλος, έχοντας γνώση των κινήσεων της 7ης Βουλγαρικής μεραρχίας, η οποία πλησίαζε τη Θεσσαλονίκη, προειδοποίησε το Διάδοχο να επισπεύσει τη διαδικασία[78] με το ακόλουθο τηλεγράφημα:

Αρχηγόν Στρατού
Παραγγέλλεσθε να αποδεχτείτε προσφερομένην υμίν παράδοσιν της Θεσσαλονίκης και να εισέλθητε εις
ταύτην άνευ χρονοτριβής. Καθιστώ υμάς υπεύθυνον δια πάσαν αναβολήν έστω και στιγμής.
Υπουργός Στρατιωτικών Ε. Βενιζέλος

Έτσι τη νύχτα της 26ης προς 27 Οκτωβρίου 1912 (Ιουλιανό ημερολόγιο), οι πληρεξούσιοι επιτελείς αξιωματικοί, Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς, υπέγραψαν στη Θεσσαλονίκη τα πρωτόκολλα παράδοσης της πόλης από την οθωμανική διοίκηση στον ελληνικό στρατό[79][80] και το απόγευμα της 27 Οκτωβρίου εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη τα δύο πρώτα ελληνικά ευζωνικά τμήματα της μεραρχίας Κλεομένους.

Εντωμεταξύ οι Βούλγαροι, που είχαν προσεγγίσει την πόλη, πίεσαν το Χασάν Ταχσίν Πασά να υπογράψει παρόμοιο πρωτόκολλο και με αυτούς. Η πρότασή τους, εντούτοις, δεν έγινε δεκτή με τη χαρακτηριστική απάντηση του Οθωμανού στρατηγού: «Έχω μόνο μία Θεσσαλονίκη, την οποία έχω ήδη παραδώσει».[81] Παρά τούτο οι βουλγαρικές διεκδικήσεις δεν έπαυσαν έως και το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, οπότε το νικηφόρο αποτέλεσμά του, για την ελληνική πλευρά, επέφερε οριστική λύση στο θέμα.

Ένας ακόμη παράγοντας, που προσπάθησε να επηρεάσει το εδαφικό καθεστώς της Θεσσαλονίκης, ήταν η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, που με τη συμπαράσταση της Γερμανίας επεδίωξε, ανεπιτυχώς, διεθνοποίηση της πόλης.[82] Ακόμη μερίδα της Ιουδαϊκής κοινότητας προώθησε στο εξωτερικό πρόταση για αυτόνομο καθεστώς υπό ισραηλιτική διοίκηση[83]

Στις 29 Οκτωβρίου ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ εισήλθε στην πόλη επικεφαλής τμημάτων στρατού και στις 30 Οκτωβρίου τελέστηκε από το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο δοξολογία στον τότε Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μηνά «επί τη απελευθερώσει της πόλεως» μετά από 482 χρόνια συνεχούς Οθωμανικής κατοχής.

Σύγχρονη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την απελευθέρωση του 1912 για αρκετό καιρό διατηρήθηκε η οθωμανική διοικητική δομή της πόλης για να αποφευχθεί η οικονομική και κοινωνική διάλυση της πόλης. Είναι χαρακτηριστικό ότι τις ημέρες μετά την παράδοση της πόλης, η οθωμανική χωροφυλακή συνέχιζε ένοπλη να διατηρεί την τάξη, ενώ ο δήμαρχος Οσμάν Σαΐτ παρέμεινε δήμαρχος, με λίγες διακοπές μέχρι το 1922. Τον Μάρτιο του 1913 ο Βασιλιάς Γεώργιος ο Α' δολοφονήθηκε στην Θεσσαλονίκη, και την τελευταία στιγμή αποφεύχθηκαν επεισόδια κατά των Μουσουλμάνων και Εβραίων της πόλης στους οποίους αδίκως κινήθηκαν οι πρώτες υποψίες.

Η Ελλάδα δεν συμμετείχε στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από το ξέσπασμά του παρά τις προσκλήσεις για συμμαχία και από τις δύο αντίπαλες παρατάξεις. Ωστόσο, με δικαιολογία την βοήθεια προς τον Σερβία αλλά και αδιαφορία για την εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας, δυνάμεις της Αντάντ αποβιβάστηκαν στην πόλη τον Οκτώβριο του 1915 με σκοπό να εκβιάσουν την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο. Δημιουργήθηκε το Βαλκανικό Μέτωπο, που απαρτιζόταν από δεκάδες χιλιάδες άνδρες και είχε σκοπό να παράσχει υποστήριξη προς τη Σερβία και τη Ρωσία. Ο Εθνικός Διχασμός, όπως ονομάστηκε η διαμάχη (1916) ανάμεσα στο Βασιλιά Κωνσταντίνο ΙΒ΄ και τον Ελευθέριο Βενιζέλο αναφορικά με την έξοδο της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, οδήγησαν στο σχηματισμό δεύτερης κυβέρνησης από το Βενιζέλο, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Η "Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας" απαρτιζόταν από το Βενιζέλο, το Δαγκλή και τον Κουντουριώτη, τη λεγόμενη "Τριανδρία". Έτσι, η Ελλάδα εισήλθε στον πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ, οδηγώντας παράλληλα στην εκδίωξη του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' υπέρ του γιου του Αλεξάνδρου.

Η μεγάλη πυρκαγιά το 1917 ήταν η χειρότερη καταστροφή που υπέστη η πόλη κατά τα νεότερα χρόνια. Κατέστρεψε ολοσχερώς κτήρια σπάνιας αρχιτεκτονικής αξίας στο κέντρο της πόλης, καταστήματα, εκκλησίες, τζαμιά και συναγωγές και κυρίως χιλιάδες σπίτια αφήνοντας άστεγους 72.000 κατοίκους, και προκάλεσε τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα στην πόλη που είχε ήδη επιβαρυνθεί από την συγκέντρωση προσφύγων που προέρχονταν από τις κοντινές εμπόλεμες ζώνες και την υπό Βουλγαρική διοίκηση Θράκη. Στη θέση των κτηρίων αυτών οικοδομήθηκε η νέα πόλη, με βάση σχέδιο που εκπόνησε ο Γάλλος αρχιτέκτονας Ερνέστ Εμπράρ.

Την περίοδο 1922-1924 στα πλαίσια της Ελληνοτουρκικής Ανταλλαγής Πληθυσμών που συμφωνήθηκε με την Συνθήκη της Λωζάνης, εγκαταστάθηκαν στην πόλη πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Η εισροή προσφύγων ήταν τόσο έντονη ώστε επέβαλε την ίδρυση νέων, αποκλειστικά προσφυγικών συνοικιών και οικισμών, όπως η Καλαμαριά, ενώ ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πόλης συμπεριλήφθηκε στους "ανταλλάξιμους" που υποχρεώθηκαν να μετοικήσουν στην Τουρκία. Στις 3 Οκτωβρίου του 1926 εγκαινιάστηκε η πρώτη Διεθνής Έκθεση της Θεσσαλονίκης.

Σε όλο το διάστημα του μεσοπόλεμου οι κοινωνικές ζυμώσεις που προκλήθηκαν από την ανάμιξη μεγάλου αριθμού προσφύγων και Εβραίων και Ελλήνων εργατών έδωσαν μεγάλη δυναμική στα εργατικά κινήματα, που ήδη ήταν ανεπτυγμένα στην πόλη. Ήδη από το 1908 είχε ιδρυθεί με αρχηγό τον Αβραάμ Μπεναρόγια η σοσιαλιστική οργάνωση Φεντερασιόν, που πρωτοστάτησε στην οργάνωση του συνδικαλιστικού κινήματος και μετέπειτα στην δημιουργία του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ. Στην αρχή της δεκαετίας του 1930 και μέχρι την επιβολή της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, στη Θεσσαλονίκη ήταν συνεχείς οι διαδηλώσεις και απεργίες ομάδων εργατών όπως των καπνεργατών, των τροχιοδρομικών κ.ά. Την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν και αρκετές εθνικιστικές/αντισιωνιστικές οργανώσεις ως αντίδραση στην πολυπληθή παρουσία των Εβραίων εργατών, με διάφορα προβλήματα με κυριότερο τον εμπρησμό του Κάμπελ, μιας εβραϊκής φτωχογειτονιάς της Θεσσαλονίκης.

11.7.1942: η συγκέντρωση των Εβραίων στην πλατεία Ελευθερίας.

Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε από τους Γερμανούς. Οι Εβραίοι περιορίστηκαν στην κοινότητα Χιρς, οι περιουσίες τους δημεύτηκαν και μοιράστηκαν μεταξύ Γερμανών αξιωματικών και Ελλήνων συνεργατών τους. Τελικά, ολόκληρος ο Εβραϊκός πληθυσμός της πόλης οδηγήθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Άουσβιτς και του Μπέργκεν-Μπέλσεν. Περίπου 46.000 Εβραίοι της Θεσσαλονίκης εξοντώθηκαν εκείνη την περίοδο. Η απελευθέρωση της πόλης επήλθε στις 27 Οκτωβρίου του 1944.

Στις 10 Φεβρουαρίου 1948 η πόλη δέχθηκε κανονιοβολισμούς από δυνάμεις του ΔΣΕ με αποτέλεσμα 6 νεκρούς αμάχους.

Στις 20 Ιουνίου του 1978 ένας μεγάλος σεισμός επέφερε συνολικά 49 θανάτους και υλικές ζημιές ύψους 1,2 δισ. ευρώ, οι οποίες όμως αποκαταστάθηκαν σύντομα. 220 άνθρωποι τραυματίστηκαν. Ο εν λόγω σεισμός υπήρξε ο πρώτος που έπληξε μεγάλο αστικό κέντρο στην Ελλάδα.[84]

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δορυφορική άποψη του Θερμαϊκού κόλπου και της ευρύτερης περιφέρειας της Θεσσαλονίκης.

Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της περιφερειακής ενότητας Θεσσαλονίκης, στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου. Είναι κτισμένη αμφιθεατρικά στις πλαγιές του Κέδρινου λόφου και περιβάλλεται στα ανατολικά από το δάσος του Σέιχ Σου. Στη Σίνδο υπάρχει η βιομηχανική ζώνη της πόλης και στα νότια βρίσκονται οι περιοχές του αεροδρομίου, της Θέρμης και νοτιοανατολικά η περιοχή του Πανοράματος.

Νοτιοανατολικά της πόλης υψώνεται το όρος Χορτιάτης, φυσική οχύρωση και πηγή μέρους του νερού που χρησιμοποιείται για την ύδρευσή της. Βορειοδυτικά απλώνεται η πεδιάδα της Θεσσαλονίκης, που συμπληρώνει τις ανάγκες της Θεσσαλονίκης σε ύδρευση. Βόρεια της πόλης υψώνεται το όρος Σιβρί που χωρίζεται από τον Χορτιάτη με το πέρασμα του Δερβενίου. Η πεδιάδα ευνόησε την οικονομική ανάπτυξη της πόλης και της γύρω περιοχής, καθώς σχηματίστηκε σταδιακά από τις προσχώσεις των ποταμών που διαρρέουν το νομό κι έτσι είναι ιδιαίτερα εύφορη.

Οι τρεις αυτοί ποταμοί, ο Αξιός, ο Λουδίας και ο Γαλλικός, εκβάλλουν δυτικά της πόλης ενώ ακόμα νοτιότερα εκβάλλει ο Αλιάκμονας. Οι ποταμοί αποτέλεσαν και φυσικά υδάτινα κωλύματα σε προσπάθειες προσέγγισης της πόλης από τα νότια· η διάβαση του Γαλλικού ποταμού από τα ελληνικά στρατεύματα, το 1912, οριστικοποίησε την άνευ όρων παράδοση των Οθωμανών. Το Δέλτα του Αξιού αποτελεί υγροβιότοπο 22.000 στρεμμάτων ιδιαίτερης σημασίας, που προστατεύεται από τη Σύμβαση Ραμσάρ.

Η θέση της πόλης στην ευρύτερη περιοχή Μακεδονίας-Θράκης, η ύπαρξη του λιμανιού της ως φυσικής πύλης της περιοχής αυτής προς τη θάλασσα αλλά και η φυσική οχύρωσή της καθιστούν τη Θεσσαλονίκη αφενός σημαντικό στρατηγικό σημείο, αφετέρου εμπορικό, συγκοινωνιακό και πολιτισμικό σταυροδρόμι από την αρχαιότητα έως και τα σημερινά χρόνια.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα της Θεσσαλονίκης είναι μεσογειακό αλλά εμπεριέχει και ηπειρωτικά χαρακτηριστικά. Γενικότερα πάντως, η Θεσσαλονίκη απολαμβάνει αρκετές ηλιόλουστες μέρες κατά την διάρκεια του έτους. Η μεγαλύτερη θερμοκρασία που έχει σημειωθεί ήταν στις 25/7/2007 και ήταν 47.2 °C στο Αεροδρόμιο Μακεδονία, ενώ η χαμηλότερη στον ίδιο σταθμό ήταν -14,0 °C και σημειώθηκε στις 26/1/1963.

Η χιονόπτωση κατα τον χειμώνα δεν είναι καθόλου ασυνήθιστη και μπορεί να σημειωθεί ανα πάσα στιγμή από τις αρχές του Δεκεμβρίου μέχρι και τα μέσα Μαρτίου, αλλά όσο χιόνι φτάνει στο έδαφος συνήθως λιώνει μέσα σε λίγες ώρες.Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις στον κανόνα, με τις ιστορικές χιονοπτώσεις του 1988 και του 2001 να επαληθεύουν το γεγονός. Η Πίνδος σταματά τους υγρούς και πολύ βροχερούς ανέμους του Ιουνίου και έτσι η πόλη καταγράφει μόνο 426,3mm βροχής ετησίως, παρόλα αυτά οι βροχές το χειμώνα είναι συνεχείς και μπορεί να εναλλάσσονται και με χιόνι.

Κλιματικά δεδομένα Θεσσαλονίκη(1981-2010)
Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μαι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ Έτος
Μέγιστη Υψηλότερη °C (°F) 22.6 24.7 25.8 28.6 36.0 41.1 47.2 46.0 40.4 34.6 27.0 23.5 47,2
Μέση Υψηλότερη° C (°F) 9.0 11.1 15.4 20.0 24.8 29.9 32.9 33.1 28.7 22.4 14.2 10.1 20,9
Μέση Ημερήσια °C (°F) 4.8 6.3 10.1 14.7 20.9 23.2 25.1 25.3 21.4 16.8 10.0 5.9 15,3
Μέση Χαμηλότερη °C (°F) 0.8 2.0 4.7 8.8 13.1 16.5 19.5 19.7 15.4 10.0 6.7 2.9 10,0
Ελάχιστη Χαμηλότερη °C (°F) −14.6 −8.2 −1.5 3.5 6.5 11.2 13.8 13.5 7.1 4.0 −4.3 −10.8 −14,6
Κατακρημνίσεις mm (ίντσες) 36.5
(1.437)
35.7
(1.406)
37.8
(1.488)
36.1
(1.421)
42.9
(1.689)
31.0
(1.22)
19.5
(0.768)
16.4
(0.646)
25.3
(0.996)
37.8
(1.488)
53.4
(2.102)
50.6
(1.992)
426,3
(16,783)
υγρασίας 74 70 61 65 68 59 54 52 50 68 82 79 65,1
Μέσες ημέρες κατακρημνίσεων (≥ 0.1 mm) 6 6 6 5 5 3 2 2 3 5 7 7 57
Source: Μετεωρολογικός σταθμός Θεσσαλονίκης

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα ο πληθυσμός της πόλης εξελίχθηκε ως εξής:

Έτος Σύνολο πληθυσμού Εβραίοι Τούρκοι (μωαμεθανοί) Έλληνες Βούλγαροι Ρωμά Άλλες εθνότητες
1890[85] 118.000 55.000 26.000 16.000 10.000 2.500 8.500
1904[86] 129.796 45.000 28.620 52.761 2.115 1.300
γύρω στα 1913[87] 157.889 61.439 45.889 39.956 6.263 2.721 1.621

Το Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, έχει μόνιμο πληθυσμό 788.952 κατοίκους. Ο νομός Θεσσαλονίκης, για τον οποίο υπάρχουν ασφαλή στατιστικά στοιχεία, έχει πληθυσμό 1.110.312. Συγκεντρώνει ποσοστό 9,4% του πληθυσμού της χώρας με τάση αύξησης, αφού είχε το τέταρτο μεγαλύτερο ποσοστό φυσικής αύξησης του πληθυσμού το 1997 και το 1998 μετά τους νομούς Δωδεκανήσου, Ξάνθης και Ηρακλείου (υπεροχή γεννήσεων/1.000 κατοίκους: 2,9), και υψηλή αναλογία μαθητών Δημοτικού ανά 1.000 κατοίκους (66 έναντι μέσου Ελλάδας 61). Παράγει το 9,9% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της χώρας, το 2,16% της συνολικής μεταποιητικής παραγωγής και τα 2/3 του προϊόντος του προέρχονται από τις υπηρεσίες. Με κατά κεφαλή προϊόν 3,8 εκ. δρχ. (3ος στην κατάταξη με 105% του μέσου όρου της Ελλάδος), η θέση του ως προς το μέσο της χώρας σε διάστημα μιας 10ετίας έμεινε σχεδόν σταθερή.[88]

Η εξέλιξη του πληθυσμού του Δήμου Θεσσαλονίκης (χωρίς την Τριανδρία) έχει ως εξής:

Απογραφή [3] Πληθυσμός
1940 215.788
1951 217.049
1961 250.920
1971 345.799
1981 406.413
1991 412.160
2001 385.406
2011 315.196

Η σημερινή Θεσσαλονίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η "Πόλη της Θεσσαλονίκης" αποτελείται από έξι Δήμους και μία Δημοτική Ενότητα (απο τον Δήμο Πυλαίας - Χορτιάτη), που αποτελούν το Πολεοδομικό Συγκρότημα της Θεσσαλονίκης (Π.Σ.Θ.) με πληθυσμό 789.191 κατοίκους σύμφωνα με στοιχεία τις απογραφής του 2011. Οι δήμοι είναι οι εξής:

Οι Δήμοι του Π.Σ. Θεσσαλονίκης
Δήμος Έδρα Δημοτικές ενότητες Πληθυσμός
1 Δήμος Θεσσαλονίκης Θεσσαλονίκη Θεσσαλονίκη, Τριανδρία 325.182
2 Δήμος Καλαμαριάς Καλαμαριά - 91.518
3 Δήμος Νεάπολης - Συκεών Συκιές Άγιος Παύλος, Νεάπολη, Πεύκα, Συκιές 84.741
4 Δήμος Παύλου Μελά Σταυρούπολη Νέα Ευκαρπία, Πολίχνη, Σταυρούπολη 99.245
5 Δήμος Κορδελιού - Ευόσμου Εύοσμος Ελευθέριο- Νέο Κορδελιό, Εύοσμος 101.753
6 Δήμος Αμπελοκήπων - Μενεμένης Αμπελόκηποι Αμπελόκηποι, Μενεμένη 52.127
7 Δήμος Πυλαίας - Χορτιάτη* Πανόραμα Πυλαία, Χορτιάτης, Ασβεστοχώρι, Εξοχή, Φίλυρο, Πανόραμα 70.110

Οι δημοτικές ενότητες Χορτιάτη και Πανοράματος του Δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη δεν περιλαμβάνονται στο ΠΣΘ.

Περιοχές του Π.Σ.Θ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικό Κέντρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πλατεία Αριστοτέλους στην καρδιά της πόλης
Συντριβάνι στο κεντρικό πάρκο

Η πόλη της Θεσσαλονίκης έχει ένα αρκετά εκτεταμένο κέντρο, στο οποίο συγκεντρώνονται τα περισσότερα καταστήματα, δημόσιες υπηρεσίες, αξιοθέατα και χώροι αναψυχής. Η έκτασή του μπορεί να οριστεί ανατολικά από το συγκρότημα του 3ου Σώματος Στρατού, δυτικά από την πλατεία Δημοκρατίας (πρώην Πλατεία Βαρδαρίου), βόρεια από την παραλιακή λεωφόρο Νίκης (πρώην Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου Α’) και νότια από την οδό Ολυμπιάδος στις παρυφές της Άνω Πόλης.

Το ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης διαχωρίζεται στις συνοικίες: Λαδάδικα, Άνω Λαδάδικα, Φραγκομαχαλάς, Καπάνι, Διαγώνιος, Ναυαρίνου, Ροτόντα, Αγία Σοφία, Ιπποδρόμιο (Λευκός Πύργος). Το κεντρικότερο σημείο αποτελεί ο ενοποιημένος χώρος της Πλατείας Αριστοτέλους και της Πλατείας Αρχαίας Αγοράς (ή Δικαστηρίων) οι οποίες ενώνονται με την πεζοδρομημένη οδό Αριστοτέλους.

Κεντρικές οδικές αρτηρίες είναι οι: Τσιμισκή, Εγνατίας, Νικης,Λαγκαδα,Βασιλισης Ολγας και Αγίου Δημητρίου.

Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα υπήρξε σημαντική μετατόπιση του κέντρου της Θεσσαλονίκης ανατολικότερα. Ενώ παλαιότερα η κεντρική αγορά της πόλης βρισκόταν στην περιοχή του Βαρδαρίου και εκτεινόταν έως τη σκεπαστή αγορά, πριν την πλατεία Αριστοτέλους, σήμερα έχει υπερβεί κατά πολύ αυτά τα όρια φτάνοντας στην περιοχή του Μεγάρου της Χ.Α.Ν.Θ. κοντά στον παλαιό ζωολογικό κήπο.

Αεροφωτογραφία του κέντρου της Θεσσαλονίκης με τα σημαντικότερα σημεία του

  1. Λευκός Πύργος
  2. Πλατεία Αριστοτέλους
  3. Επιβατικό Λιμάνι
  4. Ρωμαϊκή Αγορά
  5. Επταπύργιο (Ακρόπολη)
  6. Ροτόντα
  7. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο
  8. Διεθνής Έκθεση
  9. Καυταντζόγλειο Στάδιο
  10. Αρχαιολογικό Μουσείο

Άνω Πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης που διασώθηκε από την πυρκαγιά του 1917 και τη δεκαετία του 1980 επί Υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη χαρακτηρίστηκε διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός, βρίσκεται στο βορειότερο και ψηλότερο τμήμα της παλιάς πόλης. Αρχίζει ουσιαστικά από τη βόρεια πλευρά της οδού Αγίου Δημητρίου φτάνοντας βόρεια ως τα τείχη της Ακρόπολης και δυτικά και ανατολικά ως τα αντίστοιχα Βυζαντινά Τείχη, που σώζονται σχεδόν ολόκληρα στην περιοχή.

Η περιοχή της Άνω Πόλης διαχωρίζεται στις συνοικίες Τσινάρι, Διοικητήριο, Βλατάδων, Τερψιθέα, Κουλέ Καφέ, Κόκκινη Βρύση, Καλλιθέα.

Παρόλο ότι η περιοχή δεν ερευνήθηκε με αρχαιολογικές ανασκαφές, είναι σχεδόν βέβαιο ότι στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή δεν κατοικήθηκε, τουλάχιστον συστηματικά. Γειτονιές με κατοικίες δημιουργήθηκαν με την τουρκοκρατία, για να πυκνοκατοικηθεί η περιοχή στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, καθώς εκτιμήθηκαν οι κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν (μικροκλίμα) και η υπέροχη θέα που προσφέρει ο τόπος.

