Εθνική Αντίσταση (Ελλάδα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εθνική Αντίσταση
Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
Gr-triple-occupation-gr.png
Χάρτης της Ελλάδας υπό τριπλή Κατοχή
Ημερομηνία 1941-1944
Τόπος Ελλάδα
Εμπλεκόμενες πλευρές

ΕΑΜ/ΕΛΑΣ

ΕΔΕΣ/ΕΟΕΑ
ΕΚΚΑ/5/42 Σύνταγμα Ευζώνων
Άλλες αντιστασιακές οργανώσεις

Εθνική Αντίσταση αποκαλείται η αντίσταση που πρόβαλλαν οι Έλληνες κατά τη διάρκεια της κατοχής εναντίον των κατακτητών, μέσω των αντάρτικων οργανώσεων είτε στα βουνά, είτε στις πόλεις για την απελευθέρωση της χώρας. Η αντίσταση ξεκίνησε σχεδόν αμέσως μετά την πτώση και την συνθηκολόγηση της Ελλάδας, τον Απρίλιο του 1941. Αρχικά υπήρξε προϊόν αυθόρμητων ενεργειών μεμονωμένων πολιτών ή μικρών ομάδων πολιτών, άλλα σταδιακά απέκτησε οργανωμένη μορφή με την ίδρυση αντιστασιακών οργανώσεων. Από τα μέσα του 1942 εξελίχθηκε σε ένοπλο αγώνα στην ύπαιθρο. Ήδη από τα μέσα του 1943 οι αντάρτικές ομάδες είχαν προκαλέσει σοβαρά πλήγματα στους κατακτητές και είχαν κατορθώσει να απελευθερώσουν τμήμα της ορεινής ενδοχώρας.

Η τριπλή κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γερμανοί μόλις εισήλθαν στην Αθήνα (27 Απριλίου 1941) φρόντισαν να ορκίσουν κυβέρνηση, φιλική προς αυτούς κυβέρνηση με πρωθυπουργό το στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου. Μετά την κατάληψη και της Κρήτης (Μάιος 1941) από τα γερμανικά στρατεύματα, ολόκληρη η ελληνική επικράτεια βρέθηκε κάτω από την κατοχή των δυνάμεων του Άξονα. Οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι ακολούθησαν τους Γερμανούς στην κατάληψη τμημάτων της χώρας και αμέσως τέθηκε σε εφαρμογή σχέδιο διαμελισμού της Ελλάδας. Η Ιταλία κατέλαβε τα Επτάνησα, ενώ στη Βουλγαρία παραχωρήθηκε αρχικά η ζώνη ανάμεσα στο Στρυμόνα και στο Νέστο, καθώς και τα νησιά Θάσος και Σαμοθράκη. Το τμήμα αυτό επεκτάθηκε αργότερα σχεδόν ως την Αλεξανδρούπολη. Τόσο οι Ιταλοί στα Επτάνησα όσο και οι Βούλγαροι στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη επιχείρησαν να εφαρμόσουν πολιτική αφελληνισμού. Η υπόλοιπη χώρα διαιρέθηκε σε δύο ζώνες κατοχής, μία γερμανική και μία ιταλική. Η γερμανική ζώνη περιλάμβανε τα 2/3 του νομού Έβρου, την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, όλα τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου εκτός από τη Θάσο και τη Σαμοθράκη, την Αττική, την Κρήτη (εκτός από τον νομό Λασιθίου που ήταν υπό ιταλική διοίκηση) και από τις Κυκλάδες τη Μήλο. Η ιταλική ζώνη περιλάμβανε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα.

Οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής ανέρχονταν σε 100-120.000 άνδρες και οι ιταλικές σε 140.000. Οι βούλγαροι στρατιώτες μαζί με τους κομιτατζήδες ήταν περίπου 40.000. Τον Αύγουστο του 1944 οι Γερμανοί στρατιώτες ήταν 250.000 άνδρες (από τους οποίους οι 54.000 από τη Βουλγαρία) καθώς και 28.000 ναυτικοι[1]. Οι κατακτητές, και ιδίως οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι, δαπανούσαν για την συντήρησή τους πόρους της χώρας. Συγχρόνως η Ελλάδα αναγκάστηκε να καταβάλει στις δυνάμεις κατοχής μεγάλα χρηματικά ποσά για τα έξοδα συντήρησης τους. Οι Γερμανοί δέσμευσαν όλα τα αγαθά, το φυσικό πλούτο και την παραγωγή. Οι ελεύθερες ζώνες, τα τελωνεία, οι γενικές αποθήκες, οι αποθήκες συγκέντρωσης προϊόντων, τα εμπορικά βιομηχανικά αποθέματα λεηλατήθηκαν για τις ανάγκες των στρατευμάτων κατοχής ή και για να σταλούν πολύτιμα φορτία στη Γερμανία και στην Ιταλία. Ακόμη και τα λαχανικά δεσμεύονταν για λογαριασμό των στρατευμάτων κατοχής και έτσι, από την πρώτη στιγμή, η προμήθεια τροφίμων και όλων των χρειωδών έγινε προβληματική για τον ελληνικό πληθυσμό.

Συγχρόνως τα εισοδήματα, οι μισθοί και τα ημερομίσθια εκμηδενίζονται με ραγδαίο ρυθμό κάτω από την πίεση ενός καλπάζοντος πληθωρισμού, ενώ η εξαφάνιση των τροφίμων έχει ως άμεσο επακόλουθο την εμφάνιση της μαύρης αγοράς. Η όλη αυτή κατάσταση, ήδη από το καλοκαίρι του 1941 είχε ως συνέπεια τον υποσιτισμό του λαού και αργότερα, η πείνα αρχίζει να μαστίζει την Ελλάδα. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν τον τρομερό χειμώνα του 1941-42, στον λεγόμενο Μεγάλο Λιμό. Ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων της πείνας δεν είναι εξακριβωμένος, υπολογίζεται όμως ότι φτάνει στις 300.000 για τα μεγάλα αστικά κέντρα.

