Γενίτσαροι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νέοι Έλληνες γενίτσαροι σε τέμενος, Jean Léon Gérôme, 1865

Οι Γενίτσαροι, ή γιανίσαροι (ΔΦΑ: jăn'isâr, Οθωμαν. Τουρκ. يڭيچرى, γενίσερι, «νέος στρατιώτης»), ήταν επίλεκτα σώματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αρχικά συγκροτούνταν από αιχμαλώτους πολέμου και παιδιά χριστιανικών οικογενειών που εξαναγκάζονταν από μικρή ηλικία σε στρατιωτική υπηρεσία. Αρχικά και για τέσσερις αιώνες αποτέλεσαν την αιχμή της πολεμικής μηχανής της Αυτοκρατορίας και των Σουλτάνων, όπου με τον καιρό εξελίχθηκαν σε παραστρατιωτικό κέντρο εξουσίας σε εσωτερικούς πολιτικούς και οικονομικούς αγώνες, πολλές φορές και κατά των ίδιων των Σουλτάνων, μέχρι τις 15 Ιουνίου του 1826 όπου και διατάχθηκε ο ολοκληρωτικός διωγμός τους, ο αποκαλούμενος "Βακάι-ι-Χαϊριγιέ", (Vakay-i-Hayriye) από τον Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄.

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουλτάνος Μουράτ Α΄, ιδρυτής των Γενιτσάρων

Το σώμα αυτό πρωτοσυστάθηκε από τον Σουλτάνο Ορχάν, το 1327 ως απειθάρχητα πεζικά τάγματα τα λεγόμενα "γιαγιά" (yaya). Σημειώνεται ότι ο οθωμανικός στρατός αρχικά αποτελούνταν από άτακτες ομάδες ιππέων τοπικών φυλών προσκείμενων στο Σουλτάνο. Καθώς όμως το Σουλτανάτο επεκτείνονταν οι άρχοντες των φυλών αυτών διορίστηκαν "αφέντες των συνόρων" φέροντας τον τίτλο του "Ουτς μπέη" ή "Ούτσμπεη", προκειμένου αυτοί να διευρύνουν την επικράτεια. Όμως ο Ορχάν και ίδιαίτερα ο γιος του Οσμάν Α΄ αντιλήφθηκαν την ανάγκη μιας ιδιαίτερης και αφοσιωμένης στρατιωτικής μετακινούμενης δύναμης που θα εξασφάλιζε την αφοσίωση αλλά και την ισορροπία μεταξύ των φυλών. Έτσι από το 1338 υφίστανται τα πεζικά τάγματα "γιαγιά" και οι ιππείς που συγκροτούσαν το "μουσελέμ" (= ιππικό). Το 1362 ο Σουλτάνος Μουράτ Α΄ επέβαλε το "νόμο του ενός πέμπτου" γνωστός ως "Πεντζχίκ κανονού" εισάγοντας νέο φορολογικό σύστημα. Προέκταση αυτού ήταν και η εφαρμογή του επί των αιχμαλώτων. Έτσι κατ΄ απομίμηση του συγκροτηθέντος από τον Αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ τον Κομνηνό βυζαντινού επίλεκτου τάγματος των "ανδρειωμένων αγγούρων" ξεκίνησε και η επιλογή των "νέων στρατιωτών" που γίνονταν σε μορφή παιδομαζώματος που συστηματοποιήθηκε όμως επί Σουλτάνων Σελίμ Α΄ και Σουλεϊμάν Α΄, περί τον 15ο αιώνα. Η επιλογή γινόταν μεταξύ των χριστιανοπαίδων ηλικίας από 6 - 15 ετών εξ ού και το όνομα "παιδομάζωμα", ανά πενταετία ή συντομότερα αν υπήρχαν στρατιωτικές ανάγκες και κυρίως από τις επαρχίες της Βαλκανικής, εξαιρουμένων όμως της Κωνσταντινούπολης και της Ρόδου.

Οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενίτσαροι βαθμοφόροι ήταν οι λεγόμενοι "Τουρνατζή μπασή" ή "τουρνατζή μπασήδες" που δρούσαν ως στρατολόγοι των ομορφότερων και ευρωστότερων παιδιών από τους καταλόγους που παρέδιδαν οι δημογεροντίες. Στη συνέχεια ακολουθούσε ο εξισλαμισμός και τα μεν ευφυέστερα παραχωρούνταν στη Σουλτανική Αυλή, τα δε άλλα συγκροτούσαν τους "ατζαμί ογλάν" (= αδαείς, προπαιδευόμενοι) που εκπαιδεύονταν σε ειδικά στρατόπεδα στην ισλαμική πίστη, την πειθαρχία, την σκληραγωγία μετά το πέρας των οποίων εισέρχονταν στο σώμα των γενιτσάρων.

Έτσι το (πρώτο) σώμα ήταν των νεοσυλλέκτων, το λεγόμενο "Ατζαμί οτζαγί", όπου μετά την κατ΄ άτομο ορκωμοσία εισέρχονταν στο τάγμα των Γενιτσάρων, το λεγόμενο "Γενίτσερι οτζαγί", που αποτελούνταν αρχικά από 1000 Γενίτσαρους οργανωμένοι σε 10 λόχους (μπελούκ), που καθένας περιελάμβανε 100 Γενίτσαρους. Διοικητής του κάθε λόχου ήταν ο γιαγάμπασι ή γιαγιάμπασης (διοικητής πεζικού). Κάθε λόχος επιτελούσε ειδική εργασία που λεγόταν "ορτά" ή "τζεμαάτ". Πολύ σύντομα οι λόχοι ορτάδων αυξήθηκαν ραγδαία. Παράλληλα αυτών ήταν και έτερη στρατιωτική οργάνωση η λεγόμενη "Σεκμπάν Μπουλουκλερί" με 34 μπελούκ (λόχους) πεζικού και ένα λόχο ιππικού. Τελικά με την αύξηση του αριθμού των Γενιτσάρων δημιουργήθηκε ακόμη μία στρατιωτική δύναμη η λεγόμενη "Αγά Μπουλουκλερί" με συνολική δύναμη 62 μπελούκ. Έτσι στο απόγειο της δύναμης των γενιτσάρων υπήρχαν οι 100 τακτικές ορτάδες (των 100 ατόμων καθεμιά), το "Σεκμπάν Μπουλουκλερί Ορτασί" με 35 λόχους των 50 ατόμων έκαστος και το "Αγά Μπουλουκλερί Ορτασί" με 61 λόχους των 50 ατόμων έκαστος. Συνολική δύναμη 14.880 άνδρες.

Γενικός διοικητής όλων των μονάδων των Γενιτσάρων ήταν ο "Γενίτσαρι Αγασί" ή "Γενίτσαρι Αγάς" που ήταν υπεύθυνος για τη στρατολόγηση των "ατζαμί", την εκπαίδευσή τους, τη΄συνεχή εκπαίδευση όλων των ταγμάτων, την ασφάλειά κατά τις μετακινήσεις τους, τη στρατιωτική τακτική, καθώς και για όλα τα θέματα διοικητικής μέριμνας, (τροφοδοσίας, διανομής λαφύρων, πληρωμών κ.λπ). "Τιμής ένεκεν" τον τίτλο αυτό έφερε και ο Σουλτάνος αν και ήταν συμβολικά διοικητής του πρώτου ορτά (των ανακτόρων). Οι πληρωμές γίνονταν ανά τρίμηνο στα Ανάκτορα (Καπού). Παρά ταύτα, ο Σουλτάνος, στους τελευταίους αιώνες, πήγαινε ο ίδιος στη διοίκηση των Γενιτσάρων και λάμβανε από εκεί τον μισθό του διοικητού, του 1ου ορτά, για ανάπτυξη αφοσίωσης και πίστης των Γενιτσάρων στο πρόσωπό του. Σημειώνεται ότι στους πρώτους αιώνες της δημιουργίας των οι Σουλτάνοι ηγούνταν αυτών στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Για τους γενίτσαρους απαγορευόταν άλλο επάγγελμα και η δημιουργία οικογένειας και όλοι οι στρατολογημένοι εξισλαμίζονταν. Σταδιακά απέκτησαν μεγάλη πολιτική δύναμη έναντι των Σουλτάνων. Οι γενίτσαροι, εξισλαμισθέντες πλέον, γίνονταν οι πιο φανατικοί πολεμιστές καθώς μάλιστα, τίποτε δεν τους συνέδεε με την ομαλή οικογενειακή και κοινωνική ζωή αφού λησμονούσαν γονείς και γενέτειρα γη, με συνέπεια να θεωρούνται οι φανατικότεροι αλλά και οι καλύτεροι υπερασπιστές του εκάστοτε Σουλτάνου.

Ο Κεμάλ Ατατούρκ με την παραδοσιακή φορεσιά των γενιτσάρων

Στο διάστημα 1609-1635 υπήρξε δραστική αύξηση αριθμού γενιτσάρων εις βάρος των σπαχήδων. Από 1000 γενίτσαρους στην αρχή του θεσμού δημιουργούνται 100.000+ (πεζικό) και από 70.000 σπαχήδες μειώνονται σε λιγότερους από 9000 (ιππικό). Αυτό επιτυγχάνεται με το παιδομάζωμα (ηλικίες 5-8 ετών), χωρίς την έγκριση των Ουλεμά (εφαρμογή αλλαξοπίστισης - Devshirmeh). Σκοπός είναι πλέον ο έλεγχος των απομακρυσμένων εδαφών (άμυνα) και όχι η περαιτέρω επέκταση.

Κατά το 1600 άρχισαν να εισέρχονται στα σώματα των Γενίτσαρων Μουσουλμάνοι κυρίως με δωροδοκίες, ενώ κατά τον 17ο αιώνα το δικαίωμα εισδοχής έγινε κληρονομικό και η στρατολόγηση Χριστιανών σταδιακά σταμάτησε. Μέχρι το 19ο αιώνα ο θεσμός έχει πλέον εκφυλιστεί, καθώς μειώθηκε ακόμη και ο σεβασμός τους προς το Σουλτάνο. Πολλές φορές σήκωσαν κεφάλι ενάντια στο οθωμανικό κράτος και τους αξιωματούχους του γυρεύοντας όλο και περισσότερα προνόμια και μισθούς. Έφθασαν ως την εκτέλεση ενός σουλτάνου.

Βακάι-ι-χαϊριγιέ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1826, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ απαλλάχθηκε από τους απείθαρχους Γενίτσαρους διατάζοντας τους πιστούς σπαχήδες του να τους σφαγιάσουν στους κοιτώνες τους.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα