Ρωμαϊκή Δημοκρατία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρωμαϊκή Δημοκρατία
Res Publica Romana
Σύγκλητος και Λαός της Ρώμης
Senatus Populusque Romanus

509 π.Χ- 27 π.Χ

SPQR (laurier).svg
Αρχικά του Ρωμαϊκού Κράτους

Republica Romana.svg

Τοποθεσία


Πρωτεύουσα Ρώμη

Γλώσσες Λατινικά

Θρησκεία Ρωμαϊκός παγανισμός

Νομοθεσία Ρωμαϊκή Σύγκλητος

Πολίτευμα Ολιγαρχία

Ύπατος
- 509-508 π.Χ Λούκιος Ιούνιος Βρούτος, Λούκιος Ταρκίνιος Κολλατίνος
- 27 π.Χ Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός, Μάρκος Βιψάνιος Αγρίππας

Προηγούμενο κράτος Ρωμαϊκό Βασίλειο

Διάδοχο κράτος Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Με τον όρο Ρωμαϊκή Δημοκρατία (Λατιν.: Res publica Romanorum) εννοούμε εκείνη την περίοδο της ρωμαϊκής ιστορίας κατά την οποία οι Ρωμαίοι εκδιώκοντας τον τελευταίο βασιλιά τους τον Ετρούσκο Λεύκιο Ταρκύνιο, εγκαθίδρυσαν παράλληλα το πολίτευμα της res publica. Η περίοδος αυτή της δημοκρατίας, ή ρεπουμπλικανική περίοδος ξεκινά με την εκθρόνιση του τελευταίου Ετρούσκου βασιλιά της Ρώμης, του Ταρκύνιου του Υπερήφανου (Tarquinius Superbus), το 509 π.Χ. και τελειώνει με την επικράτηση του Οκταβιανού επί του Μάρκου Αντώνιου στη ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ.

Απόδοση του όρου στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά τη ρεπουμπλικανική περίοδο της ρωμαϊκής ιστορίας, υπάρχει πρόβλημα με την απόδοση του όρου στα ελληνικά. Έτσι, ενώ τα παλαιότερα ιστορικά εγχειρίδια προτιμούσαν τους όρους ελεύθερη πολιτεία και Ρωμαϊκή Δημοκρατία, σήμερα προτιμάται ο όρος ρεπουμπλικανική, από το λατινικό res publica. Είναι ευνόητο ότι στη διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου, η Ρώμη μεταβλήθηκε από μία μικρή πόλη-κράτος σε μία υπερπόντια αυτοκρατορία, ενώ αναφύονταν ποικίλα προβλήματα και προκλήσεις, πολιτικής και κοινωνικής φύσης.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τους τελευταίους αιώνες της ρεπουμπλικανικής περιόδου έχουμε αξιόπιστες πηγές. Ιδιαίτερα για τον τελευταίο αιώνα, από την εποχή των Γράκχων μέχρι τη ναυμαχία στο Άκτιο (133 π.Χ.-31 π.Χ.), υπάρχουν πλούσιες και αξιόπιστες πηγές τόσο από τη φιλολογική παράδοση όσο και από επιγραφές. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε, ωστόσο, ότι, ήδη από τα μέσα του 3ου προχριστιανικού αιώνα, η Ρώμη ήταν μία αυτοκρατορία.

Πολιτική οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο res publica αναφερόμαστε γενικά στη μορφή διακυβέρνησης του ρωμαϊκού κράτους από το 509 π.Χ. έως το 27 π.Χ., όταν ο Οκταβιανός περιβάλλεται με μοναρχική εξουσία και τον τίτλο του Αugustus (Σεβαστός), γεγονός το οποίο, ωστόσο, προβλήθηκε ως η αναβίωση της res publica. Ο όρος αυτός, πάντως, δεν περιγράφει απλώς τους πολιτικούς θεσμούς του κράτους, αλλά ένα ευρύτερο σύνολο κοινωνικών θεσμών που ρυθμίζουν τη λειτουργία του, δηλαδή:

  • τον τρόπο δόμησης του πολιτεύματος με τις σύνθετες κοινωνικές διαβαθμίσεις
  • τους θεσμούς της ρωμαϊκής οικογένειας, της familia
  • τους θρησκευτικούς θεσμούς και
  • τις παραδοσιακές ηθικές αξίες, γνωστές με τον όρο mos maiorum.