Στην περιοχή αυτή περιλαμβάνονται σημαντικά μνημεία της Θεσσαλονίκης όπως: τα Τείχη με την Ακρόπολη και το Επταπύργιο, ο Ναός του Οσίου Δαβίδ (Μονή Λατόμου), ο Ναός του Αγίου Νικολάου Ορφανού, ο Ναός των Ταξιαρχών, η Μονή Βλατάδων, ο Ναός της Αγίας Αικατερίνης, ο Ναός του Προφήτη Ηλία, ένας βυζαντινός λουτρώνας της πλατείας Κρίσπου στο Κουλέ Καφέ, το Αλατζά Ιμαρέτ της οδού Κασσάνδρου, ο οθωμανικός τουρμπές στην πλατεία Τερψιθέας καθώς και πλήθος βρυσών κ.ά.

Πέρα όμως από τα μνημεία αυτά, στην περιοχή της Άνω Πόλης διασώζεται σε πολλά τμήματα ο παλιός (παραδοσιακός) πολεοδομικός ιστός της πόλης με τους στενούς λιθόστρωτους δρόμους, τα αδιέξοδα, τα μικρά ξέφωτα και τις πλατείες και προπαντός με τα μοναδικά σε λιτότητα, λειτουργικότητα και κομψότητα κτίσματα της Λαϊκής Μακεδονίτικης Αρχιτεκτονικής, αλλά και σπίτια Τουρκικών αρχιτεκτονικών επιρροών. Εξαίρετο δείγμα της οικιστικής ενότητας της Άνω Πόλης, αποτελούν τα Καστρόπληκτα σπίτια δηλαδή που κτίστηκαν την περίοδο των πληθυσμιακών μετακινήσεων των πρώτων δεκαετιών του 20 ου αιώνα, από πρόσφυγες. Τα σπίτια αυτά εφάπτονται των βυζαντινών τειχών και καταδεικνύουν την γρήγορη, πρόχειρη και ραγδαία εγκατάσταση προσφύγων στην πόλη, οι οποίοι, λόγω έλλειψης χώρου έχτισαν δίπλα στα τείχη μικρά χαμόσπιτα με στόχο την στεγαστική τους εξασφάλιση.[89]

Νοτιοανατολική Θεσσαλονίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης στην περιοχή της Σαλαμίνας

Αυτή η πλευρά της πόλης ξεκινά από οδό Βασιλέως Γεωργίου – Βασιλίσσης Όλγας (την παλαιά Οδό Εξοχών) και εκτείνεται μέχρι την περιοχή της Καλαμαριάς και της Πυλαίας. Περιλαμβάνει τις περιοχές: Σαράντα Εκκλησιές, Ευαγγελίστρια, Τριανδρία, Τούμπα, Χαριλάου, Ανάληψη, Ντεπώ, Πυλαία και Καλαμαριά.

Στις Οδούς Βασιλίσσης Όλγας, Γεωργίου Παπανδρέου (Ανθέων) και Μεγάλου Αλεξάνδρου (Τζων Κέννεντυ) διατηρούνται πολλά αρχοντικά ευπόρων Θεσσαλονικέων του 19ου αιώνα, τα οποία αποτελούσαν τι εξοχικές επαύλεις των θεσσαλονικέων στις αρχές του 20ου αιώνα. Επειδή αυτή η περιοχή είχε τα εξοχικά των εύπορων κυρίως κατοίκων η περιοχή ονομάστηκε Εξοχές. Η διχάλα που δημιουργείται από το διαχωρισμό της Μεγ. Αλεξάνδρου στις οδούς Γ. Παπανδρέου και Μαρίας Κάλλας εκτεινόμενη περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής της Σαλαμίνας, όπου είναι χτισμένο το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και το Συνεδριακό του Κέντρο, οι Μύλοι Αλλατίνι, το Ποσειδώνιο κολυμβητήριο, η Γενική Κλινική και ο Ναός του Μεγάλου Φωτίου. Επίσης, η περιοχή τα τελευταία χρόνια έχει μεταβληθεί σε νεανικό στέκι με πολλά καφέ και μπαρ.

Οι συνοικίες της Νέας Κρήνης και της Αρετσούς αποτελούν το νοτιότερο παραθαλάσσιο τμήμα του δήμου Καλαμαριάς. Εκεί συγκεντρώνεται ένα πλήθος κέντρων διασκέδασης και αναψυχής σχεδόν σε όλο το μήκος της Οδού Πλαστήρα. Η υποβαθμισμένη και βαλτώδης περιοχή της Καλαμαριάς που κατοικήθηκε, κυρίως, από προσφυγικούς, εξ ανταλλαγής πληθυσμούς μετά το 1922, σήμερα έχει φτάσει να είναι μία από τις πλέον διακεκριμένες περιοχές της Θεσσαλονίκης με αλματώδη δομική, οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη. Εκεί βρίσκεται το πρώην στρατόπεδο Μακεδονομάχου Κόδρα, ο Ναυτικός Όμιλος Καλαμαριάς, το γήπεδο του Απόλλωνα Καλαμαριάς, η Ναυτική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος και το Κυβερνείο ή Παλατάκι, παλαιό τοπικό ανάκτορο των Ελλήνων Βασιλέων.

Η απαρχή του οικισμού της Πυλαίας ιστορείται από την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης της Θεσσαλονίκης. Η Καπουτζήδα ή Καπουτζήδες, τούρκικα: (Kapıcılar), που ήταν τοποθετημένη, αρχικά, στην περιοχή Τριανδρίας - Άνω Τούμπας, ήταν το πλησιέστερο χωριό της Θεσσαλονίκης από την ανατολική πλευρά της. Απείχε περίπου 10 χιλιόμετρα από το Λευκό Πύργο, που αποτελούσε και το όριο της πόλης. Πήρε το όνομα της από τους "Καπουτζήδες", τούρκικα: (kapıcı), τους εργαζόμενους δηλαδή των τειχών της Θεσσαλονίκης. Το ίδιο απείχε και από την πλατεία Σιντριβανίου, όπου ήταν η πύλη της Καμάρας ή αλλιώς "Κασσανδρεωτική". Μετά την επέκταση της πόλης και τη δημιουργία του συνοικισμού Χαριλάου γύρω στα 1920-1922 απείχε από το τέρμα του μόλις 2 χιλιόμετρα.

Βορειοδυτική Θεσσαλονίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο βόρειο και δυτικό τμήμα του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης βρίσκονται οι Αμπελόκηποι, το Ελευθέριο - Κορδελιό, η Μενεμένη, ο Εύοσμος, η Ηλιούπολη, η Σταυρούπολη, η Νικόπολη, η Νεάπολη, η Πολίχνη, τα Μετέωρα και οι Συκιές.

Αποτελεί πόλη εισόδου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, μέσω των οδών Νέας δυτικής εισόδου, Μοναστηρίου και Λαγκαδά , συνδεόμενη με τον αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ και την Εγνατία Οδό.

Ο Νέος και ο Παλιός Σιδηροδρομικός Σταθμός Θεσσαλονίκης, το λιμάνι της πόλης και ο Σταθμός Υπεραστικών Λεωφορείων (ΚΤΕΛ Μακεδονία) βρίσκονται επίσης στα δυτικά.

Εδώ βρίσκονται αρκετά παλαιά διατηρητέα εργοστάσια όπως ο Μύλος, το ΦΙΞ και η Βίλκα, τα οποία σήμερα λειτουργούν ανακαινισμένα ως πολυχώροι διασκέδασης.

Η Μονή Λαζαριστών χτισμένη το 1886 από τους μοναχούς του τάγματος του Αγίου Βικεντίου του Παύλου, ευρέως γνωστοί ως Λαζαριστές, από την έδρα του τάγματός τους στην εκκλησία Σεν Λαζάρ (Saint Lazare) του Παρισιού, λειτουργεί σήμερα ως χώρος διεξαγωγής θεατρικών παραστάσεων, συναυλιών και εκθέσεων. Αποτελεί το Πολιτιστικό Κέντρο της Δυτικής Θεσσαλονίκης και βρίσκεται στη Σταυρούπολη.

Ο Βοτανικός Κήπος στην Άνω Ηλιούπολη περιλαμβάνει 1.000 είδη φυτών, μια πραγματική όαση πρασίνου 5 στρεμμάτων.

Τα Συμμαχικά Νεκροταφεία, ή αλλιώς νεκροταφεία του Ζέιτενλικ, στην οδό Λαγκαδά, όπου βρίσκονται θαμμένοι στρατιώτες από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Προάστια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προάστια θεωρούνται οι παρακάτω Δήμοι και περιοχές:

Το ΠΣΘ και τα προάστια
Δήμος Έδρα Δημοτικές ενότητες Πληθυσμός
1 Δήμος Πυλαίας - Χορτιάτη Πανόραμα Ασβεστοχώρι, Εξοχή, Φίλυρο, Πανόραμα, Πυλαία, Χορτιάτης 70.110
2 Δήμος Δέλτα Σίνδος Αξιός, Εχέδωρος, Χαλάστρα 45.839
3 Δήμος Θερμαϊκού Περαία Επανομή, Θερμαϊκός, Νέα Μηχανιώνα 50.264
4 Δήμος Θέρμης Θέρμη Βασιλικά, Θέρμη, Μίκρα 53.201
5 Δήμος Ωραιοκάστρου Ωραιόκαστρο Καλλιθέα, Μυγδονία, Ωραιόκαστρο 38.317

Το 2004, απογραφή της Eurostat για των "Ευρύτερων Αστικών Περιοχών" (αγγλικά: Larger Urban Zones - LUZ), σε μια προσπάθεια εναρμόνισης των ορισμών της αστικοποίησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και σε χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπολόγισε 995.766 κατοίκους για την Θεσσαλονίκη.

Μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Θεσσαλονίκη απαριθμεί μνημεία[90] από όλο το φάσμα του ιστορικού χρόνου, με πλειάδα ρωμαϊκών, πρωτοχριστιανικών και βυζαντινών. Ένα πολύ γνωστό μνημείο και σύμβολο της Θεσσαλονίκης είναι ο Λευκός Πύργος. Άλλα σημαντικά μνημεία είναι η ρωμαϊκή αγορά (φόρουμ), η Αψίδα του Γαλέριου (καμάρα) και ο τάφος του (Ροτόντα-Άγιος Γεώργιος), η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, τα τείχη της και πλήθος άλλων βυζαντινών εκκλησιών.

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωμαϊκή Αγορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία από της μαγεμένες
Άποψη της ρωμαϊκής αγοράς

Η ρωμαϊκή Αγορά (φόρουμ) είναι έργο του 2ου- 3ου αιώνα μ. Χ. και η στοά της ήταν διπλή, με κίονες που είχαν ανάγλυφες παραστάσεις (σήμερα φυλάσσονται στο Λούβρο). Σήμερα διοργανώνονται εκθέσεις στην περιοχή της στοάς. Αξιόλογα είναι η πλατεία, τα λουτρά και το ωδείο, που χρησιμοποιείται ως θερινό θέατρο. Στην αγορά υπήρχε μια συστοιχία κιόνων που αποτελούνταν από οκτώ ειδώλεια. Τα αγάλματα αυτά ήταν της Μαινάδας, του Διονύσου, της Αριάδνης, της Λήδας, του Γανυμήδη, του Διόσκουρου, της Αύρας και της Νίκης και ήταν γνωστά στους Θεσσαλονικείς ως οι "μαγεμένες". Οι μαγεμένες (las incantadas στα ισπανοεβραϊκά) μεταφέρθηκαν στο μουσείο του Λούβρου το 1864 από τον Γάλλο παλαιογράφο Εμμανουέλ Μιλέρ, όπου βρίσκονται ακόμα.

Γαλεριανό συγκρότημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γαλεριανό συγκρότημα συναποτελείται από τέσσερα μνημεία.

