Μπίτολα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°02′00″N 21°20′00″E / 41.0333°N 21.3333°E / 41.0333; 21.3333

Μοναστήρι, Μπίτολα
Bitola 2007.JPG
Τοποθεσία
Μοναστήρι, Μπίτολα στον χάρτη: ΠΓΔΜ
Μοναστήρι, Μπίτολα
Πληροφορίες
Χώρα ΠΓΔΜ Π.Γ.Δ.Μ.
Περιφέρεια Πελαγονίας
Δήμος Μοναστηρίου
Πληθυσμός 86.408 (2002)
Υψόμετρο 580 m
Ιστοσελίδα (Σλαβομακεδονικά) Δήμος Μπιτολίων

Τα Μπίτολα[1][2] ή Μοναστήρι[3][4][5][6][7][8] (το πρώτο επίσης θηλυκού γένους[9][10] και παλαιότερα Βουτέλιο, Βιτώλια,[11][12][13] Μπιτώλια[14] και Μπιτόλια, βλάχικα: Μπίτουλε, Μπίτουλι, βουλγαρικά: Μπίτολια, Битоля, σλαβομακεδονικά: Μπίτολα, Битола [ˈbitɔɫa] , σερβικά: Битољ, τουρκικά: Manastır, مناستر ‎, αλβανικά: Manastiri) είναι πόλη της νοτιοδυτικής ΠΓΔΜ. Η πόλη είναι διοικητικό, βιομηχανικό εμπορικό και εκπαιδευτικό κέντρο. Από την εποχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας αναφερόταν και ως η "πόλη των προξένων", δεδομένου ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες διέθεταν προξενεία στα Μπίτολα. Όντας έδρα του ομώνυμου δήμου είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της ΠΓΔΜ σύμφωνα με την απογραφή του 2002.[15] Η πόλη βρίθει αξιόλογων πολιτιστικών μνημείων, χαρακτηριστικότερα όλων ο καθεδρικός ναός του Αγίου Δημητρίου (1830), μία από τις μεγαλύτερες Ορθόδοξες εκκλησίες της ΠΓΔΜ, η σκεπαστή αγορά, το παλιό παζάρι (19ος αι.), ο Πύργος με το Ρολόι (17ος αι.), το Τέμενος του Αϊντάρ Καντί (16ος αι.) αλλά και πλήθος νεοκλασικών αρχοντικών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα στον φημισμένο κεντρικό δρόμο της πόλης Σιρόκ Σοκάκ (Широк Сокак).

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ονομασία Χρονική Περίοδος (ενδεικτικά για τα έργα στις οποίες βρίσκεται το όνομα)
Ηράκλεια Λυγκηστίς Το όνομα αφορά την πόλη που υπήρχε στο διάστημα 4ος αιώνας π.Χ. - 6ος αιώνας μ.Χ., αλλά το χρησιμοποιούσαν (όχι συχνά) και αργότερα στο Βυζάντιο, για τα Μπίτολα
Πελαγονία από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι ανέφεραν την πόλη με το όνομα της επαρχίας
Butella (Μπούτελλα) 1170-1184 (ημ/νία συγγραφής του έργου του Γουλιέλμου της Τύρου)
Τόλι-Μοναστίρ 1834, 1875-89, 1888, 1902-1910, 1913-1936
Τόλι-Μαναστίρ
Τόλι-Μεναστίρ 1846, 1864
Vitolia 1902-1910, 1906
Βιτώλια 1863, 1868, 1871, 1891, 1897, 1903
Monastir 1906
Μοναστήρι μέχρι σήμερα (Ελλάδα)
Βίτολα 2012
Μπίτολα 1100-σήμερα

Η πόλη αναφέρεται με ένα μεγάλο αριθμό ονομάτων. Αρχικά αναφερόταν με το όνομα της αρχαιότερης γειτονικής πόλης Ηράκλεια Λυγκηστίς, αλλά αργότερα με το όνομα «Μπίτολα» στην επιγραφή που βρέθηκε στα Βιτώλια σχετική με το αρχαίο φρούριο της πόλης, το οποίο χτίστηκε το 1015, αναγράφεται με κυριλλικό αλφάβητο η ονομασία «Битола» (Μπίτολα), σε χάρτη του Βασιλείου Β' ο οποίος χρονολογείται από το 1019/1020.[16] Οι Βυζαντινοί την ανέφεραν και ως «Πελαγονία» (το ίδιο όνομα με το όνομα της περιοχής).[17][18] Αργότερα αναφερόταν και ως «Βουτέλιον» ή «Βιτώλια», εξ ου και τα ονόματα «Butella» («Μπούτελα») από τον Ουίλιαμ της Τύρου,[19] «Μπούτιλι» από τον Άραβα γεωγράφο αλ-Ίντριζι.

Κατά την Τουρκοκρατία, το όνομα της πόλης ήταν «Μοναστήρι» ή «Μαναστίρ»[σημ. 1] για την πόλη (Manastır, οθ. τουρκ. γραφή مناستر), όπως και στα αλβανικά ονομασία «Μαναστίρι». Κοινό ήταν και ένα όνομα με τις δυο ονομασίες μαζί (την σλαβική και την ελληνική): Τόλι-Μοναστίρ (Toli - Monastir)[20] [21] [22][23][24][25][26] ή Τόλι-Μεναστίρ (Toli-Menastir).[27][28] Το αρωμανικό όνομα «Μπίτουλι» προέρχεται επίσης από το σλαβικό όνομα. Οι σύγχρονες σλαβικές παραλλαγές του ονόματος περιλαμβάνουν το βουλγαρικό «Μπίτολγια» (Битоля), το σερβικό «Βίτολ(ι)» (Битољ, με λατ. αλφ. Bitolj) και το σλαβομακεδονικό «Μπίτολα» (Битола).

Το ελληνικό όνομα της πόλης το οποίο συνεχίζει να είναι διαδεδομένο και στη σύγχρονη εποχή είναι Μοναστήρι. Από την ελληνική ονομασία προέρχεται και η τουρκική λέξη

Σύμφωνα με τη Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών, οι περισσότερες αναλύσεις γύρω από την ετυμολογία του ονόματος Μπίτολα είναι ασαφείς και συνήθως καταλήγουν σε χαλαρές μετάφρασεις με βάση την ονομασία στα ελληνικά, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ορισμένα γεωγραφικά χαρακτηριστικά και την παρουσία φρυγικών φυλών στην περιοχή κατά την Αρχαιότητα.[29] Κατά τον Άντριαν Ρουμ, η ονομασία Μπίτολα προέρχεται από την λέξη της αρχαίας εκκλησιαστικής σλαβονικής γλώσσας «Όμπιτελ» (μοναστήρι), καθώς η πόλη ήταν γνωστή για το μοναστήρι της. Όταν το νόημα της λέξης δεν γινόταν πλέον αντιληπτό, έχασε το πρόθεμα «o».[30]

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πανοραμική εικόνα της πόλης από τον λόφο Krkkardaš.

Τα Μπίτολα βρίσκονται στο νοτιοδυτικό τμήμα της ΠΓΔΜ. Η πόλη είναι χτισμένη στο νότιο τμήμα της κοιλάδας της Πελαγονίας, περικυκλωμένη από τον ορεινό όγκο του Βαρνούντα και του Βόρα (ή Καϊμακτσαλάν) – σλαβομακεδονικά «Μπάμπα» και «Νίτζε» αντιστοίχως – 14 χλμ. βόρεια των συνόρων με την Ελλάδα. Είναι σημαντικός κόμβος που ενώνει τον νότο της Αδριατικής, με το Αιγαίο και την Κεντρική Ευρώπη.

