Καινή Διαθήκη
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Καινή Διαθήκη αποτελεί το δεύτερο μέρος της ιερής γραμματείας ή ιερών κειμένων των Χριστιανών. Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη αποτελούν την Αγία Γραφή των Χριστιανών· μάλιστα στην Καινή Διαθήκη περιλαμβάνονται περίπου 1.005 παραθέματα από την Παλαιά Διαθήκη[1]. Η Καινή Διαθήκη γράφτηκε από πολλούς συντάκτες μέσα σε μια χρονική περίοδο 50 περίπου ετών. Οι Χριστιανοί συγκέντρωσαν σταδιακά τα κείμενα αυτά σε ένα σώμα, μετά το θάνατο και την ανάσταση του Ιησού, ώστε να ενισχυθεί το έργο της διάδοσης του μηνύματός του στον κόσμο. Επίσης, με το έργο αυτό θέλησαν να μεταδώσουν στις επόμενες γενιές χωρίς αλλοιώσεις, τις πληροφορίες για όσα είδαν και άκουσαν. Η πλειονότητα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης γράφτηκαν εξ αρχής στα ελληνικά.
Από ευαισθησία προς τους Εβραίους συγγραφείς της Ιουδαϊκής Βίβλου, κάποιοι επιλέγουν να χρησιμοποιούν τους όρους "Εβραϊκές Γραφές" ή "Εβραϊκή Βίβλος" και Χριστιανικές (Ελληνικές) Γραφές αντί της παραδοσιακής χριστιανικής ονοματοδοσίας "Παλαιά Διαθήκη" και "Καινή Διαθήκη" αντίστοιχα[2].
Η Καινή Διαθήκη αποτελείται από τέσσερα διαφορετικά είδη βιβλίων:
- Τα τέσσερα Ευαγγέλια: δίνουν πληροφορίες για τη διδασκαλία του Ιησού και λίγες πληροφορίες για τη ζωή του, όσες ήταν απαραίτητες ώστε να γίνει πιο κατανοητό το μήνυμα της διδασκαλίας του. Πιστεύεται ότι έχουν γραφτεί από τέσσερις πιστούς χριστιανούς: Τους αυτόπτες μάρτυρες της επίγειας ζωής του Ιησού, Ματθαίο και Ιωάννη και τους αυτήκοους μάρτυρες των μαθητών του, Μάρκο και Λουκά. Τα βιβλία αυτά καταγράφηκαν μεταξύ του 60 και του 110 μ.Χ..
- Τις Πράξεις των αποστόλων: Μετά από το θάνατο του Ιησού, οι πιστοί ενώθηκαν και δημιούργησαν την "εκκλησία", μια οργανωμένη κοινωνία πιστών με σκοπό να συνεχιστεί το έργο του Ιησού στη γη. Η πρώιμη ιστορία της εκκλησίας και των αποστόλων της περιγράφεται στο βιβλίο "Πράξεις των Αποστόλων" που έγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Το βιβλίο αυτό χωρίζεται σε δύο κύριες ενότητες:
- Τις Πράξεις του Πέτρου
- Τις Πράξεις του Παύλου
Ο Πέτρος ήταν ένας από τους πρώτους μαθητές του Ιησού ενώ ο Παύλος ήταν απόστολος στον μη εβραϊκό κόσμο, της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
- Τις Επιστολές: Απο τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, τα 21 έχουν την μορφή των επιστολών. Οι 14 από αυτές γράφτηκαν από τον Απόστολο Παύλο. Μέσω αυτών απευθύνθηκε στους πιστούς διδάσκοντας το λόγο του Ιησού, δίνοντας λύσεις στα τοπικά προβλήματα των εκκλησιών και συμβουλές για το πως να ζήσουν μια χριστιανική ζωή.
- Την Αποκάλυψη: Το βιβλίο αυτό είναι γωστό ως Αποκάλυψη του Ιωάννη, εξαιτίας της πίστης ότι γράφτηκε από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Το περιεχόμενό του ενθαρρύνει τους Χριστιανούς να κρατήσουν την πίστη τους παρόλες τις δυσκολίες που θα συναντήσουν, δίνοντας ταυτόχρονα ένα μήνυμα ελπίδας.
Πίνακας περιεχομένων |
[Επεξεργασία] Τί είναι η Καινή Διαθήκη
Η έκφραση «Καινή Διαθήκη», σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, προέρχεται από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, ο όποιος κατά τις διηγήσεις των ευαγγελιστών και την παράδοση που διασώζει ο Απ. Παύλος, τη βραδιά του μυστικού δείπνου είπε: «Τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. 26, 28 | Μαρκ. 14, 24 | Λουκ. 22, 20 | Α΄ Κορ. 11, 25), δηλώνοντας έτσι μια νέα περίοδο της θείας οικονομίας.
Τα βιβλία που γράφηκαν από συγγραφείς της πρώτης εκκλησίας και περιέχουν τη διδασκαλία περί πραγματοποίησης των υποσχέσεων του θεού, το θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, ονομάστηκαν «Καινή Διαθήκη» σε αντιδιαστολή προς τα βιβλία της προηγούμενης περιόδου της οικονομίας του Θεού, της «Παλαιάς Διαθήκης».
Ο όρος «Καινή Διαθήκη» προς δήλωση του συνόλου των βιβλίων, που περιέχουν τη νέα οικονομία του Θεού, μαρτυρείται από τα τέλη του 2ου αιώνα και επικρατεί οριστικά από τις αρχές του 3ου αιώνα και μετά. Τά βιβλία που αποτέλεσαν την Καινή Διαθήκη είναι η τελική καταγραφή της προφορικά και γραπτά μεταδιδόμενης χριστιανικής παράδοσης. Αλλά και αυτά, την εποχή που γράφηκαν δεν αναγνωρίστηκαν αμέσως ως «Γραφή». Εκείνο που τα επέβαλε στη συνείδηση των χριστιανών ήταν η αποστολική τους προέλευση και η συμφωνία τους προς την αλήθεια που είχε η εκκλησία ως ζωντανή παράδοση από τους «απ' αρχής αυτόπτας και υπηρέτας» του λόγου (Λουκ. 1, 2). Για πρώτη φορά περί τα μέσα του 2ου αιώνα μερικά χωρία από τα ευαγγέλια παρατίθενται ως «Γραφή».
Η Καινή Διαθήκη που αποτελείται από ένα σύνολο 27 βιβλίων, καθιερώθηκε με την τελική της μορφή στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα μ.Χ.
Τα βιβλία που την αποτελούν είναι:
- Τα τέσσερα Ευαγγέλια:
-
- 1. κατά Ματθαίον, 2. κατά Μάρκον, 3. κατά Λουκάν, 4. κατά Ιωάννην (τα τρία πρώτα ονομάζονται και Συνοπτικά).
- 5. Οι πράξεις των Αποστόλων
- Οι επιστολές του Απ. Παύλου:
-
- 6. προς Ρωμαίους, 7. προς Κορινθίους Α, 8. προς Κορινθίους Β, 9. προς Γαλατάς, 10. προς Εφεσίους, 11. προς Φιλιππησίους, 12. προς Κολοσσαείς, 13. προς Θεσσαλονικείς Α, 14. προς Θεσσαλονικείς Β, 15. προς Τιμόθεον Α, 16. προς Τιμόθεον Β, 17. προς Τίτον, 18. προς Φιλήμονα, 19. προς Εβραίους
- Οι Καθολικές επιστολές:
-
- 20. Ιακώβου, 21. Πέτρου Α, 22. Πέτρου Β, 23. Ιωάννου Α, 24. Ιωάννου Β, 25. Ιωάννου Γ, 26. Ιούδα
και
- 27. Η Αποκάλυψη του Ιωάννη
[Επεξεργασία] Η διαμόρφωση του Κανόνα της Καινής Διαθήκης
Κατά τη διάρκεια του 1ου αιώνα, ο κανόνας ιερών συγγραμμάτων της χριστιανικής εκκλησίας αποτελούνταν αποκλειστικά από τις εβραϊκές «Γραφές» (Παλαιά Διαθήκη), οι οποίες θεωρούνταν θεόπνευστες. (2 Τιμ. 3:16· 2 Πέτρ. 1:20) Τα συγγράμματα που αργότερα έγιναν γνωστά ως Καινή Διαθήκη χρησιμοποιούνταν σε τακτική βάση από τις εκκλησίες κατά τη λατρεία, ως κριτήριο εκκλησιαστικής τάξης, για κατηχητική εκπαίδευση και για θεολογικούς σκοπούς. Αυτά τα νέα χριστιανικά συγγράμματα περιείχαν αναφορές σε άλλα χριστιανικά συγγράμματα της εποχής, χαρακτηρίζοντάς τα μάλιστα ως «Γραφές», σε σημείο ώστε μέχρι τα τέλη του δεύτερου αιώνα να αναφέρονται έτσι τα συγγράμματα της Καινής Διαθήκης[3]. Χριστιανικά έργα εκείνης της περιόδου όπως η Επιστολή Βαρνάβα και η Δεύτερη Επιστολή Κλήμεντος εισαγάγουν χωρία από αυτά τα χριστιανικά συγγράμματα με τον τρόπο που συνέβαινε ως τότε για τις εβραϊκές Γραφές: «Γέγραπται». Καθώς υπήρχε ακόμη διαθέσιμη η ζωντανή προφορική παράδοση των λόγων του Ιησού αλλά και η παρουσία των αποστόλων, των μαθητών των αποστόλων και των προφητών δεν υφίστατο καν η έννοια ενός κλειστού κανόνα αποδεκτών κειμένων[4]. Μόνο κατά τη διάρκεια του 2ου αιώνα τα Ευαγγέλια και οι επιστολές του αποστόλου Παύλου αναβαθμίστηκαν στο επίπεδο του «κανόνα».
Καθώς η εκκλησία θεωρούσε ότι ήταν ο «νέος Ισραήλ», παρέμενε προσκολλημένη στον κανόνα βιβλίων που χρησιμοποιούνταν από τους Ιουδαίους, με μια νέα όμως αντίληψη περί αυτού. Η Παλαιά Διαθήκη μπορούσε να θεωρηθεί χριστιανική μόνο εφόσον ήταν κατανοητό ότι έδινε μαρτυρία στο σύνολό της για τον Ιησού Χριστό[5].
Δεν μπορεί να λεχθεί με σαφήνεια πότε ακριβώς άρχισε η μακρόχρονη και αδιάκοπη διαμόρφωση του κανόνα της Καινής Διαθήκης καθώς η Iστορία ουσιαστικά σιωπά για αυτή τη σπουδαιότατη εξέλιξη της πρώιμης χριστιανικής εκκλησίας[6]. Αντί να αποτελεί αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου διατάγματος από ένα άτομο ή μια σύνοδο κατά την έναρξη της χριστιανικής εποχής, η συλλογή των βιβλίων της Καινής Διαθήκης έλαβε χώρα σταδιακά και επηρεάστηκε από διάφορους παράγοντες εντός και εκτός της εκκλησίας. Οι πρώτες ενδείξεις εμφανίζονται στο πρώτο μισό του δεύτερου αιώνα και εντατικοποιούνται ως τα μέσα του ίδιου αιώνα, καθώς αυξανόταν σημαντικά ο όγκος της χριστιανικής φιλολογίας που κυκλοφορούσε μεταξύ των εκκλησιών. Πρώτος που χρησιμοποιεί τον όρο «καινή» διαθήκη φέρεται να είναι ο επίσκοπος Ειρηναίος της Λυών (Λουγδούνου) στις αρχές του 3ου αιώνα, αν και δεν αντιμετωπίζει όλα τα «κανονικά» συγγράμματα της Καινής Διαθήκης με τον ίδιο τρόπο. Παρ' όλα αυτά, τα όρια του κανόνα είχαν ουσιαστικά παγιωθεί ως το έτος 200[7]. Βέβαια, η κανονικότητα κάποιων από τις Καθολικές Επιστολές και το βιβλίο της Αποκάλυψης παρέμεινε ζήτημα αντιλογίας για κάποιο διάστημα. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα, ο κανόνας της Καινής Διαθήκης καθορίστηκε τελειωτικά και επακριβώς σε μια σειρά εκκλησιαστικών συνόδων.
Πρώτος ο Μ. Αθανάσιος χρησιμοποιεί τον όρο κανών προς δήλωση του σώματος των βιβλίων της Αγίας Γραφής ή κατ' άλλους, για να δηλώσει τα έγκυρα βιβλία της Αγίας Γραφής σε αντίθεση με τα "απόκρυφα" ή "ακανόνιστα"[8]
- "Τοσαύτα και τα της Καινής Διαθήκης βιβλία τα γε κανονιζόμενα, και της πίστεως ημών οιονεί ακροθίνια ή άγκυραι και ερείσματα"
- ("Σύνοψις" [επίτομος της Θείας Γραφής, Παλαιάς και Νέας Διαθήκης], PG 28, 293)
και
- "βιβλία τούτων έξωθεν, ού κανόνιζόμενα"
- (39η "Εορταστική Επιστολή", 75)
Επίσης, στο έργο του Περί Νικαίας (352), αναφερόμενος στον Ποιμένα του Ερμά, τον εξαιρεί από τον Κανόνα γράφοντας:
- "εν δέ τω Ποιμένι γέγραπται, επειδή και τούτο καίτοι μη όν εκ του κανόνος"
- ("Περί Νικαίας, 17,3)
Εκείνη την περίοδο, στην Τοπική Σύνοδο της Λαοδίκειας του 363 γίνεται αναφορά στα «κανονικὰ [βιβλία] τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης» και παρατίθεται η λίστα (κανών) αυτών των κανονικών βιβλίων:
- «Κανὼν ΝΘ' Ὅτι οὐ δεῖ ἰδιωτικοὺς ψαλμοὺς λέγεσθαι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, οὐδὲ ἀκανόνιστα βιβλία, ἀλλὰ μόνα τὰ κανονικὰ τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης.
Κανὼν Ξ' Ὅσα δεῖ βιβλία ἀναγινώσκεσθαι [...] τῆς Καινῆς Διαθήκης ταῦτα· Εὐαγγέλια τέσσαρα, κατὰ Ματθαῖον, κατὰ Μάρκον, κατὰ Λουκᾶν, κατὰ Ἰωάννην· Πράξεις Ἀποστόλων· Ἐπιστολαὶ καθολικαὶ ἑπτά, Ἰακώβου μία, Πέτρου δύο, Ἰωάννου τρεῖς, Ἰούδα μία· Ἐπιστολαὶ Παύλου δεκατέσσαρες· πρὸς Ρωμαίους μία, πρὸς Κορινθίους δύο, πρὸς Γαλάτας μία, πρὸς Ἐφεσίους μία, πρὸς Φιλιππησίους μία, πρὸς Κολοσσαεῖς μία, πρὸς Θεσσαλονικεῖς δύο, πρὸς Ἑβραίους μία, πρὸς Τιμόθεον δύο, πρὸς Τίτον μία, καὶ πρὸς Φιλήμονα μία».
(Κανόνες της εν Λαοδικεία Συνόδου 59 και 60)
Εντούτοις, έχουν διατυπωθεί αμφιβολίες για το κατα πόσον αυτή η λίστα Γραφικών βιβλίων (Κανόνας Ξ') είχε περιληφτεί μαζί με τους υπόλοιπους κανόνες ή αν αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη[9].
Με τον κανόνα της Λαοδίκειας ταυτίζεται —εκτός από το βιβλίο της Αποκάλυψης— η 39η Εορταστική Επιστολή του Αθανάσιου, το 367, η οποία απαριθμεί και τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, γεγονός που αποτελεί την πρώτη εμφάνιση του κανόνα με την μορφή που έχει μέχρι και σήμερα. Η Σύνοδος της Ιππώνος (393) και λίγο αργότερα η Σύνοδος της Καρχηδόνας το 397 εξέδωσαν τον ίδιο κατάλογο κανονικών βιβλίων. Εντούτοις κατά τη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν δεν έγινε αποδεκτός ο κανόνας αυτός από όλους μέσα στη χριστιανική εκκλησία.
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η 39η επιστολή που αποτελεί και κανόνα της Εκκλησίας, επικυρώθηκε από τη Σύνοδο της Καρθαγένης (419):
- "Της Νέας Διαθήκης Ευαγγέλια τέσσαρα, Πράξεων τών Αποστόλων βίβλος μία, επιστολαί Παύλου δεκατέσσαρες, Πέτρου Αποστόλου δύο, Ιωάννου Αποστόλου τρείς, Ιακώβου Αποστόλου μία, Ιούδα Αποστόλου μία, Αποκαλύψεως Ιωάννου βίβλος μία."
- (Κανών κδ’ της εν Καρθαγένη Συνόδου[10])
Το 405 ο Πάπας Ιννοκέντιος Α΄ σε επιστολή που έστειλε από τη Ρώμη προς τον επίσκοπο Εξιπερί της Τουλούζης (Exsuperius of Toulouse) κατονομάζει τα βιβλία που θεωρούνται έκτοτε κανονικά.
Τους κανόνες της Συνόδου της Καρθαγένης, επικύρωσε ο Κανών β’[11] της Εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου το 691.
Βεβαίως, ενώ οι εκκλησιαστικοί πατέρες και οι τοπικές σύνοδοι αποφαίνονταν για την εγκυρότητα των Χριστιανικών συγγραμμάτων, η χρήση από τις Χριστιανικές κοινότητες παρείχε την πραγματική αξιολόγηση του τι θα περιλάμβανε ο κανόνας. Η Καινή Διαθήκη βασίστηκε τελικά στα συγγράμματα που είχαν ευρεία αποδοχή και ήταν χρήσιμα για την ανάγνωση στις κατά τόπους εκκλησίες. Βέβαια, ακόμη και σήμερα, για παράδειγμα, η Αιθιοπική (Αβυσσινιακή) Εκκλησία περιλαμβάνει στον κανόνα της 35 (ή 38) βιβλία αντί των 27.
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει συνοπτικά την διακύμανση ως προς την αναγνώριση της κανονικότητας των βιβλίων της Καινής Διαθήκης.
| Μαρκίων (μέσα 2ου αι. μ.Χ.) | Ειρηναίος (τέλη 2ου αι. μ.Χ.) | Μουρατοριανός Κανόνας (τέλη 2ου αι. μ.Χ.) |
Τερτυλλιανός (150-220 μ.Χ.) | Αρχαία Συριακή μετάφραση (Old Syriac) 2ος αι. μ.Χ.[12] |
Ωριγένης (185-254 μ.Χ.) | Ιππόλυτος (200-225 μ.Χ.) | Ευσέβιος ο Καισαρείας (325-340 μ.Χ.) | Σιναϊτικός κώδικας (4ος αι. μ.Χ.) | Μ. Αθανάσιος (367 μ.Χ.) | |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| 1. Κατά Ματθαίον | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 2. Κατά Μάρκον | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 3. Κατά Λουκάν | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 4. Κατά Ιωάννην | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 5. Πράξεις | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 6. Προς Ρωμαίους | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 7. Προς Κορινθίους Α' | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 8. Προς Κορινθίους Β' | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 9. Προς Γαλάτας | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 10. Προς Εφεσίους | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 11. Προς Φιλιππησίους | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 12. Προς Κολοσσαείς | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 13. Προς Θεσσαλονικείς Α΄ | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 14. Προς Θεσσαλονικείς Β΄ | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 15. Προς Τιμόθεον Α΄ | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 16. Προς Τιμόθεον Β΄ | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 17. Προς Τίτον | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 18. Προς Φιλήμονα | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 19. Προς Εβραίους | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Κανονικό | Αμφισβητ. | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 20. Ιακώβου | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Κανονικό | Αμφισβητ. | Εκτός | Αμφισβητ. | Κανονικό | Κανονικό |
| 21. Πέτρου Α΄ | Εκτός | Κανονικό | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 22. Πέτρου Β΄ | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Αμφισβητ. | Κανονικό | Αμφισβητ. | Κανονικό | Κανονικό |
| 23. Ιωάννου Α΄ | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό |
| 24. Ιωάννου Β΄ | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Εκτός | Εκτός | Αμφισβητ. | Εκτός | Αμφισβητ. | Κανονικό | Κανονικό |
| 25. Ιωάννου Γ΄ | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Αμφισβητ. | Εκτός | Αμφισβητ. | Κανονικό | Κανονικό |
| 26. Ιούδα | Εκτός | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Εκτός | Αμφισβητ. | Εκτός | Αμφισβητ. | Κανονικό | Κανονικό |
| 27. Αποκάλυψις Ιωάννου | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Κανονικό | Εκτός | Κανονικό | Κανονικό | Αμφισβητ. | Κανονικό | Κανονικό |
| Ποιμήν Ερμά | Εκτός | Κανονικό | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Κανονικό | Εκτός | Εκτός | Κανονικό | Εκτός |
| Επ. Βαρνάβα | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Κανονικό | Εκτός | Εκτός | Κανονικό | Εκτός |
| Διδαχή των 12 Αποστ. | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Κανονικό | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός |
| Αποκάλυψις Πέτρου | Εκτός | Εκτός | Κανονικό | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός |
| Α' Κλήμεντος | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Αμφισβητ. | Εκτός | Εκτός | Εκτός | Εκτός |
[Επεξεργασία] Η ελληνική ως γλώσσα της Καινής Διαθήκης
Η γλώσσα του Ιησού και των πρώτων Αποστόλων δεν ήταν η ελληνική. Το ευαγγέλιο κηρύχθηκε αρχικά στην αραμαϊκή χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ελληνική γλώσσα δεν ήταν αρκετά γνωστή στην Παλαιστίνη κατά την εποχή του Ιησού. Στα Ιεροσόλυμα λειτουργούσαν τουλάχιστον πέντε συναγωγές Ελληνιστών Ιουδαίων, οι οποίοι, πρέπει να χρησιμοποιούσαν το ίδιο καλά την αραμαϊκή και την ελληνική. Πάντως το ευαγγέλιο κηρύχθηκε επί Παλαιστινιακού εδάφους στην αραμαϊκή, και σε αυτήν καταγράφτηκαν τα πρώτα "Λόγια του Ιησού" και οι πρώτες περί αυτού διηγήσεις. Όμως πολύ σύντομα, με την έξοδο των πρώτων ιεραποστόλων από το Παλαιστινιακό έδαφος, παρουσιάστηκε η ανάγκη ώστε το κήρυγμα της νέας θρησκείας να γίνεται στην ελληνική και λόγια του Ιησού ή παραδόσεις που είχαν γραφτεί στην αραμαϊκή, να μεταφρασθούν στην ελληνική.
Οι ελληνιστές Ιουδαίοι ιεραπόστολοι και ειδικά εκείνοι που είχαν ως κέντρο την Αντιόχεια, φαίνεται ότι υπήρξαν οι πρωτοπόροι προς την κατεύθυνση αυτή και η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στην ελληνική από τους "εβδομήκοντα" αποτέλεσε γι' αυτούς σημαντική κληρονομιά. Τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι είτε από την αρχή είτε τουλάχιστον στην παρούσα μορφή τους, γραμμένα στην ελληνική γλώσσα, επειδή άσχετα προς την αρχική καταγωγή του ιστορικού υλικού ή των αρχικών γραπτών πηγών, τα κείμενα αυτά προέρχονται όλα από Εκκλησίες που χρησιμοποιούσαν τα ελληνικά ως μέσο επικοινωνίας. Μάλιστα, αν εξαιρεθούν ελάχιστα χωρία, στα βιβλία της Καινής Διαθήκης, χρησιμοποιείται παντού και η ελληνική Παλαιά Διαθήκη των "εβδομήκοντα". Κατ' αυτό τον τρόπο, είναι φανερό πως η Καινή Διαθήκη αποτελεί μέρος της ελληνικής γραμματολογίας.
[Επεξεργασία] Το είδος της ελληνικής που χρησιμοποιήθηκε
Η ελληνική γλώσσα που συναντούμε στα κείμενα της Καινής Διαθήκης δεν είναι η κλασική αττική γλώσσα. Επειδή μάλιστα επικρατούν πολλές ασυνήθιστες και άγνωστες στην αρχαία ελληνική λέξεις καί εκφράσεις, πρίν από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα πίστευαν ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερη «ιερή» γλώσσα, που την ονόμαζαν «βιβλική ελληνική».
Από τότε όμως που νέοι πάπυροι της ελληνιστικής εποχής βρέθηκαν στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα και οι ερευνητές μελέτησαν τη γλώσσα των κειμένων αυτών που προέρχονταν από την καθημερινή ζωή (ιδιωτικές επιστολές, συμφωνητικά κ.ά), διαπιστώθηκε ότι η γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι η «κοινή» ελληνιστική, η γλώσσα δηλαδή των ελληνιστικών χρόνων που αποτελεί τη φυσιολογική εξέλιξη της αρχαίας ελληνικής και της οποίας συνέχεια είναι η νέα ελληνική.
Κάποια γενικά χαρακτηριστικά της κοινής ελληνιστικής είναι:
- Η απλούστερη σύνταξη σε σχέση με την αττική γλώσσα
- Η απλούστερη γραμματική
- Η αλλαγή περιεχομένου σε παλιές λέξεις της κλασικής εποχής
- Η πρόσληψη και ενσωμάτωση στοιχείων από άλλες γλώσσες (εβραϊκές λέξεις, σημιτικές εκφράσεις, λατινικές λέξεις)
Την ελληνιστική κοινή είχε διαδόσει ο Μ. Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του στα πέρατα της «οικουμένης». Σ' αυτήν είχε ήδη μεταφραστεί και η Παλαιά Διαθήκη. Η «κοινή» ήταν μια γλώσσα απλή, καθαρά ελληνική, και επιπλέον είχε την δυνατότητα να εκφράσει αφηρημένες έννοιες και να δημιουργήσει νέες και σύνθετες λέξεις και παρά το σημιτικό υπόβαθρο των ιερών κειμένων ή των συγγραφέων τους, υπάρχουν στην Καινή Διαθήκη ελληνικές λέξεις προς έκφραση οποιασδήποτε έννοιας..
[Επεξεργασία] Η ιστορία του κειμένου της Καινής Διαθήκης
Είναι αλήθεια πως το γραπτό μήνυμα που διασώθηκε από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, εξαφανίστηκε στην αρχική του μορφή. Δεν έχουμε στη διάθεση μας ούτε ένα απλό σπάραγμα παπύρου, της γραφικής ύλης των πρώτων αιώνων, που να περιέχει κείμενο της Καινής Διαθήκης όπως βγήκε από το χέρι του αρχικού συγγραφέα. Αν και κάποια από αυτά μας οδηγούν αρκετά κοντά στη συγγραφή των αυθεντικών, ό,τι υπάρχει σήμερα είναι αντίγραφα των πρωτοτύπων.
Αυτό οφείλεται σε χιλιάδες αντιγραφείς, που από γενιά σε γενιά διέσωσαν και μετέδωσαν τα κείμενα αυτά. Βεβαίως, κι αυτοί υπόκεινταν στο ανθρώπινο λάθος. Είτε δεν διάβασαν σωστά κάποιες λέξεις, είτε εσφαλμένα αντέγραψαν άλλες, μετέθεσαν ολόκληρες προτάσεις, παρέλειψαν ολόκληρες φράσεις καθώς ήταν δυνατό από κάποια φυσική φθορά στο κείμενο του υποδείγματος να είχαν σβηστεί λίγα ή πολλά γράμματα και αυτά να παραλείπωνται στο αντίγραφο, διάφορες προσθήκες παρουσιάζονταν και γενικά έκαναν όλα τα λάθη που η μελέτη της παλαιογραφίας και της κριτικής κειμένων έχει εντοπίσει σε κάθε ανθρώπινη προσπάθεια αντιγραφής.
Υπήρχαν επίσης πολλοί άλλοι αντιγραφείς που αναλάμβαναν να βελτιώσουν την ατελή γραμματική μερικών συγγραφέων της Καινής Διαθήκης, να προσθέσουν επεξηγήσεις όταν κάτι φαινόταν πως απαιτούσε αποσαφήνιση ή να εισαγάγουν κάποιες αλλαγές έτσι ώστε νά κερδίσουν κάποια μάχη που δινόταν στα χρόνια τους. Πολλοί αντιγραφείς εμπιστεύονταν, περιστασιακά, περισσότερο τη μνήμη τους παρά την όραση τους, γράφοντας αυτό που θυμόντουσαν και όχι αυτό που έβλεπαν μπροστά τους. Παρόλο λοιπόν που οι αντιγραφείς αυτοί πίστευαν πως τα κείμενα που αντέγραφαν ήταν ο λόγος του Θεού, μας κληροδότησαν ένα πλήθος από παραλλαγές και παραφθορές του κειμένου της Καινής Διαθήκης.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τον μεγάλο μόχθο για την έρευνα, σύγκριση και αποκατάσταση των αρχαίων χειρογράφων ώστε να φτάσουμε όσο είναι ανθρώπινα δυνατό στο αρχικό κείμενο των ευαγγελιστών και επιστολογράφων, ανέλαβαν ερευνητές, που η ειδικότητα τους είναι γνωστή ως "Κριτική του κειμένου". Οι ερευνητές αυτοί, κατά τη διάρκεια του έργου τους, έπρεπε να μελετήσουν μαρτυρίες χιλιάδων χειρογράφων από τον δεύτερο ως τον δέκατο πέμπτο αιώνα, να αξιολογήσουν το υλικό, να ταχθούν υπέρ ή ενάντια αυτής ή της άλλης λέξης, υπέρ της μιας ή της άλλης φράσης, υπέρ της κρίσης μιας περικοπής ως αυθεντικής ή ως μεταγενέστερης προσθήκης.
Το σημερινό κείμενο της Καινής Διαθήκης, είναι προϊόν όλων αυτών των συντονισμένων προσπαθειών από αναγνωρισμένους και αξιοσέβαστους ειδικούς στον κλάδο τους. Παρά το γεγονός ότι και μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, επιδρομές διαφόρων λαών εξαφάνισαν τα βιβλικά χειρόγραφα από αρκετές περιοχές της χριστιανοσύνης, σώθηκαν μέχρι σήμερα πάνω από 2.500 ελληνικά χειρόγραφα που περιέχουν είτε πλήρη, είτε αποσπάσματα του κειμένου. Ο συνολικός αριθμός παραλλαγών, θελητών και αθέλητων, των ιερών κειμένων, κυμαίνεται γύρω στις 200.000, στο μεγαλύτερο μέρος τους όμως πρόκειται για παραλλαγές ασήμαντες όσον αφορά το νόημα και την ουσία του κειμένου. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο τεράστιος αριθμός χειρογράφων και παραθέσεων χωρίων από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, μας επιτρέπει να έχουμε ένα κείμενο κατά πολύ ανώτερο απέναντι στις περισσότερες σχεδόν νεώτερες φιλολογικές συνθέσεις.
Το κείμενο της 27ης έκδ. "Nestle-Aland" και 4ης έκδ. της "Greek New Testament", θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα οικουμενικά αποδεκτό κείμενο, αφού απ' αυτό διδάσκονται οι φοιτητές την ερμηνεία στα Πανεπιστήμια του κόσμου και απ' αυτό γίνονται οι μεταφράσεις στις διάφορες γλώσσες και διαλέκτους.
[Επεξεργασία] Το κείμενο της Κ.Δ. που βρέθηκε σε χειρόγραφα μέχρι και του 3ου αιώνα
Τα ευρήματα δείχνουν ότι πάνω από το μισό κείμενο της Καινής Διαθήκης, βρέθηκε σε χειρόγραφα που χρονολογούνται[14] μέχρι και τον 3ο μ.Χ. αιώνα:
| Βιβλίο | Σύνολο εδαφίων που περιέχει το βιβλίο | Σύνολο εδαφίων που βρέθηκαν σε χειρόγραφα μέχρι το 300 μ.Χ. | Ποσοστό περιεχομένου που βρέθηκε % | Χρονολόγηση αρχαιότερου χειρογράφου | Ονομασία του αρχαιότερου χειρογράφου |
|---|---|---|---|---|---|
| Κατά Ματθαίον | 1071 | 148 | 13,82 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p64 |
| Κατά Μάρκον | 678 | 250 | 36,87 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p45 |
| Κατά Λουκάν | 1151 | 829 | 72,02 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p45 |
| Κατά Ιωάννην | 879 | 842 | 95,79 | γύρω στα 125 μ.Χ. | p52 |
| Πράξεις | 1007 | 530 | 52,63 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p45 |
| Προς Ρωμαίους | 433 | 295 | 68,13 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p46 |
| Προς Κορινθίους Α' | 437 | 435 | 99,54 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p46 |
| Προς Κορινθίους Β' | 257 | 257 | 100 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p46 |
| Προς Γαλάτας | 149 | 149 | 100 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p46 |
| Προς Εφεσίους | 155 | 154 | 99,35 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p46 |
| Προς Φιλιππησίους | 104 | 104 | 100 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p46 |
| Προς Κολοσσαείς | 95 | 95 | 100 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p46 |
| Προς Θεσσαλονικείς Α΄ | 89 | 46 | 51,69 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p46 |
| Προς Θεσσαλονικείς Β΄ | 47 | 6 | 12,77 | 3ος αιώνας | p30 |
| Προς Τιμόθεον Α΄ | 113 | 0 | 0 | ||
| Προς Τιμόθεον Β΄ | 83 | 0 | 0 | ||
| Προς Φιλήμονα | 25 | 5 | 20 | 3ος αιώνας | p87 |
| Προς Τίτον | 46 | 11 | 23,91 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p32 |
| Προς Εβραίους | 303 | 303 | 100 | γύρω στα 200 μ.Χ. | p46 |
| Ιακώβου | 108 | 24 | 22,22 | αρχές 3ου αιώνα | p23 |
| Πέτρου Α΄ | 105 | 105 | 100 | τέλη 3ου αιώνα | p72 |
| Πέτρου Β΄ | 61 | 61 | 100 | τέλη 3ου αιώνα | p72 |
| Ιωάννου Α΄ | 105 | 6 | 5,71 | 3ος αιώνας | p9 |
| Ιωάννου Β΄ | 13 | 0 | 0 | ||
| Ιωάννου Γ΄ | 14 | 0 | 0 | ||
| Ιούδα | 25 | 25 | 100 | τέλη 3ου αιώνα | p72 |
| Αποκάλυψις Ιωάννου | 404 | 128 | 31,68 | 3ος αιώνας | p47 |
| ΣΥΝΟΛΑ | 7957 | 4318 | 54,27 % |
[Επεξεργασία] Υποσημειώσεις
- ↑ William F. Beck, The New Testament in the Language of Today, Revised ed., Concordia Publishing House, 1967, σελ. x.
- ↑ Για παράδειγμα, σε σελίδα του Πανεπιστημίου της Πολιτείας Ουάσινγκτον, αναφέρεται: «Εκείνοι που είναι ευαισθητοποιημένοι σε σχέση με την Ιουδαϊκή προέλευση της Εβραϊκής Βίβλου χρησιμοποιούν τους όρους "Εβραϊκές Γραφές" και "Χριστιανικές Γραφές" αντί των παραδοσιακών Χριστιανικών ονομασιών "Παλαιά Διαθήκη" και "Καινή Διαθήκη"».
- ↑ «In 2 Peter 3:16 Paul’s epistles are actually called ‘Scriptures’, and a gospel is identified as ‘the Scripture’ in 1 Timothy 5:18. The use of ‘Scripture(s)’ to denote NT writings became increasingly common through the 2nd century and by the end of it was normal». (New Dictionary of Biblical Theology, 2001)
- ↑ «There is no sense, at this stage, of a Canon of Scripture, a closed list to which addition may not be made. This would appear to be due to two factors: the existence of an oral tradition and the presence of apostles, apostolic disciples, and prophets, who were the foci and the interpreters of the dominical traditions». (New Bible Dictionary, 1982.
- ↑ Βλέπε το έργο Διάλογος προς Τρύφωνα του Ιουστίνου Μάρτυρα (περ. 165). Αυτή η ιδέα φαίνεται και στο έργο Περί Πάσχα του Μελίτωνα Σάρδεων (περ. 170), όπου αναφέρεται για παράδειγμα: «Καὶ γὰρ ὁ Νόμος Λόγος ἐγένετο καὶ ὁ παλαιὸς καινός͵ συνεξελθὼν ἐκ Σιὼν καὶ Ἰερουσαλήμ καὶ ἡ ἐντολὴ χάρις͵ καὶ ὁ τύπος ἀλήθεια».
- ↑ The Canon of the New Testament, Bruce M. Metzger, 1987, Oxford University Press, σελ. 1-7.
- ↑ «The boundaries of the New Testament canon had been fixed in preliminary way around the year 200». (A Short History of Christian Doctrine, Bernhard Lohse, 1985, Fortress Press, σελ. 28)
- ↑ Ο Μπρους Μέτζγκερ (Bruce M. Metzger) ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πρίνσετον, μέλος του συμβουλίου της Αμερικανικής Βιβλικής Εταιρίας (American Bible Society) και συνεκδότης του κειμένου της Καινής Διαθήκης των Ενωμένων Βιβλικών Εταιριών (United Bible Societies), αναφέρει:
- «Το 367 ο Αθανάσιος τον όρο "κανών" προς δήλωση του σώματος των βιβλίων της Αγίας Γραφής προσδιόρισε ποια βιβλία είναι στην πραγματικότητα τα κανονικά βιβλία (βιβλία κανονιζόμενα) σε αντίθεση με τα απόκρυφα (Εορτ. Επιστ. 39)· αυτή είναι η παλιότερη κατάταξη σε κατάλογο των εικοσιεφτά βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Η χρήση της λέξης κανών για ολόκληρη την συλλογή εμφανίζεται αργότερα, με πιο ξεκάθαρη περίπτωση σε ποίημα Iambi ad Seleucum (Ίαμβος Προς Σέλευκον) που γράφτηκε το γύρω 380 μ.Χ. από τον Αμφιλόχιο, επίσκοπο Ικονίου. Όταν τελειώνει με την απαρίθμηση των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, δηλώνει: "Αυτός είναι πιθανόν ο πιο αξιόπιστος κανόνας των θεόπνευστων γραφών" (κανὼν [...] τῶν θεοπνεύστων γραφῶν). Η έκφραση κανὼν τῆς καινῆς διαθήκης εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Αποκριτικό (iv. 10) του Μακάριου του Μέγα, μια απολογία που γράφτηκε γύρω στο 400 μ.Χ.»
- «Πρέπει παράλληλα να σημειωθεί ότι νωρίτερα, τουλάχιστον ως το 350 μ.Χ., ο ο Αθανάσιος διαχώριζε τα θεόπνευστα βιβλία απο τα κανονικά βιβλία. Αρκετές φορές παρέθεσε από συγκεκριμένα βιβλία που θεωρούσε θεόπνευστα αλλά τα οποία αργότερα απέκλεισε από την Εορταστικη Επιστολή του 367· αυτά περιλάμβαναν το Γ' Έσδρας (Α' Έσδρας) και τον Ποιμένα του Ερμά. Βλέπε Jean Ruwet, Le Canon Alexandrin des Ecritures; Saint Athanase, Biblica xxxiii [1952], σελ. 1-29».
- The Canon of the New Testament: Its Origin, Development, and Significance (Ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης: Η Προέλευση, η Ανάπτυξη και η Σημασία), 1997, σελ. 210, 211, 292
- "In reference to the NT, the term "canon" calls special attention both to its form, that is, a fixed collection of precisely 27 early Christian documents, and to its function, that is, literature that is normative for the faith and life of the Christian community. Both of these connotations belonged to the Greek word κανών: from its fundamental sense, "a tool for measurement," there arose the extended meanings "list", "catalog" (probably derived from the series of calibrations on a measuring tool), and also "norm", "standard". When the term began in the 4th century to be applied to Christian writings it was with the sense of "list": a document was said to be "in the canon" or "canonical" if it was "on the list" of those writings which were read, or were permitted to be read, in Christian assemblies of worship. The word "canon" had previously been used in Christian as in secular circles also in the sense of "norm" or "standard", and though this was not its initial meaning in reference to Christian writings, it followed close behind, since those writings which were used for liturgical reading were certainly regarded as authoritative.
- The Anchor Bible Dictionary, Freedman, David Noel, ed., New York: Doubleday, 1997, 1992, λήμμα "Canon", τομ. 1, σελ. 852
- "Ας σημειωθεί ότι πρώτος ο Μ. Αθανάσιος χρησιμοποιεί τον ορο "κανών" προς δήλωση του σώματος των βιβλίων της Αγίας Γραφής. Και ο Αμφιλόχιος Ικονίου κλείνει την απαρίθμηση των βιβλίων τής Γραφής μέ τή φράση "ούτος αψευδέστατος κανών αν είδη των θεοπνεύστων γραφών". Έτσι τα βιβλία που ανήκουν στον κανόνα της Γραφής ονομάζονται στό εξής "κανονικά", "κανονιζόμενα", "κεκανονισμένα", ενώ τα άλλα χαρακτηρίζονται ως "ακανόνιστα", "απόκρυφα" κλπ."
- Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Καραβιδόπουλος Ι., Πουρναράς, 1998, σελ. 114
- "[...] "Ποίημα προς Σέλευκον" (Ε.Π.Μ. 37, 1595), ένθα γίνεται διάκρισις μεταξύ κανονικών, έμμεσων (δηλ. ενδιαμέσων) και νόθων βιβλίων."
- Μπρατσιώτου Π. Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, Άθήναι, 1993, σελ. 505
- "It is not until the middle of the fourth century, however, that Athanasius uses "canon" in the special meaning of "list of scriptures accepted by the church". He says that the Pastor of Hermas stands "outside the canon" (εκ του κανόνος). In 394 Amphilochus of Iconium writes a catalogue of the bible in iambics in which he says: ούτος αψευδέστατος κανών αν είη θεοπνεύστων γραφών."
- (A. F. J. Klijn, "An Introduction to the New Testament", Brill Academic Publishers, 1980)
- ↑ Η λίστα αυτή των βιβλίων παραλείπεται από τη λατινική έκδοση του Διονύσιου του Μικρού (Dionysius Exiguus) και από 3 συριακά χειρόγραφα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Βλέπε Alexander Souter, The Text and Canon of the New Testament Second ed., 1953, σελ. 178.
- ↑ Οι κανόνες της Συνόδου της Καρθαγένης μπορούν να βρεθούν εδώ, στην ιστοσελίδα της Christian Classics Ethereal Library, στην αγγλική.
- ↑ Ο δεύτερος κανόνας της Πενθέκτης Συνόδου μπορεί να βρεθεί στην Βικιθήκη και στην ιστοσελίδα της Christian Classics Ethereal Library, στην αγγλική.
- ↑ Σχετικά με την Αρχαία Συριακή Μετάφραση παρατίθενται τα παρακάτω:
Χρονολόγηση-
- "The Peshitta is not a new translation, but a revision of the Old Syriac Version. As the result of this revision, digressions were eliminated,additions removed, omissions supplemented and peculiarities retouched. Through this process the Peshitta lost its former singularities and variants which were much cherished and so deeply rooted in Syriac textual traditions. After this process, the text assumed a wholly new complexion, conforming more or less to the Greek. This distinguishes the Peshitta from the Old Syriac. Its back is turned on the ancient and endeared traditions, and its face is decidedly turned toward the Greek form."
- (Early Versions of the New Testament, Manuscript Studies, Arthur Voobus, 1954, σ
- "The Peshitta is not a new translation, but a revision of the Old Syriac Version. As the result of this revision, digressions were eliminated,additions removed, omissions supplemented and peculiarities retouched. Through this process the Peshitta lost its former singularities and variants which were much cherished and so deeply rooted in Syriac textual traditions. After this process, the text assumed a wholly new complexion, conforming more or less to the Greek. This distinguishes the Peshitta from the Old Syriac. Its back is turned on the ancient and endeared traditions, and its face is decidedly turned toward the Greek form."
-