Οικουμενικό πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°01′45″N 28°57′06″E / 41.0292°N 28.9517°E / 41.0292; 28.9517

Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον
Constantinoupolis' coat of arms.png
Ο Θυρεός του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως
Ιδρυτής Απόστολος Ανδρέας
Ανεξαρτησία 330 μ.Χ.
Αναγνώριση Ορθόδοξη Εκκλησία
Προκαθήμενος Βαρθολομαίος
Έδρα Κωνσταντινούπολη (Φανάρι), Τουρκία
Επικράτεια Κωνσταντινούπολη, το μεγαλύτερο τμήμα της Τουρκίας, Άγιο Όρος, Κρήτη, τμήμα της βόρειας Ελλάδας (Νέες Χώρες), Δωδεκάνησα, Ελληνικές Ορθόδοξες Εκκλησίες της διασποράς
Κυριότητες Κυριότητες Οικουμενικού Πατριαρχείου
Γλώσσα Ελληνική, Αγγλική, Γαλλική, Ισπανική, Τουρκική
Πιστοί ~3.800.000 στην Ελλάδα, ~1,500,000 στη διασπορά
Δικτυακός τόπος ec-patr.org

Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ή Ορθόδοξο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ή απλά Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον[1] [2] είναι η ονομασία της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης. Υφίσταται ως η πρώτη στην τάξη μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών και φέρει το ιστορικό προνόμιο της απόδοσης αυτοκεφαλιών στις τοπικές εκκλησιαστικές διοικήσεις. Η Δ΄ Χριστιανική Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας στα 451 απέδωσε ίσα πρεσβεία στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης με τον Επίσκοπο της πρεσβυτέρας Ρώμης[3].

Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση του Οικουμενικού Πατριαρχείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ή Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία είναι ένα από τα αρχαιότερα κέντρα της χριστιανικής πατροπαράδοτης εκκλησίας. Ιδρύθηκε ως «επισκοπή Βυζαντίου» από τον Απόστολο Ανδρέα (αν και από πολλούς αυτό θεωρείται μεταγενέστερος και ανιστόρητος ισχυρισμός[4]). Πρώτος επίσκοπος τοποθετήθηκε από τον Απόστολο Ανδρέα ο Στάχυς, ακολουθούμενος από εικοσιτέσσερεις άλλους επισκόπους, με τελευταίο τον Άγιο Μητροφάνη.

Η αρχαία πόλη του Βυζαντίου καταστάθηκε αργότερα (331 μ.Χ.) πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο (306-337 μ.Χ.) με το επίσημο όνομα της Νέας Ρώμης, αλλά έμεινε γνωστή ως Κωνσταντινούπολη. Από το μεγαλείο της θέσης της ως «βασιλίδος των πόλεων» και πρωτεύουσας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατέστη μια ιδιαίτερα σημαντική αξία του χριστιανικού κόσμου.

Περίοδος των Πατέρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πατριάρχης του τέταρτου αιώνα Γρηγόριος ο Θεολόγος, παρείχε ανεκτίμητη υπηρεσία στη Χριστιανική Εκκλησία ενάντια στην πρώτη μεγάλη αίρεση, τον Αρειανισμό. Διαδραμάτισε επίσης βασικό ρόλο στην υιοθέτηση από την Εκκλησία του δόγματος της πλήρους θεότητας του Αγίου Πνεύματος και της ομοουσιότητάς του με τον Πατέρα και το Υιό.

Σημαντική υπήρξε και η πατριαρχεία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Με το ασκητικό ήθος που απέκτησε ως μοναχός στην Αντιόχεια άσκησε δριμύ έλεγχο ενάντια στους αιρετικούς και στηλίτευσε τον προκλητικό βίο των ευγενών στην πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας. Δε δίστασε ακόμα να συγκρουστεί και με τη βασιλική εξουσία όταν αυτό χρειάστηκε.

Σε απάντηση στην ανάγκη για συμφωνία στις δογματικές πεποιθήσεις και λόγω των αυξανόμενων διαφορών σε θέματα εκκλησιαστικής διοίκησης και λειτουργικής πρακτικής, συνεκλήθησαν επτά Οικουμενικές Σύνοδοι από τους Αυτοκράτορες Κωνσταντινουπόλεως. Η προσκόλληση και η απαρέγκλητη αφοσίωση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και των άλλων Πατριαρχών της Ανατολής στις αποφάσεις των Συνόδων έχουν δώσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία το προσωνύμιο «Εκκλησία των επτά Οικουμενικών Συνόδων».

Η δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος το 381 μ.Χ. (Κανών Γ') αναγνώρισε την έδρα της Κωνσταντινουπόλεως ως Πατριαρχείο και της έδωσε τη δεύτερη θέση στα πρεσβεία, ενώ η τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας στα 451 μ.Χ. (Κανών ΚΗ') την κατέστησε ως πρωτόθρονη εκκλησία της ανατολής και της έδωσε τα πρωτεία μετά την Ρώμης.

Το έτος 595 ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Ιωάννης ο Νηστευτής χρησιμοποίησε τον όρο «Οικουμενικός Πατριάρχης» και ονομάτισε την έδρα του ως «Οικουμενικό Θρόνο», γεγονός που προκάλεσε αντεγκλήσεις και ανταλλαγή επιστολών με τον Πατριάρχη Ρώμης. Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου του Πατριαρχείου η δικαιοδοσία του αυξήθηκε βαθμιαία, αν και έμοιαζε μερικές φορές να κηδεμονεύεται από την αυτοκρατορική Αυλή.

Εικονομαχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αυτοκράτορες για πολιτικούς λόγους επεδίωξαν περιστασιακά ακόμα και να αλλάξουν τα δόγματα που θεσπίστηκαν από τις Οικουμενικες Συνόδους προκειμένου να εξευμενιστούν πολιτικά επικίνδυνες αιρετικές ομάδες στην ανατολή όπως οι Μονοφυσίτες, οι Νεστοριανοί και οι Μονοθελήτες. Αυτή η τάση των αυτοκρατόρων να επιδιώκουν παρεμβάσεις στην εσωτερική ζωή της Εκκλησίας έφθασε στο αποκορύφωμά της με τη δυναστεία των Ισαύρων, κατά τη διάρκεια της Εικονομαχίας (726 - 843).

Μετά από έναν αιώνα συνεχών αντεγκλήσεων μεταξύ εικονολατρών και εικονοκλαστών, οι εικονολάτρες επεκράτησαν τελικά και οι εικόνες αποκαταστάθηκαν. Η βασική θεολογική στήριξη της εικονολατρικής μερίδας προέρχονταν από δύο κορυφαίους θεολόγους, τον Ιωάννη Δαμασκηνό και το Θεόδωρο το Στουδίτη, οι οποίοι διατύπωσαν το επίσημο ορθόδοξο δόγμα για την προσκύνηση των εικόνων. Η αποκατάσταση των εικόνων από την Αυγούστα Θεοδώρα στα 843 τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ως «Κυριακή της Ορθοδοξίας».

Αποτέλεσμα του θριάμβου των απόψεων των Εικονολατρών ήταν να ενισχυθεί σημαντικά η εξουσία των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, που καθοδηγούσαν συνήθως την προσπάθεια ενάντια στους εικονολάτρες.

Πατριάρχης Φώτιος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πατριάρχης Φώτιος Α΄ ο Μέγας

Ο Φώτιος Α΄ ο Μέγας, που θεωρείται ο μέγιστος όλων των βυζαντινών πατριαρχών, κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης το 858. Ήταν εξαίρετος γνώστης και διδάσκαλος της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας καθώς επίσης και της χριστιανικής θεολογίας.

Είναι ιδιαίτερα γνωστός για τον ρόλο του στον εκχριστιανισμό των σλαβικών λαών. Το 862 απέστειλε ως ιεραποστόλους στους Μοραβούς, μετά από αίτημά τους, τους Θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο γνώστες της σλαβικής γλώσσας. Αυτοί χρησιμοποίησαν ως λειτουργική γλώσσα τη σλαβική και μετέφρασαν την ορθόδοξη λειτουργία. Κατ' αυτό τον τρόπο τους προσκόλησε στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, αντί της Ρώμης, που επιδίωκε επίσης να τους μεταστρέψει στο Χριστιανισμό αλλά δεν θα επέτρεπε η λειτουργία να μεταφραστεί στη σλαβική, βάσει της αρχής των «Τριών Ιερών Γλωσσών».