Φυσικά, η μορφή διακυβέρνησης δεν παρέμεινε στατική, αλλά υπέστη αλλαγές και μετατροπές, καθώς η μεγέθυνση του ρωμαϊκού κράτους, επέφερε θεαματική μεταβολή συνθηκών και την ανάδυση νέων προκλήσεων, η μη ανταπόκριση στις οποίες οδήγησε, τελικά, στην κατάρρευση του κυβερνητικού συστήματος, καθώς οι θεσμοί μιας πόλης ήταν ανεπαρκείς για την αυτοκρατορική διακυβέρνηση την οποία ασκούσε η Ρώμη.

Παρά την ανεπάρκεια και την αναξιοπιστία των πηγών των πρώιμων αιώνων της περιόδου αυτής, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τρία ήταν τα στοιχεία της πολιτικής εξουσίας: οι ύπατοι (consules), η σύγκλητος (senatus) και ο λαός (populus). Οι consules, δύο τον αριθμό, ήταν οι ανώτατοι άρχοντες, των οποίων η θητεία διαρκούσε ένα έτος και ήταν οι φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, του imperium. Στις μείζονες αποφάσεις τους, όμως, ακολουθούσαν τη σύγκλητο. Οι προτάσεις των υπάτων (;) υποβάλλονταν σε ψηφοφορία στις λαϊκές συνελεύσεις, τα committia, προκειμένου να καταστούν νόμοι του κράτους.

Ο ιστορικός Πολύβιος θαύμαζε τη σταθερότητα του ρωμαϊκού πολιτεύματος, η οποία κατά τη γνώμη του οφειλόταν στην ισορροπία των δικαιωμάτων των τριών ομάδων (ύπατοι, σύγκλητος, λαός), καθεμία από τις οποίες αντιπροσώπευε και ένα είδος διακυβέρνησης (μοναρχία, αριστοκρατία, δημοκρατία). Δεν κατανόησε ο Πολύβιος ότι η σταθερότητα δεν οφειλόταν σε αυτό, αλλά στην επικράτηση της αριστοκρατίας. Για τους Ρωμαίους, το κύρος, η αυθεντία της συγκλήτου (auctoritas senatus), αποτελούσε κύριο στοιχείο της πολιτικής ζωής.

Η περιγραφή αυτή του συστήματος διακυβέρνησης, όμως, δεν αποδίδει την πραγματική κατάσταση, διότι τα τρία στοιχεία δεν διατελούσαν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Και αυτό γιατί η σύγκλητος, τα μέλη της οποίας προέρχονταν από την παραδοσιακή αριστοκρατία, ήταν που εξέλεγε τους υπάτους. Έτσι αυτοί, λόγω της σύντομης διάρκειας της θητείας τους και του ότι ήταν και οι ίδιοι μέλη της συγκλήτου, συνήθως λειτουργούσαν ως εκτελεστικά όργανα της τελευταίας. Ακόμα και οι λαϊκές συνελεύσεις ελέγχονταν από την παραδοσιακή αριστοκρατία, εξαιτίας αφενός του τρόπου στάθμισης των ψήφων, σύμφωνα με τον οποίο η ψήφος των πλουσίων είχε πολλαπλάσιο βάρος από εκείνη των φτωχότερων, και αφετέρου των δικτύων πατρωνίας, μέσω των οποίων οι πλούσιοι λειτουργούσαν ως προστάτες των οικονομικά ασθενέστερων με αντάλλαγμα την εξαγορά ψήφων. Ουσιαστικά η παραδοσιακή αριστοκρατία (nobilitas) ασκούσε επομένως απόλυτο έλεγχο στο πολιτικό σύστημα, κάτι που εκφραζόταν με τη μεγάλη ισχύ της συγκλήτου.

Για περισσότερα στοιχεία δείτε την ενότητα Ζητήματα άμεσης δημοκρατίας στην αρχαία Ρώμη του άρθρου άμεση δημοκρατία.

Κοινωνική οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά, η ρωμαϊκή κοινωνία χωριζόταν σε δύο ομάδες. Η ανώτερη ήταν οι πατρίκιοι, που κατείχαν το μονοπώλιο σε όλους τους τομείς της εξουσίας, πολιτική, στρατιωτική, δικαστική και θρησκευτική. Ήταν μία αριστοκρατία αίματος, ιδιοκτησίας με σαφώς καθορισμένα προνόμια. Η άλλη ομάδα ήταν οι πληβείοι, αλλιώς plebs (=πλήθος), που παράγεται από το ρήμα pleo (=γεμίζω). Οι πληβείοι ήταν εξαρτημένοι από τους πατρικίους από οικονομική και κοινωνική άποψη. Ήταν μία μεγάλη κοινωνική ομάδα, με ποικίλη σύνθεση, που περιελάμβανε από τα πλέον φτωχά τμήματα έως και ιδιαίτερα πλούσια άτομα. Οι αρκετά πλούσιοι πληβείοι επιθυμούσαν πρόσβαση στα αξιώματα.

Με την εκδίωξη του τελευταίου βασιλιά, οι πατρίκιοι, που αποτελούσαν την αγροτική αριστοκρατία και ήταν οι κεφαλές των εκατό κυριότερων οικογενειών της Ρώμης, οργάνωσαν το νέο πολίτευμα. Στη θέση του βασιλιά τοποθετήθηκαν δύο άρχοντες με ετήσια θητεία, οι ύπατοι, οι οποίοι κυβερνούσαν το κράτος και το στρατό. Σταδιακά θεσπίστηκαν και άλλα ανώτερα αξιώματα, όπως οι δύο κυέστορες που ήταν υπεύθυνοι για τα δημόσια οικονομικά. Όλοι οι αξιωματούχοι ορίζονταν από τη Σύγκλητο, μέλη της οποίας μπορούσαν να γίνουν μόνον πατρίκιοι. Αυτό, βέβαια, δυσαρέστησε πολύ την άλλη κοινωνική ομάδα της Ρώμης, τους πληβείους, δηλαδή τους βιοτέχνες, τους μικροκαλλιεργητές και όλους αυτούς που δεν ανήκαν σε κανένα γένος. Αυτοί, περίπου το 490 π.Χ., συγκεντρώθηκαν σε έναν μικρό λόφο έξω από τη Ρώμη και απείλησαν να ιδρύσουν μία καινούρια, δική τους πόλη αν οι πατρίκιοι συνέχιζαν να τους αγνοούν και να τους καταπιέζουν.

Οι πατρίκιοι υποχώρησαν, καθώς τους χρειάζονταν για στρατιώτες, και έτσι θεσπίστηκε το αξίωμα του τριβούνου (δημάρχου), του οποίου μοναδικό καθήκον ήταν η προστασία των πληβείων από τις πιέσεις των αρχόντων. Σταδιακά, οι πληβείοι κατέκτησαν και άλλα δικαιώματα. Το 450 π.Χ. πέτυχαν να καταγραφεί το δίκαιο, που ως τότε παρέμενε άγραφο και η ερμηνεία του ήταν στα χέρια των πατρικίων, ενώ το 287 π.Χ. πέτυχαν την ψήφιση ενός νόμου που όριζε ότι η συνέλευση των πληβείων μαζί με τους τριβούνους θα μπορούσε να ψηφίσει νόμους που θα ήταν δεσμευτικοί για όλους τους Ρωμαίους.

Αυτοί οι πλούσιοι ενεπλάκησαν σε μία διαμάχη με τους πατρικίους, η οποία διήρκεσε για δύο αιώνες και είναι γνωστή ως η πάλη των ordines. Η διαμάχη κατέληξε με ορισμένες παραχωρήσεις από την πλευρά των πατρικίων. Σε θεσμικό επίπεδο, δημιουργήθηκαν ειδικές συνελεύσεις πληβείων (consilium plebis), στις οποίες προήδρευαν οι 10 δήμαρχοι (tribunibes). Και οι συνελεύσεις αυτές, όμως, βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των οικονομικά ισχυρών. Οι πλούσιοι πληβείοι μαζί με την παλαιά αριστοκρατία δημιούργησαν μία νέα αριστοκρατία. Η διαμάχη, λοιπόν, δεν οδήγησε στη δημοκρατικοποίηση της πολιτικής ζωής, όπως είχε συμβεί στις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, αλλά στη διεύρυνση της ομάδας που νεμόταν την εξουσία.

Με την πάροδο του χρόνου, έγινε δύσκολο να διακριθούν οι δύο ομάδες που αποτελούσαν τη νέα αριστοκρατία, καθώς οποιοσδήποτε αναλάμβανε το αξίωμα του υπάτου εξευγένιζε τους απογόνους του, ανεξαρτήτως του εάν ανήκαν στους πατρικίους και στους πληβείους. Μέρος των εξουσιών των υπάτων μεταφέρθηκε σε νέα αξιώματα που δημιουργήθηκαν: στους ταμίες, τους αγορανόμους και τους στρατηγούς (praetores). Αποτελούσε συνήθη πρακτική να ανεβαίνουν σε όλα τα αξιώματα, ακολουθώντας μία ‘καριέρα’ (cursus honorum). Δεδομένου ότι η θητεία διαρκούσε δώδεκα μήνες, δεν μπορούσε κάποιος να είναι κάτοχος της εκτελεστικής εξουσίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επίσης, δεν υπήρχε διαφοροποίηση της πολιτικής και της στρατιωτικής εξουσίας, καθώς τη στρατηγία ασκούσαν πολιτικοί άρχοντες, οι στρατηγοί και οι ύπατοι, κάτι το οποίο τους προσέδιδε πρόσθετο κύρος. Ως στρατιωτικοί άρχοντες είχαν, ακόμη, απόλυτη δικαιοδοσία ποινών στους υφισταμένους τους, κάτι το οποίο αυτομάτως καθιστούσε διστακτικούς τους απλούς πολίτες απέναντι στους κατόχους της εξουσίας. Με τον τρόπο αυτό, η σύγκλητος διασφάλιζε ασφαλή θέση, εφόσον συγκλητικοί κατείχαν τα ανώτερα αξιώματα, ενώ ο ύπατος, ο οποίος ήταν συγκλητικός, καλούνταν να εφαρμόσει τις αποφάσεις των συναδέλφων του.

Όσον αφορά την επίσημη θρησκεία, συγκλητικοί κατείχαν και τα μείζονα ιερατικά αξιώματα. Καθώς το σύνολο του πληθυσμού επιζητούσε την εύνοια των θεών, η επιρροή των ιερέων ήταν μεγάλη, και, επειδή η θρησκεία σχετιζόταν με τη δημόσια ζωή, πολλοί ακολουθούσαν τις οδηγίες τους στον τομέα αυτό. Έτσι, λόγω της ταύτισης των προσώπων που κατείχαν την ιερατική και την πολιτική εξουσία, η θρησκευτική χειραγώγηση αποτελούσε ένα μέσο πρόσθετου ελέγχου. Καθώς οι συγκλητικοί ήταν και νομομαθείς, καταλάμβαναν και τα δικαστικά αξιώματα. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω ήταν οι συγκλητικοί να ασκούν πλήρη έλεγχο στην πολιτική κατάσταση. Οι συγκλητικοί διέθεταν, επιπλέον, πλούτο σε γη. Ήλεγχαν, λοιπόν, και τους αγρότες-μισθωτές της γης τους και, μέσω των εισοδημάτων που αποκτούσαν από το δανεισμό της γης, τις μάζες του αστικού προλεταριάτου, ως πάτρωνες.

Η ρωμαϊκή επέκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωμαϊκή Σύγκλητος (Senatus)

Το ρωμαϊκό κράτος αυτήν την περίοδο αρχίζει να επεκτείνεται στις γειτονικές περιοχές, και συγκροτεί μία συμμαχία των πόλεων του Λατίου. Αργότερα, οι Ρωμαίοι συγκρούονται με τους Κέλτες της βόρειας Ιταλίας, και τους Σαμνίτες της νότιας. Μέχρι το 280 π.Χ. που εισβάλλει ο Πύρρος, βασιλιάς της Ηπείρου, μετά από την έκκληση για βοήθεια των ελληνικών πόλεων της Κάτω Ιταλίας, η Ρώμη έχει κυριαρχήσει στην κεντρική Ιταλία. Οι Ρωμαίοι κατάφεραν μετά από αγώνα να αναγκάσουν τον Πύρρο να γυρίσει στην Ελλάδα και κατέλαβαν το 272 π.Χ. την ελληνική πόλη του Τάραντα.

Καρχηδονιακοί πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από λίγα χρόνια, ξεσπά ο Α' Καρχηδονιακός πόλεμος (264 π.Χ.-241 π.Χ.). Στο τέλος αυτού του πολέμου οι κουρασμένοι αντίπαλοι, Ρώμη και Καρχηδόνα, κάνουν ειρήνη. Οι Ρωμαίοι κερδίζουν τη Σικελία, τη Σαρδηνία και την Κορσική, και στρέφουν την προσοχή τους στη βόρεια Ιταλία, όπου μέχρι το 220 π.Χ. καταλαμβάνουν την κοιλάδα του Πάδου. Οι Καρχηδόνιοι στρέφονται στην Ισπανία και σύντομα καταλαμβάνουν όλα τα εδάφη μέχρι τον ποταμό Έβρο. Όλα έδειχναν ότι οι δύο δυνάμεις είχαν αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς. Εκείνη την εποχή αναλαμβάνει τη διοίκηση των καρχηδονιακών δυνάμεων ο Αννίβας, που σύντομα θα έδειχνε τη στρατιωτική του ιδιοφυΐα. Περνά τις Άλπεις (218 π.Χ.), μεταφέρει τον πόλεμο στην Ιταλία, και σε δύο φονικές μάχες, στη λίμνη Τρανσιμένη και τις Κάννες (216 π.Χ.) καταφέρνει να συντρίψει τον ρωμαϊκό στρατό. Οι Ρωμαίοι, όμως, συνήλθαν γρήγορα και κατάφεραν να αντισταθούν και να μεταφέρουν οι ίδιοι τον πόλεμο στην Αφρική.Το 202 π.Χ., ο Αννίβας ηττάται στη Ζάμα από τον Κορνήλιο Σκιπίωνα.

Η επέκταση στην Ασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καρχηδόνα υποχρεώθηκε να περιοριστεί στην Αφρική και να πληρώσει μεγάλη χρηματική αποζημίωση. Μόλις τελείωσε ο Β' Καρχηδονιακός πόλεμος, οι Ρωμαίοι εμπλέκονται σε πόλεμο στην ελληνική ανατολή.Το 197 π.Χ. νίκησαν το Φίλιππο Ε', βασιλιά της Μακεδονίας στις Κυνός Κεφαλαί. Μετά από τέσσερις νικηφόρους Μακεδονικούς πολέμους υποτάσσουν το βασίλειο της Μακεδονίας και το 148 π.Χ. συγκροτούν εκεί την πρώτη τους επαρχία πέρα από την Αδριατική. Το 146 π.Χ. νικούν την Αχαϊκή Συμπολιτεία στην μάχη της Λευκόπετρας και κάθε αντίσταση στον ελληνικό νότο εξουδετερώνεται, ενώ μία εξέγερση της Καρχηδόνας, τον ίδιο χρόνο, συντρίφτηκε. Το 189 π.Χ. νικούν το Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχο Γ' στην Μικρά Ασία. Το 133 π.Χ., ο βασιλιάς της Περγάμου, ο Άτταλος Γ' κληροδοτεί το βασίλειό του στη Ρώμη.

Κοινωνικές συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όμως, οι συνέπειες από αυτές τις επιτυχίες, δεν είναι όλες θετικές για το λαό. Από τη δημιουργία της αυτοκρατορίας, παρουσιάζονται τα πρώτα σημάδια αδυναμίας της συγκλήτου να ασκήσει τον παραδοσιακό της ρόλο, κάτι που οδήγησε στην κρίση της res publica. Με την κατάκτηση τόσων καινούριων εδαφών η εισροή χρυσού και αργύρου γίνεται μαζική, προκαλεί αύξηση των τιμών και ωθεί τους μικροκαλλιεργητές στην χρεωκοπία και τα κατώτερα στρώματα του λαού στη φτώχεια. Η έγγεια περιουσία μαζεύεται στα χέρια μεγάλων γαιοκτημόνων, ενώ η ψαλίδα μεταξύ των φτωχών και των πλουσίων άνοιγε συνεχώς. Αυτή την κατάσταση προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν δύο αδέρφια, οι Γάιος Γράκχος και Τιβέριος Γράκχος, με φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις και ίση διανομή της καλλιεργήσιμης γης σε όλους τους πολίτες. Όμως η αντίδραση των πατρικίων ήταν πολύ μεγάλη και οι Γράκχοι δολοφονήθηκαν. Εν τω μεταξύ το πολίτευμα της Ρώμης βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στην ασυδοσία και τη διαφθορά, παρόλο που η Ρώμη συνέχιζε να επεκτείνεται κυρίως λόγω φιλόδοξων στρατηγών.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα