Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
To Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης

Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού είναι μουσείο που βρίσκεται στη Λεωφόρο Στρατού, απέναντι από το Πεδίον του Άρεως, στη Θεσσαλονίκη. Αποτελεί ειδική περιφερειακή μονάδα[1] του Υπουργείου Πολιτισμού. Από την έναρξη λειτουργίας του Μουσείου, το 1994, εκδίδεται περιοδικό, το πρώτο στο είδος του που δημιουργήθηκε από ελληνικό κρατικό μουσείο.[2] Οι 11 αίθουσες του μουσείου άνοιξαν σταδιακά ως το 2004.[3] Το 2005, το μουσείο τιμήθηκε με το «Βραβείο Μουσείου» του Συμβουλίου της Ευρώπης.[4]

Αίθουσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη έκθεση αυτή έχει θέμα τον παλαιοχριστιανικό ναό, δηλαδή την αρχιτεκτονική και τη διακόσμηση των εκκλησιών τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού. Η δεύτερη έκθεση τιτλοφορείται "Παλαιοχριστιανική πόλη και κατοικία". Παρουσιάζονται όψεις της οικονομικής ζωής, της κατοικίας και του εξοπλισμού της, όπως επίσης η οικοτεχνία και στοιχεία για την ένδυση και τη διατροφή.Στην τρίτη έκθεση γίνεται αναπαράσταση των παλαιοχριστιανικών νεκροταφείων και αναδεικνύεται η ταφική αρχιτεκτονική και ζωγραφική. Ο επισκέπτης επίσης βλέπει κοσμήματα και αγγεία από ανασκαφές που έγιναν σε τάφους.

Στην επόμενη αίθουσα παρουσιάζονται πληροφορίες για θέματα όπως ο μοναχισμός, η Εικονομαχία, η δράση του Κύριλλου και του Μεθόδιου και τα όμοια.

Οι δύο επόμενες αίθουσες είναι αφιερωμένες στους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες και την καθημερινή ζωή σε ένα κάστρο κατά τα βυζαντινά χρόνια. Στις δύο τελευταίες αίθουσες φιλοξενούνται οι συλλογές Δημητρίου Οικονομοπούλου (με εικόνες του 14ου-18ου αιώνα) και Ντόρης Παπαστράτου με πολλά θρησκευτικά χαρακτικά και σταυρούς.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ίδρυση του Μουσείου αποφασίστηκε πολύ νωρίς, το 1913 , ένα μόλις χρόνο μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Το σχετικό διάταγμα του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας Στέφανου Δραγούμη έκανε λόγο για ίδρυση "Κεντρικού Βυζαντινού Μουσείου".[3]

Αρχικά προτάθηκε να στεγαστεί στη Μονή Αχειροποιήτου, η απόφαση αυτή, όμως, δεν υλοποιήθηκε και το 1917 ως Μακεδονικό μουσείο ορίστηκε η Ροτόντα. Εξάλλου, για λόγους ασφαλείας τα αρχαία της Θεσσαλονίκης μεταφέρθηκαν στην Αθήνα στο Χριστιανικό και Βυζαντινό Μουσείο. Τελικά εντάχθηκαν στη συλλογή του Βυζαντινού Μουσείου της Αθήνας.

Αρκετές δεκαετίες αργότερα, επανήλθε το θέμα με την ίδρυση Βυζαντινού Μουσείου στη συμπρωτεύουσα. Τον σχετικό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό κέρδισε ο Κυριάκος Κρόκος.[5] Το κτήριο θεμελιώθηκε το 1989 και τα εγκαίνια έγιναν στις 11 Σεπτεμβρίου του 1994.[3]

Λίγους μήνες προτού εγκαινιαστεί το μουσείο, μεταφέρθηκαν από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη οι αρχαιότητες που ήταν εκεί από το 1916, μέρος των οποίων παρουσιάστηκε στην έκθεση «Βυζαντινοί θησαυροί της Θεσσαλονίκης. Το ταξίδι της επιστροφής».

Εκθέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα εκθέματα του μουσείου παρουσιάζονται ανά θέμα, έτσι ώστε να μπορεί ο επισκέπτης να σχηματίσει πλήρη εικόνα για ορισμένες όψεις του πολιτισμού του Βυζαντίου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κουρκουτίδου - Νικολαΐδου Ε. (επιμ.), Από τα Ηλύσια Πεδία στο χριστιανικό Παράδεισο (κατάλογος έκθεσης), Θεσσαλονίκη, 1997.
  • Παπανικόλα Μπακιρτζή Δ., Ιακώβου Μ. (επιμ.), Βυζαντινή Μεσαιωνική Κύπρος, Βασίλισσα στην Ανατολή και Ρήγαινα στη Δύση (κατάλογος έκθεσης), Λευκωσία, 1997.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]