Άννα της Σαβοΐας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Άννα της Σαβοΐας

Η Άννα της Σαβοΐας (1306-1365) ήταν αυτοκράτειρα του Βυζαντίου.

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άννα της Σαβοΐας είχε γεννηθεί γύρω στα 1306 στο Σαμπερί (Chambery). Oι γονείς της ήταν ο κόμης της Σαβοΐας Αμεδαίος Ε΄ και η Μαρία της Μπραμπάντ (Brabant). Το όνομα με το οποίο ήταν γνωστή στη Δύση ήταν Ιωάννα ή Γιοβάνα. Τον Οκτώβριο του 1323 πέθανε ο πατέρας της και την επιμέλειά της ανέλαβε ο ετεροθαλής αδελφός της Εδουάρδος, κόμης της Σαβοΐας.

Το καλοκαίρι του 1325 έφτασε βυζαντινή αποστολή στην πατρίδα της με σκοπό τη σύναψη συνοικεσίου ανάμεσα στον βυζαντινό αυτοκρατορικό οίκο του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου, ο οποίος στο μεταξύ είχε χηρέψει όταν πέθανε η Αδελαΐδα-Ειρήνη του Μπρούνσβικ και μάλιστα άτεκνη. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους συνάφθηκε συμβόλαιο και στα τέλη του Νοεμβρίου αναχώρησε για την Βυζαντινή πρωτεύουσα. Έφτασε εκεί τον Φεβρουάριο της επόμενης χρονιάς. Λόγω των δύσκολων συνθηκών του ταξιδιού η Άννα αρρώστησε και η πραγματοποίηση του γάμου της καθυστέρησε έως τον Οκτώβριο. Τελικά τελέστηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Πατριάρχη κατά το βυζαντινό τυπικό κάτι που ενόχλησε τον Πάπα αφού οι Βυζαντινή Εκκλησία ήταν γι' αυτόν μια σχισματική Εκκλησία.

Αρχικά έμεινε στο Διδυμότειχο της Θράκης. Μαζί του θα αποκτήσει πέντε παιδιά: τρεις κόρες και δύο γιους: την Μαρία Παλαιολογίνα (παντρεύτηκε αργότερα τον Γενουάτη ηγεμόνα της Λέσβου, Φραγκίσκο Γατιλούζιο, τη Θεοδώρα Παλαιολογίνα, την Ειρήνη Παλαιολογίνα (παντρεύτηκε στην ηλικία των πέντε ετών τον Ιωάννη Ασάν). Στις 18 Ιουνίου 1332 θα γεννήσει τον πρώτο γιό τους, τον κατοπινά γνωστό αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο.

Ο δεύτερος ήταν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος. Στις 14 με 15 Ιουνίου του 1341 μετά από ασθένεια πέθανε ο σύζυγός της και η ίδια έγινε αντιβασίλισσα του ανήλικου γιου της Ιωάννη Ε΄. Θα συγκρουστεί με τον φιλόδοξο Ιωάννης ΣΤ΄, ο οποίος αναγορεύθηκε αυτοκράτορας στη Θράκη από τον στρατό.

Η περίοδος της αντιβασιλείας της: 1341-1347[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος της αντιβασιλείας της σημαδεύεται από την «μεταμόρφωση της δυναστικής έριδας σε εμφύλιο πόλεμο με κοινωνικές προεκτάσεις»[1] Την αντιβασιλεία εποφθαλμιούσαν οι Ιωάννης ΣΤ΄ από τη μια μεριά και ο Αλέξιος Απόκαυκος με τον πατριάρχη Ιωάννη ΙΔ΄ Καλέκα οι οποίοι την επηρέαζαν αρκετά. Η ίδια και ο πατριάρχης ήταν άπειροι στη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων.

Εξωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε διπλωματικό επίπεδο, επιχείρησε να προσεγγίσει τον Στέφανο Δουσάν ζητώντας να εγκαταλείψει τη συνεργασία του με τον αντίπαλό της υποσχόμενη να του δώσει εδάφη της Μακεδονίας δυτικά της Χριστουπόλεως με εξαίρεση τη Θεσσαλονίκη[2] Ανάλογη πρόταση έκανε και στον Βούλγαρο τσάρο, ενώ προσέγγισε και τους Τούρκους-τον Οσμανίδη Ορχάν και τον εμίρη του Καρασί-[3] για να την βοηθήσουν, την ίδια στιγμή που απειλούσαν τα Μικρασιατικά εδάφη της αυτοκρατορίας και που για την απόκρουσή τους ζήτησε βοήθεια από τη Βενετία.[4]

Οικονομική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία του κράτους είναι κλονισμένη, το βυζαντινό νόμισμα είναι αισθητά υποτιμημένο και η ίδια με συμφωνίες που ανανεώνει με τις Ιταλικές Δημοκρατίες της Βενετίας (Μάρτιος 1342) και της Γένοβας (Σεπτέμβριος 1342). H πρώτη αποσκοπούσε στη ρύθμιση των χρεών του Βυζαντίου απέναντι στη Βενετία και του τρόπου αποπληρωμής τους, και η δεύτερη να άρει την αποξένωση των Κωνσταντινοπολιτών και των Γενουατών εμπόρων, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την οικονομική τους διείσδυση[5]

Η έκταση της οικονομικής δυσχέρειας που αντιμετώπιζε το κράτος εκτεινόταν και στην ίδια την αυτοκράτειρα. Έτσι είχε φτάσει να υποθηκεύσει τα κόσμια της βασιλείας (iocalia imperii), που αποτελούνταν από πολύτιμες πέτρες και μαργαριτάρια, στους Βενετούς αντί του δυσανάλογα μικρού για την αξία τους ποσού των 30.000 δουκάτων. Δεν κατόρθωσε να επιστρέψει ποτέ τα χρήματα ούτε να πάρει πίσω τα κοσμήματά της.[6] [7]Επίσης έφτασε να πωλήσει το διάκοσμο των εικόνων των εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης [8]

Εισαγωγέας δυτικών εθίμων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν έφυγε από την ιδιαίτερη πατρίδα της η Άννα συνοδευόταν κι από μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων: τον ιερέα της, τρεις Φραγκισκανούς αδελφούς, ευγενείς, κυρίες επί των τιμών αλλά και Σαβόϊους ιππότες. Χωρίς να είναι οι πρώτοι-καθώς πίστευε ο σύζυγός της Άννας-του γνώρισαν δυτικές ιπποτικές συνήθειες, όπως κονταρομαχίες και ξιφομαχίες ιππέων. Γι΄αυτά όλα οι πρεσβύτεροι αυλικοί του Ανδρόνικου δυσφορούσαν και ανησυχούσαν επειδή ίσως εξέθετε τον εαυτό του σε κίνδυνο.[9]

Η σχέση της με τη Δυτική Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του 1343 θα στείλει αντιπροσωπεία στην Αβινιόν με σκοπό να συναντήσει τον Πάπα Κλήμεντα ΣΤ΄ και να του προτείνει «την υποταγή στην Αγία Έδρα τόσο της ίδιας όσο και του γιου της Ιωάννη, του Αλέξιου Απόκαυκου και του πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα» έναντι πρακτικής, οικονομικής και στρατιωτικής, βοήθειας απέναντι στους Τούρκους.[10][11] Γύρω από τα ορθόδοξα ή ρωμαιοκαθολικά χριστιανικά θρησκευτικά φρονήματά της έχουν πλεχθεί πολλοί ισχυρισμοί: πέθανε μυημένη στον τρίτο βαθμό των Φραγκισκανών, ετάφη στην Ασσίζη, μετέστρεψε τον σύζυγό της Ανδρόνικο Γ΄ στον Ρωμαιοκαθολικισμό[12]. Όμως όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν ευσταθούν, μας λέει ο καθηγητής Ντόναλντ Νίκολ, διότι θα επέστρεφε στην πατρίδα της αφού είχε εγκαταστήσει στο θρόνο τον γιο της, δεν θα μπορούσε να συνεργασθεί κατά την αντιβασιλεία της με έναν ορθόδοξο πατριάρχη, δύσκολα θα εξασφάλιζε την αφοσίωση των υπηκόων της στο πρόσωπό της. Επίσης πραγματοποίησε δωρεές της σε ορθόδοξες εκκλησίες και μονές, ενώ στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους μνημονεύεται ως η Αθάνατη δόξης αυτοκράτειρά μας Άννα,[...] η οποία έργοις και λόγοις κοπίασε (υποστηρίζοντας) τα αποστολικά και πατερικά δόγματα. Τέλος συντάχθηκε με τους θεολογικούς αντιπάλους του συναδέλφου της Ιωάννη Καλέκα, για να τον απομακρύνει ως αιρετικό, ενώ μνημονεύεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας[13] Τελικά ο φόβος του πάπα Ιωάννη ΚΒ΄ πως ήταν πολύ πιθανό να ασπασθεί η γυναίκα (δηλαδή η Άννα), τη θρησκεία του συζύγου της και όχι το αντίστροφο επιβεβαιώθηκε. [14]

Μετά την επικράτηση του Ιωάννη ΣΤ΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άννα τήρησε στάση διαλλακτική και μια μέρα πριν την είσοδο στην βυζαντινή πρωτεύουσα του Ιωάννη ΣΤ΄ προήδρευσε συνόδου επισκόπων στην οποία ο Ιωάννης Καλέκας εκθρονίστηκε. Πιθανώς φοβόταν για την τύχη της και του γιου της, αλλά δεν κατόρθωσε να φυγαδευθεί, επειδή το πλοίο που οι Γενουάτες της είχαν στείλει γι' αυτό το σκοπό, έγινε αντιληπτό και επέστρεψε πίσω. Ο Καντακουζηνός θέλησε να έλθει σε επαφή μαζί της και τελικά στις 8 Φεβρουαρίου του 1347 κατέληξαν σε συμφωνία χωρίς να προβεί σε αντίποινα για την ίδια και τον γιο της. Τον έστειλε μάλιστα στην Θεσσαλονίκη ως δεύτερο, κατώτερο αυτοκράτορα, προκειμένου να αποτρέψει νέα εμφύλια σύγκρουση. Εκεί δεν θα αργήσει ο γιος της Άννας να βρει υποστηρικτές με πιο σημαντικό τον Στέφανο Δουσάν. Τότε ο Ιώννης ΣΤ΄ θα στείλει την μητέρα του να μεσολαβήσει στον γιο της και στον Σέρβο ηγεμόνα για να μην προχωρήσουν σε καμία από κοινού επίθεση εναντίον του Ιωάννη ΣΤ' και της Κωνσταντινούπολης. «Ήταν μια αξιόλογη διπλωματική επιτυχία»[15] Έκτοτε και για δεκατέσσερα χρόνια θα βασιλεύσει ως αυτοκράτειρα στην περιοχή της Θεσσαλονίκης: εξέδιδε δικά της διατάγματα, είχε κόψει το δικό της νόμισμα, έκανε δωρεές. Μια σειρά αρχαιολογικών τεκμηρίων πιστοποιούν την ιδιότητά και την εξουσία της, όπως νομίσματα και προσωπογραφίες που την απεικονίζουν εστεμμένη με το μονόγραμμα Α δηλαδή Αυγούστα. Πέθανε το 1365 ως μοναχή Αναστασία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αγγελική Λαΐου, «Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.155
  2. Αγγελική Λαΐου, «Η ανάμιξη του Στέφανου Δουσάν στον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.179-180
  3. Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου: 1261-1453, μτφρ.Στάθης Κομνηνός,εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1996, σελ.322
  4. Donald M. Nicol, Οι Βυζαντινές Δεσποσύνες: Δέκα πορτρέτα: 1250-1500, μτφρ.Στάθης Κομνηνός, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1996, σελ.148
  5. όπ.π., σελ.147-148 και Αγγελική Λαΐου, «Διείσδυση των Ιταλικών πόλεων στην ανατολή και διεθνής αγορά» Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.236. Donald Nicol, Βυζάντιο και Βενετία, μτφρ.Χριστίνα –Αντωνία Μουτσοπούλου, εκδ.Παπαδήμας, Αθήνα, 2004, σελ.326
  6. Τamara Talbot Rice, Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών, μτφρ.Φανούριος Βώρος, εκδ.Παπαδήμας, Αθήνα, 1990, σελ.56,Αγγελική Λαΐου, «Οι βασιλείες του Ανδρόνικου Γ΄ και του Ιωάννη ΣΤ΄ (1328-1354)», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.150
  7. Επρόκειτο για ένα δάνειο 30000 δουκάτων, το οποίο έπρεπε να εξοφληθεί εντός τριών ετών με αναλογία 10000 δουκάτων το χρόνο και 5% επιτόκιο. Στα μέσα του 14ου αιώνα το χρυσό δουκάτο ισοδυναμούσε με δύο υποτιμημένα βυζαντινά υπέρπυρα, άρα έπρεπε να συγκεντρώσει η Άννα 20.000 υπέρπυρα τον χρόνο. Donald M. Nicol, όπ.π. σελ.151, και Donald Nicol, Βυζάντιο και Βενετία, μτφρ.Χριστίνα –Αντωνία Μουτσοπούλου, εκδ.Παπαδήμας, Αθήνα, 2004, σελ. 326
  8. Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου: 1261-1453, μτφρ.Στάθης Κομνηνός,εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1996 , σελ.327.
  9. Donald M. Nicol,Οι Βυζαντινές Δεσποσύνες: Δέκα πορτρέτα: 1250-1500, μτφρ.Στάθης Κομνηνός, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1996,σελ.142
  10. Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου: 1261-1453, μτφρ.Στάθης Κομνηνός,εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1996, σελ.315
  11. Πράγματι συγκροτήθηκε μία μικτή δύναμη αποτελούμενη από δυνάμεις που έστειλε ο Πάπας, ο βασιλιάς της Κύπρου, οι Ιππότες της Ρόδου, η Βενετία. Επικεφαλής του παπικού αγήματος ήταν ο Μαρτίνος Ζαχαρίας, πρώην ηγεμόνας της Χίου. Αρχικά ο συμμαχικός αυτός στόλος συγκεντρώθηκε στην Εύβοια. Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν η καταστροφή του στόλου του Ουμούρ και η κατάληψη του λιμανιού και της κάτω πόλης της Σμύρνης τον Οκτώβρη του 1344. Επίσης μια ανεξάρτητη γενοβέζικη μοίρα κατέλαβε τη Χίο στα πλαίσια αυτής της εκστρατείας. Donald Nicol, Βυζάντιο και Βενετία, μτφρ.Χριστίνα –Αντωνία Μουτσοπούλου, εκδ.Παπαδήμας, Αθήνα, 2004, σελ.328
  12. Το 1334 ο πάπας προέτρεπε την Άννα να μεταστρέψει στον Ρωμαιοκαθολικισμό τον σύζυγό της και τον λαό της, διότι ας σώσει η πιστή γυναίκα τον άπιστο άνδρα (salvabitur vir infidelis per mulierem fidelem) της έγραφε ο πάπας. Ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ φοβόταν πως ήταν πολύ πιθανό να ασπασθεί η γυναίκα τη θρησκεία του συζύγου της και όχι το αντίστροφο. Αγγελική Λαΐου, «Ο αυτοκράτωρ Ανδρόνικος Γ΄ και το ζήτημα της ενώσεως των Εκκλησιών», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.172
  13. όπ.π, σελ.157-159
  14. Αγγελική Λαΐου, «Ο αυτοκράτωρ Ανδρόνικος Γ΄ και το ζήτημα της ενώσεως των Εκκλησιών», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980), σελ.172
  15. Donald M. Nicol, Οι Βυζαντινές Δεσποσύνες: Δέκα πορτρέτα: 1250-1500, μτφρ.Στάθης Κομνηνός, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1996, σελ.155

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Donald Μ. Nicol, Βυζάντιο και Βενετία, μτφρ.Χριστίνα –Αντωνία Μουτσοπούλου, εκδ.Παπαδήμας, Αθήνα, 2004
  • Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου: 1261-1453, μτφρ.Στάθης Κομνηνός,εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1996
  • Donald M. Nicol, Οι Βυζαντινές Δεσποσύνες: Δέκα πορτρέτα: 1250-1500, μτφρ.Στάθης Κομνηνός, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα, 1996, σελ.139-160
  • Συλλογικό: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ (1980)