Ισίδωρος του Κιέβου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αρχιεπίσκοπος Κιέβου Καρδινάλιος Ισίδωρος (ρωσ.: Исидор), γνωστός στη Ρωσία και ως Ισίδωρος ο Αποστάτης, ( - 1463) ήταν ενωτικός Μητροπολίτης Κιέβου και Μόσχας, Καρδινάλιος, Λατίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και Έλληνας λόγιος του 15ου αιώνα.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 1385 στην Πελοπόννησο.[1] και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη. Περί το 1435 πήγε στην Ρώμη όπου τον υποδέχτηκε ευμενώς ο Πάπας Ευγένιος Δ’. Ο Πάπας σύστησε τον Ισίδωρο στον αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγο και τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ. Χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Κιέβου, και μητροπολίτης της Ρωσικής εκκλησίας.

Όταν ο αυτοκράτορας ήταν διατεθειμένος να λάβει μέρος στην σύνοδο που είχε προτείνει ο Πάπας, έστειλε τον Ισίδωρο στην Μόσχα για να συνοδεύσει τον μέγα δούκα της Ρωσίας και να διαθέσει τον κλήρο στην παραδοχή της προμελετημένης ενώσεως. Ο Βασίλειος Δ’ τον υποδέχτηκε ευμενέστατα και μαζί με πολλούς Ρώσους αναχωρήσανε στις 8 Σεπτεμβρίου 1478 από κοινού για την Ιταλία. Στις 18 Αυγούστου 1438 έφτασαν στην Φερράρα, όπου ανυπόμονα τον περίμενε ο Πάπας και ο αυτοκράτορας. Κατά την διάρκεια της απουσίας του η έδρα του είχε μείνει κενή και καταχωρημένη.

Ο Ισίδωρος και ο Βησσαρίωνας εργάστηκαν με πολύ ζήλο για την ένωση των δύο εκκλησιών. Όταν υπογράφτηκε το της ενώσεως ψήφισμα, ο Ισίδωρος έλαβε ως ανταμοιβή για της υπηρεσίες του πίλο καρδιναλίου (6 Σεπτεμβρίου 1439). Με τίτλο αποστολικού λεγάτου ο Ισίδωρος ξεκίνησε από την Φλωρεντία και διερχόμενος από την Δαλματία και Κροατία, έγραψε από την Βούδα προς τους ορθοδόξους της Λιθουανίας και αλλού αναγγέλλοντας την ένωση. Σπεύδοντας έφτασε στο Κίεβο, και το 1440 φθάνοντας στην Μόσχα παρέδωσε στον μεγάλο δούκα της Ρωσίας τις επιστολές του Πάπα, αλλά ο Βασίλειος και ο Ρωσικό κλήρος από κοινού καταδίκασαν το ψήφισμα, και, ο Ισίδωρος συλληφθείς φυλακίστηκε σε μοναστήρι, μέχρι που μετανοών αποκκήρυξε την Ρωμαϊκή αυλή. Δραπετεύοντας κατέφυγε στην Ρώμη και ο Βασίλειος με τους Ρώσους επισκόπους ονόμασε τον Ιωνά μητροπολίτη της Ρωσσικής εκκλησίας, στέλνοντας πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη για να παραπονεθεί στον αυτοκράτορα για τον διορισμό του λατινόφρωνου Ισίδωρου.

Επειδή όμως μεγάλες δυσχέρειες παρουσιάστηκαν στο Βυζάντιο για την επιτέλεση της ενώσεως, ο Ισίδωρος φημισμένος τότε για την ευμάθεια και την ευγλωττία του, φθάνοντας στην Ρώμη απεστάλη στην Κωνσταντινούπολη το 1452 για να πείσει τον κλήρο να παραδεχτεί την σύνοδο και τις αποφάσεις της. Φτάνοντας ο Ισίδωρος υποδέχτηκε από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, και διέμεινε εκεί μέχρι της αλώσεως, χωρίς όμως να κατορθώσει τον σκοπό του. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει και μεταμφιεσμένος αγνώριστος ζητιάνος πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους και πουλήθηκε ως σκλάβος για το αντίτιμο πενήντα δουκάτων. Ξαναγύρισε με μια τουρκική γαλέρα προσποιούμενος ότι αναζητούσε κάποια μέλη της οικογένειάς του που δήθεν είχαν χαθεί στην άλωση, και από εκεί κατόρθωσε να περάσει στην Χίο, Πελοπόννησο και Κρήτη, από όπου μετά από μεγάλες κακουχίες έφτασε σώος στην Ρώμη.

Πέθανε από αποπληξία το 1463 στην Ρώμη και θάφτηκε στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου.

Συγγράμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ισίδωρος έγραψε στα λατινικά περιπαθέστατη εγκύκλιο προς όλους τους ηγεμόνες της Δύσης, εξορκίζοντάς τους να εξοπλιστούν εναντίον του Μωάμεθ, προδρόμου του αντίχριστου και γιου του Σατανά.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μερικοί αναφέρουν ότι ο Ισίδωρος ήταν Θεσσαλονικιός, και άλλοι Βυζάντιος. Ο ίδιος όμως επί τη βάσει συγχρόνων μαρτυριών ισχυρίζεται ότι γεννήθηκε στην Πελοπόννησο

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]