Στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν-Μπέλζεν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μπέργκεν-Μπέλζεν

Bergen-belsen.jpg
Μνημείο στην είσοδο του Μπέργκεν-Μπέλζεν

Μπέργκεν-Μπέλζεν στον χάρτη: Γερμανία
Μπέργκεν-Μπέλζεν
Η θέση του Μπέργκεν-Μπέλζεν στoν χάρτη της Γερμανίας (Κάτω Σαξωνία)
Τύπος Κέντρο συλλογής
Χώρα Γερμανία
Περιοχή Κάτω Σαξωνία
Διαχειριστές (Αρχικά) Γερμανικός στρατός, (μεταγενέστερα) Σουτσστάφφελ (Ες-Ες)
Αρχική χρήση (Αρχικά) στρατόπεδο εκπαίδευσης της Βέρμαχτ, (αργότερα) στρατόπεδο εγκλεισμού αιχμαλώτων πολέμου
Περίοδος λειτουργίας 1940–1945
Τρόφιμοι Εβραίοι, Πολωνοί, Ρώσσοι, Ολλανδοί, Τσέχοι, Γερμανοί, Αυστριακοί
Αριθμός νεκρών Πάνω από 70.000
Απελευθερώθηκε από Ηνωμένο Βασίλειο, 15 Απριλίου 1945
Ιστότοπος Μπέργκεν-Μπέλζεν

Το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν - Μπέλζεν ήταν στρατόπεδο συγκέντρωσης που δημιούργησε το Εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς στην περιοχή ανάμεσα στο χωριό Μπέλζεν και την κωμόπολη Μπέργκεν της Κάτω Σαξωνίας, κοντά στην πόλη Celle. Υπολογίζεται ότι σε αυτό βρήκαν το θάνατο περισσότεροι από 70.000 άνθρωποι, μεταξύ αυτών και Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου.

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)

Το 1935, στα πλαίσια του επανεξοπλισμού της Γερμανίας, η Βέρμαχτ δημιούργησε ένα μικρό στρατόπεδο εκπαίδευσης στην περιοχή ανάμεσα στο Μπέργκεν και το Μπέλζεν[1]. Ύστερα από την εισβολή στις Κάτω Χώρες και την Γαλλία, το 1940, η στρατιωτική αυτή βάση μετατράπηκε σε στρατόπεδο εγκλεισμού αιχμαλώτων πολέμου, παίρνοντας την ονομασία Stalag XI-C/311. Σε αυτό αρχικά μεταφέρθηκαν περίπου 600 Γάλλοι και Βέλγοι αιχμάλωτοι. Τον Ιούλιο του 1941, ύστερα από την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, μεταφέρθηκαν εκεί 20.000 Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου, υπό συνθήκες άθλιας διαβίωσης, τόσο λόγω συνωστισμού όσο και ανεπαρκούς διατροφής και εξίσου ανεπαρκών, για την αντιμετώπιση του χειμερινού ψύχους, εγκαταστάσεων. Μέχρι την άνοιξη του 1942 18.000 αιχμάλωτοι πέθαναν από πείνα, ψύχος και διάφορες ασθένειες.

Μπουλντόζα του Βρετανικού Στρατού κατά την ταφή των σορών των θυμάτων στο Στρατόπεδο. 19 Απριλίου 1945

Διοίκηση από την SS[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 1943 τμήμα του στρατοπέδου (που αρχικά στέγαζε τους Σοβιετικούς αιχμαλώτους) πέρασε στη διοίκηση της SS και επονομάστηκε Aufenthaltslager (στρατόπεδο κράτησης). Σε αυτό μεταφέρθηκαν μερικές χιλιάδες Εβραίοι αρχικά με σκοπό την ανταλλαγή τους με Γερμανούς πολίτες που κρατούνταν σε άλλες χώρες. Το υπόλοιπο τμήμα συνέχισε να βρίσκεται κάτω από τη διοίκηση της Βέρμαχτ και χρησιμοποιούνταν περισσότερο ως στρατόπεδο για ασθενείς.[2]

Σταδιακά το στρατόπεδο άρχισε να υπάγεται στη διοίκηση της SS και, το Μάρτιο του 1944, τμήμα του ανασχεδιάστηκε. Στο νέο αυτό τμήμα, που κυνικά επονομάστηκε Erholungslager (στρατόπεδο ανάνηψης), μεταφέρθηκαν κρατούμενοι από άλλα στρατόπεδα (Μίτελμπαου-Ντόρα και Άουσβιτς), που, λόγω υγείας, ήταν ανίκανοι προς εργασία. Η πλειοψηφία αυτών των κρατουμένων βρήκε το θάνατο στο στρατόπεδο αυτό.

Τον Αύγουστο του 1944 μεταφέρθηκαν εκεί 8.000 γυναίκες κρατούμενες από το Άουσβιτς, οι οποίες στεγάστηκαν σε σκηνές και άρχισαν να αποστέλλονται σε Arbeitskommandos (διοικήσεις εργασίας) για να εργαστούν σε εργοστάσια πολεμικής παραγωγής. Ανάμεσα σε αυτές ήταν και η Άννα Φρανκ και η αδελφή της Μάργκοτ.

Σχεδιάγραμμα του Στρατοπέδου

Η ολοκληρωτική μετάβαση του στρατοπέδου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, εξ ολοκλήρου ελεγχόμενο από την SS, επήλθε το Δεκέμβριο του 1944, οπότε και έφθασε εκεί, ως νέος Διοικητής, ο Λοχαγός (Hauptsturmführer) της SS Γιόζεφ Κράμερ (Josef Kramer), με μετάθεση από το Άουσβιτς. Εκεί βρήκε 15.257 εν συνόλω κρατούμενους. Ως τότε οι συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων ήταν υποφερτές, καθώς δεν υπήρχε καν καταναγκαστική εργασία. Μάλιστα, σύμφωνα με την Εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, η οποία μεταπολεμικά κίνησε τη διαδικασία δίωξης 55 συνεργατών των Γερμανών, αναφέρει ότι οι 53 από αυτούς στάλθηκαν στο Μπέργκεν - Μπέλζεν ως αποτέλεσμα "ειδικής μεταχείρισης" από πλευράς Γερμανών[3] Από την αρχή του 1945, όμως, ο αριθμός των κρατουμένων άρχισε να αυξάνεται δραματικά, καθώς μεταφέρονταν εκεί κρατούμενοι από άλλα στρατόπεδα, που βρίσκονταν ανατολικά, καθώς ο Κόκκινος Στρατός προήλαυνε προς το Βερολίνο. Έτσι, το Φεβρουάριο οι κρατούμενοι έφθασαν τις 22.000 ενώ το Μάρτιο ο αριθμός τους είχε ανέλθει σε 43.000 και τον Απρίλιο σε περίπου 60.000.

Οι εγκαταστάσεις του στρατοπέδου ήταν ολοσχερώς ανεπαρκείς για τη στέγαση τόσων κρατουμένων, ύστερα μάλιστα από την καταστροφή των σκηνών, από μια χιονοθύελλα, που στέγαζαν τις γυναίκες κρατούμενες. Οι θάνατοι των κρατουμένων αυξήθηκαν από 9.000 το Φεβρουάριο σε 18.000 το Μάρτιο και 9.000 μέχρι τα μέσα του Απριλίου.

Το στρατόπεδο δεν διέθετε θαλάμους αερίων, καθώς δεν ήταν στρατόπεδο εξόντωσης. Οι κρατούμενοι σε αυτό πέθαιναν από την πείνα, το κρύο και τις ασθένειες που ενδημούσαν ανάμεσά τους (κύρια ο τυφοειδής πυρετός)[4]. Στο στρατόπεδο πέθαναν (αριθμοί καθ' υπολογισμό) περίπου 50.000 Εβραίοι, Τσέχοι, Πολωνοί, αντιναζιστές Γερμανοί, ομοφυλόφιλοι, Σίντι και Ρομά. Συνυπολογίζοντας τους περίπου 20.000 Σοβιετικούς αιχμαλώτους, ο συνολικός αριθμός των θυμάτων φθάνει τις 70.000. Ανάμεσά τους ήταν και η Άννα Φρανκ και η αδελφή της Μαργκότ (πέθαναν από τύφο το Μάρτιο του 1945).

Η απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 15 Απριλίου 1945 τα βρετανικά στρατεύματα φθάνουν στο στρατόπεδο. Οι Γερμανοί και Ούγγροι φρουροί διαπραγματεύονται με τους Βρετανούς τη δημιουργία μιας "ουδέτερης ζώνης" για το φόβο μετάδοσης του τύφου, που ενδημούσε ανάμεσα στους κρατουμένους. Η ζώνη πράγματι δημιουργήθηκε και μερικοί από τους φρουρούς την εκμεταλλεύθηκαν για να διαφύγουν στις γερμανικές γραμμές. Οι υπόλοιποι παρέμειναν φορώντας λευκά περιβραχιόνια, σε ένδειξη παράδοσης. Οι διαφυγόντες, ωστόσο, ως τελική πράξη εκδίκησης, έκοψαν την παροχή νερού στο στρατόπεδο, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα στις απελευθερωτικές δυνάμεις.

Όταν, τελικά, οι Βρετανοί μπήκαν στο στρατόπεδο, βρήκαν χιλιάδες βαριά άρρωστους και λιμοκτονούντες κρατουμένους, ενώ κανείς δεν είχε γλιτώσει από τις ψείρες. Τις επόμενες ημέρες οι επιζώντες μεταφέρθηκαν σε παρακείμενο στρατόπεδο θωρακισμένων της Βέρμαχτ, το οποίο μετονομάστηκε σε "στρατόπεδο εκτοπισμένων Μπέργκεν - Μπέλζεν" (Bergen - Belsen Displaced Persons Camp), ενώ οι αιχμαλωτισμένοι SS υποχρεώθηκαν να θάψουν τα άταφα πτώματα, βοηθούμενοι από μηχανήματα του βρετανικού στρατού. Όταν και αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε, όλες οι εγκαταστάσεις του στρατοπέδου πυρπολήθηκαν με τη βοήθεια φλογοβόλων, ώστε να μην αποτελούν εστίες μετάδοσης του τύφου και των ψειρών.

Παρά τις συντονισμένες προσπάθειες των Βρετανών και των Καναδών, συνολικά άλλοι 13.400 κρατούμενοι πέθαναν μετά την μεταγωγή τους στο στρατόπεδο περίθαλψης, ενώ η Λουφτβάφε, 13 ημέρες μετά την απελευθέρωση, βομβάρδισε το στρατόπεδο, σκοτώνοντας μερικούς κρατουμένους και εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού. Οι περισσότεροι από τους απελευθερωθέντες κρατουμένους που επέζησαν επέστρεψαν στις εστίες τους, ενώ όλοι οι Εβραίοι έφυγαν είτε για το Ισραήλ είτε για τις ΗΠΑ είτε για τον Καναδά.

Μετά τον Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Δίκη του Μπέλζεν
Συμβολικός τάφος της Άννα Φρανκ. Στο βάθος ο αναμνηστικός τοίχος με τον οβελίσκο

Το προσωπικό της SS που επέζησε από την επιδημία του τύφου συνελήφθη από τους Βρετανούς και παραπέμφθηκε στη Δίκη του Μπέλζεν (επίσημη ονομασία "Δίκη του Γιόζεφ Κράμερ και 44 άλλων") και διεξήχθη στο Λύνεμπουργκ (Lüneburg) από τις 17 Σεπτεμβρίου ως τις 17 Νοεμβρίου 1945. Ο διοικητής της SS Γιόζεφ Κράμερ καταδικάστηκε σε θάνατο.

Σήμερα στο χώρο του Στρατοπέδου έχουν ανεγερθεί ένας αναμνηστικός τοίχος με επιγραφές, ένας οβελίσκος και ένα εβραϊκό αναμνηστικό μνημείο. Δημιουργήθηκε, επίσης, ένα κέντρο τεκμηρίωσης, το οποίο είναι ανοικτό στο κοινό. Υπάρχει, επίσης, και το νεκροταφείο των Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου.

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα