Ρωμαϊκή αυτοκρατορία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Λάβαρο με τον Αετό της Ρώμης και τα αρχικά της Ρωμαϊκής Συγκλήτου
Η αυτοκρατορία στη μέγιστη ακμή της επί Τραϊανού 117 μ.Χ
Διοικητικές πληροφορίες
Επίσημη   ονομασία    IMPERIUM ROMANUM
 SENATUS POPULUSQUE  ROMANUS (SPQR)
Γλώσσες    Λατινικά
 Ελληνικά
Πρωτεύουσα    Ρώμη από το 27 π.Χ. έως το  286 μ.Χ.
Άλλες  πρωτεύουσες    (α) Κωνσταντινούπολη το 330
 (β) Μεδιόλανο κατά τη  διάρκεια του σχίσματος  Ανατολής-Δύσης
 (γ) Ραβέννα
Πολιτική
Πολίτευμα    Αυτοκρατία
Αυτοκράτορας    Οκταβιανός Αύγουστος
 (27  π.Χ. - 14)
 Θεοδόσιος Α΄
 (379395)
Συμβουλευτικό  όργανο    Ρωμαϊκή Σύγκλητος (SPQR)
Άλλες πληροφορίες
Θρησκεία    Ρωμαϊκός παγανισμός και  Λατρεία του Αυτοκράτορα  έως το 380, Χριστιανισμός  από το 380 και μετά
Νόμισμα    Σόλιδος, Χρυσό, Δηνάριο,  Σηστέρτιο, Ασσάριο
Ιστορική εξέλιξη
Προηγούμενο   κράτος    SPQR (laurier).svg Ρωμαϊκή Δημοκρατία
Διάδοχο   κράτος    Flag of Palaeologus Dynasty.svg Ανατολική Ρωμαϊκή  Αυτοκρατορία
 Labarum of Constantine the Great.svg Δυτική Ρωμαϊκή  Αυτοκρατορία

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν το κράτος των αρχαίων Ρωμαίων (imperium), μετεξέλιξη της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας όταν και οι περισσότερες εξουσίες συγκεντρώθηκαν στα χέρια ενός ανθρώπου, του Καίσαρα ή αυτοκράτορα (imperator). Το κράτος που είχαν δημιουργήσει οι αρχαίοι Ρωμαίοι πέρασαν αρκετοί αιώνες μέχρι να αποκτήσει το πολίτευμα της αυτοκρατορίας, με το οποίο το θυμούνται οι σημερινοί λαοί, αλλά έχει επικρατήσει να αναφερόμαστε με τον όρο «ρωμαϊκή αυτοκρατορία» για όλη την περίοδο της αρχαίας ρωμαϊκής ιστορίας

Οι πρώτοι αιώνες-βασιλεία (753 π.Χ.-509 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρονολογία ίδρυσης της πόλης της Ρώμης, από την παράδοση, είναι το έτος 753 π.Χ.. Ιδρυτής της θεωρείται ο Ρωμύλος, ένα ημιμυθικό πρόσωπο, που οριοθέτησε τα τείχη της Ρώμης και σκότωσε τον αδελφό του, Ρέμο, όταν αυτός άρχισε να έρχεται εμπόδιο στα σχέδια και το έργο του Ρωμύλου.

Η ιστορική μνήμη για την πορεία της Ρώμης στα πρώτα της βήματα ισορροπεί ανάμεσα στους μύθους και στα πραγματικά γεγονότα. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού είναι η ιστορία της αρπαγής των Σαβίνων. Ο Ρωμύλος θέσπισε πολιτικά όργανα που διατηρήθηκαν για αιώνες: τη Σύγκλητο, η οποία ήταν ένα συμβούλιο που αποτελούνταν από τους αρχηγούς των ρωμαϊκών γενών (patres), και τη συνέλευση του λαού. Ακόμη, διεξήγαγε επιτυχημένους πολέμους εναντίον των γειτονικών λαών. Τον Ρωμύλο διαδέχθηκε ο Πομπίλιος Νουμάς, ένας Σαβίνος, και μετά από αυτόν άλλοι πέντε βασιλείς βασίλεψαν στη Ρώμη, με τελευταίο έναν Ετρούσκο, το Λεύκιο Ταρκύνιο, ο οποίος βασίλεψε τυραννικά, ώσπου οι αγανακτισμένοι Ρωμαίοι να τον εκθρονίσουν και να τον εκδιώξουν, εγκαθιδρύοντας παράλληλα Δημοκρατία.

Η περίοδος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την εκδίωξη του τελευταίου βασιλιά, οι πατρίκιοι, που αποτελούσαν την αγροτική αριστοκρατία και ήταν οι κεφαλές των εκατό κυριότερων οικογενειών της Ρώμης, οργάνωσαν το νέο πολίτευμα. Στη θέση του βασιλιά τοποθετήθηκαν δύο άρχοντες με ετήσια θητεία, οι ύπατοι, οι οποίοι κυβερνούσαν το κράτος και το στρατό. Σταδιακά θεσπίστηκαν και άλλα ανώτερα αξιώματα, όπως οι δύο κυαίστορες που ήταν υπεύθυνοι για τα δημόσια οικονομικά. Όλοι οι αξιωματούχοι ορίζονταν από τη Σύγκλητο, μέλη της οποίας μπορούσαν να γίνουν μόνον πατρίκιοι. Αυτό, βέβαια, δυσαρέστησε πολύ την άλλη κοινωνική ομάδα της Ρώμης, τους πληβείους, δηλαδή τους βιοτέχνες, τους μικροκαλλιεργητές και όλους αυτούς που δεν ανήκαν σε κανένα γένος. Αυτοί, περίπου το 490 π.Χ., συγκεντρώθηκαν σε έναν μικρό λόφο έξω από τη Ρώμη και απείλησαν να ιδρύσουν μία καινούρια, δική τους πόλη, αν οι πατρίκιοι συνέχιζαν να τους αγνοούν και να τους καταπιέζουν.

Οι πατρίκιοι υποχώρησαν, καθώς τους χρειάζονταν για στρατιώτες, και έτσι θεσπίστηκε το αξίωμα του τριβούνου (δημάρχου), του οποίου μοναδικό καθήκον ήταν η προστασία των πληβείων από τις πιέσεις των αρχόντων. Σταδιακά, οι πληβείοι κατέκτησαν και άλλα δικαιώματα. Το 450 π.Χ. πέτυχαν να καταγραφεί το δίκαιο, που ως τότε παρέμενε άγραφο και η ερμηνεία του ήταν στα χέρια των πατρικίων, ενώ το 287 π.Χ. πέτυχαν την ψήφιση ενός νόμου που όριζε ότι η συνέλευση των πληβείων μαζί με τους τριβούνους θα μπορούσε να ψηφίσει νόμους που θα ήταν δεσμευτικοί για όλους τους Ρωμαίους.

Το Ρωμαϊκό κράτος αυτήν την περίοδο αρχίζει να επεκτείνεται στις γειτονικές περιοχές, και συγκροτεί μία συμμαχία των πόλεων του Λατίου. Αργότερα, οι Ρωμαίοι συγκρούονται με τους Κέλτες της βόρειας Ιταλίας, και τους Σαμνίτες της νότιας. Μέχρι το 280 π.Χ. που εισβάλλει ο Πύρρος, βασιλιάς της Ηπείρου, μετά από την έκκληση για βοήθεια των ελληνικών πόλεων της Κάτω Ιταλίας, η Ρώμη έχει κυριαρχήσει στην κεντρική Ιταλία. Οι Ρωμαίοι κατάφεραν μετά από αγώνα να αναγκάσουν τον Πύρρο να γυρίσει στην Ελλάδα και κατέλαβαν το 272 π.Χ. την ελληνική πόλη του Τάραντα.

Μετά από λίγα χρόνια, ξεσπά ο Α' Καρχηδονιακός Πόλεμος (264 π.Χ.-241 π.Χ.). Στο τέλος αυτού του πολέμου, οι κουρασμένοι αντίπαλοι, Ρώμη και Καρχηδόνα, κάνουν ειρήνη. Οι Ρωμαίοι κερδίζουν τη Σικελία, τη Σαρδηνία και την Κορσική και στρέφουν την προσοχή τους στη βόρεια Ιταλία, όπου μέχρι το 220 π.Χ. καταλαμβάνουν την κοιλάδα του Πάδου. Οι Καρχηδόνιοι στρέφονται στην Ισπανία και σύντομα καταλαμβάνουν όλα τα εδάφη μέχρι τον ποταμό Έβρο. Όλα έδειχναν ότι οι δύο δυνάμεις είχαν αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς.

Εκείνη την εποχή, αναλαμβάνει τη διοίκηση των καρχηδονιακών δυνάμεων ο Αννίβας, που σύντομα θα έδειχνε τη στρατιωτική του ιδιοφυΐα. Περνά τις Άλπεις (218 π.Χ.), μεταφέρει τον πόλεμο στην Ιταλία, και σε δύο φονικές μάχες, στη λίμνη Τρασιμένη και τις Κάννες (216 π.Χ.) καταφέρνει να συντρίψει τον ρωμαϊκό στρατό. Οι Ρωμαίοι, όμως, συνήλθαν γρήγορα και κατάφεραν να αντισταθούν και να μεταφέρουν οι ίδιοι τον πόλεμο στην Αφρική. Το 202 π.Χ., ο Αννίβας ηττάται στη Ζάμα από τον Κορνήλιο Σκιπίωνα.

Η Καρχηδόνα υποχρεώθηκε να περιοριστεί στην Αφρική και να πληρώσει μεγάλη χρηματική αποζημίωση. Μόλις τελείωσε ο Β' Καρχηδονιακός Πόλεμος, οι Ρωμαίοι εμπλέκονται σε πόλεμο στην ελληνική ανατολή. Το 197 π.Χ., νίκησαν το Φίλιππο Ε', βασιλιά της Μακεδονίας, στις Κυνός Κεφαλάς. Μετά από τέσσερις νικηφόρους Μακεδονικούς πολέμους υποτάσσουν το βασίλειο της Μακεδονίας και το 148 π.Χ. συγκροτούν εκεί την πρώτη τους επαρχία πέρα από την Αδριατική. Το 146 π.Χ., νικούν την Αχαϊκή Συμπολιτεία στην μάχη της Λευκόπετρας και κάθε αντίσταση στον ελληνικό νότο εξουδετερώνεται, ενώ μία εξέγερση της Καρχηδόνας, τον ίδιο χρόνο, συντρίφτηκε. Το 189 π.Χ. νικούν το Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχο Γ' στην Μικρά Ασία. Το 133 π.Χ., ο βασιλιάς της Περγάμου, ο Άτταλος Γ', κληροδοτεί το βασίλειό του στη Ρώμη.

Όμως, οι συνέπειες από αυτές τις επιτυχίες, δεν είναι όλες θετικές για το λαό. Με την κατάκτηση τόσων καινούριων εδαφών, η εισροή χρυσού και αργύρου γίνεται μαζική, προκαλεί αύξηση των τιμών και ωθεί τους μικροκαλλιεργητές στην χρεωκοπία και τα κατώτερα στρώματα του λαού στη φτώχεια. Η έγγεια περιουσία μαζεύεται στα χέρια μεγάλων γαιοκτημόνων, ενώ η ψαλίδα μεταξύ των φτωχών και των πλουσίων άνοιγε συνεχώς. Αυτή την κατάσταση προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν δύο αδέρφια, οι Γάιος Γράκχος και Τιβέριος Γράκχος, με φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις και ίση διανομή της καλλιεργήσιμης γης σε όλους τους πολίτες. Όμως η αντίδραση των πατρικίων ήταν πολύ μεγάλη και οι Γράκχοι δολοφονήθηκαν. Εν τω μεταξύ το πολίτευμα της Ρώμης βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στην ασυδοσία και τη διαφθορά, παρόλο που η Ρώμη συνέχιζε να επεκτείνεται κυρίως λόγω φιλόδοξων στρατηγών.

Η περίοδος των εμφυλίων (85-30 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς η δύναμη των στρατηγών αυξάνεται, τόσο αυξάνεται και η έκταση του ρωμαϊκού κράτους, αλλά σύντομα ο ανταγωνισμός μεταξύ των στρατηγών γίνεται πολύ μεγάλος. Μέσα σε αυτή την ταραγμένη περίοδο ξεσπά ο Συμμαχικός πόλεμος (91 π.Χ.-88 π.Χ.), ο πόλεμος των Ιταλών συμμάχων της Ρώμης εναντίον της. Οι υπόλοιποι Ιταλοί διεκδικούσαν καλύτερη μεταχείριση και την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Οι Ρωμαίοι τελικά θα νικήσουν, αλλά θα παραχωρήσουν σε όλους τους κατοίκους της ιταλικής χερσονήσου, την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Ήδη δύο στρατηγοί έχουν ξεχωρίσει, ο λαϊκός Μάριος και ο αριστοκράτης Σύλλας. Ο ανταγωνισμός μεταξύ τους είναι σκληρός.

Το 88 π.Χ., η Σύγκλητος στέλνει στην Ανατολή εναντίον του βασιλιά του Πόντου, Μιθριδάτη ΣΤ', τον Σύλλα. Ο Μάριος εξοργίζεται και έχοντας το πεδίο ελεύθερο προχωρεί σε προγραφές εναντίον των αντιπάλων του. Το 86 π.Χ., όμως, πεθαίνει. Το 85 π.Χ., ο Σύλλας επιστρέφει νικηφόρος από την Ανατολή, ονομάζεται δικτάτορας, και προχωρεί με τη σειρά του σε προγραφές εναντίον των αντιπάλων του. Ακόμη, μεταρρυθμίζει το πολίτευμα και δίνει μεγάλες εξουσίες στη Σύγκλητο, όμως πεθαίνει και αυτός το 78 π.Χ.

Πλέον, νέοι στρατηγοί έρχονται στο προσκήνιο, ο Πομπήιος, ο Λικίνιος Κράσσος (οι δύο στρατηγοί που κατέπνιξαν την εξέγερση των δούλων από το 73 π.Χ. ως το 71 π.Χ. υπό τον Σπάρτακο) και αργότερα ο Ιούλιος Καίσαρας. Οι τρεις τους σχηματίζουν την πρώτη τριανδρία.

Ο Πομπήιος νικά τον Μιθριδάτη, που αναγκάζεται να αυτοκτονήσει (63 π.Χ.), και ιδρύει νέες επαρχίες στην Ανατολή (Συρία, Κιλικία, Κρήτη, Κύπρος), ενώ εξουδετερώνει και την πειρατεία, που ήταν μάστιγα στην Μεσόγειο. Ο Καίσαρας μέσα σε 10 χρόνια (59 π.Χ.-49 π.Χ.) κατακτά τη Γαλατία, και η ρωμαϊκή εξουσία είναι αδιαμφισβήτητη στα δυτικά του Ρήνου. Ο Κράσσος σκοτώνεται σε μάχη εναντίον των Πάρθων το 53 π.Χ. στις Κάρρες της Μεσοποταμίας. Οι Καίσαρας και Πομπήιος αδυνατούν να ομονοήσουν και συγκρούονται. Ο εμφύλιος πόλεμος που ξεσπά είναι εξαιρετικά βίαιος. Θέατρο του πολέμου είναι ουσιαστικά όλη η Μεσόγειος, από την Ισπανία ως την Ελλάδα. Ο Πομπήιος μετά την ήττα του στην μάχη των Φαρσάλων (48 π.Χ.) διαφεύγει στην Αίγυπτο, όπου και δολοφονείται.

Ο Καίσαρας παίρνει την εξουσία στη Ρώμη, ονομάζεται δικτάτορας για δέκα χρόνια, και μετά ισόβιος. Ακόμη ονομάζεται Imperator (αυτοκράτορας) και pater patriae (πατέρας της πατρίδας). Προβαίνει σε αρκετά φιλολαϊκά μέτρα και τριπλασιάζει τον αριθμό των μελών της Συγκλήτου, ούτως ώστε να εξασφαλίζει τη συναίνεσή της για όλα τα θέματα. Κάποιοι συγκλητικοί, όμως, που φοβούνταν τη δύναμή του με επικεφαλής το θετό γιο του, Βρούτο, τον δολοφονούν το 44 π.Χ.. Την εξουσία αναλαμβάνει η δεύτερη τριανδρία, οι Μάρκος Αντώνιος, ο ανιψιός του Καίσαρα Οκταβιανός, και ο Λέπιδος. Προχωρούν σε νέες προγραφές εναντίον αντιπάλων τους και το 42 π.Χ. νικούν το στρατό των δολοφόνων του Καίσαρα στους Φιλίππους της Μακεδονίας. Η τελική σύγκρουση γίνεται μεταξύ του Οκταβιανού και του Αντωνίου, που υποστηριζόταν από τη βασίλισσα της Αιγύπτου, Κλεοπάτρα. Ο Αντώνιος ηττήθηκε στη ναυμαχία στο Άκτιο (31 π.Χ.) και ο Οκταβιανός προσάρτησε την Αίγυπτο κυριαρχώντας στο σύνολο της αυτοκρατορίας.

Η πρώιμη αυτοκρατορική περίοδος (Ηγεμονία ή Principatus)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά ενάμιση αιώνα, η ρωμαϊκή αυτοκρατορία βρισκόταν στο ζενίθ της πολιτικής και πολιτιστικής της ακμής. Ήταν μία περίοδος βραδέων εξελίξεων, Κάποιοι την αποκαλούν την "ευτυχέστερη περίοδο της ιστορίας του ανθρωπίνου γένους". Πίσω από την ευημερία της Παξ Ρομάνα, όμως, λάμβαναν χώρα αλλαγές που οδήγησαν προοδευτικά στην κρίση της αυτοκρατορίας τον 3ο αιώνα μ.Χ. Από πολιτική άποψη, η σταθερή διακυβέρνηση οφείλεται στο ότι ισχυρές δυναστείες κυριαρχούσαν, ώστε να μην υπάρχουν ουσιαστικές εσωτερικές ανωμαλίες (εξαιρουμένων των ετών 68-69 και 193).

Στο εσωτερικό επικρατεί ειρήνη, ασφάλεια και ηρεμία. Το οδικό δίκτυο με κέντρο τη Ρώμη επεκτείνεται σε όλη την αυτοκρατορία και μαζί του το εμπόριο και ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός. Σε κάθε μεγάλη πόλη της αυτοκρατορίας υπάρχουν υδραγωγείο και δημόσια λουτρά. Παρόλο που οι εξουσίες είναι συγκεντρωμένες στα χέρια ενός ανθρώπου, του αυτοκράτορα, ο λαός είναι ευχαριστημένος. Βέβαια, στο θρόνο κάποιες φορές ανεβαίνουν παρανοϊκοί και οκνηροί αυτοκράτορες, όπως ο Καλιγούλας, ο Νέρων και ο Κόμμοδος, αλλά αυτοί αντισταθμίζονται από τους καλούς και ενσυνείδητους αυτοκράτορες, όπως ο Κλαύδιος, ο Τραϊανός, ο Αδριανός και ο Μάρκος Αυρήλιος.

Ο Αύγουστος και η έναρξη του Principatus[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη ναυμαχία στο Άκτιο, ο όρος res publica, με την έννοια του δημόσιου καθεστώτος διοίκησης, εξακολούθησε να χρησιμοποιείται. Οι δημόσιες επιγραφές, μάλιστα, τόνιζαν τη σωτηρία και την αποκατάσταση της reipublicae από τον Αύγουστο. Το αν πράγματι ο Αύγουστος αποκατέστησε τη rem publicam αποτελεί ένα πρόβλημα.

Η res publica ήταν ένα ιδιαίτερα σύνθετο πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς και σύστημα, κάτι που είχαν συνειδητοποιήσει οι Ρωμαίοι, όπως δείχνει η σύντομη αναφορά του Τάκιτου στα Χρονικά του ότι το πολίτευμα του Αυγούστου ολίσθαινε προς τη μοναρχία, αφού σε αντίθεση με την ισότητα, που ανήκε στο παρελθόν, τώρα όλοι εκτελούσαν τις διαταγές και τις επιθυμίες του Αυγούστου.

Οι σταδιακές αλλαγές που επέφερε ο Αύγουστος είναι ο λόγος της ανοχής των Ρωμαίων. Η σταδιοδρομία του, δηλαδή, δεν έδινε την εντύπωση συνεχούς προσπάθειας σφετερισμού της εξουσίας. Ως Οκταβιανός, ως το 44-43 π.Χ., ασχολούνταν μάλλον με τυχοδιωκτικές δραστηριότητες. Τη δεκαετία του 30 π.Χ., όμως, η δημόσια εικόνα του άλλαξε, λόγω του κύρους που περιβλήθηκε. Ο Οκταβιανός αντιμετώπισε τον Αντώνιο, τον οποίο παρουσίαζε ως έναν ανατολικού τύπου δεσπότη, και ως ηγέτης των Καισαριανών ανέλαβε την υποχρέωση της res publica για εκδίκηση, κύριος παράγων αναστήλωσης. Η εντολή αυτή είχε δοθεί στη Β’ Τριανδρία. Παράλληλα, κέρδισε την εύνοια του στρατού και των λαϊκών στρωμάτων, αφού ο Καίσαρας τον είχε καταστήσει κληρονόμο του. Η ειρήνευση και η σταθερότητα που πέτυχε να επιβάλλει στην αυτοκρατορία τον ενίσχυσαν σημαντικά. Ως κατάληξη αυτών, στο τέλη της δεκαετίας του 30, τα συμφέροντα του Οκταβιανού ταυτίζονταν με τα συμφέροντα κάθε κοινωνικής ομάδας. Ωστόσο, ο στόχος της πλήρους και ολοκληρωτικής επιστροφής στην ομαλότητα δεν είχε επιτευχθεί. Ο Οκταβιανός έκρινε ότι χρειαζόταν κάποιος χρόνος για να επέλθει η ηρεμία. Με χαρακτήρα συμφιλιωτικό, λοιπόν, αναλάμβανε κάθε χρόνο νομότυπα το αξίωμα του υπάτου.

Δύο ημερομηνίες αποτελούν σταθμό στην έναρξη του principatum.

Η πρώτη είναι το 27 π.Χ.. Τον Ιανουάριο του έτους αυτού δεν υπήρχε λόγος κατοχύρωσης των έκτακτων εξουσιών από το λαό και τη Σύγκλητο. Στο Res Gestae Divi Augusti αναφέρεται ότι κατά την έκτη και έβδομη υπατεία του Αυγούστου (27 π.Χ.) ο Αύγουστος έθεσε τέλος στους εμφυλίους πολέμους και με τη σύμφωνη γνώμη όλων ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο του πολιτεύματος. Πολλές διαμαρτυρίες, ο λαός και η σύγκλητος τελικά τον απέτρεψαν. Ένας νέος συνταγματικά κατοχυρωμένος ρόλος ήταν η πρώτη πράξη δημιουργίας του principatum.

Έτσι, ο Οκταβιανός ανέλαβε κάθε χρόνο ύπατος για 10 χρόνια και του ανατέθηκε η διοίκηση τριών μειζόνων επαρχιών: της Ισπανίας, της Συρίας και της Γαλατίας. Οι εξουσίες αυτές πήγαζαν νομότυπα και ο Οκταβιανός ήταν υπόλογος στη Σύγκλητο μετά το τέλος της θητείας του. Πάντως, του έδιναν τη δυνατότητα πλήρους ελέγχου της εξουσίας, καθώς διοικούσε τα Ρώμη ως ύπατος και αυτοκράτορας των στρατιωτικών δυνάμεων ενώ υπό τις διαταγές του ως διοικητή των επαρχιών βρίσκονταν λεγεώνες που αντιπροσώπευαν τον κύριο όγκο του ρωμαϊκού στρατού.

Η εποχή αυτή ήταν ευνοϊκή για τη δημοτικότητα του Οκταβιανού: μετά τις νίκες του τελούσε μεγάλες δημόσιες τελετές, οικοδόμησε δημόσια κτήρια, ναούς, αμφιθέατρα κλπ., αναθεώρησε τον κατάλογο των μελών της Συγκλήτου, απομακρύνοντας ανάξια στοιχεία, έλαβε νέα μέτρα και κατάρτισε ένα νέο κατάλογο με επικεφαλής (princeps senatus) τον ίδιο. Οι υπόλοιποι αξιωματούχοι εκλέγονταν, ο Αύγουστος ήταν ο ένας από τους δύο υπάτους κάθε χρόνο και οι επαρχίες διοικούνταν από αξιωματούχους της συγκλήτου.

Αμέσως μετά το 27 π.Χ., η Σύγκλητος έδωσε στον Οκταβιανό το όνομα Augustus που αντικατέστησε το Octavianus. Το όνομα Augustus, που αποδίδεται στα ελληνικά με τον όρο ‘Σεβαστός’, σχετίζεται με το ρήμα augere (=αυξάνω) και, επομένως, με την αύξηση του κράτους και έχει ιερατικό χαρακτήρα.

Η δεύτερη ημερομηνία-σταθμός για την έναρξη του principatus είναι το 23 π.Χ.. Η απουσία του Αυγούστου από τη Ρώμη τα έτη 27- 23 π.Χ. δε δημιούργησε την εντύπωση ότι ο Αύγουστος ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος της res publica. Η προσωπικές δυσαρέσκειες και οι διοικητικές δυσλειτουργίες καθιστούσαν αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό της νομικής θέσης του Αυγούστου. Αιτία ήταν ένα συγκεκριμένο γεγονός. Το 24 π.Χ., ο ανθύπατος της Μακεδονίας διεξήγαγε επιχειρήσεις στη Θράκη χωρίς την άδεια της Συγκλήτου, κάτι που αποτελούσε προδοσία, αυτόβουλη ενέργεια του διοικητή σε αντίθεση με τη σύγκλητο και τον princepem. Επίσης, η συνεχής ανάληψη της υπατείας από τον Αύγουστο ερχόταν σε αντίθεση με τα ειωθότα και τα ήθη της res publica και απέκλειε πολλά μέλη της αριστοκρατίας από αυτή τη θέση. Του παραχωρήθηκε η μείζων ανθυπατική εξουσία (imperium proconsulare maius), ώστε να έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει όποτε το έκρινε απαραίτητο και, άρα, τον σχεδόν πλήρη έλεγχο της εξουσίας.

Πάντως, ο Αύγουστος φαινόταν να παραμένει πιστός στους κανόνες της res publica που είχε αποκαταστήσει και δεν είχε παραβεί τα όρια των αρχών του. Όμως, ασκούσε μεγάλη επιρροή στους φορείς εξουσίας λόγω του κύρους του (auctoritas) και πλήθους άλλων παραγόντων. Επίσης, το 23 π.Χ. του παραχωρήθηκε η δημαρχική εξουσία (tribunicia potestas), γεγονός το οποίο αποτελεί χρήσιμη χρονολογική ένδειξη, καθώς απαντάται σε όλα τα δημόσια έγγραφα της εποχής. Η ανάληψη του δημαρχικού αξιώματος δικαιολογούνταν αφού είχε γεννηθεί πληβείος και είχε εισαχθεί αργότερα στους πατρικίους. Το 36 π.Χ., ο λαός της Ρώμης του είχε απονείμει τιμητικά το αξίωμα του δημάρχου, που το 23 π.Χ. έλαβε ουσιαστικό χαρακτήρα.

Ο Αύγουστος προβαίνει σε νέες κατακτήσεις, και σύντομα η αυτοκρατορία αποκτά σταθερά σύνορα που λίγοι αυτοκράτορες θα περάσουν: οι ποταμοί Ρήνος, Δούναβης και Ευφράτης και η έρημος της Σαχάρα.

Το πρόβλημα της διαδοχής του Αυγούστου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Αύγουστος ήταν εκείνο της διαδοχής του. Τυπικά, το πολίτευμα δεν ήταν μοναρχία και ήταν αδιανόητη η κληρονομική διαδοχή. Η θέση του princepis ήταν σχετικά ασαφής και η πηγή νομιμοποίησης εξουσία του Αυγούστου οφειλόταν στο σύνολο των εξουσιών των παραδοσιακών αρχόντων η κατοχή των θέσεων των οποίων ανανεωνόταν. Η μόνη λύση ήταν ο Αύγουστος να του απονείμει ρεπουμπλικανικά αξιώματα.

Πρώτη επιλογή του ήταν ο Μάρκος Μάρκελλος, γαμπρός του. Η επιλογή αυτή προκάλεσε την αντίδραση του στενού συνεργάτη του και υπαρχηγού του, Μάρκου Αγρίππα. Όμως, ο πρόωρος θάνατος του Μάρκου Μάρκελλου μετέβαλε το σκηνικό και οι πιθανότητες να διαδεχθεί ο Μ. Αγρίππας τον Αύγουστο εμφανιζόταν ενισχυμένες. Το 23 π.Χ., κατά τη διάρκεια μίας ασθένειάς του, ο Αύγουστος έδωσε στον Αγρίππα το προσωπικό του δαχτυλίδι και τη σφραγίδα του. Το 21 π.Χ., τον πάντρεψε με την κόρη του, Ιουλία. Ο γάμος αυτός αποδείχθηκε ιδιαίτερα παραγωγικός: ο Αγρίππας και η Ιουλία απέκτησαν 5 παιδιά, 3 από τα οποία αγόρια.

Ο αναπάντεχος θάνατος του Αγρίππα, το 12 π.Χ., οδήγησε εκ νέου σε αδιέξοδο το πρόβλημα της διαδοχής του Αυγούστου. Ο Γάιος και ο Λεύκιος υιοθετήθηκαν από τον παππού τους και ονομάστηκαν Καίσαρες, αλλά ήταν πολύ μικροί για να αναλάβουν τα καθήκοντα της διακυβέρνησης του κράτους και να ληφθούν υπόψη στη σειρά διαδοχής του Αυγούστου. Έτσι, ο τελευταίος στράφηκε στον Τιβέριο, που την εποχή εκείνη ήταν 30 ετών, τον υποχρέωσε να χωρίσει τη γυναίκα του και να παντρευτεί την Ιουλία. Το 6 π.Χ., έλαβε την υπατική εξουσία. Το παιδί πέθανε σε βρεφική ηλικία. Όσο μεγάλωναν τα εγγόνια του, ο Αύγουστος έδειχνε φανερά την προτίμησή του σε αυτά, ενώ ο Τιβέριος ζούσε αυτοεξόριστος στη Ρόδο. Αλλά και οι δύο εγγονοί του Αυγούστου πέθαναν σε εφηβική ηλικία. Έτσι, ο Τιβέριος ως ο μόνος που είχε αρκετή πείρα για τη διοίκηση του κράτους υιοθετήθηκε το 4 μ.Χ. από τον Αύγουστο, ο οποίος του παραχώρησε τη δημαρχική εξουσία.