  • Η Ροτόντα είναι κυκλικό κτήριο, με διάμετρο γύρω στα 24μ. Καλύπτεται από ημισφαιρικό τρούλο και κτίστηκε στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. για να χρησιμοποιηθεί ως ναός ή μαυσωλείο του Γαλέριου. Επί Αυτοκράτορα Θεοδόσιου μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία. Σήμερα χρησιμοποιείται ως μουσειακός χώρος.
  • Η Αψίδα του Γαλέριου χτίστηκε λίγο πριν από το 305 μ.Χ. και λέγεται επίσης Καμάρα. Δίπλα στο σωζόμενο τόξο υπήρχε ένα ακόμα ίδιο, στο σημείο όπου η θριαμβευτική πομπή από τα ανάκτορα συναντούσε τον πλέον πολυσύχναστο δρόμο στη Θεσσαλονίκη. Στα ανάγλυφα απεικονίζεται η νίκη των Ρωμαίων επί των Περσών.
  • Τα Ανάκτορα του Γαλέριου κτίστηκαν επίσης στις αρχές του 4ου αιώνα στο κέντρο της ρωμαϊκής Θεσσαλονίκης. Σήμερα σώζεται κτηριακό συγκρότημα με δύο ορόφους και με τετράγωνη ανοικτή αυλή. Το Οκτάγωνο βρίσκεται κοντά στη νοτιοδυτική άκρη των ανακτόρων του Γαλέριου. Το μεγάλο κτήριο κοσμείται από ορθομαρμαρώσεις και ψηφιδωτά δάπεδα, όπου ίσως βρισκόταν η αίθουσα του θρόνου.
  • Ο Ιππόδρομος βρισκόταν δίπλα στα ανατολικά τείχη της πόλης (σημερινή Πλατεία Ιπποδρoμίου). Είχε μήκος 500 μέτρα και πλάτος 125. Λειτουργούσε μέχρι και τον 7ο αιώνα μ.Χ. Σ’ αυτόν έγινε η σφαγή 7.000 Θεσσαλονικέων το 390 μ.Χ. μετά από εντολή του αυτοκράτορα Θεοδόσιου. Σήμερα σώζονται ελάχιστα τμήματα, διατηρημένα στα υπόγεια των παρακείμενων πολυκατοικιών.

Βυζαντινή Θεσσαλονίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οχυρωματικά τείχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα οχυρωματικά τείχη κατασκευάστηκαν από το Θεοδόσιο το Μεγάλο, τον 4ο αιώνα. Επισκευάστηκαν πολλές φορές για να αντέξουν στις βαρβαρικές επιδρομές. Σήμερα σώζονται τμήματα των τειχών κυρίως πάνω από την Εγνατία και στις Συκιές.

Βυζαντινοί ναοί και μοναστήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Παλαιοχριστιανικά και Βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων της Π.Κ.
THES Panaghia Chalkeon 5944.JPG
Χώρα μέλος Flag of Greece.svg Ελλάδα
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια i, ii, iv
Ταυτότητα 456
Περιοχή Ευρώπη και Βόρειος Αμερική
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 1988 (12η συνεδρίαση)
Χάρτης με τα μνημεία του ιστορικού κέντρου

Οι βυζαντινοί ναοί της Θεσσαλονίκης αποτελούν σημαντικό δείγμα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής και τέχνης των πρώιμων χριστιανικών χρόνων και της Βυζαντινής Περιόδου. Ο πιο αντιπροσωπευτικός είναι ο Ναός του Αγίου Δημητρίου, που κτίστηκε τον 7ο αιώνα στα ερείπια παλαιότερου ναού. Καταστράφηκε από πυρκαγιά, αναστηλώθηκε και επαναλειτούργησε μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Άλλοι παλαιοχριστιανικοί και βυζαντινοί ναοί της πόλης είναι:

  • Η Αγία Αικατερίνη που χτίστηκε τον 14ου αιώνα σε ρυθμό σταυροειδούς τετρακίονου με τρούλο. Σώζονται στο εσωτερικό του ναού ίχνη τοιχογραφιών.
  • Η Αγία Σοφία που οικοδομήθηκε τον 7ο αιώνα στη θέση παλαιότερης πεντάκλιτης βασιλικής. Ο τρούλος της διαθέτει ψηφιδωτό διάκοσμο, όπου απεικονίζεται η Θεία Ανάληψη.
  • Οι Άγιοι Απόστολοι χρονολογείται από τις αρχές του 14ου αιώνα και αποτελούσε καθολικό Μονής που ίδρυσε ο πατριάρχης Νήφων Α΄. Πρόκειται για πεντάτρουλο ναό με νάρθηκα. Στο εσωτερικό του ναού σώζονται σημαντικά ψηφιδωτά και τοιχογραφίες.
  • Ο Άγιος Νικόλαος Ορφανός κτίστηκε το 14ο αιώνα ως καθολικό μονής και σώζονται τοιχογραφίες σε καλή κατάσταση.
  • Ο Άγιος Παντελεήμων του 14ου αιώνα, που αποτελούσε παλιότερα καθολικό μονής. Κτήτοράς του ήταν ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ισαάκ. Είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος τετρακίονος με τρούλο. Διασώζονται λίγες τοιχογραφίες.
  • Η Αχειροποίητος είναι τρίκλιτη βασιλική που χτίστηκε στα μέσα του 5ου αιώνα. Διαθέτει τοιχογραφίες του 13ου αιώνα.
  • Η Μονή Βλατάδων είναι καθολικό μονής και κτίστηκε το 14ο αιώνα από το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Δωρόθεο Βλάτη. Από τον αρχικό ναό σώζεται μόνο το ιερό και ο κυρίως ναός.
  • Ο Ναός του Σωτήρος οικοδομήθηκε γύρω στα 1340 ως ταφικό παρεκκλήσιο. Είναι τετράγωνος ναός με τρούλο. Διασώζονται τοιχογραφίες.
  • Ο 'Όσιος Δαβίδ, που βρίσκεται στην Άνω Πόλη και χρονολογείται από τον 5ο αιώνα. Παλιά ήταν καθολικό της Μονής Λατόμου. Διαθέτει τοιχογραφίες και ένα σημαντικό ψηφιδωτό που παριστάνει το όραμα του Ιεζεκιήλ.
  • Η Παναγία των Χαλκέων οικοδομήθηκε το 1028 και που είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο. Οφείλει την ονομασία της επειδή επί Τουρκοκρατίας λειτουργούσαν εκεί πολλά χαλκωματάδικα. Σώζονται τοιχογραφίες, κυρίως στη δυτική πλευρά του.
  • Ο ναός του Προφήτη Ηλία κτίστηκε το 14ο αιώνα και ήταν καθολικό μονής. Διαθέτει τοιχογραφίες που δεν είναι σε καλή κατάσταση.

Βυζαντινά λουτρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μοναδικό σωζόμενο βυζαντινό λουτρό βρίσκεται στην πλατεία Κουλέ Καφέ, στην Άνω Πόλη. Χρονολογείται από το 13ο αιώνα και είναι στεγασμένο με τρούλο και καμάρες.

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οχυρωματικά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης δεσπόζει ο Λευκός Πύργος, που χτίστηκε μετά την άλωση της πόλης από τους Οθωμανούς[91] (1430) και αποτελούσε μέρος της οχύρωσης της πόλης. Ο πύργος είναι κυκλικός, ύψους 37 μέτρων και έλαβε το προσωνύμιο "Πύργος του Αίματος" επειδή χρησιμοποιούνταν ως φυλάκιο για τη φρουρά και φυλακή (λειτουργούσε ως φυλακή για τους Γενίτσαρους). Σήμερα λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος χριστιανικής τέχνης από τον 11ο μέχρι τον 18ο αιώνα.

Πέρα από το Λευκό Πύργο, υπάρχει ένας ακόμα κυκλικός πύργος, ο Πύργος της Αλύσεως ή Πύργος του Τριγωνίου. Κοντά σε αυτόν υπάρχει συγκρότημα από επτά πύργους, το Επταπύργιο ή Γεντί Κουλέ, που χρονολογείται από τον 4ο αιώνα. Στο κτιριακό συγκρότημα περιλαμβάνεται το βυζαντινό φρούριο και οι παλιές φυλακές, που καταργήθηκαν το 1984 και μεταφέρθηκαν αλλού το 1989.

Τζαμιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο από τα σωζόμενα μουσουλμανικά τεμένη της Τουρκοκρατίας είναι το Αλατζά Ιμαρέτ, που χτίστηκε το 1484 και το Χαμζά Μπέη Τζαμί, που οικοδομήθηκε το 1467 και ανοικοδομήθηκε το 1620. Το πρώτο μιμείται τη βυζαντινή αρχιτεκτονική ως προς την τοιχοδομία και έλαβε το όνομά του επειδή κοντά στο τζαμί λειτουργούσε πτωχοκομείο (ιμαρέτ) και σήμερα χρησιμοποιείται από τη ΔΕΘ. Το Χαμζά Μπέη Τζαμί το οποίο μέχρι πριν από λίγα χρόνια στέγαζε διάφορα καταστήματα και κινηματογράφο, σήμερα βρίσκεται σε φάση συντήρησης και ανάδειξης ώστε να στεγάσει προσεχώς αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια της κατασκευής του Μετρό Θεσσαλονίκης.

Ένα ακόμα σημαντικό μνημείο αυτής της περιόδου είναι το Γενί Τζαμί, που κτίστηκε το 1902 από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Vitaliano Poselli και χρησίμευε ως τόπος λατρείας για τους Εβραίους που είχαν εξισλαμιστεί, τους επονομαζόμενους ντονμέδες (Donmeh). Έχει δύο ορόφους και συμβαδίζει με την εκλεκτικιστική αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα. Μετά την απέλαση των Ντονμέδων (1924) στο κτήριο στεγάστηκε το νεοσύστατο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, έως ότου μεταφερθεί στο νέο του κτήριο στη Λεωφόρο Στρατού. Σήμερα χρησιμοποιείται ως εκθεσιακός χώρος.

Τέλος, στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά σώζεται και το τζαμί του Λεμπέτ, το οποίο χτίστηκε για τους εγκλείστους μουσουλμάνους στο στρατόπεδο. Το κτίριο τη δεκαετία του 1990 στα πλαίσια της διάνοιξης της οδού Λαγκαδά, μεταφέρθηκε βορειότερα κατά 12 με 15 μέτρα.

Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 κατεδαφίστηκαν όλα τα τζαμιά της Θεσσαλονίκης, ενώ το 1925 όλοι οι μιναρέδες στα πλαίσια του "εξευρωπαϊσμού" της πόλης.

Λουτρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1444 κτίστηκε το πρώτο οθωμανικό λουτρό στη Θεσσαλονίκη, το Μπέη Χαμάμ (Λουτρά Παράδεισος) το οποίο είναι και το μεγαλύτερο στην Ελλάδα.[92] Το κτήριο αποκαταστάθηκε πρόσφατα από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και είναι επισκέψιμο. Άλλα σωζόμενα λουτρά της εποχής της Τουρκοκρατίας είναι το Πασά Χαμάμ, το Γιαχουντί Χαμάμ (Λουτρό των Εβραίων) στην περιοχή Λουλουδάδικα, αμφότερα του 16ου αιώνα, και το Γενί Χαμάμ.

Άλλα μνημεία της Οθωμανικής περιόδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μπεζεστένι Θεσσαλονίκης.

Αξίζει να αναφερθεί στα μνημεία της περιόδου και η σκεπαστή αγορά υφασμάτων (Μπεζεστένι), τουρκ.: (bezesten), που χρονολογείται από τα τέλη του 15ου αιώνα. Είναι ένα από τα δύο σωζόμενα σήμερα μπεζεστένια στην Ελλάδα (το άλλο μπεζεστένι βρίσκεται στις Σέρρες και εκεί στεγάζεται το αρχαιολογικό μουσείο Σερρών). Το μπεζεστένι και σήμερα στεγάζει μικρά καταστήματα με υφάσματα.

Στη περιοχή Ντεπό, στα ανατολικά του Δήμου Θεσσαλονίκης και επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας βρίσκεται η τριώροφη Βίλα Αλλατίνι του 19ου αιώνα, ιδιοκτησίας των Εβραίων Θεσσαλονικέων βιομηχάνων Αλλατίνι η οποία σήμερα αποτελεί την έδρα της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης. Το 1909 η Βίλα Αλλατίνι φιλοξένησε τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ κατά τη διάρκεια της εξορίας του στη Θεσσαλονίκη έπειτα από το Κίνημα των Νεοτούρκων στη Κωνσταντινούπολη.

Άλλο ένα δείγμα πολυτελούς οικίας της αντίστοιχης περιόδου είναι Κάζα Μπιάνκα η οποία επίσης βρίσκεται επί της Βασιλίσσης Όλγας. Η Κάζα Μπιάνκα ή Βίλα Μπιάνκα, που αναπαλαιώθηκε στα πλαίσια της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης, και σήμερα στεγάζει τη Δημοτική Πινακοθήκη της Θεσσαλονίκης, κατασκευάστηκε το 19ο αιώνα για να στεγάσει την εύπορη οικογένεια της Θεσσαλονίκης Diaz - Fernandes.[93]

Σύγχρονα μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όψη του πύργου του ΟΤΕ κατά το σούρουπο
Διακοσμητική κατασκευή ημισελήνου στην νέα παραλία Θεσσαλονίκης

Από τα σύγχρονα μνημεία της συμπρωτεύουσας το πλέον αναγνωρίσιμο είναι ο Πύργος του ΟΤΕ, έργο του αρχιτέκτονα Αθανασιάδη, στην είσοδο της ΔΕΘ. Κτίστηκε το 1969 για να στεγάσει το περίπτερο του ΟΤΕ. Η ΔΕΘ/Helexpo αποτελεί συγκρότημα εκθεσιακών περιπτέρων και τα κτήρια ακολουθούν τις σύγχρονες τάσεις της αρχιτεκτονικής.

Επίσης, η Πλατεία Αριστοτέλους δημιουργήθηκε μετά το 1917 σχεδιαζόμενη από τον Γάλλο αρχιτέκτονα - πολεοδόμο Ερνέστ Εμπράρ και βλέπει προς τη θάλασσα.

Στη Νέα Παραλία συναντούμε σε περίοπτη θέση τον ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος ανεγέρθηκε το 1970 και στην Πλατεία Ελευθερίας το μνημείο του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Το 2011 ανεγέρθηκε ο αδριάντας του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην παραλία της πόλης.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μουσεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στεγάζει μία από τις μεγαλύτερες συλλογές αρχαιοτήτων της Μακεδονίας.
Έχει τιμηθεί με το Βραβείο Μουσείου το 2005 από το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Αποτελεί το μουσείο της Πόλεως της Θεσσαλονίκης.
Αποτελεί σημείο αναφοράς για τον Μακεδονικό Αγώνα.
Το λαογραφικό και ενδυματολογικό μουσείο της πόλης.
Επισκέψιμο έπειτα από συνεννόηση στο σπίτι του ιδρυτή του σύγχρονου Τουρκικού κράτους.
Αποτελεί το μουσείο της ιστορίας και του ολοκαυτώματος της Εβραϊκής κοινότητας της πόλης.
Ιστορική αναδρομή στην ιστορία της μουσικής από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο.
Στεγάζει μια από της σημαντικότερες συλλογές σύγχρονης τέχνης με σημαίνουσα την συλλογή Γεώργιου Κωστάκη με έργα τέχνης της ρωσικής Αβάν-γκαρντ της δεκαετίας του '20 και αποκτήθηκε το 1997.
Eίναι πιο γενικό και καλύπτει την νεότερη τέχνη, φιλοξενεί την Δημοτική Πινακοθήκη.
Eίναι το μεγαλύτερο τεχνολογικό μουσείο της Ελλάδος, γνωστό και ως Πλανητάριο.
Βρίσκεται στον Ελευθέριο - Κορδελιό.
Αποτελεί μουσείο μνήμης των αγώνων των Ελλήνων στην νεότερη ιστορία.
Πολυχώρος εκθέσεων και εκδηλώσεων.
Φιλοξενείται η συλλογή του Νίκου Μπιλιλή, εκθέτονται κινηματογραφικά αντικείμενα και αναφορά στην ιστορική αναδρομή του ελληνικού κινηματογράφου.
Φωτογραφική αποτύπωση της νεοελληνικής ιστορίας και λαογραφίας.
Γνωστό και ως Αθλητικό Μουσείο.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείγματα διαφόρων ειδών αρχιτεκτονικής σε κτήρια της πόλης:

Αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Θεσσαλονίκη είναι η έδρα για μερικά από τα μεγαλύτερα αθλητικά σωματεία της Ελλάδας, όπως ο Π.Α.Ο.Κ., ο Άρης, και ο Ηρακλής που βοήθησε στην απελευθέρωση της πόλης μας. Άλλα σημαντικά αθλητικά σωματεία που δημιουργήθηκαν από τον προσφυγικό πληθυσμό της πόλης, εκτός από την ομάδα του ΠΑΟΚ, είναι ο Απόλλων Καλαμαριάς και ο Οδυσσέας Κορδελιού, ο Αγροτικός Αστέρας και ο Βυζαντινός Αθλητικός Όμιλος. Άλλοι τοπικοί αθλητικοί σύλλογοι τόσο της πόλης της Θεσσαλονίκης όσο και της ευρύτερης περιοχής περιμετρικά της πόλης, είναι ο Ποσειδών Νέας Μηχανιώνας, η ΜΕΝΤ, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Μορφωτικός Αθλητικός Σύλλογος Νέα Γενεά Ασβεστοχωρίου, ο Παναθλητικός Αναμορφωτικός Όμιλος Νέων Επιβατών και ο Θερμαϊκός Θέρμης. Στη Θεσσαλονίκη έγινε ο πρώτος αγώνας καλαθοσφαίρισης στην Ελλάδα, από αθλητές της ΧΑΝΘ. Η πόλη αποτέλεσε μία από τις Ολυμπιακές Πόλεις κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 που διοργανώθηκαν στην Αθήνα.

Μέσα μαζικής ενημέρωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τηλεόραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την Θεσσαλονίκη εκπέμπουν δύο πανελλαδικοί τηλεοπτικοί σταθμοί, η ΕΤ3, το τρίτο κανάλι της Κρατικής Τηλεόρασης, ο οποίος έκλεισε με απόφαση της Ελληνικής κυβέρνησης και το Μακεδονία TV. Επίσης, από την Θεσσαλονίκη εκπέμπουν πληθώρα τοπικών τηλεοπτικών σταθμών, με γνωστότερο το δημοτικό τηλεοπτικό σταθμό TV 100.

Έντυπος Τύπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Θεσσαλονίκη εκδίδονται διάφορες εφημερίδες, με γνωστότερες τις καθημερινές που κυκλοφορούν και στην Βόρεια Ελλάδα, τον Αγγελιοφόρο και τη Μακεδονία, με εξαίρεση την Δευτέρα που εκδίδεται η εφημερίδα Θεσσαλονίκη στην θέση της εφημερίδας Μακεδονία.

Ραδιόφωνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί που υπάρχουν είναι:

FM (Βραχέα κύματα)

  • 87.6 Λαϊκός FM (Ελληνικά λαϊκά)
  • 87.8 More 88.2 (Ξένη ποπ μουσική)
  • 88.3 Ρ/Σ Αγάπη (Λαϊκά & ρεμπέτικα)
  • 88.5 88μισό (Ξένη ποπ & ροκ μουσική)
  • 88.7 Σοχός FM (Ελληνική μουσική)
  • 89 Rainbow (Ξένη ποπ & ροκ μουσική)
  • 89.4 Arena 89.4 (Αθλητικές εκπομπές)
  • 89.7 Imagine (Ψυχαγωγία και σύγχρονο ροκ)
  • 90.4 ΑΡΙΣΤΕΡΑ (Ελληνική μουσική & ενημέρωση, Ρ/Σ ΚΚΕ)
  • 90.8 ZOO Radio (Ξένη ποπ μουσική)
  • 91.1 V FM 91.1 (Ξένη ποπ μουσική)
  • 91.4 Όλα FM (Ελληνικά & ξένα)
  • 91.7 RSO (Ξένη μουσική από το '80 μέχρι και σήμερα)
  • 92.2 Ράδιο Έκφραση (Ελληνικά έντεχνα/ποπ/ροκ)
  • 92.5 Music Radio 92.5 (Ξένη ποπ και ροκ μουσική)
  • 92.8 ΑΡΗΣ FM 92.8 (Aθλητική ενημέρωση)
  • 93.1 Heart FM 93.1 (Ξένη ποπ μουσική)
  • 93.4 Στο Κόκκινο 93.4 (Αναμετάδοση 105.5 στο Κόκκινο των Αθηνών)
  • 93.7 Γνώμη του Πολίτη (Ενημέρωση και ελληνική μουσική)
  • 94.2 Λυδία FM 94.2 (Εκκλησιαστικός της Ι.Μ. Θεσσαλονίκης)
  • 94.5 Ρ/Σ Θεσσαλονίκη (Ενημέρωση και ελληνική μουσική)
  • 94.8 ΕΡΩΤΙΚΟΣ 94.8 (Ελληνικά ερωτικά)
  • 95.1 Κοσμοράδιο 95.1 (Ελληνική μουσική)
  • 95.5 Metropolis 95.5 (Αθλητικές εκπομπές)
  • 96.1 NEXT FM 96.1 (Ξένη ποπ & ροκ μουσική)
  • 96.5 ALPHA 96.5 FM (Αναμετάδοση Alpha 98.9)
  • 96.8 Velvet 96.8 (Ξένη μουσική από '80 και '90)
  • 97.1 STAR FM 97.1 (Ξένη ποπ/ροκ μουσική)
  • 97.5 EASY 97.5 FM (Αναμετάδοση Easy 97.2)
  • 98.0 North 98 Radio (Ελληνική λαϊκή μουσική)
  • 98.2 1431AM (ΑΠΘ) (Ελεύθερος Κοινωνικός Ρ/Σ)
  • 98.4 Πανόραμα 98.4 (Ελληνική μουσική)
  • 98.7 LIVE FM 105.2 (Ελληνικά και ξένα ποπ)
  • 99.0 99 fm / ράδιο 1 (Ελληνική μουσική)
  • 99.4 Παραπολιτικά FM (Αναμετάδοση Παραπολιτικά FM 90.1 του Πειραιά)
  • 99.7 Ράδιο Έκρηξη (Ελληνική λαϊκή μουσική)
  • 100.0 FM 100 (Πρώτο δημοτικό ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης)
  • 100.3 Republic (Ξένα εναλλακτικά μουσικά hits)
  • 100.6 FM 100.6 (Το 2ο δημοτικό ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης)
  • 100.8 Μυγδονία FM 100.8 (Ελληνική μουσική και ενημέρωση)
  • 101.3 Ραδιοφωνικός Σταθμός Ποντίων (Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων)
  • 101.7 Καλαμαριά FM 101.7 (Ελληνικά λαϊκά)
  • 102.3 Ακρίτες του Πόντου (Ποντιακή μουσική)
  • 102.6 PLUS 102.6 Radio (Ξένη ποπ μουσική)
  • 103.0 SPORT 103 MHz (Αθλητικές εκπομπές)
  • 103.3 ΕΡΑ Θεσσαλονίκης (Αυτοδιαχειριζόμενη ΕΡΤ3)
  • 103.6 Focus FM 103.6 (Ενημέρωση και ψυχαγωγία)
  • 104.0 Ρυθμός 104 MHz (Αναμετάδοση Ρυθμός 94.9)
  • 104.4 Ραδιοκύματα 104.4 (Ελληνικά μουσικά hits)
  • 104.7 ROCK 104.7 Radio (Ελληνικό και ξένο ροκ)
  • 104.9 Ράδιο ΔΕΘ (Ραδιοφωνικός σταθμός της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης)
  • 105.2 Άποψη FM (Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής)
  • 105.5 1055 ROCK (Ελληνικό και ξένο ροκ)
  • 105.8 Χρώμα FM (Ελληνική μουσική)
  • 106.1 CITY 106.1 International Stereo (Ενημέρωση και ψυχαγωγία)
  • 106.8 Ορθόδοξη Παρουσία (Σταθμός της Ιεράς Μητρόπολης Λαγκαδά)
  • 107.1 REAL FM 107.1 (Αναμετάδοση του Real FM 97.8 Αμαρουσίου)
  • 107.4 LIBERO 107.4 (Αθλητικές εκπομπές)
  • 107.7 Sunshine FM (Ξένη μουσική)

AM (Μεσαία Κύματα)

  • 1044 Ράδιο Μακεδονία (Ενημέρωση και ψυχαγωγία)
  • 1179 Δεύτερο Πρόγραμμα (Ελληνική έντεχνη μουσική)

Σύμφωνα με απόφαση του ΕΣΡ ο Star FM 97.1 είναι ο πρώτος αυτοδιαχειριζόμενος ραδιοφωνικός σταθμός στη Θεσσαλονίκη, και ο οποίος παραχωρήθηκε στους εργαζόμενούς του για να μεταβιβαστεί από τον παλιό του φορέα (Ραδιοκύμανση Α.Ε.) στον καινούργιο, που θα συστήσουν οι εργαζόμενοι. Αρχικά, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων του Star FM και των αδερφών σταθμών (Άρης FM και Heart FM) και μη υποβολής προβλεπόμενων στοιχείων κατά τα έτη 2010-2012, στις 26 Νοεμβρίου 2012 το ΕΣΡ επέβαλλε με απόφασή του την οριστική διακοπή λειτουργίας του. Στις 21 Ιουλίου του 2014, ενάμιση χρόνο μετά το κλείσιμό του, παράλληλα με την απόφαση για την αυτοδιαχείριση του σταθμού, ακυρώθηκε και η οριστική διακοπή λειτουργίας του. Πλέον, ο Star FM 97.1 θα ξαναρχίσει στο μέλλον να εκπέμπει κανονικά, ως αυτοδιαχειριζόμενος πλέον ραδιοφωνικός σταθμός.

Θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θέατρο Μονής Λαζαριστών
  • Θέατρο τέχνης Ακτίς Αελίου
  • Σχήμα Εκτός Άξονα
  • Πειραματική σκηνή της Τέχνης
  • Θέατρο Σοφούλη
  • Θέατρο Όρα
  • Θέατρο Αυλαία
  • Θέατρο Παράθλαση
  • Κέντρο Θεατρικής Έρευνας Θεσσαλονίκης
  • Πολιτεία Θεάτρου
  • Θέατρο Πούπουλο
  • Σύγχρονο Θέατρο Ροντίδη

Φεστιβάλ και εκθέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μπιενάλε Θεσσαλονίκης
  • Γιορτές Ανοικτού Θεάτρου
  • Δημήτρια
  • Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
  • Διεθνής Γυμνή Ποδηλατοδρομία
  • Κωνσταντίνεια
  • Διεθνές Φεστιβάλ Χορού
  • Ποδηλατικό Καρναβάλι
  • Φωτομπιενάλε
  • Φεστιβάλ Θεάτρου Θεσσαλονίκης
  • Φεστιβάλ Υπερηφάνειας (Pride)

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

6ος αιώνας π.Χ. - 13ος αιώνας μ.Χ.
14ος - 19ος αιώνας
20ος - 21ος αιώνας

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αδελφοποιημένες πόλεις της Θεσσαλονίκης

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης είναι αδελφοποιημένος με πολλές πόλεις του εξωτερικού, ενώ έχει υπογράψει σύμφωνα φιλίας και συνεργασίας με άλλες πόλεις.

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αστικές συγκοινωνίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεωφορείο του ΟΑΣΘ

Η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα εκτεταμένο δίκτυο λεωφορειακών γραμμών που εξυπηρετούν ολόκληρη τη μητροπολιτική περιοχή. Τη διαχείρισή τους έχει ο Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης.

Ποδηλατόδρομοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Θεσσαλονίκη διαθέτει δίκτυο ποδηλατοδρόμων 12 χιλιομέτρων, που ξεκινάει από το νέο Σιδηροδρομικό Σταθμό και κατευθύνεται μέσω των οδών Αναγεννήσεως, Πολυτεχνείου, Σαλαμίνος και Κουντουριώτου, Νίκης, Μεγάλου Αλεξάνδρου (στο παραλιακό μέτωπο) στο Μέγαρο Μουσικής. Υπάρχουν κάθετοι ποδηλατόδρομοι προς την πλατεία Δημοκρατίας (Σαλαμίνος-Δωδεκανήσου), την πλατεία Αριστοτέλους, τη Ροτόντα (Γούναρη), το Πανεπιστήμιο (άγαλμα Μεγάλου Αλεξάνδρου-ΧΑΝΘ-Αγγελάκη-Εθνικής Αμύνης-Αγίου Δημητρίου) και το Γ' Σώμα Στρατού (Στρατού-Καυταντζόγλου).

Μετρό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μετρό Θεσσαλονίκης ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 2006 και αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2015. Η πρώτη γραμμή θα πραγματοποιεί τη διαδρομή Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός - Νέα Ελβετία, ενώ προγραμματίζονται και επεκτάσεις προς άλλες περιοχές.

Σιδηροδρομικές μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νέος σιδηροδρομικός σταθμός

Η Θεσσαλονίκη αποτελεί τον πιο σημαντικό σιδηροδρομικό κόμβο της χώρας στον άξονα της γραμμής ΠΑΘΕΠ (Πατρών-Αθηνών-Θεσσαλονίκης-Ειδομένης/Προμαχώνα), καθώς συνδέει την Ελλάδα με την υπόλοιπη Ευρώπη και την Τουρκία. Όλες οι επιβατικές μεταφορές γίνονται από τον κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης (Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός). Η κρατική εταιρία παροχής σιδηροδρομικών υπηρεσιών είναι η ΤΡΑΙΝΟΣΕ και πραγματοποιεί καθημερινά απευθείας δρομολόγια προς Αθήνα, Λάρισα, Αλεξανδρούπολη, Έδεσσα και Καλαμπάκα. Ο Παλιός Σιδηροδρομικός Σταθμός βρίσκεται κοντά στο λιμάνι και χρησιμοποιείται σήμερα μόνο για εμπορευματικές και ταχυδρομικές μεταφορές.

Οδικές μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο οδικός χάρτης της Θεσσαλονίκης
Πηγή: OpenStreetMap

Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στο σταυροδρόμι των αυτοκινητοδρόμων Α1 (ΠΑΘΕ), Α2 (Εγνατία Οδός) και Α25 (Προμαχώνας-Σέρρες-Θεσσαλονίκη-Νέα Μουδανιά). Η Θεσσαλονίκη επίσης διαθέτει έναν αστικό αυτοκινητόδρομο, την Περιφερειακή oδό που αποτελεί την βασική οδική αρτηρία της, καθώς συνδέει περιμετρικά τις περιοχές του Πολεοδομικού Συγκροτήματος και παρακάμπτει τον πολεοδομικό ιστό της πόλης, εξηπηρετώντας πάνω από 120.000 οχήματα καθημερινά.

Η πόλη εξυπηρετείται εκτός του Νομού Θεσσαλονίκης με τα υπεραστικά λεωφορεία του ΚΤΕΛ από τον σταθμό υπεραστικών λεωφορείων Μακεδονία που βρίσκεται στην δυτική κεντρική είσοδο της πόλης. Τα λεωφορεία προς Χαλκιδική αναχωρούν από το σταθμό υπεραστικών λεωφορείων του ΚΤΕΛ Χαλκιδικής στα νότια της πόλης. Η κύριοι δρόμοι που καταλήγουν στην Θεσσαλονίκη είναι:

Αεροπορικές μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Θεσσαλονίκη συνδέεται αεροπορικά με διάφορους εσωτερικούς και ευρωπαϊκούς προορισμούς. Ο Κρατικός Αερολιμένας Θεσσαλονίκης «Μακεδονία» βρίσκεται 15 km νότια της πόλης, στην περιοχή της Μίκρας.

Ακτοπλοϊκές μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρέχεται ακτοπλοϊκή σύνδεση μια φορά την εβδομάδα προς τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και συγκεκριμένα την Λήμνο, την Λέσβο, τη Χίο και τη Σάμο.[94]

Προξενικές Αρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Θεσσαλονίκη υφίστανται τα ακόλουθα προξενεία χωρών:

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο ακαδημαϊκός Γεώργιος Μπακαλάκης στην εισήγησή του έναντι της Ακαδημίας Αθηνών με τίτλο «Η Βασίλισσα Θεσσαλονίκη», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1986, τόμος 61, τεύχος 1, σελίδες 53-61, υποστηρίζει ότι ο Φίλιππος έδωσε το όνομα αυτής της νίκης στην κόρη του μη μπορώντας να το προσφέρει στον εαυτό του. Αναφέρει μάλιστα τον τύπο «Θεσσαλόνικος»
  2. Strabonis Geographica, Lib. VII, Fr. 21 βλ. αναλυτικότερα στο Fanoula Papazoglou, Les villes de Macédoine à l'époque romaine, Ecole française d'Athènes, Diffusion de Boccard, 1988 σελ. 193
    • Inscriptiones Graecae, X 2, 1 THESSALONICA ET VICINIA - 19
    • Πολυβίου Ιστοριών τα σωζόμενα, Editore Ambrosio Firmin Didot, Parisiis, MDCCCXXXIX σελ. 679
    • Inscriptiones Graecae, Χ, 2.1 THESSALONICA ET VICINIA - 19, 24, 150, 162, 165, 167, 177-179, 181, 199, 200, 207, 231-233, 283, 838, 1021, 1026, 1028, 1031, 1034, 1035
    • Ioannis Touratsoglou, Die Münzstätte von Thessaloniki in der römischen Kaiserzeit, (32/31 v. Chr. bis 268 n. Chr.), Βερολίνο 1988 σσ.115-116
    • Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Εκδ. Κυριακίδη, 1997, Θεσσαλονίκη σσ. 19-22.
    • Απόστολου Παπαγιαννόπουλου, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, Εκδ. Ρέκος, 1983, Θεσσαλονίκη σσ. 28-30
  3. Ε.Ι. Μικραγιαννάκη, Το πολιτιστικό έργο του Κασσάνδρου, Αρχαία Μακεδονία ΙΙ, 1977 σσ. 225-236
  4. Στεφάνου Βυζαντίου, Ἐθνικὰ κατ' ἐπιτομήν, «Θεσσαλονίκη»
  5. 8,0 8,1 Πολυξένη Αδάμ Βελένη: Θεσσαλονίκη, νεράιδα, βασίλισσα, γοργόνα. Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2001.
  6. The Hellenistic settlements in Europe, the Islands, and Asia Minor Από τον/την Getzel M. Cohen
    • Μ. Σακελλάριου, 2.300 Χρόνια από την ίδρυση της πόλεως της Θεσσαλονίκης, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1985, τόμος 60, τεύχος 2, σελίδα 552
    • Α. Βακαλόπουλος, ο.π., σελίδα 26
  7. Erich Stephen Gruen, The Hellenistic World and the coming of Rome, Berkeley, Los Angeles, and London: University of California Press, 1984 σσ. 343 - 344
  8. Ο γεωγράφος Κλαύδιος Πτολεμαίος το 2ο αιώνα δίνει τα όρια της επαρχίας της Μακεδονίας ανατολικά μέχρι τον ποταμό Νέστο, δυτικά μέχρι την Αδριατική, βόρεια μέχρι τις επαρχίες της Δαλματίας και Άνω Μοισίας, νοτιοανατολικά μέχρι το Μαλιακό κόλπο και νοτιοδυτικά μέχρι τις οροσειρές της Πίνδου. Βλέπε Γεωγραφική υφήγησις, τρίτο βιβλίο, Μακεδονία
    • Pauline Schmitt-Pantel, Claude Orrieux, A History of Ancient Greece, 1999, Blackwell Publishing σσ. 366
    • Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελίδα 37
    • Α. Βακαλόπουλος ο.π. σελίδα 32
  9. Cambridge University Press, Cambridge Ancient History, 2000, Cambridge University Press σσ. 6-8
    • Plinius Secundus, Naturalis Historia, Liber IV, 33: "Thessalonice liberae condicionis"
    • βλέπε και Ioannis Touratsoglou, ο.π., σελίδα 6
    • Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελίδα 40
    • Thomas Hartwell Horne, An Introduction to the Critical Study and Knowledge of the Holy Scriptures, 1825, E. Littell σελίδα 366
    • W. J. Conybeare, J. S. Howson, The Life and Epistles of St. Paul, 1987, Wm. B. Eerdmans Publishing σσ. 304–314
  10. Perseus Tufts University
  11. Α. Βακαλόπουλος ο.π., σσ. 55, 63–69
  12. Alexis Keller, Pierre Allan, What Is A Just Peace?, 2006, Oxford University Press σσ. 133-134
  13. Οι αυτοκράτορες Δέκιος, Βαλεριανός, Γαλλιηνός ονόμασαν τη Θεσσαλονίκη «Νεωκόρο» (φρουρό των ναών) και «Αποικία της Ρώμης» - Colonia διότι η πόλη έχτισε ιδιαίτερους ναούς για τους αυτοκρατορικούς θεούς. Σε νομίσματα της εποχής του Γορδιανού και του Φιλίππου του Άραβα υπάρχει η ένδειξη «Θεσσαλονικέων νεωκόρων». Ο Δέκιος ονόμασε την πόλη «Μητρόπολη και κολωνία και Δ’ νεωκόρο» Βλ. και Inscriptiones Graecae, Consilio et Auctoritate Academiae Scientarum Germanicae Ediatae, Volumen X, Pars II, Fasciculus I, Berolini, Apud Gualterum de Gruyter et Socios, MCMLXXII στην ενότητα Titulli Honorarii σσ. 67–70 καθώς και σελ. 309 Res Publicae Thessalonicensium
  14. M.Vitti, Η πολεοδομική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης από την ίδρυσή της ως το Γαλέριο, Aρχαιολογική Eταιρεία, Αθήνα, 1996
  15. Αλκ. Σταυρίδου-Ζαφράκα, Θεσσαλονίκη «Πόλις μεγάλη και πολυάνθρωπος», Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου «Η Θεσσαλονίκη και ο Ευρύτερος Χώρος», Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2005 σελ.43
  16. Samuel N. C. Lieu, Dominic Montserrat, From Constantine to Julian: A Source History, 1996, Routledge σελίδα 59
    • "Ὁ δὲ Κωνσταντῖνος Μαρτινιανὸν μὲν παρεδίδου τοῖς δορυφόροις ἐπὶ θανάτῳ, Λικίννιον δὲ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐκπέμψας ὡς βιωσόμενον αὐτόθι σὺν ἀσφαλείᾳ, μετ’ οὐ πολὺ τοὺς ὅρκους πατήσας (ἦν γὰρ τοῦτο αὐτῷ σύνηθες) ἀγχόνην τοῦ ζῆν αὐτὸν ἀφαιρεῖται". Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Ζωσίμου Κόμητος και από Φισκοσυνηγόρου Ιστορίας Νέας Βιβλία Εξ, Βιβλίο Β’ Κεφάλαιο 28, Bonnae, Impensis Ed. Weberi, MDCCCXXXVII
    • βλέπε και Cambridge University Press ο.π. σελ. 94
  17. Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελίδα 59
  18. Henri de Valois - Edward Walford, The Ecclesiastical History of Socrates, Surnamed Scholasticus, Or the Advocate, 1853, H. Bohn, Λονδίνο σ.264-265
  19. Γ.Γ. Γούναρης, Παρατηρήσεις επί της χρονολογίας των τειχών της Θεσσαλονίκης, Μακεδονικά 11, 1971 σσ. 311-322
  20. Το γεγονός έχει μείνει στην ιστορία ως «Σφαγή της Θεσσαλονίκης» βλ. και David Stone Potter, The Roman Empire at Bay: Ad 180-395, 2004, Routledge σσ.567-570
  21. Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελίδα 63
  22. Αθανάσιος Αγγελόπουλος, Η Εκκλησία Θεσσαλονίκης μεταξύ Ρώμης και ΚΠόλεως στο παρελθόν και μεταξύ ΚΠόλεως και Αθηνών στο παρόν - Στο πνεύμα του Ιερού Φωτίου, Εισήγηση την εορτή του ιερού Φωτίου, 6 Φεβρουαρίου 2004, Διορθόδοξο Κέντρο, Ι. Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Πεντέλη [1]
  23. Διονύσιος Ζακυθηνός, Θεσσαλονίκη, Αι Βυζαντιναί Αθήναι του Βορρά, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1985, τόμος 60, τεύχος 2, σσ. 574-575
  24. Πέτρος Βλαχάκος, Η μάχη στο Δημητρίτσι (1185 μ.Χ.), Πρακτικά Α΄ Επιστημονικού Συμποσίου «Η Νιγρίτα – Η Βισαλτία δια μέσου της Ιστορίας» (υπό την αιγίδα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών). Νιγρίτα 1995, σσ. 87-95
  25. Cyril A. Mango, The Oxford History of Byzantium, 2002, Oxford University Press Κεφ. 10 Fragmentation (1204 – 1453) υπό Stephen W. Reinert σελίδα 250
  26. George Finlay, The history of Greece from its conquest by the Crusaders to its conquest by the Turks, 1851, Εδιμβούργο σσ. 137-138
  27. «Είναι, πράγματι, σαφές -παρά τη σύγχυση των πηγών- ότι oι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης συνιστούσαν «κοινωνική ομάδα», διακρινόμενη από το Λαό. Συνδεόταν με τους ναυτικούς («παραθαλασσίους»), μια γνωστή συντεχνία με επικεφαλής Παλαιολόγους. Η συνεργασία Ζηλωτών-ναυτών οφειλόταν προφανώς σε σύμπτωση συμφερόντων. Σε άλλες πόλεις στη συνεργασία αυτή συμμετείχαν και έμποροι. Η εμφάνιση αριστοκρατών (Παλαιολόγων) στην ηγεσία δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει. Ήταν κοινό φαινόμενο και στην Δ. Ευρώπη σε ανάλογες καταστάσεις. Oι Ζηλωτές ταυτίσθηκαν με το λαό και εξέφραζαν τα αιτήματα των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, εν μέρει δε συνέπιπταν και με το στρατό.» Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ησυχαστές και Ζηλωτές - Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα, Ελληνισμός Μαχόμενος, Eκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1995. [2]
  28. Συνοπτική παρουσίαση των απόψεων για το κίνημα των Ζηλωτών βλ. στο: Κ. Κωτσιόπουλος, Το κίνημα των Ζηλωτών στην Θεσσαλονίκη (1342-1349): Θεολογική και Κοινωνιολογική διερεύνηση, Θεσσαλονίκη 1997 Κεφάλαιο 4ο «Η Θεολογία της Επανάστασης – Απελευθέρωσης και το Ζηλωτικό κίνημα» σσ. 156-163 και Κεφάλαιο 5ο «Χριστιανισμός και Κοινωνικά Προβλήματα» σσ. 164-169
  29. «Η παλαιολόγεια Αναγέννηση είναι το κύκνειο άσμα του βυζαντινού πνεύματος. Οι θρησκευτικές έριδες (Ησυχασμός, το πρόβλημα της ένωσης με τους Δυτικούς), αλλά και ο εξ ανατολών κίνδυνος αναζωπυρώνουν την πνευματική κίνηση και ενθαρρύνουν την παραγωγή έργων που πλουτίζουν πλην ελάχιστων εξαιρέσεων (τα έργα κατά των αλλοδόξων) την υπεραρχαΐζουσα παράδοση. Είναι η εποχή όπου τα πνευματικά πρωτεία διεκδικεί από τη Βασιλεύουσα η Θεσσαλονίκη με τον Άθω. Ωστόσο, οι διανοούμενοι της εποχής, κοσμικοί, όπως ο Θεόδωρος Μετοχίτης, ιερωμένοι, αλλά και αυτοκράτορες, όπως ο Ιωάννης Καντακουζηνός και ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (1391-1425), βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα παγερό γλωσσικό αρχαΐσμό που αδικεί την πρωτοτυπία της σκέψης τους.» Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα 1999, σσ. 134-135
  30. Αναλυτικότερα για το πρόσωπο και τη δράση του Γρηγορίου Παλαμά: John Meyendorff, St. Gregory Palamas and Orthodox Spirituality, 1974, St. Vladimir's Seminary Press
  31. Α. Βακαλόπουλος ο.π. σελίδες 154-155
  32. Βασίλης Δημητριάδης, Η Θεσσαλονίκη κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου «Η Θεσσαλονίκη και ο Ευρύτερος Χώρος», Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2005 σελ. 64
  33. Α. Βακαλόπουλος ο.π. σελίδα 166
  34. Τσοποτός Δημήτριος Κ., Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Βόλος, 1912, σελ. 32, 33.
  35. Στο έμμετρο χρονικό του Μέγα Λογοθέτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Ιέρακος (16ος αιώνας) «Χρονικόν περί της των Τούρκων βασιλείας» αναφέρονται τα παρακάτω: «Τότε τινὲς τῶν μοναχῶν, λέγω τῶν ῥακενδύτων, ἐκ τῶν Βλατέων τῆς μονῆς, ἐντὸς αὐτοῦ οἰκοῦντες κατέγραψαν, ἐδήλωσαν ἅπαντα τῷ σουλτάνω, γράφουσι δὲ καὶ λέγουσιν∙ ὢ Κύριε Σουλτάνε, ὡς εἰ σοί ἐστι βουλητὸν ἄρξαι Θεσσαλονίκης λαβεῖν καὶ ταύτην καὶ ἡμὰς καὶ πάντας τοὺς ἐν πόλει τοὺς ὑδροχόους ἔκοψον σωλῆνας Χορτιάτου δίψῃ πιεζομένων δὲ πάντων καὶ ἀπορίᾳ, ἀκόντων τελεσθήσεται ὅπερ ποθεὶς γενέσθαι. Ὅρος Χορτιάτης ἐστὶ δὲ κείμενον ὑπὲρ ταύτῃ ἐξ οὐ τῇ πόλει ἄριστον ὕδωρ ἡδὺ εἰσρέει». Η λαϊκή αυτή παράδοση της προδοσίας της πόλης από τους μοναχούς της Μονής Βλατάδων αμφισβητείται από το Βακαλόπουλο βάσει των ιστορικών μαρτυριών της εποχής βλ. Βακαλόπουλος ο.π. σελ. 194 και από τον Α. Παπαγιαννόπουλο ο.π. σελ. 130
  36. Κ. Π. Καβάφης, "Πάρθεν" από τα Κρυμμένα ποιήματα, 1877 - 1923, εκδόσεις Ίκαρος, 1993
  37. Έλλοπος, Ιστορία, Μαρία Λοΐζου, Μικρό Χρονικό της Άλωσης
  38. istoria.gr Εκδοτικός Οργανισμός "Πάπυρος", Ιστορία Εικονογραφημένη, Η διασκέδαση των Ελλήνων στα χρόνια της δουλείας