Ο Φώτιος ήταν επίσης πρώτιστα αρμόδιος για τη μεταστροφή των Βουλγάρων, οι οποίοι ταλαντεύονταν μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης. Αυτό προκάλεσε ρήξη ανάμεσα στην Ανατολική και Δυτική Εκκλησία λόγω της ανάμιξης της Ρωμαϊκής Εκκλησίας στην οργάνωση της νέας Εκκλησίας της Βουλγαρίας. Ο Πατριάρχης Φώτιος συγκάλεσε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 867 και κατηγόρησε την Ρωμαϊκή Εκκλησία για δογματικές παρεκκλίσεις σχετικά με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος.

Το Μεγάλο Σχίσμα του 1054[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περισσότερα στο Σχίσμα του 1054

Θεολογικές και λειτουργικές διαφορές όξυναν ακόμα περισσότερο τη διχογνωμία μεταξή των δύο Εκκλησιών ιδιαίτερα μετά τη νορμανδική κατάκτηση της νότιας Ιταλίας, στην οποία κυριαρχούσαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί προσκολημένοι στην Ανατολική Εκκλησία. Αυτήν την περίοδο οι Πάπες προσπαθούν να εκλατινίσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μεγάλης Ελλάδας, γεγονός που οδήγησε στα γεγονότα του 1054, όταν έλαβε χώρα το Σχίσμα μεταξύ των εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως. Μετά από το μεγάλο Σχίσμα του 1054 το Οικουμενικό Πατριαρχείο προέκυψε ως παγκόσμιο κέντρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο προκαθήμενός του αναγνωρίστηκε από τους ορθόδοξους ηγέτες ως «πρώτος μεταξύ ίσων».

Λατινική Άλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Η' Παλαιολόγος καθ'οδόν για τη Σύνοδο της Φεράρας

Οι σχέσεις μεταξύ της λατινικής δύσης και του Βυζαντίου χειροτέρευαν, όχι μόνο εκκλησιαστικά αλλά και πολιτικά. Η εχθρότητα αυτή οδήγησε στην πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από το στρατό των Σταυροφόρων. Η έδρα του Πατριαρχείου μετατέθηκε προσωρινά στη Νίκαια της Βιθυνίας, ενώ στην Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε Λατινικό Πατριαρχείο.

Το 1261, μετά από πενήντα επτά έτη λατινικής κατοχής, οι Βυζαντινοί ανέκτησαν την Κωνσταντινούπολη, υπό από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο και η έδρα του Πατριαρχείου επανεγκαθιδρύθηκε στο παραδοσιακό κέντρο του.

Οθωμανική Κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την τραγική πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Οθωμανούς Τούρκους το 1453 η διαδικασία της προσαύξησης της δύναμης του Οικουμενικού Πατριάρχη επιταχύνεται. Ο Σουλτάνος ανέλαβε το ρόλο του Βυζαντινού Αυτοκράτορα και επένδυσε την εξουσία του με το κύρος του. Από το Σουλτάνο Μωάμεθ τον Πορθητή ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση Γεννάδιος Σχολάριος κατόρθωσε να εξασφαλίσει σημαντικές παραχωρήσεις για την Εκκλησία. Στον Πατριάρχη δόθηκε εξουσία όχι μόνο θρησκευτική αλλά και πολιτική ως ανώτατη αρχή όλων των ορθόδοξων λαών των υποκείμενων στους Τούρκους, συμπεριλαμβανομένων Σέρβων, Βουλγάρων, Αλβανών και Ελλήνων. Έτσι η ανασύσταση του Πατριαρχείου ήταν προϊόν της επιθυμίας για ενσωμάτωση των υπόδουλων χριστιανικών πληθυσμών εκ μέρους των Τούρκων. Πολύ νωρίς πάντως ετέθησαν σε αμφισβήτηση τα προνόμια του Πατριαρχείου-γύρω στα 1470- όταν κλήθηκε ο Γεννάδιος να εξηγήσει αν ο Χριστιανισμός ήταν μονοθεϊστική θρησκεία ή όχι και επομένως αν σε τελική ανάλυση δικαιούνταν οι χριστιανοί να έχουν αυτά τα προνόμια βάσει του μουσουλμανικού δικαίου προς τους λαούς της Βίβλου. Το 1474 το Πατριαρχείο εκδήλωσε την πρωτοβουλία να πληρώνει φόρο στο οθωμανικό δημόσιο, φόρο τον οποίο θα ήταν υποχρεωμένο να εισπράττει. Η τελευτάια αυτή πρωτοβουλία ήταν προϊόν επιθυμίας αγκίστρωσης του Πατριαρχείου από το οθωμανικό δημόσιο και καλύτερης κατοχύρωσης της θέσης του έναντι των Οθωμανών. Πάντως προς την κατεύθυνση αυτή είχε αρχίσει να κινείται και ο Γεννάδιος όταν κατέβαλε χρηματικό ποσό στον Τούρκο δυνάστη ως ανταπόδοση για την παραχώρηση σε σε εκείνον ενός αξιώματος.[5] Το Πατριαρχείο συνέβαλε στη συντήρηση της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς μαζί με την ορθόδοξη λειτουργική και εκκλησιαστική παράδοση. Εντούτοις, όταν ξέσπασε τελικά η ελληνική Επανάσταση το 1821 ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε' υπό την πίεση του Σουλτάνου αφόρισε τους επαναστάτες. Παρά την ενέργειά του αυτή, την ημέρα του Πάσχα του 1821 απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχικού Οίκου, η οποία από τότε παραμένει σφραγισμένη.