Καλύπτοντας περιοχή 1,798 χλμ² και με πληθυσμό 122,173 κατοίκων (1991), τα Μπίτολα είναι σημαντική πόλη από γεωγραφικής και εμπορικής άποψης. Ο ποταμός Ντραγκόρ (Υδραγόρας) κυλά μέσα από την πόλη που είναι κτισμένη σε ύψος 615 μέτρων πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, στις παρυφές του Βαρνούντα. Η ψηλότερη κορυφή (Περιστέρι, 2601 μ.) είναι εθνικό πάρκο με χιονοδρομικό κέντρο και με μοναδική χλωρίδα και πανίδα. Ανάμεσα στις διαφορετικές ποικιλίες ξεχωρίζει το σπάνιο είδος μακεδονικής πεύκης (ή βαλκανική πενταβέλονη πεύκη, επιστ. ονομ. pinus peuce).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ευρύτερη περιοχή στην οποία είναι κτισμένα τα Μπίτολα είναι πλούσια σε μνημεία της προϊστορικής περιόδου. Σημαντικές θέσεις είναι ο Γήλοφος ή Τούμπα της Βέλουσκα και η Τούμπα της Μπάρα κοντά στο χωριό Ποροντίν. Από την εποχή του χαλκού ξεχωρίζουν οι εγκαταστάσεις της Τούμπας κοντά στο χωριό Τσερνομπούκι, του Σούπλεβεκ κοντά στο χωριό Σούβοντολ και του Βίσοκ Ριντ, κοντά στο χωριό Μπούκρι. Η εποχή του ορείχαλκου αντιπροσωπεύεται από τις εγκαταστάσεις της Τούμπας κοντά στο χωριό Κάνινο και την εγκατάσταση με το ίδιο όνομα κοντά στο χωριό Καραμάνι.

Ιστορικοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία και πρωτοβυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν σημαντικά μεταλλικά τέχνεργα από την αρχαία περίοδο στην νεκρόπολη Κρκβίτσε (Crkvishte) κοντά στο χωριό Μπεράντσι (Beranci). Ένα χρυσό σκουλαρίκι του 4ου αιώνα ΠΚΕ απεικονίζεται στον οπισθότυπο του χαρτονομίσματος των 10 δηναρίων του 1996.[31] Η Λυγκηστίδα Ηράκλεια (Ηράκλεια Λυγκηστίς[32]Πόλη του Ηρακλή στη γη των Λυγκηστών) ήταν σημαντική εγκατάσταση της ελληνιστικής περιόδου που διατήρησε την ύπαρξή της έως τον πρώιμο μεσαίωνα. Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο από τον 4ο έως τον 6ο αι. Η Ηράκλεια έγινε σημαντικό επισκοπικό κέντρο. Μια μικρή και μια μεγάλη βασιλική, η κατοικία του επισκόπου και μια βασιλική κοντά στην νεκρόπολη είναι ορισμένα από τα υπολείμματα της περιόδου. Ο κύριος ναός στη μεγάλη βασιλική είναι καλυμμένος με μωσαϊκό πλούσιας φυτικής εικονογραφίας και θεωρούνται εξαιρετικά δείγματα της πρώιμης περιόδου της χριστιανικής τέχνης. Τα ονόματα των επισκόπων της Ηράκλειας από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα έχουν καταγραφεί. Η πόλη λεηλατήθηκε από τις δυνάμεις των Οστρογότθων υπό τον Θεοδώριχο το 472 παρά τα πλούσια δώρα που τού απέστειλε προσωπικά ο επίσκοπος της πόλης. Η πόλη λεηλατήθηκε και δεύτερη φορά από τους Οστρογότθους το 479.

Η πόλη αναστηλώθηκε τον ύστερο 5ο και πρώιμο 6ο αι. Στα τέλη του 6ου αιώνα από σλαβικές φυλές άρχισαν επιδρομές στην περιοχή και υπέστη πολλές διαδοχικές επιθέσεις. Σύμφωνα με τον Florin Curta, η ομοιόμορφη παρουσία πολύ λεπτής λάσπης, σε βάθος αρκετών ποδιών σε όλη την περιοχή, δείχνει ότι κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα στους Στόβους επικράτησαν ακραίες συνθήκες καιρικές συνθήκες ψύχους και ξηρασίας τις οποίες ακολούθησαν αμμοθύελλες και συνάμα επιδείνωσαν το υφιστάμενο πρόβλημα διάβρωσης του εδάφους. Στη Μπίτολα (Ηράκλεια Λυγκηστίδα), τον πέμπτο αιώνα εγκαταλείφθηκε και το θέατρο.[33]

Η άφιξη των Σλάβων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εξεγέρσεις ενάντια στην κυριαρχία των Βυζαντινών, 11ος αιώνας. Τα Μπίτολα στην περιοχή που έλαβε χώρα η Επανάσταση του Πέτρου Δελεάνου, το 1041

Κατά τον 6ο και 7ο αιώνα, η περιοχή γύρω από την Μπίτολα (Ηράκλεια) γνώρισε μια δημογραφική αλλαγή καθώς όλο και περισσότερες σλαβική φυλές εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Στη θέση του ερειπωμένου πλέον θεάτρου, χτίστηκαν πολλά σπίτια κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Επίσης, οι Σλάβοι κατασκεύασαν οχυρό γύρω από την εγκατάστασή τους. Η πόλη κατόπιν έγινε τμήμα της πρώτης βουλγαρικής αυτοκρατορίας, από τα τέλη του 8ου έως τις αρχές του 11ου αιώνα. Η διάδοση του Χριστιανισμού, έργο του Αγίου Κλήμεντα της Οχρίδας και του Ναούμ της Πρεσλάβα, έγινε στην περίοδο από τον 9ο έως τον 10ο αιώνα, διάστημα κατά το οποίο χτίστηκαν πολλά μοναστήρια και εκκλησίες στην πόλη.

Κατά τον 10ο αιώνα η πόλη βρέθηκε υπό την κυριαρχία του τσάρου Σαμουήλ, ο οποίος έχτισε το κάστρο της πόλης, που αργότερα χρησιμοποιήθηκε από τον διάδοχό του Γαβριήλ Ραντομίρ της Βουλγαρίας. Κατά τη βασιλεία του Σαμουήλ, η πόλη ήταν σημαντικό κέντρο του κράτους της Βουλγαρίας και έδρα της Επισκοπής. Σε πολλές μεσαιωνικές πηγές, ιδίως δυτικές, το όνομα Πελαγονία ήταν συνώνυμο με την Επισκοπή των Μπιτόλων, και σε ορισμένες από αυτές τα Μπίτολα ήταν γνωστά με το όνομα Ηράκλεια, εξαιτίας της εκκλησιαστικής παράδοσης που μετέτρεψε την Επισκοπή της Ηράκλειας σε Μητροπολιτική Επισκοπή της Πελαγονίας.

Η πόλη αναφέρεται σε αρκετές μεσαιωνικές πηγές. Ο Ιωάννης Σκυλίτζης σε χρονικό του 11ου αιώνα αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β', επονομαζόμενος Βουλγαροκτόνος, έκαψε κάστρα του Γαβριήλ «ἐν Βουτελίῳ» κατά το πέρασμά του στην κοιλάδα της Πελαγονίας. Στο δεύτερο χρυσόβουλλο (1019) του Βασίλειου Β' αναφέρεται ότι ο επίσκοπος της Μπίτολα εξαρτάτο από την αρχιεπισκοπή της Οχρίδας. Το 1015, ο Τσάρος Ραντομίρ σκοτώθηκε από τον εξάδελφό του, Ιβάν Βλαντισλάβ της Βουλγαρίας. Ο Ιβάν Βλαντισλάβ ανακηρύχθηκε τσάρος και έκτισε εκ νέου το φρούριο της πόλης. Για τον γιορτασμό της περίστασης χαράχτηκε λίθινη επιγραφή σε κυριλικό αλφάβητο και τοποθετήθηκε στο φρούριο. Εκεί αναγράφεται με κυριλλικό αλφάβητο το σλαβικό όνομα της πόλης: Битола.

Μετά τις μάχες του Ιβάν Βλαντισλάβ με τον Βασιλειο Β', ο βυζαντινός αυτοκράτορας ανακατέλαβε την πόλη το 1015, η οποία αναφέρεται στα αρχεία του ως επισκοπικό κέντρο το 1019. Δύο σημαντικές εξεγέρσεις έλαβαν χώρα στην ευρύτερη περιοχή της πόλης το 1040 και το 1072. Μετά την επανασύσταση του βουλγαρικού κράτους στα τέλη του 11ου αι. τα Μπίτολα ενσωματώθηκαν στην κυριαρχία του τσάρου Καλογιάν της Βουλγαρίας, επονομαζόμενου Ρωμαιοκτόνου. Κατακτήθηκαν και πάλι από τους Βυζαντινούς στα τέλη του 13ου αιώνα, αλλά έγινα τελικά τμήμα της Σερβίας στο πρώτο μισό του 14ου αι. μετά τις κατακτήσεις του Στεφάν Ντούσαν.

Ως στρατιωτικό, πολιτικό και πολιτισμικό κέντρο το Μοναστήρι έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή της μεσαιωνικής κοινωνίας της περιοχής, πριν από την οθωμανική κατάκτηση στα μέσα του 14ου αιώνα. Οι Σέρβοι ονόμαζαν την πόλη «Μπίτολα» από τη σλάβικη λέξη obitelj με τη σημασία μοναστικής κατοικίας και οι Έλληνες την έλεγαν «Μοναστήρ'» από την ελληνική λέξη μοναστήρι. Η πόλη κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1382-83.[34] Στις απαρχές της οθωμανικής κατάκτησης το «Μοναστήρ'» (οθωμανικά «Μοναστίρ», «Μαναστίρ»[σημ. 1]) γνώρισε ιδιαίτερη ακμή εξαιτίας των εμπορικών δεσμών της πόλης με μεγάλα οικονομικά κέντρα όπως η Κωνσταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη, το Ντουμπρόβνικ και το Βέλικο Τάρνοβο, από τα οποία πήγαιναν και έρχονταν καραβάνια με διάφορα αγαθά.

Οθωμανική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μοναστήρι σε χάρτη του 1890 (MONASTIR, BITOLJA).

Από το 1382 έως το 1912, το «Μοναστίρ» ή «Μαναστίρ»[35] (Μοναστήρι, Μπίτολα) υπήρξε τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σφοδρές ήταν οι μάχες που έλαβαν χώρα κοντά στην πόλη κατά την άφιξη των οθωμανικών στρατευμάτων. Η οθωμανική επικυριαρχία οριστικοποιήθηκε μετά τον θάνατο του πρίγκιπα Μάρκο το 1395 όταν οι Οθωμανοί εγκαθίδρυσαν το σαντζάκι της Αχρίδας το οποίο υπαγόταν στο Εγιαλέτι της Ρουμελίας και ένα από τα πρώτα σαντζάκια στην Ευρώπη.[36][37] Πριν γίνει τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1395 η περιοχή ανήκε στο βασίλειο του πρίγκιπα Μάρκο.[37][38] Ως τα μέσα του 19ου αιώνα, η διοικητική διάρθρωση της περιοχής Μοναστηρίου, όπως και όλης της αυτοκρατορίας, στηριζόταν στό σύστημα των εγιαλετίων και των υποδιαιρέσεων τους.[39]

Αρχικά κύρια περιοχή ήταν τα Μπίτολα και αργότερα η Οχρίδα για αυτό αναφερόταν αρχικά ως «Σαντζάκι των Βιτωλίων» ή «Σαντζάκι Μοναστηρίου».[40] Επί σειρά αιώνων, οι Τούρκοι αποτελούσαν τον κύριο πληθυσμό της πόλης, ενώ τα χωριά κατοικούνταν κυρίως από Σλάβους. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί αναφέρει στο Βιβλίο των Ταξιδίων του ότι η πόλη είχε 70 τζαμιά, αρκετά καφε-τεϊοποτεία, παζάρι με σιδερένιες πύλες και 900 καταστήματα. Μετά τους Οθωμανικούς πολέμους στην Ευρώπη -στην προκειμένη περίπτωση τους Αυστρο-οθωμανικούς πολέμους, η ανάπτυξη του εμπορίου αναστάλθηκε. Ωστόσο, στα τέλη του 19ου αιώνα έγινε πάλι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στην ευρύτερη βαλκανική περιοχή μετά τη Θεσσαλονίκη. Το 1864, η πόλη έγινε κέντρο του βιλαετίου Μοναστηρίου, στο οποίο υπάγονταν τα σαντζάκια Μοναστηρίου, Δίβρας, Ελμπασάν, Κορυτσάς και οι πόλεις Κίτσεβο, Πρίλεπ, Φλώρινα, Καστοριά και Γρεβενά.[41][42]

Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας το Μοναστήρι είχε προξενεία από 12 χώρες. Στην ίδια περίοδο υπήρχε μεγάλος αριθμός διάσημων σχολείων στην πόλη, όπως η στρατιωτική ακαδημία την οποία παρακολούθησε ο Κεμάλ Ατατούρκ. Επίσης στην πόλη βρίσκονταν τα αρχηγεία πολλών πολιτιστικών οργανισμών.

Υπάρχουν αντιθετικά εθνογραφικά στοιχεία από αυτή την περίοδο, αλλά φαίνεται πως δεν υπήρχε ιδιαίτερη εθνική ή θρησκευτική ομάδα που θα μπορούσε να διεκδικήσει την απόλυτη πλειοψηφία του πληθυσμού. Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή,[43] οι Έλληνες αποτελούσαν τον μεγαλύτερο χριστιανικό πληθυσμό του βιλαετίου με αναλογία 740.000 Έλληνες, 517.000 Βουλγάρους και 1.061.000 Μουσουλμάνους στα βιλαέτια της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η βάση των οθωμανικών απογραφών ήταν το σύστημα του μιλέτ. Οι λαοί κατατάσσονταν σε εθνικότητες ανάλογα με τη θρησκεία τους. Έτσι όλοι οι Σουνίτες Μουσουλμάνοι κατηγοριοποιήθηκαν ως Τούρκοι, αν και πολλοί από αυτούς ήταν Αλβανοί και όλα τα μέλη της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας ως Έλληνες, αν και ανάμεσά τους υπήρχαν πολλοί Αρωμάνοι και Νοτιοαλβανοί[σημ. 2] και ορισμένοι Σλάβοι. Οι υπόλοιποι ήταν μοιρασμένοι ανάμεσα στη Βουλγαρική και τη Σερβική ορθόδοξη εκκλησία.[44]

Το 1821, με το ξέσπασμα της Ελληνικής επανάστασης, οι Έλληνες της πόλης έλαβαν μέρος στον πανελλήνιο ξεσηκωμό. Στην Πρώτη Προσωρινή Ελληνική Κυβέρνηση του 1822, συστάθηκε τριμελής επιτροπή Βορειομακεδόνων, το ένα μέλος της οποίας ήταν εκπρόσωπος των κατοίκων των Μπίτολα[45] Σημαντικοί αγωνιστές της περιόδου ήταν ο οπλαρχηγός της Ελληνικής επανάστασης του 1821 Σωτήριος Δαμιάνοβιτς,[46][47] ο Δημήτριος Βούλγαρης, ο Στέργιος Νικολάου, ο Νικόλαος Σακκούλας, ο Νικόλαος Αδάμης[48] και ο Φορτομάρης που πολέμησε, μεταξύ άλλων και στο Ναύπλιο.

Το 1894, το Μοναστήρι συνδέθηκε σιδηροδρομικώς με τη Θεσσαλονίκη με το «Σιδηρόδρομο Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου».[49][50] Η πρώτη ταινία των Βαλκανίων κινηματογραφήθηκε από τους Βλάχους αδελφούς Μανάκη το 1903. Κάθε Σεπτέμβρη στα Μπίτολα γίνεται το διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου και φωτογραφίας στην μνήμη των αδελφών Μανάκη («Manaki brothers film festival»), οι οποίοι θεωρούνται οι πρωτοπόροι κινηματογραφιστές στα Βαλκάνια.

Το Νοέμβριο του 1905 ιδρύθηκε από τον Μπάγιο Τοπούλι (Bajo Topulli) και άλλους Αλβανούς εθνικιστές και διανοούμενους η Μυστική Επιτροπή για την Απελευθέρωση της Αλβανίας, οργανισμός που προοριζόταν να πολεμήσει για την απελευθέρωση της Αλβανίας από την οθωμανική αυτοκρατορία.[51] Τρία χρόνια αργότερα, το 1908, έγινε στην πόλη το πρώτο Συνέδριο Μοναστηρίου,[52] στο οποίο καθορίστηκε το σύγχρονο αλβανικό αλφάβητο.[53]

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξέγερση του Ίλιντεν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Έλληνες της πόλης διαδηλώνουν υπέρ του νέου οθωμανικού συντάγματος που αποκατέστησε τον κοινοβουλευτισμό από τη μοναρχία του Σουλτάνου, το 1908.

Η ευρύτερη περιοχή της πόλης υπήρξε το επίκεντρο της Εξέγερσης του Ίλιντεν. Η εξέγερση ξεκίνησε όπως αποφασίστηκε το 1903 στο Ορέχοβο από την IMRO (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση). Ηγετικά στελέχη υπήρξαν ο Γιάνε Σαντάνσκι, Ο Ρίστο Ταρτάτσεφ ο Αναστάς Γιάκωφ, ο Μπόρις Σαράφωφ, ο Βασίλ Τσακαλάρωφ κ.α. Η εξέγερση στο Mοναστήρι και την ευρύτερη περιοχή σχεδιάστηκε στο χωριό Σμίλεβο τον Μάιο του 1903. Μάχες έλαβαν χώρα στα χωριά Μπίστριτσα, Ράκοβο (Κρατερό), Μπούφι (Ακρίτας), Σκότσιβιρ, Παράλοβο, Μπροντ, Νόβατσι, Τσάπαρι και άλλα. Το Σμίλεβο υπερασπίστηκαν 600 επαναστάτες υπό τον Ντάμε Γκρούεφ (Dame Gruev) και Γκεόργκι Σουγκάρεφ (Georgi Sugarev). Όταν οι επαναστάτες ηττήθηκαν, τα χωριά πυρπολήθηκαν.

Βαλκανικοί πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1912, το Μαυροβούνιο, η Σερβία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα αντιμετώπισαν τους Οθωμανούς κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο. Σύμφωνα με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, 1913, η περιοχή της Μακεδονίας διαιρέθηκε στα τρία ανάμεσα στους Έλληνες, τους Σέρβους και τους Βουλγάρους. Τα Μπίτολα επρόκειτο να αποδοθούν στη Βουλγαρία, σύμφωνα με την προ του πολέμου συμφωνία μεταξύ της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Ωστόσο, ο σερβικός στρατός εισήλθε στην πόλη και αρνήθηκε να την παραδώσει στη Βουλγαρία. Έκτοτε η πόλη άρχισε να χάνει τη σημασία της και ο πληθυσμός της μειώθηκε ραγδαία με τις αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις στον Νέο Κόσμο.

Γερμανική αναμνηστική λωρίδα για την κατάληψη της πόλης από τους Βουλγάρους το 1915.

Α' παγκόσμιος πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο τα Μπίτολα αποτέλεσαν βουλγαρική κτήση, μετά από επίθεση του βουλγαρικού-γερμανικού στρατεύματος του στρατηγού φον Γκάλβιτς (4 Δεκεμβρίου 1915). Τον επόμενο χρόνο η πόλη καταλήφθηκε από το εκστρατευτικό σώμα του Γάλλου στρατηγού Σαράιγ (19 Νοεμβρίου 1916) και στη συνέχεια αποτέλεσε για μεγάλο διάστημα το επίκεντρο των κατακτητικών προσπαθειών των Βουλγάρων, έως ότου ηττήθηκαν και παραιτήθηκαν από τις βλέψεις τους.[54]

Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος του Α' παγκοσμίου πολέμου (1918) τα Μπίτολα έγιναν τμήμα του Βασιλείου της Σερβίας, της Κροατίας και της Σλοβενίας, το μεταγενέστερο Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας. Η πόλη μετατράπηκε σε παραμελημένη επαρχιακή συνοριακή κωμόπολη περίπου 14 χιλιόμετρα από την Ελλάδα. Η παρακμή συνεχίστηκε μαζί με τη γενική παρακμή της Βαντάρσκα Μπανόβινα, που διαμορφώθηκε σε μία από τις φτωχότερες περιοχές της Γιουγκοσλαβίας.

Β' παγκόσμιος πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του Β' Π.Π. (1941–1945), τον έλεγχο της πόλης απέκτησαν οι Γερμανοί αρχικά και αργότερα οι Βούλγαροι. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1944, η Βουλγαρία άλλαξε συμμάχους και αποσύρθηκε από τη Γιουγκοσλαβία. Τα Μπίτολα ελευθερώθηκαν από τους παρτιζάνους στις 4 Νοεμβρίου, όταν η 7η Μεραρχία της Μακεδονικής Απελευθέρωσης εισήλθε νικηφόρα στην πόλη. Μετά το τέλος του πολέμου, το 1945, άνοιξε στα Μπίτολα το πρώτο Στάδιο υπό το όνομα του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο.

Οικονομική ανάπτυξη στη σημερινή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κεντρικό κατάστημα της «Stopanska Banka»

Η σημερινή κοσμοπολίτικη Μπίτολα (Μοναστήρι) είναι το οικονομικό και βιομηχανικό κέντρο της νοτιοδυτικής πΓΔΜ. Πολλές από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της χώρας εδράζονται στην πόλη. Η γεωργική κοινοπραξία της Πελαγονίας είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός τροφίμων της χώρας. Το σύστημα ύδρευσης του Στρέτζεβο είναι το μεγαλύτερο στη πΓΔΜ και οι τρεις θερμοηλεκτρικοί σταθμοί της περιοχής παράγουν περίπου το 80% των αναγκών της χώρας σε ηλεκτρισμό. Τα Μπίτολα καλύπτουν επίσης σημαντικό τμήμα των εγχώριων αναγκών σε υφάσματα και διαθέτουν βιομηχανίες τροφίμων.

Το ρωσικό προξενείο και η αυστριακή βιβλιοθήκη στο κέντρο της πόλης

Στην πόλη συνεχίζουν να εδράζονται αρκετά προξενεία (δεκαπέντε ευρωπαϊκές χώρες είχαν ανοίξει προξενεία στο Μοναστήρι), γεγονός για το οποίο η πόλη αναφέρεται συχνά ως «Η Πόλη των Προξένων». Στην πόλη βρίσκονται 12 προξενεία:

Τον Νοέμβριο του 2011, η Ουγγαρία εξέφρασε και αυτή ενδιαφέρον για το άνοιγμα προξενείου στα Μπίτολα.[56]

Μ.Μ.Ε.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πόλη λειτουργούν τρεις τηλεοπτικοί σταθμοί: ο «TERA», ο «Orbis» και ο «Medi». Υπάρχουν επίσης τέσσερις τοπικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί: ο κρατικός «Radio Bitola» και οι ιδιωτικοί «Radio 105», «Aktuel Bombarder» και «Radio Delfin». Σε επίπεδο τύπου υπάρχει η τοπική εφημερίδα «Bitolski Vesnik».

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θυρεός των Μπιτόλων με τους μαιάνδρους.

Κατά το 2002, το Μοναστήρι (Μπίτολα) είχε 74.550 κατοίκους και βάσει της επίσημης στατιστικής υπηρεσίας η κατανομή είχε ως εξής:[57]

Κοινότητες και σύλλογοι Μοναστηρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εβραϊκή κοινότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το Διάταγμα της Αλάμπρα και τον διωγμό του 1492 οι Σεφαραδίτες Εβραίοι κυνηγημένοι από την Ιερά Εξέταση, έγιναν δεκτοί από τον Σουλτάνο Βαγιαζήτ Β΄ στην οθωμανική επικράτεια και κατέφθασαν στην ευρύτερη περιοχή κατά κύματα από την Ιβηρική χερσόνησο. Η πλειοψηφία εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, αλλά μια μεγάλη κοινότητα άνθισε στο Μοναστήρι (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα: «Μοναστίρ»),[58][59] υπερβαίνοντας το 10% της πόλης κατά το 1900.

Υπάρχουν λιγοστά στοιχεία αντισημιτισμού στην περιοχή από τις άλλες τοπικές κοινότητες. Τα έθιμα, η συμπεριφορά, η ενδυμασία και ο πολιτισμός των Εβραίων στο Μοναστήρι επηρεάστηκαν από την παρατεταμένη κυριαρχία των Τούρκων. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, κατόρθωσαν να διατηρήσουν την προσωπικότητά τους μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα λαών και θρησκειών. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, με την έναρξη της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μια πολύ απότομη, αλλά σταθερή επιδείνωση ξεκίνησε στην οικονομική κατάσταση του δήμου και πόροι της ευημερίας άρχισαν να εκλείπουν.[60] Ο τοπικός εβραϊκός πληθυσμός αυτοπροσδιοριζόταν ως «Μοναστιρλί» και σχετική συναγωγή υπάρχει έως σήμερα στη σύγχρονη Θεσσαλονίκη.[61]

Οι Εβραίοι της Καστοριάς, Φλώρινας και Μοναστηρίου είχαν κοινή ομιλούμενη γλώσσα, η οποία κατέστησε ευκολότερη την ανάπτυξη πιο στενών δεσμών αναμεταξύ τους. Τα νέα γιουγκοσλαβικά γεωγραφικά σύνορα το 1913, έκαναν τις σχέσεις αυτές πιο σοβαρές και πολλοί Εβραίοι από το Μοναστήρι μετακόμισαν στη Φλώρινα.[62] Η κοινότητα του Μοναστηρίου που μίλαγε Ισπανοεβραϊκή γλώσσα άρχισε να μεταναστεύει στην Αμερική την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα.[63] Το 1913 στο τεύχος του Ιανουαρίου του La America - του πρώτου αμερικάνικου ταμπλόιντ σε Ισπανοεβραϊκή γλώσσα, δημοσιευμένο χωρίς διακοπές ανάμεσα στα 1910-1925 - το οποίο ήταν αφιερωμένο στην προσαρμογή των Λεβαντίνων Σεφαραδιτών στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Μωύς Γκαντόλ έλαβε καταγγελίες από Εβραίους του Μοναστηρίου, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η κάλυψη θεατρικής παράστασής τους δεν ήταν τόσο περίτεχνη όπως για μια παρόμοια εκδήλωση την οποία είχαν παρουσιάσει Εβραίοι της Καστοριάς. Οι Μοναστηριώτες Εβραίοι διαμαρτυρήθηκαν ότι τα ονόματα όλων των Καστοριανών ηθοποιών είχαν αναγραφεί, ενώ οι ηθοποιοί από το Μοναστήρι είχαν εξαπατηθεί ότι θα έβλεπαν τα ονόματά τους στο έντυπο. Ο Γκαντόλ απάντησε ότι οι Καστοριανοί υποστήριζαν το έντυπο με πολλές συνδρομές, ενώ υπήρχαν μόνο πέντε συνδρομητές από το Μοναστήρι, τρεις στη Νέα Υόρκη και δύο στο Ρότσεστερ, παρόλο που σε αυτό η κοινότητα ήταν μεγαλύτερη.[64][65]

Παλαιό Εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης.
Η Συναγωγή Μοναστηριωτών στη Θεσσαλονίκη, η οποία ιδρύθηκε μετά από δωρεά της Ίντας Αροέστη και ανεγέρθηκε με τη συμβολή επίσης οικογενειών που κατάγονταν από το Μοναστήρι και είχαν εγκατασταθεί στην πόλη μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-13) και τον Α' παγκόσμιο πόλεμο (1914-18).[66]

Μετά τη διάλυση της Αυστριακής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εκπλήρωση δεσμεύσεων για εθνική αυτοδιάθεση μικρών εθνών, διάφορες εθνικές πλειοψηφίες απέκτησαν για πρώτη φορά πρόσβαση σε μοχλούς εξουσίας και ήταν σε θέση να διαμορφώσουν το οικονομικό και πολιτικό σκηνικό, υπολογίζοντας την απέλαση Εβραίων από οικονομικές θέσεις που ήθελαν να κατέχουν. Από το 1925 μέχρι το 1939, εφαρμόστηκε επίσημος αντισημιτισμός και πογκρόμ, σχεδιασμένα για να κάνουν τη ζωή τόσο άθλια για τους Εβραίους, ώστε να μεταναστεύσουν. Η σύγκρουση άφησε χιλιάδες φτωχούς πρόσφυγες που είχαν συσσωρευτεί στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη αφήνοντας πίσω τις εβραϊκές λεηλατημένες κοινότητές τους. Σημαντικές εβραϊκές κοινότητες στο Μοναστήρι, τα Γιάννενα, την Καστοριά, την Καβάλα και στην Αδριανούπολη υπέστησαν σοβαρές ζημιές και η κατάστασή τους επιδεινώθηκε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία (1923-1928) κατέστρεψε τα οικονομικά θεμέλια της εβραϊκής κοινότητα της Σμύρνης, διαλύοντας και την αρχαία κοινότητα Σεφαραδιτών της Θεσσαλονίκης, και δημιουργώντας άλλο ένα κύμα Εβραίων ομιλητών της Ισπανοεβραϊκής προς το Νέο Κόσμο.[67]

Οι περισσότεροι Εβραίοι της πόλης δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος, και σήμερα δεν αναφέρεται εβραϊκή κοινότητα στην πόλη.[68] Πριν την απέλασή τους προς στρατόπεδα συγκέντρωσης οι οικογένειες και τα μεμονωμένα μέλη της Εβραϊκής κοινότητας υποχρεώθηκαν από τους Βούλγαρους να υποβάλουν φωτογραφίες για την καταγραφή τους στο μητρώο του 1942.

Ελληνική κοινότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναμνηστική φωτογραφία των προξενικών υπαλλήλων του προξενείου Μοναστηριου. Από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται: ο Ν. Κοντογούρης, Π. Σαρρός, Β. Αγοραστός, Γ. Χωναίος, και ο Σπ Πολυχρονιάδης, ντυμένοι με αστική επίσημη ενδυμασία ποζάρουν σε εσωτερικό χώρο φωτογραφείου.

Είναι κυρίως σλαβόφωνοι, βλαχόφωνοι με καταγωγή από τη Μοσχόπολη (ήρθαν στην περιοχή μετά το 1769,[69] λόγω της καταστροφής της Μοσχόπολης από Τουρκαλβανούς, ως αντίποινα για τα Ορλωφικά), Σαρακατσαναίοι και απόγονοι των πολιτικών προσφύγων του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.[70][71]

Στο Μπίτολα λειτουργεί πολιτιστικός σύλλογος της ελληνικής ομογένειας και δεκάδες φροντιστήρια εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας. Την πόλη επισκέπτονται αρκετοί Έλληνες από τον Νομό Φλώρινας, οι οποίοι επισκέπτονται τη λαϊκή αγορά κάθε Τρίτη ή Παρασκευή, ή το καζίνο στο κέντρο της πόλης[72]. Τον Απρίλιο του 2012, πραγματοποιήθηκε στην πόλη η ετήσια χοροεσπερίδα του Συλλόγου Βλάχων Μοναστηρίου «Αφοί Μανάκια», με συμμετοχές Συλλόγων Βλάχων από την Ελλάδα (του συλλόγου Αβδέλλας, της πανελλήνιας Ομοσπονδίας πολιτιστικών συλλόγων Βλάχων, της Παγκόσμιας Βλάχικης Αμφικτυονίας και του Συνδέσμου Μοναστηριωτών Θεσσαλονίκης), κατόπιν προσκλήσεως των διοργανωτών.[73] Οι Βλάχοι του Μοναστηρίου πήραν μέρος επίσης, στο 28ο Αντάμωμα των Βλάχων, στην Καλαμπάκα, τον Ιούνιο του 2012.[74]

Greek revolutionaries Pirzas Zois and others.jpeg

Σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής κοινότητας υπήρξαν οι:

Κοινότητα Ρομά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύρια αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη διαθέτει αρκετά ιστορικά κτήρια που χρονολογούνται σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Τα πλέον αξιοσημείωτα είναι εκείνα που ανήκουν στην οθωμανική περίοδο και ορισμένα από τις νεότερες περιόδους.

Σιρόκ Σοκάκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σιρόκ Σοκάκ (Широк Сокак, λέξη που σημαίνει "πλατιά αλέα") είναι μακρύς πεζόδρομος που ξεκινά από την πλατεία Μανόλια και φθάνει στο Πάρκο της Πόλης.

Ο Πύργος του Ρολογιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πύργος με το ρολόι και τον σταυρό στην κορυφή, του 16ου αιώνα,
στο Μοναστήρι.

Δεν είναι γνωστό πότε χτίστηκε ο πύργος του ρολογιού. Γραπτές πηγές από τον 16ο αιώνα αναφέρουν έναν πύργο του ρολογιού, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν πρόκειται για τον ίδιο. Ορισμένοι πιστεύουν ότι χτίστηκε στην ίδια περίοδο με τον ναό του Αγ. Δημητρίου το 1830. Ο θρύλος αναφέρει ότι οι οθωμανικές αρχές μάζεψαν 60.000 αυγά από τα γειτονικά χωριά και τα ανακάτεψαν με το κονίαμα για να κάνουν τους τοίχους δυνατότερους.

Ο πύργος έχει ορθογώνια βάση και είναι περίπου 30 μέτρα ψηλός. Κοντά στην κορυφή υπάρχει τετράγωνη ταράτσα με σιδερένιο φράκτη. σε κάθε πλευρά αυτού του φράκτη υπάρχει ικρίωμα για τις λάμπες που φωτίζουν το ρολόι. Το ίδιο το ρολόι βρίσκεται στο υψηλότερο από τα τρία επίπεδα και δεν είναι το αυθεντικό, καθώς αντικαταστάθηκε κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο με ένα λειτουργικό που παρείχαν οι Ναζί, καθώς στην πόλη υπήρχαν γερμανικοί τάφοι από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο.

Η εκκλησία του Αγ. Δημητρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του Αγ. Δημητρίου χτίστηκε το 1830 με συνεισφορές τοπικών εμπόρων και τεχνιτών. Είναι απλός εξωτερικά, όπως θα έπρεπε να είναι όλες οι εκκλησίες κατά την οθωμανική κυριαρχία, αλλά σπάνιας ομορφιάς στο εσωτερικό του, διακοσμημένος με καντηλέρια, σκαλιστό επισκοπικό θρόνο και εικονοστάσιο. Σύμφωνα με μία άποψη, το εικονοστάσιο είναι έργο των χαρακτών Μιγιάκ. Το πλέον εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του είναι η αψίδα πάνω από τα αυτοκρατορικά καταλύματα με μορφές του Ιησού και των Αποστόλων.

Ανάμεσα στα ξυλόγλυπτα περιλαμβάνονται ο επισκοπικός θρόνος, κορνίζες εικόνων, και πέντε σύγχρονες σχετικά στήλες στη μορφή του θρόνου. Οι τοιχογραφίες προέρχονται από δύο περιόδους: τα τέλη του 19ου αιώνα, και από το τέλος του Α' Π.Π. έως σήμερα. Οι εικόνες και οι αγιογραφίες δημιουργήθηκαν χάρη στις εισφορές τοπικών επιχειρηματιών και πολιτών, ενώ οι αγιογράφοι τους διακρίνονται για την ευρεία γνώση των εικονογραφικών προτύπων της Καινής Διαθήκης. Οι εικόνες διακρίνονται για την αίσθηση του χρώματος, που κυριαρχείται από το κόκκινο, το πράσινο και τις σκιάσεις ώχρας. Η αφθονία των χρυσών στολισμάτων είναι παρατηρήσιμη και υποδεικνύει υστεροβυζαντινές επιδράσεις και στιλ μπαρόκ. Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου είναι υπογεγραμμένη με τα αρχικά "D. A. Z.", υποδεικνύοντας ότι φιλοτεχνήθηκε από τον αγιογράφο Ντίμιταρ Αντόνογ τον Ζωγράφο (Dimitar Andonov) το 1889. Υπάρχουν και άλλα σκεύη, ανάμεσά τους δισκοπότηρα κατασκευασμένα από τοπικούς καλλιτέχνες και αρκετές σκηνές της Καινής Διαθήκης που έφερναν από την Ιερουσαλήμ προσκυνητές.

Ηράκλεια Λυγκηστίς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ηράκλεια Λυγκηστίς σημαντική αρχαία εγκατάσταση της Ελληνιστικής περιόδου απέχει μόλις 2 χλμ. από το κέντρο της πόλης.

Το σκεπαστό παζάρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοντά στο κέντρο της πόλης, η σκεπαστή αγορά (μπεζεστένι) είναι ένα από τα πλέον εντυπωσιακά κτήρια της οθωμανικής περιόδου στο Μοναστήρι. Με τους πολυάριθμους τρούλους του που το κάνουν να μοιάζει με φρούριο, τους διακλαδούμενους εσωτερικούς δρόμους και τις τέσσερις μεταλλικές πύλες είναι μία από τις μεγαλύτερες σκεπαστές αγορές της περιοχής. Χτίστηκε κατά τον 15ο αιώνα από τον Μπεγλέμπεη της Ρουμελίας, τον Μεγάλο Βεζίρη και τον διάσημο ευεργέτη Καρά Νταούτ Πασά Ουζουνκαρσιλί.

Αν και ως κατασκευή δείχνει ιδιαίτερα ασφαλής, πυρπολήθηκε και έγινε αντικείμενο εκτεταμένων κλοπών πολλές φορές. Το μπεζεστένι ξαναχτίστηκε από τον 15ο έως τον 19ο αι. με ανακατανομή των καταστημάτων. Ταυτόχρονα ήταν θησαυροφυλάκιο, στο οποίο φυλάσσονταν χρήματα από ότι το βιλαέτι της Ρουμελίας, πριν μεταφερθούν στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο. Τα περισσότερα καταστήματα πωλούσαν υφάσματα και άλλα αντικείμενα πολυτελείας. Τα καταστήματα αυτού του παζαριού κατά τον 19ο αι. ανέρχονταν στα 84, ενώ σήμερα τα περισσότερα είναι σύγχρονα και πωλούν διάφορα προϊόντα. Ωστόσο, παρά τις εσωτερικές μεταμορφώσεις της αγοράς, η εξωτερική εμφάνισή της έμεινε απαράλλακτη.

Το τζαμί Αγντάρ-καντί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γενί τζαμί.

Το Αγντάρ Καντί τζαμί είναι ένα από τα ελκυστικότερα μνημεία Ισλαμικής αρχιτεκτονικής στα Μπίτολα. Χτίστηκε στις αρχές του 1560, ως εγχείρημα του αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν, κατά παραγγελία του καδή Αγντάρ. Με την πάροδο του χρόνου εγκαταλείφθηκε και καταστράφηκε. Σήμερα έγιναν εργασίες αποκατάστασης και συντήρησης που αναστήλωσαν σε κάποιο βαθμό την αρχική του εμφάνιση.

Το Γενί τζαμί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γενί τζαμί βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Έχει τετραγωνική βάση, που καταλήγει σε θόλο. Κοντά στο τζαμί βρίσκεται ένας μιναρές ύψους 40 μ. Σήμερα τα δώματα του τζαμιού λειτουργούν ως αίθουσες εκθέσεων τέχνης μονίμων ή προσωρινών. Πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές αποκάλυψαν ότι χτίστηκε πάνω σε παλιά εκκλησία.

Τουρκικό λουτρό.

Το Ισάκ τζαμί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ισάκ τζαμί είναι κληρονομία του καδή Ισάκ Τσελεμπί. Στην ευρύχωρη αυλή του υπάρχουν αρκετοί τάφοι με σαρκοφάγους.

Τα λουτρά Ντεβόζ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα λουτρά Ντεβόζ είναι οθωμανικά χαμάμ. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς κατασκευάστηκαν. Τα λουτρά σε ένα σημείο τους ήταν κατεστραμμένα, και χρειάστηκε να γίνει ανακατασκευή προκειμένου να αποκτήσουν την αρχική τους εμφάνιση, στην οποία περιλαμβάνεται μια όμορφη πρόσοψη, δύο μεγάλα δώματα και αρκετά μικρότερα.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 τουρκ. Manastır, οθ. τουρκ. γραφή مناستر : Το γράμμα ı προφέρεται /ɯ/ στα τουρκικά («Μαναστ/ɯ/-ρ»).
  2. Durham M. Edith: Title: Twenty Years Of Balkan Tangle