  39. Δόμνα Σαμίου, "Πήραν την Πόλη, πήρανε"
  40. Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Φωκίων Π. Κοτζαγεώργης, Η Οθωμανική Μακεδονία, (τέλη ΙΔ΄ - τέλη ΙΖ΄ αιώνα), Η Οθωμανική κατάκτηση
  41. Sol Scharfstein, Understanding Jewish History 2, 1997, KTAV Publishing House σελίδα 246
  42. «Καθώς οι Ισπανοί πρόσφυγες έφταναν στις προβλήτες κατά διαδοχικά κύματα, η πόλη μεγάλωνε αλματωδώς. Το 1520 περισσότεροι από τους μισούς από τους 30.000 κατοίκους της ήταν Εβραίοι και η ίδια είχε μεταβληθεί σε ένα από τα σπουδαιότερα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου» Mark Mazower, Θεσσαλονίκη, Η πόλη των φαντασμάτων, Εκδόσείς Αλεξάνδρεια, 2006 σελίδα 75
    • George E. Berkley, Jews, 1997, Branden Books, Βοστόνη σελίδα 19
    • Eric R. Dursteler, Venetians in Constantinople: Nation, Identity, and Coexistence in the Early Modern Mediterranean, 2006, Johns Hopkins University Press, σελίδα 105
    • Esther Benbassa, Aron Rodrigue, Sephardi Jewry: A History of the Judeo-Spanish Community, 14th-20th Centuries, 2000, University of California Press σελίδα 8
    • Sylvie Courtine-Denamy, The House of Jacob, 2003, Cornell University Press σελίδα 42
  43. Τούρτα Α. Η τύχη των εικόνων στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη. Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Υπουργείο Πολιτισμού, 9η Εφορία Βυζ. Αρχαιοτήτων, τεύχος 2/1995, σελίδες 54-56.
  44. "Η Θεσσαλονίκη των περιηγητών”, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών
  45. Βασδραβέλλης Ιωάννης, Η Μακεδονική Λεγεών κατά το 1821, περιοδικό "Μακεδονικά", τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1940.
  46. Ο Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελίδα 157 αναφέρεται στην παρέμβαση του Τούρκου μολλά της πόλης Χαϊρουλλάχ υπέρ των Ελλήνων. Την επιστολή του ίδιου προσώπου προς το Σουλτάνο, με επικριτικό περιεχόμενο για τους σφαγείς, αναφέρει και ο Mark Mazower στο έργο του «Θεσσαλονίκη, Η πόλη των φαντασμάτων» σσ. 175-176
  47. Αποστολική Διακονία
  48. Παπάζογλου Αβραάμ, Η Θεσσαλονίκη κατά τον Μαΐο του 1821. Μακεδονικά, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1940, σ. 417-428.
  49. Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, Βακαλόπουλος E. Απόστολος, Εκδόσεις Βάνιας, 1992
  50. "Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος. Ήτοι, συλλογή των περί την αναγεννώμενην Ελλάδαν συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι του 1832", Ανδρέου Ζ. Μαμούκα, Πειραιάς, Τυπογραφία Ηλίου Χριστοφίδου, 1839
  51. Πανδέτης, Modern Greek Visual Prosopography
  52. Σούλης Χρ. Γεώργιος, Η Θεσσαλονίκη κατά τας αρχάς της Ελληνικής Επαναστάσεως. Μακεδονικά, τ. Β’, 1953, σ. 583-589.
  53. Α. Βακαλόπουλος ο.π. σσ. 345-346
  54. Γεώργιος Μόδης, Αγώνες στη Μακεδονία, εκδόσεις: Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 1975, σελίδα 210
  55. Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης, Η ιστορική πορεία και το έργο της ΦΑΑΘ, Η ΦΑΑΘ και ο Μακεδονικός Αγώνας, Φώτιος Μ. Πασχαλίδης
  56. Το Φεβρουάριο του 1871 με σουλτανικό φιρμάνι ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία ως αυτόνομη εκκλησιαστική διοίκηση με στοιχειώδη αναφορά προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος Ε’ συγκάλεσε το 1872 Σύνοδο, η οποία καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό και κήρυξε σχισματική την Εξαρχία. Η Βουλγαρική Εκκλησία απέκτησε κανονικότητα το 1945 έπειτα από αίτηση συγχωρήσεως προς τον Οικουμενικό Θρόνο. Βλ. αναλυτικότερα Richard J. Crampton, A Concise History of Bulgaria, 1997, Cambridge University Press σσ. 75-76 και John Meyendorff, The Orthodox Church: Its Past and Its Role in the World Today, 1981, St Vladimir's Seminary Press σελ. 153
  57. Η οργανωτική δομή της Επιτροπής αποτελείτο από το αρχικό κομιτάτο "Ένωση και Πρόοδος" και την "Οθωμανική Επιτροπή Απελευθέρωσης" (Osmanli Htirriyeti Cemiyeti) του Μεχμέτ Ταλάτ, τα οποία συνενώθηκαν το Σεπτέμβριο του 1907. Erik Jan Zurcher, The Unionist Factor: The Role of the Committee of Union and Progress in the Turkish Nationalist Movement 1905-1926, International Journal of Middle East Studies, Vol. 20, No. 3 (Aug., 1988), σελ. 391
  58. Αλέξανδρος Δάγκας, Συμβολή στην έρευνα για την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης: Οικονομική δομή και κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, 1912-1940, Εκδόσεις ΕΕΘ, Θεσσαλονίκη, 1998 σελίδα 8
  59. Για το Κίνημα των Νεοτούρκων βλ. E. F. Knight, Turkey; the Awakening of Turkey; the Turkish Revolution Of 1908, 2002, Adamant Media Corporation και M. Sukru Hanioglu, The Young Turks in Opposition (Studies in Middle Eastern History), 1995, Oxford University Press
  60. Αναλυτική περιγραφή της επίσκεψης του Σουλτάνου Μεχμέτ στη Θεσσαλονίκη γίνεται στο βιβλίο του Χρίστου Κ. Χριστοδούλου, Μουσταφά Κεμάλ: Ο βίος και η πολιτεία του στη Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εξάντας, 2007 σσ. 201 - 209
  61. Αναλυτικότερα για τους Βαλκανικούς Πολέμους βλέπε
    • Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999
    • André Gerolymatos, The Balkan Wars, 2002, Basic Books
    • Jacob Gould Schurman, The Balkan Wars, 1912-1913, 2005, Cosimo Inc.
  62. Charles and Barbara Jelavich, The Establishment of the Balkan National States, 1804-1920, 1986, University of Washington Press, σελ. 217
  63. Τις πληροφορίες προς την ελληνική Κυβέρνηση διαβίβασαν ο Έλληνας γιατρός του βουλγαρικού αρχιστρατηγείου Απόστολος Δοξιάδης και ο, επίσης, Έλληνας Έφεδρος Υπίατρος της 7ης βουλγαρικής μεραρχίας Φίλιππος Νίκογλου. Βλ. Κωνσταντίνος. Αν. Βαβούσκου, Μελετήματα - Οία τε φύλλα μακεδνής αιγείροιο - Επιστημονικαί Πραγματείαι, Σειρά Νομική και Οικονομική, αρ. 8, Θεσσαλονίκη, 2006, Τόμος Β’ σελ. 1116 και Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελίδα 189
  64. Herbert Adams Gibbons, The New Map of Europe (1911-1914): The Story of the Recent European Diplomatic Crises and Wars, 1914, The Century Company σελίδα 297
  65. Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελίδα 190
  66. Για το θέμα της αλλαγής πορείας του ελληνικού στρατού όπως και της παράδοσης της Θεσσαλονίκης υπάρχει η διαμφισβητούμενη ιστορική πληροφορία των τηλεγραφημάτων του Πρωθυπουργού Ε. Βενιζέλου προς τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο.
    • Αναφερόμενος σε αυτό ο Κωνσταντίνος Αν. Βαβούσκος ο.π. σελ. 1117 γράφει: «Μεγάλη συζήτησις, ἐξελιχθεῖσα εἰς πολιτικὴν διαμάχην, ἐγένετο ὡς πρὸς τὸ πῶς ἡ ὑπὸ τὸν ἀρχιστράτηγον διάδοχον Κωνσταντῖνον στρατιά, ἡ ὁδεύουσα πρὸς Μοναστήριον, ἤλλαξε πορείαν πρὸς Θεσσαλονίκην. Λέγουν ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν τότε Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐπίεσεν αὐτὸν διὰ διαταγῆς του νὰ ἀλλάξη πορείαν διὰ νὰ μὴ ἀπωλεσθῆ ἡ Θεσσαλονίκη πρὸς ὄφελος τοῦ Μοναστηρίου....Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ διάδοχος Κωνσταντῖνος δὲν ἐστράφη πρὸς Θεσσαλονίκην λόγω διαταγῆς τοῦ Βενιζέλου, ἀλλὰ λόγω τοῦ ὅτι τὰ ἀνιχνευτικὰ σώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐξαποστείλει πρὸς ἀνατολὰς τὸν ἐνημέρωσαν περὶ τῆς ἐκεῖ στρατιωτικῆς καταστάσεως. Ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφός μου καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν Πρωτοψάλτης, ἀσχοληθεῖς εἰδικῶς μὲ τὸ θέμα, μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι κατὰ τὴν ἔρευνάν του εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ τότε Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν οὐδεμίαν τοιαύτην διαταγὴν ἀνεῦρεν.»
    • Ο Pelham H. Box στο έργο Three Master Builders and Another: Studies in Modern Revolutionary and Liberal Statesmanship, 1925, Ayer Publishing σελίδα 218 αναφέρεται σε διάβημα του Βενιζέλου προς το Βασιλιά Γεώργιο προκειμένου να πεισθεί ο Κωνσταντίνος να οδεύσει προς τη Θεσσαλονίκη.
    • Ο Emil Ludwig στο βιβλίο του Nine Etched from Life, 1969, Ayer Publishing, σελ.270 εκτός από το διάβημα Βενιζέλου προς το Γεώργιο μεταφέρει και ένα διάλογό του με τον Κρητικό πολιτικό, όπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος κάνει λόγο για παλαιότερη συζήτησή του με τον Κωνσταντίνο, στην οποία του είχε επισημάνει την ανάγκη προώθησης του στρατεύματος προς Θεσσαλονίκη και όχι προς Μοναστήρι.
    • Την εκδοχή του διαβήματος και των τηλεγραφημάτων υποστηρίζει ο Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σσ. 188-190
  67. Μεταξάς Ιωάννης, Το Προσωπικό του Ημερολόγιο", Γκοβόστης, ISBN 978-960-270-990-0, τόμος Β
  68. Γούναρης Β. Νικόλτσιος Β. (επιμ.), Από το Σαραντάπορο στη Θεσσαλονίκη, Νικόλτσιος, Θεσσαλονίκη, 2002, ISBN 960-92042-0-1, (έκθεση Χασάν Ταχσίν Πασά) σελίδα 73
  69. Richard Cooper Hall, The Balkan Wars, 1912-1913: Prelude to the First World War, 2000, Routledge, σελ. 62
  70. Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελίδα 192
    • Alex Penmann, Jewish Thessaloniki: "Madre de Israel's" unsung requiem, Athens News, 22/07/2005, page: A24, Article code: C13140A241
    • Α. Παπαγιαννόπουλος ο.π. σελίδα 192.
  71. Το Βήμα Θεσσαλονίκη: 33 χρόνια από τον μεγάλο σεισμό
  72. Васил Кънчов (1970) (στα Bulgarian). "Избрани произведения", Том II, "Македония. Етнография и статистика". София: Издателство "Наука и изкуство". σελ. g. 440. http://www.promacedonia.org/vk/vk_2_01.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-10-19. 
  73. Σαντζάκι Θεσσαλονίκης, Εμμανουήλ Γρηγορίου, Έλληνες και Βούλγαροι, Θεσσαλονίκη, 1954, από τις στατιστικές του Γερμανού Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς και του Χιλμή μπέη
  74. Συλλογικό έργο (1973) (στα Greek and English). "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", History of Greek Nation, Τόμος ΙΔ. ATHENS: "ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ". σελ. 340. 
  75. Πηγή: Ιστοσελίδα της ENΠE / Ένωση Περιφερειών Ελλάδας
  76. Πηγή: Ιστοσελίδα Μνημεία της Θεσσαλονίκης
  77. Πηγή: Ταξιδιωτικός Οδηγός Δυτική-Κεντρική Μακεδονία , σελίδες 58-65, εκδ. Explorer, 2003
  78. Tracy, James D (2000). City Walls: The Urban Enceinte in Global Perspective. Cambridge University Press. ISBN 0-521-65221-9 σελ.303-307
  79. Πηγή: Salonica city of ghosts, σελίδα 5, εκδόσεις Harper Perennial, 2004
  80. Πηγή: Salonica city of ghosts, σελίδα 6, εκδόσεις Harper Perennial, 2004
  81. http://www.nel.gr/routes/dromologia/thessaloniki-lemnos-mytilhnh-xios-bathy.html

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
voyage logo
Στα Βικιταξίδια υπάρχουν ταξιδιωτικές οδηγίες για τoν προορισμό
Πληροφόρηση επισκεπτών
Μεταφορές
Οργανισμοί
Μουσεία και κέντρα πολιτισμού

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]