Α΄ Βαλκανικός πόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Α' Βαλκανικός Πόλεμος
Βαλκανικοί Πόλεμοι
Balkankrieg Besetzte Gebiete 1913.png
Ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου 1912 – 30 Μαΐου 1913
Τόπος Βαλκανική Χερσόνησος, Αιγαίο Πέλαγος
Έκβαση Νίκη του Βαλκανικού Συνασπισμού
Εμπλεκόμενες πλευρές

Οθωμανική Αυτοκρατορία

Δυνάμεις
Ελλάδα 129.000 πεζικό, 1.000 ιππικό, 180 πυροβόλα, 4 αεροσκάφη
Μαυροβούνιο 35.000 πεζικό, 130 πυροβόλα
Σερβία 220.000 πεζικό, 3.000 ιππικό, 500 πυροβόλα
Βουλγαρία 300.000 πεζικό, 5.000 ιππικό, 720 πυροβόλα[1]
Oθωμανική Αυτοκρατορία 340.000 πεζικό, 6.000 ιππικό, 850 πυροβόλα εκστρατείας, 750 πυροβόλα φρουρίων[1]
Απώλειες
Ελλάδα 2.373 νεκροί, 9.295 τραυματίες
Μαυροβούνιο 2.430 νεκροί, 6.602 τραυματίες, νεκροί από άλλα αίτια
Σερβία 5.000 νεκροί, 18.000 τραυματίες, 6.698 νεκροί από άλλα αίτια
Βουλγαρία 19.835 νεκροί, 36.877 τραυματίες, 4.926 αγνοούμενοι[1]
Οθωμανική Αυτοκρατορία 50.000 νεκροί, 100.000 τραυματίες, 115.000 αιχμάλωτοι, 75.000 νεκροί από άλλα αίτια[1]
Η εφημερίδα Εμπρός ανακοινώνει την κήρυξη του πολέμου

Μετά τη προηγηθείσα συμμαχία των Βαλκανικών κρατών (Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα, και Βουλγαρία), στις 30 Σεπτεμβρίου του 1912 οι βαλκανικές αυτές χώρες έστειλαν συλλογικά τελεσίγραφο στην Τουρκία με το οποίο ζητούσαν την διασφάλιση της αυτονομίας των εθνικών μειονοτήτων τους, που ζούσαν στο έδαφός της. Η Τουρκία όπως ήταν φυσικό απέρριψε το τελεσίγραφο αυτό, που έμεινε στην ιστορία γνωστό ως Διακοίνωση των Τεσσάρων Χριστιανικών Κρατών με αποτέλεσμα η σύγκρουση να είναι πλέον αναπόφευκτη. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν υπήρξαν ραγδαίες. Ο πόλεμος αυτός κηρύχθηκε επίσημα στις 9 Οκτωβρίου του 1912, ακριβώς ημερομηνία που εξέπνεε το τελεσίγραφο, πλην όμως οι επιστρατεύσεις στις σύμμαχες Χώρες ξεκίνησαν πέντε ημέρες πριν. Αξίζει να αναφερθεί επίσης ότι την τελευταία στιγμή η Οθωμανική αυτοκρατορία πρότεινε στην Ελλάδα να μη συμμετάσχει στον πόλεμο, με αντάλλαγμα την οριστική εκχώρηση της Κρήτης στην χώρα.

Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης Λονδίνου (1913) που συνομολογήθηκε μεταξύ των νικητών συμμάχων, (Ελλάδας-Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου και Σερβίας) αφενός και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου.

Κατάσταση στις παραμονές του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το καλοκαίρι του 1912 ο κίνδυνος πολεμικής ανάφλεξης στα Βαλκάνια φαίνονταν κάτι παραπάνω από υπαρκτός, ιδιαίτερα από μέρους της Βουλγαρίας και του Μαυροβουνίου, που είχαν συνάψει ήδη συμφωνία κοινής επιθέσεως εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος είχε υπολογίσει την έναρξη του πολέμου την άνοιξη του 1913, έβλεπε όμως το χρόνο να πιέζει ασφυκτικά. Επιχείρησε να ολοκληρώσει το πλέγμα των βαλκανικών συμμαχιών της Ελλάδας, συνάπτοντας συμφωνίες από κοινού επίθεσης με Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο. Οι συμφωνίες αυτές υπογράφτηκαν στις 22 Σεπτεμβρίου 1912.

Στρατιωτική προετοιμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στρατιωτική προετοιμασία της Ελλάδας ήταν από τους κύριους στόχους του κινήματος στο Γουδί το 1909. Ως ακόλουθο αυτών των ετοιμασιών στα μέσα Ιανουαρίου 1912 έφτασε στην Ελλάδα γαλλική αποστολή για την εκπαίδευση του στρατού. Αντίστοιχη βρετανική αποστολή έφτασε στις 11 Απριλίου για την εκπαίδευση του στόλου.

To Θωρακισμένο Καταδρομικό Γεώργιος Αβέρωφ.

Ένα ακόμη μέλημα του Ελ. Βενιζέλου ήταν να αποκατασταθεί η ενότητα στο στράτευμα. Για αυτό το λόγο, τον Μάρτιο του 1912 επανέφερε τον διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος είχε απομακρυνθεί μετά το κίνημα του 1909. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες παραγγελίες σε στρατιωτικό εξοπλισμό, οι οποίες ήταν εφικτό να πραγματοποιηθούν χάρη στην θεαματική ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας. Το νεότευκτο θωρηκτό καταδρομικό «Γεώργιος Αβέρωφ», αποτελούσε την πιο σύγχρονη μονάδα των αντίπαλων στόλων, αλλά ο τουρκικός στόλος παρέμενε υπέρτερος του ελληνικού τόσο σε αριθμό, όσο και σε πλήθος και διαμέτρημα πυροβόλων. Καθώς δε ο πόλεμος εξερράγη προτού ολοκληρωθεί η ανανέωση του ελληνικού στόλου, το ένα τρίτο του, δηλ. το σύνολο των νέων αντιτορπιλικών και υποβρυχίων, δεν είχαν ακόμα παραληφθεί, ενώ υπήρχε έλλειψη πυρομαχικών ακόμα και για τον «Αβέρωφ» κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου.

Ο ελληνικός στρατός τις παραμονές του πολέμου ανέρχονταν σε δύναμη 135.000 ανδρών. Ο Βενιζέλος, επίσης, έσπευσε να ενισχύσει τον στόλο με παραγγελίες νέων πλοίων ακόμη και την τελευταία στιγμή. Ο Ελληνικός Στρατός ήταν χωρισμένος σε δύο συγκροτήματα: Ένα υπό τον διάδοχο Κωνσταντίνο (4 μεραρχίες ενεργού στρατού, 3 εφεδρικές και μία ταξιαρχία ιππικού), και ένα υπό τον στρατηγό Σαπουντζάκη (ένα σύνταγμα πεζικού, 4 τάγματα ευζώνων, ένα τάγμα εθνοφρουρών, 2 μοίρες πυροβολικού και μία ίλη ιππικού).

Πριν από την έναρξη του πολέμου είχαν αποσταλεί στη Μακεδονία περίπου 250 Μακεδονομάχοι, με αποστολή να προετοιμάσουν τον πληθυσμό και να οργανώσουν ομάδες ανταρτών που θα δρούσαν επικουρικά στον Ελληνικό Στρατό.

Διπλωματική προετοιμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τον Βενιζέλο ήταν ολοφάνερο ότι η παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία θα οδηγούνταν σε διαμελισμό. Για την ελληνική εξωτερική πολιτική η ιδέα να επαναληφθεί το σφάλμα που οδήγησε στην ήττα του 1897, μιας αντιμετώπισης της Τουρκίας χωρίς συμμάχους ήταν αδιανόητη. Η Ελλάδα για να εξασφαλίσει μια θέση στον Βαλκανικό συνασπισμό έπρεπε να πείσει τους εν δυνάμει συμμάχους ότι:

  • Θα προσέφερε σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα που θα την καθιστούσε απαραίτητη στην συμμαχία.
  • Θα επεδείκνυε διάθεση για συμβιβασμό προκειμένου να ξεπεραστούν δυσεπίλυτα προβλήματα.

Από το φθινόπωρο του 1911, μέχρι τις παραμονές του πολέμου, όλα τα βαλκανικά κράτη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο επιδόθηκαν σε μαραθώνιο μυστικών διαπραγματεύσεων, που κατέληξαν σε μία σειρά από διμερείς συνθήκες και στρατιωτικές συμβάσεις. Αυτό το πλέγμα διμερών σχέσεων ονομάστηκε «Βαλκανικός Συνασπισμός».

Οι διαπραγματεύσεις και τα κείμενα των συνθηκών που κατέληξαν χαρακτηρίστηκαν από απόλυτη μυστικότητα. Στην Ελλάδα εκτός από τον Βενιζέλο και τον Βασιλιά Γεώργιο ελάχιστοι γνώριζαν την ύπαρξη και την πορεία των διαπραγματεύσεων. Ο ίδιος ο Βενιζέλος όταν διαπραγματευόταν με τον Βούλγαρο πρωθυπουργό, δεν γνώριζε το κείμενο της σερβοβουλγαρικής συνθήκης. Πολύ περισσότερο, πλήρη άγνοια είχαν οι Μεγάλες Δυνάμεις με την εξαίρεση της Ρωσίας, η οποία υποστήριξε την σερβοβουλγαρική προσέγγιση.

Έναρξη πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 4 Οκτωβρίου 1912 η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Με την Ελλάδα απέφυγε να κηρύξει τον πόλεμο ελπίζοντας ακόμα σε ειρηνικό διακανονισμό. Την αμέσως όμως επόμενη ημέρα, η ελληνική κυβέρνηση κήρυξε εκείνη τον πόλεμο ως μέλος του Βαλκανικού Συνασπισμού.

Σύμφωνα με το σχέδιο επίθεσης, ο στρατός Θεσσαλίας με διοικητή τον διάδοχο Κωνσταντίνο θα αναλάμβανε το κύριο βάρος των επιχειρήσεων. Ο στρατός Ηπείρου με διοικητή τον στρατηγό Κωνσταντίνο Σαπουτζάκη θα αναλάμβανε δευτερεύοντα ρόλο, μέχρι την ολοκλήρωση του έργου του στρατού Θεσσαλίας.

Μέτωπα πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέτωπο Θεσσαλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την κήρυξη του πολέμου, ο στρατός Θεσσαλίας πέρασε τα σύνορα με στόχο την κατάληψη της Μακεδονίας. Στην πορεία του βόρεια αντιμετώπισε αρχικά μικρές τουρκικές δυνάμεις, καθώς ο κύριος στόχος του τουρκικού στρατού επικεντρώθηκε στην αντιμετώπιση των βουλγαρικών δυνάμεων στην Θράκη.

Στις 6 Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο, μπήκαν στην Ελασσόνα και την επόμενη μέρα βρέθηκαν στα στενά του Σαρανταπόρου, που υπερασπίζονταν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις. Η ελληνική επίθεση άρχισε το απόγευμα στις 9 Οκτωβρίου και ολοκληρώθηκε την επομένη με την αποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι εγκατέλειψαν στο πεδίο της μάχης ολόκληρο το πυροβολικό τους. Ο ελληνικός στρατός εισήλθε στα Σέρβια και αμέσως μετά προωθήθηκε ως τον ποταμό Αλιάκμονα. Στις 11 Οκτωβρίου μπήκε στην Κοζάνη.

Έφοδος ελληνικού πεζικού κατά την Μάχη των Γιαννιτσών.

Το Γενικό Στρατηγείο, που επικεφαλής του ήταν ο Κωνσταντίνος, αποφάσισε να κινηθεί ο ελληνικός στρατός βόρεια, με κατεύθυνση προς το Μοναστήρι και να συναντήσει τον σερβικό στρατό. Η κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου, όμως, διαφώνησε και έκρινε ότι είναι επιτακτική η ανάγκη ο στρατός να κινηθεί χωρίς καμία καθυστέρηση προς Θεσσαλονίκη, προς την οποία κατευθύνονταν δυνάμεις του βουλγαρικού στρατού από τα βορειοδυτικά. Είναι χαρακτηριστική η περίφημη φράση του Βενιζέλου στον διάδοχο Κωνσταντίνο «σας απαγορεύω να πάτε στο Μοναστήρι, θα πάτε να απελευθερώσετε τη Θεσσαλονίκη». Ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να κάνει χρήση του αξιώματός του και να στείλει τον βασιλέα Γεώργιο Α' στο μέτωπο για να κάμψει την αντίσταση του Κωνσταντίνου και να κατευθύνει τον ελληνικό στρατό προς τη Θεσσαλονίκη.

Η επόμενη μεγάλη μάχη δόθηκε στις 19-20 Οκτωβρίου στη λίμνη των Γιαννιτσών, όπου οι Τούρκοι είχαν παρατάξει ισχυρές δυνάμεις, ώστε να ανακάψουν την πορεία του ελληνικού στρατού προς την Θεσσαλονίκη. Η ελληνική επίθεση ήταν επιτυχής και στις 20 Οκτωβρίου το πρωί εισήλθε στην πόλη των Γιαννιτσών. Στη συνέχεια, αφού επισκεύασε τις γέφυρες που είχαν καταστρέψει οι Τούρκοι, ο ελληνικός στρατός πέρασε την ανατολική όχθη του Αξιού ποταμού και άρχισε να προετοιμάζει την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Δείτε επίσης: Μάχη του Σαραντάπορου, Μάχη των Γιαννιτσών.

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τορπιλισμός του «Φετχί Μπουλέντ», στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Στις 18 Οκτωβρίου 1912 το ελληνικό τορπιλοβόλο αρ.11 με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Νικόλαο Βότση μπήκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης απαρατήρητο κάτω από την μύτη των πυροβολείων του Καρα-μπουρνού ανατίναξε με δύο τορπίλες το γερασμένο Τουρκικό θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» το οποίο με τις μεγάλου βεληνεκούς πυροβολαρχίες του είχε αναλάβει την προστασία της πόλης από ξηράς και θαλάσσης. Το γεγονός αυτό είχε σημαντική επίδραση στο ηθικό των αμυνομένων Τούρκων και επηρέασε την απόφαση του Ταξίν Πασά να παραδώσει την πόλη στον προελαύνοντα Ελληνικό Στρατό. Την ίδια μέρα, στην Άνω Τζουμαγιά, ο στρατιωτικός ακόλουθος της Ελληνικής πρεσβείας στη Σόφια, Αθανάσιος Σουλιώτης κλήθηκε να συναντήσει εκεί το Βούλγαρο στρατηγό Θεοδωρώφ αλλά αντί αυτού συνάντησε τελικά τον Έλληνα στην καταγωγή, υπίατρο του Βουλγαρικού στρατού, Φίλιππο Νίκογλου (από τη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας), ο οποίος του εκμυστηρεύτηκε ότι οι Βούλγαροι προτίθενται να επιτεθούν πρώτοι στη Θεσσαλονίκη.

Στις 25 Οκτωβρίου οι Ευρωπαίοι πρόξενοι της Θεσσαλονίκης και ο Τούρκος στρατηγός Σαδίλκ παρουσιάστηκαν στις εμπροσθοφυλακές του Ελληνικού στρατού στην περιοχή Τοψίου (νυν Γέφυρα) έξω από την Θεσσαλονίκη και ζήτησαν να παραδώσουν υπό όρους τη Θεσσαλονίκη στον Ελληνικό στρατό. Η πρόταση των Τούρκων ήταν να αποσυρθεί ως το τέλος του πολέμου ο στρατός τους με όλο τον οπλισμό του στο Καραμπουρνού. Ο Διάδοχος απέρριψε αυτή την πρόταση και αντιπρότεινε την παράδοση του τουρκικού στρατού αφοπλισμένου, εκτός των αξιωματικών που θα έφεραν τα ξίφη τους. Στη συνέχεια ως αιχμάλωτοι πολέμου θα μεταφέρονταν με δαπάνες του Ελληνικού Κράτους στην Κωνσταντινούπολη ή τη Σμύρνη. Με τις διαπραγματεύσεις αυτές χανόταν πολύτιμος χρόνος και απειλείτο η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον βουλγαρικό στρατό που πλησίαζε υπό τον στρατηγό Τοντόρωφ. Λέγεται ότι ο Βενιζέλος διέταξε τον Κωνσταντίνο (ο οποίος σχεδίαζε πορεία προς το Μοναστήρι) να καταλάβει άμεσα την Θεσσαλονίκη, καθιστώντας τον προσωπικά υπεύθυνο για ενδεχόμενη απώλειά της.
Τελικά ο Ταξίν πασάς αποδέχθηκε τους όρους του Κωνσταντίνου. Στις 11 το πρωί της 26 Οκτωβρίου, εορτή του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου, υπογράφηκε το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Αυτό είχε συνταχθεί στη γαλλική γλώσσα από τον τότε έφεδρο δεκανέα Ίωνα Δραγούμη. Από την ελληνική πλευρά συνυπέγραψαν οι αξιωματικοί Ιωάννης Μεταξάς και Βίκτωρ Δούσμανης και από την τουρκική πλευρά ο Ταξίμ πασάς, στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης. Την επόμενη ημέρα (27 Οκτωβρίου) υπογράφηκε συμπληρωματικό πρωτόκολλο με το οποίο παραδίνονταν στους Έλληνες όλη η φρουρά της Θεσσαλονίκης η οποία ανέρχονταν σε 25.000 στρατιώτες και 1.000 αξιωματικούς με όλο τον βαρύ και ατομικό οπλισμό τους. Το πρωί της 27 Οκτ. εισήλθε στην πόλη ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Δαγκλής και εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο, ενώ ο Ίων Δραγούμης με τον μακεδονομάχο λοχαγό Αθαν. Εξαδάκτυλο ύψωσαν την ελληνική σημαία στον εξώστη του ελληνικού προξενείου. Το απόγευμα μπήκαν στην πόλη δύο ευζωνικά τάγματα της Ζ' μεραρχίας, ενώ οι Α', Β', Γ', Δ' μεραρχίες με την υπόλοιπη δύναμη της Ζ' έλαβαν θέσεις στα υψώματα γύρω από την πόλη. Βάσει του πρωτοκόλλου παράδοσης όλοι οι Οθωμανοί αξιωματικοί θα κρατούσαν τον οπλισμό τους. Επίσης οπλισμένη θα παρέμενε η Οθωμανική χωροφυλακή, για την τήρηση της Τάξης. Την 28 Οκτωβρίου εισήλθε στην πόλη ο Διάδοχος και αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος με τους επιτελείς του και το μεσημέρι τελέστηκε πανηγυρική δοξολογία στον ναό του Αγίου Μηνά. Στις 29 έφτασε στην πόλη και ο Βασιλιάς Γεώργιος και κατευθύνθηκε προς τον Λευκό Πύργο όπου υψώθηκε η ελληνική σημαία. Κατόπιν κατέλυσε στο αρχοντικό Χατζηλαζάρου στην οδό Επαύλεων. Τις τρεις αυτές ημέρες, 26-29 Οκτωβρίου πολλοί πλούσιοι μουσουλμάνοι αναχώρησαν φοβισμένοι για την Κωνσταντινούπολη και τη Μ. Ασία.[2]

Από τις 26 Οκτωβρίου ο Κωνσταντίνος είχε στείλει μήνυμα προς το Βούλγαρο στρατηγό Θεοδωρώφ που κατευθύνονταν με μία μεραρχία προς τη Θεσσαλονίκη, ότι η πόλη είχε ήδη απελευθερωθεί και ότι μπορούσε να διαθέσει τις δυνάμεις του σε άλλες επιχειρήσεις. Παρόλα αυτά ο Θεοδωρώφ έστειλε απεσταλμένο αξιωματικό στον Ταξίν πασά ζητώντας του να υπογράψει πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης, παρόμοιο με εκείνο που μόλις είχε συνάψει με τους Έλληνες, προκειμένου να εμφανιστεί ως συναπελευθερωτής της πόλης. Ο Ταξίν αρνήθηκε και μάλιστα ζήτησε την προστασία του Ελληνικού στρατού επειδή μονάδες του που είχαν ήδη παραδοθεί στον Ελληνικό στρατό δεχόταν επιθέσεις από Βουλγαρικά τμήματα.

Ο Θεοδωρώφ φθάνοντας στις 28 Οκτωβρίου έξω από τη Θεσσαλονίκη ζήτησε να εισέλθει στην πόλη για να στρατοπεδεύσει. Ύστερα από διαπραγματεύσεις, επιτράπηκε να εισέλθουν δύο βουλγαρικά τάγματα στη Θεσσαλονίκη υπό τους πρίγκηπες Μπόρις και Κύριλλο, με το πρόσχημα της ανάπαυσης. Στην πράξη η βουλγαρική δύναμη που εισήλθε στην πόλη ανήλθε σε ολόκληρο σύνταγμα το οποίο στρατωνίσθηκε κυρίως σε Εβραϊκά και εξαρχικά οικήματα.

Οι υπόλοιπες χερσαίες επιχειρήσεις στην Μακεδονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εύζωνες μετά την Μάχη του Μπιζανίου.

Η Χαλκιδική απελευθερώθηκε από σώματα «προσκόπων» (μονάδες ελαφρού πεζικού). Μέχρι τις 10 Νοεμβρίου στο Μακεδονικό μέτωπο η ελληνική ζώνη κατοχής επεκτάθηκε από τη λίμνη Δοϊράνη μέχρι τον ποταμό Στρυμώνα.

Στην δυτική Μακεδονία η V μεραρχία συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τις τουρκικές δυνάμεις (40.000 άνδρες) που προάσπιζαν το Μοναστήρι και παρά την ενίσχυση της από τμήματα της III και της VI μεραρχίας δεν πρόλαβε να απελευθερώσει το Μοναστήρι το οποίο καταλήφθηκε τελικά από τους Σέρβους.

Μέτωπο Ηπείρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παράδοση των Ιωαννίνων

Κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, ο ρόλος του στρατού Ηπείρου ήταν αμυντικός. Μόλις στις 12 Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις μπήκαν στην Φιλιππιάδα και στις 21 παραδόθηκε η Πρέβεζα, με υποστήριξη ναυτικών μονάδων. Στην συνέχεια, ακολούθησε ενεργητική δραστηριότητα με κατεύθυνση προς τα Ιωάννινα, τα οποία υπερασπίζονταν ο Τούρκος διοικητής Εσσάτ Πασάς. Ύστερα από μάχη στην τοποθεσία Πέντε Πηγάδια (24-30 Οκτωβρίου) οι ελληνικές και τουρκικές δυνάμεις σταθεροποίησαν τις θέσεις τους στην περιοχή.

Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, στις 5 Νοεμβρίου 1912, μικρή δύναμη με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Σπύρο Σπυρομήλιο αποβιβάστηκε στην Χειμάρα και στις 7 Δεκεμβρίου ο στρατός Μακεδονίας εισήλθε στην Κορυτσά.

Στο μέτωπο νότια των Ιωαννίνων, στο Μπιζάνι, οι Τούρκοι είχαν οργανώσει βάσει γερμανικών σχεδίων οχυρωματικά έργα: ισχυρά πυροβολεία, πυροβόλα και τσιμεντένια χαρακώματα, καθιστώντας αδύνατη την προέλαση του ελληνικού στρατού με τις περιορισμένες δυνάμεις που διέθετε στην περιοχή. Όταν τελικά το μέτωπο στην Μακεδονία σταθεροποιήθηκε και μεταφέρθηκαν ενισχύσεις ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε τα Ιωάννινα στις 22 Φεβρουαρίου 1913, αφού υποχρέωσε τις τουρκικές δυνάμεις του Μπιζανίου σε συνθηκολόγηση (Μάχη του Μπιζανίου). Ύστερα από τα Ιωάννινα ο στρατός κινήθηκε βόρεια: στις 27 Φεβρουαρίου εισήλθε στο Αργυρόκαστρο και στις 3 Μαρτίου στους Αγίους Σαράντα, ολοκληρώνοντας την απελευθέρωση της Ηπείρου.

Η δράση του Ελληνικού Στόλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την πρώτη ημέρα του πολέμου, ο Ελληνικός στόλος, που ήταν και η κύρια συνεισφορά της Ελλάδος στην Βαλκανική συμμαχία, ανέλαβε ουσιαστική δράση. Σε μία ενέργεια ανάλογη με αυτή του Βότση στην Θεσσαλονίκη στις 8 Νοεμβρίου το τορπιλοβόλο αρ.14 ανάγκασε τουρκική κανονιοφόρο που προστάτευε τις Κυδωνιές να αυτοβυθιστεί.

Ο Ελληνικός στόλος, υπό τις διαταγές του Παύλου Κουντουριώτη εξασφάλισε τον απόλυτο έλεγχο του Αιγαίου: απέπλευσε αμέσως βορειοανατολικά και άρχισε περιπολίες έξω από τα Δαρδανέλια. Ο τουρκικός στόλος, ο οποίος λόγω της παρουσίας του ιταλικού στο Αιγαίο από τον Απρίλιο του 1912 είχε παραμείνει προφυλαγμένος μέσα στα Στενά, δεν πρόλαβε να αντιδράσει έγκαιρα. Στις 8 Οκτωβρίου καταλήφθηκε η Λήμνος και άρχισε η μετατροπή του φυσικού λιμανιού της, του Μούδρου, σε ναυτική βάση και ορμητήριο του ελληνικού στόλου. Από τις 6 Οκτωβρίου έως τις 20 Δεκεμβρίου του 1912 μικτά αγήματα του στόλου απελευθέρωσαν, όλα σχεδόν τα νησιά του ανατολικού και βόρειου Αιγαίου:

Β. Χατζής, Η ναυμαχία της Έλλης, 13 Δεκεμβρίου 1912 (π. 1913). Ελαιογραφία. Ναυτικό Μουσείο Ελλάδας.

Κατά την διάρκεια των ναυτικών επιχειρήσεων σημειώθηκαν και τα εξής γεγονότα:

  • 19/10/1912: Το τορπιλλοβόλο 11 βυθίζει το Θ/Κ «Φετχ-ι-Μπουλέντ»
  • 12/11/1912: Το τορπιλλοβόλο 14 τορπιλλίζει την Κ/Φ Τραπεζούς.
  • 09/12/1912: Τορπιλλική επίθεση του Υ/Β Δελφίν κατά του Κ/Τ Μετζητιέ και 4 Α/Τ, με την υποστήριξη 4 ελληνικών Α/Τ. Η επίθεση απέτυχε, αλλά η καθυστέριση που προκάλεσε επέτρεψε στο Θ/Κ Αβέρωφ να καταφθάσει και να εκδιώξει τα τουρκικά πολεμικά.
Κύριο λήμμα: Ναυμαχία της Έλλης

Στις 3 Δεκεμβρίου 1912 μπροστά στα Δαρδανέλλια ο ελληνικός στόλος σημείωσε την πρώτη μεγάλη ναυτική επιτυχία κατά του οθωμανικού, ο οποίος προσπάθησε να βγει από τα Στενά. Τελικά υποχώρησε με σημαντικές απώλειες και υλικές ζημιές.

Στις 5 Δεκεμβρίου ο τουρκικός στόλος βγήκε για δεύτερη φόρα από τα Στενά, σε μια προσπάθεια να ανάκτησει το χαμένο κύρος του και τον έλεγχο του Αιγαίου. Σε μικρή απόσταση από την Λήμνο συνάντησε τον ελληνικό στόλο με επικεφαλής το θωρηκτό «Αβέρωφ». Έπειτα από σύντομη καταδίωξη από το ελληνικό θωρηκτό, τα τουρκικά πλοία υποχώρησαν και πάλι προς τα Στενά.

Μετά την δεύτερη αυτή ναυτική αναμέτρηση, ο τουρκικός στόλος δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία για ανάκτηση της ναυτικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και παρέμεινε προφυλαγμένος πίσω από τα Στενά.

Επιχειρήσεις των συμμάχων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βουλγαρικές δυνάμεις, κατά την πολιορκία της Αδριανούπολης.

Βουλγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τα σχέδια των επιχειρήσεων, με την κήρυξη του πολέμου ο κύριος όγκος του βουλγαρικού στρατού κατευθύνθηκε νότια, προς την Θράκη. Οι Σαράντα Εκκλησιές καταλήφθηκαν χωρίς ουσιαστική αντίσταση, αμέσως μετά τέθηκε σε πολιορκία η Αδριανούπολη. Η βουλγαρική επίθεση ανακόπηκε στη γραμμή Τσατάλτζας στις 4 Νοεμβρίου, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κωνσταντινούπολη. Η Αδριανούπολη μετά από πολιορκία μηνών τελικά έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων, στις 22 Φεβρουαρίου 1913. Επίσης καταλήφθηκε και η Ραιδεστός στις ακτές της Προποντίδας.

Μέρος του Βουλγαρικού στρατού κατευθύνθηκε νοτιοδυτικά έχοντας ως στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας. Κατόρθωσε να καταλάβει την Καβάλα και τις Σέρρες, αλλά όπως προαναφέρθηκε δεν πρόλαβε να μπει στην Θεσσαλονίκη πριν τον ελληνικό στρατό. Όμως η Βουλγαρία συνέχισε να διεκδικεί μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας και τη Θεσσαλονίκη, καθώς δεν υπήρχε συμφωνία για τη διανομή των εδαφών. Με άδεια του νομάρχη Αρυγρόπουλου ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη υποκατάστημα της Εμπορικής και Οικονομικής Τράπεζας της Σόφιας με σκοπό την προσέλκυση τουρκικών και εβραϊκών κεφαλαίων. Η τράπεζα αυτή έπαυσε να λειτουργεί το καλοκαίρι του 1913 μετά την εκδίωξη των Βουλγάρων από τη Θεσσαλονίκη (Καραθανάσης, σ. 6).

Σερβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σερβικός στρατός κατευθύνθηκε νότια και νοτιοανατολικά και κατέλαβε διαδοχικά τις πόλεις: Νόβι Παζάρ, Μητροβίτσα, Πρίστινα, Σκόπια, Μοναστήρι και περνώντας τον Αξιό, το Κρίβολακ, το Ιστίπ και τη Γευγελή. Προωθήθηκε και προς τα δυτικά, μέχρι την Αδριατική και κατέλαβε το Δυρράχιο και το βόρειο τμήμα της σημερινής Αλβανίας, σε συνεργασία και με το Μαυροβούνιο.

Μαυροβούνιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαυροβούνιοι στρατιώτες μεταφέρουν κανόνι

Ο στρατός του Μαυροβουνίου κατέλαβε την πόλη Σκόδρα, στις 13 Απριλίου 1913.

Προστριβές μεταξύ των συμμάχων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι προστριβές ανάμεσα στα μέλη του Βαλκανικού Συνασπισμού, σχετικά με την οριστική διανομή των εδαφών της ευρωπαϊκής Τουρκίας, εμφανίστηκαν με την ραγδαία προέλαση των στρατευμάτων του Συνασπισμού προς την Μακεδονία. Η Βουλγαρία, που είχε επικεντρώσει τις δυνάμεις της και προς την Θράκη, διεκδικούσε και στην Μακεδονία εδάφη τα οποία είχε καταλάβει ήδη ο ελληνικός στρατός και, σύμφωνα με βουλγαροσερβική συνθήκη, εδάφη που είχαν περιέλθει στην κατοχή της Σερβίας.

Η Ελλάδα, δεν δεσμευόταν με κάποια συνθήκη διανομής εδαφών. Η Σερβία, διεκδικούσε όχι μόνο τα εδάφη της Μακεδονίας που είχε στην κατοχή της, αλλά και την έξοδό της προς την Αδριατική, η οποία απειλούνταν από την δημιουργία αλβανικού κράτους. Πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι συγκρούσεις του Α' Βαλκανικού Πολέμου, είχε αρχίσει η αντιπαράθεση για την οριστική διανομή των νεοαποκτηθέντων εδαφών.

Διπλωματία και διασκέψεις ειρήνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης με τις αλληλοσυγκρουόμενες εδαφικές διεκδικήσεις των βαλκανικών κρατών κατά τη Διάσκεψη του Λονδίνου

Από την έναρξη των συγκρούσεων οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν προσπαθήσει να ελέγξουν την κατάσταση: εν μέρει για να εξασφαλίσουν η καθεμιά τα δικά της ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή και εν μέρει για να αποφύγουν να μετατραπεί η κρίση σε γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο. Σε αυτά τα πλαίσια ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας Σερ Εδουάρδου Γκρέυ, άρχισε εντατικές διαπραγματεύσεις προς αυτές τις κατευθύνσεις.

Οι Μεγάλες δυνάμεις δέχτηκαν την πρόταση του Γκρέυ να συγκληθεί διάσκεψη των πρεσβευτών τους στο Λονδίνο υπό την προεδρία του. Ταυτόχρονα, κάλεσε και τους εμπόλεμους σε διάσκεψη ειρήνης. Για τα εμπόλεμα κράτη η ειρηνευτική διάσκεψη ήταν ευκαιρία όχι μόνο να υπογράψουν τη συνθήκη ειρήνης που θα διαμόρφωνε το μεταπολεμικό εδαφικό καθεστώς στα Βαλκάνια, αλλά και να λύσουν τις ενδοσυμμαχικές διαφορές και να εξασφαλίσουν την επιρροή των Μεγάλων Δυνάμεων για τα γενικότερα συμφέροντά τους. Παρά τις διαφωνίες τους, στα θέματα διανομής των νεοαπεκτειθέντων εδαφών, οι βαλκανικοί σύμμαχοι παρέταξαν ενιαίο μέτωπο απέναντι στην Υψηλή Πύλη, η οποία αρνιόταν να αποδεχτεί ως τετελεσμένο γεγονός την απώλεια των ευρωπαϊκών της εδαφών και εφάρμοσε τακτική κωλυσιεργίας. Μετά όμως τις διαδοχικές ήττες στα πεδία των μαχών και όταν πια διαφαινόταν το μη αναστρέψιμο των συγκρούσεων (ιδιαίτερα μετά την ναυμαχία της Λήμνου), η τουρκική κυβέρνηση Κιαμήλ Πασά φάνηκε διατεθειμένη να αποδεχτεί το τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων και να υπογράψει συνθήκη ειρήνης. Αλλά στις 10 Ιανουαρίου εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα υπό τον Εμβέρ Πασά που ανέτρεψε την προηγούμενη μετριοπαθή κυβέρνηση και η νέα εθνικιστική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης απέρριψε το τελεσίγραφο.

Ωστόσο στις 29 Ιανουαρίου, η νέα κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης ζήτησε εκ νέου την μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτές απαίτησαν από τους εμπόλεμους να αποδεχτούν την άνευ όρων μεσολάβησή τους για την σύνταξη του κειμένου της συνθήκης ειρήνης. Η Τουρκία φυσικά δέχτηκε αμέσως, διότι η κατάσταση είχε επιδεινωθεί γι’ αυτήν σε όλα τα μέτωπα. Οι Μεγ. Δυνάμεις δεν έσπευσαν να αναγνωρίσουν το γεγονός της κατάληψης της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό, για λόγους που σχετίζονται με τα δικά τους συμφέροντα. Το ίδιο έκανε και μερίδα των Εβραίων της πόλης οι οποίοι οραματίζονταν μια αυτόνομη Θεσσαλονίκη υπό ισραηλιτική διοίκηση. Οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί ήταν υπέρ της διεθνοποίησης της πόλης.

Σημαντική για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη ήταν η συμβολή του Γεν. Διοικητή της πόλης Γ. Ρακτιβάν που είχε φτάσει εκεί ως εκπρόσωπος της Ελλάδας την 27 Οκωβρίου. Ο Ρακτιβάν και οι συνεργάτες του είχαν να αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς αξιωματικούς και χωροφύλακες που κυκλοφορούσαν φέροντες ξίφη, τους διστακτικούς Εβραίους και τους Βουλγάρους που εμφανίζονταν ως συγκυρίαρχοι. Οι Βούλγαροι είχαν διώξει τους Έλληνες πρόσφυγες από την Αχειροποίητο και την Αγ. Σοφία και άλλους χώρους. Ο Ρακτιβάν συγκρότησε σώμα δασοφυλακής, εκπόνησε ρυμοτομικά σχέδια, οργάνωσε υγειονομική υπηρεσία, φρόντισε τις αρχαιότητες και εισήγαγε τον ελληνικό οργανισμό των δικαστηρίων. Ταυτόχρονα, τον Δεκέμβριο του 1912, ο Βενιζέλος αγωνιζόταν στη διάσκεψη του Λονδίνου για την μόνιμη κατακύρωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα. Στην ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας στην ελληνική διοίκηση συνέβαλαν επίσης ο στρατιωτικός διοικητής πρίγκηπας Νικόλαος, ο νομάρχης Αργυρόπουλος και ο οικονομολόγος Γ. Καφινάς. Η Θεσσαλονίκη αναστατώθηκε και πάλι τον Μάρτιο του 1913 με τη δολοφονία του Βασιλιά Γεωργίου. Οι Βούλγαροι συνέχιζαν να προβάλουν αξιώσεις οχυρωμένοι στην Αγία Σοφία σε σχολεία, στους σημερινούς στρατώνες. Ο Ελληνικός Στρατός τελικώς τους εκδίωξε στις 16 και 17 Ιουνίου 1913 στα πλαίσια των επιχειρήσεων του Β' Βαλκανικού Πολέμου.[3]


Συνθήκη του Λονδίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βαλκανικά κράτη μετά τον Α´ Βαλκανικό Πόλεμο

Ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος τελείωσε επίσημα με τη συνθήκη του Λονδίνου (1913) η οποία περιλάμβανε τα εξής κύρια σημεία:

  • παραχώρηση στις χώρες του Βαλκανικού Συνασπισμού όλων των εδαφών δυτικά της Γραμμής Αίνους-Μηδείας
  • την ρύθμιση του καθεστώτος της Αλβανίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις, σε επόμενη διάσκεψη
  • την παράχώρηση της Κρήτης στους Συμμάχους
  • την ρύθμιση της τύχης των νησιών του Αιγαίου και της χερσονήσου του Άθω από τις Μεγάλες Δυνάμεις (επίσης σε μελλοντική διάσκεψη)

Η συνθήκη ειρήνης υπογράφτηκε στο Λονδίνο στις 17 (30) Μαϊου 1913. Δύο μέρες αργότερα υπογράφτηκε στην Θεσσαλονίκη η ελληνοσερβική συνθήκη συμμαχίας και συνεργασίας.

Η διάσκεψη ειρήνης τελικά δημιούργησε λόγους για νέες προστριβές μεταξύ των βαλκανικών συμμάχων: η δημιουργία αλβανικού κράτους, που θα στερούσε την έξοδο προς στην Αδριατική στη Σερβία, την ανάγκασε να γίνει πιο αδιάλλακτη στις σχέσεις της με την Βουλγαρία και να αθετήσει τις υποσχέσεις για παραχώρηση εδαφών (ως αποζημίωση) που είχε οριστεί εξαρχής με διακρατική συμφωνία. Ένας άλλος παράγοντας προστριβών ήταν και η έλλειψη ελληνοβουλγαρικής συμφωνίας για την διανομή των νέων εδαφών, καθώς και οι «φιλομακεδονικοί» κύκλοι στην Βουλγαρία, που απαιτούσαν άμεση βουλγαρική προσάρτηση της Θεσσαλονίκης.

Η Ελλάδα ήταν πλέον έτοιμη να αντιμετωπίσει από κοινού με την Σερβία την απειλή του πρώην συμμάχου τους, της Βουλγαρίας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 «Κεφ. 2. Από τη Μακεδονία στην Κριμαία. Οι πόλεμοι 1912 - 1919». Ιστορία των Ελλήνων, Τομ. 12. Δομή. 2005. σελ. 41. ISBN 9-608-17797-9. 
  2. Αθανάσιος Καραθανάσης, Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, περιοδικό "Παγχαλκιδικός Λόγος", τεύχος 12 (2012), σ. 4-6.
  3. Καραθανάσης Α. σ. 5, 6)

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πινακοθήκη με θέμα τους Βαλκανικούς πολέμους
  • Οι Βαλκανικοί πόλεμοι (περ. Ιστορία)
  • Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913) από τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού / ΓΕΣ.
  • Έκθεσις της Πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων: Έκδοση 1970 ΓΕΣ.
  • Η Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων, 1910-1914. Εταιρεία Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου: 1993. Ελένη Γαρδήκα Κατσιαδάκη & Λύντια Τρίζα (επιμ. έκδ.) Αθήνα.
  • Γενικόν Επιτελείον Στρατού. Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913. Τόμοι Α'-Γ'.
  • The diplomacy of the Balkan Wars, 1912-1912. Campridge. Harward University Press. 1938 (Αγγλικά).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]