Γιάννης Ρίτσος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιάννης Ρίτσος
Giannis Ritsos Bust.jpg
Η προτομή του Γιάννη Ρίτσου, έξω από το σπίτι του στη Μονεμβασία.
Γέννηση 1 Μαΐου 1909
Τόπος γέννησης Μονεμβασιά Λακωνία Ελλάδα
Θάνατος 11 Νοεμβρίου 1990 (81 ετών)
Τόπος θανάτου Αθήνα Αττική Ελλάδα
Εθνικότητα Flag of Greece.svgΈλληνας
Υπηκοότητα Flag of Greece.svgΕλληνική
Σημαντικά έργα Επιτάφιος, Ρωμιοσύνη, Τέταρτη Διάσταση
Βραβεύσεις Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης
Μέγα Διεθνές Βραβείο Ποίησης
Βραβείο Ειρήνης Λένιν
κ.ά.

Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασιά 1 Μαΐου 1909 - Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν Έλληνας ποιητής.[1] Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν το έργο του.

Ο Ρίτσος που νόσησε από φυματίωση ξεπέρασε την ασθένεια (πράγμα δύσκολο για την εποχή) και πέρασε από υλικές και ηθικές δοκιμασίες.[2] Ο Ρίτσος, στο σανατόριο του Σωτηρία, όπου νοσηλευόταν, ήρθε κοντά με τον Μαρξισμό και την Αριστερά, πράγματα που επηρέασαν βαθύτατα την ποίησή του και τον τρόπο ζωής του. Αφού πέρασε από διάφορα σανατόρια, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αυτοδίδακτος σκηνοθέτης στην Εργατική Λέσχη και ως ηθοποιός και χορευτής σε επιθεωρήσεις.[3]

Η αγωνιστική του έφεση και η επαναστατική του φύση τον οδηγούν στην προσχώρηση του κινήματος των «Πρωτοπόρων» και κατόπιν, το 1942, στο ΕΑΜ, ενώ έγινε μέλος και του Κ.Κ.Ε.. Αργότερα αρχίζουν οι εξορίες στη Λήμνο, στη Μακρόνησο και στον Άγιο Ευστράτιο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, προσχώρησε στην ΕΔΑ. Το 1956 ταξίδεψε στην ΕΣΣΔ και στην Κούβα. Κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών, εξορίστηκε και πάλι, στη Γυάρο, αρχικά, και, κατόπιν, στη Λέρο.[3]

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Επιτάφιος, η Ρωμιοσύνη είναι κάποια από τα μεγαλύτερα ποιήματα του ποιητή, ενώ έχει κάνει και πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάνδρου Μπλοκ, του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη, κ.ά.[3] Πολλά ποιήματα του Ρίτσου, έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, γνωστότερα εξ αυτών: Η Ρωμιοσύνη και ο Επιτάφιος αλλά κ.ά.[4][5]

Ο Γιάννης Ρίτσος τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης και το βραβείο Λένιν.[3]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στην 1 Μάη του 1909, στη Μονεμβασία Λακωνίας. Ήταν το τελευταίο παιδί της οικογένειας Ρίτσου.[6] Ο πατέρας του Ρίτσου, ο Ελευθέριος, γεννήθηκε το 1872 και έλκυε την καταγωγή του από την Κρήτη. Ο Ελευθέριος ήταν κληρονόμος τεράστιας κτηματικής περιουσίας, και βασιλόφρων. Είχε συναναστροφές με τον κλήρο και ήταν, ουσιαστικά, αγράμματος, καθώς είχε τελειώσει μονάχα το δημοτικό. Η μητέρα του Ρίτσου ήταν η Ελευθερία Βουζαναρά, γεννημένη το 1879· κόρη πλουσίων εμπόρων από το Γύθειο. Οι δυο τους παντρεύτηκαν όταν ήταν ακόμα εκείνη 13 ετών, και είχε συμφωνηθεί ότι θα συζούσαν οριστικά μόλις τελείωνε το γυμνάσιο.[7]

Το ζευγάρι, εντούτοις, δεν τα πήγαινε καλά, καθώς ο Ελευθέριος ήταν μανιώδης χαρτοπαίχτης και γυναικάς. Ένα τραγικό περιστατικό στη σχέση τους, ήταν τότε, που απέκτησαν το δεύτερο παιδί τους: ενόσω η Ελευθερία βρισκόταν στο νοσοκομείο, εκείνος εξαφανίστηκε για εβδομάδες στο Λουτράκι, περνώντας ξέγνοιαστες ώρες. Η οικογένεια Ρίτσου, απέκτησε τελικά τέσσερα παιδιά, τη Νίνα το 1898, τον Δημήτρη το 1899, τη Σταυρούλα (Λούλα), το 1908 και τον Γιάννη, το 1909.[7]

Τέλος, η οικογένεια ζούσε απέναντι από την Παναγία τη Χρυσαφίτισσα, αργότερα —αλλά και οριστικά— εγκαταστάθηκε, μετά τη γέννηση του Γιάννη, σε ένα σπίτι που αγόρασε ο Ελευθέριος, στην είσοδο της καστροπολιτείας, δίπλα στα τείχη.[7]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σπίτι του Γιάννη Ρίτσου, στη Μονεμβασία, και η προτομή του.

Η ζωή του Ρίτσου, κατά την παιδική του ηλικία, στη Μονεμβασία, ήταν ανέμελη και πέρασε όμορφα παιδικά χρόνια κοντά στη φύση.[7] Η μητέρα του, που ήταν καλλιεργημένη, του έδειχνε πολλή αγάπη και τρυφερότητα.[8] Η γιαγιά του η Άννα του έλεγε παραμύθια, όπως επίσης κι ένας Μωραΐτης, που φρόντιζε αυτόν και τη Λούλα, μετά τη δολοφονία του παππού τους, το 1910.[7] Ο Ρίτσος, από τη μικρή ηλικία φάνηκε να έχει κλίση στις τέχνες, καθώς γρήγορα άρχισε να ζωγραφίζει και να μαθαίνει πιάνο, ενώ, καθώς ο ίδιος μαρτυρεί, έγραφε στίχους από την ηλικία των 7 ετών. Η μητέρα του τού υποστηρίζει απόλυτα αυτή του την κλίση και θεωρεί πως κάποια μέρα θα διαδεχθεί τον Κωστή Παλαμά, αργότερα, τον εγγράφει ως συνδρομητή στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων.[8]

Η ανεμελιά των παιδικών χρόνων σταματά με την έναρξη του σχολείου. Ο Ρίτσος προτιμούσε να παίζει από τα να παρακολουθεί τα μαθήματα κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται πολλές φορές όρθιος, στη γωνία, τιμωρημένος. Τα τετράδιά του ήταν γεμάτα ζωγραφιές. Είχε πει κι ο ίδιος κάποτε:[9]

    Έφτιαχνα μαργαρίτες και παπαρούνες, σβήνοντας του αριθμούς    

Ενώ για τις τιμωρίες του έλεγε:[9]

    Σαν να μ' άρεσε να είμαι τιμωρημένος. Δεν αγαπούσα τους ανθρώπους που αρίστευαν στα πάντα. Θα πει όταν δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη κλίση.    

Κι ακόμη:[9]

    Νομίζω πως ο άνθρωπος που δεν τιμωρήθηκε ποτέ στη ζωή του δεν ξέρει τι σημαίνει παραβίαση της απαγόρευσης. Κι επειδή η ζωή είναι γεμάτη απογοητεύσεις, έμαθα να δουλεύω την ποίηση, ξεπερνώντας τες.    

