Φιλιππούπολη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 42°09′N 24°45′E / 42.15°N 24.75°E / 42.15; 24.75

Φιλιππούπολη
Пловдив
Plovdiv Bulgaria.jpg

Το ιστορικό κέντρο της Φιλιππούπολης

Έμβλημα Τοποθεσία
Plovdiv-coat-of-arms.svg
Plovdiv location in Bulgaria.png
Στοιχεία
Έκταση: 101,98 km2
Πληθυσμός: 381.110
Πυκνότητα πληθυσμού: 3,776 κάτ./χμ²
Υψόμετρο: 164 μ

Η Φιλιππούπολη (βουλγαρικά: Пловдив / Πλόβντιβ) είναι πόλη της Βουλγαρίας και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (βουλγαρικά: Пловдивска Област). Έχει πληθυσμό 376.785 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή της 15ης Σεπτεμβρίου του 2004 και είναι η δεύτερη πολυπληθέστερη πόλη της χώρας, μετά την πρωτεύουσα Σόφια.

Η πόλη είναι χτισμένη στις δύο όχθες του ποταμού Μαρίτσα (π. Έβρος) και συνδέεται με αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας (127 χιλιομέτρων) με τη Σόφια. Ο πληθυσμός της είναι κατεξοχήν Βουλγαρικός αλλά ζουν και μειονοτικοί πληθυσμοί Τσιγγάνων,Ελλήνων, Τούρκων, Εβραίων και Αρμενίων.

Η Φιλιππούπολη έχει αδελφοποιηθεί με την Θεσσαλονίκη καθώς και με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχαίο Ρωμαϊκό θέατρο

Η Φιλιππούπολη έχει ίχνη κατοίκησης, που χρονολογούνται από τη Νεολιθική εποχή, περί το 6.000 π.Χ. Οι αρχαιολόγοι έχουν ανακαλύψει ωραία αγγεία και άλλα αντικείμενα της καθημερινής ζωής, μέχρι και από τη Νεολιθική εποχή, που φανερώνουν ότι στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ. υπήρχε εκεί εγκαταστημένος οικισμός. Σύμφωνα με τον Αμμιανό Μαρκελλίνο η γραπτή ιστορία της Φιλιππούπολης μετά την Εποχή του Ορείχαλκου την καταγράφει ως Θρακικό οχυρωμένο οικισμό με το όνομα Ευμολπιάς. Τον 4ο αιώνα π.Χ. η πόλη ήταν κέντρο εμποροπανήγυρης. Το 342 π.Χ. καταλήφθηκε από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που τη μετονόμασε Φιλιππόπολις. Αργότερα καταλήφθηκε από τους Θράκες που την ονόμασαν Πουλπουδέβα (που είναι μετάφραση του "Φιλιππόπολις" (θρακ. "δεβα" = πόλη). To 72 π.Χ. καταλήφθηκε από το Ρωμαίο στρατηγό Μάρκο Λούκουλο, αλλά γρήγορα επέστρεψε στον έλεγχο των Θρακών. Το 46 μ.Χ. η πόλη ενσωματώθηκε τελικά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο και ονομάστηκε Τριμόντιον (λατινικά: Trimontium), που σημαίνει Πόλη των Τριών Λόφων, από τους τρεις λόφους πάνω στους οποίους ήταν αρχικά χτισμένη και κατέστη μητρόπολις (πρωτεύουσα) της επαρχίας της Θράκης. Aπέκτησε καθεστώς πόλης στα τέλη του 1ου αιώνα. Το Τριμόντιον ήταν σημαντικό σταυροδρόμι για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ονομαζόταν η μεγαλύτερη και ομορφότερη των πόλεων από το Λουκιανό. Αν και δεν ήταν η πρωτεύουσα της Επαρχίας της Θράκης ήταν το μεγαλύτερο και σημαντικότερο κέντρο της. Την εποχή αυτή περνούσε από την πόλη η Βία Μιλιτάρις (ή Βία Ντιαγκονάλις), ο σημαντικότερος στρατιωτικός δρόμος στα Βαλκάνια. H Ρωμαϊκή εποχή ήταν περίοδος ανάπτυξης και πολιτιστικής υπεροχής. Τα αρχαία τείχη διηγούνται την ιστορία μιας σφύζουσας αναπτυσσόμενης πόλης, με πολυάριθμα δημόσια κτίρια, ιερά, λουτρά και θέατρα. Η πόλη είχε προηγμένα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης. Την υπεράσπιζαν διπλά τείχη, πολλά από τα οποία διατηρούνται ακόμη και είναι ορατά από τους τουρίστες. Σήμερα μόνο να μικρό μέρος της αρχαίας πόλης έχει ανασκαφεί.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σλάβοι είχαν εγκατασταθεί πλήρως στην περιοχή, ονομάζοντας την πόλη Πουλντίν (φωνητική παράφραση του Πουλπουντέβα), από τα μέσα του 6ου αιώνα και άλλαξαν τις εθνικές αναλογίες της. Με την ίδρυση της Βουλγαρίας το 681, η Φιλιππούπολη έγινε σημαντικό μεθοριακό φρούριο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Καταλήφθηκε από το Χαν Κρούμο το 812, αλλά η περιοχή ενσωματώθηκε πλήρως στη Βουλγαρική Αυτοκρατορία το 834, επί της βασιλείας του Χαν Μάλαμιρ. Παρέμεινε σε Βουλγαρικά χέρια για ένα σχετικά μικρό διάστημα, μέχρι που ανακαταλήφθηκε από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 855 - 856. Υπό το Βυζαντινό έλεγχο η πόλη έγινε κέντρο των Παυλικιανών αιρετικών, που μεταφέρθηκαν από τα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας για να υπηρετήσουν ως στρατιώτες-έποικοι στην Ευρωπαϊκή μεθόριο με τη Βουλγαρία. Aπό τη Φιλιππούπολη η επιρροή των δυιστικών δογμάτων διαδόθηκε στη Βουλγαρία, διαμορφώνοντας τη βάση για την αίρεση των Βογομίλων. Υπό τον τσάρο Συμεών τον Μεγάλο (893 - 927) η πόλη και οι περισσότερες Βυζαντινές κτήσεις στα Βαλκάνια καταλήφθηκαν από τη Βουλγαρική Αυτοκρατορία. H πόλη παρέμεινε σε Βουλγαρικά χέρια υπό το γιο του Συμεών Πέτρο (927 - 969). Μετά το 970 η πόλη έγινε ξανά γνωστή ως Φιλιππούπολη και απέκτησε Βυζαντινό χαρακτήρα. Ο Αιμ ντε Βαρέν το 1180 αναφέρει το τραγούδημα στην πόλη Βυζαντινών τραγουδιών, που εξιστορούν τα κατορθώματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των προκατόχων του, πριν από 1300 και πλέον χρόνια. Τη Βυζαντινή εξουσία διαδέχθηκε εκείνη της Λατινικής Αυτοκρατορίας το 1204 και υπήρξαν δύο σύντομοι περίοδοι μεσοβασιλείας, καθώς η πόλη καταλήφθηκε δύο φορές από τον Καλογιάν της Βουλγαρίας, πριν το θάνατό του το 1207. Το 1208 ο διάδοχος του Καλογιάν Βόριλ ηττήθηκε από τους Λατίνους στη Μάχη της Φιλιππούπολης. Υπό τη Λατινική διοίκηση η πόλη ήταν πρωτεύουσα του Δουκάτου της Φιλιππούπολης, υπό την κυβέρνηση του Ρενιέ ντε Τρι και αργότερα του Ζεράρ ντε Στρεμ. Η Βουλγαρική εξουσία αποκαταστάθηκε επί της βασιλείας του Ιβάν Ασέν Β΄ μεταξύ 1225 και 1229. Το 1263 η πόλη καταλήφθηκε από την παλινορθωμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και παρέμεινε στα χέρια των Βυζαντινών, μέχρι να ανακαταληφθεί από τον Γεώργιο Τέρτερ Β΄ της Βουλγαρίας το 1322. Η Βυζαντινή εξουσία αποκαταστάθηκε και πάλι μια ακόμη φορά το 1323 αλλά το 1344 η πόλη, με οκτώ άλλες ακόμη, παραδόθηκαν στη Βουλγαρία από την αντιβασιλεία του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου, ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη του Ιβάν Αλεξάνταρ της Βουλγαρίας στο Βυζαντινό εμφύλιο πόλεμο. Το 1364 την πόλη κατέλαβαν οι Οθωμανοί Τούρκοι υπό το Λαλά Σακίν Πασά. Οι Τούρκοι ονόμασαν την πόλη Φιλίμπε. Ήταν πρωτεύουσα της Ρούμελης μέχρι το 1382, οπότε οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Σόφια, που έγινε πρωτεύουσα της επαρχίας. H Φιλιππούπολη συνέχισε να είναι ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα πολιτισμού και παράδοσης της Βουλγαρίας.

Εθνική Αναγέννηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκκλησία της Παναγίας

Υπό την Οθωμανική εξουσία η Φιλιππούπολη ήταν κομβικό σημείο του Βουλγαρικού εθνικού κινήματος στην επαρχία της Ανατολικής Ρωμυλίας της Αυτοκρατορίας. Tην περίοδο αυτή η πόλη ήταν μεγάλο οικονομικό κέντρο μαζί με την Κωνσταντινούπολη, την Αδριανούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Οι πλουσιότεροι πολίτες κατασκεύαζαν υπέροχες κατοικίες, πολλές από τις οποίες μπορούμε ακόμα να δούμε στη διατηρητέα περιοχή της Παλιάς Πόλης. Η πόλη ήταν κέντρο σαντζακίου της Επαρχίας της Ρούμελης μεταξύ 1364 - 1864 και κέντρο σαντζακίου του Βιλαετίου της Αδριανούπολης μεταξύ 1864 - 1878, κατά την Οθωμανική κυριαρχία. Η πόλη είχε σημαντικό ρόλο στον αγώνα για την Εκκλησιαστική ανεξαρτησία, που σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς ήταν μια ειρηνική αστική επανάσταση. Η πόλη έγινε το κέντρο αυτού του αγώνα με ηγέτες όπως ο Νάιντεν Γκέροφ, ο Δρ Βάλκοβιτς, ο Γιόακιμ Γκρούεφ και ολόκληρες οικογένειες. To 1836 εγκαινιάσθηκε το πρώτο Βουλγαρικό σχολείο και το 1850 ξεκίνησε η σύγχρονη κοσμική εκπαίδευση, όταν άνοιξε το σχολείο Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Στις 11 Μαΐου 1858 γιορτάστηκε για πρώτη φορά η ημέρα των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, που αργότερα έγινε Εθνική γιορτή, που εορτάζεται ακόμη και σήμερα. Το 1858 στην Εκκλησία της Παναγίας η λειτουργία των Χριστουγέννων έγινε στη Βουλγαρική γλώσσα, για πρώτη φορά από την αρχή της Οθωμανικής κατοχής. Το 1868 το σχολείο αναβαθμίστηκε στο πρώτο γυμνάσιο. Mερικοί από τους διανοούμενους, πολιτικούς και πνευματικούς ηγέτες της χώρας αποφοίτησαν από αυτό το σχολείο. Η πόλη απελευθερώθηκε από τους Οθωμανούς κατά τη Μάχη της Φιλιππούπολης (1878) και το 1885 πέρασε στην κατοχή των Βουλγάρων. Έως την οριστική προσάρτησή της στη Βουλγαρία, στην Φιλιππούπολη υπήρχε ακμαία ελληνική κοινότητα με αξιόλογη οικονομική και πνευματική ζωή[1] και από το 1804 έως το 1906 εκδιδόταν ελληνόφωνη εφημερίδα, διαθέτοντας και στήλες στα γαλλικά.[2]

Καθηγητές κατά το πρώτο χρόνο λειτουργίας των Ζαρίφειων Διδασκαλείων(1874-75). O Γρηγόριος Βερναρδάκης δίδαξε από το 1895 έως το 1898, όπου φοίτησε και ο Κώστας Βάρναλης.

Ανατολική Ρωμυλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στις 3 Μαρτίου 1878 το Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας περιέλαβε τα εδάφη με πλειοψηφία Βουλγαρικού πληθυσμού. Η Φιλιππούπολη, που ήταν η μεγαλύτερη και ζωντανότερη Βουλγαρική πόλη, επελέγη ως πρωτεύουσα της επανιδρυμένης χώρας και έδρα της Προσωρινής Ρωσικής Κυβέρνησης. Η Μεγάλη Βρετανία όμως και η Αυστροουγγαρία δεν ενέκριναν τη συνθήκη αυτή και το τελικό αποτέλεσμα του πολέμου ολοκληρώθηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου, που διαίρεσε τη νεοαπελευθερωμένη χώρα σε διάφορα τμήματα. Διαχώρισε την αυτόνομη περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας από τη Βουλγαρία και η Φιλιππούπολη έγινε πρωτεύουσά της. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία εκπόνησε σύνταγμα και διόρισε κυβερνήτη. Στα τέλη του 19ου αιώνα λειτουργούσαν στην πόλη 8 ελληνικά σχολεία, ανάμεσα σε αυτά ήταν η Ζαρίφειος σχολή, η οποία αποτέλεσε το πιο ονομαστό ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα στην ευρύτερη περιοχή. Κατά την πρώτη απογραφή στην πόλη μετά την απελευθέρωση από την Οθωμανική κυριαρχία, την 1 Ιανουαρίου 1885, καταγράφηκε πληθυσμός 33.442 κατοίκων, εκ των οποίων η πλειονότητα ήταν Βούλγαροι, 16.752 στον αριθμό (50%), ακολουθούμενοι από 7.144 Τούρκους (21%), 5.497 Έλληνες (16%), 2.168 Εβραίους (6%) και 1.061 Αρμένιοι (3%). Υπήρχαν επίσης μικρές ομάδες Ιταλών (151), Γερμανών (112), Ρομά (112), Γάλλων (80) και Ρώσων (61) και 304 άτομα άλλων εθνοτήτων. Την άνοιξη του 1885, ο Ζαχάρι Στογιάνωβ ιδρύει την Μυστική Βουλγαρική Κεντρική Επαναστατική Επιτροπή με δράση που αποσκοπούσε στην ενοποίηση της Α.Ρωμυλίας και της Βουλγαρίας. Την νύχτα της 5ης-6ης Σεπτεμβρίου 1885, ένοπλο κίνημα με αρχηγό τον Δαναήλ Νικολάεβ έθεσε υπό τον έλεγχό του την Φιλιπούπολη και κατόπιν σχηματίστηκε νέα προσωρινή κυβέρνηση υπό τον Τζώρτζι Στράνσκι. Μετά την ήττα της Σερβίας στον Σερβο-Βουλγαρικό Πόλεμο, που ξέσπασε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, Βουλγαρία και Τουρκία υπέγραψαν την τελική συμφωνία ενοποίησης της Βουλγαρικής Ηγεμονίας και της Ανατολικής Ρωμυλίας. Σήμερα, η 6η Σεπτεμβρίου, εορτάζεται στην Βουλγαρία ως "Ημέρα της Ενοποίησης" ή "Ημέρα της Φιλιππούπολης"

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ενοποίηση η Φιλιππούπολη παρέμεινε η δεύτερη πόλη της Βουλγαρίας σε πληθυσμό και σημασία μετά την πρωτεύουσα Σόφια. Η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή στην πόλη κατασκευάσθηκε το 1874 και το 1888 η πόλη συνδέθηκε με τη Σόφια. Το 1892 η πόλη φιλοξένησε την Πρώτη Βουλγαρική Έκθεση με διεθνή συμμετοχή, που τη διαδέχθηκε η Διεθνής Έκθεση Φιλιππούπολης. Μετά την απελευθέρωση εγκαινιάσθηκε στην πόλη η πρώτη ζυθοποιία.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η πόλη αναπτύχθηκε ως σημαντικό βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο με ανεπτυγμένη ελαφρά βιομηχανία, κυρίως τροφίμων. Στην πόλη επενδύθηκαν γερμανικά, γαλλικά και βελγικά κεφάλαια στην ανάπτυξη του σύγχρονου εμπορίου, των τραπεζών και της βιομηχανίας. To 1939 υπήρχαν 16.000 τεχνίτες και 17.000 εργάτες σε βιομηχανίες, κυρίως επεξεργασίας τροφίμων και καπνού. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επεκτάθηκε η καπνοβιομηχανία, καθώς και η εξαγωγή φρούτων και λαχανικών. Το 1943 1.500 Εβραίοι διασώθηκαν από την εκτόπιση σε στρατόπεδα συγκέντρωσης από τον αρχιεπίσκοπο της Φιλιππούπολης Κύριλλο, που αργότερα έγινε Βούλγαρος Πατριάρχης.

Στις 6 Απριλίου 1956 ανοίχθηκε η πρώτη γραμμή τρόλεϊ και τη δεκαετία του 1950 κατασκευάστηκε το Ξενοδοχείο Τριμόντσιουμ. Τις δεκαετίες 1960 και 1970 υπήρξε μια έκρηξη ανοικοδόμησης και διαμορφώθηκαν πολλές από τις σύγχρονες συνοικίες. Το 1973 άρχισε η κατασκευή με προκατασκευασμένα τμήματα του οικιστικού συγκροτήματος Trakiya («Θράκη, βουλγαρικά: Тракия), που είναι μία από τις μεγαλύτερες συνοικίες της πόλης και ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα πολυκατοικιών στη βουλγαρία. Εγκαινιάστικε το 1976 και βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της και είναι μία εκ των έξι διοικητικών περιφερειών του Δήμου Φιλιππούπολης. Έχει πληθυσμό 61,920 κατοίκων.[3]. Το 1983 το Trakiya έγινε ανεξάρτητη διοικητική μονάδα.

Ακόμη, τις δεκαετίες 1970 και 1980 ανασκάφτηκαν αρχαία ερείπια και έγινε αποκατάσταση της Παλιάς Πόλης. Το 1990 ολοκληρώθηκε το αθλητικό συγκρότημα "Πλόβντιβ". Περιελάμβανε τα μεγαλύτερα στάδιο και κανάλι κωπηλασίας της χώρας. Την περίοδο αυτή η πόλη έγινε η γενέτειρα του Βουλγαρικού κινήματος για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, που το 1989 είχε κερδίσει υποστήριξη αρκετή για να μπει στην κυβέρνηση.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φιλιππούπολη βρίσκεται στο κέντρο σημαντικής γεωργικής περιοχής και κατά συνέπεια η επεξεργασία και η μεταποίηση τροφών αποτελεί την σημαντικότερη βιομηχανία της. Στην πόλη κατασκευάζονται επίσης μηχανήματα και παράγει υφάσματα και χημικά.

Gallery[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη έχει πάνω από 200 αρχαιολογικούς χώρους, από τους οποίους 30 είναι εθνικής σημασίας. Υπάρχουν πολλά απομεινάρια από την αρχαιότητα - η πόλη είναι μεταξύ των λίγων, που έχουν δύο αρχαία θέατρα -, τμήματα μεσαιωνικών τειχών και πύργων, Οθωμανικά λουτρά και τζαμιά, μια καλοδιατηρημένη παλιά συνοικία από την περίοδο της Εθνικής Αναγέννησης με ωραίες κατοικίες, εκκλησίες και λιθόστρωτα δρομάκια. Υπάρχουν πολλά μουσεία, πινακοθήκες και πολιτιστικά ιδρύματα.Η πόλη φιλοξενεί μουσικές, θεατρικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Θεωρείται αφετηρία για εκδρομές σε μέρη της περιοχής, όπως το Μοναστήρι Μπάτσκοβο, 30 χλμ. προς νότον, το χιονοδρομικό κέντρο Παμπόροβο, 90 χλμ. προς νότον ή τα κέντρα ιαματικών πηγών προς βορράν Χισάρια, Μπάνυα, Κράσνοβο και Στρέλτσα.

Ρωμαϊκή πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωμαϊκό Υδραγωγείο

Το Αρχαίο θέατρο (Αντικεν τεάτουρ) είναι πιθανόν το γνωστότερο μνημείο από την αρχαιότητα στη Βουλγαρία. Κατασκευάσθηκε στις αρχές του 2ου αιώνα επί της βασιλείας του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Τραιανού. Bρίσκεται στον αυχένα μεταξύ των λόφων Τζαμπάζ Τεπέ και Ταξίμ Τεπέ. Χωρίζεται σε δύο διαζώματα με 14 σειρές το καθένα. To θέατρο μπορούσε να χωρέσει 7.000 άτομα. Η τριώροφη σκηνή είναι στο νότιο τμήμα και είναι διακοσμημένη με --- και αγάλματα. Το θέατρο μελετήθηκε, συντηρήθηκε και αποκαταστάθηκε μεταξύ 1968 και 1984. Πολλές εκδηλώσεις γίνονται ακόμη στη σκηνή του, όπως το Φεστιβάλ Βέρντι και το Διεθνές Φολκλορικό φεστιβάλ. Το Ρωμαϊκό Ωδείο αναστηλώθηκε το 2004. Κατασκευάσθηκε μεταξύ 2ου και 5ου αιώνα και είναι το δεύτερο (και μικρότερο) αρχαίο θέατρο της Φιλιππούπολης με 350 θέσεις. Κτίστηκε αρχικά ως βουλευτήριο και αργότερα ανακατασκευάστηκε ως θέατρο.

Το ρωμαϊκό στάδιο

Το Αρχαίο Στάδιο είναι ένα άλλο σημαντικό μνημείο της αρχαίας πόλης. Χτίστηκε το 2ο αιώνα επί της βασιλείας του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Αδριανού. Βρίσκεται μεταξύ των λόφων Σαχάτ Τεπέ και Ταξίμ Τεπέ, σήμερα κάτω από τον κεντρικό δρόμο από την Πλατεία Τζουμαγιά στην Πλατεία Καμένιτσα. Έγινε με πρότυπο το στάδιο των Δελφών. Είχε περίπου μήκος 240 μέτρων και πλάτος 50 και μπορούσε να χωρέσει 30.000 θεατές. Οι αγώνες στο Στάδιο οργανώνονταν από τη Γενική Συνέλευση της επαρχίας της Θράκης. Προς τιμήν τους το βασιλικό νομισματοκοπείο της Φιλιππούπολης έκοβε νομίσματα που έφεραν την όψη του εκάστοτε αυτοκράτορα, καθώς και τα είδη αγωνισμάτων που διεξάγονταν στο στάδιο. Μονό μικρό μέρος του βόρειου τμήματος με 14 σειρές καθισμάτων μπορούμε να δούμε σήμερα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται κάτω από τον κεντρικό δρόμο και πολλά κτίρια.

Η Ρωμαϊκή αγορά χρονολογείται από τη βασιλεία του Βεσπασιανού τον 1ο αιώνα και ολοκληρώθηκε το 2ο αιώνα. Βρίσκεται κοντά στο σημερινό ταχυδρομείο μετά το Οντεόν. Έχει έκταση 110 στρεμμάτων και πλαισιωνόταν από καταστήματα και δημόσια κτίρια. Η αγορά ήταν κομβικό σημείο των δρόμων της αρχαίας πόλης.

Το Αρχαιολογικό σύνολο Ειρήνης είναι στο νότιο τμήμα των Τριών Λόφων στο βόρειο τμήμα ενός αρχαίου δρόμου, στην υπόγεια διάβαση Αρκεολογκίκεσκι. Περιλαμβάνει υπολείμματα ενός δημοσίου κτιρίου του 2ου και 3ου αιώνα, που ανήκε σε ευγενή της πόλης. Ειρήνη είναι το Χριστιανικό όνομα της Πηνελόπης - μιας κοπέλας, που προσηλυτίσθηκε στο Χριστιανισμό το 2ο αιώνα. Υπάρχουν πολύχρωμα ψηφιδωτά που έχουν γεωμετρικά σχήματα και πρόσωπα.

Στο Νεμπέτ Τεπέ υπάρχουν υπολείμματα του πρώτοι οικισμού στους Τρεις Λόφους, που το 12ο αιώνα π.Χ. εξελίχθηκε στη Θρακική πόλη Ευμολπιάδα, μία από τις πρώτες πόλεις στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Έχουν ανασκαφεί πελώρια τείχη που περιβάλλουν ένα ναό και ένα ανάκτορο. Το αρχαιότερο τμήμα του φρουρίου κατασκευάσθηκε από τεράστιους ογκόλιθους (κυκλώπεια τείχη).

Moυσεία και προστατευόμενες περιοχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εθνογραφικό Μουσείο

Το Αρχαιολογικό Μουσείο ιδρύθηκε το 1882 ως Λαϊκό Μουσείο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Το 1928 το μουσείο μεταφέρθηκε σε ένα κτίριο του 19ου αιώνα στην Πλατεία Σαεντινένιε, έργο του Φιλιππουπολίτη αρχιτέκτονα Γιόζεφ Σνίτερ. Το μουσείο περιέχει πλούσια συλλογή Θρακικής τέχνης. Τα τρία τμήματα Προϊστορία, Αρχαιότητα και Μεσαίωνας περιέχουν πολύτιμα τεχνουργήματα από την Παλαιολιθική μέχρι την πρώιμη Οθωμανική περίοδο (15ος – 16ος αιώνας). Μέρος της συλλογής του μουσείου είναι ο περίφημος θησαυρός του Παναγκιουρίστε.

Το Ιστορικό Μουσείο ιδρύθηκε το 1951 ως επιστημονικό και πολιτιστικό ίδρυμα για τη συλλογή, διάσωση και έρευνα ιστορικών μαρτυριών για την πόλη και την περιοχή της από το 16ο ως τον 20ό αιώνα. Η έκθεση στεγάζεται σε τρία κτίρια.

Το Εθνογραφικό Μουσείο εγκαινιάσθηκε το 1917. Στις 14 Οκτωβρίου 1943 μεταφέρθηκε σε μια κατοικία στην Παλιά Πόλη. Το 1949 το Μουσείο του Δημαρχείου αναδιοργανώθηκε ως Λαϊκό Εθνογραφικό Μουσείο και το 1962 ανακαινίσθηκε. Υπάρχουν πάνω από 40.000 αντικείμενα.

Το Μουσείο των Φυσικών Επιστημών εγκαινιάστηκε το 1955 στο παλιό κτίριο του Δημαρχείου, που είχε κτισθεί το 1880. Είναι από τα σημαντικότερα μουσεία της χώρας με πλούσιες συλλογές στα τμήματά του Παλαιοντολογίας, Ορυκτολογίας και Βοτανικής. Υπάρχουν αρκετές αίθουσες για την άγρια ζωή και περιέχει το μεγαλύτερο ενυδρείο γλυκού νερού της Βουλγαρίας με 40 είδη ψαριών. Διαθέτει και συλλογή ορυκτών από τη Ροδόπη.

Κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός

Το Μουσείο Αεροπορίας ιδρύθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1991 στην περιοχή της αεροπορικής βάσης Κρούμοβο, 12 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πόλης. Το μουσείο διαθέτει 59 αεροσκάφη και εσωτερικές και υπαίθριες εκθέσεις.

Παλιά Πόλη

H Παλιά πόλη της Φιλιππούπολης είναι ιστορική διατηρητέα περιοχή, γνωστή για το αρχιτεκτονικό της ύφος της Βουλγαρικής Αναγέννησης. Η Παλιά Πόλη καλύπτει την περιοχή των Τριών Λόφων Νεμπέτ Τεπέ, Τζαμπάζ Τεπέ και Ταξίμ Τεπέ. Σχεδόν κάθε σπίτι στην Παλιά Πόλη έχει τη χαρακτηριστική εξωτερική και εσωτερική του διακόσμηση.

Εκκλησίες, τζαμιά και ναοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν αρκετές εκκλησίες του 19ου αιώνα, που οι περισσότερες ακολουθούν το χαρακτηριστικό Ανατολικό Ορθόδοξο αρχιτεκτονικό ρυθμό. Είναι οι Εκκλησίες Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης, Αγ. Μαρίνας, Αγ. Νεντέλια, Αγ. Πέτκα και της Αγίας Θεομήτορος. Υπάρχουν στην πόλη Ρωμαιοκαθολικές εκκλησίες, με μεγαλύτερο τον Καθεδρικό του Αγίου Λουδοβίκου. Yπάρχουν ακόμη αρκετές σύγχρονες εκκλησίες Βαπτιστών, Μεθοδιστών, Πρεσβυτεριανών και άλλων Προτεσταντών, καθώς και παλαιότερου ρυθμού Αποστολικές εκκλησίες. Στην πόλη διατηρούνται δύο τζαμιά από την Οθωμανική εποχή. Το Τζαμί Τζουμαγιά θεωρείται το αρχαιότερο Ευρωπαϊκό εκτός της Μαυριτανικής Ισπανίας.

Η Σεφαρδίτικη Συναγωγή της πόλης βρίσκεται στην Οδό Τσαρ Καλογιάν 13, στα απομεινάρια μιας μικρής αυλής, εκεί όπου κάποτε υπήρχε μια μεγάλη Εβραϊκή συνοικία. Χρονολογούμενη από το 19ο αιώνα, είναι ένα από τα καλύτερα διατηρημένα δείγματα των ονομαζόμενων ΄΄Οθωμανικών΄΄ συναγωγών στα Βαλκάνια. Σύμφωνα με τη συγγραφέα Ρουθ Γκρούμπερ το εσωτερικό της Συναγωγής αυτής είναι ΄΄ένας κρυμμένος θησαυρός ... μία λαμπρή, αν και υποβαθμισμένη, έκρηξη χρωμάτων΄΄. Ένας εξαίσιος Βενετσιάνικος γυάλινος πολυέλαιος κρέμεται από το κέντρο της οροφής, που έχει έναν πλούσια ζωγραφισμένο τρούλο. Όλες οι επιφάνειες είναι καλυμμένες με περίτεχνα Μαυριτανικού ρυθμού γεωμετρικά σχέδια, κάποτε λαμπερά πράσινα και μπλε. Πάπυροι με την Τορά φυλάσσονται σε επιχρυσωμένο ντουλάπι.

Επιφανείς πολίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τομ. 24, σ. 176, ISBN 960-8177-74-X
  2. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 30, σ. 53 ISBN 960-8177-82-0
  3. Επισημο web-site της διοικητικής περιφέρειας της Trakiya

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Πηγές για την ιστορία της Φιλιππούπολης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιάκωβος Μιχαηλίδης, «Ο ελληνισμός της περιοχής Φιλιππούπολης (1919-1930)», Θεσσαλονίκη και Φιλιππούπολη σε παράλληλους δρόμους 18ος-20ός αιώνας (Θεσσαλονίκη, 2000), 179-194.
  • Μαρία Τσικαλουδάκη, Μορφές διοίκησης και διαχείρισης του αστικού χώρου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το παράδειγμα της χριστιανικής κοινότητας της Φιλιππούπολης (18ος – αρχές 19ου αι.), Μνήμων, 22 (2000),σελ. 9-30