Η δυναστεία των Ιουλίων -Κλαυδίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τιβέριος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 13 Αυγούστου 14 μ.Χ. ο Αύγουστος πέθανε και ο Τιβέριος ανέλαβε την εξουσία.

Ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς δε γνώριζαν την ακριβή ημερομηνία ανάρρησης του Τιβέριου στη θέση του princepis, καθώς δεν υπήρχε εμπειρία ανάλογη. Ο Τιβέριος ήδη μοιραζόταν τις εξουσίες με τον Αύγουστο, όντας δήμαρχος από το 6 μ.Χ., οι οποίες του ήταν νομότυπα παραχωρημένες από το λαό της Ρώμης. Ο Τιβέριος Κλαύδιος Νέρων μετονομάστηκε σε Τιβέριο Καίσαρα Αύγουστο. Ήταν ήδη πετυχημένος ως στρατηγός και διοικητής στην Ανατολή και στη Γερμανία.

Ήταν περίπου 55 ετών όταν αναπλήρωσε τον Αύγουστο. Κλειστός και επιφυλακτικός χαρακτήρας, με τάσεις μελαγχολίας, δεν είχε ούτε την αυτοπεποίθηση ούτε την auctoritas του προκατόχου του. Η ψυχρότητα και η επιφυλακτικότητά του παρουσιάζεται έντονη στο έργο του Τάκιτου, ο οποίος προβάλλει την υποκρισία ως κύριο χαρακτηριστικό του χαρακτήρα του. Πιθανώς, ήταν αποτέλεσμα της αμφίρροπης πολιτικής του Αυγούστου στο ζήτημα της διαδοχής και της γνώσης ότι είχε γίνει αυτοκράτορας από ανάγκη και όχι από επιλογή. Ίσως να διακατεχόταν και από αισθήματα απέχθειας από τη θέση. Ο Τάκιτος σχολιάζει ευνοϊκά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του. Ο θάνατος του γιου του, Γερμανικού, και του ανιψιού του, Δρούζου, τον άφησε χωρίς νέους ανθρώπους να στηριχθεί. Έτσι, στηριζόταν στο φαύλο Σιηανό, το διοικητή της πραιτωριανής φρουράς του (praefectus praetorum).

Ο Τιβέριος αποσύρθηκε σε ένα νησάκι κοντά στη Νάπολη. Στη Ρώμη συνέβαιναν σκοτεινά εγκλήματα, βασικός υποκινητής των οποίων ήταν ο Σιηανός. Τα τελευταία χρόνια του Τιβέριου ήταν για τη Ρώμη σκοτεινά χρόνια, χρόνια δολοπλοκιών. Αντιθέτως, οι επαρχίες ευημερούσαν. Ο Τιβέριος, όμως, παραμέλησε να επιλέξει το διάδοχό του και στο τέλος της βασιλείας του απουσίαζε μόνιμα και ασκούσε τη διοίκηση της αυτοκρατορίας μέσω απεσταλμένων. Ο Τάκιτος αναφέρει ότι πέθανε "solus et senex", μόνος και ηλικιωμένος.

Ο Καλιγούλας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς ο γιος του Τιβέριου, Γερμανικός, ήταν πολύ μικρός και ο ανιψιός του Κλαύδιος θεωρούταν μειωμένων πνευματικών ικανοτήτων, στράφηκε στον ανιψιό του Γάιο Καλιγούλα, χωρίς να τον έχει εκπαιδεύσει για τη διοίκηση.

Ο Γάιος Καλιγούλας (ονομάστηκε έτσι από τις caligae, τα στρατιωτικού τύπου παπούτσια που συνήθιζε να φορά όταν, νέος, επισκεπτόταν το στρατόπεδο του πατέρα του) Αρχικά, η άνοδός του έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Όλοι νόμιζαν ότι είχαν απαλλαγεί από το στυγνό καθεστώς του καχύποπτου Τιβέριου. Η κατάσταση, όμως, γρήγορα έγινε χειρότερη, με την κατασπατάληση του κεφαλαίου και την αύξηση της φορολογίας. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι τα τέλη του 37 μ.Χ. ο Γάιος έπεσε βαριά άρρωστος: η ψυχική του υγεία διαταράχθηκε και μετά την ανάρρωσή του ήταν πλέον ένας δεσποτικός και μεγαλομανής τύραννος. Απαιτούσε την απονομή τιμών θεού στο πρόσωπό του και σκόπευε να μετατρέψει το πολίτευμα σε απόλυτη μοναρχία. Ακόμη, ανέπτυξε αιμομικτικές σχέσεις με την αδελφή του, Δρουσίλλα, την οποία και θεοποίησε μετά το θάνατό της. Εμφανιζόταν δημόσια με σύμβολα θεοτήτων και λάμβανε μέρος σε αγώνες ως μονομάχος και ιπποδρόμος. Στις 24 Ιανουαρίου 41 μ.Χ. δολοφονήθηκε.

Ο Κλαύδιος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατο του Γάιου, η Σύγκλητος ήθελε να θέσει τέλος στο αυτοκρατορικό σύστημα, αλλά οι πραιτωριανοί επιθυμούσαν τη συνέχιση του καθεστώτος. Έτσι, ανακάλυψαν τον Κλαύδιο, θείο του Γάιου, και τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα. Η Σύγκλητος υποχώρησε στην πίεση των πραιτωριανών και τον ανακήρυξε αυτοκράτορα, δημιουργώντας ένα άσχημο προηγούμενο, που θα άνοιγε το δρόμο για τον 3ο αιώνα μ.Χ.

Ο Κλαύδιος δεν είχε πείρα διοίκησης και στηριζόταν στις συζύγους του, την Αγριππίνα και τη Μεσσαλίνα. Παράλληλα, ήταν μορφωμένος, ευφυής και πρακτικός. Μάλιστα ήταν οπαδός του συστήματος διακυβέρνησης της res publica, σε αντίθεση με το δεσποτικό τρόπο διακυβέρνησης του Τιβέριου και του Γάιου.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, προέβη σε διοικητικές μεταρρυθμίσεις. Ενώ οι προηγούμενοι αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν συγγενείς και φίλους τους για βοηθούς του, ο Κλαύδιος προσέλαβε απελεύθερους. Παράλληλα, προσπάθησε να προωθήσει τον εκρωμαϊσμό της αυτοκρατορίας, παραχώρησε την ρωμαϊκή υπηκοότητα (civitas romana) σε επαρχιώτες και εισήγαγε επαρχιώτες ευγενείς στη Σύγκλητο.

Η εύρεση πολλών προσώπων με το όνομα Claudius στις επιγραφές αποτελεί δείγμα ότι ο Κλαύδιος τους είχε παραχωρήσει τη ρωμαϊκή υπηκοότητα. Η εξωτερική του πολιτική στόχευε στην αύξηση των εδαφών της αυτοκρατορίας και κατέκτησε τη Βρετανία. Ονόμασε, μάλιστα, το γιο του Βρετανικό, τον οποίο προετοίμαζε για διάδοχό του, εις ανάμνηση της νίκης του αυτής. Επίσης, ενσωμάτωσε τη Θράκη στην αυτοκρατορία, ίδρυσε ρωμαϊκές αποικίες και εκτέλεσε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δημοσίων έργων. Ενώ όλοι πίστευαν ότι ο Βρετανικός θα διαδεχθεί τον Κλαύδιο, η Αγριππίνα προωθούσε το γιο της από προηγούμενο γάμο, το Νέρωνα. Έπεισε τον Κλαύδιο να τον υιοθετήσει. Το 54 μ.Χ οι πραιτωριανοί τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα.

Ο Κλαύδιος δεν είχε λάβει μέρος στη δημόσια ζωή λόγω της έμφυτης αστάθειάς του, και γι’ αυτό ο Αύγουστος και ο Τιβέριος τον είχαν κρίνει ακατάλληλο για τη θέση του αυτοκράτορα. Οι ερευνητές παρουσιάζονται διχασμένοι ως προς την προσωπικότητά του: άλλοι υποστηρίζουν ότι ήταν ένας ισχυρός ηγεμόνας με σαφείς προσανατολισμούς, ο οποίος αποτελούσε τη "χρυσή τομή" ανάμεσα στην παράδοση και την προσπάθεια για μεταρρύθμιση. Το ελαττωματικό παρουσιαστικό του αναπληρωνόταν από την ευφυΐα και την ευρηματικότητά του. Οι ισχυροί απελεύθεροι και γραμματείς του, Νάρκισσος και Βωας, ήταν απλοί υπηρέτες της πολιτικής του, που έβλεπε ότι οι νέες ανάγκες απαιτούσαν μεταρρυθμίσεις.

Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ήταν ένας ασθενούς θελήσεως αυτοκράτορας, αφηρημένος, εκκεντρικός και ευκολόπιστος, δίχως την απαιτούμενη εμπειρία ή τα προσόντα. Γρήγορα, έγινε υποχείριο φιλόδοξων μελών του περιβάλλοντος του αυτοκρατορικού οίκου και, ιδίως, των συζύγων του. Ο διοικητικός συγκεντρωτισμός ήταν ένδειξη της αδυναμίας του να ασκήσει εξουσία. Έτσι, ανέλαβαν το ρόλο του οι ισχυροί απελεύθεροι και μερικώς οι σύζυγοί του.

Είναι δύσκολο να αποφανθεί κάποιος για το πόση αλήθεια βρίσκεται σε κάθε άποψη. Οι αρχαίοι ιστορικοί ευνοούν την αρνητική για τον Κλαύδιο εκδοχή. Ο Δίων Κάσσιος ισχυρίζεται ότι ήταν υποχείριο των δούλων και των συζύγων του, ενώ ο Σενέκας τον γελοιοποιεί στην ‘αποκολοκύνθωση’. Οι επιγραφές και οι μαρτυρίες, όμως, που σώζουν διατάγματα και επιστολές του δείχνουν έναν αποφασιστικό και δραστήριο ηγεμόνα. Γενικά, φαίνεται ότι οι οργανωτικές και ανθρώπινες αρετές του δεν μπόρεσαν να υπερισχύσουν του χαμηλού κύρους και του χάους της προσωπικής του ζωής. Η Μεσσαλίνα εκτελέστηκε, διότι βρέθηκε αναμεμιγμένη σε μία συνωμοσία εναντίον του Κλαύδιου, και η Αγριππίνα φρόντιζε μόνο για την προώθηση του γιου της, τον οποίο και επέβαλε ως ηγεμόνα.

Ο ισχυρότερος αυτοκράτορας της δυναστείας των Κλαυδίων ήταν ο Κλαύδιος. Αυτός προσέθεσε νέες περιοχές στην αυτοκρατορία, οργάνωσε τη γραφειοκρατία της αυτοκρατορίας. Δημιουργώντας ιδιαίτερα αξιώματα (ένα είδος υπουργών), τα οποία επάνδρωσε με απελεύθερους. Σώζεται μάλιστα μία μακροσκελής επιστολή του προς τους κατοίκους της Αλεξάνδρειας, με την οποία διευθέτησε με σοβαρότητα τα προβλήματα ανάμεσα στην Ελληνική και την Εβραϊκή κοινότητα της περιοχής και ένας του λόγος στη Σύγκλητο, τον οποίο διέσωσε ο Σουητώνιος, αλλά και μία επιγραφή στη Λυών.

Ο Νέρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άνοδος του Νέρωνα στο θρόνο γέννησε πολλές ελπίδες για το μοίρασμα της εξουσίας ανάμεσα στον αυτοκράτορα και τη σύγκλητο, υπό την επίδραση του δασκάλου του, του στωικού φιλοσόφου Σενέκα.

Το 66 μ.Χ. μετά από μία πετυχημένη περιοδεία στην Ελλάδα με νίκες σε αρματοδρομίες και θεατρικούς αγώνες, το πιο εντυπωσιακό γεγονός της βασιλείας του ήταν η πυρκαγιά που έπληξε τη Ρώμη το 64 μ.Χ. Η πιθανή εμπλοκή του Νέρωνα σ’ αυτήν της έδωσε μυθικές διαστάσεις. Η πυρκαγιά άρχισε μια νύχτα του Ιουλίου του 64 μ.Χ. και γρήγορα εξαπλώθηκε στα οικήματα. Από τα δεκατέσσερα διαμερίσματα μόνο τα τέσσερα έμειναν ανεπηρέαστα από την πυρκαγιά. Οι απώλειες σε έργα τέχνης, παρμένα από τον ελληνιστικό κόσμο της Ανατολής, και σε κτήρια ήταν μεγάλες. Ο Τάκιτος, στα Annales, αναφέρει ότι η αιτία της πυρκαγιάς ήταν αμφίβολη. Όλοι οι υπόλοιποι ιστορικοί, όμως, συμφωνούν ότι ήταν έργο του Νέρωνα.

Ο πανικός και οι διαδόσεις που ακολούθησαν οδήγησαν σε εξιλαστήριες θυσίες και έτσι σώζεται η πρώτη ιστορική νύξη για το Χριστιανισμό, που έγινε αντικείμενο αναρίθμητων σχολίων, στην ιστορική ερμηνεία των οποίων συναντούμε δυσκολίες. Τα προφανή συμπεράσματα είναι τα εξής:

  • υπάρχει η πρώτη μαρτυρία για σταυρικό θάνατο
  • η χριστιανική θρησκεία μεταφέρθηκε από την Ιουδαία στη Ρώμη και γενικά στις πόλεις, όπου οι άνθρωποι ήταν δεκτικότεροι σε νέες θρησκείες και
  • αποδίδεται μειωμένη υπευθυνότητα στους Χριστιανούς, που κατηγορούνται περισσότερο για το ‘μίσος τους προς το ανθρώπινο γένος’ παρά για την ενοχή τους για την πυρκαγιά.

Προκύπτει ότι ο Νέρων τους χρησιμοποίησε μάλλον ως εξιλαστήρια θύματα. Περίεργο είναι ότι κανένας άλλος δεν αναφέρει το γεγονός, ούτε τα χριστιανικά μαρτυρολόγια. Η πιο πιθανή εκδοχή είναι ότι μετά τις θηριωδίες, η χριστιανική κοινότητα της Ρώμης εξολοθρεύτηκε και, όταν ανασυγκροτήθηκε, το γεγονός είχε πλέον ξεχαστεί.

Μετά την επιστροφή του από το ταξίδι στην Ελλάδα, το 67 μ.Χ., ο Νέρων βρέθηκε αντιμέτωπος με πολλά προβλήματα και επαναστάσεις. Ο Ιούλιος Βίντεξ, νικητής της Γαλατίας, θανατώθηκε. Η σύγκλητος στράφηκε στο διοικητή της Ισπανίας, Γάλβα, για να διώξει το Νέρωνα. Οι πραιτωριανοί τον εγκατέλειψαν, η σύγκλητος ανακήρυξε αυτοκράτορα το Γάλβα και ο Νέρων αυτοκτόνησε τον Ιούλιο του 68 μ.Χ.

Η δυναστεία των Φλαβίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επόμενο έτος (68-69) είναι γνωστό ως το έτος των 4 αυτοκρατόρων. Ο Γάλβας με αυστηρά οικονομικά μέτρα προκάλεσε τις αντιδράσεις των πραιτωριανών και των λαϊκών στρωμάτων και δολοφονήθηκε. Ο Όθων ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας και οι λεγεώνες της Γερμανίας ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Βιτέλλιο. Όμως, οι ανατολικές λεγεώνες αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον Βιτέλλιο ως αυτοκράτορα και η σύγκλητος ανακήρυξε το διοικητή της Ιουδαίας, Βεσπασιανό, αυτοκράτορα, ιδρύοντας μία νέα δυναστεία, αυτήν των Φλαβίων.

