Καστοριά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°31′00″N 21°16′00″E / 40.5167°N 21.2667°E / 40.5167; 21.2667

Καστοριά
Πόλη
Άποψη της πόλης της Καστοριάς και της λίμνης της.
Καστοριά στον χάρτη: Ελλάδα
Καστοριά
Χώρα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Περιφέρεια Δυτική Μακεδονία
Δήμος Καστοριάς
Έκταση 57 τ.χλμ
Υψόμετρο 703[1] μ
Πληθυσμός 13.387(2011)

Η Καστοριά είναι πόλη της Ελλάδας και πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Βρίσκεται στο δυτικό άκρο της Δυτικής Μακεδονίας. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στους 13.387 κατοίκους (2011). Είναι χτισμένη πάνω σε χερσόνησο της ομώνυμης λίμνης, σε υψόμετρο 703 m[1] από την επιφάνεια της θάλασσας, ανάμεσα στα βουνά Βίτσι και Γράμμο. Περιβάλλεται από τη λίμνη της και συνδέεται με την ξηρά μέσω μιας ευρύτερης λωρίδας γης από επιχωματώσεις, δίνοντας την εντύπωση νησιού.

Στην μακραίωνη ιστορία της, μιάμιση χιλιετία από κτίσεως και δύο χιλιετίες από οικήσεως,α[›] γνώρισε πολιορκίες και κατακτήσεις από Βουλγάρους, Νορμανδούς και Τούρκους, διατηρώντας όμως μέχρι σήμερα ένα σημαντικό αριθμό βυζαντινών εκκλησιών, κειμηλίων και αρχοντικών ως τεκμήρια της κατά καιρούς ακμής της, λόγω της επιτυχημένης εμπορίας και διακίνησης των γουναρικών σε σημαντικά κέντρα της Ευρώπης.

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Υπήρχε κάποια πόλη στη Θεσσαλία, η Διοκλητιανούπολη, που τα παλαιά χρόνια ήκμαζε. Όμως με το πέρασμα του χρόνου η πόλη ρημάχθηκε από τις επιδρομές των βαρβάρων και για πολλά χρόνια ερημώθηκε. Δίπλα της υπάρχει μια λίμνη που ονομάζεται Καστορία. Και καταμέσης της λίμνης υπάρχει ένα νησί το οποίο περιβάλλουν τα νερά, εκτός από μια στενή είσοδό του, η οποία δεν ξεπερνά τα δεκαπέντε πόδια. Στο νησί ορθώνεται ένα πολύ ψηλό βουνό που το μισό καλύπτεται από τη λίμνη, ενώ το άλλο μισό καρφώνεται μέσα σε αυτήν. Για τον λόγο αυτό ο Ιουστινιανός, βλέποντας ότι ο χώρος της Διοκλητιανούπολης ήταν φανερά ευάλωτος στις εφόδους, γι’αυτό και είχε πάθει όσα είπα προηγουμένως, αποφάσισε να χτίσει μια πόλη καλά οχυρωμένη πάνω στο νησί και, όπως ήταν λογικό, της έδωσε το όνομα της λίμνης.»
Phaistos glyph 12.svg
«Πόλις δέ ἦν τις ἐπί Θεσσαλίας, Διοκλητιανούπολις ὄνομα, εὺδαίμων μέν τό παλαιόν γεγενημένη, προϊόντος δέ τοῦ χρόνου, βαρβάρων οἱ ἐπιπεσόντων καταλυθεῖσα καί οἰκητόρων ἔρημος γεγονυία ἐπί μακρότατον·λίμνη δέ τις αὐτῇ ἐν γειτόνων τυγχάνει οὖσα ῆ Καστορία ὠνόμασται καί νῆσος κατά μέσον τῆς λίμνης τοῖς ὑδασι περιβέβληται.μία δέ εἰς αὐτήν εἰσοδος ἀπό τῆς λίμνης ἐν στενῷ λέλειπται, οὐ πλέον ἐς πεντεκαίδεκα διηκούσα πόδας.ὄρος τε τῇ νήσῳ ἐπανέστηκεν ὺψηλόν ἄγαν, ἢμισυ μέν τῇ λίμνῃ καλυπτόμενον, τῷ δέ λειπομένῳ ἐγκείμενον.διό δή ὁ βασιλεύς οὖτος τόν Διοκλητιανουπόλεως ὑπεριδών χῶρον ἅτε πού διαφανῶς εὐέφοδον ὄντα καί πεπονθότα πολλῷ πρότερον ἄπερ ἐρρήθη, πόλιν ἐν τῇ νήσῳ ὀχυρωτάτην ἐδείματο καί τό όνομα, ὡς εἰκός, αφῆκε τῇ πόλει. .» Προκόπιος, Περί κτισμάτων IV,3.273[2]
Μετάφραση: Dr. Pantelis Golitsis, Aristoteles-Archiv, Institut für Griechische und Lateinische Philologie, Freie Universität Berlin, Habelschwerdter Allee 45, D-14195 Berlin

Σε γειτονική περιοχή, κατά τον βυζαντινό ιστορικό Προκόπιο στο έργο του Περί κτισμάτων που συνέγραψε (553-555), βρισκόταν η θεσσαλική[3] πόλη Διοκλητιανούπολη.[4][5][6] Η Διοκλητιανούπολη έχει ταυτιστεί από τους αρχαιολόγους με αρχαία πόλη στην περιοχή Αρμενοχώρι που ανακαλύφθηκε πρόσφατα 4 χιλιόμετρα νότια της Καστοριάς.[7] Δυόμισυ αιώνες μετά την ίδρυσή της, κατά τον ίδιο ιστορικό, η πόλη μεταφέρθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565) σε οχυρή θέση στη λίμνη, την οποία λίμνη ονομάζει, για πρώτη φορά, Καστορία.[8] Για το όνομα της πόλης, αναφέρει πως ο Ιουστινιανός: «...καί τό όνομα, ὡς εἰκός, αφῆκε τῇ πόλει».

Ως προς την ονομασία της πόλης, επικρατέστερη θεωρείται η άποψη ότι προήλθε από τους κάστορες [9] που ενδημούσαν για αιώνες σ΄αυτήν. Στο 18ο αιώνα φαίνεται πως υπήρχαν ακόμη κάστορες στη λίμνη της Καστοριάς, καθώς το έγγραφο αρ. 1314 του Κρατικού Αρχείου της Βενετίας αναφέρει πως οι Καστοριανοί στέλνουν «ολίγα γουναρικά από κάστορα».[10][11] Εικάζεται ότι από την υπεράγρευση, αλλά κυρίως εξαιτίας των μεταβολών κατά τη διάρκεια των αιώνων των κλιματολογικών συνθηκών και προ πάντων της σταδιακής μείωσης των ορμητικών υδάτων από το Βίτσι, επήλθε η εξαφάνιση του κάστορα από τη λίμνη.

Η Βυζαντινή ιστορικός Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι η λίμνη ονομάζεται η της Καστορίας, ενώ το όνομα της πόλης προέρχεται από τη λέξη κάστρον της λατινικής λέξης castrum) [12][13] H άποψη πως η ονομασία Καστοριά προέρχεται από τη λέξη κάστρον θεωρείται λιγότερη πιθανή, ωστόσο συχνά αποκαλείτο κατά αυτό τον τρόπο κατά τη μεταβυζαντινή εποχή, όπως στους κώδικες της Μητροπόλεως Καστοριάς, ενώ οι κάτοικοι της πόλης συνοδεύονταν επίσης από το προσωνύμιο «καστριώτης».[14] Η τουρκική ονομασία της πόλης είναι Gölikesrili[15] (Κάστρο της λίμνης), ενώ η σέρβικη, βουλγάρικη γραφή της πόλης είναι Κοστούρ (Κυριλλικά: Костур). Κατά μια άποψη (Поповски, Търпо -1869-1913), η σλαβική ονομασία "Костур - Κοστούρ" προέρχεται από την βουλγάρικη λέξη "кост - κοστ"γ[›] που σημαίνει κόκκαλο ή και την ελληνική λέξη σκελετός (στα Βουλγαρικά, η λέξη "костур" αναφέρεται σε ένα είδος ψαριού με πολλά κόκκαλα).[16]

To όνομα της πόλης έχει συνδεθεί ακόμα με τον Κάστορα, καθώς στην τοπική μυθολογία αναφέρεται πως κτίστηκε το 840 π.Χ. από τον Κάστορα, αδελφό του Πολυδεύκη, μετά από χρησμό που έλαβε από το Μαντείο των Δελφών.[17]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απαρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δεσποτάτο της Ηπείρου, στο οποίο ανήκε και η Καστοριά, όπως ήταν από το 1252 έως το 1315

Η Καστοριά χτίστηκε στη θέση της αρχαίας πόλης Celetrum (Κέλετρον), που μνημονεύεται από τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο.[18] Κατά τον Προκόπιο, η στρατηγική θέση και η φυσική ομορφιά της περιοχής προσείλκυσε το ενδιαφέρον των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Ο Ιουστινιανός Α' μετέφερε εκείνη την πόλη σε «νησί» στο κέντρο της λίμνης και την περιέβαλε με διπλό τείχος, από το οποίο σήμερα μόνον σπαράγματα σώζονται. Το κάστρο αποτελούσαν δύο γραμμές τειχών που άρχιζαν από ένα μέρος της όχθης του λαιμού στα νότια, προχωρούσαν προς τη βόρεια όχθη της λίμνης και κατέληγαν στο ανατολικό μέρος της λίμνης. Εκεί το κάστρο γινόταν πιο φαρδύ και σχημάτιζε το ογκωδέστερο μέρος του νησιού, καταμεσίς της λίμνης.[4] Από το 927 μέχρι το 969, η Καστοριά ήταν υπό την κατοχή των Βουλγάρων, που εκδιώχθηκαν από τους Πετσενέγους με προτροπή των Βυζαντινών. Το 990, ο Τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ κατά την επιδρομή του στον ελλαδικό χώρο κατέλαβε και την Καστοριά, υπερνικώντας τη φυσική αλλά και την τεχνητή της οχύρωση. Το 1017, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος την πολιόρκησε αλλά απέτυχε να την καταλάβει.[19] Με την τελική κατάρρευση της βουλγαρικής αντίστασης, το 1019, η πόλη επανήλθε στους Βυζαντινούς.

Από το 1083, που εκδιώχθηκαν οι Νορμανδοί από τους στρατηγούς του Αλεξίου Κομνηνού, Νικηφόρο Βρυέννιο και Γεώργιο Παλαιολόγο μέχρι την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Δ' Σταυροφορία το 1204, η Καστοριά βρίσκεται άλλοτε υπό τους Νορμανδούς και άλλοτε στα χέρια των Βυζαντινών. Κατά τη διάρκεια της Πρώτης Σταυροφορίας (1096-1099) κλιμάκιο Σταυροφόρων προερχόμενο από το Μπρίντιζι περνά από την Καστοριά και μέσω Αχρίδας κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη.[20] Μετά το 1204 οι Βούλγαροι, επωφελούμενοι από τη γενική εξασθένηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, την κυριεύουν για τρίτη φορά. Ωστόσο η βουλγαρική κατοχή δεν διήρκεσε πολύ, αφού μετά από μικρό χρονικό διάστημα, όταν ο Μιχαήλ Β' Κομνηνός Δούκας συμμάχησε με τον άρχοντα Μακεδονίας και Θεσσαλίας[21] Ιωάννη Πετραλείφα, η πόλη περιήλθε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν ή Ντούσαν «Κράλη» της Σερβίας (1331-1345) διαδέχονται τα αλβανικά αφύλαρχα, όπως αναφέρει ο Κατακουζηνός,[22] στίφη που κατακλύζουν τη δυτική Μακεδονία γύρω στα 1350. Οι Τούρκοι τελικά ως οργανωμένος στρατός του Οθωμανικού εμιράτου της Βιθυνίας καταστρέφουν και δηώνουν την μακεδονική ύπαιθρο, ώσπου να εγκαταστήσουν προοδευτικά την κυριαρχία τους στις μακεδονικές πόλεις και στη περιοχή. Η τουρκική κατάκτηση καλύπτει την εικοσαετία μεταξύ 1371 και 1394.[23]

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχοντικό των αδελφών Ιωάννη και Παναγιώτη Εμμανουήλ (1750) συμμαρτύρων του Ρήγα Βελεστινλή το 1798, σήμερα στεγάζει το Μουσείο Ενδυματολογίας.

Η κατάληψη της Καστοριάς από τους Τούρκους τοποθετείται περίπου στο 1383. Έμεινε στην κατοχή τους επί περίπου πέντε αιώνες. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η περιοχή της Καστοριάς αναδείχτηκε σε κέντρο ελληνισμού διατηρώντας την εθνική συνείδηση, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα. Την εποχή αυτή η περιοχή ανέπτυξε έντονη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα και γνώρισε άνθηση στις τέχνες και τα γράμματα. Ο Γεώργιος Καστοριώτης ή Γεώργιος Καστριώτης,[24] επιφανής Καστοριανός που έφτασε ως το αξίωμα του μεγάλου κομίσου, ίδρυσε το 1705 στη συνοικία Μουζεμβίκη την εκκλησιαστική του σχολή και το 1708 μετακάλεσε από τη Βενετία τον αναγνωρισμένο λόγιο, θεολόγο και συγγραφέα Μεθόδιο Ανθρακίτη.[25] Το 1710 ιδρύθηκε το Ανώτερον Σχολείον Κυρίτζη τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε ο Μεθόδιος Ανθρακίτης.[26]

Αναντίρρητα ο Ρήγας Βελεστινλής εδραιώνεται στο υψηλότερο έδρανο των μορφών της Εθνεγερσίας. Είναι η πρώτη κρίσιμη και αποφασιστική περίοδος της αφύπνισης του Γένους και της σφυρηλάτησης της εθνικής συνείδησης. Συμμάρτυρές του οι δυο Καστοριανοί αδελφοί Ιωάννης και Παναγιώτης Εμμανουήλ και ο στενός συνεργάτης του Γεώργιος Θεοχάρης που λόγω του εγνωσμένου κύρους του και της αυστριακής υπηκοότητός του απελάθηκε και προτίμησε την Λειψία.[27] Κατά την επανάσταση του 1821 σημειώθηκαν αρκετές επιχειρήσεις στην περιοχή και ιδιαίτερα στο Βογατσικό. Καστοριανός ήταν ο οπλαρχηγός Ιωάννης Παπαρέσκας, ο οποίος πήρε μέρος στη σύνοδο της Μονής Δοβρά μαζί με άλλους οπλαρχηγούς της Μακεδονίας, ο Ευάγγελος Ιωάννου,[28] ο Αναστάσιος Καρίτσης,[29] ο Δήμος Παναγιώτου,[29] οι Ναούμ Νικολάου, Κωνσταντίνος Νικολάου, Ιωάννης Καραμπίνας,[30] Ευάγγελος Ιωάννου, Ζήσης Δημητρίου[31] κ.α.[32][33]

Στα 1867, ιδρύθηκε με πρωτεργάτη τον Αναστάσιο Πηχεών η Εθνική Επιτροπή, με πρώτα μέλη τους γιατρούς Ιωάννη Σιώμο και Αργύριο Βούζα και τους Νικόλαο Τουτουντζή, Βασίλειο και Νικόλαο Ωρολογόπουλο Ρέτζη και Απόστολο Σαχίνη. Γρήγορα διευρύνθηκε ιδιαίτερα προς την Κλεισούρα, όπου ο Πηχεών είχε διατελέσει δάσκαλος από το 1862 και είχε συνδεθεί τότε στενά με τον γνωστό γιατρό Ιωάννη Αργυρόπουλο. Η νέα «Φιλική Εταιρεία», όπως ονομάσθηκε μετά τη διεύρυνσή της, απέβλεπε στο ξεσήκωμα της Μακεδονίας εναντίον των Τούρκων. Αρχές του 1888 συνελήφθησαν από τους Τούρκους δεκαπέντε Κλεισιουριώτες και περισσότεροι από σαράντα Καστοριανοί μαζί με Μπογκατσιώτες, Κορυτσιώτες κ.α. που οδηγήθηκαν τελικά στις φυλακές του Μοναστηρίου για να δικαστούν.[34]

Μακεδονικός αγώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Ο Σουλτάνος τελικά έδινε δικαίωμα στην νέα Εκκλησία, εφόσον είχε στο εκκλησίασμα την πλειοψηφία των 2/3 να ιδρύσει Μητρόπολη και αν είχε το 1/3 τουλάχιστον να κατέχει μια εκκλησία....[35]
«Ἀν αὐτό ληφθῇ ὡς πρόσχημα διά τήν ἐνσπορᾶ διχόνοιας καί ἀναταραχής μεταξύ τὢν κατοίκων, οἱ ἔνοχοι τέτοιων ἐνεργειών θά τιμωρηθούν, σύμφωνα μέ τό νόμο».

ΑΡΘΡΟ Χ (10ον) του φιρμανιού της 10ης Μαρτίου 1870 που υπέγραψε ο σουλτάνος για τη σύσταση της βουλγαρικής εξαρχίας»

Η περιοχή της Καστοριάς αποτέλεσε τον πυρήνα προετοιμασίας και δράσης του ένοπλου απελευθερωτικού Μακεδονικού Αγώνα. Ήδη από το 1867, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύθηκε η Εθνική Επιτροπή. Αν και στην πόλη της Καστοριάς ήταν αναμφισβήτητη η κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου,[36] σε αρκετά χωριά της υπαίθρου υπήρχε σταδιακή και αυξανόμενη βουλγαρική διείσδυση, μετά τη σύσταση της βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) και ιδιαίτερα μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.[37] Φυσικό επακόλουθο ήταν να οργανωθεί και να ενταθεί, μετά την εξέγερση του Ίλιντεν [38] 1903, η αντίσταση και να αναδειχθούν σημαντικές ιστορικές μορφές, όπως ο Παύλος Μελάς, ο Γερμανός Καραβαγγέλης και ο Ίων Δραγούμης. Σημαντικοί Καστοριανοί οπλαρχηγοί έδρασαν την περίοδο αυτή, όπως ο Αριστείδης Μαργαρίτης, ο Κωνσταντίνος Γκολογκίνας, ο Σπυρίδων Δούκης και ο Χρήστος Δούκης, ο δάσκαλος Βασίλειος Μελεγκάνος[39] κ.α.[40]

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καστοριά απελευθερώθηκε κατά τον Α' Βαλκανικό πόλεμο, στις 11 Νοεμβρίου του 1912 και ο Άγιος Μηνάς τιμάται ως ελευθερωτής της πόλης.

  • Μετά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο (1914- 1918) και ύστερα από την Μικρασιατική καταστροφή και την επακολουθήσασα υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας βάσει της Συνηθήκης της Λωζάνης [41] αρχικά εγκαταστάθηκαν στον Νομό Καστοριάς 388 πρόσφυγες [42] και μετά την αποχώρηση των Τούρκων έφθασαν στην πόλη της Καστοριά (17.8.1924) 43 οικογένειες ψαράδων από την Απολλωνιάδα της Βιθυνίας [43] ύστερα από ενέργειες του τοπικού γραφείου Εποικισμού για να ασχοληθούν με το ψάρεμα στη λίμνη.[44]
  • Όταν ο Ιταλικός Στρατός κατέλαβε την Αλβανία τον Απρίλιο του 1939, υπήρξε ανησυχία στον πληθυσμό της περιοχής για την πιθανότητα ιταλικής επίθεσης, ιδιαίτερα μετά την εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Το πρωί της Δευτέρας, στις 28 Οκτωβρίου 1940, οι κάτοικοι της πόλης ξυπνούν από τα αναγνωριστικά ιταλικά αεροπλάνα και τις βροντές που προέχονταν από τα πυρά του πυροβολικού στα σύνορα. Η πόλη της Καστοριάς έπειτα βομβαρδίζεται από ιταλικά βομβαρδιστικά και αναφέρονται άμαχοι ανάμεσα στους νεκρούς και αρκετοί τραυματίες.[45] Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου[46] ήταν σημαντική η συμβολή των κατοίκων της περιοχής στον αγώνα κατά των Ιταλών, Βουλγάρων και Γερμανών κατακτητών. Η άλλοτε ανθηρή[47] εβραϊκή κοινότητα της Καστοριάς έπαψε να υφίσταται με τη βίαιη μεταφορά, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες (24 Μαρτίου 1944), 763 Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης απ΄ όπου επέστρεψαν μόνον 35.[48] Ως συνέπεια της ελονοσίας,[49] του υποσιτισμού και της αβιταμίνωσης [50] παρατηρήθηκε στην περιοχή ραγδαία αύξηση των περιστατικών φυματιώσεως[51] Ο γιατρός και τότε δήμαρχος της πόλης, Σαράντης Τσεμάνης, ως μάρτυρας κατηγορίας κατά των Ιταλών και Βουλγάρων εγκληματιών πολέμου στη Δυτική Μακεδονία το 1941-44 (πχ Ράβαλι, Άντον Κάλτσεφ)[52] στη Αθήνα το 1946, προκάλεσε αίσθηση στο δικαστήριο, όταν με παλλόμενη φωνή είπε: «... η νεολαία της Δυτικής Μακεδονίας είναι καταδικασμένη εις τον δια φυματιώσεως θάνατον. Έχει κοκκινίσει το χώμα από τας αιμοπτύσεις. Η Καστοριά πρέπει να μεταβληθεί εις ένα απέραντον Σανατόριον, δια να γιάνη τα αγιάτρευτα, που ετσάκισαν, νιάτα της».[53]
  • Στην περίοδο του Εμφυλίου πολέμου (1946-1949), η περιοχή της Καστοριάς αποτέλεσε το επίκεντρο εξέλιξης της ένοπλης αιματοχυσίας και των θλιβερών κοινωνικών συνεπειών που ακολούθησαν. Οι σφοδρές μάχες στα ορεινά της συγκροτήματα στο Γράμμο και στο Βίτσι[54] προκάλεσαν απερίγραπτα δεινά στην πόλη. «Στην ασφυκτικά κατοικημένη και στενά πολιορκημένηδ[›] Καστοριά παρουσιάζονταν συχνά σοβαρές ελλείψεις βασικών ειδών, όπως καυσόξυλα, φωτιστικό πετρέλαιο και είδη διατροφής... όσοι τολμούσαν να εξέλθουν στα γειτονικά χωριά προς ξύλευση, αντιμετωπίζονταν από τους Αντάρτες ως πράκτορες των Μοναρχοφασιστών (sic) και από τις κρατικές αρχές ως πράκτορες των Σλαβοκομμουνιστών (sic)».[55] «Τον Ιούνιο του 1949 καταμετρήθηκαν 77.822 καταφυγόντες[56] των μερικώς ή ολικώς εγκαταλελειμμένων χωριών της περιοχής για να φθάσουν συνολικά σε διάφορες πόλεις από όλη τη πληττόμενη γεωγραφική ζώνη τις 684.507 την ίδια εποχή.»[57] Κάτω από αυτές τις συνθήκες αρκετά παιδιά κυρίως των καταφυγόντων που είχαν χάσει τον ένα ή τους δυο γονείς τους και όσα δεν τύχαιναν στοιχειώδους οικογενειακής φροντίδας μεταφέρθηκαν στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορική εξέλιξη πληθυσμού της Καστοριάς[58]
Έτος Πληθυσμός  %±
1940 11.121 _
1951 10.049 -9,6
1961 11.778 17,2
1971 16.043 36,2
1981 17.915 11,6
1991 17.094 -4,6
2001 17.038 -0,3
2011 [59] 16.958 -0,5

Βυζαντινοί ναοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Kουμπελίδικη με την χιλιόχρονη ιστορία της, «έμβλημα» της πόλης της Καστοριάς, κτίσθηκε στο ψηλότερο σημείο της.

Η Καστοριά με τις 72 εκκλησίες της είναι η μόνη πόλη στην Ελλάδα που σώζει σε μεγάλο βαθμό αδιάλειπτα τη βυζαντινή [60] και μεταβυζαντινή μνήμη. Με εξαίρεση το Άγιον Όρος μόνο στην Καστοριά υπάρχουν φορητές εικόνες της Κρητικής Σχολής και μάλιστα πρώιμης χρονολογίας. Οι εκκλησίες, οι τοιχογραφίες,[61] οι φορητές εικόνες και τα αρχοντικά, είναι μάρτυρες οικονομικής ακμής και πολιτισμού σχεδόν 10 αιώνες περίπου. H ανέγερση των εκκλησιών της Καστοριάς, όπως του Αγίου Γεωργίου 1085 από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλέξιο Κομνηνό[62] συνεχίστηκε από μια πλειάδα της εκάστοτε μακραίωνης τοπικής αριστοκρατίας ως κτητόρων, όπως π.χ. των Αγίων Αναργύρων και του Νικολάου Κασνίτζη.[63] Το μοναστήρι της Μαυριώτισσας του 11ου αιώνα είναι τοιχογραφημένο και στην εξωτερική όψη, όπως συνηθίζεται στη Βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Στις τοιχογραφίες του ναού, επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είχαν αφαιρεθεί τα μάτια από όλα τα εικονιζόμενα πρόσωπα.

Μερικές από τις βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες που σώζονται σήμερα στη Καστοριά είναι οι:

  • Η Παναγία η Καστριώτισσα, γνωστή ως Κουμπελίδικη, αρχές του 11ου αι. (1020-1025) κατά την επικρατέστερη άποψη (Krautheiemer, Wharto-Epstein)[64] που βασίζεται στο ιστορικό γεγονός της λήξης των επιχειρήσεων (1019) για την εκδίωξη των Βουλγάρων από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο.[65] Είναι η μοναδική εκκλησία της Καστοριάς με τρούλο και η μοναδική με την απεικόνιση της Αγίας Τριάδας.
  • Ιερά Μονή της Μαυριώτισσας (περί τα τέλη του 11ου αι.) που προϋπήρχε της Κουμπελίδικης ως Μοναστηρικό συγκρότημα.
  • Ο Άγιος Στέφανος του (11ου αι.) είναι η μοναδική παλιά εκκλησία με γυναικωνίτη.
  • Ο Ταξιάρχης Μητροπόλεως (11ου αι.)
  • Οι Άγιοι Ανάργυροι (12ου αι.) είναι ο μοναδικός ναός στην Καστοριά που έχει μαρμάρινο διάκοσμο, αμφικιόνια, επίκρανα και περιθυρώματα με ποικίλα ανάγλυφα σ΄όλες τις πύλες.
  • Ο Άγιος Νικόλαος του Κασνίτζη (δεύτερο ήμισυ 12ου αι.). Ονομάσθηκε έτσι από τον κτήτορά της μάγιστρο Νικηφόρο Κασνίτση, για να διακρίνεται από τους υπόλοιπους 11 ναούς που είναι αφιερωμένοι στον ίδιο Άγιο.
  • Άγιος Αθανάσιος του Μουζάκη κοντά στη Μητρόπολη, η μικρή μονόχωρη ξυλόστεγη εκκλησία με κτητορική επιγραφή Θεοδώρου Μουζάκη. Ανειγέρθη κέ ὴνεκενίστει ἐκ βάθρου κέ κόπου κέ μόχθου ὁ θείος και πάνσεπτος ναός οὐτος...ςω∫ϟβ΄(sic) (1392)
  • Ναός Αγίων Τριών (14ου αι.)
  • Ναός Αγ. Νικολάου Μαγαλειού (16ου αι.)

Αγιογραφίες- Εικονογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ειρήνη Παλαιολογίνα (κόρη του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου[66] σε εξωτερική τοιχογραφία του Ταξιάρχη Μητροπόλεως

Ο Ταξιάρχης Μητροπόλεως (υπάρχει και ο Ταξιάρχης στο παλαιό Γυμνάσιο) μετά τον Άγιο Στέφανο είναι η δεύτερη εκκλησία στην Καστοριά που διατηρεί σε σημαντική έκταση τοιχογραφίες του 13ου αι., μεταξύ των οποίων διακρίνεται η μητέρα του αφιερωτή Μιχαήλ Ασέν Α΄, Ειρήνη Κομνηνή, ο Επιτάφιος Θρήνος και η δεομένη Παναγία.

Η τεχνοτροπική ομοιότητα των τοιχογραφιών του 11ου αι. στους ναούς του Αγίου Στεφάνου και του Ταξιάρχη Μητροπόλεως δηλώνει την επαφή των εργαστηρίων της πόλης με άλλα καλλιτεχνικά κέντρα, όπως της Καππαδοκίας και βεβαίως της Κωνσταντινούπολης. Η πλειονότητα των έργων του 12ου αι. χαρακτηρίζεται για την εκφραστικότητα των προσώπων, την επιβλητικότητα και τη δυναμική των μορφών. Οι Άγιοι Ανάργυροι και και ο Άγιος Νικόλαος του Κασνίτζη (πλατεία Ομόνοιας) είναι ναοί με χαρακτηριστικά δείγματα της υψηλής τέχνης που αναπτύχθηκε τον 12ον αι. Ακμάζουσα σχολή τοιχογραφίας και αγιογραφίας αναπτύχθηκε στην Καστοριά κατά το 12ο αιώνα, κυρίως αντικλασικής τεχνοτροπίας, ενώ σπουδαία δείγματα έργων που βρίσκονται σε εκκλησίες της πόλης μαρτυρούν την παρουσία εργαστηρίων[67] προερχόμενα από σημαντικά καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής. Το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, διαδοχικές στρατιωτικές εκστρατείες συντέλεσαν στην παρακμή της καλλιτεχνικής ζωής της πόλης. Κατά το δεύτερο μισό του αιώνα σημειώθηκε ωστόσο μια νέα περίοδος ακμής, κατά την οποία ένα εκτενές πρόγραμμα τοιχογραφιών περατώθηκε, πιθανώς από τοπικά εργαστήρια ή από καλλιτέχνες με καταγωγή από την Καστοριά. Η πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης συνέχισε να γνωρίζει ακμή κατά το 15ο αιώνα με την ανοχή των οθωμανικών αρχών. Το ύφος που διαπνέει τα έργα αυτής της περιόδου διακρίνεται για τα αντικλασικά στοιχεία του και ταυτόχρονα από τη διάθεση ανανέωσης της βυζαντινής τέχνης εισάγοντας καινοτομίες από καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης.[68]

Αξιοσημείωτες αναφορές για τη γουνοποιία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαζί με τη λίμνη της,[69] ευρύτατα γνωστό χαρακτηριστικό της πόλης είναι η δραστηριοποίηση των κατοίκων της για περισσότερα από πεντακόσια χρόνια στην τέχνη της γουναρικής (την πρώτη έγγραφη μαρτυρία εντοπίζουμε σε Πατριαρχικόν σιγίλλιον έτους 1574, με το οποίο ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ανέθεσε τον έλεγχο της περιουσίας των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους στην περίφημη συντεχνία των Καστοριανών γουναράδων της Κωνσταντινουπολίτικης παροικίας).[70]

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει εδώ για τη συντεχνία (ρουφέτι των γουναράδων) των Ελλήνων γουναράδων της Κωνσταντινούπολης, που τη σύστασή της ανάγουν οι ερευνητές στον 16ο αι. Το 1780 ο πατριάρχης Σωφρόνιος, ύστερα από αίτηση των μοναχών του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Πάτμου, ανέθεσε στους γουναράδες την επιστασία της ιστορικής μονής.
«Παρεκινήσαμεν αυτούς και προετρεψάμεθα αναδειχθήναι την επιτροπικήν διοίκισιν και επιστασίαν της μονής ταύτης και πάντα κόπον και αγώνα και μόχθον καταβαλείν αφειδώς εις λυσιτέλειαν και ωφέλειαν του ιερού τούτου και σεβασμίου Μοναστηρίου (...)»
ΙΕΕ, Τόμος ΙΑ΄σ.191

Η γούνα αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο ενδυμασίας και ήταν σύμβολο αρχοντιάς και τρόπος κοινωνικής προβολής. Ο Γάλλος περιηγήτης Antoine Olivier,[71] στο τέλος του 17ου αι., μιλώντας για τους Έλληνες της Πόλης, αναφέρει, ότι πλούσιοι φορούσαν τον χειμώνα δυο και τρεις γούνες, τη μιά επάνω στην άλλη εν πέντε σισύραις εγκεκυρδυλημένος, όπως έγραφε στα 1880 ο Γεώργιος Βιζυηνός από το Γκαίτιγκεν της Γερμανίας), αλλά και οι φτωχοί χρησιμοποιούσαν ευτελέστερες από λαγό, τσακάλι ή αρνί. Οι περισσότερες γυναίκες, γράφει χαρακτηριστικά, έχουν δέκα και δώδεκα φουστάνια με γουναρικά που μερικά από αυτά αξίζουν 15.000-20.000 φράγκα. Αυτή τη ματαιόδοξη τάση επιδείξεως της διοικητικής και οικονομικής αριστοκρατίας της Κωνσταντινουπόλεως εκμεταλλεύθηκαν οι οι Έλληνες γουναράδες και δημιούργησαν το προσοδοφόρο επάγγελμα και εμπόριο που απλώνονταν και έξω από τα σύνορα της αυτοκρατορίας, στην Αυστρία, στην Ουγγαρία, στην μακρινή Ολλανδία. Η οικονομική ευεξία των γουναράδων της Κωνσταντινουπόλεως ιδιαίτερα στον 18ο αι. υπήρξε σημαντικός παράγοντας όχι μόνο για την επιβολή τους ανάμεσα στους ομοεθνείς, αλλά και για την άσκηση επιρροής στους Τούρκους αξιωματούχους, από τους ανωτέρους ως τους κατωτέρους. Επικεφαλής της συντεχνίας (πρωτομαϊστορες)[72] αναφέρονται πρόσωπα που βοήθησαν στην πραγματοποίηση κοινωφελών έργων. Ανάμεσά τους την πρώτη ασφαλώς θέση κατέχει ο Μανωλάκης Καστοριανός, προστάτης των γραμμάτων και ενισχυτής σχολείων, ο πρωτομαϊστωρ Αθανάσιος που διέθεσε το 1720 μεγάλο ποσό για την επισκευή του πατριαρχικού ναού και άλλοι.[73] Στα τέλη του 19ου αι., διερχόμενος από την Αχρίδα, ο Βίκτωρ Μπεράρ γράφει ότι το 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι.[74]

Η τέχνη της γουναρικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τέχνη των καστοριανών γουνοποιών συνιστάται στην ειδική επεξεργασία των χορδάδων (αποκομμάτων δερμάτων, αυτά δηλαδή που αποκόπτονταν από άλλους ως φύρα) που χειρίζονται με μοναδικό τρόπο και με ιδιαίτερη τεχνική.ε[›]( Λόγω της μεγάλης ζήτησης των γουναρικών, απαγορεύτηκε για κάποια χρονική περίοδο η χρήση τους με σουλτανικό διάταγμα[75] το 1713 γιατί επήλθε «σπάνις γουνών». Τότε (18ος αι.) ανέκυψε η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τα αποκόμματα για να καλύψουν τη μεγάλη ζήτηση. Πρόκειται για συρραφή μικρών τεμαχίων που κόβονται σε μικρότερες λωρίδες και υπολωρίδες για να επιτευχθεί ο ομοιόμορφος, ελκυστικός, εντυπωσιακός και ενιαίος φυσικός χρωματισμός, η επιθυμητή φορά του τριχώματος (διαλογέας, κόφτης, χρωματιστάς (sic) που ξεχώριζε κατά χρώματα τα κομμάτια τού δέρματος, αλλά και κατά είδος (ζερβά ποδαράκια, δεξιά ποδαράκια, γιατί δεν χρησιμοποιούνταν μαζί στο ίδιο παλτό, κεφάλια, ουρές κτλ.)στ[›](για παράδειγμα το μαύρο γουναρικό υπήρχε σε δέκα και περισσότερες αποχρώσεις),[76] καμπαντοσύνη (ίδια φορά τριχώματος), συρραφή σε ειδικές μηχανές, σταματωτάς (σταματώνω, βρέχω και τανύζω τα δέρματα) σε ξύλινες τάβλες (σταματούρα) και έκθεση στον ήλιο συρραμένων κομματιών) κ.α. μέχρι το τελικό προϊόν. Όλα αυτά κατέστησαν τις γούνες της Καστοριάς περιζήτητες στην παγκόσμια αγορά και προσέδωσαν στην πόλη τη γνωστή της φήμη και την οικονομική, κατά καιρούς, ευεξία της. Το χαμηλό κόστος των χορδάδων, ο καταμερισμός της εργασίας, η εξιδίκευση με πρώτιστη του χρωματιστά κάνανε περιζήτητες τις γούνες τις Καστοριάς ως αληθινά κομψοτεχνήματα.

Τα αρχοντικά της Καστοριάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείγματα της λαμπρής άνθησης της βιοτεχνικής και εμπορικής δραστηριότητας των κατοίκων της Καστοριάς κατά τη διάρκεια ιδιαίτερα του 18ουαι. (1710-1726) και (1760 ως το τέλος του αιώνα) αποτελούν τα πολυάριθμα πανύψηλα αρχοντικά της καμωμένα για τις βιοτικές ανάγκες των ενοίκων της. Ήταν τότε που υπογράφηκαν διάφορες διεθνείς συνθήκες και επεκράτησε ειρήνη και ελευθερία επικοινωνίας στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη.[77] Παρουσιάζουν ακόμα και σήμερα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ως οικιστικό σύνολο. Με εσωτερικούς χωρισμένους λειτουργικούς χώρους, εσωτερικές διακοσμήσεις, περίτεχνα ξυλόγλυπτα στα σανιδώματα στις οροφές, πολύχρωμους υαλωτούς φεγγίτες υψηλής αισθητικής, ζωφόρους κατάκοσμους, πλήθος φυτομορφικών διακοσμήσεων και ρόμβων δημιουργούν και συνθέτουν ένα ιδιότυπο εσωτερικό χώρο, που βρίσκει την καλύτερη έκφρασή του στην Καστοριά, ένα ιδιότυπο Μακεδονικό ρυθμό.[78] Είναι κατ΄εξοχήν δείγματα λαϊκής αρχιτεκτονικής. Γενικά στα αρχοντικά της Καστοριάς υπάρχει μια ισορροπία σε σχέση με το περιβάλλον, διατηρούν ακέραιες τις αρετές του μέτρου και της ανθρώπινης κλίμακας.[79] Ανάλογα με την κλίση του εδάφους ήταν τριώροφα και τετραώροφα, όταν δεν υπήρχε κλίση ήταν μόνο το ισόγειο, το μεσοπάτωμα και ο όροφος. Τα μεγάλα σπίτια για πρώτη φορά απέκτησαν τζαμλίκια και ξύλινα παράθυρα που οι Τούρκοι τα αποκαλούσαν «κιρκ πεντζέρ» (=σαράντα παραθύρια).

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λίμνη της Καστοριάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Λίμνη Ορεστιάδα
Αργυροπελεκάνοι τον χειμώνα στην λίμνη της Καστοριάς.
Υδρόβια βλάστηση δίπλα στη πόλη.

Η λίμνη της Καστοριάς σε υψόμετρο 620μ.,που έχει σχήμα έλλειψης και τα νερά της περιβρέχουν την πόλη, έχει επιφάνεια 28,655 τετραγωνικά χλμ. μέγιστο μήκος 7.500μ., μέγιστο πλάτος 5.425μ.[81] και είναι η ογδόη σε μέγεθος λίμνη στην Ελλάδα.[82] Το βάθος της κυμαίνεται από 8-12 μέτρα και η μέση θερμοκρασία είναι 22 βαθμοί Κελσίου. Η λίμνη έχει πολλές εισροές νερού από τα δυτικά και μια εκροή στον ποταμό Αλιάκμονα. Σε παλαιότερη εποχή η λίμνη περιέβαλλε εξ ολοκλήρου το βραχόβουνο που σχημάτιζε έτσι μια νησίδα.[83]

  • Ένα περίεργο φαινόμενον της λίμνης, όπως μας το περιγράφει ο Παναγιώτης Παπαναούμ στην αυτοβιογραφία του το 1851:

    Και άλλο τι περίεργον συμβαίνει τακτικώς κατ΄ έτος και μήνα Αύγουστον εν Καστορία, το γνωστόν υπό το όνομα: «αρρώστησε το νερό». Η λίμνη της πατρίδος μου σχετικώς προς την ανώμαλον θέσιν της πόλεως διαιρείται εις δύο, εις Δολτζινήν (μεσημβρινήν δηλ. νοτιοδυτική) και Αποζερενήν (Αρκτικήν δηλ. βορειοανατολική). Αρχομένου του μηνός Αυγούστου μέχρι της 15 αυτού, ήτοι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αι εξ επαγγέλματος λευκάστριαι διακόπτουσι τας εργασίας των όπως αι Δρυμάδες, λέγουσαι δε ότι αι δρύμαι της λίμνης κόπτουσι τα πανιά των.

Το αληθές είναι, ότι αρρωστά το νερόν της λίμνης κατά πρώτον ως επί το πλείστον εις το αρκτικόν μέρος αυτής επί 8 (οκτώ) ολοκλήρους ημέρας και ακολούθως μέχρι της 15ης Αυγούστου εις το μεσημβρινόν. Συμβαίνει δε η ασθένεια του ύδατος, ως αποκαλεί το φαινόμενον τούτο η κοινή των πολιτών φράσις, κατά τον εφεξής τρόπον: Αίφνης η θερμοκρασία του ύδατος ψυχρούται επί τοσούτον, ώστε και η χρήσις των λουτρών της λίμνης υπό πολλών διακόπτεται, το ύδωρ μελανούται και οι ιχθείς μέχρι δύο λίτρων περίπου βάρους νήχονται (κολυμπούν, επιπλέουν) επί της επιφανείας του ύδατος ως μέθυσοι και συλλαμβάνονται υπό των κατοίκων δια της χειρός. Όλως το αυτό φαινόμενο παρουσιάζεται μετά 8 ημέρας εις το αντίθετον μέρος της λίμνης, το μεσημβρινόν, και διαρκεί μέχρι της 15ης Αυγούστου. Ουδεμία μέχρι τούδε, ως πληροφορούμαι, εγένετο απόπειρα περί ανακαλύψεως της καθ΄αυτό αιτίας του φαινομένου, εικάζω όμως ότι αύτη προέρχεται εκ πηγών σιδηρούχων ευρισκομένων εν τω πυθμένι της λίμνης. Ό,τι δε αποκαθιστά σκοτεινόν το φαινόμενον είναι η περιοδική αυτού κατά μήνα Αύγουστον εμφάνισις. Πιθανόν με τον χρόνον να γίνη η ανακάλυψις του εν λόγω φαινομένου υπό επισήμων ανδρών.    

Αξιόλογοι Καστοριανοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καστοριανοί συγγραφείς- Λογοτέχνες και Διηγηματογράφοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θωμάς Μανδακάσης (1709-1796), Στοιχεία Φυσικής, Στοιχεία Μαθηματικών, Λογική του Ευγένιου Βούλγαρη, περί των αοράτων δια των ορατών εννοουμένων πραγμάτων κ.α.
  • Δημήτριος Σακελλάριος, ΤΟ ΜΕΓΑ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟΝ, Τόμοι 4, Εν Βούδα εν τω τυπογραφείω του Πανδιδακτηρίου (1818)
  • Παναγιώτης Παπαναούμ, Αδαμάντινον Δακτυλίδιον, Διάλογος δύο φίλων- Εν Λειψία εκ της τυπογραφίας Καρόλου Τάουνχνιτζ (1851) κ.α.
  • Αριστοτέλης Ζάχος, Τα καράβια της Καστοριάς, Ν. Σφενδόνη- Μακεδονικόν Ημερολόγιον (1936)
  • Παντελής Τσαμίσης, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949
  • Ευστάθιος Πελαγίδης, Η Καστοριά πριν 300 χρόνια, η μαρτυρία του Εβλιγιά Τσελεμπή (Evliya Celebi)-1660 Δοκίμιον-Πραγματεία) 1975 και άλλα πανεπιστημιακά συγγράμματα.
  • Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία Φρονημάτων, Τόμοι 2, Εκδ. Βάνιας,ISBN 960-288-023-6 και ISBN 960-288-039-2- Η Μακεδονία στη δίνη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και άλλα πανεπιστημιακά συγγράμματα
  • Πάνος Τσολάκης, Η λίμνη και τα καράβια της, η εβραϊκή συνοικία στην Καστοριά, η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς, Εκδ. Επίκεντρο 2009 ISBN 9789604582242, προσφυγικός συνοικισμός της Καστοριάς ISBN 978-960-99561-0-9, Θεσσαλονίκη, 2010 και άλλα πανεπιστημιακά συγγράμματα.
  • Χρυσόστομος Τζημάκας, Ένα βιολί stradivarius, κραυγή της κίσσας και άλλα πανεπιστημιακά συγγράμματα.
  • Λεωνίδας Κοβάτσης, Μεταφυσική και αισθητική, Το Μυστήριο της Μεταμόρφωσης και άλλα πανεπιστημιακά συγγράμματα.
  • Σοφία Δαγκλή-Παναγιωτίδου, Επανάληψη 1990, Οι δυο πατρίδες 1997, Οι Στρατιώτες του νερού 2011, εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, ISBN 978-960-398-324-8 κ.α.
  • Νίκος Δόϊκος, Καστοριανά Μνημεία, εκδόσεις Χρωμογραφή, 1995, Ο Ανάριθμος Δρόμος, Πρόλογος Ευ.Βενιζέλος ,Εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2009 ISBN 978-960-458-192-4 ,Μετά τη βαρβαρότητα «Βιωματικός Μινιμαλισμός», Εκδόσεις Καστανιώτη, 2012 ISBN 978-960-03-5415-7 (Πανελλήνιο Βραβείο πολιτικο-κοινωνικού δοκιμίου "Παναγιώτη Φωτέα" 2012).
  • Ιφιγένεια Διδασκάλου, Ποιητικές συλλογές, μελέτες, πεζά, λαογραφικά, όπως: Καστοριά πατρίδα μου (1976)
  • Κώστας Δουφλιάς, Τα τραγούδια της Άνω Μακεδονίας
  • Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασταύρου, Μάνες από φλόγα, εκδ. Καλυψώ κ.α.
  • Μπέσση Μιχαήλ, Αποζερινά αρώματα, ο κήπος των συνειρμών κ.α.
  • Ουρανία Μπάγγου, Γραμμένα Λόγια, εκδ. Αρμός, τα Ανθοπέταλα του Έρωτα κ.α.
  • Χαρά Σαρρηγιανίδου,, Κάποια πρωϊνά στο δρόμο κ.α.
  • Λουκάς Χ.Σιάνος, Καστοριανές εικόνες, παλιά καστοριανά- Λαογραφία, Εκδόσεις Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου «ΑΡΜΟΝΙΑ», 1988
  • Βενετία Α. Σιώντα, "Εναέτια Ιμάτια", Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Τζο Πάτση, Α' έκδοση 2010, Β' έκδοση 2011, "Λεξικό Γούνας με Καστοριανό Γλωσσάρι":Πουλιόπουλος Λεωνίδας-Σιώντα Βενετία, Εκδόσεις Ίων, 2005.
  • Νώντας Τσίγκας, Ου απάν' κι ου κάτ' ου κόσμους (2009), Μαύρο χιόνι, εκδ. Διάπυρον (2010)
  • Γιώργος Γκολομπίας (1960-2009), Φωτογραφικά πορτραίτα (φωτ. αρχείο Λεωνίδα Παπάζογλου) από την Καστοριά και την περιοχή της την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, 2004 ISBN 960-880-28-22. Ψάχνοντας το χρυσάφι, Διηγήματα, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2009. ΟΙ ΚΑΡΤ-ΠΟΣΤΑΛ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ 1904-1925, ΚΟΖΑΝΗ 1996.

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ α: Στην ίδια περιοχή και στη θέση της σημερινής Καστοριάς, ο Τίτος Λίβιος (64 π.Χ.-17 μ.Χ.) μνημονεύει, πρώτος και μόνος απ΄τους αρχαίους ιστορικούς, την πόλη Celetrum, «in paeninsula situm-εν χερσονήσω κειμένη».[106] Πάντως ο Παναγιώτης Παπαναούμ στην αυτοβιογραφία του (1871) δεν έχει αμφιβολίες για την ταύτιση : «Εγεννήθην εν Καστορία πάλαι Κέλετρον[107] καλουμένην».

^ β: εδείματο• την έκτισε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε προκαλούσε φόβο στον εχθρό. Πεντέμισυ αιώνες αργότερα (1083) η Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα περιγράφει, ότι οι πολιορκητές μηχανές και τα πετροβόλα μηχανήματα μέρα και νύχτα μαχόμενα όχι μόνο το τοίχος δεν υποχώρησε, αλλά ούτε καν διερράγη.

^ γ:  Στα βουλγαρικά η λέξη κόκκαλο (αρχ.κόκκαλος που έγινε ουδέτερο κατά το οστούν)[108] λέγεται Kokal,[109] kost στα σερβοκροατικά[110] και γενικότερα kosca στις σλαβικές γλώσσες. Η βουλγάρικη λέξη "Кост" σημαίνει οστό-κόκκαλο (η λέξη ετυμολογείται από την Ελληνική λέξη "οστό").[111]

^ δ:  «Πολλοί εξ αυτών είχαν χάσει προσφιλή τους πρόσωπα και τα σπίτια, καθώς και κάθε ελπίδα να εύρουν πάλι τη χαμένη οικογενειακή ζωή στο χωριό τους. Τα παιδιά ιδίως υποσιτισμένα, ρακένδυτα και συχνά ανυπόδητα, χωρίς σχολείο πολλά επί σειρά ετών, παιδιά χωρίς διαπαιδαγώγηση και οικογενειακή φροντίδα, εξαγριωμένα σε βαθμό επικίνδυνο κάποτε, παιδιά καχεκτικά και κυρτωμένα που είχαν ωριμάσει πρόωρα, πριν γνωρίσουν τις χαρές του παιδιού, περιφέρονταν στους δρόμους σε αγέλες, όπως τα αδέσποτα σκυλιά και για τον ίδιο λόγο: την εξεύρεση τροφής. Οι κατά τόπους υγειονομικές υπηρεσίες κατέβαλλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να προλάβουν επιδημίες με τον προληπτικό εμβολιασμό των Καταφυγόντων με αντιεξανθηματικό και αντιφυματικό εμβόλιο και αντιδιφθεριτικό ορό. Οι ελάχιστες κλίνες στα κρατικά νοσοκομεία δεν αρκούσαν ούτε για τους τραυματίες Στρατιώτες και τους σακατεμένους από τις νάρκες των Ανταρτών.[112]

^ ε:  Η άποψη του Θρασύβουλου Παπαστρατή, «Στάχτες και δάκρυα στη λίμνη της Καστοριάς», ότι, οι εκ Ισπανίας Σεφαρδίτες (1492- 1498), φέρανε από την Αχρίδα τη γούνα στην Καστοριά δεν ευσταθεί, όπως ενδεικτικά αναφέρεται παρακάτω. Ο Βίκτωρ Μπεράρ στο οδοιπορικό του (1892) σ.156 γράφει: Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Στα 30-40 εργαστήριά τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσον αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και οι Εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν στην αγορά. Οι Καστοριανοί γνώριζαν την τέχνη δυο- τρεις αιώνες νωρίτερα, οι δε άρχοντες της Αχρίδας χρησιμοποίησαν τα γουναρικά από τον 17ο αιώνα, νωρίτερα απαγορευόταν από τους Τούρκους να χρησιμοποιούν οι ραγιάδες γουναρικά.[113] Τον 17ο αι. αναφέρονται Έλληνες γουνέμποροι όπως ο Μανωλάκης Καστοριανός και στις αρχές των δεκαετιών του 19ου αι., ενδεικτικά, οι Δημήτριος Μπετλής, Αφοί Βελρδάρη, Γεώργιος Δράσκας, Κωνσταντίνος Παπαναούμ, Ιωάννης και Γεώργιος Θεοχάρης, όπως μας πληροφορεί στο οδοιπορικό του ( Καστοριά-Λειψία) μέσω Νύσσας, Πέστης, Βιέννης, Πράγας, Δρέσδης, όπου συναντά τους παραπάνω Καστοριανούς γουνεμπόρους ο Παναγιώτης Παπαναούμ το έτος 1822. Ένας περιορισμένος αριθμός Εβραίων ασχολήθηκαν ως μεσίτες.

^ στ: ΄Ενας πολύ καλός χρωματιστάς μπορεί να πετύχει μέχρι και δέκα αποχρώσεις διαφορετικών αποκομμάτων π.χ. του γκρι-γκρι, σχιστόλιθου, ανοιχτού γκρι, στάχτης, ασημί, ομίχλης, απαλού μπλέ, λεβάντας, απαλού γκρι, cool. Ό,τι απέμεινε από τα δέρματα- κεφάλι, πόδι, κοιλιά- ως μη εκμεταλλεύσιμα- στέλνονταν από την Αμερική στα εργαστήρια της Καστοριάς μέσα σε μεγάλες λινάτσες καλά συρραμένες (μπάλες).

^ ζ: Από επιγραφή στην εκκλησία του Νικολάου του Κασνίτζι ως αντίδωρο για τις ευεργεσίες του αγίου προς τον ιδρυτή συνάγεται ότι ο Κασνίτζης εξορίστηκε στην Καστοριά. Η Καστοριά χρησίμευσε και ως τόπος εξορίας παλατιανών και άλλων ανωτέρων αξιωματούχων του Βυζαντινού Κράτους, όπως μαρτυρεί και ο Κεδρηνός, που αναφέρει ότι η συμβασιλεύουσα Ειρήνη η Αθηναία εξόρισε στην Καστοριά δύο από τους οπαδούς του γιου της Κωνσταντίνου ΣΤ΄ που συνωμότησαν εναντίον της.

Υποσημειώσεις - Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Όπως δημοσιεύτηκε στον τόμο απογραφής πληθυσμού και κατοικιών του 1971, πίνακας 4, Μέσος σταθμικός των υψομέτρων εκάστου δήμου ή κοινότητος, σ. 441.
  2. Το τρίτο σύγγραμμα του Προκοπίου Περί κτισμάτων είναι χωρισμένο σε έξι βιβλία και περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή των πολυάριθμων οικοδομικών και άλλων δημόσιων έργων, που αναγέρθηκαν ή επισκευάστηκαν στην εποχή του Ιουστινιανού ως το 550 μ.Χ., από τη μεγάλη εκκλησία της Αγίας Σοφίας ως τα οχυρά και τα κάστρα όλων των συνόρων της Αυτοκρατορίας
  3. Οι γεωγραφικοί προσδιορισμοί εκείνη την εποχή ήταν πολύ πιο ρευστοί από ό,τι είναι σήμερα... Θρακικές πόλεις, π.χ., όπως η Ραιδεστός, η Ηράκλεια ή η Αδριανούπολη, θεωρούνταν τον 13ο αιώνα μακεδονικές.
  4. 4,0 4,1 Προκόπιος Περί κτισμάτων, 4.2.3.
  5. Αντώνιος Κεραμόπουλος, Ορεστικόν Άργος-Διοκλητιανούπολις- Καστορία, Βυζαντινά και Νεοελληνικά Χρονικά) σελ. 56-59, Αθήνα 1932
  6. Διονύσιος Ζακυνθηνός, Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών σπουδών έτος ΙΖ΄σελ. 225-226, Αθήνα 1941.
  7. Η περίοδος του Ιουστινιανού, Η βυζαντινή πόλη της Καστοριάς, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Ανακτήθηκε 09/10/2010.
  8. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Δ', 3.273 : «Λίμνη δε τις αυτή εν γειτόνων τυγχάνει ούσα ή (η οποία) Καστορία ωνόμασται».
  9. Κ. Άμαντος, Μακεδονικά Σημειώματα, Νέα Εστία, έκτακτο τεύχος, Χριστούγεννα 1932 σ.72.
  10. Κ. Άμαντος Castor Fiber (αργυρόχροος), Μακεδονικά σημειώματα σελ.72 (1932)
  11. The New Cambridge Medieval History: c. 900 - c. 1024, τ.ΙΙΙ, σ. 600, Cambridge University Press, 2000, ISBN 0-521-36447-7.
  12. Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, 6.1.1.12 (1137-1148 μ.Χ.) : «Λίμνη τίς ἐστί ἡ τῆς Καστορίας ἐν ᾗ τράχηλος ἀπό τῆς χέρσου εἰσέρχεται καί περί τό ἀκρον εὺρύνεται εἰς πετρώδεις βούνους ἀποτελευτῶν.Περί δε το τράχηλον και πύργοι και μεσόπυργοι ωκοδόμηνται κάστρου δίκην, όπερ και Καστορία ονομάζεται». Απόδοση στη νεοελληνική Αλόη Σιδέρη, Εκδ.ΑΓΡΑ,ISBN 960-325-107-0
  13. Η Άννα Κομνηνή κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη μονή έγραψε το ιστορικό σύγγραμμα «Αλεξιάς» (15 βιβλία) που είναι αφιερωμένο στο πατέρα της Αλέξιο και καλύπτει τα γεγονότα της περιόδου 1069-1118.
  14. Δρακοπούλου (1997), σελ. 14
  15. Λεκτικό από κιτάπι αγοραπωλησίας μαγαζιού: Gölikesrili Pandeli veled-i Kostanti (από Καστοριά Παντελής γιος Κωνσταντή sene 1298 [8 Ιανουαρίου 1883]).
  16. Поповски, Търпо. Македонски дневник. Спомени на отец Търпо Поповски, Издателство Фама, София, 2006, стр. 5.
  17. Δρακοπούλου (1997), σελ. 15
  18. Δημήτρης Κ. Σαμσάρης, Ιστορική γεωγραφία της ρωμαϊκής επαρχίας Μακεδονίας (Το τμήμα της σημερινής Δυτικής Μακεδονίας), Θεσσαλονίκη 1989 (Έκδοση της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών), σ.152
  19. The New Cambridge Medieval History: c. 900 - c. 1024, τ.ΙΙΙ, σ. 600, Cambridge University Press, 2000, ISBN 0-521-36447-7.
  20. Παγκόσμια Ιστορία, Τόμ.Β΄, εκδ. Αθηνών σ.341
  21. D.Nikol, The Despotates of Epiros.σ.214 (Οξφόρδη 1957)
  22. Ιωάννης Κατακουζηνός, Ιστορία, Βιβλίο Δ΄
  23. Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σ.119, εκδ. ελληνικά γράμματα, 2009ISBN 978-960-19-0326-2,
  24. ΕΠΟΧΕΣ, Μηνιαία έκδοση Πνευματικού προβληματισμού και Γενικής Παιδείας Αγγέλου Τερζάκη, Τεύχος 15, σ.86
  25. Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, σσ.159-160.
  26. 26,0 26,1 Ματθαίος Παρανίκας (1867), σσ. 53-54.
  27. E. Legrand, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή και των σύν αυτώ μαρτυρησάντων, Αθήναι 1891, μετάφρ, Σπ.Λάμπρου, σ.101-105.
  28. Αρχεία του Κράτους - Φύλλο Μητρώου Αγωνιστών.
  29. 29,0 29,1 Γ. Χιονίδης, Οι εις τα μητώα των αγωνιστών του 1821 αναγραφόμενοι Μακεδόνες, περιοδικό Μακεδονικά 12 (1972), ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη, σ. 34-65
  30. Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, σ.18, Εκδ.Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, 1991, ISBN 960-343-017-X
  31. επιμέλεια Κ. Διαμάντης, Τα ιστορικά έγγραφα του αγώνος του 1821 των Γενικών Αρχείων του Κράτους εις περιλήψεις και περικοπάς (Κατάλογος Πρώτος). Τόμος τιμητικός επί τη 150ετηρίδι της Επαναστάσεως του 1821, τύποις Τσιρώνη, εν Αθήναις, 1971
  32. History of Macedonia 1354-1833, A. Vacalopoulos
  33. Διαδικτυακές Πύλες, Δήμος Καστοριάς, Η Πόλη της Καστοριάς, Ιστορία - Πολιτισμός, Τουρκοκρατία, Αντίσταση κατά των Τούρκων.
  34. Νικόλαος Δημ. Σιώκης. «Ο Μακεδονομάχος ιατρός Ιωάννης Αργυρόπουλος (1852-1920)». Πρακτικά συνεδρίου για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Παύλου Μελά. Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών. σελ. 197-198. http://media.ems.gr/ekdoseis/makedoniki_bibliothiki/ekd_makb_makedonikos_agon_100.pdf. 
  35. Ανδρέας Νανάκης, Εκκλησία-Γένος-Ελληνισμός, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη 1993
  36. Βίκτωρ Μπεράρ, Τουρκία και ελληνισμός- ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 1891-1892 σ.366, Εκδόσεις Τροχαλία «Η μουσουλμανική συνοικία έχει μόνο διακόσια σπίτια• οι Εβραίοι περισσότεροι είναι γύρω στις 250-300 οκογένειες• στο αριθμό υπερτερούν οι Έλληνες 1.000 με 1.200 σπίτια.»
  37. Σπυρίδων Σφέτας, Ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις (1880-1908).
  38. Σπυρίδων Σφέτας, Η πορεία προς το Ίλιντεν, ο αντίκτυπος της εξέγερσης του Ίλιντεν στην Ελλάδα και οι απαρχές της ένοπλης φάσης του Μεκεδονικού Αγώνα.
  39. Λεωνίδας Παπάζογλου, φωτ. αρχείο σ. 101, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, 2004 ISBN 960-88028-2-2. Κατά τα Απομνημονεύματα του Καραβαγγέλη: Το πτώμα έφερε τριάντα λογχισμούς (φωτογραφία Λεωνίδα Παπάζογλου). «Ο νεκρός μεταφέρθηκε από τους συγγενείς του για διαμαρτυρία και ερρίφθη ημίγυμνος εις το Διοικητήριον, το οποίον περιεκυκλώθη υπό πάσης σχεδόν της πόλεως, ζητούσης την απέλασιν εκ Καστορίας του προ 25ετίας άνευ λόγου διαμένοντος Βουλγάρου ιερέως άνευ κοινότητος βουλγαρικής»
  40. Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι, επιστημονική επιμέλεια Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, ΕΜΣ, εκδόσεις University Studio Press. Θεσσαλονίκη 2008
  41. Ι. Γιαννόπουλος «Η Διεθνής Συνδιάσκεψη και η Συνθήκη της Λωζάνης» ΙΕΕΕ τ.15, σ.260-271
  42. Εφημ. Καστορία 5.5.1923
  43. εφημ. Καστορία 16.11.1924, 23.11.1924
  44. Ν. Δασκαλάκης-Λ.Νικηφορίδης-Ευστ. Πελαγίδης (επιμ.), Αντίχαρη στον Αντώνη Καλαφατίδη (γυμνασιάρχη), Θεσσαλονίκη 1998
  45. Ιωάννης Θ. Τόλιος (2010). Το Έπος του 1940-1941, Ημερολόγιο δεκανέως Αριστείδη Μαυροβίτου, Εισαγωγή Παναγιώτη Τζήμα. Θεσσαλονίκη: Κάδμος. σελ. 13. ISBN 978-960-6851-23-0. 
  46. Ιωάννης Κολιόπουλος, Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
  47. Πάνος Τσολάκης, Η εβραϊκή συνοικία στην Καστοριά, σ.11: Κατά την επίσημη Οθωμανική επετηρίδα του Βιλαετίου Μοναστηρίου(1891), ζούσαν στην Καστοριά 5.615 κάτοικοι, από τους οποίους 774 ήταν Εβραίοι
  48. Θρασύβουλος Παπαστρατής, Στάχτες και δάκρυα στη λίμνη
  49. Ριζοσπάστης, 29 Ιουνίου 1946, όπου άρθρο του Γεωργίου Λαμπρινού με τίτλο "Δυτική Μακεδονία": «Οι πάσχοντες από ελονοσία αντιπροσώπευαν, κατά τους υπολογισμούς του Ιατρικού Συλλόγου Καστοριάς, το 80-90% του πληθυσμού της περιοχής»
  50. Έκθεση του Ιατρικού Συλλόγου Καστοριάς της 23ης Αυγούστου 1945
  51. Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων, τόμος Α΄ σ.218.
  52. Εμμ. Θ.Γρηγορίου,Βουλγαρικόν όργιον αίματος εις Δυτικήν Μακεδονίαν 1941-44, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΣΟΣ 1947
  53. Εφημ. Ελληνική Φωνή Φλωρίνης της 23ης Φεβρουαρίου 1946 και Ριζοσπάστης με την ίδια ημερομηνία
  54. Ρένος Αποστολίδης, Πυραμίδα 67- Το βιβλίο του Εμφυλίου «Η Ζωή στο Ναδίρ» σσ.338-357, επανέκδ. 16-XI-΄95 ISBN 978-960-469-129-6
  55. Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων, «ΑΡΜΑΓΕΔΔΩΝ» Κεφ. Ζ΄σσ.233-254, τόμ. Β΄, εκδ. Βάνιας (1995) ISBN 960-288-039-2-
  56. Ενδεικτικά, βάσει της απογραφής του 1940, από τα 130 περίπου χωριά του Νομού Καστοριάς: το Ποιμενικό (Μπαψώρι) σήμερα ακατοίκητο είχε πραγματικό πληθυσμό 854 άτομα (νόμιμο 918), η Βυσσινιά 684, η Περικοπή Φλώρινας 545, η Βασιλειάδα 1.247, η Οξυά Καστοριάς 277, το Πολυκέρασο 403 άτομα.
  57. Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία Φρονημάτων, Τόμ. Β΄ κεφ. Ε΄ «ΑΝΤΑΡΤΟΚΡΑΤΙΑ» σσ. 163-202
  58. http://dlib.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/categoryyears?p_cat=10007862&p_topic=10007862
  59. http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/BUCKET/General/FEK_Monimos.pdf
  60. Αναστάσιος Ορλάνδος, Τα Βυζαντινά μνημεία της Καστοριάς, Τόμ.Δ΄, σ.186.
  61. Στυλ.Πελεκανίδης (1953), Καστοριά, Βυζαντιναί τοιχογραφίαι.
  62. Ορών δε τους Λατίνους κατιόντας πλείονα χρόνον τρίβοντας εν τω κατιέναι τον Παλαιολόγον Γεώργιον μετά αλκίμων ανδρών εισελάσας εις τους περί τους βουνούς πρόποδας την ακρολοφίαν κατέλαβεν… την σημαίαν δε το μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τεμένει στήναι. Και παραχρήμα εξαιτούνται τον αυτοκράτορα εκείσε ανοικοδομηθήναι ο ναός ουτοσί. Ο δε αυτοκράτωρ μάλα ταχέως επλήρου το αιτηθέν, αυτός δε της προς το Βυζάντιον είχετο νικητής επιφανέστατος. (Αλεξιάς, 16.1)
  63. Κτήτορες των Αγίων Αναργύρων ήταν ο Θεόδωρος Λιμνιώτης κα η σύζυγός του Άννα Ραδηνή, του Νικολάου του Κασνίτζη ο Νικηφόρος Κασνίτζης. Βλ. Βυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα, σ. 38 και 56 αντίστοιχα, Εκδοτικός οίκος Μέλισσα.
  64. Middle Byzantine Churches of Kastoria, 1980, σ. 195 κ.ε.
  65. Early Crhristian and Byzantine Architecture, 1975, σ. 354-355
  66. Βυζαντινή τέχνη στην Ελλάδα, εκδ. οίκος «ΜΕΛΙΣΣΑ» σ.105
  67. Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ,ο.π. Γιατί το Βυζάντιο σ.116
  68. Jenny Albani, Kastoria, Grove Art Online, Oxford Art Online, 2010, p. 197.
  69. Γιάννης Ρούσκας, Το καστοριανό καράβι (1997) ISBN 960-85363-1-6
  70. H.Byron, Athos σελ.56.
  71. Antoine Olivier Le Voyage dans l'Empire Οθωμανική κυριαρχία, Αιγύπτου et la Perse (1807)
  72. L'Hellenisme contemporian, Αθήνα 1953- Επιμέλεια Αγγελική Χατζημιχάλη
  73. ΙΕΕ, Τόμος ΙΑ΄, σ.191.
  74. Βίκτωρ Μπεράρ (1892), σ.156.
  75. Πατριαρχικά έγγραφα, τόμ. Β΄, σ.486.
  76. Σοφία Δαγκλή-Παναγιωτίδου, Οι Στρατιώτες του νερού, σ.278, 2010, εκδ. Σύγχρονες Ορίζοντες ISBN 978-960-398-324-8
  77. Νικόλαος Μουτσόπουλος, Καστοριά τα αρχοντικά, Έκδοσις Αρχιτεκτονικής, Αθήναι 1962.
  78. Νίκος Δόϊκος, Καστοριανά μνημεία σσ.186-261,Εκδ.Χρωμογραφή, (1995) ISBN 960-7690-00-1
  79. Πάνος Τσολάκης, Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς, Εκδ. Επίκεντρο 2009 ISBN 9789604582242
  80. Το βιβλίο του φιλολόγου Παντελή Τσαμίση καθηγητή των νεοελληνικών στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου και μετέπειτα Γυμνασιάρχη Καστοριάς: «Μνημεία της Καστοριάς» 1949 που αποτέλεσε έκτοτε σημείον αναφοράς.
  81. *ιστολ. εφημ.Καθημερινή «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ»:Η Ελλάδα των λιμνών
  82. Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος, Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού.
  83. Kotoulas D.Vergaugenheit und zukunt des Orestias, Seite 17-41, Graz (1988)
  84. Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, Τόμος 13ος σ.579
  85. Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας (1354-1833), σελ.446, Εκδόσεις Βάνιας, 1988
  86. Ν.Σβορώνος«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ. ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ», εκδ. ΠΟΛΙΣ 2004.
  87. ΕΠΟΧΕΣ, Τεύχος 15 σ.86, Παναγιώτης Μουλάς
  88. Στο ζήτημα της εξασφάλισης της κυριότητος επί του Παναγίου Τάφου και των άλλων ιερών προσκυνημάτων συμπαραστάθηκαν ηθικά και υλικά πολλοί Έλληνες «άρχοντες», όπως ο Μανωλάκης Καστοριανός, ο Γεώργιος Καστοριώτης ή Καστριώτης, Νικόλαος Καραγιάννης, ο Παναγιώτης Νικούσιος έμπορος στη Βενετία, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και άλλλοι. ΙΕΕ, Τόμος ΙΑ σ.134
  89. Γεώργιος Βαλέτας, Επίτομη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σσ.67,68, Έκδοση Πέτρου Κ.Ράνου (1966)
  90. Κ. Άμαντος Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή(1932), .
  91. Κ. Άμαντος Μακεδονικά σημειώματα....άχρι της σήμερον,.
  92. Καθημερινή, ένθετο ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ,3-12-1995, σ. 28.
  93. Περιοδ. Επτά Εποχές, τεύχος Ιουνίου 15 (1964)
  94. Εγκυκλοπαίδεια, "Πάπυρος Λαρούς Μπριττάνικα"
  95. Περ. ΕΠΟΧΕΣ σ.94
  96. Αυτοβιογραφία Π.Π.Ναούμ (1871)
  97. Στρατιωτική Επιθεώρηση –Δελτίον ΝΟΕ-ΔΕΚ 2005
  98. Διάλογος δύω(sic) φίλων-Εν Λειψίαι εκ της τυπογραφίας Καρόλου Τάουνχνιτζ (1851)
  99. Από δακτυλογραφημένο απόγραφο χειρογράφων των απογόνων του στο Mainz am Rhein της Γερμανίας
  100. Γεράσιμος Βώκος Το Είκοσι Ένα,(1906) .
  101. Επιστολαί Γ.Π.Κρέμου και ηθική Στιχουργία Α.Κ.Βυζαντίου, σ.ΙΙΙ (1870)
  102. Γεώργιος Κουρνούτος. Σχολεία της τουρκοκρατουμένης Καστοριάς, Αθήναι 1953, σ.428
  103. ΕΝ ΒΟΥΔΑ, Εν τω τυπογραφείω του Πανδιδακτηρίου,νυν το τέταρτον (1818).
  104. Κ.Χασιώτης, Η καταγωγή και το έργο του Ζωγράφου Β.Χατζή,
  105. 12 Έλληνες Αρχιτέκτονες του Μεσοπολέμου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης σ.376.
  106. Τίτος Λίβιος, Ab urbe condita (Από κτίσεως πόλεως) 31.40
  107. Υποστηρίχθηκε, ότι η λέξη Κέλετρον ή ορθότερον Κήλητρον προέρχεται από το ρήμα κηλέω-ώ= θέλγω, ξελογιάζω, γοητεύω.
  108. Ν.Π.Ανδριώτης, Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, 3η έκδοση 2001 ISBN 960-231-036-7
  109. EURO DIALOGES,εκδ. Διαγόρας σ.170
  110. Σερβοκροατικο-Ελληνικό Λεξικό, εκδ. ΔΙΑΓΟΡΑΣ σ.58
  111. "кост" στο bg.wiktionary.org
  112. Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων, τόμ. Β΄έκδ. Βάνιας (1995) κεφ. Στ΄ΒΕΕΜΩΘ σσ.203-232»
  113. Bore, Les rayas en Turquie et Perse, σ.208.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παντελής Τσαμίσης, Μνημεία της Καστοριάς, Αθήνα (1949)
  • Νίκος Δόϊκος, Καστοριανά μνημεία, Εκδ.Χρωμογραφή, (1995) ISBN 960-7690-00-1
  • Πάνος Τσολάκης, Ο Προσφυγικός Συνοικισμός της Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 2010 εκδ. Προσφυγικού Συλλόγου Απολλωνιαδιτών Καστοριάς ISBN 978-99561-09

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]