Έλληνες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Έλληνες
Συνολικός πληθυσμός
15.000.000 – 21.000.000 (υπολογισμός)
Χώρες με σημαντικούς πληθυσμούς

Ελλάδα: 10.166.929 (απογραφή 2001)
ΗΠΑ: 1.213.807 (απογρ. 2000)[1] – ο αριθμός ατόμων ελληνικής καταγωγής υπολογίζεται σε 3.000.000[2]
Κύπρος: 689.471 (απογρ. 2001, στην ελεύθερη Κύπρο μόνο)
Αυστραλία: 449.007 (απογρ. 2001)[3]
Γερμανία: 370.000 (υπολ. 2006)[4]
Καναδάς: 215.105 (απογρ. 2001)
Ηνωμένο Βασίλειο: 400.000 (υπολ.)[5]
Ρωσία: 97.827 (απογρ. 2002)[6]
Ουκρανία: 91.500 (απογρ. 2001)[7]
Αλβανία: 58.785 (απογρ. 1989)[8]
Αλλού: Δείτε Απόδημος Ελληνισμός

Γλώσσα
Ελληνική
Θρησκεία
Ορθόδοξοι Χριστιανοί
(υπάρχουν Ρωμαιοκαθολικές, Προτεσταντικές, Ιουδαϊκές, Μουσουλμανικές, Άθεες και άλλες μειονότητες)

Οι Έλληνες είναι ένα έθνος που κατοικεί κυρίως στα νότια Βαλκάνια και κατοίκησαν τον χώρο που σήμερα ονομάζουμε Ελλάδα από τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ.,[9][10] (αρχικά στη Νοτιοανατολική Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο), την Κύπρο στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ., και παράλιες περιοχές της Μικρά Ασίας λίγο αργότερα (βλέπε πρώτος ελληνικός αποικισμός).

Οι Έλληνες γενικότερα ίδρυσαν αποικίες γύρω από όλη τη Μεσόγειο ενώ μετά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου οι πόλεις και οι αποικίες τους έφτασαν μέχρι την σημερινή Ινδία. Σήμερα το ελληνικό έθνος εξακολουθεί να είναι διασκορπισμένο σε ολόκληρο τον κόσμο. Η πλειονότητα παραμένει εντός των ορίων του σημερινού ελληνικού κράτους και της νήσου Κύπρου, που αποτελεί το δεύτερο ελληνικό κράτος των ημερών μας. Ιστορικά, ελληνικοί πληθυσμοί κατοικούν στην Κάτω Ιταλία και την Σικελία που αποτελούν τη Μεγάλη Ελλάδα της αρχαιότητας, στην Κορσική και τα απέναντι σε αυτή παράλια της σημερινής Γαλλίας, στα παράλια της Μικράς Ασίας, στον Πόντο και την Βόρεια Ήπειρο .

Ισχυρές ελληνικές παροικίες έχουν δημιουργηθεί από Έλληνες μετανάστες στις Η.Π.Α., την Αυστραλία, την Γερμανία, τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Ρωσία, την Ουκρανία ενώ μικρότερες ομάδες κατοικούν σχεδόν σε κάθε χώρα της Γης. Η πλειοψηφία των Ελλήνων μιλάει την Ελληνική γλώσσα και ακολουθεί το ανατολικό ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα.

Ονομασίες των Ελλήνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Έλληνες - Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Έλλην, ο οποίος ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, απέκτησε τρεις γιους, τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξάνθο. Ο Αίολος και ο Δώρος μαζί με τους γιους του Ξάνθου, τον Αχαιό και τον Ίωνα, αποτέλεσαν τους γενάρχες των τεσσάρων κυριότερων ελληνικών φυλών που ήταν οι Αχαιοί, οι Δωριείς, οι Αιολείς και οι Ίωνες. Το όνομα Έλληνες στα ομηρικά χρόνια δεν αντιστοιχούσε παρά μόνο σ' ένα ελληνικό φύλο, που κατοικούσε στην περιοχή γύρω από τον Σπερχειό ποταμό στη σημερινή Φθιώτιδα, το οποίο είχε ως ηγέτη του τον μυθικό Αχιλλέα. Η ετυμολογία της λέξεως Έλλην προκαλεί μέχρι σήμερα συζητήσεις. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι προέρχεται από τους Σελλούς (< θ. σελ- = φωτίζω), το ελληνικό φύλο της Ηπείρου που ήταν οι ιερείς της Δωδώνης και μέρος των οποίων μετανάστευσε στη Φθία. Άλλες απόψεις σχετίζουν το όνομα Έλλην με το θέμα ελλ- που σημαίνει ορεινός ή με τη λέξη ἔλλοψ που σημαίνει άφωνος, άφθογγος. Ήδη τον 7ο π.Χ. αιώνα είχε επικρατήσει η ονομασία Πανέλληνες και από εκεί αποσπάστηκε και γενικεύτηκε η ονομασία Έλληνες, εξ ου και ο τονισμός, Έλλην αντί Ελλήν. Αργότερα, με την εξάπλωση του Χριστιανισμού, ο όρος Έλλην σήμαινε τον ειδωλολάτρη ή τον μη χριστιανό, ενώ οι κάτοικοι της Ελλάδας λέγονταν Ελλαδίτες. Όταν ο Χριστιανισμός έπαψε να απειλείται από τις παγανιστικές θρησκείες, ο όρος Έλλην άρχισε να χρησιμοποιείται δειλά δηλώνοντας την καταγωγή ενώ μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους, η ονομασία επανήλθε ως επίσημη. Το επίσημο όνομα της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι Hellas.
  • Γραικοί - Το όνομα Γραικός είναι αρχαιότερο του ονόματος Έλληνας. Σε μια επιγραφή του 4ου π.Χ. αιώνα αναφέρεται ότι Έλληνες ονομάσθηκαν αυτοί που αποκαλούνταν πριν Γραικοί, ενώ ο Αριστοτέλης στα "Μετεωρολογικά" του σημειώνει ότι "στην περιοχή της Δωδώνης στην Ήπειρο κατοικούσαν οι Σελλοί που αποκαλούνταν τότε Γραικοί και τώρα Έλληνες". Κάποιοι υποστηρίζουν ότι τα φύλα της Ιταλίας εξαιτίας της επαφής που είχαν με την Ήπειρο, γνώρισαν τους Γραικούς και αποκαλούσαν έτσι όλους τους Έλληνες ενώ κάποιοι άλλοι ότι το φύλο των Γραικών ίσως να μετανάστευσε στην Βοιωτία, από όπου μετακινήθηκε και ίδρυσε αποικία στη Νότια Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ. (η άλλη εκδοχή είναι ότι οι κάτοικοι της πόλης Γραία της Βοιωτίας ίδρυσαν την αποικία Κύμη στην Ιταλία και από το όνομα της πόλης ονομάστηκαν Γραικοί). Εκεί οι γηγενείς της Ιταλίας γενίκευσαν την ονομασία Γραικοί (Λατινική: Graeci) για όλους τους Έλληνες και αυτή μετά εξαπλώθηκε σε όλες τις γλώσσες τις Δυτικής Ευρώπης, στις οποίες τα ονόματα Έλληνες και Ελλάδα είναι αντίστοιχα: στην Αγγλική - Greeks και Greece, στην Γαλλική - Grecs και Grèce, στην Γερμανική - Griechen και Griechenland, στην Ιταλική - Greci και Grecia, στην Ισπανική Griegos και Grecia. Με την πάροδο του χρόνου η λέξη Γραικός άρχισε να σημαίνει τον επιπόλαιο και τον τυχοδιώκτη, ενώ στον Μεσαίωνα πήρε την σημασία του ελληνορθοδόξου. Ένθερμος υποστηρικτής του ονόματος αυτού ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής επειδή όπως τόνιζε ο "έτσι μας ονόμαζαν τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης".
  • Ρωμιοί - Ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν, οι Έλληνες αυτοαποκαλούνταν, αφού η ονομασία Έλλην σήμαινε πλέον τον ειδωλολάτρη, Ρωμαίοι ή Ρωμιοί ένα όνομα το οποίο είχε πολιτικές προεκτάσεις αφού δήλωνε όλους τους ελεύθερους πολίτες της Αυτοκρατορίας και όχι την καταγωγή τους. Σημειωτέον ότι οι ίδιοι ονόμαζαν το κράτος τους Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και όχι Βυζαντινή, ενώ η Κωνσταντινούπολη αρχικά ονομάστηκε Νέα Ρώμη. Κατά τη δύση της Αυτοκρατορίας και την αποκοπή περιοχών που κατοικούνταν από αλλοεθνείς, ταυτίζεται με το ό,τι σήμερα ονομάζουμε Έλληνα, αποκτά δηλαδή ένα εθνικό χαρακτήρα. Η ονομασία Ρωμιός χάνει επί τουρκοκρατίας την αίγλη του "αυτοκρατορικού" Ρωμαίος και με τις σκληρές συνθήκες της υπό ζυγόν διαβίωσης αποκτά την χροιά του καταφερτζή, του καπάτσου, του ξύπνιου. "Από τις αρχές του 20ού αιώνα το "Ρωμιός" χρησιμοποιήθηκε ως αντίθεση προς τον μιμητισμό της Ευρώπης, τη λαϊκή χριστιανική βυζαντινή ανατολική (αλλά όχι ανατολίτικη) φυσιογνωμία του Νεοέλληνα"[11]. Οι Λατίνοι συνέχισαν να χαρακτηρίζουν τους Έλληνες με το όνομα Γραικός. Η ονομασία Ρωμιός συνηθίζεται να χρησιμοποιείται ακόμα στην Ελλάδα και ειδικά στην Τουρκία (Rum - Ρουμ).
  • Γιουνάν (Ίωνες) (Yunan) - Γιουνάν (Yunan), που σημαίνει Ίωνες, ονομάζουν οι λαοί της Ανατολής τους Έλληνες. Προέρχεται από την περσική λέξη Yauna, από το όνομα Ιωνία, αφού οι Πέρσες ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και συγκεκριμένα με τους Ίωνες τον 6ο αιώνα π.Χ., τους οποίους και κατέκτησαν και έτσι ονόμαζαν όλους τους Έλληνες ανεξαιρέτως. Έτσι, η χρήση της ονομασίας αυτής επεκτάθηκε σε όλους τους λαούς που βρίσκονταν υπό περσική κατοχή και γενικά σε ολόκληρη την Ανατολή.
  • Γιαβάν (Yavan ή Javan) - Με αυτή την ονομασία είναι γνωστοί οι Έλληνες στους λαούς της ανατολικής Μεσογείου από την βιβλική εποχή, που αναφέρονται ως ο λαός που εγκαταστάθηκε στα Βαλκάνια. Η ονομασία Γιαβάν είναι συγγενική του Γιουνάν.
  • Αχαιοί. Δαναοί, Αργείοι - Με τις ονομασίες αυτές αναφέρονται οι Έλληνες από τον Όμηρο. Οι Αχαιοί ήταν το πρώτο ελληνικό φύλο που μετακινήθηκε και κυριάρχησε στην Ελλάδα. Το όνομα Αργείοι προέρχεται από το Άργος που ήταν η αρχική πρωτεύουσα των Αχαιών ενώ η ονομασία Δαναοί προέρχεται από το ομώνυμο φύλο που εξουσίαζε αρχικά την περιοχή κοντά στο Άργος.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ελληνική γλώσσα

Οι Έλληνες μιλούν την Ελληνική γλώσσα, η οποία αποτελεί ξεχωριστό κλάδο των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Η γραπτή παράδοσή της ξεκινά πριν από 3.500 έτη στη Γραμμική Β' και στο κυπριακό συλλαβάριο, ενώ από τον 9ο αι. π.Χ. στον ελλαδικό χώρο και από τον 4ο αι. π.Χ. στον κυπριακό χώρο γράφεται στο ελληνικό αλφάβητο. Σήμερα είναι η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας και της Κύπρου και μια από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ελληνική γλώσσα είναι και μητέρα όλων των γλωσσών από την οποία δανείζονται η Ιταλική, την Ρουμανική, την Βουλγαρική και τις άλλες Νοτιοσλαβικές γλώσσες καθώς και γλώσσες της Δυτικής Ευρώπης.

Εκτός από την Νεοελληνική, υπάρχουν διάφορες ελληνικές διάλεκτοι που ομιλούνται από συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες ή σε κάποιες περιοχές. Τέτοιες διάλεκτοι είναι η Κυπριακή που ομιλείται στην Κύπρο, η Καππαδοκική της Μικράς Ασίας, η Κατωιταλική η οποία ομιλείται από πληθυσμούς ελληνικής καταγωγής της Νότιας Ιταλίας, η Κρητική, η Ποντιακή, η Ρωμανιώτικη και η Τσακωνική που είναι απομεινάρι της Δωρικής.

Πολλοί Έλληνες εκτός από την Ελληνική μιλούν και άλλες γλώσσες, ιδίως οι Έλληνες της διασποράς οι οποίοι μιλούν και τη γλώσσα της περιοχής όπου ζουν, ενώ πολλοί από αυτούς δεν γνωρίζουν ελληνικά. Αλλά και εντός του Ελληνικού Κράτους υπάρχουν δίγλωσσοι Έλληνες οι οποίοι μαζί με την Ελληνική μιλούν γλώσσες όπως η Αρβανίτικη, η Βλάχικη, η Πομακική, η Ρωσική, η Σλαβομακεδονική και η Τουρκική.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων είναι ελληνορθόδοξοι Χριστιανοί και ανήκουν στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος (ανεξάρτητη από το 1833 - αναγνωρίστηκε το 1850). Οι Έλληνες της Κύπρου ανήκουν στην αυτοκέφαλη ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου. Υπάρχουν άλλες μη ορθόδοξες χριστιανικές μειονότητες, κυρίως η Ρωμαιοκαθολική, η Ευαγγελική, η Πεντηκοστιανή και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά.

Επίσης υπάρχουν τμήματα του ελληνικού πληθυσμού που πιστεύουν σε άλλες θρησκείες, όπως στον Μουσουλμανισμό και στον Ιουδαϊσμό, ενώ υπάρχουν και ομάδες άθεων.

Σύμβολα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημαία της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας με τον δικέφαλο αετό, οικόσημο των Παλαιολόγων
H πρώτη ελληνική σημαία (1822-1978)

Το πιο γνωστό εθνικό σύμβολο που χρησιμοποιείται από τους Έλληνες είναι η Σημαία της Ελλάδας, η οποία αποτελείται από ισοπαχείς, οριζόντιες και εναλλασσόμενες λωρίδες, πέντε κυανές και τέσσερις λευκές, ενώ στην πάνω αριστερή γωνία, μέσα σε ένα κυανό τετράγωνο υπάρχει ένας λευκός σταυρός. Οι εννέα στο σύνολο λωρίδες συμβολίζουν τις συλλαβές της φράσης "ελευθερία ή θάνατος", που με τη σειρά του αποτελεί το εθνικό σύνθημα της Ελλάδας, ενώ ο σταυρός συμβολίζει την Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκεία που είναι η επίσημη θρησκεία της Ελλάδας. Τα χρώματα, συμβολίζουν το κυανό της θάλασσας και το λευκό των κυμάτων. Η σημαία έχει ταυτιστεί με το σύνολο του ελληνικού έθνους και γι' αυτό χρησιμοποιείται συχνά από όλους τους Έλληνες ανεξαρτήτως του πού διαμένουν, δηλ. από τους Έλληνες της Κύπρου, την ελληνική μειονότητα της Αλβανίας, καθώς και από τους Έλληνες της διασποράς.

Από το 1822 μέχρι το 1978, η επίσημη σημαία της Ελλάδας απεικόνιζε έναν λευκό σταυρό μέσα σε ένα κυανό πλαίσιο, σύμβολο το οποίο είναι άμεσα συνδεδεμένο με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα. Αρκετές φορές, σε πίνακες που αφορούν στον Απελευθερωτικό Αγώνα, απεικονίζεται μια παραλλαγή της σημαίας αυτής, με κυανό σταυρό μέσα σε λευκό πλαίσιο.

Ένα πολύ διαδεδομένο εθνικό σύμβολο είναι το Εθνόσημο της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από έναν κυανό θυρεό που σχηματίζει μια αιχμή στο κέντρο της κάτω πλευράς, ο οποίος φέρει έναν λευκό σταυρό και περιβάλλεται από δύο κλαδιά δάφνης. Χρησιμοποιείται από τις Εθνικές δυνάμεις και από τις κρατικές υπηρεσίες.

Τέλος ένα πολύ γνωστό σύμβολο, στενά συνδεδεμένο με την ελληνική ιστορία είναι η σημαία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τον δικέφαλο αετό, η οποία χρησιμοποιείται κυρίως από την Εκκλησία της Ελλάδος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΗΠΑ:απογραφή 2000
  2. Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ: Background Note: Greece
  3. www.chiosnews.com,αναδημοσίευση άρθρου ομογενειακής εφημερίδας της Αυστραλίας ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ: [1]
  4. Germany: Ελληνικός πληθυσμός στην Γερμανία, από το Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας)
  5. Greeks around the Globe
  6. Norwegian Institute of International Affairs: Centre for Russian Studies: 2002 census
  7. State Statistics Committee of Ukraine: 2001 census
  8. UNPO: Mission Report on the situation of the Greek minority in Albania
  9. Bryce 2006, σελ. 91
  10. Cadogan & Langdon Caskey 1986, σελ. 125
  11. Μπαμπινιώτης Γεώργιος επιμ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, 1998