Ο Βεσπασιανός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Βεσπασιανός

Ο Βεσπασιανός άσκησε μία περιοριστική οικονομική πολιτική και αύξησε τις προσόδους του κράτους, πολλοί άνεργοι απασχολήθηκαν στην κατασκευή δημόσιων έργων, η civitas romana παραχωρήθηκε σε μεγαλοκτηματίες και επαρχιώτες εισήλθαν στη σύγκλητο, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια παλαιότερων μελών της. Περιόρισε ακόμη τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, για χάρη των δημόσιων οικονομικών, εκτός από την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης των Ιουδαίων στην Παλαιστίνη και την εκστρατείες στη Βρετανία και τη Συρία. Το Βεσπασιανό διαδέχθηκαν με βάση την αρχή της κληρονομικής διαδοχής ο Τίτος και ο Δομιτιανός.

Ο Τίτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γιος του Βεσπασιανού, Τίτος, κυβέρνησε ένα σύντομο διάστημα που χαρακτηρίστηκε από μία φοβερή φυσική καταστροφή που έπληξε την Ιταλία, την έκρηξη του Βεζούβιου το 79 μ.Χ., η οποία έθαψε κάτω από στρώματα τέφρας δύο πόλεις την Πομπηία και το Ηράκλειο.

Ο Δομιτιανός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Τίτο διαδέχθηκε ο αδελφός του, Δομιτιανός, που δε διέθετε ούτε την πείρα ούτε τη σύνεση του Τίτου. Λειτούργησε ως απόλυτος μονάρχης που στηριζόταν στους στρατιώτες της πραιτωριανής του φρουράς. Εισήγαγε νέους επαρχιώτες στη Σύγκλητο ή προήγε ιππείς στην τάξη των Συγκλητικών, προκαλώντας το μίσος των παλαιότερων μελών της συγκλήτου. Ο Δομιτιανός εκτέλεσε, εξόρισε. Άλλοι απομακρύνθηκαν λόγω αυτού του κύματος τρομοκρατίας. Προήγαγε τους καταδότες σε κρατικούς αξιωματούχους και όσοι φιλόσοφοι ή διανοούμενοι τηρούσαν κριτική στάση απέναντί του εξορίστηκαν. Η δεσποτική του συμπεριφορά και οι συνεχείς συνωμοσίες οδήγησαν στη δολοφονία του το 96 μ.Χ.

Η δυναστεία των Αντωνίνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νέρβας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επόμενος αυτοκράτορας ήταν ο Νέρβας. Διέθετε περιθώρια ικανοποίησης αλλά ήταν μετριοπαθής και αδιάφθορος συγκλητικός.

Ο Τραϊανός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Τραϊανός

Η μεγάλη κρίση μετά το θάνατό του (π.χ. εμφύλιοι πόλεμοι) αποφεύχθηκε με την υιοθεσία του Τραϊανού, του διοικητή του στρατού του Ρήνου. Το γεγονός αυτό δείχνει τη σημασία του επαρχιακού στοιχείου στη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας. Η πλειοψηφία των Ιταλιωτών συγκλητικών περιορίστηκε και οι σχέσεις της συγκλήτου με τον αυτοκράτορα λίγοι περισσότερο επιτυχείς. Οι σωζόμενες επιστολές του Τραϊανού προς τον Πλίνιο το Νεότερο, διοικητή Βιθυνίας και Πόντου, δείχνουν τη λεπτότητα και την ευγένεια του αυτοκράτορα. Κατέκτησε νέα και πλούσια εδάφη στην περιοχή της Δακίας με τους δύο δακικούς πολέμους (101-106) και διεξήγαγε εκστρατεία εναντίον των Πάρθων, χωρίς να ενσωματώσει περιοχές. Το 117 μ.Χ. πέθανε κατά τη διάρκειά τους.

Όσον αφορά την οικονομική του πολιτική, ελάττωσε τους φόρους, ενίσχυσε το σύστημα δωρεάν παροχής σιτηρών (alimenta). Με τα χρήματα από τα πλούσια λάφυρα των Δακικών πολέμων βελτίωσε τα οικονομικά των επαρχιακών πόλεων, αύξησε την κρατική παρέμβαση στη διοίκηση διορίζοντας λογιστές που επέβλεπαν τα οικονομικά των πόλεων. Ίσως ήταν η καλύτερη περίοδος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αφού η ακμή της έφτασε στο απόγειό της. Το 104 μ.Χ. του απονεμήθηκε ο τίτλος του ‘optimus princeps’. Οι αρχαίοι συγγραφείς εκφράζουν για το πρόσωπό του θαυμασμό που ξεπερνά οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Έκδηλη ήταν η δημοτικότητά του, σε αντίθεση με τα αισθήματα απέχθειας για το Δομιτιανό, και η συμφιλιωτική και μετριοπαθής πολιτική του προς τη Σύγκλητο. Μοναδική είναι η γοητεία της προσωπικότητάς του. Οι στρατιώτες ήταν αφοσιωμένοι στον αυτοκράτορα που μοιραζόταν μαζί τους τα λάφυρα του πολέμου και έσχιζε τα ρούχα του για να δέσει τις πληγές τους. Προσέφερε άφθονα θεάματα (panem et circenses) και ήξερε να ανεβάζει το ηθικό του λαού με τις νίκες του.

Ο Αδριανός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αδριανός

Επόμενος αυτοκράτορας ήταν ο Αδριανός, ο οποίος επίσης από ρωμαϊκή οικογένεια της Ισπανίας. Το εύρος των ενδιαφερόντων και η σύνθετη προσωπικότητά του καθιστούν την προσωπικότητά του την πιο ενδιαφέρουσα ανάμεσα στις αυτοκρατορικές. Ήταν κοσμοπολίτης, αγαπούσε τις τέχνες και είχε σπουδαίες διοικητικές ικανότητες. Αν και στρατιωτικός, ανέστρεψε την επιθετική εξωτερική πολιτική του Τραϊανού και προτίμησε να ρίξει το βάρος στην άμυνα. Χρησιμοποίησε τη διπλωματία και κράτησε μόνο τη Δακία και την Αραβία από τις κατακτήσεις του προκατόχου του, λόγω της στρατηγικής και εμπορικής τους σημασίας. Όρισε αυστηρά τα σύνορα του ρωμαϊκού κράτους και τα ενίσχυσε με μόνιμες οχυρώσεις (limites romani).

Η αποτελεσματικότητα της αποφυγής εμπλοκής του σε πόλεμο είναι αμφισβητήσιμη. Μέχρι το τέλος της βασιλείας του, επικρατούσε ειρήνη στα σύνορα της αυτοκρατορίας. Μοιραίο μειονέκτημά του ήταν το ότι δε γνώριζε ότι οι αυτοκρατορίες είτε επεκτείνονται είτε παρακμάζουν και ότι κανένα σύστημα από μόνο του δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποφασισμένους εισβολείς. Ο σεβασμός των γειτόνων του κατά τη βασιλεία του ίσως οφείλεται στις νίκες του προκατόχου του, Τραϊανού.

Για να επιτύχει καλύτερη οργάνωση και αποτελεσματικότητα της φύλαξης των παραμεθόριων στρατιωτικών μονάδων, δεδομένου ότι ήταν δύσκολο οι μονάδες να διατηρούν την ετοιμότητά τους σε καιρό ειρήνης παρά μόνο ασκούμενες σε πραγματικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, ο Αδριανός πραγματοποιούσε συνεχείς περιοδείες για στρατιωτικές επιχειρήσεις, στις οποίες και αφιέρωσε το μισό χρόνο του ως αυτοκράτορας, κερδίζοντας το προσωνύμιο του ‘περιηγητή αυτοκράτορα’. Ένα άλλο κίνητρο που τον οδήγησε στην απόφασή του να ταξιδέψει τόσο πολύ ήταν τα πολλαπλά ενδιαφέροντά του (οι τέχνες, η επιστήμη, ο αθλητισμός) και η έμφυτη περιέργειά του. Ακολουθούσε συμπεριφορά περιηγητή, η οποία γλαφυρά αποδίδεται στο έργο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ Αδριανού απομνημονεύματα.

Ο Αντωνίνος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αντωνίνος Πίος

Το 138, ο Αδριανός πέθανε και τον διαδέχθηκε ο υιοθετημένος από αυτόν Αντωνίνος, πλούσιος συγκλητικός σε ηλικία 51 ετών, που είχε ένα γιο. Ο Αδριανός επιθυμούσε να ιδρύσει μία δυναστεία μέσω υιοθεσιών και υποχρέωσε τον Αντωνίνο να υιοθετήσει τους ηλικίας 16 και 7 ετών αντίστοιχα Μάρκο Αυρήλιο και Λεύκιο Βήρο.

Ο Αντωνίνος υποχρέωσε τη σύγκλητο να θεοποιήσει τον Αδριανό γι’ αυτό και ονομάστηκε Ευσεβής (Pius), όπως ορισμένοι πιστεύουν. Ο Αντωνίνος ήταν ο καλύτερος εκφραστής του κοσμοπολιτισμού. Ήταν γαλατικής καταγωγής και η σύζυγός του, Γαλερία, καταγόταν από την Ισπανία. Κατά τη βασιλεία του επικράτησε ειρήνη και ευημερία, καθιστώντας τον άξιο των εγκωμίων που του επιδαψίλευσε ο Αίλιος Αριστείδης.

Σε αντίθεση με τον Αδριανό, ο Αντωνίνος δεν ταξίδευσε σχεδόν καθόλου και παρέμεινε ως επί το πλείστον εντός των ορίων της Ιταλίας. Το 148 μ.Χ. γιόρτασε τα 900 χρόνια από την κτίση της Ρώμης. Οι άριστες σχέσεις της συγκλήτου με τον αυτοκράτορα υποδηλώνονταν με την concordia και την tranquilitas, που αναγράφονται σε νομίσματα της εποχής καθώς είχαν ουσιαστικό νόημα και δεν ήταν κενό γράμμα. Προώθησε τα σύνορα στη Δακία, την περιοχή του Ρήνου και τη Βρετανία. Προσπάθησε, ακόμη, να προετοιμάσει το διάδοχό του Μάρκο Αυρήλιο. Στη διοίκηση και τη νομοθεσία ακολούθησε την πολιτική του Αδριανού χωρίς μεγάλες αλλαγές. Εμφανής ήταν η διάκριση των πολιτών σε humiliores (πολίτες των λαϊκών τάξεων) και honestiores (πολίτες αριστοκρατικής καταγωγής), αφού σε περίπτωση παραπτωμάτων στις προβλεπόμενες ποινές συμπεριλαμβάνονταν η μαστίγωση και τα βασανιστήρια, ποινές που εφαρμόζονταν μόνο σε δούλους την περίοδο της res publica.

Ο Μάρκος Αυρήλιος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάρκος Αυρήλιος

Τον Αντωνίνο διαδέχθηκε ο Μάρκος Αυρήλιος, που γεννήθηκε στη Ρώμη από οικογένεια καταγόμενη από την Ισπανία. Υπήρξε μία πολύ ξεχωριστή προσωπικότητα, με γερή φιλολογική και φιλοσοφική μόρφωση και μεγάλη κλίση στη φιλοσοφία. Ως αυτοκράτορας θέλησε να αφοσιωθεί στην ιστορική φιλοσοφία και συνέγραψε τα ‘εις εαυτόν’. Τα πρώτα χρόνια ήταν συναυτοκράτορας με το Λεύκιο Αυρήλιο Ουήρο, ενώ από το 169 μ.Χ. κατείχε μόνος τον αυτοκρατορικό θρόνο. Δεν ήταν τυχερός, όμως, για να αφεθεί ανενόχλητος να εφαρμόσει το στωικιστικό πρόγραμμά του: όταν ήταν αυτοκράτορας μία σειρά φυσικών καταστροφών έπληξαν το κράτος, πλημμύρες και μία επιδημία πανώλης που έπληξε όλη σχεδόν την αυτοκρατορία.

Ο Κόμμοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Κόμμοδος

Μετά το θάνατο του Μάρκου Αυρήλιου, αυτοκράτορας έγινε ο Κόμμοδος, γιος του Μάρκου Αυρήλιου, σε ηλικία 19 ετών. Όπως και οι επίσης νεαροί Νέρων και Καλιγούλας, ήταν ανίκανος και ματαιόδοξος. Παρ’ όλα αυτά, τα σύνορα έμειναν αλώβητα λόγω των ικανοτήτων των στρατιωτών των λεγεώνων. Εγκατέλειψε τα σχέδια του Μάρκου Αυρήλιου και ανέθεσε τις υποθέσεις του κράτους σε ευνοούμενούς του, που επιδίδονταν σε συνωμοσίες και δημεύσεις περιουσιών. Ο Κόμμοδος δολοφονήθηκε την τελευταία μέρα του 192 μ.Χ.. Το άδοξο τέλος του Κόμμοδου ακολούθησαν παρόμοια με το έτος των τεσσάρων αυτοκρατόρων γεγονότα μέχρι την άνοδο της δυναστείας των Σεβήρων.

Η κρίση της αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. εκτεινόταν από τη Βρετανία ως τη Σαχάρα. Ανάμεσα στα ευαίσθητα σύνορα που εκτείνονταν κατά μήκος του Ρήνου, του Δούναβη και του Ευφράτη, υπήρχε μέχρι και την περίοδο του Μάρκου Αυρηλίου, ένα ομοιογενές κράτος που είχε γνωρίσει μία μακρά περίοδο ειρήνης. Ο Αύγουστος αντικατέστησε το σύστημα διοίκησης της res publica με μία ιδιότυπη μοναρχία, έθεσε τις βάσεις της pax romana, ολοκλήρωσε την αναδιάρθρωση της διοίκησης, χωρίζοντας την επικράτεια σε περίπου 30-40 επαρχίες. Η αυτοκρατορία είχε μία καθυστερημένη κοινωνική οργάνωση, αλλά, όπως παρατηρεί ο Gibbon, ουδέποτε πριν δεν έζησε η ανθρωπότητα με περισσότερη ευημερία απ’ ότι το 2ο αιώνα μ.Χ.

Γεγονός είναι ότι οι αυτοκράτορες προσέφεραν γενική και μακροχρόνια ειρήνη σε έκταση και διάρκεια. Με την ανάρρηση του Μάρκου Αυρηλίου στο θρόνο (161) εμφανίστηκαν τα πρώτα σύννεφα, που αργότερα οδήγησαν στην ολοκληρωτική και μόνιμη διασάλευση της pax romana. Οι δαπανηρές επιχειρήσεις εναντίον των Πάρθων και οι εκστρατείες εναντίον των τευτονικών φύλων που επιχειρούσαν επιδρομές τερμάτισαν την οικονομική ευημερία των μεσαίων τάξεων και υποβάθμισαν την ποιότητα του επιπέδου ζωής.

Οι εμφύλιοι πόλεμοι που ξεκίνησαν με τη δολοφονία του αυτοκράτορα διήρκεσαν 4 χρόνια. Από τους 5 αντίπαλους νικητής αναδείχθηκε ο Σεπτίμιος Σεβήρος.

Μετά τον Τραϊανό, που ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας από ρωμαϊκή οικογένεια εκτός της Ιταλίας και συγκεκριμένα από Ρωμαίους αποίκους της Ισπανίας, λίγοι ήταν οι αυτοκράτορες από την Ιταλία, η οποία έχασε την οικονομική και πολιτική σημασία που είχε παλιότερα. Πρώτος από τους μη Ευρωπαίους αυτοκράτορες ήταν ο Σεπτίμιος Σεβήρος, καταγόμενος από τη Βόρεια Αφρική, ενώ η σύζυγός του, η Ιουλία Δόμνα, καταγόταν από τη Συρία, η οποία είχε εξελιχθεί σε σπουδαίο κέντρο εξελληνισμού.

Η ανατολική παράδοση εισβάλλει στη Ρώμη και κατά τους ύστερους αυτοκρατορικούς χρόνους σχηματίζεται ένα ιδιότυπο πολιτιστικό αμάλγαμα. Ο Σεπτίμιος Σεβήρος υποστήριζε τις διοικητικές συνήθειες και παραδόσεις των Αντωνίνων, των οποίων παρουσιαζόταν πλαστά ως διάδοχος. Επέβαλε μία μορφή απόλυτης μοναρχίας. Στο εξής, οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας έπρεπε να συνηθίσουν σε μία βίαιη μορφή φορολόγησης σε χρήμα και σε είδος. Το 212 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Καρακάλλας εκδίδει διάταγμα με το οποίο όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας θεωρούνται Ρωμαίοι πολίτες.

Το γιο του Σεπτίμιου Σεβήρου, Καρακάλλα, διαδέχθηκε ο Μακρίνος, που ήταν ιππέας από τη Μαυριτανία της Αφρικής, δείγμα της ολοένα μειούμενης επιρροής της Συγκλήτου. Τον πρώτο μη ανήκοντα στη σύγκλητο αυτοκράτορα αντικατέστησε ο πρώτος καταγόμενος από τη Συρία, ο Ελαγάβαλος, ανιψιός της Ιουλίας Δόμνας, σε ηλικία 14 ετών. Προβλήθηκε ως γιος του Καρακάλλα και μόνη του μέριμνα ήταν η μεταφορά της λατρείας του Ήλιου από την Έμεσα της Συρίας στη Ρώμη.

Το 222 αντικαταστάθηκε από το μικρότερο ξάδερφό του, Σεβήρο Αλέξανδρο, που κηδεμονευόταν από τη μητέρα του, που σκόπευε να τονώσει τις παραδοσιακές αξίες και το γόητρο της Συγκλήτου. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ήταν δυνατό, επειδή οι οικονομικές ανάγκες ήταν μεγάλες, καθώς οι Πάρθοι είχαν πλέον αντικατασταθεί από τους Σασσανίδες Πέρσες, αντίπαλος φοβερός και επικίνδυνος για την ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Συμπίπτουν η μετάβαση από τη στρατιωτική μοναρχία στη στρατιωτική αναρχία. Για μισό αιώνα η αυτοκρατορία αναστατωνόταν από πολέμους ανάμεσα σε διεκδικητές του θρόνου , από τους οποίους επωφελούνταν οι Πέρσες και τα γερμανικά φύλα.

Ακολούθησε ο Μαξιμίνος ο Θραξ, ένας άσημος στρατιωτικός του Δούναβη, που εφάρμοσε σκληρές μεθόδους πειθαρχίας και οδηγήθηκε στο θάνατο. Το 238 πέντε αυτοκράτορες ανταγωνίστηκαν για το θρόνο, από τους οποίου επέζησε μόνο ο Γορδιανός Γ'. Την περίοδο των στρατιωτών αυτοκρατόρων η κατάσταση ήταν ζοφερή. Γύρω στο 260 φάνηκε να επίκειται το τέλος της αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας Ουαλεριανός είχε αιχμαλωτιστεί από τους Πέρσες, οι οποίοι μόλις αντιμετωπίζονταν, όπως και στα βόρεια τα γερμανικά φύλα. Και άλλα φαινόμενα υποτίμησης ρωμαϊκού νομίσματος, άνοδος τιμών, θεομηνίες και συγκρούσεις κοινωνικές.

Η άσχημη πολιτική και οικονομική κατάσταση ενίσχυσε τις αποσχιστικές τάσεις των επαρχιών και άλλα διοικητικά προβλήματα. Η κεντρική Γαλατία επαναστάτησε εναντίον της κεντρικής εξουσίας. Σε άλλες περιοχές, σημειώθηκε εγκατάλειψη της γης από τους αγρότες, που στράφηκαν, ανάμεσα σε άλλα, και στη ληστεία, μείωση του μεγέθους της καλλιεργούμενης γης. Τα μεγέθη των εξελίξεων αυτών είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν. Πάντως είναι απίθανο να έγινε ομοιόμορφα.

Περισσότερα στοιχεία διαθέτουμε για την κρίση του νομισματικού συστήματος, που έλαβε μορφή ολοκληρωτικής κατάρρευσης, καθώς τα μεγέθη είναι εύκολα μετρήσιμα. Οι αιτίες είναι σύνθετες, η κυριότερη, όμως, είναι η ελλιπής γνώση κανόνων που καθορίζουν τη νομισματική κυκλοφορία ως ρυθμιστικού παράγοντα της οικονομίας. Το ρωμαϊκό κράτος δεν έκανε πάντα πιστή εφαρμογή εγγυήσεων, αφού ήταν επιτρεπτή η νόθευση του νομίσματος και η ανάμιξη ευτελών μετάλλων. Ουσιαστικά υποτιμούσαν την ονομαστική αξία του νομίσματος.

Τον ύστερο 3ο αιώνα, οι δυσχέρειες στην προμήθεια των μετάλλων και η ανάγκη για μεγαλύτερες δαπάνες, οδήγησαν στην κοπή όλο και πιο νοθευμένων νομισμάτων. Μόλις οι πολίτες το αντιλαμβάνονταν η αξία του νομίσματος έπεφτε και οι τιμές των προϊόντων ανέβαιναν. Αποτέλεσμα ήταν ένας φαύλος κύκλος πληθωρισμού και ανατιμήσεων, καθώς νέα υποτιμημένα νομίσματα έρχονταν στην κυκλοφορία. Επιπροσθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις όταν η διοίκηση έβρισκε πολύτιμα μέταλλα και κυκλοφορούσε γνησιότερα νομίσματα δεν κατάφερνε τα επιθυμητά αποτελέσματα, διότι αμέσως μόλις γίνονταν αντιληπτά αποσύρονταν από την κυκλοφορία και αποθησαυρίζονταν. Αυτό συμπλήρωνε το φαύλο κύκλο, διότι τα πολύτιμα μέταλλα δεν επιστρέφονταν ποτέ στην κυβέρνηση. Από την εποχή του Γαλλιηνού, η συνήθης περιεκτικότητα του αργυρού δηναρίου σε ασήμι ήταν 5%, ενώ λίγο αργότερα κυκλοφορούσαν απλώς επάργυρα νομίσματα. Ο συνδυασμός των οικονομικών δυσχερειών (πληθωρισμός, άνοδος τιμών, έλλειψη μετάλλων) είχε ως πρώτο θύμα την ίδια την διοίκηση, διότι με τα υποτιμημένα νομίσματα που συνέλεγε με τη φορολογία δεν ήταν σε θέση να καλύψει τις ολοένα αυξανόμενες δαπάνες του κράτους.

Η λύση που δόθηκε ήταν η απαίτηση να καταβάλλεται ένα ποσό της φορολογίας σε είδος ή με την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών στο κράτος. Αυτό το σύστημα φορολόγησης επικράτησε ολοκληρωτικά και βασικό χαρακτήρα? και άμεσα επηρεάστηκαν οι δημόσιες ευεργεσίες και οι δωρεές στις πόλεις.

Ο Διοκλητιανός και η έναρξη του dominatum (Δεσποτεία)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γεωγραφική διαίρεση από προσωρινή επί αυτοκράτορα Γαλλιηνού γίνεται μόνιμη επί Διοκλητιανού. Τότε, αρχίζει η αποκατάσταση της αυτοκρατορίας (restituo). Η κρίση φαινόταν να υπερνικάται και με μακρόπνοο σχεδιασμό εφαρμόστηκε ένα συγκεντρωτικό σύστημα απολυταρχικής εξουσίας. Η τέχνη προχώρησε και κατασκευάστηκαν δαπανηρά παλάτια με ιδιαίτερη λαμπρότητα και αρχιτεκτονική πρωτοτυπία για τους αυτοκράτορες. Το κόστος μεγάλωσε με την απόφαση του Διοκλητιανού να αυξηθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι και κυρίως ο στρατός και καλύφθηκε με φορολόγηση σε είδος και συστηματοποίηση της φορολογίας από προηγούμενους αυτοκράτορες. Ο Διοκλητιανός δεν αντιμετώπισε τον καλπάζοντα πληθωρισμό και έκανε μία αποτυχημένη προσπάθεια να ελέγξει την άνοδο των τιμών με διατάγματα τιμών.

Τα αίτια της κρίσης του αστικού τρόπου ζωής κατά τον Ροστόβτζεφ, πρέπει να αναζητηθούν στη συμμαχία αγροτικού πληθυσμού και στρατού, που, κατά το Ρώσο ιστορικό, δημιουργήθηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ. εναντίον της εύπορης τάξης των πόλεων. Είναι φανερές οι αναλογίες ανάμεσα στη δράση του Κόκκινου Στρατού εναντίον των γαιοκτημόνων και την εναντίωση του ρωμαϊκού στρατού στους εύπορους κατοίκους των πόλεων. Η θεωρία αυτή, όμως, δεν είναι απόλυτα τεκμηριωμένη, αφού, όπως, δείχνουν οι πηγές, ο στρατός καταπίεζε όλους το ίδιο.

Αντιθέτως, σημαντική οικονομική εξέλιξη ήταν η μεταφορά των οικονομικών πόρων από τις περιοχές της Μεσογείου σε αυτές των βορείων συνόρων, όπου διεξάγονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Έτσι, οι πόλεις των παραμεθόριων περιοχών γίνονται σημαντικές πόλεις και μόνιμες έδρες αυτοκρατόρων τον 3ο αιώνα μ.Χ.

Όμως, και πάλι ο στρατός αναδεικνύεται σταδιακά η κυρίαρχη δύναμη, ενώ νέοι εχθροί κάνουν την εμφάνισή τους, από το βορρά τα βαρβαρικά έθνη, και από την ανατολή η μόνιμη απειλή των Πάρθων και αργότερα των Περσών.

Τα βαρβαρικά φύλα και έθνη - Κρίση και παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη επαφή με ένα γερμανικό λαό έγινε από τον Μάριο το 107 π.Χ., περίπου, όταν και νίκησε τους Τεύτονες και τους Κίμβρους στη νότιο Γαλλία. Το 58 π.Χ., ο Ιούλιος Καίσαρ κατεδίωξε τους Σουηβούς, που κατείχαν ένα μέρος της Γαλατίας πέρα από το Ρήνο.

Αργότερα, ο αυτοκράτορας Αύγουστος (30 π.Χ.-14 μ.Χ.) προσπάθησε να επεκτείνει τη ρωμαϊκή κυριαρχία στη Γερμανία, σχέδιο που δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει, καθώς οι λεγεώνες του εκεί έπεσαν σε ενέδρα γερμανικών φυλών το 9 μ.Χ. στον Τευτοβούργιο Δρυμό και κυριολεκτικά διαλύθηκαν. Αυτό ανάγκασε τους Ρωμαίους να φτιάξουν μία σταθερή συνοριακή γραμμή από οχυρά κατά μήκος του Ρήνου και να μην επιχειρήσουν ποτέ να επιτεθούν ξανά στην κυρίως Γερμανία. Παρόμοιες συνοριακές γραμμές δημιουργήθηκαν στο Δούναβη και στον Ευφράτη.

Οι περισσότεροι από τους γειτονικούς λαούς της αυτοκρατορίας ήταν γερμανικοί και οι Ρωμαίοι τους αποκαλούσαν "βαρβάρους", λέξη που είχαν πρωτο-χρησιμοποιήσει οι Έλληνες, που αποκαλούσαν έτσι όλους τους μη-Έλληνες, από τους ακατανόητους, για Ρωμαίους, ήχους των γλωσσών τους που έμοιαζαν με "βαρ-βαρ".

Οι βάρβαροι είχαν συγκροτήσει τις δικές τους κοινωνίες και ήταν πολύ καλοί τεχνίτες, αλλά οι Ρωμαίοι, επειδή ο τρόπος ζωής τους διέφερε ριζικά από εκείνο των βαρβάρων, τους θεωρούσαν αγρίους και απολίτιστους. Σε καιρούς ειρήνης, υπήρχε επαφή και εμπόριο ανάμεσα στους Ρωμαίους και στους γειτονικούς τους λαούς. Όμως η αυτοκρατορία αποδυναμώνεται και μαζί της αποδυναμώνονται και τα σύνορά της. Οι Γότθοι έκαναν επιδρομές ως το Αιγαίο μέχρι το 269 μ.Χ. που ηττήθηκαν σε μάχη κοντά στη Ναϊσσό. Οι Φράγκοι έφτασαν μέχρι τις ακτές της Ισπανίας, ενώ στην Ανατολή οι Πέρσες αρχίζουν να προελαύνουν και το 260 μ.Χ. αιχμαλωτίζουν τον αυτοκράτορα Βαλεριανό, μετά από μία καταστροφική ήττα των Ρωμαίων. Μεταξύ 268 μ.Χ. και 270 μ.Χ. η σύμμαχος της Ρώμης στην ανατολή και βασίλισσα της Παλμύρας, Ζηνοβία, θα φτιάξει ένα εφήμερο κράτος με αρκετές ρωμαϊκές επαρχίες, μέχρι να σταλεί στρατός να την αντιμετωπίσει.

Αυτήν την εποχή, οι αυτοκράτορες είναι στρατιωτικοί που ανεβαίνουν στην εξουσία με τη δύναμη του στρατού που διοικεί ο καθένας, ενώ η Σύγκλητος βλέπει τη δύναμή της να περιορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Οι περισσότεροι αυτοκράτορες, τώρα, κατάγονται από τις επαρχίες και δεν έχουν ουσιαστικούς δεσμούς με τη Ρώμη, και από αυτούς πάρα πολλοί ήταν από την Ιλλυρία: γι’ αυτό, αυτή η περίοδος (235 μ.Χ. - 284 μ.Χ.) ονομάζεται περίοδος των Ιλλυριών αυτοκρατόρων.

Το 284 ανέρχεται στο θρόνο ένας στρατιωτικός από την Ιλλυρία, ο Διοκλητιανός, και αντιλαμβάνεται ότι η αυτοκρατορία είναι πολύ μεγάλη για να διοικείται από έναν άνθρωπο. Για να λύσει αυτό το πρόβλημα εγκαινιάζει το σύστημα των τετραρχιών. Η αυτοκρατορία χωρίζεται σε τέσσερα τμήματα:

Ακόμη, χωρίζει τις παλαιές επαρχίες σε πολλές μικρότερες για να διοικούνται καλύτερα. Έτσι τα προβλήματα σε κάθε περιοχή λύνονταν ευκολότερα και γρηγορότερα, ενώ υπήρχε πάντα στρατός εκεί κοντά για να αντιμετωπίσει τυχόν εισβολείς. Το σύστημα λειτούργησε όσο ο Διοκλητιανός βρισκόταν στην εξουσία, ως ένας από τους Αυγούστους. Μόλις αποσύρθηκε, ξέσπασαν εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ των διαφόρων τετραρχών, μέχρι η αυτοκρατορία να ενωθεί ξανά υπό έναν αυτοκράτορα, τον Μέγα Κωνσταντίνο το 324. Οι βάρβαροι, όμως, δεν είχαν εξουδετερωθεί και τους επόμενους δύο αιώνες θα συνέχιζαν να επιτίθενται με σφοδρότητα. Το 378, ο αυτοκράτορας Ουάλης σκοτώνεται στη μάχη της Αδριανούπολης μεταξύ Ρωμαίων και Βησιγότθων. Το 395, αρχηγός των Βησιγότθων γίνεται ένας πρώην αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού, ο Αλάριχος, που τελικά το 410 θα τους οδηγήσει στη Ρώμη, την οποία κατέλαβαν και στη συνέχεια λεηλάτησαν για έξι ημέρες, προτού κατευθυνθούν στη νότια Γαλλία και την Ισπανία.

Το 410 είναι η χρονιά που οι ρωμαϊκές λεγεώνες αποχωρούν από τη Βρετανία και την αφήνουν στο έλεος των Σαξόνων, των Άγγλων και των Ιούτων από τα ανατολικά, και των Ιρλανδών Κελτών από τα δυτικά.

Αυτή την εποχή, ένας νέος λαός κάνει την εμφάνισή του, οι Ούννοι. Οι Ούννοι είναι τουρκικός λαός, συγγενής με τους Μογγόλους, και κατάφεραν να διασχίσουν τις στέπες και να νικήσουν Κινέζους, Πέρσες και πολλούς βαρβαρικούς λαούς. Δημιούργησαν ένα τεράστιο κράτος από το Ρήνο μέχρι τις στέπες της Ρωσίας και υπέταξαν πολλούς λαούς.

Ο σημαντικότερος αρχηγός τους ήταν ο Αττίλας. Με τον Αττίλα, οι Ούννοι φτάνουν στο απόγειο της δύναμής τους. Η ανατολική και η δυτική αυτοκρατορία του πληρώνουν τεράστια ποσά για την ασφάλειά τους και όλοι οι γύρω λαοί τον τρέμουν. Το 451, ο Αττίλας εισβάλει στη Γαλατία, όπου ένας συνασπισμός Ρωμαίων και Βησιγότθων και άλλων Γερμανών, υπό το στρατηγό Αέτιο, καταφέρνει να τον αναχαιτίσει στα Καταλαυνικά πεδία. Όμως, τον επόμενο χρόνο, ο Αττίλας εισβάλλει στην Ιταλία και, χωρίς κανείς να μπορεί να τον σταματήσει, κατευθύνεται προς τη Ρώμη. Όλα έδειχναν ότι η αιώνια πόλη θα καταστρεφόταν αλλά μετά από μία συνάντηση με τον πάπα και ίσως επειδή τα στρατεύματά του είχαν προσβληθεί από επιδημίες, ή και γιατί δεν ήθελε να αποκλειστεί στην Ιταλία, ο Αττίλας αποφασίζει να επιστρέψει στο στρατόπεδό του στην Ουγγαρία χωρίς να φτάσει στη Ρώμη. Το 453 μ.Χ. πεθαίνει και η αυτοκρατορία των Ούννων διαλύεται. Το 455 μ.Χ. οι Βάνδαλοι με αρχηγό το Γιζέριχο καταλαμβάνουν και, με τη σειρά τους, λεηλατούν τη Ρώμη.

Η επικράτηση του Χριστιανισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χριστιανισμός από τη στιγμή της γέννησης του άρχισε να εξαπλώνεται γρήγορα και η ενοποίηση της λεκάνης της Μεσογείου από τη Ρώμη βοήθησε πάρα πολύ γι' αυτό. Οι αυτοκράτορες, όμως, μαθαίνοντας τις ιδέες που πρέσβευε για ισότητα όλων των ανθρώπων, για το δικαίωμα των δούλων στην ελευθερία και για την μη αποδοχή της θεϊκής υπόστασης του αυτοκράτορα ξεκίνησαν διωγμούς εναντίον τους. Διωγμοί κατά των χριστιανών έλαβαν χώρα επί Νέρωνα για πρώτη φορά, και επί Διοκλητιανού για τελευταία. Το 313, ο Μέγας Κωνσταντίνος μαζί με το Λικίνιο εξέδωσαν το διάταγμα των Μεδιολάνων, που εγκαθιστούσε καθεστώς ανεξιθρησκίας σε όλη την αυτοκρατορία και άνοιγε το δρόμο στην εξάπλωση του χριστιανισμού.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας που είδε ευνοϊκά την εξάπλωση του χριστιανισμού και που φρόντισε για την αύξηση της δύναμής του. Ο Κωνσταντίνος αποφασίζει ότι η ανανέωση που χρειαζόταν η αυτοκρατορία και η νέα θρησκεία που εξαπλωνόταν ταχύτατα είχαν ανάγκη από μία νέα πρωτεύουσα και το 330 μ.Χ. μετέφερε την έδρα της αυτοκρατορίας στην πόλη που εκείνος έκτισε, τη Νέα Ρώμη ή Κωνσταντινούπολη. Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου, οι περισσότεροι αυτοκράτορες ήταν χριστιανοί, ή τουλάχιστον ήταν ευνοϊκοί απέναντι στο χριστιανισμό εκτός από τον Ιουλιανό (361-363) που προσπάθησε να σταματήσει την εξάπλωση του χριστιανισμού και να αναβιώσει την αρχαία ελληνική θρησκεία, προσπάθεια που εγκαταλείφθηκε μετά το θάνατό του σε εκστρατεία κατά των Περσών. Τελικά, ο Θεοδόσιος Α' αναγνώρισε το χριστιανισμό ως την επίσημη θρησκεία του κράτους.

Οριστική διαίρεση (395 μ.Χ.) και κατάλυση της αυτοκρατορίας (476 μ.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διοικητική διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας περί το 395 μ.Χ. Δεν απεικονίζονται οι τέσσερις υπαρχίες του πραιτωρίου.

Το 395 μ.Χ. ο Θεοδόσιος Α' πέθανε και όρισε στη διαθήκη του τη διαίρεση της αυτοκρατορίας σε δύο τμήματα, ανατολικό και δυτικό.

Το δυτικό κομμάτι της (οι περιοχές από τη Βρετανία και την Ισπανία μέχρι το Ρήνο, την Ιλλυρία, την Μεγάλη Σύρτη και το Μαγκρέμπ) θα διοικούνταν από τον μικρότερο γιο του, τον Ονώριο, ενώ το ανατολικό κομμάτι της, δηλαδή οι περιοχές από την Ιλλυρία και το Δούναβη ως την Αρμενία τη Συρία και την Αίγυπτο) από τον μεγαλύτερο γιο του, Αρκάδιο. Αυτός ήταν και ο τελευταίος διαχωρισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το δυτικό μέρος, που έχανε ταχύτατα την μία μετά την άλλη τις επαρχίες του (Φράγκοι στη βόρειο Γαλλία, Βησιγότθοι στη νότιο Γαλλία και στην Ισπανία, Οστρογότθοι στην Ιλλυρία, Βάνδαλοι στην Αφρική, Άγγλοι, Σάξονες και Ιούτοι στη Βρετανία), καταλύθηκε τελικά το 476 μ.Χ. από τον Οδόακρο, αρχηγό των βαρβάρων μισθοφόρων των Ρωμαίων, ενώ το ανατολικό μέρος έζησε για χίλια χρόνια ακόμη ως η γνωστή Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Ο τελευταίος αυτοκράτορας του δυτικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που η έδρα του από τη Ρώμη είχε μεταφερθεί στην πόλη Ραβένα της Ιταλίας, Ρωμύλος, με το υποτιμητικό παρωνύμιο αυγουστύλος από το αύγουστος, δεν πέθανε μαζί με την αυτοκρατορία του. Ο Οδόακρος του έδωσε μία βίλα στην Καμπανία και ένα ετήσιο εισόδημα μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 488 μ.Χ. ο αρχηγός των Οστρογότθων, Θευδέριχος ο Μέγας, νίκησε τον Οδόακρο και κατάκτησε την Ιταλία.

Σε αντίθεση με το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας που καταλύθηκε και έπαυσε να υπάρχει, το ανατολικό τμήμα κατόρθωσε να επιζήσει των βαρβαρικών επιδρομών και, χωρίς να υπάρξει διακοπή και με συνέχεια στην αυτοκρατορική διαδοχή, συνέχισε να υπάρχει μέχρι την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από το οθωμανικό κράτος.

Μετά το 476 μ.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καταλύθηκε το 476 και ο χαρακτήρας του ανατολικού τμήματος μεταβλήθηκε ουσιαστικά κατά το πέρασμα των αιώνων, η ρωμαϊκή αυτοκρατορία συνέχισε να επηρεάζει για αιώνες την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας. Το ρωμαϊκό δίκαιο συνέχισε να χρησιμοποιείται από τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες αλλά και από τους Γερμανούς ηγεμόνες της Δύσης. Η λατινική γλώσσα θεωρούνταν για αιώνες η γλώσσα των μορφωμένων ανθρώπων, ενώ η ρωμαϊκή αρχιτεκτονική και οδοποιία θαυμάζονται μέχρι σήμερα.

Για χίλια περίπου χρόνια οι Βυζαντινοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους συνεχιστές και κληρονόμους του ρωμαϊκού μεγαλείου, ενώ οι ιδέες της οικουμενικότητας, της παγκόσμιας ενότητας και κυριαρχίας ήταν αρκετά ελκυστικές σε σειρά ηγεμόνων, όπως ο Καρλομάγνος και ο Όθων Α', που ονόμασαν τους εαυτούς τους αυτοκράτορες και στέφθηκαν από τον πάπα με αυτόν τον τίτλο. Η ίδια η Εκκλησία της Ρώμης διεκδίκησε ένα κομμάτι από την ακτινοβολία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Είναι αξιοσημείωτο πως οι τίτλοι "τσάρος" για τη Ρωσία και "κάιζερ" για τη Γερμανία προέρχονται από το ρωμαϊκό "καίσαρας".

Με δεδομένη την αποσύνδεση της Ρώμης από την Ελληνική ιστορία και με δεδομένο τον αναμφισβήτητα Ελληνικό (ή Γραικικό) χαρακτήρα της γνωστής στην ιστοριογραφία ως «Βυζαντινής αυτοκρατορίας» προκύπτει ένα πολύ σοβαρό θέμα:

Πότε σταματά να υπάρχει η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και πότε ξεκινά να υπάρχει αυτό που αποκαλούμε «Βυζαντινή» αυτοκρατορία; Υπάρχουν πολλές διαφωνίες ως προς αυτό το θέμα και αυτό γιατί η ιστορία δεν περιορίζεται μόνο στην γνώση των γεγονότων αλλά κυρίως στην αξιολόγησή τους. Ενιαία αξιολόγηση των γεγονότων σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει και ο λόγος είναι πολύ απλός:

Δεν υπήρξε ποτέ σημείο αφετηρίας της «Βυζαντινής» αυτοκρατορίας γιατί πολύ απλά δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο κράτος ή αυτοκρατορία, ενώ η χρήση αυτού του ψευδωνύμου έγινε στα πλαίσια παραχάραξης της ιστορίας. Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τις υπάρχουσες θεωρίες. Οι κυριότερες θεωρίες για την «ανατολή» της λεγόμενης «Βυζαντινής» αυτοκρατορίας είναι τρεις:

A) Άλλοι υποστηρίζουν το έτος 330 που μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη.

Β) Άλλοι υποστηρίζουν το έτος 395 που ο Θεοδόσιος χώρισε την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία σε Ανατολική και Δυτική η πρώτη με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη και η δεύτερη με πρωτεύουσα το Μιλάνο αρχικά και στην συνέχεια την Ραβέννα.

Γ) Άλλοι υποστηρίζουν το έτος 476 που έπεσε η Ραβέννα (και η πόλη της Ρώμης) στους βαρβάρους με συνέπεια να καταλυθεί η Δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Όλα αυτά βέβαια δείχνουν ελλιπή αξιολόγηση των γεγονότων.

Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αν και προήλθε από την πόλη της Ρώμης, από τον 3ο αιώνα η αυτοκρατορία την είχε ήδη υπερβεί. Η Ρώμη στις αρχές του 3ου αιώνα αναγνωρίστηκε επίσημα πως δεν αποτελούσε πλέον πόλη κράτος και στα τέλη του 3ου αιώνα η Ρώμη από πρωτεύουσα μετατράπηκε σε επαρχία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Το 212 η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετετράπη σε Οικουμενική αυτοκρατορία όταν αποδόθηκε η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους υπηκόους με αποτέλεσμα την παύση ύπαρξης κυρίαρχων και υπηκόων λαών και την πραγματοποίηση του Οικουμενικού οράματος του Αλέξανδρου 5 αιώνες μετά την εποχή του. Η ενέργεια αυτή ήταν βέβαια σύμφωνη και με την νοοτροπία πολιτικού εκρωμαϊσμού που ακολουθούσε η Ρώμη από την αρχή την κτίση της, όπως είδαμε προηγουμένως σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Διονύσιου του Αλικαρνασσέως τον 1ο π.χ. αιώνα. Με την απόδοση της ιδιότητας του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας έπαυσε η διάκριση που υπήρχε ως εκείνη την εποχή που την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη την είχαν μόνο οι κάτοικοι της Ρώμης και της Ιταλίας. Από το 212 και μετά αναγνωρίστηκε κάτι που είχε συμβεί ήδη από τον 2ο αιώνα, ότι δηλαδή η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε πλέον υπερβεί θεσμικά την πόλη της Ρώμης και Ρωμαίοι από το 212 και μετά ήταν όλοι οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως καταγωγής και εθνικότητας. Μπορεί η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία να είχε προέλθει από την πόλη-κράτος της Ρώμης αλλά τον 3ο αιώνα αυτή η προέλευση είχε ιστορική μόνο σημασία. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του 3ου αιώνα δεν ήταν πια πόλη κράτος όπως η Ρώμη του 1ου π.χ. αιώνα, αλλά πραγματική αυτοκρατορία. Η μεταμόρφωση της πόλης κράτους σε αυτοκρατορία δεν συνέβη με την εδαφική επέκταση της Ρώμης σε απέραντες εκτάσεις τον 2ο π.χ. και 1ο π.χ. αιώνα, αλλά με την υποβάθμιση της σημασίας της τοπικής καταγωγής των υπηκόων της που συνέβη τον 1ο και τον 2ο αιώνα. Η Ρώμη σαν αυτοκρατορία παγιώθηκε για αρκετούς αιώνες. Μέσα στους δύο πρώτους Μεταχριστιανικούς αιώνες οι γενιές που έρχονταν και έφευγαν έβλεπαν μόνο την Ρώμη ως κυρίαρχο. Με την πάροδο των αιώνων οι διαφορές τους με τους Ρωμαίους αμβλύνθηκαν και τελικά ατόνησαν. Σε αυτό συνέβαλλε και το γεγονός πως οι Ρωμαίοι προέρχονταν από πόλη κράτος και όχι άμεσα από κάποιον λαό. Η Ρωμαιοποίηση των υπηκόων της αυτοκρατορίας θα ήταν πιο δύσκολη ως αδύνατη αν στην θέση των Ρωμαίων βρίσκονταν οι Άραβες, οι Τούρκοι, οι Πέρσες, ή κάποιος λαός. Με την παύση ύπαρξης Ρωμαίων Πολιτών η αναγνώριση του δικαιώματος του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας ήταν αν μη τι άλλο λογική τον 3ο αιώνα, ενώ τον 1ο π.χ. αιώνα ήταν αδιανόητη.

Η υπέρβαση της πόλης της Ρώμης από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία συνεχίστηκε τον 3ο αιώνα και ολοκληρώθηκε τυπικά όταν το 293 η πόλη της Ρώμης έπαυσε να είναι και θεσμικά η πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Με το να παύσει να είναι πρωτεύουσα η πόλη της Ρώμης έπαυσε να είναι το κέντρο της αυτοκρατορίας όπου οι αυτοκράτορες κυβερνούσαν και όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις και μετατράπηκε σε επαρχία της αυτοκρατορίας διατηρώντας αυτή την ιδιότητα ως το 751 με διάλειμμα την περίοδο 476-536 που είχε καταληφθεί από τους Οστρογότθους μαζί με όλη την Ιταλία. Δεν έπαυσε βέβαια να έχει ιδιαίτερα συμβολική σημασία, αλλά τίποτα παραπάνω από αυτό. Αντίστοιχα φαινόμενα υπέρβασης παρατηρούνται σε περιπτώσεις που κάποιοι μεμονωμένοι άνθρωποι ή οικογένειες δημιουργούν εταιρείες, ή σωματεία, ή ιδρύματα, ή αθλητικές ομάδες, αλλά στην συνέχεια τα δημιουργήματα υπερβαίνουν τους δημιουργούς και αποσυνδέονται από αυτούς, έτσι π.χ. μπορεί μετά από τριάντα, πενήντα ή εκατό χρόνια να μην έχει σημασία ποια οικογένεια ίδρυσε μια εταιρεία, ένα σωματείο, ένα ίδρυμα, ή ένα αθλητικό σωματείο γιατί το δημιούργημα έχει υπερβεί τους δημιουργούς. Όταν ο Διοκλητιανός το 293 χώρισε διοικητικά την Αυτοκρατορία σε 4 τμήματα όρισε ως πρωτεύουσες για το ένα τμήμα την πόλη Τρεβήρους στην Γαλατία, για το δεύτερο τμήμα την Νικομήδεια της Βιθυνίας, για το τρίτο τμήμα το Σίρμιο στα Βαλκάνια και για το τέταρτο τμήμα που περιλάμβανε την Ιταλία δεν όρισε πρωτεύουσα την Ρώμη αλλά τα Μεδιόλανα, δηλαδή το σημερινό Μιλάνο.

Αξίζει εδώ να σχολιάσουμε δύο γεγονότα:

Α) Ο ίδιος ο Διοκλητιανός ανέλαβε το τμήμα που είχε πρωτεύουσα την Νικομήδεια της Βιθυνίας, μια πόλη που είναι σχεδόν απέναντι από την Κωνσταντινούπολη η οποία δεν είχε κτιστεί την εποχή του Διοκλητιανού. Το γεγονός πως ο Διοκλητιανός μετακινήθηκε το 293 στην ανατολή σήμαινε ότι το κέντρο βάρους της αυτοκρατορίας έτεινε να μετακινηθεί εκεί, γεγονός που πραγματοποιήθηκε το 330 με την κτίση της Κωνσταντινούπολης. Θεωρώντας την πόλη της Ρώμης μη Ελληνικής καταγωγής είναι ανεξήγητο γιατί ο Διοκλητιανός μετακινήθηκε τόσο μακριά από την Ιταλία και μάλιστα σε εδάφη που κατοικούνταν κυρίως από Έλληνες εκείνη την εποχή, η δε ενέργεια του Διοκλητιανού δεν ήταν παρένθεση αλλά μόνο η αρχή, αφού γνώρισε συνέχεια με την κτίση της Κωνσταντινούπολης. Ο Κωνσταντίνος μετέφερε το 330 την πρωτεύουσα από την Νικομήδεια στην Κωνσταντινούπολη και όχι από την Ρώμη, όπως πιστεύεται. Ο Διοκλητιανός και όχι ο Κωνσταντίνος είχε κάνει την αρχή όσον αφορά την στέρηση της ιδιότητας της πρωτεύουσας από την πόλη της Ρώμης. Από το 293 η Ρώμη έπαυσε να είναι πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και κατέστη επαρχία της. Η Νικομήδεια μάλιστα βρισκόταν κοντά στην Τροία και στην Δάρδανο γεγονός που θα έπαιξε ρόλο στην θεσμική αποδοχή της επιλογής του Διοκλητιανού.

Β) Ακόμα και για το τμήμα που περιλάμβανε την Ιταλία δεν παρέμεινε πρωτεύουσα η Ρώμη αλλά το σημερινό Μιλάνο. Θα ήταν πολύ εύκολο για τον Διοκλητιανό να αφήσει την Ρώμη πρωτεύουσα για τμήμα που συμπεριλάμβανε την Ιταλία αλλά δεν το έκανε και αυτό αποδείκνυε ότι η πόλη της Ρώμης δεν ήταν πια το κέντρο της αυτοκρατορίας και ότι η αυτοκρατορία συνέχιζε να υπάρχει πλέον και χωρίς αυτήν. Συνεπώς από το 293 και μετά η Ρώμη δεν θεωρείτο το κέντρο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ούτε από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες οι οποίοι μάλιστα με πρώτο τον Διοκλητιανό άρχισαν να κινούνται στην Ανατολή στα πλαίσια αναζήτησης νέου κέντρου για την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που παρέμενε διοικητικά και όχι πολιτικά διαιρεμένη όπως θα δούμε στην συνέχεια. Η ενέργεια του Διοκλητιανού να απομακρυνθεί από την πόλη της Ρώμης θα ήταν αδιανόητη την εποχή του Οκταβιανού στα τέλη του 1ου π.χ. αιώνα που η Ρώμη ήταν το αναμφισβήτητο κέντρο της αυτοκρατορίας, και δεν τίθετο καν θέμα αναζήτησης άλλου κέντρου. Όμως μέσα σε τρεις αιώνες η κατάσταση είχε αλλάξει οι αστικοί πατριωτισμοί είχαν σβήσει, οι εθνικές διακρίσεις δεν είχαν σημασία και ο Οικουμενισμός είχε επικρατήσει με αποτέλεσμα τον 3ο αιώνα οι κάτοικοι π.χ. της Αιγύπτου να είναι «Ρωμαίοι» όπως και οι κάτοικοι της Βρετανίας, της Γαλατίας, της Ιβηρίας, της Ελλάδας, της Μικράς Ασίας, της Συρίας, της Καρχηδονίας, της Θράκης, της Ιλλυρίας κ.λ.π. ενώ τον 1ο π.χ. αιώνα Ρωμαίοι ήταν μόνο οι κάτοικοι της Ιταλίας και της Ρώμης με τους υπολοίπους να είναι απλά υπήκοοι που γνώριζαν αστικές ή φυλετικές διαφοροποιήσεις.

Όταν ο Κωνσταντίνος το 324 επανένωσε διοικητικά την αυτοκρατορία αναζήτησε νέο κέντρο στην Ανατολή, εκεί που είχε καταφύγει και ο Διοκλητιανός μερικές δεκαετίες νωρίτερα και επειδή δεν υπήρχε πόλη ικανή για έναν τόσο σημαντικό ρόλο υποχρεώθηκε να την κτίσει ή να επεκτείνει και να επαναθεμελιώσει ήδη υπαρκτή πόλη, οι δε διαδικασίες οικοδόμησης ή επέκτασης ξεκίνησαν μόλις ένα χρόνο μετά την επανένωση της αυτοκρατορίας δηλαδή το 325. Στα πλαίσια αυτά κτίστηκε η Κωνσταντινούπολη που εγκαινιάστηκε το 330 στην θέση της αποικίας του αρχαίου Βυζαντίου με την επιλογή της τοποθεσίας της να μην είναι τυχαία, αλλά σύμφωνη με τα πλαίσια της παγανιστικής ιερής γεωγραφίας δεδομένου ότι η πόλη ισαπείχε σε σχέση με την Ρώμη από την Δωδώνη (το ίδιο ισχύει με την Αθήνα και την Σπάρτη), ενώ οι δύο πόλεις είναι αμφότερες επτάλοφες. Η δυνατότητα εύκολης οχύρωσής της και η εν γένει στρατηγικότητα της τοποθεσίας της προφανώς θα ενίσχυσαν την απόφαση του Κωνσταντίνου.

Η Κωνσταντινούπολη οικοδομήθηκε ακολουθώντας τα πρότυπα της πόλης της Ρώμης και αυτό φυσικά σήμαινε ότι η Ρώμη αποτελούσε το πρότυπο, αλλά το νέο δημιούργημα αποτελούσε την συνέχειά της. Ούτως ή άλλως από το 293 η Ρώμη δεν ήταν πλέον το κέντρο της αυτοκρατορίας και το 330 το κέντρο της αυτοκρατορίας κατέστη η Κωνσταντινούπολη. Έτσι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία απέκτησε ένα νέο κέντρο, μια πόλη που είχε εξ’ αρχής ιδρυθεί για να αποτελέσει την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε αντίθεση με την Ρώμη. Σε κάθε περίπτωση η μεταφορά της πρωτεύουσας το 330 από την Νικομήδεια στην Κωνσταντινούπολη έγινε στα πλαίσια δημιουργίας νέας πρωτεύουσας για την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Επρόκειτο για επαναθεμελίωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όχι για την δημιουργία νέου κράτους.

Αν π.χ. σήμερα κτιστεί μια νέα πόλη π.χ. στην θέση που σήμερα βρίσκεται ο Βόλος και την ονομάσουμε π.χ. «Ελλαδούπολη», και μεταφέρουμε την πρωτεύουσα από την Αθήνα στην «Ελλαδούπολη» αυτό σημαίνει πως δημιουργήσαμε νέο κράτος; Οι Ρώσοι όταν ο Πέτρος ο Μέγας μετέφερε το 1712 την πρωτεύουσα από την Μόσχα στην Πετρούπολη, που κτίστηκε ειδικά για αυτό τον σκοπό, δημιούργησε νέο κράτος; Οι Αμερικάνοι όταν το 1790 μετέφεραν την πρωτεύουσά από την Νέα Υόρκη στην Ουάσιγκτον, που κτίστηκε ειδικά για αυτό τον σκοπό, δημιούργησαν νέο κράτος; Οι Βραζιλιάνοι όταν το 1960 μετέφεραν την πρωτεύουσά τους από το Ρίο στην Μπραζίλ σε μια νέα πόλη που κτίστηκε ειδικά για αυτό τον σκοπό δημιούργησαν νέο κράτος;

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ίσως τέθηκαν νέα θεμέλια στα προαναφερόμενα κράτη, αλλά τα κράτη αυτά δεν άλλαξαν, ούτε έπαψαν να υπάρχουν, ούτε δημιουργήθηκαν νέα κράτη στην θέση τους. Είναι προφανές πως όταν ο Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη το 330 δεν δημιούργησε κανένα νέο κράτος.

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου του Ά η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρ’ όλο που είχε βρει πλέον νέο κέντρο στην Κωνσταντινούπολη, διασπάστηκε το 337 και αυτό γιατί τα προβλήματα διοίκησής της δεν μπορούσαν να επιλυθούν μόνο με την δημιουργία νέου κέντρου, αφού ήταν αποτέλεσμα της υπερέκτασης της αυτοκρατορίας. Όμως όταν η αυτοκρατορία επανενώθηκε με τον Ιουλιανό το 361 το κέντρο της θεωρείτο πάντα η Κωνσταντινούπολη και ποτέ η Ρώμη.

Μεταφέροντας την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη η τελευταία κατέστη το κέντρο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο από αυτό. Άρα καμία «Βυζαντινή» αυτοκρατορία δεν μπορεί να ξεκίνησε να υπάρχει το 330. Ο Κωνσταντίνος δεν έχασε την ιδιότητα του Ρωμαίου Αυτοκράτορα όταν μετέφερε την πρωτεύουσα στην Κωνσταντινούπολη και δεν έγινε «Βυζαντινός» αυτοκράτορας καμίας «Βυζαντινής» αυτοκρατορίας με αυτή την ενέργεια, όπως αντίστοιχα ο Πέτρος δεν έχασε την ιδιότητα του Ρώσου αυτοκράτορα όταν μετέφερε την πρωτεύουσα από την Μόσχα στην Αγία Πετρούπολη.

Όσον αφορά την διάσπαση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 395 από τον Θεοδόσιο τον Ά σε δύο κράτη το Ανατολικό και το Δυτικό και αυτή η διαίρεση δεν μπορεί να αποτελεί το σημείο αφετηρίας της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας για τους ακόλουθους λόγους.

Η διαίρεση του Θεοδοσίου δεν ήταν πολιτικής φύσης αλλά διοικητικής, δηλαδή ο Θεοδόσιος δεν αποσκοπούσε στο να διαλύσει την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και να ιδρύσει δύο νέα κράτη αλλά στο να διοικηθεί καλύτερα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

Ο Θεοδόσιος δεν ήταν ο πρώτος που διαίρεσε την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ο πρώτος ήταν ο Διοκλητιανός που την διαίρεσε το 293 σε δύο τμήματα, δηλαδή σε Ανατολή και Δύση, (στα ίδια σχεδόν τμήματα που την διαίρεσε και ο Θεοδόσιος το 395) στην συνέχεια τα δύο τμήματα διαιρέθηκαν σε άλλα δύο και συνολικά η αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε τέσσερα τμήματα στην λεγόμενη «Τετραρχία». Ο Κωνσταντίνος ο Ά κατόπιν εμφυλίων πολέμων επανένωσε την αυτοκρατορία το 324. Μετά τον θάνατό του Κωνσταντίνου το 337 η αυτοκρατορία διαιρέθηκε εκ νέου πάλι διοικητικά σε μια νέα Τετραρχία. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία επανενώθηκε με τον Ιουλιανό το 361 και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του διαιρέθηκε και πάλι διοικητικά το 364 και επανενώθηκε με τον Θεοδόσιο τον Ά το 375.

Πριν τον Διοκλητιανό κατά την διάρκεια της «κρίσης του 3ου αιώνα», μιας κρίσης με προεκτάσεις οικονομικές, στρατιωτικές, πολιτικές και πληθυσμιακές (με δεδομένο τον αποδεκατισμό του πληθυσμού από αρρώστιες) η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διασπάστηκε σε τρία τμήματα που δεν αποτελούσαν απλά διοικητικές διαιρέσεις. Την περίοδο 260-274 στην σημερινή Γαλλία και Βρετανία (για λίγο και στην Ισπανία) απλωνόταν η βραχύβια «Γαλατική αυτοκρατορία», ενώ την περίοδο 260-273 στην Αίγυπτο, στην Παλαιστίνη, στην Συρία και στην Κεντρική με Ανατολική Μικρά Ασία απλωνόταν η επίσης βραχύβια «Αυτοκρατορία της Παλμύρας». Οι δύο αυτές αυτοκρατορίες προήλθαν από διάσπαση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 260 και η Γαλατική αυτοκρατορία με την αυτοκρατορία της Παλμύρας διατηρούσαν εχθρικές σχέσεις με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αυτή η κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι το 273-274 που η Γαλατική αυτοκρατορία και η αυτοκρατορία της Παλμύρας διαλύθηκαν και οι εκτάσεις τους εντάχθηκαν εκ νέου στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η διαίρεση της περιόδου 260-274 δεν ήταν διοικητικής, αλλά πολιτικής φύσης, αυτό όμως δεν ισχύει για τις μεταγενέστερες διαιρέσεις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, γιατί οι διαιρέσεις το 293, το 337 και το 364 ήταν διοικητικής και όχι πολιτικής φύσης. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός πως όταν ακολούθησαν συγκρούσεις μεταξύ των τμημάτων της αυτοκρατορίας που οδήγησαν σε επανενώσεις αυτές οι συγκρούσεις χαρακτηρίστηκαν ως «εμφύλιες». Δεν νοείται ασφαλώς εμφύλιος πόλεμος μεταξύ διαφορετικών κρατών, συνεπώς οι χωρισμοί της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας πριν το 395 ήταν αναμφίβολα διοικητικής και όχι πολιτικής φύσης, δεν δημιούργησαν δηλαδή νέα κράτη.

Το ίδιο όμως ισχύει και για την διαίρεση του 395 από τον Θεοδόσιο τον Ά. Η διαίρεση του Θεοδόσιου δεν ήταν η πρώτη, αλλά η τέταρτη και ήταν και αυτή διοικητικής φύσης, όπως αντίστοιχης φύσης ήταν οι διαιρέσεις του Διοκλητιανού έναν αιώνα νωρίτερα και των διαδόχων του Κωνσταντίνου του Ά ή των διαδόχων του Ιουλιανού. Ο Κωνσταντίνος ο Ά και ο Θεοδόσιος ο Ά βρήκαν διοικητικά διαιρεμένη την αυτοκρατορία, την ένωσαν και αμφότεροι την διαίρεσαν διοικητικά μετά τον θάνατό τους. Όπως προείπαμε οι πόλεμοι που πραγματοποιήθηκαν από τον Κωνσταντίνο τον Ά για την επανένωση της αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονται εμφύλιοι, και όχι άδικα. Το ίδιο όμως θα ίσχυε αν ποτέ συγκρούονταν οι στρατοί Κωνσταντινούπολης και Ραβέννας μετά το 395. Ενδέχεται μάλιστα να είχαν συγκρουστεί αν οι βάρβαροι δεν είχαν εν τω μεταξύ κατακλείσει την Δύση δημιουργώντας ανυπέρβλητα προβλήματα και ο αυτοκράτορας που θα ένωνε τα δύο τμήματα της αυτοκρατορίας ενδέχεται να την διαιρούσε ξανά μετά τον θάνατό του, όπως είχε ήδη γίνει τόσες φορές.

Το γεγονός ότι σε αντίθεση με τις προηγούμενες διαιρέσεις τα δύο τμήματα δεν επανενώθηκαν δεν αρκεί για να αποδείξει ότι η διαίρεση του 395 ήταν πολιτική και όχι διοικητική όπως η διάσπαση του 260. Η διαίρεση πραγματοποιήθηκε το 395 αλλά το 407 οι βάρβαροι πέρασαν τον παγωμένο Ρήνο και κατέκλυσαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όχι μόνο στο Δυτικό τμήμα αλλά και στο Ανατολικό. Η Ρωμαϊκή εξουσία δεν μπόρεσε στην Δύση να τους σταματήσει και τελικά κατέρρευσε. Αν δεν είχαν όμως πραγματοποιηθεί οι εισβολές των βαρβάρων του 5ου αιώνα πιθανότατα τα δύο τμήματα θα ξαναενώνονταν όπως είχε γίνει και τις προηγούμενες φορές (324, 361, 375). Δεν υπήρξε όμως ο απαραίτητος χρόνος γιατί ο Θεοδόσιος διαίρεσε διοικητικά την αυτοκρατορία το 395 και οι εισβολές των βαρβάρων κατέκλυσαν την Δύση το 407, δηλαδή μόλις 12 χρόνια μετά την διοικητική διαίρεση της αυτοκρατορίας, είχαν μάλιστα ξεκινήσει από το 402. Μετά το 395 η Κωνσταντινούπολη και η Ραβέννα συνεργάστηκαν όσο αυτό ήταν εφικτό για να αντιμετωπίσουν τα κύματα των βαρβάρων και όταν τελικά οι βάρβαροι επιβλήθηκαν στην Ραβέννα το 476 απευθύνθηκαν στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης για νομιμοποίηση της εξουσίας τους. Η συνεργασία μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ραβέννας υπήρξε αναμφίβολη, την περίοδο 407-476, τόσο κατά τις εισβολές του Αττίλα (434-453), όσο και κατά των Βανδάλων, όταν το 468 σε κοινή εκστρατεία απέτυχαν να ανακαταλάβουν την Καρχηδόνα. Η Κωνσταντινούπολη δεν θεωρούσε ξένο έδαφος την Καρχηδόνα ούτε βοηθούσε το 468 ξένο κράτος (την Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) να ανακαταλάβει έδαφός του. Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ο χωρισμός της αυτοκρατορίας το 395 ήταν διοικητικής και όχι πολιτικής φύσης όπως και οι προγενέστεροι (293-324, 337-361, 364-375).

Τα ιστορικά γεγονότα πρέπει να κρίνονται από την ουσία και όχι από το αποτέλεσμα. Ο χωρισμός του 395 αποδείχτηκε οριστικός επειδή τα δύο τμήματα δεν επανενώθηκαν όπως στο παρελθόν, αλλά αυτό οφειλόταν σε εξωγενείς παράγοντες δηλαδή στις εισβολές των βαρβάρων και όχι σε εσωτερικούς παράγοντες, ούτε στην φύση της διαίρεσης η οποία ήταν πάντα διοικητικής και όχι πολιτικής φύσης. Συνεπώς το 395 ο Θεοδόσιος δεν ίδρυσε νέο κράτος, ούτε είχε αυτό τον σκοπό, όπως αντίστοιχα ο Διοκλητιανός το 293 δεν ίδρυσε νέα κράτη, ούτε ο Κωνσταντίνος το 337, ούτε μετά τον θάνατο του Ιουλιανού πραγματοποιήθηκε κάτι αντίστοιχο το 364. Γιατί η περίπτωση του Θεοδοσίου αποτελεί εξαίρεση; Στην πραγματικότητα δεν αποτελεί εξαίρεση, ήταν απλά μια διοικητική διαίρεση της αυτοκρατορίας όπως και οι προηγούμενες.

Συνεπώς ούτε το 395 ιδρύθηκε νέο κράτος, άρα ούτε τότε υπήρξε η έναρξη της «Βυζαντινής» αυτοκρατορίας. Στην πραγματικότητα για διοικητικούς λόγους διαιρέθηκε η αυτοκρατορία σε Ανατολικό και Δυτικό τμήμα και για λόγους κυριολεκτικά ανωτέρας βίας δεν επετράπη η επανένωσή τους όπως στο παρελθόν. Αλλά επρόκειτο πάντα για μια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και το 395 αλλά και μετά έστω και διοικητικά διαιρεμένη.

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι ιδρύθηκε νέο κράτος αν η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε διασπαστεί από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μετά από κάποια επανάσταση, όπως το 260 είχαν διασπαστεί οι βραχύβιες αυτοκρατορίες της Παλμύρας και των Γαλατών. Αν δηλαδή η Κωνσταντινούπολη είχε επαναστατήσει κατά της Ρώμης και είχε σχηματίσει δικό της κράτος. Βέβαια στην πραγματικότητα η Ραβέννα θα έπρεπε να επαναστατήσει εναντίον της Κωνσταντινούπολης και να διασπαστεί από εκείνη και όχι το αντίθετο αφού το κέντρο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από το 330 και μετά βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και όχι στην Ρώμη ή στην Ραβέννα που έγινε πρωτεύουσα του Δυτικού τμήματος μόλις το 402. Σε κάθε περίπτωση η διαίρεση του 395 συγκρινόμενη με την διάσπαση του 260 δεν έχει καμία σχέση.

Όσον αφορά την «πτώση της Ρώμης» το 476 που πολλοί την θεωρούν ορόσημο, θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε υπερβεί την πόλη της Ρώμης θεσμικά και μάλιστα από το 293. Ακόμα και το Μιλάνο ήταν ανώτερο της Ρώμης τον 4ο αιώνα, τουλάχιστον από διοικητικής άποψης. Το σημερινό Μιλάνο είχε καταστεί το 293 πρωτεύουσα του τμήματος που περιλάμβανε την Ιταλία, αντί της Ρώμης, στο Μιλάνο είχε υπογραφεί το 313 το διάταγμα της ανεξιθρησκίας που αποτέλεσε το πρώτο βήμα αναγνώρισης του Χριστιανισμού και όχι στην Ρώμη, ενώ το 395 το Μιλάνο αποτέλεσε την πρώτη πρωτεύουσα του Δυτικού τμήματος και όχι η Ρώμη, συνεπώς ακόμα και το Μιλάνο ξεπερνούσε διοικητικά την Ρώμη τον 4ο αιώνα. Όμως ακόμα και το Μιλάνο δεν ήταν, ούτε κατέστη ποτέ το κέντρο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ακόμα και ο Διοκλητιανός δεν το προτίμησε και προτίμησε το τμήμα που εκείνος θεωρούσε ως σημαντικότερο, δηλαδή το ανατολικό τμήμα που δεν περιλάμβανε την Ρώμη ή την Ιταλία. Στα πλαίσια των αντιλήψεων που θεωρούν τους Ρωμαίους ξένους από τους Έλληνες είναι περίεργο το γιατί οι αυτοκράτορες της στάθμης του Διοκλητιανού και του Κωνσταντίνου του Ά προτίμησαν να αναζητήσουν στην ανατολή το νέο κέντρο της αυτοκρατορίας σε εδάφη πολύ μακρινά από την Ρώμη.

Όταν τελικά ο Θεοδόσιος χώρισε και αυτός διοικητικά την αυτοκρατορία σε Ανατολικό και Δυτικό τμήμα η Ρώμη το 395 δεν επανάκτησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε χάσει από το 293, δηλαδή 102 χρόνια νωρίτερα, αφού και πάλι το Μιλάνο έγινε η πρωτεύουσα του Δυτικού τμήματος και όχι η Ρώμη.

Με δεδομένο το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση η πρωτεύουσα και άρα το κέντρο της αυτοκρατορίας είχε μεταφερθεί από το 330 στην Κωνσταντινούπολη το κέντρο βάρους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας συνέχισε τον 5ο αιώνα να βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη και όχι στο Μιλάνο ή λίγο αργότερα η Ραβέννα. Για την Ρώμη δεν τίθεται καν θέμα μια και ήταν υποδεέστερη διοικητικά από το Μιλάνο και την Ραβέννα.

Στο Δυτικό τμήμα μάλιστα το 402 η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από το Μιλάνο όχι όμως στην Ρώμη αλλά στην Ραβέννα η οποία παρέμεινε πρωτεύουσα του Δυτικού τμήματος ως το 476. Η πόλη της Ρώμης μάλιστα λεηλατήθηκε το 410 από τους Βησιγότθους και το 455 από τους Βανδάλους. Οι Βησιγότθοι και οι Βάνδαλοι όμως δεν λεηλάτησαν το κέντρο ή την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ούτε καν την πρωτεύουσα του Δυτικού τμήματός της. Η Ρώμη είχε πάψει να είναι πρωτεύουσα από το 293, δηλαδή τουλάχιστον 117 χρόνια πριν την λεηλασία της από τον Αλάριχο και 162 χρόνια πριν την λεηλασία της από τους Βάνδαλους. Η λεηλασία της είχε θεσμική αξία, λόγω της ιστορίας της πόλης αλλά όχι πρακτική. Η πόλη της Ρώμης ανήκε ήδη στο παρελθόν.

Το 476 σηματοδότησε την πτώση όχι της Ρώμης αλλά της Ραβέννας η οποία αν και ήταν πρωτεύουσα του Δυτικού τμήματος σε καμία περίπτωση δεν ήταν το κέντρο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οπότε το 476 δεν σηματοδότησε σε καμία περίπτωση το τέλος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, της οποίας το κέντρο βρισκόταν από το 330 στην Κωνσταντινούπολη, δηλαδή 146 χρόνια πριν την πτώση της Ραβέννας. Η πόλη της Ρώμης έπεσε όντας επαρχία της Ραβέννας. Είναι παράλογο να θεωρούμε την πτώση της Ραβέννας ως το σημείο πτώσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπήρχε θεσμικά στην Κωνσταντινούπολη από το 330 και σε καμία περίπτωση στην Ραβέννα.

Δεδομένου ότι το αληθινό κέντρο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας είχε καταστεί η Κωνσταντινούπολη από το 330 και όχι το Μιλάνο, ή η Ραβέννα (για την Ρώμη δεν τίθεται καν θέμα γιατί ήταν κατώτερη διοικητικά τον 4ο και τον 5ο αιώνα από τις τρεις προαναφερόμενες πόλεις) αυτό το κέντρο συνέχισε να υπάρχει και μετά το 476, άρα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία συνέχισε να υπάρχει και μετά το 476, άρα δεν υπήρξε ποτέ κανένα «Βυζάντιο» ή «Βυζαντινή» αυτοκρατορία. Ούτως ή άλλως η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε υπερβεί την πόλη της Ρώμης από το 212 αν όχι νωρίτερα και η υπέρβαση ολοκληρώθηκε το 293. Σε κάθε περίπτωση η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όχι μόνο συνέχισε να υπάρχει αλλά και αντεπιτέθηκε τον 5ο αιώνα, όταν ο Ιουστινιανός εισέβαλλε το 533 στην Βανδαλική Καρχηδόνα, το 535 στην Οστρογοτθική Ιταλία, το 551 στην Βησιγοτθική Ισπανία και απελευθέρωσε πρώην Ρωμαϊκά εδάφη ως Ρωμαίος αυτοκράτορας.

Όσοι αναζητούν το σημείο έναρξης της «Βυζαντινής» αυτοκρατορίας αναζητούν στην πραγματικότητα μια ιστορική ψευδαίσθηση. Όσοι ονομάζουν «Βυζαντινή» την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετά το 476, ή μετά το 395, ή μετά το 330, τότε θα πρέπει να κάνουν το ίδιο και για την περίοδο πριν το 476, πριν το 395 ή πριν το 330 αλλιώς αυτός ο χαρακτηρισμός οδηγεί σε παραχάραξη της ιστορίας και αυτό γιατί η «Βυζαντινή» αυτοκρατορία ήταν Ρωμαϊκή όσο η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν «Βυζαντινή». Το ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία άλλαξε μετά τον 5ο αιώνα και ως τον 15ο αιώνα είναι γεγονός, αυτό όμως δεν σημαίνει πως έπαψε να είναι Ρωμαϊκή. Το όνομα «Ρωμαίος» δεν είναι ούτε υπήρξε ποτέ εθνικός χαρακτηρισμός αλλά πολιτικός που περιλάμβανε όλους τους υπηκόους του Ρωμαϊκού κράτους ιδίως από το 212 και μετά. Θα ήταν αδύνατο η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία να μην αλλάξει και να επιζήσει ως τον 15ο αιώνα χωρίς να προσαρμόζεται στις αλλαγές των καιρών. Εξ’ άλλου η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία άλλαξε και πριν την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη όταν η Ρώμη από πόλη κράτος στην διάρκεια του 2ου και του 3ου αιώνα μεταμορφώθηκε σε αυτοκρατορία. Είναι γεγονός ότι η Ρώμη από πρωτεύουσα κατέστη το 293 επαρχία της αυτοκρατορίας και στην συνέχεια αυτή η αυτοκρατορία επέζησε ως τον 15ο αιώνα χωρίς να σχετίζεται με την πόλη της Ρώμης που έπαψε να είναι κτίση της από τα μέσα του 8ου αιώνα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]