Η γέννηση της Εθνικής Αντίστασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο αντάρτισσας, στην Ιτέα Φωκίδας

Ενώ η ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου ήταν σχεδόν αποκομμένη από τη χώρα, οι υπόδουλοι Έλληνες άρχισαν να αναζητούν τρόπους αντίστασης στον κατακτητή. Η πάλη για την επιβίωση του λαού ήταν ήδη μια πρώτη αυθόρμητη αντιστασιακή πράξη. Τα λαϊκά συσσίτια που άρχισαν να λειτουργούν με την πρωτοβουλία των πιο δραστήριων στοιχείων των διαφόρων επαγγελματικών οργανώσεων και συλλόγων των εργαζομένων αποτέλεσαν την πρώτη νίκη που απόσπασε ο ελληνικός λαός από τους κατακτητές. Η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση "Ελευθερία" ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη (πρώτη στην Ευρώπη επίσης), στις 15 Μαΐου 1941, περίπου ένα μήνα μετά την κατάληψη της πόλης από τα Γερμανικά στρατεύματα, με πρωτοβουλία των Παρασκευά Μπάρμπα (ΚΚΕ), Απόστολου Τζανή (ΚΚΕ), Ιωάννη Πασαλίδη (Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, ΕΔΑ), Σίμου Κερασίδη (ΚΚΕ), Αθανάσιου Φείδα (Αγροτικό Κόμμα), Ιωάννη Ευθυμιάδη (Δημοκρατική Ένωση) και του στρατιωτικού Δημήτριου Ψαρρού[2]. Η "Ελευθερία" συγκρότησε τις δύο πρώτες ένοπλες αντάρτικες ομάδες, τον "Αθανάσιο Διάκο" στα Κρούσσια του Κιλκίς με αρχηγό τον Χριστόδουλο Μόσχο (καπετάν Πέτρο)[3] και τον "Οδυσσέα Ανδρούτσο" στη Βισαλτία των Σερρών με αρχηγό τον Αθανάσιο Γκένιο (καπετάν Λασσάνη)[4], που δράσαν κατά Γερμανικών στόχων, καθώς η Κεντρική Μακεδονία ήταν στη Γερμανική ζώνη ελέγχου.

Εντυπωσιακό ράπισμα στα στρατεύματα κατοχής δόθηκε με το κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη. Τη νύχτα της 30ης Μαΐου 1941 δύο νέοι φοιτητές, ο Μανώλης Γλέζος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών και ο Απόστολος Σάντας της Νομικής, εκφραστές της ψυχικής διάθεσης του ελληνικού λαού, σκαρφαλώνουν στον Ιερό Βράχο από τη βορειοδυτική πλευρά και χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τη γερμανική φρουρά πλησιάζουν τον ιστό και κατεβάζουν τη σβάστικα.[5]

Σιγά σιγά η αντίσταση του λαού κατά των κατακτητών άρχισε να απλώνεται και να οργανώνεται. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1941 ανακοινώθηκε η ίδρυση του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ). Την πολιτική ηγεσία του ΕΔΕΣ διεύθυνε ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, ενώ στρατιωτικός αρχηγός του ανέλαβε ο στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύθηκε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) με την συνεργασία των κομμάτων Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος, Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας, Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος. Τον Οκτώβριο του 1942 ιδρύθηκε η οργάνωση Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση. Άλλες αντιστασιακές ομάδες που αναγνωρίζονται επίσημα από το ελληνικό κράτος είναι η Εθνική Αλληλεγγύη, η Πανελλήνια Ένωση Αγωνιζόμενων Νέων (ΠΕΑΝ), η Εθνική Δημοκρατική Ένωση Ελληνοπαίδων (ΕΔΕΕ), τα ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ, η Έφεδρων Αξιωματικών Πατριωτική Οργάνωση (ΕΑΠΟ), η Ιερή Ταξιαρχία και η Ομοσπονδία Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ) [6] Άλλες οργανώσεις υπήρξαν επίσης η Επιτροπή Εθνικής Σωτηρίας, το Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας, η οργάνωση Μπουμπουλίνα, ο ΕΣΕΑ (Ένωσις Συμπολεμιστών Εθνικού Αγώνος) και η ΠΑΟ (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωση)[7][8] Περισσότερο μαζική από τις αντιστασιακές οργανώσεις κατάφερε να γίνει το ΕΑΜ.

Το ξεκίνημα της ένοπλης αντίστασης στην ύπαιθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γέφυρα του Γοργοποτάμου

Ήδη από τον Ιούλιο του 1941 δρούσαν στα Κρούσσια του Κιλκίς και στη Βισαλτία των Σερρών τα αντιστασιακά σώματα "Αθανάσιος Διάκος" και "Οδυσσέας Ανδρούτσος", αντίστοιχα. Η πρώτη μαζική εξέγερση του ελληνικού λαού η οποία έλαβε καθαρά μαχητικό και επαναστατικό χαρακτήρα συνέβη στην περιοχή της Δράμας, όπου η βουλγαρική κατοχική διοίκηση επιχειρούσε με μεθοδικότητα τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων. Ο πληθυσμός αντέδρασε στην προσπάθεια αφελληνισμού. Στις 28 προς 29 Σεπτεμβρίου 1941 ο λαός της Δράμας και των γύρω χωριών εξεγείρεται και καταλύει τις βουλγαρικές αρχές. Η αυθόρμητη αυτή εξέγερση, καταπνίγεται από τους Βούλγαρους που εκτελούν ομαδικά 3.000 πατριώτες στην πόλη της Δράμας και στο χωριό Δοξάτο.

Τα γεγονότα της Δράμας είχαν συγκλονιστική επίδραση σ' ολόκληρο τον υπόδουλο ελληνικό λαό. Και καθώς σ' αυτά προσθέτονταν οι καθημερινές εκτελέσεις Ελλήνων από τα στρατεύματα κατοχής, ως αντίποινα για σποραδικές αντιστασιακές ενέργειες, και η ομαδική εξόντωση των κατοίκων των χωριών Άνω και Κάτω Κερδυλίων (17 Οκτωβρίου 1941), Μεσόβουνου Κοζάνης (23 Οκτωβρίου 1941) και Κλειστού, Κυδωνίας και Αμπελοφύτου Κιλκίς (25 Οκτωβρίου 1941) από τους Γερμανούς, γίνεται κοινή συνείδηση ότι μόνο με τον ένοπλο αγώνα ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί ο κατακτητής.[9]

Από τις αρχές του 1942 η αντίσταση του ελληνικού λαού κατά των κατακτητών άρχισε να παίρνει μαζική μορφή. Από όλη την κατεχόμενη Ευρώπη κυρίως στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία η αντίσταση έλαβε χαρακτήρα λαϊκής εξέγερσης. Το Φεβρουάριο του 1942 η κεντρική επιτροπή του ΕΑΜ αποφάσισε την ίδρυση ένοπλων ανταρτικών σωμάτων, στα οποία δόθηκε η ονομασία Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ). Τα πρώτα αυτά ανταρτικά σώματα έδρασαν στη Στερεά Ελλάδα. Επικεφαλής τους ορίστηκε από το ΕΑΜ ο γεωπόνος από τη Λαμία Θανάσης Κλάρας, ο οποίος έλαβε αμέσως το ψευδώνυμο Άρης Βελουχιώτης. Στις 22 Μαΐου συγκροτήθηκε το πρώτο ένοπλο τμήμα του ΕΛΑΣ στη Σπερχειάδα Φθιώτιδας και το τμήμα αυτό με επικεφαλής τον Άρη Βελουχιώτη εισήλθε στο χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας στις 7 Ιουνίου και ανήγγειλε στους χωρικούς την έναρξη του ενόπλου αγώνα κατά των κατακτητών.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1942, στην περιοχή της Ρεκάς στη Φωκίδα, δόθηκε η πρώτη μάχη ανάμεσα στους αντάρτες του Βελουχιώτη και στα ιταλικά στρατεύματα κατοχής, η οποία υπήρξε νικηφόρα για τους αντάρτες. Στις 21 Οκτωβρίου 1942 οι αντάρτες συγκρούστηκαν με του Ιταλούς στο χωριό Κρίκελλο, όπου κατάφεραν να διαλύσουν το ιταλικό καταδιωκτικό απόσπασμα που επιχειρούσε στην περιοχή. Στις 5 Δεκεμβρίου 1942 χτύπησαν ιταλική φάλαγγα στην περιοχή της Χρύσως, ενώ στις 18 Δεκεμβρίου 1942 χτύπησαν σε ενέδρα κοντά στο Μικρό Χωριό, την εμπροσθοφυλακή ιταλικού συντάγματος, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους Ιταλούς.[10][11]

Μετά τις συνεχιζόμενες επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ, σε μεγάλες περιοχές της ορεινής Στερεάς Ελλάδας οι αντάρτες αφοπλίζουν τη χωροφυλακή και απόλυτοι κύριοι στα χωριά αρχίζουν να οργανώνουν την εξουσία του ΕΑΜ. Σε κάθε χωριό όριζαν «υπεύθυνους» στις διάφορες δραστηριότητες. Έτσι στις ορεινές περιοχές άρχισε να δημιουργείται ένα ελεύθερο κράτος με τη συνεργασία αγροτών και ανταρτών. Στα χωριά άρχισαν να λειτουργούν νέοι θεσμοί που προσπαθούσαν να εκσυγχρονίσουν τις οικονομικές και κοινωνικές δομές. Οι θεσμοί αυτοί βασίζονταν στην αρχή της λαϊκής συμμετοχής για όλα τα θέματα που αφορούσαν την κοινότητα. Έτσι η τοπική αυτοδιοίκηση απόκτησε ουσιαστικό περιεχόμενο με την αναβίωση των κοινοτικών παραδόσεων της Τουρκοκρατίας. Συγχρόνως η πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη, έστω και κατά υποτυπώδη τρόπο στην αρχή, με τη μορφή του βιβλίου, του θεάτρου και της μουσικής εισβάλλει στην ελληνική ύπαιθρο και προσπαθεί να κατακτήσει τον αγροτικό πληθυσμό.

Παράλληλα, με την ίδρυση του ΕΛΑΣ, στις 28 Ιουλίου 1942, ο στρατηγός Ναπολέων Ζέρβας αναγγέλλει την ίδρυση των Εθνικών Ομάδων Ελλήνων Ανταρτών (ΕΟΕΑ) ως ένοπλο τμήμα του ΕΔΕΣ. Οι πρώτες ανταρτικές δυνάμεις του στρατηγού Ζέρβα έδρασαν στην περιοχή του Βάλτου, στην Αιτωλοακαρνανία. Τέλος η τρίτη αντιστασιακή οργάνωση, η ΕΚΚΑ, ιδρύει και αυτή με τη σειρά της ανταρτικό σώμα, με αρχηγό τον Δημήτριο Ψαρρό. Το ανταρτικό αυτό σώμα έδρασε κυρίως στην περιοχή της Γκιώνας. Το Σεπτέμβριο του 1942 αγγλικό κλιμάκιο μελών της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής (ΒΣΑ), με αρχηγό το συνταγματάρχη Μάγερς, αποβιβάζεται κρυφά στην Ελλάδα, έρχεται σε επαφή με τις διάφορες ανταρτικές ομάδες και κατορθώνει να συντονίσει τις ενέργειές τους. Αποτέλεσμα του συντονισμού αυτού ήταν η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, στις 25 Νοεμβρίου 1942. Στην ανατίναξη έλαβαν μέρος 120 άνδρες του ΕΛΑΣ, 65 των ΕΟΕΑ και 12 Άγγλοι κομάντος κάτω από την προσωπική καθοδήγηση του Άρη Βελουχιώτη και του Ναπολέοντα Ζέρβα. Η ανατίναξη της γέφυρας καθυστέρησε για αρκετές εβδομάδες τον εφοδιασμό των Γερμανών που μάχονταν στην Αφρική, ανύψωσε το ηθικό των Ελλήνων και καταξίωσε τον ένοπλο αγώνα στη συνείδηση των συμμάχων.

Η κορύφωση της ένοπλης αντίστασης στην ύπαιθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο για τον ΕΛΑΣ, στο Γαλάτσι

Από τις αρχές του 1943 το κύμα της ένοπλης αντίστασης στην ύπαιθρο ενδυναμώθηκε. Στις 12 Φεβρουαρίου 1943 διεξήχθη η μάχη της Οξύνειας, κοντά στο χωριό Οξύνεια ή Μερίτσα που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της Καλαμπάκας. Στην μάχη που θεωρείται η πρώτη μεγάλη μάχη της εθνικής αντίστασης, συγκρούστηκαν δυνάμεις του ΕΛΑΣ με Ιταλική φάλαγγα 350 στρατιωτών που είχαν προηγουμένως προχωρήσει σε λεηλασία του χωριού. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν η καταστροφή της ιταλικής φάλαγγας, ενώ από την πλευρά του ΕΛΑΣ υπήρξαν πολύ μικρές απώλειες. Στις αρχές Μαρτίου ομάδες του ΕΛΑΣ ανατίναξαν σιδηροδρομική γέφυρα κοντά στην Καρδίτσα. Το ιταλικό στρατιωτικό σώμα που βρισκόταν στην πόλη της Καρδίτσας φοβούμενο για επίθεση στους στρατώνες του αποχώρησε από την πόλη, στην οποία λίγο μετά εισήλθαν αγήματα του ΕΛΑΣ. Η Καρδίτσα απελευθερώθηκε στις 11 Μαρτίου 1943 και παρέμεινε ελεύθερη μέχρι τις 10 Οκτώβριου 1943, όταν την ανακατέλαβαν οι Γερμανοί. [12] Κοντά στην Καρδίτσα, στο οροπέδιο της Νεβρόπολης Αγράφων (καταλαμβάνεται σήμερα από τη λίμνη Ταυρωπού), τέθηκε σε λειτουργία από τις 9 Αυγούστου 1943, το αντάρτικο αεροδρόμιο με το οποίο εξασφαλίστηκε ανεφοδιασμός των αντάρτικων σωμάτων από τις συμμαχικές δυνάμεις.

Στο διάστημα 4-7 Μαρτίου διεξήχθη η Μάχη του Φαρδύκαμπου, στην περιοχή της Σιάτιστας. Οι Ιταλοί είχαν σημαντικές απώλειες. Η θέση τους στην περιοχή έγινε επισφαλής με συνέπεια να αναγκαστούν λίγο καιρό αργότερα να εγκαταλείψουν την πόλη των Γρεβενών. Λίγο αργότερα ακολούθησε και η απελευθέρωση του Καρπενησίου με αποτέλεσμα ήδη από τα μέσα του 1943 να έχει σχηματιστεί μία σημαντική ελεύθερη ζώνη στην ραχοκοκαλιά της κεντρικής Ελλάδας.

Αποδέκτες της δράσης των αντιστασιακών ομάδων στην ύπαιθρο, κατά τα πρώτα χρόνια της αντίστασης, υπήρξαν κυρίως οι Ιταλοί που κατείχαν τις περιοχές στις οποίες έδρασαν οι κυριότερες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Οι επιθέσεις που δέχονταν οι Ιταλοί από τους αντάρτες, είχαν ως αποτέλεσμα να απαντούν συχνά με πράξεις αντιποίνων οι οποίες είχαν να κάνουν είτε με μαζικές εκτελέσεις κρατουμένων, είτε με καταστροφές χωριών και εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού. Τον Οκτώβριο του 1942 κατέστρεψαν το χωριό Προσήλιο, στη Φωκίδα. Τον Δεκέμβριο του 1942 έκαψαν τα χωριά Χρύσω και Μικρό Χωριό στην Ευρυτανία και εκτέλεσαν κατοίκους.[13][14] Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αγριότητας από την πλευρά των Ιταλών κατακτητών υπήρξε η Σφαγή στο Δομένικο, τον Φεβρουάριο του 1943 ως αντίποινα για επιθέσεις που είχαν δεχτεί στην ευρύτερη περιοχή.[15][16] Τον Απρίλιο του 1943 κατέστρεψαν τα χωριά Αγία Ευθυμία και Βουνιχώρα στην Φωκίδα.[17][18] Στις 2 Ιουνίου 1943 δυνάμεις του ΕΛΑΣ προχώρησαν στην ανατίναξη της σιδηροδρομικής σήραγγας στην περιοχή του Κουρνόβου (Τρίλοφο Φθιώτιδας). Από την έκρηξη σκοτώθηκαν 580 Ιταλοί που επέβαιναν στο διερχόμενο τρένο. Σε αντίποινα οι Ιταλοί εκτέλεσαν στην περιοχή 106 κρατουμένους κομμουνιστές από το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Λάρισας.

Καθοριστικό γεγονός στην εξέλιξη της αντίστασης στην ύπαιθρο υπήρξε η συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμβριο του 1943. Οι Γερμανοί υποχρεώθηκαν να αντικαταστήσουν τους Ιταλούς στη ζώνη ευθύνης τους διασπείροντας περισσότερο τις δυνάμεις τους. Επιπλέον μέρος του οπλισμού των Ιταλικών μεραρχιών που δρούσαν στην Ελλάδα, πέρασε σε αντάρτικες ομάδες. Η ιταλική μεραρχία Πινερόλο που δρούσε στην κεντρική Ελλάδα, παραδόθηκε στον ΕΛΑΣ, ο οποίος με την εξασφάλιση του οπλισμού των Ιταλών αύξησε σημαντικά τη δύναμή του.[19]

Το Μαυσωλείο του Διστόμου

Από τα τέλη του 1943 οι επιχειρήσεις των αντάρτικων ομάδων εναντίον των Γερμανών άλλα και των Ελλήνων συνεργατών τους, που συγκρότησαν τα Τάγματα Ασφαλείας πύκνωσαν. Στο διάστημα αυτό δόθηκαν πολλές μάχες, κυριότερες από τις οποίες ήταν η Μάχη στα Δερβενοχώρια, η Μάχη της Γλόγοβας, η Μάχη των Καλαβρύτων, η Μάχη της Στυμφαλίας, η Μάχη της Αμφιλοχίας, η Μάχη της Αγορέλιτσας, η Μάχη στις Καρούτες και η Μάχη της σοδειάς.

Οι Γερμανοί απαντούσαν στο αυξανόμενο κύμα αντίστασης με αντίποινα απερίγραπτης σκληρότητας, που οδήγησαν σε μαζικές εκτελέσεις αμάχων, μαζικές εκτελέσεις κρατουμένων και καταστροφές πολυάριθμων χωριών. Τα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων του Χαϊδαρίου στην Αθήνα και του Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη υπήρξαν οι έμψυχες αποθήκες δεσμωτών από τις οποίες ο κατακτητής αλίευε στην τύχη τα θύματά του και τα εκτελούσε στο σκοπευτήριο της Καισαριανής ή στο Επταπύργιο. Στην ύπαιθρο ολόκληρα χωριά και κωμοπόλεις καίγονταν και ο πληθυσμός τους εκτελούνταν. Στις 16 Αυγούστου 1943, εκτελέστηκαν στο χωριό Κομμένο 317 άνθρωποι, ανάμεσά τους νήπια και παιδιά. Στις 9-13 Δεκεμβρίου 1943 οι Γερμανοί πυρπόλησαν τα Καλάβρυτα και εξόντωσαν τον πληθυσμό τους. Συνολικά φονεύτηκαν 1101 άτομα ανάμεσα στα οποία βρίσκονταν βρέφη και παιδιά κάτω των 14 χρονών. Στις 10 Ιουνίου 1944 πυρπολήθηκε το Δίστομο και εξοντώθηκε ολόκληρος ο πληθυσμός του. και τέλος στις 13 Αυγούστου του ίδιου χρόνου πυρπολήθηκαν τα Ανώγεια στην Κρήτη και εκτελέστηκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού τους. Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Αλληλεγγύης, της εαμικής αντιστασιακής οργάνωσης που έπαιζε το ρόλο του Ερυθρού Σταυρού κατά τη διάρκεια του αγώνα, ο απολογισμός των θυμάτων είναι τρομακτικός. 49.188 Έλληνες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βούλγαρους. Γενικά, οι Γερμανοί για έναν νεκρό στρατιώτη τους σκότωναν 10 Έλληνες, για έναν αξιωματικό 100 και για συνταγματάρχες και στρατηγούς πάνω από 1000.

Η Εθνική αντίσταση στις πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ οι αντάρτες στα βουνά χτυπούσαν τους κατακτητές, στις πόλεις ο αγώνας έπαιρνε άλλη μορφή. Σ' αυτόν, με πρωτοπόρα τη νεολαία, μετέχουν πολίτες κάθε κοινωνικής τάξης και κάθε πολιτικής απόχρωσης. Δίπλα στους ανώνυμους αγωνιστές η πνευματική ηγεσία του τόπου, ακαδημαϊκοί, δάσκαλοι, συγγραφείς, καλλιτέχνες, δίνει κι αυτή το παρόν στο αντιστασιακό προσκλητήριο. Στις 25 Μαρτίου του 1942 η Αθήνα παίρνει το βάπτισμα του πυρός με την πρώτη φοιτητική διαδήλωση ενώ στις 22 Απριλίου του ίδιου χρόνου η πρώτη καθολική απεργία των δημοσίων υπαλλήλων αιφνιδιάζει και την κυβέρνηση Τσολάκογλου και τις αρχές κατοχής. Τον ίδιο χρόνο, στις 22 Σεπτεμβρίου, μια σοβαρή αντιστασιακή πράξη πραγματοποιείται στην πρωτεύουσα. Μέλη μιας μικρής αντιστασιακής οργάνωσης, της ΠΕΑΝ (Πανελλήνια Ένωση Αγωνιζομένων Νέων), η οποία συνεργαζόταν με τους Άγγλους, κατόρθωσαν να ανατινάξουν, στο κέντρο της Αθήνας τα γραφεία της προδοτικής φασιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ (Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση). Το Φεβρουάριο του 1943 το ΕΑΜ ιδρύει τη νεολαιίστικη οργάνωση του Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ) και μ' αυτήν οι αγώνες της νεολαίας συντονίζονται. Ενώ στις 28 Φεβρουαρίου η κηδεία του ποιητή Κωστή Παλαμά μεταβάλλεται σε αυθόρμητη λαϊκή διαδήλωση του λαού της Αθήνας κατά των κατακτητών, στις 5 Μαρτίου 1943 μια γενική απεργία στην πρωτεύουσα ματαιώνει την επιστράτευση των Ελλήνων εργατών, τους οποίους οι Γερμανοί σκόπευαν να τους στείλουν στη Γερμανία για να δουλέψουν στα γερμανικά εργοστάσια. [20][21] Στις 22 Ιουλίου του ίδιου χρόνου μια παναθηναϊκή διαδήλωση διαμαρτυρίας εναντίον της σχεδιαζόμενης εισόδου των Βουλγάρων στη Θεσσαλονίκη πνίγεται στο αίμα από τα γερμανικά τανκς.[22]

Η Εθνική αντίσταση στην Κρήτη και στα νησιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και αεροπλάνα πάνω από την Κρήτη, Μάιος 1941.

Η αντίσταση στην Κρήτη ξεκίνησε παράλληλα με τη Γερμανική εισβολή στο νησί, στα τέλη Μαΐου του 1941, όταν ο τοπικός πληθυσμός ξεσηκώθηκε αυθόρμητα κατά των εισβολέων. Μετά την ολοκλήρωση της κατάληψης του νησιού από τους Γερμανούς η αντίσταση άρχισε να οργανώνεται με την ίδρυση αντιστασιακών οργανώσεων. Κάποιες από αυτές ήταν η Ανώτατη Επιτροπή Αγώνος Κρήτης (ΑΕΑΚ) που αποτέλεσε προπομπό της Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης (ΕΟΚ), το Παγκρήτιο Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΠΑΜ, μνημονεύεται επίσης και ως Πατριωτικό Μέτωπο Κρήτης) που υπήρξε προπομπός του ΕΑΜ στην Κρήτη, η Κρητική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή (ΚΕΕΕ), Εθνική Απελευθερωτική Οργάνωση (ΕΑΟ) και άλλες.

Οι αντιστασιακές οργανώσεις σε συνεργασία με βρετανούς πράκτορες της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Κρήτη πραγματοποίησαν πολλές επιθέσεις δολιοφθοράς εναντίον γερμανικών στόχων. Στις 7 Ιουνίου 1942 πραγματοποίησαν σαμποτάζ στο αεροδρόμιο του Καστελίου που αποτελούσε βάση γερμανικών αεροσκαφών. Η επιχείρηση καταγράφηκε ως το πρώτο σαμποτάζ που επιχειρήθηκε από συμμαχικές δυνάμεις εναντίον εχθρικών στόχων σε ολόκληρη την κατεχόμενη τότε Ευρώπη.[23] Για δεύτερη φορά πραγματοποιήθηκε απόπειρα κατά του αεροδρομίου Καστελίου στις 4-5 Ιουλίου 1943 που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του αεροδρομίου και πολλών γερμανικών αεροπλάνων. Η επιχείρηση σχεδιάστηκε από άγγλους πράκτορες με την ονομασία Επιχείρηση Άλμπουμεν.[24] Στις 12 Σεπτεμβρίου 1943 αντάρτικο σώμα προσέβαλε γερμανική στρατιωτική δύναμη κοντά στο χωριό Κάτω Σύμη. Οι Γερμανοί είχαν μεγάλες απώλειες από τη μάχη, που υπολογίζονται σε 70 νεκρούς και πάνω από 40 τραυματίες.[25] Μία από τις θεαματικότερες επιχειρήσεις των Ελλήνων ανταρτών σε συνεργασία με Άγγλους ήταν η Απαγωγή του στρατηγού Κράιπε στις 27 Απριλίου 1944. Τον Αύγουστο του 1944 πραγματοποιήθηκε το σαμποτάζ της Δαμάστας, με το οποίο καταστράφηκε γερμανική αυτοκινητοπομπή που συνόδευε το τεθωρακισμένο όχημα μεταφοράς της αλληλογραφίας.