Ο Ρίτσος ό,τι έχασε από το σχολείο, το βρήκε στη βιβλιοθήκη της μητέρας του, όπου εκεί συνάντησε για πρώτη φορά την Αριστερά, πράγμα που ενοχλούσε τον Ελευθέριο.[9]

Το 1917, η οικογένεια Ρίτσου, δέχτηκε το πρώτο της οικονομικό πλήγμα: με την αγροτική μεταρρύθμιση του Ελ. Βενιζέλου απαλλοτριώθηκαν τσιφλίκια ή δόθηκαν σε ακτήμονες· οι Ρίτσοι, που δεν ήξεραν άλλη δουλειά, παρά μόνον αυτή, τα έχασαν, σχεδόν, όλα.[9]

Κατόπιν, ο αδελφός του, που σπούδαζε ασθένησε με τον προάγγελο της φυματίωσης, την υγρά πλευρίτιδα. Ο πατέρας ξόδεψε πολλά λεφτά για τη θεραπεία του γιου του χωρίς, όμως, επιτυχία. Το 1921 ασθένησε από φυματίωση και η μητέρα του. Ο Δημήτρης δεν τα κατάφερε και πέθανε από φυματίωση στις 6 Αυγούστου 1921, ενώ λίγο αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου, του ίδιου έτους, όταν η μητέρα έμαθε για τον θάνατο του Δημήτρη, δεν άντεξε και πέθανε κι αυτή στην Πορταριά Πηλίου.[8] Στο ενδιάμεσο, η αδελφή του Νίνα, και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 1921, είχε παντρευτεί τον χωροφύλακα του χωριού και είχε φύγει από το σπίτι, με αποτέλεσμα, η Λούλα και ο Γιάννης να μείνουν μόνοι και να δεθούν πολύ.[9]

Η Λούλα και ο Γιάννης ήρθαν πολύ κοντά μετά από αυτά τα τραγικά γεγονότα. Η μόνη παρηγοριά του ποιητή ήταν η αδελφή του και η ποίηση, ενώ τα μόνα έξοδα που επέτρεπε στον εαυτό του ήταν η συνδρομή του περιοδικού, στο οποίο μάλιστα, δημοσίευσε το 1924-1925, τις πρώτες του συνεργασίες, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα».[10]

Η αρρώστια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Σεπτέμβριο του 1925 τα δύο αδέλφια πάνε στην Αθήνα. Εκεί έπιασαν ένα δωμάτιο, σε ένα ξενοδοχείο, στην οδό Μπενάκη. Ο θείος Λεωνίδας, που ζούσε στο Λονδίνο και που τους είχε βοηθήσει και παλαιότερα, τους συνδράμει, χρηματικά, ενώ η Λούλα έπιασε δουλειά, προετοιμάζοντας τις σπουδές στης για τη Φιλοσοφική Σχολή. Ο Γιάννης, από την άλλη, δεν έδειχνε κάποιο ενδιαφέρον για όλα αυτά.[10] Ο Γιάννης έπιασε, αργότερα, δουλειά ως δαχτυλογράφος, σε ένα γραφείο ενός συμβολαιογράφου, στη βιβλιοθήκη του οποίου γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό, τον Κωστή Παλαμά κ.ά. Έως το 1926, τα πράγμα πήγαιναν καλά για τα δύο αδέλφια, ώσπου ένα πρωί η Λούλα, είδε τον αδελφό της να κάνει αιμόπτυση στο λαβομάνο. Ο ιατρός της οικογένειας τον έστειλε στη Μονεμβασία, που, όπως πίστευε, θα έβρισκε καλύτερη περιποίηση εκεί. Τελικά, μετά από τη δίμηνη παραμονή του στην Αθήνα, επέστρεψε, στην πατρώα γη. Επιστρέφοντας ο Ρίτσος από τη Μονεμβασία, είχε έτοιμες δύο ποιητικές συλλογές: Στο Παλιό μας Σπίτι και το Δάκρυα και Χαμόγελα. Τον Ιανουάριο του 1927, η αιμόπτυση επανήλθε, ήταν βέβαιο πλέον ότι έπασχε κι αυτός από φυματίωση. Στις 22 Φεβρουαρίου 1927 εισήλθε στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου για τα επόμενα τρία χρόνια θα συζεί με πλήθος ασθενών.[11]

Στις αίθουσες του νοσοκομείου ο Ρίτσος, ήρθε σε επαφή με διάφορους αριστερούς και συνδικαλιστές. Ο «δάσκαλός» του, σχετικά με αυτά, είναι ο Βασίλης Γεράγγελος, οποίος θα εκτελεστεί, αργότερα, από τους Γερμανούς, στην Κατοχή.[11]

Μαρία Πολυδούρη
Η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, που νόσησε κι αυτή από τη φυματίωση, και που η συνάντηση της με τον Γιάννη Ρίτσο, στο σανατόριο του «Σωτηρία», υπήρξε καλλιτεχνικό «διάλειμμα» από τη σκληρή πραγματικότητα.

Στο σανατόριο του «Σωτηρία», θα γνωριστεί με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Αντάλλασσαν ποιήματα ο ένας στον άλλον και λόγω της αγάπης τους για την ποίηση, θα βρουν παρηγοριά. Ο ίδιος ο ποιητής, αφηγείται στον Κ. Σταματίου:[12]

    Υπήρχε μια μεγάλη "αίθουσα υποδοχής" με το μοναδικό πιάνο με ουρά στη «Σωτηρία». Τ' απόγευμα, πήγαινα εκεί και έπαιζα αναζητώντας κάποια παρηγοριά στη μουσική. Ακούγοντας το πιάνο η Πολυδούρη κατεβαίνε από το δωμάτιό της και έτσι γνωριστήκαμε.    

Εκεί μέσα ανέπτυξαν θερμούς δεσμούς φιλίας, οι δύο ποιητές. Μάλιστα ο ένας έχει αφιερώσει στον άλλον και ποιήματα.[13]

Στην Καψαλώνα

Ο ποιητής, μετά το πέρας του τρίτου έτους της παραμονής του στο νοσοκομείο, δεν είχε πια λεφτά για την παραμονή του. Κατόπιν, τον μετέφεραν σε στρατιωτικό νοσοκομείο, για να καταλήξει στο Άσυλο Φυματικών Καψαλώνας, ένα ερειπωμένο και άθλιο κατάλυμα. Οι συνθήκες εκεί είναι απαράδεκτες. Έτσι, ο Ρίτσος, στέλνει ένα γράμμα στην εφημερίδα Εφεδρικός Αγών και τονίζει τα προβλήματα που βιώνουν καθημερινά οι ασθενείς εκεί πέρα. Ο Ρίτσος θα πει αργότερα για εκείνη την εμπειρία του: [14]

    Στην Καψαλώνα ένιωσα πρώτη φορά τον εαυτό μου σαν εντολοδόχο, τον υπεύθυνο ενός κόσμου    

Στην Καψαλώνα ο Ρίτσος, μαζί με άλλα ποιήματά του, από το προηγούμενο σανατόριο, συνθέτει τις πρώτες του ποιητές συλλογές: Τρακτέρ και Πυραμίδες.[14]

Δεκαετία 1930-1940[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 1931, η αδελφή του Λούλα παντρεύεται έναν μετανάστη από την Αμερική, τον Δημήτρη Σταυρόπουλο, ο οποίος θα συνδράμει οικονομικά και τον αδελφό της, τον Γιάννη. Έτσι, ο Ρίτσος, θα βρει περισσότερο χρόνο για τη συγγραφή ποιήσεως.[15]

Το 1932, συμφορά ξαναβρήκε την οικογένεια. Ο Πατέρα του, που ζούσε μόνος στη Μονεμβασία δεν είχε τα προς το ζην και, σε συνδυασμό, με την άρνηση βοήθειας των συγχωριανών του, τελικά, έχασε τα λογικά του και τρελάθηκε. Τον μεταφέρανε, εν τέλει, το 1934, στο δημόσιο ψυχιατρείο του Δαφνίου.[15]

Η αδελφή του που είχε πάει στην Αμερική, επέστρεψε για να τον φροντίσει, εν τω μεταξύ, κι αυτή είχε κλονιστεί πολύ, με όλα αυτά που συνέβαιναν στην οικογένειά τους. Την περίοδο αυτή ο Ρίτσος, προσπαθεί να ακολουθήσει το επάγγελμα του χορευτή και του ηθοποιού σε θέατρο, στην Κυψέλη, με τη διάσημη Ζωζώ Νταλμάς, αφού ο γάμος της αδελφής του δεν κράτησε παραπάνω και αναγκάστηκε να εργαστεί.[16]

Ο Επιτάφιος

Το 1934 γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι τον θάνατό του. Το 1934 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τρακτέρ», ενώ ξεκίνησε να δημοσιεύει στον «Ριζοσπάστη» τη στήλη «Γράμματα για το Μέτωπο». Το Μάιο του 1936, οι εργατικές κινητοποιήσεις, είχαν κορυφωθεί στη Θεσσαλονίκη. Ο Ριζοσπάστης, την επόμενη, δημοσιεύει φωτογραφία που αποτυπώνεται η σορός του δολοφονημένου Τάσου Τούση, με τη μητέρα του να σπαράζει από πάνω του. Η φωτογραφία ενέπνευσε τον ποιητή. Ο Ρίτσος κλείστηκε στη σοφίτα του και έγραψε τα τρία πρώτα μέρη του Επιταφίου.[15] Ο «Ριζοσπάστης», στις 12 Μάη του 1936, τα δημοσίευσε υπό τον τίτλο Μοιρολόι.[17] Χαρακτηριστικοί στίχοι του ποιήματος είναι:[18]

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,

πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Ο Ρίτσος ολοκληρώνει τα πρώτα 14 ποιήματά του, τα οποία εκδίδονται από το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» σε 10.000 αντίτυπα (αριθμός ρεκόρ). Από αυτά πουλήθηκαν σχεδόν όλα, εκτός από 250, τα οποία κάηκαν, μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας από τον Ι.Μεταξά, στις 4 Αυγούστου 1936.[19]

Η Λούλα στο ψυχιατρείο

Στις 15 Οκτωβρίου 1936, ο Ρίτσος, έγινε μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Οι παραστάσεις που έδινε ως χορευτής και ως ηθοποιός (και οι οποίες δεν τον έκαναν ιδιαίτερα υπερήφανο) τον ταλαιπώρησαν τόσο, που τον οδήγησαν στο να υποτροπιάσει η υγεία του. Αυτή τη φορά, από τον Οκτώβριο του 1937 έως τον Απρίλιο του 1938, έζησε στο σανατόριο της Πάρνηθας, στο οποίο συγγράφει Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα και την Εαρινή Συμφωνία, χάριν του πρωτοφανέρωτου έρωτα.[20] Οι συμφορές τόσο για την οικογένεια, όσο και για τον ίδιο συνεχίστηκαν, όταν η αδελφή του, η Λούλα, επισκέφτηκε, στις 9 Φεβρουαρίου 1937, την αδελφή της και της είπε ότι είδε τον Θεό.[19] Ακολούθως, θα κατευθυνθεί κι εκείνη στο Δαφνί, όπου βρίσκεται εκεί ήδη ο πατέρας της, μάλιστα στις 5 Νοεμβρίου 1938 θα δει να βγάζουν τη σορό του πατέρα της, από τον απέναντι θάλαμο. Ο Ρίτσος εμπνεύστηκε από τα παθήματα της αδελφής του και θα γράψει το ποίημα Τραγούδι της Αδελφής μου, για το οποίο ο Κωστής Παλαμάς θα γράψει, στο τελείωμα του τετράστιχου: «Να παραμερίσουμε ποιητή για να περάσεις.».[21]

Ο έρανος

Στις 30 Νοεμβρίου 1937, η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τον δέχτηκε ως μέλος της, με 22 ψήφους από τους 27. Φεύγοντας από το σανατόριο, προσλήφθηκε από το Βασιλικό Θέατρο. Εκεί γνώρισε τον Μάνο Κατράκη· η φιλία του θα καταλήξει ισόβια. Εκεί συνάντησε και τον Τάκη Φιλιακό, που είχαν ήδη γνωριστεί και, αργότερα, θα μεταπηδήσουν στην Εθνική Λυρική Σκηνή, που εμφανίζεται με το ψευδώνυμο Ι ή Γ Βάμβας.[20] Το 1940, πριν τον Πόλεμο, θα εκδοθεί το Εμβατήριο του Ωκαιανού, αλλά τα γεγονότα τον πρόλαβαν και εγκαταστάθηκε, κατάκοιτος, στο σπίτι του Τάκη Φιλιακού. Κατόπιν εντάχθηκε και στο Μορφωτικό Τμήμα του ΕΑΜ.[21]

Ο ηθοποιός Στέλιος Βόκοβιτς, βλέποντάς τον να πεινά, να είναι άρρωστος και δυστυχής, απευθύνθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» και ο Αλέκος Λιδωρίκης, του έγραψε ένα άρθρο για τη σωτηρία του ποιητή και πρότεινε δημόσιο έρανο. Οι προσφορές έφτασαν αλλά ο Ρίτσος τις αποποιήθηκε.[21]

Κατοχή, αντίσταση, διώξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδόν, σε όλη την Κατοχή, ο Ρίτσος ήταν καθηλωμένος από την ασθένειά του.[22] Αρχικά συγκατοικούσε με την Έλλη Αλεξίου στην Καλλιθέα[23] και αργότερα με το ζεύγος Τάκη Φιλιακό και Μιράντας Βούλγαρη. Εκείνη την περίοδο γράφει το μυθιστόρημα Στους πρόποδες της σιωπής, το οποίο φτάνει, σχεδόν, τις 1000 σελίδες και συνήθιζε να το διαβάζει σε όσους τον επισκέπτονταν. Με τα γεγονότα του Δεκέμβρη, πολλές σημειώσεις και ποιήματα του Ρίτσου καίγονται, από το πρόσωπο, στο οποίο τα είχε εμπιστευτεί να τα φυλάει, λόγω φόβου. Ωστόσο, ο Ρίτσος είχε διαφύγει από την Αθήνα με πολλούς οπαδούς του ΕΑΜ, που κατευθύνονταν προς τη βόρεια Ελλάδα. Σε αυτή του τη σκληρή δοκιμασία γράφει το μονόπρακτο Η Αθήνα στ' άρματα. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945) επιστρέφει στην Αθήνα και γράφει στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα». [24] ενώ μέσω αυτού δημοσίευε και ποιήματα υπό το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλιώτης. Την περίοδο εκείνη, γνωρίστηκε με σπουδαίους ποιητές, όπως τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Τάσο Λειβαδίτη κ.ά. (όπως επίσης και τη μελλοντική του γυναίκα [1947]). Αξιοσημείωτα έργα εκείνη την εποχή ήταν το «Ο σύντροφος μας Νίκος Ζαχαριάδης» και το Υστερόγραφο της δόξας, που αναφέρονταν στον Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος είχε αποκηρυχθεί από το ΚΚΕ.[23]

Ρωμιοσύνη (απόσπασμα)[25]

Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,

αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,

αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,

αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

Μεταξύ του 1945 και 1947 συγγράφει τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών. Το 1948 εξορίζεται στη Λήμνο και συγκεκριμένα, στο Κοντοπούλι. Εκεί θα αρχίσει να ζωγραφίζει ακουαρέλες και να κάνει σκίτσα συγκρατουμένων, ενώ παράλληλα θα ξεκινήσει και αλληλογραφία με την Καίτη Δρόσου, που στη συνέχεια θα γίνουν δελτάρια, με λίγες λέξεις.[26] Κατόπιν, θα αρχίσει αλληλογραφία και με την αδελφή του, Λούλα.[27] Στη Λήμνο, ο ποιητής, τον Φεβρουάριο του 1949, γράφει το Καπνισμένο Τσουκάλι.[28]

Τον Μάιο του 1949 μεταφέρθηκε στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Ο Ρίτσος προτιμούσε να μη μιλά για αυτό το μέρος, παρά μόνο μέσω των ποιημάτων του.[28] Από το «Αναμορφωτήριο της Μακρονήσου» απολύθηκε τον Ιούλιο του 1950. Πάραυτα, φυλακίστηκε ξανά, ενώ ήταν βαριά άρρωστος. Η παραμονή του ήταν βραχύχρονη στο νησί και μεταφέρθηκε στον Αϊ Στράτη. Στο ενδιάμεσο υπήρξε εκστρατεία στο εξωτερικό για την απελευθέρωση του ποιητή. Εξέχοντες προσωπικότητες που βρέθηκαν στο πλευρό του, μεταξύ άλλων, ήταν ο Πάμπλο Πικάσο, ο Πάμπλο Νερούδα και ο Λουί Αραγκόν.[23]

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος (απόσπασμα)[29]

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα,

μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο.

Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Στις 30 Μαρτίου του 1952 εκτελούνται ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του.[30] Στην Αθήνα, διαμένει ξανά με τους Φιλιακούς.[31] Ο Ρίτσος επηρεασμένος από το γεγονός γράφει το ποίημα Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο, το ποίημα κυκλοφόρησε με σκίτσο του Μπελογιάννη, φιλοτεχνημένο από τον Πάμπλο Πικάσο.[31] Τον Αύγουστο του 1952, ο Ρίτσος, απολύεται πλέον οριστικά.[32] Στην Αθήνα, διαμένει ξανά με τους Φιλιακούς. Το 1953 κυκλοφορούν μεταφράσεις του ποιητή, ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, ενώ, το 1954, εκδίδεται η Αγρυπνία, που περιελάμβανε τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η Αγρυπνία, γράφτηκε στα χρόνια της εξορίας και τη μετέφερε, μαζί με έργα του ζωγραφικής, στον διπλό πάτο της βαλίτσας του, φεύγοντας από τον Αϊ Στράτη.[31] Στις 7 Δεκεμβρίου του 1954 παντρεύεται με τη Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου ή Φαλίτσα, όπως συνήθιζε να την αποκαλεί ο ίδιος ο Ρίτσος και τον Αύγουστο του 1955, γεννιέται η μονάκριβη κόρη τους, η Ελευθερία (Έρη) Ρίτσου.[33]

Κατόπιν, ο Ρίτσος, το 1956, θα γνωριστεί με τον Νίκο και τη Νανά Καλλιανέση, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει έναν νέο εκδοτικό οίκο, τον «Κέδρο». Ο «Κέδρος» θα γίνει το συγγραφικό «σπίτι» του Γιάννη Ρίτσου, καθώς μέσω αυτού εξέδωσε μεγάλα του έργα, όπως η Σονάτα του Σεληνόφωτος κ.ο.κ., ενώ θα εκδώσει και διάφορες μεταφράσεις, ξένων συγγραφέων, όπως του Τολστόι. Η Νανά με τον Ρίτσο, δέθηκαν με στενούς δεσμούς φιλίας έκτοτε. Η Νανά συμπαραστάθηκε στον Ρίτσο, αλλά και στο έργο του, από την πρώτη στιγμή μέχρι και τις κατοπινές του δυσκολίες.[34] Ο Ρίτσος με τη Σονάτα του Σεληνόφωτος θα παραλάβει το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης κι από εκεί κι έπειτα ξεκίνησε και η διεθνής αναγνώριση για τον ποιητή, Γιάννη Ρίτσο. Το 1956 τον προσκάλεσαν στη Σοβιετική Ένωση, μαζί με άλλους διανοούμενους της εποχής.[33] Επιστρέφοντας από το πολυπόθητο ταξίδι κάθε αριστερού της εποχής, γράφει και δημοσιεύει στην εφημερίδα «Αυγή» 36 κείμενα με τίτλο «Η Σοβιετική Ένωση σήμερα». Κατόπιν ακολούθησαν άλλα δύο ταξίδια: στη Ρουμανία, όπου ταξίδεψε με τους Στρατή Μυριβήλη, Άγγελο Τερζάκη και τον Μενέλαο Λουντέμη. Και στη συνέχεια ταξίδεψε στην Τσεχοσλοβακία. Γύρω στο 1960 είχε ολοκληρώσει την «Ανθολογία Ρουμανικής Ποιήσης» και με την επιστροφή του από την Τσεχοσλοβακία, εργαζόταν στην «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων Ποιητών». Εκείνη την περίοδο ο μουσικοσυνθέτης, Μίκης Θεοδωράκης, μελοποιεί 6 ποιήματα του Ρίτσου από τον «Επιτάφιο», αναδεικνύοντας και τον μεγάλο Έλληνα τραγουδιστή, Γρηγόρη Μπιθικώτση. Στη δεκαετία του 60, ο Ρίτσος, γράφει ποιήματα για τους Γρηγόρη Λαμπράκη και Σωτήρη Πέτρουλα. Προς το τέλος της δεκαετίας θα μελοποιηθεί, ξανά από τον Μίκη Θεοδωράκη, και η «Ρωμιοσύνη», ενώ, τέλος, η εξορία θα τον ξαναβρεί το 1967, με τη «Χούντα των Συνταγματαρχών». [35]

1967-1973: η Δικτατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τανκ, στους δρόμους της Αθήνας, την 21η Απριλίου 1967.

Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου, το ζεύγος Φιλιάκου και ο Ρίτσος, όδευαν προς στο σπίτι, όπου συγκατοικούσαν. Στον Σταθμό Λαρίσης, αντικρίζουν τανκς. Ο Τάσος Φιλιάκος, λέει πως θα γυρίζουν πολεμική ταινία, ο Ρίτσος αμέσως κατάλαβε: «Τι ταινία! Πραξικόπημα είναι». Φτάνοντας στην οδό Παπαναστασίου, όπου έμεναν, ο Ρίτσος, ετοίμασε τις βαλίτσες του, περιμένοντας να έρθουν τον πάρουν. Οι φίλοι του τού είπαν να κρυφτεί. Εκείνος αρνήθηκε. Στις 6 το πρωί τον συλλαμβάνουν και τον οδηγούν στον Ιππόδρομο (Παλαιό Φάληρο), όπου ήταν ήδη συγκεντρωμένοι διάφοροι δημοκράτες και αριστεροί. Μετά από λίγες μέρες οδηγείται ξανά στην εξορία, με προορισμό τη Γυάρο («το νησί του διαβόλου» όπως το λέγανε από τα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου). Παρόλα αυτά ξεκινά τις συνθέσεις Χρυσοθέμις και Αγεμέμνονα, οι οποίες θα ενταχθούν στην Τέταρτη Διάσταση· παράλληλα, γράφει και ένα χωρικό, τις Μαντατοφόρες. [36] Ωστόσο, συνέλαβαν και τη γυναίκα του, Φαλίτσα, την οποία την κράτησαν στο Βαθύ της Σάμου, σε συνθήκες απομόνωσης. Αυτό κράτησε λίγο, καθώς μετά από δύο εβδομάδες την αφήσαν ελεύθερη, εκείνη που ήδη είχε ενημερωθεί από τον Ρίτσο, που βρίσκεται, ταξιδεύει στη Σύρο, για να μπορέσει να του στείλει κάποια χρειώδη.[37]

Στην Ευρώπη ιδιαίτερα, η διεθνής κοινότητα, αρχίζει και εναντιώνεται στη Χούντα των Συνταγματαρχών. Διαδηλώσεις και εκκλήσεις για την απελευθέρωση των κρατουμένων, καθώς και καταγγελίες, αναγκάζουν τους δικτάτορες να βελτιώσουν το φαίνεσθαι, έτσι κλείνουν το στρατόπεδο στη Γυάρο και το μεταφέρουν σε δύο χωρία της Λέρου, στο Λακκί και στο Παρθένι. Την 1η Ιουλίου, μετέφεραν και τον Ρίτσο. Άλλο ένα δημιούργημα θα περιληφθεί στην Τέταρτη Διάσταση, ο μονόλογος Αίας, που τον ξεκίνησε, αμέσως μετά την άφιξή του στη Λέρο, τον Αύγουστο. Ήδη από την παραμονή του στη Γυάρο, (αλλά και πιο πριν) θα ανακαλύψει άλλο ένα καλλιτεχνικό ιδίωμα, τη ζωγραφική, το οποίο θα τον συνοδεύει έως το τέλος της ζωής του.[36]

1968

Τη χρονιά αυτή οι πολιτικές εξελίξεις έρχονται να ταράξουν τον ποιητή. Αρχικά, έρχεται η διάσπαση του ΚΚΕ, σε ΚΚΕ και ΚΚΕ Εσωτερικού, τον Φεβρουάριο. Και τον Αύγουστο, τα τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία. Η απογοήτευσή του έκτοτε, θα αποτυπωθεί, αλληγορικά, σε διάφορα ποιήματά του.[38]

Την ίδια χρονιά η Φαλίτσα, η γυναίκα του, ανησυχούσε για την υγεία του Γιάννη. Έτσι ταξιδεύει στη Λέρο, που, αρχικά, δεν της επέτρεψαν να τον δει. Όμως το επάγγελμά της την βοήθησε να τον δει, καθότι ιατρός. Με συνοδεία ενός συναδέλφου της και του στρατοπεδάρχη την οδήγησαν σε αυτόν, χωρίς όμως να τους επιτραπεί να ανταλλάξουν την παραμικρή κουβέντα, την ώρα που τον εξέταζαν.[39]

Στις 16 Ιουνίου, ο ποιητής, ξύπνησε με αιματουρία και ίλιγγο, καθώς και πόνους στα νεφρά. Ο στρατιωτικός ιατρός μιλά για νεοπλασία στην ουροδόχο κύστη. Κατόπιν τον μετέφεραν στον Άγιο Σάββα, που εκεί επιβεβαιώθηκε πως έχει καρκίνο.[38] Στο νοσοκομείο χειρουργείται και, τέλος, στις 12 Σεπτέμβρη επέστρεψε ξανά στη Λέρο. Η εξορία του στη Λέρο τελειώνει, όταν, στις 19 Οκτωβρίου, του ανακοινώθηκε η απόλυσή του. Στη συνέχεια ταξίδεψε στη Σάμο, όπου είχε κατ' οίκον περιορισμό. Κρυφά, πήρε μαζί του ποιήματα και ακουαρέλες, τα οποία τα είχε κρύψει στον διπλό πάτο της βαλίτσας του.[39]

Στη Σάμο
Ο Μίκης Θεοδωράκης, το 1971. Ο συνθέτης που μελοποίησε πολλά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου (Επιτάφιος, Ρωμιοσύνη κ.ά), καθώς και άλλων ποιητών. Ο Θεοδωράκης, αναφέρεται και ως ο άνθρωπος που έκανε ευρύτερα γνωστή την ελληνική ποίηση[40], καθώς, μεταξύ άλλων, έχει μελοποιήσει και Οδυσσέα Ελύτη[41], Κώστα Βάρναλη[42], κ.ά.

Στη Σάμο, ο ποιητής, θα συνεχίσει να δημιουργεί. Εκεί γράφει τη συλλογή Κιγκλίδωμα, το οποίο αναφέρεται στο τρομοκρατικό κλίμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Παράλληλα, παρακολουθεί ελληνόφωνους σταθμούς του εξωτερικού. Στη Σάμο, ο ποιητής, θα ζήσει την απόλυτη μοναξιά, λόγω του περιορισμού του, θα νιώσει την κατάλυση της δημοκρατίας, μιας και όχι απλά δεν του επέτρεπαν να κυκλοφορεί, αλλά ούτε και να αλληλογραφεί. Η κάθε του κίνηση παρακολουθούνταν είτε από την αστυνομία είτε από τους χαφιέδες. Του είχε στοιχίσει που δεν μπορούσε να επικοινωνεί με τους ανθρώπους, παρά μόνο με την οικογένειά του, μάλιστα, πολλοί φοβόντουσαν να του πουν και καλημέρα.[43] Αν και αποκομμένος, οι τρεις συλλογές του Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα,[44] γραμμένες σε τσιγαρόχαρτο θα βγουν κρυφά από την Ελλάδα, το 1969, με τη βοήθεια της Χρύσας Προκοπάκη[45] , με κατεύθυνση τη Γαλλία. Το 1971 θα εκδοθούν στη Γαλλία, σε μια δίγλωσση έκδοση, που προλόγιζε ο Αραγκόν.[43] Εκεί, έλαβε και ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Λιανοτράγουδα» και τα μελοποίησε το 1970.[45]

1970-1973

Το 1970 ένα ακόμα μεγάλο πλήγμα ήρθε για να βρει τον ποιητή: πεθαίνει η αδελφή του, η Νίνα. Αυτό θα γίνει η αφορμή για να γράψει το ποίημα Η Ελένη.[46] Τη χρονιά εκείνη ο Ρίτσος εμφανίστηκε ξαφνικά στην Αθήνα. Προσκλήθηκε, ως τιμώμενο πρόσωπο, στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης του Λονδίνου, μαζί με τον Πάμπλο Νερούδα. Οι δικτάτορες δεν μπορούσαν να του απαγορέψουν να πάει. Έτσι, ο Στυλιανός Παττακός, τον κάλεσε στο γραφείο του, ώστε να τον αποτρέψει να αναφερθεί αρνητικά για το καθεστώς· ο Ρίτσος αρνήθηκε, παίρνοντας πάλι την άγουσα για τη Σάμο και το Καρλόβασι. Παρόλα αυτά, δεν κάθισε, έκτοτε, πολύ στη Σάμο, καθώς η υγεία του χειροτέρεψε. Τον Δεκέμβριο του 1970 χειρουργήθηκε στη Γενική Κλινική Αθηνών. Από εκεί κι έπειτα παρέμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του, στο διαμέρισμα της οδού Μιχαήλ Κόρακα.[45] Ενώ, προηγουμένως, τον Οκτώβριο, αίρεται και ο κατ' οίκον περιορισμός.[47]

Το 1972 ο Ρίτσος γράφει το Κωδωνοστάσιο και την Γκραγκάντα, τα οποία θα περιέλθουν στη συλλογή Γίγνεσθαι. Και τα δύο ποιήματα, κυρίως το δεύτερο, είναι μια προσπάθεια, από τον ποιητή, να ξεφύγει από τα χαλεπά γεγονότα που ζούσε εκείνη την εποχή.[47] Στην Γκραγκάντα ο Ρίτσος συνοψίζει θεματικά και μορφικά όλη του την ποιητική εμπειρία. Σπάζοντας και ξεπερνώντας την κοινωνική πραγματικότητα.[48]

Το 1973, τον Μάρτιο, κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος ενός αντιδικτατορικού περιοδικού, η Συνέχεια. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, σε αυτό το τεύχος, θα αναφερθεί στον Ρίτσο, στο οποίο συμμετέχει και ο ίδιος ο ποιητής, με δύο αυτοσχόλια. Κατόπιν, τον Απρίλιο, ο Μαρωνίτης συνελήφθη και βασανίστηκε (το περιοδικό, είχε σύντομη ύπαρξη, καθώς και μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, η Χούντα, το απαγόρευσε).[48]

Τον Μάη, της ίδιας χρονιάς (1973) συλλαμβάνεται η Νάνα Καλλιανέση, η εκδότρια του ΚΕΔΡΟΥ, η οποία κατηγορήθηκε για υπόθαλψη αντιστασιακών κινήσεων καθώς και για έκδοση κομμουνιστικών βιβλίων. Ο εγκλεισμός θα της κλονίσει την υγεία.[48] Πριν την πτώση της Χούντας, ο Ρίτσος έκανε μια δημόσια εμφάνιση, στις 15 Νοεμβρίου (1973), συμμετέχοντας σε διαδήλωση.[49]

Εξέγερση Πολυτεχνείου/Πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών

Στις 17 Νοεμβρίου 1973, ο ποιητής θα ζήσει από κοντά τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Την επόμενη μέρα θα αναχωρήσει με προορισμό τον Κάλαμο,[50] όπου θα συνθέσει το Ημερολόγιο μιας Εβδομάδας, όπου αναλύει, με τρόπο ποιητικό το χρονικό εκείνης της εξέγερσης. Η εξέγερση εκείνη, ήταν η αρχή του τέλους, όμως, για τη δικτατορία. Ακολούθως, έπονται τα γεγονότα στην Κύπρο, με το πραξικόπημα του Σαμψών. Μια νέα τραγωδία ακολουθεί, καθώς χιλιάδες άνθρωποι ξεριζώνονται από τα σπίτια τους, αγνοούνται, και πεθαίνουν. Ο Ρίτσος παρακολουθεί με ταραχή τα γεγονότα αυτά από τη Σάμο. Αμέσως, όπως κάθε φορά, αρχίζει και αποτυπώνει τις σκέψεις του στο χαρτί: επιστρέφει στον ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο και συνθέτει το ποίημα Ύμνος και Θρήνος για την Κύπρο. Η συμφορά αυτή στην Κύπρο, ήταν το εφαλτήριο για την πτώση και της δικτατορίας. Το καλοκαίρι του 1974, η δικτατορία ήταν παρελθόν και ξεκινούσε η μεταπολίτευση. [51]

Μεταπολίτευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρίτσος έπειτα από είκοσι χρόνια επισκέπτεται ξανά τη Μονεμβασία, τη γενέθλια γη. Αρχίζει πάλι να εμπνέεται και συνθέτει κι άλλα ποιήματα, που αφορούν την αγάπη και τη μνήμη. Στις 17 Δεκεμβρίου του 1974 πεθαίνει ο συγγραφέας Κωστής Βάρναλης, ο Ρίτσος, θα απαγγείλει ένα ποιήματα στην κηδεία, το Χαιρετισμός στον Ποιητή.[51]

Βραβεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πρώτο Κρατικό Βραβείο ποίησης "Η Σονάτα του σεληνόφωτος" (1956)
  • Μέγα διεθνές βραβείο ποίησης (Βέλγιο, 1972)
  • Διεθνές βραβείο "Γκεόργκι Δημητρώφ" (Βουλγαρία, 1975)
  • Mέγα βραβείο ποίησης "Αλφρέ ντε Βινύ" (Γαλλία, 1975)
  • Διεθνές βραβείο "Αίτνα-Ταορμίνα" (Ιταλία, 1976)
  • "Βραβείο Ειρήνης του Λένιν" (ΕΣΣΔ, 1977)
  • Διεθνές βραβείο "Μποντέλο" (1978)

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ποιήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Τρακτέρ », (1934)
  • «Πυραμίδες», (1935)
  • «Επιτάφιος», (1936)
  • «Το τραγούδι της αδελφής μου», (1937)
  • «Εαρινή συμφωνία», (1938)
  • «Το εμβατήριο του ωκεανού», (1940)
  • «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής», (1943)
  • «Δοκιμασία», (1943)
  • «Ο σύντροφός μας», (1945)
  • «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», (1952)
  • «Αγρύπνια», (1954)
  • «Πρωινό άστρο», (1955)
  • «Η σονάτα του σεληνόφωτος», (1956)
  • «Χρονικό», (1957)
  • «Αποχαιρετισμός», (1957)
  • «Χειμερινή διαύγεια», (1957)
  • «Πέτρινος χρόνος», (1957)
  • «Οι γειτονιές του κόσμου», (1957)
  • «Οταν έρχεται ο ξένος», (1958)
  • «Ανυπόταχτη πολιτεία», (1958)
  • «Η αρχιτεκτονική των δέντρων», (1958)
  • «Οι γερόντισσες κ' η θάλασσα», (1959)
  • «Υδρία », (1957)
  • «Το παράθυρο», (1960)
  • «Η γέφυρα», (1960)
  • «Ο Μαύρος Αγιος», (1961)
  • «Το νεκρό σπίτι», (1962)
  • «Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού», (1962)
  • «Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες», (1963)
  • «12 ποιήματα για τον Καβάφη», (1963)
  • «Μαρτυρίες Α», (1963)
  • «Παιχνίδια τ'ουρανού και του νερού», (1964)
  • «Φιλοκτήτης», (1965)
  • «Ρωμιοσύνη», (1966)
  • «Μαρτυρίες Β», (1966)
  • «Ορέστης», (1966)
  • «Όστραβα», (1967)
  • «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα», (1972)
  • «Η Ελένη», (1972)
  • «Χειρονομίες», (1972)
  • «Τέταρτη διάσταση», (1972)
  • «Η επιστροφή της Ιφιγένειας», (1972)
  • «Χρυσόθεμις», (1972)
  • «Ισμήνη», (1972)
  • «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», (1973)
  • «Διάδρομος και σκάλα», (1973)
  • «Γκραγκάντα», (1973)
  • «Σεπτήρια και Δαφνηφόρια», (1973)
  • «Ο αφανισμός της Μήλος», (1974)
  • «Υμνος και θρήνος για την Κύπρο», (1974)
  • «Καπνισμένο τσουκάλι», (1974)
  • «Κωδωνοστάσιο», (1974)
  • «Χάρτινα », (1974)
  • «Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη», (1974)
  • «Η Κυρά των Αμπελιών», (1975)
  • «Η τελευταία προ Ανθρώπου Εκατονταετία», (1975)
  • «Τα επικαιρικά», (1975)
  • «Ημερολόγιο εξορίας», (1975)
  • «Μαντατοφόρες», (1975)
  • «Θυρωρείο», (1976)
  • «Το μακρινό», (1977)
  • «Γιγνεσθαι», (1977)
  • «Βολιδοσκόπος», (1978)
  • Τοιχοκολλητής, (1978)
  • Τροχονόμος, (1978)
  • Η Πύλη, (1978)
  • Το σώμα και το αίμα, (1978)
  • Μονεβασιώτισσες, (1978)
  • Το τερατώδες αριστούργημα, (1978)
  • Φαίδρα, (1978)
  • Λοιπόν;, (1978)
  • «Το ρόπτρο»,(1978)
  • Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα, (1978)
  • «Γραφή Τυφλού»,(1979)
  • Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, (1980)
  • Διαφάνεια, (1980)
  • Πάροδος, (1980)
  • Μονόχορδα, (1980)
  • «Τα ερωτικά»,(1981)
  • Συντροφικά τραγούδια, (1981)
  • Υπόκωφα, (1982)
  • Μονοβασιά, (1982)
  • Το χορικό των σφουγγαράδων, (1983)
  • Τειρεσίας, (1983)
  • Με το σκούντημα του αγκώνα, (1984)
  • Ταναγραίες, (1984)
  • «Ανταποκρίσεις», (1987)
  • 3Χ111 Τρίστιχα, (1987)
  • Αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα, (1991)

Συλλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεατρικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα », (1942)
  • «Πέρα απ'τον ίσκιο των κυπαρισσιών», (1947)
  • «Τα ραβδιά των τυφλών», (1959)
  • «Ο λόφος με το συντριβάνι»

Μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Α.Μπλόκ: Οι δώδεκα», (1957)
  • «Ανθολογία Ρουμανικής ποίησης», (1961)
  • «Αττίλα Γιόζεφ: Ποιήματα», (1963)
  • «Μαγιακόφσκι: Ποιήματα», (1964)
  • «Ντόρας Γκαμπέ: Εγώ, η μητέρα μου και ο κόσμος», (1965)
  • «Ιλία 'Ερεμπουργκ: Το δέντρο», (1966)
  • «Ναζίμ Χικμέτ: Ποιήματα», (1966)
  • «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών», (1966)
  • «Νικόλας Γκιλλιέν: Ο μεγάλος ζωολογικός κήπος», (1966)
  • «Α.Τολστόη : Η γκρινιάρα κατσίκα», (1976)
  • «Φ.Φαριάντ: Ονειρα με χαρταετούς και περιστέρια», (1988)
  • «Χο τσι Μινχ: Ημερολόγιο της φυλακής»

Ταξιδιωτικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Εντυπώσεις από τη Σοβιετική Ενωση», (1956)
  • «Ιταλικό τρίπτυχο», (1982)

Μεταφράσεις του έργου του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εκτεταμένη ποιητική απόδοση των έργων του Ρίτσου έχει εκδοθεί (δίγλωσση) στην περσική γλώσσα από τον Πέρση ποιητή Φερεϊντούν Φαριάντ, φίλο του Ρίτσου, που πήρε για την εργασία του αυτή το Ελληνικό Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης το 2006.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εθνικό Κέντρο Βιβλίου Ρίτσος Γιάννης - Ανακτήθηκε 19 Ιουνίου 2014
  2. Χάρτης Πάτσης, Βασικής Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια. Τόμος 11, σ, 30
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Νέα Δομή. Τόμος 30, σ, 17
  4. BookStand.gr Ανακτήθηκε 21 Ιουνίου 2014
  5. Stixoi.info Γιάννης Ρίτσος (Στιχουργός)
  6. Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος. Τόμος Α, σ, 14
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 9
  8. 8,0 8,1 8,2 Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος. Τόμος Α, σ, 15
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 9,5 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 10
  10. 10,0 10,1 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 12
  11. 11,0 11,1 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 16
  12. Κ. Σταματίου, «Μαρία Πολυδούρη, Άπαντα», Τα Νέα, 3 Απρ. 1982
  13. Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος. Τόμος Α, σ, 17
  14. 14,0 14,1 Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος. Τόμος Α, σ, 18
  15. 15,0 15,1 15,2 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 18
  16. Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος. Τόμος Α, σ, 20
  17. Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 21
  18. Γιάννης Ρίτσος - Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα) Ανακτήθηκε 19 Ιουνίου 2014
  19. 19,0 19,1 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 22
  20. 20,0 20,1 Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος. Τόμος Α, σ, 24
  21. 21,0 21,1 21,2 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 24
  22. Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος. Τόμος Α, σ, 25
  23. 23,0 23,1 23,2 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 26
  24. Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Α, σ, 26
  25. Ρωμιοσύνη Ανακτήθηκε 29 Ιουνίου 2014
  26. Γιάννης Ρίτσος, Τροχιές σε διασταύρωση. Επιστολικά δελτάρια της εξορίας και γράμματα στην Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου, Αγρά 2008
  27. Γιάννης Ρίτσος, Γλυκειά μου Λούλα, 1949-1952 «Νέα Σύνορα» Α.Α. Λιβάνης, 1997
  28. 28,0 28,1 Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Α, σ, 28
  29. Η Σονάτα του Σεληνόφωτος Ανακτήθηκε - 29 Ιουνίου 2014
  30. Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Α, σ, 30
  31. 31,0 31,1 31,2 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 28
  32. Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Α, σ, 31
  33. 33,0 33,1 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 30
  34. Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Α, σ, 32
  35. Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 34
  36. 36,0 36,1 Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Β, σ, 13
  37. Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 36
  38. 38,0 38,1 Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Β, σ, 14
  39. 39,0 39,1 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 38
  40. Επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών ο Μίκης Θεοδωράκης tvxs.gr
  41. Άξιον εστί Stixoi.info
  42. Τα 80χρονα του Βάρναλη και οι 2 μελοποιήσεις των “μοιραίων” Afmarx.com
  43. 43,0 43,1 Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Β, σ, 16
  44. Yannis Ritsos, Pierres Repetitions Barreaux, Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα, Edition Bilingue, Poemes traduits du grec par Chrysa Prokopaki, Antoine Vitez Gerard Pierrat. Preface d' Aragon. Gallimard, Paris, 21 avril 1971
  45. 45,0 45,1 45,2 Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 40
  46. Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Β, σ, 18
  47. 47,0 47,1 Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Β, σ, 22
  48. 48,0 48,1 48,2 Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Β, σ, 23
  49. Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων - Γιάννης Ρίτσος, σ, 42
  50. Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Β, σ, 24
  51. 51,0 51,1 Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές- Γιάννης Ρίτσος, Τόμος Β, σ, 25

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μακρυνικόλα Αικατερίνη, Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου · 1924-1989. Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας · Ιδρυτής Σχολή Μωραϊτη, 1993.
  • Ελευθεροτυπία, Λέσχη Αθανάτων, Γιάννης Ρίτσος
  • Η Καθημερινή, Έλληνες Ποιητές, Γιάννης Ρίτσος, (2014) Τόμος Α - Β.
  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

Ενδεικτική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο. Αθήνα, Κέδρος, 1981. (επιμέλεια Αικατερίνη Μακρυνικόλα. Γράφουν οι: Αλεξανδρόπουλος Μήτσος, Αλεξίου Έλλη, Ανδρόνικος Μανόλης, Βασιλικός Βασίλης, Βαφόπουλος Γ.Θ., Βελουδής Γιώργος, Βόρνινγκ Αγγελική, Βρεττάκος Νικηφόρος, Γιατρομανωλάκης Γιώργης, Γκάμπε Ντόρα, Γκιλλιέν Νικολά, Γκραμόν Ντομινίκ, Δεκαβάλλες Αντώνης, Δεσποτόπουλος Κώστας, Δούκα Μάρω, Ρεμόν Ζαν, Ζαμπελεάνου Εουτζέν, Θασίτης Πάνος, Θεοδωράκης Μίκης, Ιλίνσκαγια Σόνια, Οζντεμίρ Ίντζε, Κακλαμανάκη Ρούλα, Κασιαν Νίνα, Κήλυ Έντμουντ, Κοκόλης Ξ.Α., Λακαριέρ Ζακ, Λεμαίρ Ζεράρ - Ζωρζ, Λήβι Πήτερ, Μακρυνικόλα Αικατερίνη, Μαρωνίτης Δ.Ν., Ματεφ Πάβελ, Μερακλής Μ.Γ., Μέρτσαντ Πωλ, Μιλλιέξ - Γκρίτση Τατιάνα, Μιλλιέξ Ροζέ, Μοσκώφ Κωστής, Μπανους Μαρία, Μπελέτσκι Αντρέι, Μπόγκζα Τζεο, Μποζίλωφ Μποζινταρ, Μποσκέ Αλαίν, Μυρσιάδης Κώστας, Νεσίν Αζίζ, Ντιντιέρ-Καστίγιο Μιγκέλ, Οικονόμου Ζήσης, Παπ Αρπαντ, Παπαγεωργίου Κώστας, Πέρι Μάσσιμο, Πολεβοϊ Μπορίς, Πολίτης Λίνος, Πρεβελάκης Παντελής, Προκοπάκη Χρύσα, Ρότολο Βιντσέντσο, Σάββας Μηνάς, Σαββίδης Γ.Π., Σαμαράκης Αντώνης, Σάμπο Καλμάν, Σαντζίλιο Κρεσέντσιο, Σαντζίλιο Τίνο, Σερένι Βιτόριο, Σιώτης Ντίνος, Σκιαδάς Αριστόξενος Δ., Σοκολιούκ Βικτόρ, Στυλιανός Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας, Ταμπάρ Πιερ, Τοπούζης Κώστας, Τρυς Ρενέ, Τσαρούχης Γιάννης, Τσερνισοβα Τατιάνα, Φραγκόπουλος Θ.Δ., Φράιερ Κίμων)
  • Βελουδής Γιώργος, Γιάννης Ρίτσος: Προβλήματα μελέτης του έργου του. Αθήνα, Κέδρος, 1983.
  • Βελουδής Γιώργος, Προσεγγίσεις στο έργο του Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Κέδρος, 1984.
  • Βελουδής Γιώργος, «Ρίτσος Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.
  • Γιάννης Ρίτσος · Μελέτες για το έργο του · Γράφουν: Αραγκόν · Αλεξανδρόπουλος Μ. · Αναγνωστάκη Ν. · Ιλίνσκαγια Σ. · Μπανούς Μ. · Μπηαν Π. · Σπανος Β. Ουϊλ. · Θασίτης Π. · Κακλαμανάκη Ρ. · Κουλουφάκος . Κ· Λειβαδίτης Τ. Αθήνα, Διογένης, 1975.
  • Γκίνης Σπύρος Α., Για τον Γιάννη Ρίτσο. Αθήνα, Ιστορική Έρευνα, 1974.
  • Γκιβάλου-Κατσίκη Άντα, «Ο μύθος και η πραγματικότητα στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου (μερικές επισημάνσεις)», Νέα Εποχή206, 1-2/1991, σ.8-20.
  • Διαλησμάς Στέφανος, Εισαγωγή στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Επικαιρότητα, 1981.
  • Κακλαμανάκη Ρούλα, «Απόσταγμα αισθητικής λειτουργίας» (κριτική για το Ρόπτρο), Διαβάζω13, 9/1978, σ.60-61.
  • Κεντρώτης Γιώργος, «Η Ελένη ή Το τρίτο ρόδο · Μια συγκριτική και ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος του Γιάννη Ρίτσου Η Ελένη», Πόρφυρας81-82 (Κέρκυρα), 4-9/1996, σ.577-594.• Λαμπρινού Χρύσα, Για την Τριλογία του Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, 1964 (ανάτυπο από την Επιθεώρηση Τέχνης110, 2/1964, σ.159-172).
  • Μακρυνικόλα Αικατερίνη (επιμέλεια), Ο Αραγκόν για το Ρίτσο. Αθήνα, Κέδρος, 1983.
  • Μακρυνικόλα Αικατερίνη, Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου · 1924-1989. Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας · Ιδρυτής Σχολή Μωραϊτη, 1993.
  • Μαρωνίτης Δ.Ν., «Προβλήματα ποιητικής οικονομίας στο έργο του Γιάννη Ρίτσου», Η λέξη8, 10/1981.
  • Μαστροδημήτρης Π.Δ., Εγκώμιο στον ποιητή Γιάννη Ρίτσο. Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1987.
  • Μπήαν Πήτερ, Αντίθεση και σύνθεση στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου · μετάφραση Γιάννης Κρητικός · επιμέλεια Αικατερίνη Μακρυνικόλα. Αθήνα, Κέδρος, 1980.
  • Παπαντωνάκης Γ.Δ., Εισαγωγή στην παιδική ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Αθήνα, Οδυσσέας, 1996.
  • Παράσχος Κλέων, «Γιάννη Ρίτσου: Τρακτέρ», Νέα Εστία16, ετ.Η΄, 15/10/1934, αρ.188, σ.955-956.
  • Πιερά Ζεράρ, Η μακριά πορεία ενός ποιητή · μετ. Ελένη Γαρίδη. Αθήνα, Κέδρος, 1978.
  • Πρεβελάκης Παντελής, Ο ποιητής Γιάννης Ρϊτσος · Συνολική θεώρηση του έργου του. Αθήνα, Κέδρος, 1981.
  • Προκοπάκη Χρύσα, Η πορεία προς τη Γκραγκάντα · ή οι περιπέτειες του οράματος. Αθήνα, Κέδρος, 1981.
  • Ρίτσου-Γλέζου Λούλα, Τα παιδικά χρόνια του αδελφού μου Γιάννη Ρίτσου · Καταγραφή αφήγησης και επιμέλεια Μιχάλης Δημητρίου. Αθήνα, Κέδρος, 1981.
  • Σάββας Μηνάς, «Ο Ευριπίδης επαυξημένος μέσα από τη Φαίδρα του Γιάννη Ρίτσου», Πόρφυρας79, (Κέρκυρα), 10-12/1996, σ.36-42.
  • Σαντζίλιο Κρεσέντσιο, Μύθος και ποίηση στον Ρίτσο · μετ. Θόδωρος Ιωαννίδης. Αθήνα, Κέδρος, 1978.
  • Τοπούζης Κώστας, Γιάννης Ρίτσος · Πρώτες σημειώσεις στο έργο του. Αθήνα, Κέδρος, 1979.
Αφιερώματα περιοδικών
  • Αντί3, 19/7/1975, αρ.23.
  • Αιολικά γράμματα6, 3-6-/1976, αρ.32-33.
  • The Falcon , Άνοιξη 1978.
  • Δρόμοι της ειρήνης, VII-IIX/1979.
  • Θεατρικά Τετράδια1, 1/1980, αρ.2.
  • Η λέξη7, 9/1981.
  • Διαβάζω205, 21/12/1988.
  • Νέα Εστία130, Χριστούγεννα 1991, αρ.1547.
  • Ελί-τροχος4-5, Χειμώνας 1994-1995.


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα:

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]