Άραβες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Βεδουϊνα στην Ιερουσαλήμ.

Οι Άραβες είναι νομαδικοί - ημινομαδικοί σημιτικοί λαοί της αραβικής χερσονήσου και του δυτικού τμήματος της υπόλοιπης Μέσης Ανατολής, στα σύνορα με άλλους πολιτισμούς. Στο μεγαλύτερο μέρος της 1ης χιλιετίας π.Χ. εμφανίζονται ως επιδρομείς με συνεχείς διαρροές ομάδων σε μόνιμη εγκατάσταση κατοικημένων περιοχών (δηλ. σε βασίλεια).

Μέχρι την εμφάνιση του Χριστού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον 3ο π.Χ. αι. ομάδα αυτών οι Ναβαταίοι ανέπτυξαν ανθηρό πολιτισμό με κύρια δραστηριότητα το εμπόριο και επίκεντρο την Πέτρα. Άλλες ομάδες ήταν οι Σαβαίοι (ή Σαββά) με βασίλισσά τους την Μπαλκίς ή Βαλκίς, οι Μηναίοι (ή Μιναίοι ή Μειναίοι ή Μαΐν), οι Χιμιαρίτες, οι Κατταβανοί, οι Χατραμώτες ή Χατραμωτίτες ή Χατραμούτ και οι Χαυλοταίοι αποκαλούμενοι όλοι και Ομηρείτες ή Ομηρίτες.

Μέχρι την εμφάνιση του Χριστιανισμού η ιστορική έρευνα για τους Άραβες είναι πολύ δύσκολη, λόγω κυρίως έλλειψης μνημείων και κειμένων. Οι ίδιοι οι άραβες ιστορικοί αποκαλούν όλη την περίοδο από την αρχαιότητα μέχρι της εμφάνισης του Μωάμεθ περίοδο "βακτ-ουλ-τζαχιλίγια" (= εποχή της άγνοιας). Έτσι η σύγχυση με αρχαίες ελληνικές παραδόσεις, εβραϊκές και χριστιανικές είναι λίαν έκδηλη. Τον δε Αβραάμ -Ιμπρα(χ)ήμ- τιμούν ως ιδρυτή του Μωαμεθανισμού αποκαλώντας τον, "Χαλίλ ουλλάχ" (= φίλο θεού).

Από τους Έλληνες πρώτος ο γεωγράφος Αγαθαρχίδης περιγράφει στο έργο του "Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης" τους αραβικούς λαούς όπως τους είδε, ενώ από τους ιστορικούς ο Στράβων αναφέρει κάποια εκστρατεία των Ρωμαίων υπό τον Αίλιο Γάλλο το 26 π.Χ. που παρακολούθησε ο ίδιος από Αλεξάνδρεια μέχρι Συήνη (σημ. Ασσουάν) με 80 τριήρεις και στρατό 10.000 πεζών μεταξύ των οποίων 500 Εβραίοι και 1000 Ναβαταίοι που έγινε μέχρι της Λευκής Πόλης (σημ. Β.της Τζέντας). Στην εποχή της Καινής Διαθήκης η κυριαρχία των Αράβων Ναβαταίων εκτεινόταν και ανατολικά της Δαμασκού. Ασπαζόμενοι δε τον Χριστιανισμό εξεδίωξαν τους Χιμιαρίτες το (300 αποκτώντας έτσι εθνική συνείδηση. Οι δε Αρχηγοί τους έλαβαν το τίτλο Βασιλείς του Σαβά, Ραϊδαέ, Χαντμούτ και Υεμέν. Αντίθετα οι Χιμιαρίτες δεχόμενοι το Μωϋσιακό θρήσκευμα κατόρθωσαν να δημιουργήσουν νότια της Αραβίας εβραϊκό χιμιαριτικό βασίλειο. Έτσι άρχισαν σφοδροί αγώνες μεταξύ αυτών και των απέναντι στην Αβυσσηνία (Αιθιοπία)- (Αξούμης ή Αξώμης) χριστιανών των Αξωμιτών.

Για τη σύρραξη αυτή αναφέρουν οι βυζαντινοί συγγραφείς και κυρίως ο Μαλάλας και ο εξ Αλεξανδρείας διάσημος τότε Έλληνας θαλασσοπόρος Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης που παραθέτει σχετική επιγραφή που βρέθηκε στην Ανδούλη της Αξώμης ότι: ο βασιλιάς της χώρας εξεστράτευσε κατά ξηρά και θάλασσα εναντίον των πέραν της Ερυθράς λαών (δηλ. της Αραβίας) των λεγομένων Αραβιτών ή Κιναιδοκολπιστών (κατά Μαλάλα) των οποίων τους βασιλείς κατέστησε φόρου υποτελείς. Ο Ηγεμών της επιγραφής είναι ο Αφιλάς "Βασιλεύς των Αξωμιτών" κατα επιγραφή νομισμάτων, οι δε με το όνομα Κιναιδοκολπιστές μάλλον οι λεγόμενοι ιστορικά Κινανά ή Κινδάν κάτοικοι περιοχής της σημερινής Χοντέϊντα.

Ο Αφιδάς αυτός δεχθείς τον Χριστιανισμό συνήψε σχέσεις με τους Αυτοκράτορες του Βυζαντίου δεχόμενος τη βοήθειά τους, στους αγώνες του κατά των Χιμιαριτών δηλαδή πόλεμος μεταξύ Αραβοχριστιανών και Αραβοεβραίων ο οποίος μάλλον ήταν για εμπορικό ανταγωνισμό.

Από την εποχή του Χριστού μέχρι τον Μωάμεθ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γυναίκα με παραδοσιακή φορεσιά από την Ραμάλλα.

Στη μετέπειτα εποχή τον 6ο αι. συνεχίζονται οι συμπλοκές όπου Βασιλιάς των Αξωμιτών (αραβοχριστιανών) ήταν ο Αρετάς που σε συμπλοκή υπέστη μαρτυρικό θάνατο, ήταν το 5ο έτος της Βασιλείας του Αυτοκράτορα Ιουστίνου το 523. Τούτο είχε ως συνέπεια εκστρατεία των Βυζαντινών κατά των Ιουδαϊζόντων Αράβων με 70 πλοία που διαπόρθμευσαν στην Αραβία 120.000 άνδρες που είχε συγκεντρώσει ο νέος Βασιλιάς των Αξωμιτών Ελεσβάς υπό την αρχηγία του χριστιανού Ηγεμόνα της Μέκκας Νταούς-Ντου Τσαλμπάν. Η καταστροφή των Χιμιαριτών ήταν ολοκληρωτική ο δε Βασιλιάς τους Ντους Νουβά συνελήφθη και φονεύθηκε. (Ο βυζαντινός χρονογράφος Κεδρηνός αναφέρει ότι ο Ντούς Νουβά ρίχτηκε στη θάλασσα μόνος του). Ο δε Αρετάς ανακηρύχθηκε Άγιος. Μετά την επιτυχία αυτή ο Ελεσβάς ίδρυσε πολλές εκκλησίες κυρίως στη Σαάνα της Υεμένης. Ο δε Χριστιανισμός διαδόθηκε τότε μέχρι την Σοκοτόρα (σημ. Σρι Λάνκα, πρώην Κεϋλάνη) ή Νήσο του Διόσκουρου όπως την αποκαλούσαν οι από Πτολεμαϊκής Αιγύπτου Έλληνες άποικοι. Εξ αυτού του γεγονότος αργότερα ο Ιουστινιανός Α΄ θα κηρύξει τον μεγάλο διωγμό κατά των Εβραίων σε κοινωνική απομόνωση.

Αργότερα κάποιος διοικητής φρουράς των Αξωμιτών στην Αραβία ο Αβράχα ή Άβραμος σχεδιάζοντας να ιδρύσει κράτος αυτόνομο ήρθε σε ρήξη με τους Κουρεϊσίτες στη Μέκκα (οικογένεια που προέρχεται ο Μωάμεθ). Οπότε και ακολούθησε ο "πόλεμος του ελέφαντα". Τότε οι Άραβες ζήτησαν την βοήθεια των Βυζαντινών κατά των Αξωμιτών στέλνοντας πρεσβεία με κάποιο Σέιφ-Μπεν-Ντι-Γιασάν. Απέτυχαν όμως αφού οι Αξωμίτες ήταν οι βασικοί σύμμαχοι των Βυζαντινών κατά των Ιουδαίων της Αραβίας. Ο Γιασάν τότε εστράφη στους Πέρσες δια του Βασιλέως του Χίρα (ενός άλλου αραβικού κράτους που γειτόνευε με την Περσία, στο σημερινό Ιράκ). Ο Ηγεμόνας αυτός ήταν υποτελής του Σασανίδη Βασιλέως Χοσρόη των Περσών, Ανουσιρβά. Έτσι οι Πέρσες άρχισαν να διεισδύουν βαθμιαία στην Αραβία διαδίδοντας και την θρησκεία τους την πυρολατρεία ή Ζαρατουστραϊσμό ή Ζωροαστρισμό ενώ οι Βυζαντινοί άρχισαν φοβερούς αγώνες κατά των Περσών. (Τις ενέργειες των Βυζαντινών κατά των Περσών έχουν καταγράψει ο ιστορικός Μαλάλας και ο διάσημος Πατριάρχης Φώτιος Α΄. Στους αγώνες όμως αυτούς νίκησαν οι Πέρσες αφού κατέλαβαν όλη την Ανατολή, και κατέκτησαν την Υεμένη και το Ασίρ, όλα τα παράλια της Ερυθράς και εσωτερικά εδάφη της Αραβίας.

Τρία άλλα αραβικά κράτη την ίδια προμωαμεθανική αυτή περίοδο ήταν α) το προαναφερόμενο του Χίρα με τους περισσότερους των υπηκόων του χριστιανούς αναφερόμενοι κατά τον 5ο αι. ως Νεστοριανοί με τελευταία δυναστεία τους, την Δυναστεία Λαχμιδών υποτελής των Περσών μέχρι το 602,β) Το κράτος του Γιασάν 5ο-7ο αι. για το οποίο ο βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος και ο Μαλάλας λέγουν ότι οι Γιασανίτες ("οι εξ αραβίου γένους χριστιανοί") χρησιμοποιήθηκαν ως ακρίτες και γ)το κράτος των Κίνδα" που εμφανίζεται τον 5ο αι.

Εποχή του Μωάμεθ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μουεζίνης στη Μέκκα καλεί τους πιστούς να προσευχηθούν

Στην εποχή που εμφανίζεται ο Μωάμεθ η Αραβία είναι χωρισμένη σε πολλά κρατίδια στα οποία οι λαοί σε μεγάλη αναλογία είναι "ειδωλολάτρες", ένα μέρος είχε εκχριστιανισθεί, ενώ η Ιουδαϊκή θρησκεία κυρίως στα νότια αγωνιζόταν κατά του χριστιανισμού. Γενικά επικρατεί θρησκευτική αναρχία την οποία επωφελήθηκε ο Μωάμεθ. Ο κυρίως Αλλάχ (= θεός), ο Αλιλάτ ή Διόνυσος κατά Ηρόδοτο είχε πλέον λησμονηθεί, κάθε φυλή κατάντησε να έχει το δικό της θεό. Ένας πράγματι φετιχισμός όπως σύγχρονος του Μωάμεθ ομολογεί: "όπου έβρισκαν ένα λίθο τον λάτρευαν, κι όταν δεν έβρισκαν λίθους μία σωρό άμμου"! Τέτοιος λίθος είναι και ο προσκυνούμενος ο λεγόμενος Καάβα ή Καάμπα.

Το 610 ή 611 αρχίζει την διδασκαλία του ο Μωάμεθ ως ο έσχατος των Προφητών (Χατίμ-ουλ-ινμπίγια) και απεσταλμένος του Θεού (ρεσούλ-ουλ-λλαχ) όπως ισχυρίζονται οι Άραβες. Με τον προσηλυτισμό όμως αυτό άρχισε σιγά σιγά να αφυπνίζεται η ψυχή του αραβικού έθνους. Οι δε Εβραίοι στην αρχή δέχθηκαν τον Μωάμεθ ως τον αναμενόμενο Μεσσία και συμφώνησαν σε σύμπραξη.[εκκρεμεί παραπομπή] Οι πρώτοι προσήλυτοι με εθνική αραβική συνείδηση ήταν οι πρόσφυγες της Μέκκας οι Μοχατζιρούν (= πρόσφυγες) και οι προσήλυτοι της Μεδίνας οι Άνσαρ.

Αραβική ισλαμική τέχνη.

Με αυτούς ο Μωάμεθ στρέφεται κατά πρώτα εναντίον των Βυζαντινών που τα σύνορά τους άγγιζαν της Αραβίας. Έτσι οι Άραβες στη συνάντηση με το τακτικό στρατό των Βυζαντινών υπό το Θεόδωρο Βικάριο αδελφό του Αυτοκράτορα Ηράκλειου νικήθηκαν "κατά κράτος" και διασκορπίστηκαν ο δε τόπος αυτής της συμπλοκής τιμάται σήμερα από τους Άραβες ως τόπος μαρτυρίου. Στη συνέχεια ο Μωάμεθ στρέφεται στα δικά του εδάφη για προσηλυτισμό (και ανεύρεση στρατού) κυριεύοντας τη Μέκκα. Όταν πέθανε ο Μωάμεθ το 632 ολόκληρη η Αραβική χερσόνησος, μέχρι τα σύνορα της Συρίας, της Αιγύπτου και του σημερινού Ιράκ είχαν κατακτηθεί. Η προσδοκία των απολαύσεων στο παράδεισο με άφθονα φαγητά και παρθένες (ουρί) που έδινε το Κοράνιο στους υπέρ πίστεως μάρτυρες σε σχέση με τις πλούσιες λείες των επιδρομών ασκούσαν σημαντική επιθετική ορμή στους προσήλυτους άραβες.

Τον Μωάμεθ διαδέχθηκαν οι Χαλίφες. Ο δεύτερος Χαλίφης ο Ουμάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ καταλαμβάνοντας τη Συρία το 636 νικά κατά κράτος τους Πέρσες το 637, καταλαμβάνει την πρωτεύουσά τους Κτησιφώντα και η Περσία παύει να υπάρχει πλέον. Στη συνέχεια αρχίζουν οι επιδρομές κατά της Κύπρου, της Ρόδου και των ακτών της Μικράς Ασίας με κίνδυνο και για την Κωνσταντινούπολη αν δεν είχε καταστραφεί ο αραβικός στόλος από τρικυμία στις ακτές της Χαλκηδόνας το 653. Στο μεταξύ το 643 ο Ουμάρ με 16.000 άνδρες καταλαμβάνει την Αλεξάνδρεια και η Αίγυπτος από βυζαντινή επαρχία γίνεται επαρχία των Χαλίφων, μέχρι το 968. Το 644 ο Ουμάρ ή Ομάρ δολοφονείται από ένα σκλάβο του και τον διαδέχεται ο Οθμάν ιμπν Αφφάν που δολοφονείται στο ανάκτορό του στη Μεδίνα. Αυτόν διαδέχεται ο Αλής που δολοφονείται και αυτός το 661 την ώρα που έβγαινε από το Τέμενος της Κούφας που είχε καταστήσει ο ίδιος πρωτεύουσα του Αραβικού κράτους. Και ενώ αυτόν τον διαδεχόταν ο γιος του Χασάν ιμπν Άλι, ο Μωαβίας Α' το 661 αυτοανακηρύχθηκε Χαλίφης της Δαμασκού ιδρύοντας τοΧαλιφάτο των Ομεϋαδών .

Οι Άραβες στην Ισπανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παλάτι της Αλάμπρα στη νότια Ισπανία.

Επί της Χαλιφείας του Ουαλίντ Α' ή Βαλίντ Α' (705-715 συνέβη ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην Ιστορία όχι μόνο των Αράβων αλλά και της Ευρώπης και μάλιστα με τα δεδομένα της εποχής ίσως και παγκόσμια.

Ο νόμιμα διεκδικών τον ισπανικό Θρόνο Ακύλλας εκάλεσε τους Άραβες για να τον βοηθήσουν εναντίον του σφετεριστή βασιλέως των Βησιγότθων του Ροδρίγου (ή Ροδερίχου). Έτσι οι Άραβες εισέβαλαν στην Ισπανία καταλαμβάνοντας το Γιβραλτάρ. Αφού νίκησαν τους Βησιγότθους έγιναν κύριοι πολλών περιοχών (716). Συνέχισαν όμως τις εκστρατείες τους και εντός των Γαλλικών εδαφών φθάνοντας μέχρι τη Ναρμπόν (720). Γρήγορα όμως εκδιώχθηκαν μετά την ήττα που υπέστησαν στη μάχη της Πουατιέ.

Παρά ταύτα στην Ισπανία εδραιώθηκαν πολύ καιρό, επηρεάζοντας τον τοπικό πολιτισμό και τη τέχνη έντονα. Όλα τα μνημεία αυτής της περιόδου σήμερα στη Ισπανία αποτελούν πόλο έλξης ιδιαίτερου θαυμασμού. Επίσης μέσω των Αράβων έφτασε στην Ευρώπη το σκάκι.

Περίοδος 800 - 1258 (Στάσεις - Επαναστάσεις)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτή την περίοδο σημειώνονται οι μεγαλύτερες μηχανορραφίες αλλά και αντιζηλίες μεταξύ των Αράβων. Οι δολοπλοκίες μεταξύ των Χαλίφηδων και των Δυναστειών τους δεν έχει προηγούμενο. Αυτή τη περίοδο εκμεταλλεύτηκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι έτσι ώστε αυτό το απέραντο κράτος των Αράβων σιγά σιγά να φθίνει μέχρι την ολική κατάλυσή του το (1258).

Κύριοι υπαίτιοι βέβαια οι Χαλιφικές Δυναστείες αλλά και ένα στοιχείο λίγο άγνωστο μέχρι σήμερα στην ιστορική έρευνα είναι ότι: Και η θρησκεία των Χριστιανών και εκείνη η Μωϋσαϊκή των Εβραίων δεν έφερναν κωλύματα στην άσκηση εμπορίου τόσα πολλά όσο ο Μωαμεθανισμός. Έτσι μόνο οι συνεχείς πόλεμοι θεωρούντο "ευλογία Θεού" και "τιμή" για τους μάρτυρες της πίστεως. Βέβαια αυτό για τους αραβικούς πληθυσμούς δεν μπορούσε να συνεχίζεται, έτσι οι αραβικοί λαοί άρχισαν να προβαίνουν σε αναζήτηση κάποιας μόνιμης εγκατάστασης, και εκεί δημιουργούσαν δική τους Χαλιφική Δυναστεία περιοριζόμενοι σε ίδιες ανάγκες επιβίωσης.

Επειδή από το 800 και μετά, μέχρι το 1258 ο αραβικός κόσμος διασπάται σε ανεξάρτητες Δυναστείες η ιστορική έρευνα ακολουθεί την ιστορία των Χαλιφικών Δυναστειών κάθε μίας χωριστά μέχρι της οριστικής κατάλυσης το 1258 του χαλιφάτου των Αββασιδών από τους Μογγόλους του Ουλεγκού Χαν όπου και ακολουθούν η περίοδος της τουρκικής κατάκτησης και εκείνης των εθνικών ανεξαρτησιών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Jean Beraud-Villard, «Οι κατακτήσεις των Αράβων», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ.74 (Αύγουστος 1974), σελ.62-73