Εκτελεσμένοι κάτοικοι του χωριού Κοντομαρί από Γερμανούς στρατιώτες (Ιούνιος 1941)

Οι Γερμανοί αντέδρασαν στο κρητικό κίνημα αντίστασης με απερίγραπτη σκληρότητα, καταστρέφοντας ολόκληρα χωριά και εκτελώντας μαζικά τον άμαχο πληθυσμό τους, δημιουργώντας στην Κρήτη έναν μακρύ κατάλογο μαρτυρικών χωριών. Ήδη από το ξεκίνημα της κατοχής οι Γερμανοί είχαν προβεί σε εκτελέσεις αμάχων ως αντίποινα για την αντίσταση που συνάντησαν στις περιοχές τους. Από τις πρώτες περιπτώσεις μαζικών εκτελέσεων είναι οι σφαγές στα χωριά Κοντομαρί και Κάνδανος των Χανίων. Στις 2 Ιουνίου του 1941 (μία ημέρα μετά την ολοκλήρωση της κατάληψης της Κρήτης) οι Γερμανοί εκτέλεσαν στο χωριό Κοντομαρί 25 άνδρες ηλικίας 18 έως 50 ετών.[26] Στις 3 Ιουνίου 1941 κατέστρεψαν ολοσχερώς το χωριό Κάνδανος ως αντίποινα για την αντίσταση που συνάντησαν από τους κατοίκους του.[27] Σε αντίποινα για τις απώλειες που είχαν στη μάχη της Κάτω Σύμης οι Γερμανοί στο διάστημα από 13 έως 16 Σεπτεμβρίου 1943, κατέστρεψαν χωριά της ανατολικής Βιάννου και δυτικής Ιεράπετρας και εκτέλεσαν 401 κατοίκους των χωριών[28] Σε αντίποινα για το σαμποτάζ της Δαμάστας και για την επίθεση που δέχτηκε γερμανική φρουρά στην περιοχή των Ανωγείων, οι Γερμανοί κατέστρεψαν τα Ανώγεια και λίγο αργότερα το χωριό Δαμάστα.[29][30] Λόγοι αντιποίνων προκάλεσαν και το ολοκαύτωμα των χωριών του όρους Κέντρους (Γερακάρι, Άνω Μέρος, Βρύσες, Γουργούθοι, Σμιλές, Δρυγιές, Καρδάκι και Κρύα Βρύση), στις 22 Αυγούστου 1944 όπου υπήρξαν μαζικές εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού, από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους 164 άνθρωποι.[31]

Το σημαντικότερο κίνημα αντίστασης στα νησιά αναπτύχθηκε στην Σάμο, όπου το ΕΑΜ είχε ισχυρή παρουσία. Η αντίσταση στη Σάμο ευνοήθηκε από την γειτνίαση του νησιού με τις ακτές της Τουρκίας, μέσω των οποίων οι αντάρτες μπορούσαν να έρθουν σε επαφή με Άγγλους πράκτορες που ήταν εγκατεστημένοι στα γειτονικά παράλια. Οι αντάρτες της Σάμου ανέλαβαν πολλές επιχειρήσεις εναντίον των Ιταλών. Οι απόπειρες των τελευταίων να τους αντιμετωπίσουν υπήρξαν αποτυχημένες. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμβριο του 1943 και την αποχώρηση των Ιταλών η Σάμος βρέθηκε ελεύθερη. Στο νησί σχηματίστηκε προσωρινή κυβέρνηση του ΕΑΜ επικεφαλής της οποίας τέθηκε ο μητροπολίτης Ειρηναίος ο οποίος είχε υποστηρίξει το αντάρτικο στο νησί. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μόνο για δύο μήνες καθώς τον Νοέμβριο του 1943 οι Γερμανοί πραγματοποίησαν επίθεση στο νησί που συνοδεύτηκε από σφοδρό βομβαρδισμό. Μέρος των ανταρτών κατέφυγε στην Τουρκία άλλα τμήμα τους παρέμεινε στα βουνά της Σάμου συνεχίζοντας τον αγώνα.[32][33]

Η κρίση μεταξύ των αντάρτικων οργανώσεων και η Απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άρης Βελουχιώτης μιλά σε συγκέντρωση στην Λαμία στις 19 Οκτωβρίου του 1944

Ενώ αρχικά οι τρεις βασικές αντιστασιακές οργανώσεις συνεργάζονταν, από τα μέσα του 1943 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημεία ανταγωνισμού μεταξύ τους. Μεταξύ του ΕΑΜ και των άλλων δύο οργανώσεων ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ, αναπτύχθηκε αμοιβαία δυσπιστία. Κατηγορίες για αντεθνική δράση άρχισαν να εκτοξεύονται και από τις δύο πλευρές. Ο ανταγωνισμός απέκτησε τελικά έντονη πολιτική απόχρωση. Οι αντιεαμικές οργανώσεις στην αντίθεσή τους με το ΕΑΜ αναζητούν στηρίγματα στην ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου, μόνη μέχρι τότε "νόμιμη εκπρόσωπο" του ελληνικού κράτους. Στην εξέλιξη αυτή βασικό ρόλο έπαιξαν και οι Άγγλοι οι οποίοι, ενώ στην αρχή εφοδίαζαν με όπλα και χρήματα όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις, στη συνέχεια ενίσχυαν με κάθε μέσο μόνο τον ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ.

Στις αρχές του 1944, όταν η ώρα της απελευθέρωσης από τις δυνάμεις του Άξονα πλησιάζει, οι αντιθέσεις ανάμεσα στις αντιστασιακές οργανώσεις οδηγούνται σε ανοιχτή ρήξη. Τον Απρίλιο του 1944 ο ΕΛΑΣ, μετά από σκληρές μάχες, εξουδετερώνει τις ανταρτικές δυνάμεις της ΕΚΚΑ στην περιοχή της Γκιώνας. Ο συνταγματάρχης Δημήτριος Ψαρρός συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και κάτω από ανεξακρίβωτες συνθήκες δολοφονείται από έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ. Συγχρόνως ο ΕΛΑΣ οργανώνει ευρείας κλίμακας επίθεση εναντίον των ανταρτικών τμημάτων του ΕΔΕΣ και τα περιορίζει σε ένα τμήμα της Ηπείρου. Έτσι, τις παραμονές της Απελευθέρωσης, ο ΕΛΑΣ ήταν κυρίαρχος στην ελληνική ύπαιθρο.

Στο μεταξύ στις 10 Μαρτίου 1944 το ΕΑΜ δημιουργεί την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), ένα είδος κυβέρνησης της ελεύθερης Ελλάδας. Η ΠΕΕΑ καθορίζει ως αποστολή της α) να οργανώσει και να κατευθύνει τον εθνικό αγώνα για την Απελευθέρωση, β) να διοικήσει τις μέχρι τότε ελεύθερες περιοχές και γ) να εξασφαλίσει τη λαϊκή κυριαρχία σε ολόκληρη τη χώρα. Η ΠΕΕΑ περιλάμβανε στους κόλπους της σημαντικό αριθμό μη κομμουνιστών και πρόεδρος της, από τις 18 Απριλίου 1944 ήταν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Αθήνας Αλέξανδρος Σβώλος, διαπρεπής συνταγματολόγος. Στο τέλος Απριλίου με πρωτοβουλία της ΠΕΕΑ πραγματοποιείται μια πρωτοφανής για κατεχόμενη χώρα ενέργεια. Διοργανώνονται μυστικές εκλογές στην ελεύθερη Ελλάδα, όπως και στην κατεχόμενη, και ιδιαίτερα στην Αθήνα και στις άλλες μεγάλες πόλεις. Πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες ψηφίζουν και στέλνουν αντιπροσώπους σε μια εθνοσυνέλευση που παίρνει το όνομα Εθνικό Συμβούλιο. Το Συμβούλιο συνέρχεται για πρώτη φορά στο χωριό Κορυσχάδες της Ευρυτανίας. Συνεδριάζοντας από τις 14 ως τις 27 Μαΐου, επικυρώνει την εξουσία της ΠΕΕΑ ως αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης με έδρα την Ελλάδα. Έτσι δημιουργείται μια δεύτερη ελληνική αρχή, παράλληλη με τη κυβέρνηση του Καΐρου.

Ο Ναπολέων Ζέρβας (δεύτερος από αριστερά) με άλλους αντιστασιακούς

Η ΠΕΕΑ, από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής της θέτει ως πρωταρχικό στόχο την αντικατάσταση της κυβέρνησης Τσουδερού, που βρισκόταν στην Αίγυπτο, με κυβέρνηση εθνικής ενότητας, στην οποία θα μετείχε και η ίδια. Τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα που μάχονταν στο πλευρό των συμμάχων στη Μέση Ανατολή δέχονται ευμενώς τις σκέψεις της ΠΕΕΑ για σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας και στις 30 Μαρτίου, μια συντονιστική επιτροπή των δύο όπλων ζητεί ακρόαση από τον πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό και του υποβάλλει ένα υπόμνημα υπογεγραμμένο από την πλειοψηφία των στρατιωτών, ναυτών και αξιωματικών. Με το υπόμνημα ζητείται η παραίτηση της κυβέρνησης Τσουδερού και η άμεση συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Εμμανουήλ Τσουδερός, κάτω από την πίεση των Άγγλων που φοβόντουσαν ότι δε θα είχαν τη δυνατότητα να ελέγχουν αποτελεσματικά μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, αρνείται να παραιτηθεί και τότε εκδηλώνεται στα ελληνικά στρατιωτικά σώματα ανταρσία η οποία καταπνίγεται από τους Άγγλους. Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα σχεδόν διαλύθηκε και περίπου 20.000 άνδρες, το μισό του δυναμικού του, στάλθηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Λιβύης και της Ερυθραίας. Η εξαιρετικά τεταμένη ατμόσφαιρα που δημιουργείται μετά την ανταρσία του ελληνικού στρατιωτικού σώματος είναι ελάχιστα ευνοϊκή για την επικράτηση μετριοπαθών και λογικών λύσεων. Μετά την κατάπνιξη της ανταρσίας παραιτείται ο Εμμανουήλ Τσουδερός και αναλαμβάνει την πρωθυπουργία αρχικά ο Σοφοκλής Βενιζέλος (14 Απριλίου 1944), και ακολούθως ο Γεώργιος Παπανδρέου (27 Απριλίου 1944) πρώην υπουργός του Ελευθερίου Βενιζέλου και γνωστός για τα συνεπή δημοκρατικά αλλά και αντικομμουνιστικά του φρονήματα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, μετά από εργώδεις διαπραγματεύσεις κατορθώνει, το Μάιο του 1944, να συγκαλέσει διάσκεψη στο Λίβανο, όπου συμμετείχαν αντιπρόσωποι όλων των κομμάτων και των αντιστασιακών οργανώσεων. Η διάσκεψη, μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους αντιπροσώπους της ΠΕΕΑ και στους αντιπροσώπους των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων και των κομμάτων, κατέληξε σε συμφωνία συγκρότησης κυβέρνησης εθνικής ενότητας με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου, στην οποία θα συμμετείχε και η ΠΕΕΑ. Η συμφωνία του Λιβάνου (20 Μαΐου 1944) επήλθε χωρίς να έχουν λυθεί οι βασικές διαφορές που χώριζαν τον εαμικό και τον αντιεαμικό κόσμο και κυρίως το πρόβλημα του αφοπλισμού των ενόπλων ανταρτικών σωμάτων μετά την απελευθέρωση. Αυτές οι εκκρεμότητες θα προκαλέσουν σοβαρότατες επιπλοκές στην πορεία προς την ομαλότητα. Πάντως στις 3 Σεπτεμβρίου 1944, σχηματίζεται η νέα κυβέρνηση, στην οποία η ΠΕΕΑ μετείχε με έξι υπουργούς. Στις 12 Οκτωβρίου οι Γερμανοί και οι Ιταλοί εγκατέλειψαν την Αθήνα και στις 18 του ίδιου μήνα ο πρωθυπουργός και τα μέλη της εθνικής κυβέρνησης εισήλθαν στην πόλη. Όμως μια νέα δραματική περίοδος της ελληνικής ιστορίας θα άρχιζε.

Αναγνώριση της εθνικής αντίστασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1949 εκδόθηκε ο πρώτος νόμος (Α.Ν. 971) για την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης[34] ο οποίος συμπληρώθηκε με τον Α.Ν. 971/1949[35] και τον Ν. 2272 του 1952[36], οι οποίοι καταργήθηκαν αργότερα, αλλά επανήλθαν σε ισχύ και συμπληρώθηκαν με τον Νόμο 1285 του 1982[37]

Οι νόμοι του 1949-1952, οι οποίοι εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, είχαν σαν κύριο χαρακτηριστικό ότι περιελάμβαναν τις οργανώσεις που έδρασαν μεταξύ 1941-44, αλλά απέκλειαν όσους παράκουσαν τη διαταγή για διάλυση των οργανώσεών τους από τη νόμιμη ελληνική κυβέρνηση και όσους «αποδεδειγμένως αντεθνικώς δράσαντες». Η αναγνώριση των αντιστασιακών γινόταν με αποφάσεις επιτροπών στις οποίες λάμβαναν μέρος ανώτεροι στρατιωτικοί. Με τους νόμους αυτούς λοιπόν αποκλειόταν όσοι πήραν μέρος στον Εμφύλιο πόλεμο εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης.

Με το νόμο του 1982, αφαιρέθηκαν οι παράγραφοι για αποκλεισμό οργανώσεων και αναγνωρίστηκαν ρητά οργανώσεις που δεν διαλύθηκαν και συνέχισαν ένοπλο αγώνα κατά τον Εμφύλιο πόλεμο, ενώ καθιερώθηκε ως ετήσιος Πανελλαδικός εορτασμός της Εθνικής Αντίστασης η Επέτειος της Μάχης του Γοργοποτάμου.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2004 σελ 584
  2. εφημερίδα Αυγή, 68 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους ναζί
  3. Πρώτη Σελίδα, εβδομαδιαία εφημερίδα Κιλκίς, 11ο Αντάμωμα Κιλκισιωτών, Οι Κιλκισιώτες της Αθήνας τίμησαν το Ολοκαύτωμα των Κρουσίων
  4. εφημερίδα Ριζοσπάστης, Η δολοφονία των μελών του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ
  5. Αφιερώματα πρώτη πράξη αντίστασης
  6. ΦΕΚ 115Α/20-09-1982, Νόμος 1285
  7. Ελευθεροτυπία Οι αντιστασιακές οργανώσεις φύτρωναν σαν τα μανιτάρια
  8. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Εθνική Αντίσταση 1941-44
  9. Το Έθνος Τα πρώτα ολοκαυτώματα σε Ελλάδα και Ευρώπη
  10. 1942: Ριζοσπάστης Η μάχη του ΕΛΑΣ στο Μικρό Χωριό
  11. evrytania.gr Η Ευρυτανία στην Αντίσταση
  12. Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Πτυχιακή Εργασία της Βαρλάμη Ελευθερίας «Η τοπική ιστορία και ο πολιτισμός της Καρδίτσας», σελ 107,108
  13. Χρύσω Ευρυτανίας Το κάψιμο του Χωριού από τους Ιταλούς
  14. Ριζοσπάστης Η θυσία και δόξα του Μικρού Χωριού
  15. Ριζοσπάστης Η Σφαγή στο Δομένικο
  16. Δίκτυο μαρτυρικών πόλεων και χωριών Δομένικο
  17. Δίκτυο μαρτυρικών πόλεων και χωριών, Βουνιχώρα
  18. Δίκτυο μαρτυρικών πόλεων και χωριών, Αγία Ευθυμία
  19. Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο Παρουσιάση βιβλίου: Χαράλαμπος Κ. Αλεξάνδρου ΜΕΡΑΡΧΙΑ ΠΙΝΕΡΟΛΟ
  20. Ριζοσπάστης Οι δύο κόσμοι: Η Ελλάδα στις 5 Μαρτίου 1943
  21. Ελευθεροτυπία Γεγονότα σταθμοί του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα
  22. 1943: Ριζοσπάστης Διαδήλωση κατά της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής
  23. Εφημερίδα Πατρίς Το α’ σαμποτάζ του αεροδρομίου Καστελίου και ο καπετάν Μανόλης Μπαντουβάς
  24. Εφημερίδα Πατρίς Β' σαμποτάζ Αεροδρομίου Καστελίου: 4-5 Ιουλίου 1943
  25. Δίκτυο μαρτυρικών πόλεων και χωριών, Μάχη της Σύμης
  26. tvxs.gr Επέτειος της σφαγής στο χωριό Κοντομαρί Χανίων από τις δυνάμεις του Άξονα
  27. Δίκτυο μαρτυρικών πόλεων και χωριών, Κάνδανος
  28. Εφημερίδα Πατρίς Το ολοκαύτωμα της επαρχίας Βιάννου και της δυτικής επαρχίας Ιεράπετρας
  29. Δήμος Ανωγείων, ιστορία
  30. Δίκτυο μαρτυρικών πόλεων και χωριών, Δαμάστα
  31. Δίκτυο μαρτυρικών πόλεων και χωριών, Η καταστροφή των χωριών του Κέντρους
  32. Δήμος Σάμου, Ιστορία, πόλεμος κατοχή, αντίσταση
  33. Πολιτιστική πύλη του αρχιπελάγους Σάμος
  34. ΦΕΚ A 105/1949, Α.Ν. 971 (Αναγκαστικός Νόμος 971, 29 Απριλίου 1949, «Περί απονομής ηθικών αμοιβών εις τας εθνικάς αντάρτικας ομάδας και Εθνικάς Οργανώσεις εσωτερικής αντιστάσεως»
  35. ΦΕΚ A 238/1951, Α.Ν. 1919 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του δια του Ν.Δ. 1104/49 κυρωθέντος Α.Ν. 971/49 «περί απονομής ηθικών αμοιβών εις τας εθνικάς αντάρτικας ομάδας και Εθνικάς Οργανώσεις εσωτερικής αντιστάσεως»»
  36. ΦΕΚ A 298/1952 Ν. 2272 «Περί παρατάσεως προθεσμιών τινών του Α.Ν. 971/1949 «Περί απονομής ηθικών αμοιβών εις τας εθνικάς αντάρτικας ομάδας και Εθνικάς Οργανώσεις εσωτερικής αντιστάσεως» »
  37. ΦΕΚ 115Α/20-09-1982, Νόμος 1285 «Για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης του Ελληνικού Λαού εναντίον των στρατευμάτων κατοχής 1941-1944»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιστορία νεότερη και σύγχρονη τεύχος Β' Γ'Ενιαίου Λυκείου, εκδόσεις Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων ΟΕΔΒ

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιάσονας Χανδρινός, Η ταυτότητα του «αντιστασιακού»: Εθνική Αντίσταση και αυτοεικόνα στην πολεμική και μεταπολεμική Ελλάδα [1]

Οπτικοακουστικό υλικό από το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]