Αχειροποίητος (Θεσσαλονίκη)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Παλαιοχριστιανικά και Βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Church of the Acheiropoietos.JPG
Νότια άποψη του ναού
Χώρα μέλος Flag of Greece.svg Ελλάδα
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια i, ii, iv,
Ταυτότητα 456
Περιοχή Ευρώπη και Βόρεια Αμερική
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 1988 (12η συνεδρίαση)

Η εκκλησία της Αχειροποιήτου (Ελληνιστική Κοινή: (Παναγία) Ἀχειροποίητος) είναι παλαιοχριστιανική βασιλική της Θεσσαλονίκης, σωζόμενη σήμερα στην ίδια μορφή που κατασκευάστηκε τον 5ο αιώνα - γεγονός που την καθιστά μοναδική στην ανατολική Μεσόγειο. Βρίσκεται στην οδό Αγίας Σοφίας, απέναντι από την πλατεία Μακεδονομάχων και η ίδρυσή της τοποθετείται στην περίοδο 450-475. Είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο και η ονομασία της οφείλεται στην "αχειροποίητη" λατρευτική εικόνα της Θεοτόκου δεομένης που βρισκόταν στο ναό.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη από τα βορειοδυτικά

Ο ναός της Αχειροποιήτου ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο της παλαιοχριστιανική τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με υπερώα, η οποία καταλήγει στα ανατολικά σε ημικυκλική αψίδα. Έχει μήκος 51,90 μ. και πλάτος 30,80 μ. και είναι κτισμένος με την κλασσική παλαιοχριστιανική τοιχοποιία στην οποία ζώνες λιθοδομής εναλλάσσονται με ζώνες πλινθοδομής. Δύο κιονοστοιχίες, με 12 κίονες η καθεμία, διαιρούν το ναό σε τρία κλίτη Το κεντρικό κλίτος, που απολήγει ανατολικά στο ιερό βήμα, έχει πλάτος 14,20 μ. ενώ τα πλάγια κλίτη έχουν πλάτος 6,20 - 6,30 μ. Το βόρειο κλίτος επικοινωνεί ανατολικά με κτίσμα που έγινε παρεκκλήσι στα μεσοβυζαντινά χρόνια και σήμερα τιμάται στο όνομα της Αγίας Ειρήνης. Στον νότιο εξωτερικό τοίχο, η κεντρική θύρα εισόδου φέρει μνημειώδες πρόπυλο, που δείχνει την επικοινωνία του ναού με την πιο σημαντική οδική αρτηρία της αρχαίας πόλης, τη Λεωφόρο. Προσκολλημένο στη νότια πλευρά του ναού σώζεται ένα πρόσκτισμα που θεωρείται το βαπτιστήριο της βασιλικής κατά μία άποψη και κατά μία άλλη το αρχικό διακονικό του ναού. Σε όλο το πλάτος του ναού στα δυτικά υπάρχει νάρθηκας από όπου εισέρχεται κανείς στον κυρίως ναό μέσα από ένα πολυτελές τρίβηλο με κίονες από πράσινο θεσσαλικό μάρμαρο.

Άποψη από τα νότια. Σε πρώτο πλάνο το πρόπυλο που συνέδεε το ναό με τη "Λεωφόρο". Εικάζεται ότι το αίθριο της Αχειροποιήτου βρισκόταν στο νότιο τμήμα του ναού και όχι στο δυτικό όπως στις υπόλοιπες βασιλικές.

Η στέγη του ναού είναι δικλινής στο κεντρικό κλίτος και χαμηλότερη στα πλάγια κλίτη. Αρχικά η κεντρική στέγη ήταν ψηλότερη καθώς υπήρχε ένα υπερυψωμένο τμήμα του κεντρικού κλίτους που λειτουργούσε ως φωταγωγός, αλλά και το δυτικό υπερώο, κάνοντας τον εξωτερικό όγκο του ναού να φαίνεται ακόμη πιο βαρύς. Το μνημείο υπέστη αρχιτεκτονικές επεμβάσεις τον 7ο αιώνα και στη συνέχεια τον 14ο-15ο αιώνα, καθώς και αναστηλωτικές εργασίες μετά τους σεισμούς του 1978.

Ιστορία και ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα επάλληλα ψηφιδωτά δάπεδα του βαλανείου που βρισκόταν στη θέση του ναού, φέρουν γεωμετρικά θέματα και είναι ορατά σήμερα στο βόρειο κλίτος του ναού. Στην παλαιοχριστιανική εποχή το βορειοανατολικό τμήμα του λουτρού λειτουργούσε ακόμη

Από ανασκαφές που έγιναν στο εσωτερικού του μνημείου αποκαλύφθηκε ότι ο ναός ιδρύθηκε πάνω σε ένα μεγάλο δημόσιο λουτρό (βαλανείο), ενώ παλαιότεροι συγγραφείς και περιηγητές πίστευαν ότι στη θέση του βρισκόταν στην αρχαιότητα ναός της Θερμαίας Αφροδίτης. Η ίδρυση του ναού χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 5ου αιώνα καθώς στο νάρθηκα του ναού βρέθηκε ψηφιδωτή επιγραφή με το όνομα του κτήτορα του ψηφιδωτού διακόσμου, ιερέα "Ανδρέα", πρόσωπο που οι ερευνητές ταυτίζουν με τον εκπρόσωπο του αρχιεπισκόπου της Θεσσαλονίκης που πήρε μέρος στη σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451. Μέχρι το 14ο αιώνα το μνημείο αναφέρεται ως "ναός της Παναγίας Θεοτόκου" και μάλιστα ως ο "μεγάλος ναός της Θεοτόκου", ενώ η επωνυμία Αχειροποίητος εμφανίζεται για πρώτη φορά σε χρυσόβουλο έγγραφο του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Θ', με το οποίο δωρίζονταν σπίτια της περιοχής στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Το 1345, σφαγιάστηκαν στο εσωτερικό του ναού Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης. Φαίνεται ότι μέχρι τον 14ο και 15ο αιώνα η λιτανευτική πομπή την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου περνούσε από το ναό της Αχειροποιήτου, καθώς η λατρεία του πολιούχου της πόλης ήταν συνδεδεμένη με τη λατρεία της Παναγίας.

Το εσωτερικό του ναού σήμερα

Μετά την κατάκτηση της πόλης από τους Οθωμανούς το 1430, η Αχειροποίητος ήταν η πρώτη εκκλησία της πόλης που μετατράπηκε σε τζαμί, από τον ίδιο το σουλτάνο, Μουράτ τον Β', o οποίος τέλεσε ευχαριστία στο εσωτερικό του ναού για τη νίκη του[1]. Στον όγδοο από ανατολικά κίονα της βόρειας κιονοστοιχίας υπάρχει στα τούρκικα η επιγραφή:"Ο σουλτάνος Μουράτ πήρε τη Θεσσαλονίκη. 883"[Σημ. 1] (δηλαδή το 1430). Καθόλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αποτέλεσε το κυριότερο τζαμί της πόλης, υπό την ονομασία Εσκί Τζουμά τζαμί (δηλαδή τζαμί της παλιάς προσευχής της Παρασκευής), με συνέπεια οι Έλληνες να αποκαλούν για αιώνες το ναό με το όνομα της Αγίας Παρασκευής.

Παρέμεινε μουσουλμανικό τέμενος μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, ενώ στη συνέχεια προτάθηκε η χρήση του κτηρίου για τη στέγαση του πρώτου βυζαντινού μουσείου - πρόταση που δεν υλοποιήθηκε. Κατά τη διάρκεια του Α΄ ΠΠ η Αχειροποίητος στέγασε οικογένειες προσφύγων και μάλιστα το 1919 το εσωτερικό της φωτογραφήθηκε από τον Ελβετό φιλέλληνα Φρεντερίκ Μπουασονά ως καταυλισμός προσφύγων. Τελικά, ο ναός αποδόθηκε εκ νέου στη χριστιανική λατρεία το 1930.

Διάκοσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιδωτά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιδωτό σε εσωράχιο της κιονοστοιχίας του βόρειου κλίτους, με εκφυόμενα άνθη που περιβάλλουν σταυρό

Διακοσμητικά ψηφιδωτά σώζονται στα εσωρράχια των τοξοστοιχιών του ισογείου και του νοτίου υπερώου, στα δύο μεγάλα εγκάρσια τόξα του νάρθηκα, στο τρίβηλο και στο παράθυρο του δυτικού τοίχου. Η θεματολογία τους είναι σχετική με τις συμβολικές αλληγορίες του χριστιανικού παραδείσου και της επικράτησης του χριστιανισμού. Τα ψηφιδωτά χρονολογούνται στον 5ο αιώνα και πιστοποιούν την ύπαρξη σημαντικών καλλιτεχνικών εργαστηρίων στη Θεσσαλονίκη εκείνη την εποχή.

Τοιχογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άγιος Θεόφιλος σε λεπτομέρεια από τον τοιχογραφικό διάκοσμο

Ένα μέρος του παλαιού γραπτού διακόσμου του μνημείου σώζεται στην επιφάνεια του τοίχου στο νότιο κλίτος, πάνω από την κιονοστοιχία. Χρονολογείται στις αρχές του 13ου αιώνα και εικονίζει δεκαοκτώ από τους Σαράντα Μάρτυρες της Σεβάστειας, που μαρτύρησαν επί αυτοκράτορος Λικινίου. Ολόσωμες μορφές πάνω από τους κίονες εναλλάσσονται με προτομές μαρτύρων στην επιφάνεια του τοίχου πάνω από την κορυφή κάθε τόξου. Όλοι εικονίζονται με στρατιωτική ενδυμασία και κρατούν το σταυρό στο δεξί τους χέρι, σύμβολα του μαρτυρικού τους θανάτου. Οι τοιχογραφίες κτυπήθηκαν με σφυρί από τους Τούρκους για να καλυφθούν με σοβά όταν η εκκλησία μετατράπηκε σε τζαμί.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πρόκειται για το έτος Εγίρας 883, αντιστοιχεί στο χριστιανικό 1430

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Mark Mazower, Θεσσαλονίκη: "Πόλη των Φαντασμάτων", εκδόσεις Αλεξάνδρια, 2006, ISBN 960-221-354-X, σ.52

Πηγές/Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 40°38′6.01″N 22°56′53.14″E / 40.6350028°N 22.9480944°E / 40.6350028; 22.9480944

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]