Η Μητέρα Εκκλησία και τα αυτοκέφαλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημιουργία ανεξαρτήτων εθνικών κρατών στο χώρο της Βαλκανικής είχε ως συνέπεια τη δημιουργία αυτοκεφάλων τοπικών Εκκλησιών. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρεχώρησε δια της κανονικής οδού το αυτοκέφαλο στις Εκκλησίες των νέων κρατών της Βαλκανικής.

Η ευρυτάτη δικαιοδοσία της Κωνσταντινουπόλεως άρχισε σταδιακά να μειώνεται με την παραχωρήση της αυτοκεφάλου αξίας στις τοπικές Εκκλησίες: στην Εκκλησία της Ελλάδος (1850), στην Εκκλησία της Σερβίας (1879), στην Εκκλησία της Ρουμανίας (1885), στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας (1937) και στην Εκκλησία της Βουλγαρίας (1945).

Πορεία στον 20ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πατριαρχικός Δικέφαλος αετός στην είσοδο του Ναού του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι

Σοβαρότερη ήταν η συρρίκνωση της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που προέκυψε από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την επακόλουθη ανταλλαγή των πληθυσμών.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ένα από τα πιό ενεργά κέντρα της σύγχρονης οικουμενικής κίνησης. Από το 1902, πήρε την πρωτοβουλία πρόσκλησης όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών προκειμένου να υιοθετήσουν ενιαία στάση στην πιθανότητα επανέναρξης του διαλόγου με τους άλλους χριστιανικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένης της Εκκλησίας της Ρώμης, της Αγγλικανικής Εκκλησίας και άλλων προτεσταντικών ομολογιών.

Αυτή η τοποθέτηση κατέληξε στην ιστορική Εγκύκλιο του 1920 που εστάλη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε όλες τις Χριστιανικές Εκκλησίες και καλούσε τους ηγέτες τους να καθιερώσουν στενότερη συνεργασία. Σκοπός αυτής της εγκυκλίου ήταν να προωθηθεί ο στόχος της ενότητας των Εκκλησιών με τη δημιουργία ενός οργανισμού αποκαλούμενου Κοινωνία των Εκκλησιών του Χριστού, στα πρότυπα της Κοινωνίας των Εθνών. Γενικά αναγνωρίζεται ότι ο Εγκύκλιος του 1920 αποτέλεσε ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που οδήγησαν αργότερα στη δημιουργία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών το 1948.

Το Πατριαρχείο Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο άγιος Απόστολος Ανδρέας θεωρείται ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως (τότε Βυζαντίου), ενώ ο σημερινός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, είναι ο 270ος στη σειρά διαδοχής. Έδρα του Πατριαρχείου είναι ο Πατριαρχικός Οίκος του Φαναρίου, όπου βρίσκεται και ο Πατριαρχικός ναός του Αγίου Γεωργίου (1599). Το Πατριαρχείο διοικείται από τη δωδεκαμελή Ενδημούσα Ιερά Πατριαρχική Σύνοδο υπό την προεδρία του Πατριάρχη.

Στην Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως σήμερα ανήκουν 37 Κοινότητες, 46 Ενοριακοί ναοί (4 από τους οποίους κατέχονται από το λεγόμενο "τουρκορθόδοξο πατριαρχείο"), 5 Κοιμητηριακοί ναοί, 10 Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές Μονές, 6 Προσκυνήματα, 8 Φιλόπτωχες Αδελφότητες, 6 Ιδρύματα (το Νοσοκομείο, το Γηροκομείο και το Ψυχιατρείο στο Βαλουκλή, το Ορφανοτροφείο Πριγκήπου, η Θερινή Στέγη Εργαζομένων νεανίδων και η Παιδόπολις της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως Χριστού Πρώτης) και 14 Σύνδεσμοι, μεταξύ των οποίων 3 μορφωτικοί, 2 αθλητικοί και 1 θεατρικός.

Εκκλησιαστική Δικαιοδοσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκτός από την Αρχιεπισκοπή της Κωνσταντινούπολης έχει επαρχίες στην Τουρκία, στην Ευρώπη, στην Ασία, στην Αμερική και στην Ωκεανία.

Επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου στην Τουρκία:

  1. η Γεροντική Μητρόπολη Χαλκηδόνος με έδρα τη Χαλκηδόνα,
  2. η Γεροντική Μητρόπολη Δέρκων με έδρα τα Θεραπειά,
  3. η Μητρόπολη Ίμβρου και Τενέδου με έδρα την Παναγία της Ίμβρου και
  4. η Μητρόπολη Πριγκηποννήσων με έδρα την Πρίγκηπο.

Οι Επαρχίες του Θρόνου, που βρίσκονται στην Ελλάδα:

Η είσοδος του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι
  1. η ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης:
    1. η Αρχιεπισκοπή Κρήτης με έδρα το Ηράκλειο
    2. η Μητρόπολη Γορτύνης και Αρκαδίας με έδρα τις Μοίρες,
    3. η Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου με έδρα το Ρέθυμνο,
    4. η Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου με έδρα τα Χανιά,
    5. η Μητρόπολη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων με έδρα το Σπήλι,
    6. η Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας με έδρα την Ιεράπετρα,
    7. η Μητρόπολη Πέτρας και Χερρονήσου με έδρα τη Νεάπολη,
    8. η Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου με έδρα τον Κίσαμο και
    9. η Μητρόπολη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου με έδρα το Αρκαλοχώρι.
  2. οι Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου:
    1. η Μητρόπολη Ρόδου με έδρα τη Ρόδο,
    2. η Μητρόπολη Κώου και Νισύρου με έδρα την Κω,
    3. η Μητρόπολη Λέρου, Καλύμνου και Αστυπαλαίας με έδρα την Λέρο,
    4. η Μητρόπολη Καρπάθου και Κάσου με έδρα το Απέρειο Καρπάθου και
    5. η Μητρόπολη Σύμης με έδρα τη Σύμη.
  3. οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών (Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Νησιά Βορείου Αιγαίου), οι οποίες με τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο της 4ης Σεπτεμβρίου του 1928 αποφασίσθηκε να διοικούνται επιτροπικώς (προσωρινώς) από την Εκκλησία της Ελλάδος:
    1. η Μητρόπολη Αλεξανδρουπόλεως με έδρα την Αλεξανδρούπολη,
    2. η Μητρόπολη Βεροίας και Ναούσης με έδρα τη Βέροια,
    3. η Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου με έδρα τη Γουμένισσα,
    4. η Μητρόπολη Γρεβενών με έδρα τα Γρεβενά,
    5. η Μητρόπολη Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος με έδρα το Διδυμότειχο,
    6. η Μητρόπολη Δράμας με έδρα τη Δράμα,
    7. η Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης με έδρα το Δελβινάκι,
    8. η Μητρόπολη Εδέσσης και Πέλλης με έδρα την Έδεσσα,
    9. η Μητρόπολη Ελασσώνος με έδρα την Ελασσώνα,
    10. η Μητρόπολη Ελευθερουπόλεως με έδρα την Ελευθερούπολη,
    11. η Μητρόπολη Ζιχνών και Νευροκοπίου με έδρα τη Νέα Ζίχνη,
    12. η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης με έδρα τη Θεσσαλονίκη,
    13. η Μητρόπολη Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου με έδρα την Αρναία,
    14. η Μητρόπολη Ιωαννίνων με έδρα τα Ιωάννινα,
    15. η Μητρόπολη Κασσανδρείας με έδρα τον Πολύγυρο,
    16. η Μητρόπολη Καστορίας με έδρα την Καστοριά,
    17. η Μητρόπολη Κίτρους με έδρα την Κατερίνη,
    18. η Μητρόπολη Λαγκαδά με έδρα τον Λαγκαδά,
    19. η Μητρόπολη Λήμνου με έδρα τη Μύρινα,
    20. η Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής με έδρα την Κομοτηνή,
    21. η Μητρόπολη Μηθύμνης με έδρα την Καλλονή,
    22. η Μητρόπολη Μυτιλήνης με έδρα τη Μυτιλήνη,
    23. η Μητρόπολη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως με έδρα τη Νεάπολη Θεσσαλονίκης,
    24. η Μητρόπολη Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς με έδρα την Καλαμαριά,
    25. η Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης με έδρα την Πρέβεζα,
    26. η Μητρόπολη Ξάνθης με έδρα την Ξάνθη,
    27. η Μητρόπολη Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου με έδρα την Παραμυθιά,
    28. η Μητρόπολη Πολυανής και Κιλκισίου με έδρα το Κιλκίς,
    29. η Μητρόπολη Σάμου και Ικαρίας με έδρα τη Σάμο,
    30. η Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης με έδρα την Κοζάνη,
    31. η Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης με έδρα τις Σέρρες,
    32. η Μητρόπολη Σιδηροκάστρου με έδρα το Σιδηρόκαστρο,
    33. η Μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης με έδρα τη Σιάτιστα,
    34. η Μητρόπολη Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου με έδρα την Καβάλα,
    35. η Μητρόπολη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας με έδρα τη Φλώρινα και
    36. η Μητρόπολη Χίου, Ψαρών και Οινουσών με έδρα τη Χίο.
Είσοδος Πατριαρχικού Καταλύματος

Οι υπόλοιπες Επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου:

  1. η Αρχιεπισκοπή Αμερικής με έδρα τη Νέα Υόρκη,
    1. η Μητρόπολη Σικάγου με έδρα το Σικάγο,
    2. η Μητρόπολη Πιττσβούργου με έδρα το Πίτσμπουργκ,
    3. η Μητρόπολη Βοστώνης με έδρα τη Βοστώνη,
    4. η Μητρόπολη Ντένβερ με έδρα το Ντένβερ,
    5. η Μητρόπολη Ατλάντας με έδρα την Ατλάντα,
    6. η Μητρόπολη Ντητρόιτ με έδρα το Ντητρόιτ,
    7. η Μητρόπολη Αγίου Φραγκίσκου με έδρα το Σαν Φρανσίσκο και
    8. η Μητρόπολη Νέας Ιερσέης με έδρα το Νιου Τζέρσι.

Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μέσω της Αρχιεπισκοπής Αμερικής υπάγονται ακόμη:

    1. Οι υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο Ουκρανοί της Διασποράς και
    2. Οι υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο Καρπαθορώσσοι των Η.Π.Α.
  1. η Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας με έδρα το Σύδνεϋ,
  2. η Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρεταννίας με έδρα το Λονδίνο,
  3. η Μητρόπολη Γαλλίας με έδρα το Παρίσι,
  4. η Μητρόπολη Γερμανίας με έδρα τη Βόννη,
  5. η Μητρόπολη Αυστρίας με έδρα τη Βιέννη,
  6. η Μητρόπολη Σουηδίας και πάσης Σκανδιναυΐας με έδρα τη Στοκχόλμη,
  7. η Μητρόπολη Βελγίου με έδρα τις Βρυξέλλες,
  8. η Μητρόπολη Νέας Ζηλανδίας με έδρα το Γουέλινγκτον,
  9. η Μητρόπολη Ελβετίας με έδρα το Σαμπεζύ της Γενεύης,
  10. η Μητρόπολη Ιταλίας και Μελίτης με έδρα τη Βενετία,
  11. η Μητρόπολη Τορόντο με έδρα το Τορόντο,
  12. η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Καναδά με έδρα το Γουΐνιπεγκ,
  13. η Μητρόπολη Μπουένος Άιρες με έδρα το Μπουένος Άιρες,
  14. η Μητρόπολη Μεξικού με έδρα την Πόλη του Μεξικού,
  15. η Μητρόπολη Χονγκ Κονγκ με έδρα το Χονγκ Κονγκ,
  16. η Μητρόπολη Ισπανίας και Πορτογαλίας με έδρα τη Μαδρίτη,
  17. η Μητρόπολη Κορέας με έδρα τη Σεούλ,
  18. η Μητρόπολη Σιγκαπούρης με έδρα τη Σιγκαπούρη και
  19. η Πατριαρχική Εξαρχία των Ρώσσων της Διασποράς στη Δυτική Ευρώπη με έδρα το Παρίσι.

Στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανήκουν ακόμη:

  1. η Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου, με τη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου με όλες τις άλλες Μονές, Ενοριακούς ναούς, παρεκκλήσια και προσκυνήματα της Πάτμου, των Λειψών, του Αγαθονησίου, των Αρκιών, των Λεβίθων, της Κινάρου και των υπολοίπων νησίδων, τα οποία τελούν υπό την άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου,
  2. η Μοναστική Πολιτεία του Αγίου Όρους Άθω,
  3. η Μονή της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολυτρίας Χαλκιδικής,
  4. η Μονή Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη,
  5. η Μονή Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ Αγγλίας,
  6. η Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου στην Αλαμπάμα Η.Π.Α.,
  7. η Μονή οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου στην Αστόρια Νέας Υόρκης Η.Π.Α.
Κατάλογος των Μητροπόλεων που υπάγονταν στο Πατριαρχείο κατά τις αρχές του 20ου αιώνα.
(Μητροπολίτης Στρωμνίτσας Σωφρόνιος, Αγιον Όρος ταριχί, 1901)

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρεί επίσης εκτός Κωνσταντινουπόλεως τα παρακάτω Ιδρύματα :

  1. το Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, στη Μονή Βλατάδων Θεσσαλονίκης,
  2. το Ορθόδοξο Κέντρο, στο Σαμπεζύ (Chambesy) της Γενεύης,
  3. το Ίδρυμα Ορθοδόξου Ιεραποστολής Άπω Ανατολής, στην Αθήνα,
  4. το Ινστιτούτο Μεταπτυχιακών σπουδών Ορθοδόξου Θεολογίας, στο Σαμπεζύ (Chambesy) Γενεύης,
  5. το Ορθοδόξο Ίνστιτούτο «Πατριάρχης Ἀθηναγόρας» στο Μπέρκλεϊ (Berkeley) Καλιφορνίας,
  6. το Ίδρυμα Υποστηρίξεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στην Αθήνα,
  7. τη μη Κυβερνητική Οργάνωση Oecumenica,
  8. τη μη Κυβερνητική Οργάνωση ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ,
  9. την Ορθόδοξος Ακαδημία Κρήτης.

Επίσης διατηρεί στο εξωτερικό :

  1. τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία στην έδρα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στη Γενεύη,
  2. τη Γραμματεία Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Σαμπεζύ (Chambesy) της Γενεύης,
  3. την Αδελφότητα Οφφικιάλων της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας «Παναγία η Παμμακάριστος» στην Αθήνα,
  4. το Γραφείο της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις Βρυξέλλες, και
  5. το Γραφείο εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα.

Στο Οικουμενικό Πατεριαρχείο υπάγονται και οι Αυτόνομες Εκκλησίες:

  1. Ορθόδοξος Αρχιεπισκοπή Φιλλανδίας με έδρα το Κουόπιο και
  2. Ορθόδοξος Εκκλησία της Εσθονίας με έδρα το Ταλίν.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
  2. Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
  3. Κανών κη’ της Δ’ Οικουμενικής Συνοδού: Περί των τον Κωνσταντινουπόλεως προνόμιων.
    Πανταχού τοις των άγιων Πάτερων οροις επόμενοι, και τον αρτιως αναγνωσθεντα κανόνα των εκατόν πεντήκοντα θεοφιλεστατων επισκοπών, των συναχθέντων επί του της ευσεβούς μνήμης Μεγάλου Θεοδόσιου, του γενομενου βασιλέως εν τη βασιλιδι Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης, γνωρίζοντες, τα αυτά και ημεις οριζομεν τε και ψηφιζομεθα περί των πρεσβείων της αγιώτατης εκκλησίας της αυτής Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης• και γαρ τω θρονω της πρεσβυτέρας Ρώμης, δια το βασιλευειν την πόλιν εκείνην, οι Πατέρες εικοτως αποδεδωκασι τα πρεσβεία. Και τω αυτω σκοπω κινούμενοι οι εκατόν πεντήκοντα θεοφιλεστατοι επίσκοποι, τα ίσα πρεσβεία απένειμαν τω της Νέας Ρώμης αγιωτατω θρονω, ευλόγως κριναντες, την βασίλεια και συγκλητω τιμηθείσαν πόλιν, και των ίσων απολαύουσαν πρεσβείων τη πρεσβύτερα βασιλιδι Ρώμη, και εν τοις εκκλησιαστικοις ως εκείνην υπάρχουσαν. Και ώστε τους της Ποντικης, και της Ασιανης, και της Θρακικής διοικήσεως μητροπολιτας μόνους, ετι δε και τους εν τοις βαρβαρικοις επισκόπους των προειρημενων διοικήσεων χειροτονεισθαι υπό του προειρημενου αγιώτατου θρόνου της κατά Κωνσταντινούπολιν αγιώτατης εκκλησίας• δηλαδή εκάστου μητροπολιτου των προειρημενων διοικήσεων μετά των της επαρχίας επισκοπών χειροτονούντος τους της επαρχίας επισκόπους, καθώς τοις θειοις κανοσι διηγορευται• χειροτονεισθαι δε, καθώς ειρηται τους μητροπολιτας των προειρημενων διοικήσεων παρά του Κωνσταντινουπόλεως αρχιεπίσκοπου, ψηφισμάτων συμφωνών κατά το έθος γινόμενων, και επ’ αυτόν αναφερόμενων.
  4. Steven Runciman (2010). Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία. Εκδόσεις Γκοβόστη. σελ. 38. ISBN 9789604461301. 
  5. Δημήτρης Αποστολόπουλος, «Η ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών. Μια αποτίμηση,είκοσι περίπου χρόνια μετά την Άλωση», Πανεπιστήμιο Κρήτης-τμ.Ιστορίας και Αρχαιολογίας, 1453 Η άλωση της Κωνσταντινούπολης και η μετάβαση από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, επιστημ. επιμ. Τόνια Κιουσοπούλου, εκδ.Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005, σελ.62-64

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δημήτρης Αποστολόπουλος, «Η ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών. Μια αποτίμηση,είκοσι περίπου χρόνια μετά την Άλωση», Πανεπιστήμιο Κρήτης-τμ.Ιστορίας και Αρχαιολογίας, 1453 Η άλωση της Κωνσταντινουπόλης και η μετάβαση από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, επιστημ. επιμ. Τόνια Κιουσοπούλου, εκδ.Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης,Ηράκλειο 2005, σελ.61-71

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιερώνυμος Μητροπολίτης Ροδοπόλεως, Φαναριώται, (Με την ευγενική συνεργασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως), Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήναι 2002, ISBN 9604608495, KA 22431 (ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Δημήτρης Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και εκκοσμίκευση.Προς μια ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2003
  • Επιστημονική διημερίδα: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η οικονομία του Γένους-εισηγήσεις,εκδ. Αδελφότης Οφφικιάλων του Οικουμενικού Πατριαρχείου Παναγία η Παμμακάριστος, Αθήνα, 2007
  • Γεώργιος Σπυρίδων Μάμαλος, Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως κατά την περίοδο 1918-1972. Διεθνής πολιτική και οικουμενικός προσανατολισμός, εκδ.Σάκκουλα, Αθήνα, 2011
  • Γιώργος Ιατρού, Η θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην εκκλησιαστική, την ελληνική και τη διεθνή έννομη τάξη, εκδ. Σάκκουλας, Αθήνα, 2011
  • Νικόλαος Σ. Ακριτίδης, Η ιστορική γεωγραφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου,εκδ.Σταμούλης Αθήνα,2009
  • Γεώργιος Διακοφωτάκης, Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά την Λωζάννη. Ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, εκδ. Σάκκουλας,Αθήνα, 2007
  • Βασίλειος Θ.Σταυρίδης, Ο Συνοδικός Θεσμός εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1986
  • Θεοχάρης Μιχ. Προβατάκης, Η Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη και ο Πατριαρχικός Οίκος, εκδ. Αρσενίδη, ISBN 9602530146, Αθήνα 1992 (ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 1992)
  • Ιωάννης Α. Μελισσείδης, Η Επιβίωση, Οδοιπορικό σε χρόνους μετά την ΄Αλωση της Βασιλεύουσας (1453-1605 περίπου), επιμ. Πουλχερία Ζαβολέα Μελισσείδη , έκδ.1η, Εκδ.Βεργίνα, ISBN 9608280079, Αθήνα 2010 (ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, Regesta Imperii)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα