Δημήτριος Κυδώνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο λόγιος και αξιωματούχος Δημήτριος Κυδώνης υπήρξε ηγετική πνευματική φυσιογνωμία του Βυζαντίου τον 14ο αιώνα.

Βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε γύρω στο 1324 στη Θεσσαλονίκη και καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας του είχε την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Γ' και είχε μεγάλη επιρροή στο παλάτι. Ο Δημήτριος έλαβε αξιόλογη μόρφωση, μεταξύ δε των δασκάλων του ήταν και ο Νείλος Καβάσιλας. Στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη και το 1341 (ενώ ήταν ακόμη νεανίσκος και μουσείων απηλλαγμένος) προσλήφθηκε στην υπηρεσία του Ιωάννη Καντακουζηνού, ο οποίος ήταν στενός φίλος του πατέρα του. Εκεί γνώρισε τον Βαρλαάμ Καλαβρό του οποίου η πνευματική ακτινοβολία τον εντυπωσίασε. Κατά την περίοδο των δυναστικών ερίδων εκδιώχθηκε από την Κωνσταντινούπολη καθώς υποστήριξε τον Καντακουζηνό και καταστράφηκε οικονομικά μετά τη σφαγή των ομοϊδεατών του στη Θεσσαλονίκη το 1354. Δύο χρόνια αργότερα, όταν ο Καντακουζηνός τελικά επικράτησε, ο Δημήτριος Κυδώνης αποκαταστάθηκε στην υπηρεσία του παλατιού και αναδείχθηκε σε ανώτερο κρατικό υπάλληλο. Στη θέση αυτή παρέμεινε και μετά την επικράτηση του Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου.

Η γνώση της λατινικής γλώσσας έδωσε στον Κυδώνη τη δυνατότητα να γνωρίσει τη σχολαστική θεολογία και κυρίως το έργο του Θωμά Ακινάτη. Το 1354,(ενώ ήταν πανυ νέος), με τη βοήθεια και των Λατίνων της Κωνσταντινούπολης με τους οποίους διατηρούσε στενούς δεσμούς,μετέφρασε το έργο του Θωμά Ακινάτη Κατά Ελλήνων. Στη συνέχεια ξεκίνησε την μετάφραση του Συστήματος Θεολογίας (Sumna Theologiae) του Ακινάτη. Ήταν αντίθετος με την παλαμική θεολογία και συμφωνούσε με τις θέσεις του Βαρλαάμ. Η στάση του αυτή σε συνδυασμό με το θαυμασμό του για τη σχολαστική θεολογία, η σύγκρουσή του με τον Νείλο Καβάσιλα και οι θέσεις του αδερφού του Πρόχορου είχαν ως αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για προσχώρηση στο καθολικό δόγμα. Ωστόσο ο Κυδώνης δεν συμφωνούσε με την προοπτική ένωσης των εκκλησιών η υψηλή όμως θέση του στο παλάτι και οι ιδέες του φαίνεται να σχετίζονται με τη φιλοδυτική πολιτική του αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγου.

Η θέση του Δημητρίου έγινε πολύ δύσκολη μετά την καταδίκη των ιδεών του αδερφού του από τη Σύνοδο του 1368, διατήρησε όμως τη θέση του και την επιρροή του στο παλάτι. Το 1369 απέρριψε πρόταση του Πάπα για ένταξη του στην παπική αυλή αλλά δύο χρόνια αργότερα κατά την αποχώρηση του από την Ρώμη τιμήθηκε με οφίκιο του ρωμαιοκαθολικού κλήρου χωρίς να γίνει κληρικός. Το 1385 εγκαταστάθηκε στην Ιταλία , αργότερα επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και τελικά πέθανε στην Κρήτη περί το 1397. Η γνωστοποίηση του θανάτου του στον Εμμανουήλ Καλέκα από τον Μανουήλ Μεσολωρά που βρισκόταν στην Ιταλία είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο Κυδώνης πέθανε εκεί, όμως οι σχέσεις της Κρήτης με την Βενετίας την περίοδο αυτή δικαιολογούν το γεγονός ότι ο θάνατός του έγινε γνωστός διαμέσου της ιταλικής πόλης.

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένα από τα έργα του:

  • Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος
  • Απολογία υπέρ του Ακινάτου κατά Νείλου του Καβάσιλα
  • Απολογίαι υπέρ της ιδίας αυτού πίστεως και υπέρ του αδελφού του Πρόχορου

Εκτός από τα προαναφερθέντα έργα του Ακινάτη, μετέφρασε το έργο του Άνσελμου του Καντέρμπουρυ για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και την επιστολή του για τα Άζυμα, αποσπάσματα από τα έργα του Αυγουστίνου κ.α.

Έγραψε επίσης Πανηγυρικούς λόγους για τον Ιωάννη Καντακουζηνό και τον Ιωάννη Παλαιολόγο ενώ οι Επιστολές του προσφέρουν πολύτιμο ιστορικό υλικό για τα γεγονότα της εποχής.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα,τ.31