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Τα Μπίτολα που τα λέγαν Μοναστήρι», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 18/03/2008. – (ανακτήθηκε 30/12/2009)
  2. «Επενδύοντας στα Μπίτολα (Μοναστήρι) της πρώην γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας της Μακεδονίας», Ελληνική Δημοκρατία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, Regional Enterprise Support Centre Bitola, ανακτήθηκε στις 10 Ιουνίου 2012
  3. «Ενημέρωση της επιστημονικής κοινότητας για το θέμα της ονομασίας της Π.Γ.Δ.Μ.», Δημόσιες Τοποθετήσεις, Ακαδημία Αθηνών, 17η Ιανουαρίου 1992.
  4. «Επιστρέφουν στη χώρα πολίτες της ΠΓΔΜ που εργάζονται εποχικά στην Ελλάδα», εφημερίδα Η Καθημερινή (αναδημοσίευση ΑΜΠΕ), 5 Ιουνίου 2012.
  5. Ντίνος Κιούσης, «Μοναστήρι (Bitola) ΠΓΔΜ: Εκδρομή στη βαλκανική γειτονιά», εφημερίδα Η Καθημερινή, 4 Σεπτεμβρίου 2011.
  6. Επενδυτικός οδηγός στο Μοναστήρι - Bitola της ΠΓΔΜ, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
  7. Δράσεις ΚΔΣ, Κέντρο Διαβαλκανικής Συνεργασίας (Κ.Δ.Σ), 2007.
  8. «Εκδρομή των Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης στο Μοναστήρι», Σύλλογος Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης, Φεβρουάριος 2010.
  9. «Ελληνες, καλωσήρθατε στην Μπίτολα: Οδοιπορικό στη FYROM», εφημερίδα Η Καθημερινή, 7 Οκτωβρίου 2007. – (ανακτήθηκε 30/12/2009).
  10. «Στην Μπίτολα οι «Βάκχες»», εφημερίδα Ναυτεμπορική, 22 Αυγούστου 2007.
  11. Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, Αθήνα, 1928, λήμμα: Βιτώλια «Πόλη της Μακεδονίας, βλέπε Μοναστήριον».
  12. Άννινος, Άγγελος, Αρχείο Οικογένειας Μαυρομιχάλη, ΕΛΙΑ (elia.org)
  13. Τα Βιτώλια στη δεκαετία του 1880. Πληθυσμός και οικονομία, Τρίχα, Λυντία, Αθήνα, Μέλισσα, 1996.
  14. Αναστάσιος Παπασταύρος, «Φορεσιές και άνθρωποι», Δήμος Ιωαννιτών, 14/07/2008.
  15. «Macedonian census, language and religion»
  16. Centar za istražuvanje na staroslovenskata kultura, Savez arheoloških društava Jugoslavije, Narodni muzej Krajine-Negotin, Balcanoslavica, τομ. 6-9, 1978.
  17. The Crusades and the Military Orders: Expanding the Frontiers of Medieval Latin Christianity, Zsolt Hunyadi, József Laszlovszky, Central European University Press, 2001, Crusaders in the Central Balkans, Ljubinka Dzidrova, p. 197, «Bitola-Butella, synonymous with the town of Pelagonia»
  18. Urkunden zur älteren Handels- und Staatsgeschichte der Republik Venedig: Vol 1814-1205, Mit besonderer Beziehung auf Byzanz und die Levante vom neunten bis zum ausgang des fünfzehnten Jahrhunderts, G. L. F. Tafel, G. M. Thomas, Cambridge University Press, 2012 (originally printed 1856), ISBN 978-1-108-04366-3, σελ. 263 «Pelagonia», veterum «Heraclia Lynci», Byzantinis «Pelagonia», Bulgaris «Butel», hodiernis «Bitolia», «Toli-Monastir», Bulgaricum urbis nomen habet Cedrenus, ed. Bonn. T. 2, pag. 460
  19. Guillelmus Tyrensis, Historia rerum gestarum in partibus transmarinis (κείμενο από Patrologia Latina, vol. 201. J. P. Migne, ed. Parisiis: excudebat Migne, 1855) [p. 0783A] «redeunti domino imperatori, post multiplices viarum labores, in provincia Pelagonia, in civitate quae vulgo dicitur «Butella», occurrimus, juxta illam antiquam et domini felicissimi et invictissimi et prudentis Augusti patriam, domini Justiniani civitatem, videlicet Justiniam primam, »
  20. Monastir, Bitolia, or Toli Monastir, 9th Edition of Encyclopedia Britannica, Volume 16 (1875-89)
  21. Toli-Monastir, λήμμα στο e-lexicon (ηλεκτρονική έκδοση του Γερμανικού Meyers Konversations-Lexikon, 1888) (Τόμος 15 σελ 742)
  22. The Anonymous Pilgrim of Bordeaux (333 a.d.), (Itinerarium Burdigalense) The Text: 9. From Heraclea to Valona «City of Heraclea (Heraclea Lyncestis, Toli Monastir)»
  23. E.J. Brill's First Encyclopaedia of Islam, 1913-1936, M. Th Houtsma, σελ. 1178
  24. The Resources and Statistics of Nations: exhibiting the geographical position and natural resources, the area and population, the political statistics ... of all countries, Τόμος 2, John MacGregor, Εκδ. A. H. Baily, 1834, Κεφάλαιο Ottoman Empire, σελ 102 «Toli-Monastir population 15.000»
  25. Travels in the Slavonic Provinces of Turkey-in-Europe, Georgina Mary Muir Mackenzie, Adeline Paulina Irby - Bell and Daldy, 1867, Σελίδα 73 «Besides its Greek name, Monastir has a Slavic one, ie, Bitolia (from an older form, Butel), while the Turks uniting both, call the town Toli Monastir.»
  26. The 16th-century Mosques of Bitola/Toli Manastir, Robert Mihajlovsk, УДК. 726.71(497.774), 13th Internationa'l Congress of Turkish Art, σελ. 351-364
  27. Chambers's encyclopaedia: a dictionary of universal knowledge for the people Vol VI, J.B. Lippincott & Co, 1864, λήμμα Monastir, σελ. 528
  28. Geographisch-statistisches Handwörterbuch über alle Theile der Erde: Mit bes. Berücks. d. Stieler'schen Hand-Atlasses. Nach d. besten Hilfsmitteln bearb, Johann Heinrich Möeller, Εκδ. J. Perthes, 1846, σελ. 231
  29. Bŭlgarska akademii︠a︡ na naukite. Otdelenie za ezikoznanie, literaturoznanie i etnografii︠a︡, Bŭlgarska akademikii︠a︡ na naukite. Otdelenie za ezikoznanie, literaturoznanie i izkustvoznanie, Bŭlgarska akademii︠a︡ na naukite. Edinen t︠s︡entŭr za ezik i literatura, Balkansko ezikoznanie: Linguistique balkanique, τομ. 32-33, Izd-vo na Bŭlgarskata akademii︠a︡ na naukite, 1989.
  30. Room, Adrian (2006), Placenames of the world: origins and meanings of the names for 6,600 countries, cities, territories, natural features, and historic sites (2η έκδοση), Jefferson, N.C.: McFarland & Company, Inc., σελ. 60, ISBN 0-7864-2248-3 
  31. National Bank of the Republic of Macedonia. Macedonian currency. Banknotes in circulation: 10 Denars. – (ανακτήθηκε 30/3/2009)
  32. N. G. L. Hammond, (1972), A History of Macedonia, Οξφόρδη: Oxford University Press, σελ. 59.
  33. Florin Curta, The Making of the Slavs, Cambridge University Press, 2001, σελ. 134.
  34. Mark Cohen, Last century of a Sephardic community: the Jews of Monastir, 1839-1943, 2003.
  35. βλ για την προφορά Μαναστίρ Μεστσιντί
  36. Κ. Α. Βακαλόπουλος, «Κοινωνική, πολιτική και οικονομική δομή του πασαλικιού Μοναστηρίου στα μέσα του 19ου αιώνα», περιοδικό «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ» τεύχος 21 (1981), σελ. 168-200.
  37. 37,0 37,1 Stojanovski, Aleksandar (1989), Makedonija vo turskoto srednovekovie : od krajot na XIV--početokot na XVIII vek, Σκόπια: Kultura, σελ. 49, OCLC 21875410 
  38. Šabanović, Hazim (1959), Bosanski pašaluk : postanak i upravna podjela, Σαράγιεβο: Oslobođenje, σελ. 20, OCLC 10236383, http://books.google.rs/books?id=kkQQAAAAIAAJ&dq=охридски+санџак+марко&q=“Poslije+pogibije+kralja+Marka+i+Konstantina+Deja-+novića+na+Rovinama+(1394)+pretvorene+su+njihove+oblasti+u+turske+sandžake,+Custelndilski+i+Ohridski.+”#search_anchor, ανακτήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2011 
  39. «Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος», τόμ. 30-32, ΙΕΕΕ, 1987.
  40. Istorisko društvo Bosne i Hercegovine (1952), Godišnjak, 4, Σαράγιεβο: Državna Štamparija, σελ. 175, OCLC 183334876, http://books.google.rs/books?id=f04iAAAAMAAJ&dq=охридски+санџак+марко&q=охрид#search_anchor, ανακτήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2011 
  41. Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισµού: Μακεδονία, εκδόσεις Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1990.
  42. «Μακεδονικά», τόμ. 37, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, 2008.
  43. 1911 Οθωμανική απογραφή
  44. İlber Ortaylı, Son İmparatorluk Osmanlı (The Last Empire: Ottoman Empire), Κωνσταντινούπολη: Timaş Yayınları, 2006, σελ. 87–9, ISBN 975-263-490-7.
  45. "Η Πολιτισμική Ταυτότητα των Ελλήνων στην Πελαγονία (1912-1930)" Νικόλαος Βασιλειάδης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 2004.
  46. Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, 1928.
  47. Λεξικό της Επανάστασης του 1821 Στασινόπουλου.
  48. Οι εις τα μητρώα των αγωνιστών του '21 αναγραφόμενοι Μακεδόνες
  49. «Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους (ΣΕΚ)», ΟΣΕ Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος, 2010.
  50. ΔΙΚΤΥΟ : «Σιδηρόδρομος Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου» (Chemin de fer de Salonique à Monastir/S.M.)
  51. Robert Elsie (30 Μαρτίου 2010). Historical Dictionary of Albania. Scarecrow Press. σελ. 449. ISBN 978-0-8108-6188-6. http://books.google.com/books?id=haFlGXIg8uoC&pg=PA449. Ανακτήθηκε στις 29 Μαΐου 2012. 
  52. «Βαλκανική βιβλιογραφία», τόμ. 7 (2), Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1982.
  53. George L. Campbell (2000). Compendium of the World's Languages: Abaza to Kurdish. Taylor & Francis. σελ. 50. ISBN 978-0-415-20296-1. http://books.google.com/books?id=bYvPvqO2J6wC&pg=PA50. Ανακτήθηκε στις 29 Μαΐου 2012. 
  54. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 19 σ. 702 ISBN 960=8177-69-3
  55. "Makfaks"[1], Украина отвара почесен конзулат во Битола, December 9, 2011
  56. «Унгарија заинтересирана за отворање конзулат во Битола» (στα σλαβομακεδονικά). Σκόπια: Макфакс. 11 Νοεμβρίου 2011. http://www.makfax.com.mk/_home/home#2%2F271252%2Fungarija_zainteresirana_za_otvoranje_konzulat_vo_bitola. Ανακτήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2011. 
  57. Macedonian census, language and religion
  58. Encyclopaedia Judaica, τόμ. 11, Macmillan, 1971.
  59. David N. Barocas, A study on the meaning of Ladino, Judezmo, and the Spanish Jewish dialect, Foundation for the Advancement of Sephardic Studies and Culture, 1976.
  60. Uri Oren, A town called Monastir, Imud, 1971.
  61. Families of Monastir
  62. Joshua Eli Plaut, Greek Jewry in the 20th Century, 1913-1983, 2000, σελ. 26.
  63. M. Avrum Ehrlich, Encyclopedia of the Jewish Diaspora: Origins, Experiences, and Culture, τόμ. 1, ABC-CLIO, 2008.
  64. Marc Angel, La America: the Sephardic experience in the United States, Jewish Publication Society of America, 1982
  65. Stephen Harlan Norwood, Eunice G. Pollack, Encyclopedia of American Jewish History, τόμ. 1, ABC-CLIO, 2008.
  66. Η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο, 2009.
  67. Judith Laikin Elkin, The Jews of Latin America, Holmes & Meier, 1998.
  68. "Last Century of a Sephardic Community, The Jews of Monastir, 1839-1943", by Mark Cohen
  69. Ανάτυπο από το λεξικογραφικό δελτίο -Τομ.ΚΕ΄της Ακαδημίας Αθηνών σ.52
  70. Αλέξανδρος Χρυσανθακόπουλος "Οι Έλληνες των Σκοπίων"", Θεσσαλονίκη 2007
  71. Δημήτριος Αλεξάνδρου "Εγκλωβισμένοι...οι Έλληνες των Σκοπίων", Θεσσαλονίκη 2008
  72. Οικονομική πληγή οι μετακινήσεις Ελλήνων για ψώνια στα Σκόπια
  73. Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων (ΠΟΠΣΒ), Δελτίο τύπου 27 Απριλίου 2012
  74. Ημερησία, 3 Ιουλίου 2012, Το Αντάμωμα των Βλάχων

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα