Μύρινα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εκόνα απο την Μύρινα

Συντεταγμένες: 39°52′47″N 25°4′27″E / 39.87972°N 25.07417°E / 39.87972; 25.07417

Μύρινα
Πόλη
Γενική άποψη-Λιμάνι και κάστρο
Μύρινα στον χάρτη: Ελλάδα
Μύρινα
Χώρα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Γεωγραφικό διαμέρισμα Περιφερειακή Ενότητα Λήμνου
Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Υψόμετρο 10 μ
Πληθυσμός 5.704 (2011)
Ιστοσελίδα limnos.gov.gr

Η Μύρινα είναι παράλια κωμόπολη, πρωτεύουσα της Λήμνου και έδρα του ομώνυμου δήμου. Διοικητικά ανήκει στο Δήμο Λήμνου της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (πρόγραμμα Καλλικράτης). Από το 1999 έως το 2010, σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας, ήταν έδρα του ομώνυμου Δήμου. Παλαιότερα ανήκε στο νομό Λέσβου.

Η πόλη της Μύρινας
Πανοραμική εικόνα της Μύρινας

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι χτισμένη στη δυτική ακτή του νησιού και βρίσκεται μεταξύ δύο φρουρίων, αποτελώντας τον κυριότερο οικισμό του νησιού. Διαθέτει αρχαιολογικό μουσείο και κοντά της βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας Μύρινας, η οποία μαζί με την Ηφαιστία ξεχώριζαν ως οι σημαντικότεροι πόλεις του νησιού κατά την αρχαιότητα. Η πόλη της Μύρινας κατοικήθηκε πριν από την εποχή του χαλκού, όπως προκύπτει από αρχαιότητες που έχουν βρεθεί. Στη διάρκεια των πέντε χιλιετιών που πέρασαν από τότε ήταν πάντοτε κατοικημένη σε διάφορα σημεία της έκτασης που καταλαμβάνει η σημερινή πόλη. Σταθερό σημείο αναφοράς όλων των ιστορικών περιόδων αποτελεί η οχυρωμένη χερσόνησος, ύψους 120 μέτρων περίπου, η οποία δεσπόζει μεταξύ των δύο όρμων και παρείχε προστασία και ασφάλεια.

Πήλινο ειδώλιο (τερακότα) Μύρινας από τις συλλογές του Μουσείου του Λούβρου.

Το όνομά της το πήρε από τη Μύρινα, κόρη του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέα και συζύγου του πρώτου βασιλιά της Λήμνου, του Θόαντα. Η ίδρυσή της ανάγεται στο 12ο ή 13ο αιώνα π.Χ., εποχή που στη Λήμνο κυριαρχούσαν οι Μινύες και πιθανότατα τότε χτίστηκε και το πρώτο κάστρο.

Το σημερινό κάστρο χτίστηκε το 1186 από τον Ανδρόνικο Α' Κομνηνό. Επισκευάστηκε τα έτη 1207-1214 από το Φιλόκαλο Navigajoso, το 1361 από τον Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο, το 1477 από τους Ενετούς και στα τέλη του 16ου αιώνα από τους Τούρκους. Το 1276 επικράτησε η ονομασία Παλαιόκαστρο σε αντιδιαστολή με ένα άλλο, νεόκτιστο, κάστρο του νησιού στον Κότζινο. Αργότερα η ονομασία μετατράπηκε απλά σε Κάστρο.

Κατά τον μεσαίωνα και τους βυζαντινούς χρόνους η πόλη είχε την δεύτερη θέση στο νησί μετά από την Ηφαιστία αρχικά και τον Κότζινο αργότερα.

Πρωτεύουσα θέση πήρε πάλι στα ύστερα βυζαντινά χρόνια και την περίοδο της τουρκοκρατίας. Η ονομασία Κάστρο διατηρήθηκε μέχρι το 1955 που μετονομάστηκε σε Μύρινα.

Η προϊστορική Μύρινα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή της Μύρινας έχει εντοπιστεί οικισμός σύγχρονος της Πολιόχνης. Ως αρχικό πυρήνα είχε τη μικρή χερσόνησο του μετεωρολογικού σταθμού και επεκτάθηκε βόρεια προς τα Ρηχά Νερά, όπου υπάρχει ασφαλές λιμανάκι. Εκεί εντοπίζεται το επίκεντρο του οικισμού. Η περιοχή πρόσφερε στους προϊστορικούς κατοίκους ασφαλή ελλιμενισμό, επαφή με τη θάλασσα για διευκόλυνση της αλιείας και των εμπορικών συναλλαγών και στενή σχέση με την κοντινή εύφορη ενδοχώρα, στην οποία είναι χτισμένη η σημερινή πόλη.

Τα ευρήματα αποδεικνύουν την εγκατάσταση κατοίκων από την τελική νεολιθική περίοδο που ανάγεται στα τέλη της 4ης χιλιετίας π.Χ. Στη συνέχεια, όπως και στην Πολιόχνη, αναπτύσσεται σταδιακά ένα οργανωμένο πρωτοαστικό κέντρο της πρώιμης και της μέσης χαλκοκρατίας που διαρκεί ως τη 2η χιλιετία π.Χ., οπότε εγκαταλείπεται. Όμως, ο οικισμός της Μύρινας είναι απλωμένος σε μεγάλη έκταση και δεν είναι τόσο οργανωμένος, όσο η Πολιόχνη, η οποία είναι πιο συγκροτημένη, εμφανίζει πληρέστερη οργάνωση με κοινόχρηστους χώρους, πλατείες, δρόμους, πηγάδια κλπ.

Ερείπια προϊστορικής Μύρινας

Η προϊστορική Μύρινα γνώρισε τη μέγιστη ανάπτυξή της στο δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας (2600-2100 π.Χ. περίπου) που αντιστοιχεί στις περιόδους Ερυθρή και Κίτρινη της Πολιόχνης. Συνέχισε να υπάρχει και μεταγενέστερα, ως την Ιώδη περίοδο, αλλά τα ευρήματα είναι λιγοστά. Συνεπώς, ακολουθεί παράλληλη πορεία με την Πολιόχνη. Ακμάζει, την περίοδο ακμής της Πολιόχνης και παρακμάζει, όπως και η Πολιόχνη, την περίοδο που αναπτύσσεται το Κουκονήσι. Η κατοίκηση δεν περιορίζεται στη μικρή χερσόνησο. Την περίοδο της ακμής της η πόλη απλώνεται στην ακτή από το χώρο του μητροπολιτικού μεγάρου ως τα Ελβετικά και στην ενδοχώρα ως το Ανδρόνι. Καλύπτει έκταση 80 στρεμμάτων περίπου, στην οποία ζούσαν πάνω από 3.000 κάτοικοι. Συνεπώς, αναδεικνύεται ως το μεγαλύτερο οικιστικό κέντρο του νησιού.

Οι κατοικίες είναι εντυπωσιακές. Συνήθως είναι ορθογώνιες, πολύ ευρύχωρες και έχουν μεγαλύτερο ύψος από εκείνες της Πολιόχνης. Έχουν δύο ή τρία δωμάτια, με είσοδο από τα ανατολικά, από όπου δεν πνέουν δυνατοί άνεμοι. Οι σκεπές τους είναι φτιαγμένες από φύκια, λάσπη και ξύλα στηριγμένα σε ένα ή δύο μεσοδόκια. Ορισμένες οικίες έχουν λιθόστρωτη αυλή με πηγάδι, ιδιαίτερους αποθηκευτικούς χώρους με πέτρινους πάγκους και ανεξάρτητο μαγειρείο, δίνοντας την εικόνα μεγάρου. Συνολικά, έχουν ανασκαφεί εννέα κτίρια, ένα εκ των οποίων ήταν εργαστήριο κεραμικής.

Στο εσωτερικό των οικιών βρέθηκαν πιθάρια αποθήκευσης καρπών, τριποδικές χύτρες μαγειρέματος, τριποδικές τράπεζες ψησίματος, αγγεία ποικίλων μορφών μεταξύ των οποίων το χαρακτηριστικό δέπας αμφικύπελλο, λίθινα γουδιά και τριβεία άλεσης καρπών και πολλά οστέινα, λίθινα και χάλκινα εργαλεία υφαντικής, αγροτικών εργασιών, κυνηγίου, κατεργασίας δερμάτων, ξύλου, τροφών κλπ. Επίσης, βρέθηκαν ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια,[1] πήλινα παιχνίδια (σβούρες), κυλινδρικές σφραγίδες, μήτρες με τις οποίες έφτιαχναν χάλκινα εργαλεία και λιγοστά ασημένια και χάλκινα κοσμήματα.

Από τα ευρήματα αποκαλύπτεται μια κοινωνία αγροτών, κτηνοτρόφων, αλιέων και κυνηγών. Επίσης, υπήρχαν τεχνίτες του πηλού, του χαλκού, του ξύλου και της πέτρας, καθώς και έμποροι. Όμως, η προϊστορική, όπως και η ιστορική Μύρινα, κρύβει πολλά μυστικά, τα οποία είναι θαμμένα κάτω από τη σημερινή πόλη, η οποία είναι κτισμένη στην ίδια θέση με την αρχαία. Αναγκαστικά, λοιπόν, περιοριζόμαστε στα ευρήματα που έδωσαν οι ανασκαφές σε λίγα οικόπεδα της περιοχής των Ρηχών Νερών, από τα οποία μόνο αποσπασματική εικόνα του παρελθόντος αποκτήσαμε.

Η κλασική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία Μύρινα προήλθε από τη θυγατέρα του βασιλιά της Ιωλκού, την οποία πήρε σύζυγο ο Θόας, πρώτος βασιλιάς της Λήμνου. Συνεπώς, ανάγεται στα χρόνια που κυριάρχησαν οι Μινύες στο νησί, δηλαδή κατά το 13ο αιώνα π.Χ., δύο γενιές πριν από τον τρωικό πόλεμο, δεδομένου ότι εγγονός του Θόα και της Μύρινας -γιος της Υψιπύλης και του Ιάσονα- ήταν ο Εύνηος, βασιλιάς της Λήμνου που εμπορευόταν με τους Αχαιούς πολιορκητές της Τροίας.

Από την περίοδο αυτή εντοπίζονται οι πρώτες προσπάθειες οχύρωσης του λόφου του κάστρου με κυκλώπεια τείχη, τα οποία βελτίωσαν οι Πελασγοί, επόμενοι κυρίαρχοι της πόλης και του νησιού, ως τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.

Ακολουθεί η αθηναϊκή περίοδος, κατά την οποία η Μύρινα και η Ηφαιστία συνιστούν τη Δίπολη Λήμνο. Άλλοτε εκδίδουν δικά τους νομίσματα κι άλλοτε έχουν ένα κοινό. Έξω από την πόλη υπάρχει ιερό της θεάς Άρτεμης και η Μύρινα καθιερώνεται ως το δυτικό λιμάνι του νησιού.

Το 167 μ.Χ., που την επισκέφθηκε ο ιατρός Γαληνός, ήταν σε ακμή και διατηρούσε το αρχαίο της όνομα.

Το Κάστρο της Μύρινας.

Το Κάστρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο της πόλης καλύπτει έκταση 144 στρεμμάτων. Σε μια πρώιμη μορφή κτίστηκε στις αρχές του 12ου αιώνα και οι οχυρώσεις του ενισχύθηκαν το 1185 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε ό,τι υλικό είχε απομείνει από την κλασική ακρόπολη της πόλης, η οποία έτσι εξαφανίστηκε.

Τη σημερινή του μορφή απέκτησε στα χρόνια της ενετοκρατίας από το Φιλόκαλο Ναβιγκαγιόζι (1207-14) και το γιο του Λεονάρδο (1214-60). Στη συνέχεια επισκευάστηκε και συμπληρώθηκε πολλές φορές: το 1361 από τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, το 1477 από τον Ενετό διοικητή Φραγκίσκο Πασχαλίγκο και στα τέλη του 16ου αιώνα από τους Οθωμανούς.

Σε όλες τις εποχές αποτελούσε το ισχυρότερο φρούριο της Λήμνου γι' αυτό και η πόλη ονομαζόταν Κάστρο από τα ύστερα βυζαντινά χρόνια μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα. Έχει τριπλό τείχος με 14 πύργους συνολικά, ύψους έως 8 μ. και πάχους 1,5 μ., το οποίο προστάτευε βαθιά τάφρος στα ανατολικά, σήμερα εξαφανισμένη. Στα 1780, έπειτα από τις επισκευές του Χασάν πασά Τζεζάερλι, ήταν εφοδιασμένο με 150 κανόνια.

Έχει μια κεντρική πύλη, ανατολική, στην οποία οδηγούσε ανηφορικό λιθόστρωτο μονοπάτι και μια μικρότερη, βόρεια, κοντά στην ακτή. Την εποχή που το επισκέφθηκε ο Coronelli (1690-95) στο εσωτερικό του κάστρου ακούγονταν τα τοπωνύμια: Άγιος Μάρκος, Άγιος Ρόκκος, Αγία Μαρία -προφανώς κατάλοιπα ναΐσκων της ενετοκρατίας- και Μαυροχώρι, το οποίο ήταν η συνοικία της φρουράς και βρισκόταν χαμηλά προς τη θάλασσα κοντά στη δευτερεύουσα πύλη. Το 1770 η ίδια περιοχή και η πύλη αποκαλούνταν Μαυροχάτι.

Ενετοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως την περίοδο της ενετοκρατίας τον πρώτο ρόλο ως κεντρικό λιμάνι του νησιού είχε η Ηφαιστία, διότι βρίσκεται πιο κοντά στις θρακικές ακτές και στην Πόλη.

Το 1214 ο Λεονάρδος Ναβιγκαγιόζι κληρονόμησε το μισό νησί μαζί με το κάστρο της Μύρινας, καθώς και τον τίτλο του Μέγα Δούκα της Λήμνου, σε αντίθεση με τα αδέρφια του που πήραν κάστρα και εδάφη, αλλά όχι τον τίτλο. Η πράξη αυτή δείχνει ότι οι Ενετοί είχαν δώσει προτεραιότητα στη Μύρινα και θεωρούσαν το ασφαλές κάστρο της ως έδρα του Δούκα του νησιού.

Από την εποχή αυτή αυξάνει η σημασία της πόλης, η οποία αναφέρεται ως Παλαιόκαστρο -σε αντιδιαστολή με το νεόκτιστο κάστρο του Κότσινου- και στους δύο όρμους, ένθεν κακείθεν του κάστρου, λειτουργεί αγορά. Το 1355 η μονή Μεγίστης Λαύρας διατηρούσε εμπορείον στο Παλαιόκαστρο. Επίσης, σε απογραφικό πρακτικό του 1407 αναφέρεται το εκπορείον του Παλαιοκάστρου, δηλαδή σκάλα για πλοία.

Σύμφωνα με το Σφραντζή, το 1442 η έγκυος σύζυγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Αικατερίνη Γατελούζι, πέθανε στη Λήμνο κατά τη διάρκεια πολιορκίας και κηδεύτηκε εις το "Παλαιόν κάστρον ήγουν παλαιόν πτολίεθρον".

Η ονομασία Paleocastro επαναλαμβάνεται από πολλούς περιηγητές ως τα τέλη του 17ου αιώνα (Piri Reis 1521, Bordone 1528, Porcacchi 1572, Rosaccio 1580, Boschini 1658, Sebastiani 1687, Piacenza 1685). Όμως, την ίδια περίοδο πολλοί ονομάζουν την πόλη Λήμνο ή Σταλιμένη, όπως όλο το νησί: Belon (1548: πόλη της Lemno), Lubenau (1588: πόλη Λήμνο), Dapper (1688: η πρωτεύουσα Σταλιμένη), Coronelli (1690-95: πόλη της Σταλιμένης). Αυτό συνεχίζεται και μεταγενέστερα: Frieseman (~1780: η πόλη Λήμνος), Choiseul-Guffier (1785: "Μύρινα που στα τελευταία χρόνια έχει πάρει το όνομα Λήμνος"), Sibthorp (1794: στη Λήμνο επιστρέψαμε από τα χωριά), Lacroix (1848: την πρωτεύουσα οι Τούρκοι τη λένε Λήμνο και οι χριστιανοί Σταλιμένη).

Προφανώς, το μεν φρούριο αποκαλούσαν "Παλαιόκαστρο", τη δε πόλη στους πρόποδες κοντά στο λιμάνι: "πόλη της Λήμνου" (ή Σταλιμένης) ή σκέτα "Λήμνο", με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση στους ξένους.

Η Τούρκικη Κρήνη

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1479 οι Ενετοί, αφού παρέδωσαν τη Λήμνο στους Οθωμανούς, αναχώρησαν από το νησί μαζί με τους λατινόφρονες κατοίκους, με αποτέλεσμα η Μύρινα αλλά και ο Κότσινος να ερημώσουν. Οι Οθωμανοί εγκατέστησαν στο κάστρο τη φρουρά και τις οικογένειές τους και σχεδόν αμέσως, στα χρόνια του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512), μετέφεραν στο Παλαιόκαστρο (Baly Kesri) τους κατοίκους του Burun Hisãr, δηλαδή του κάστρου του ακρωτηρίου της Πλάκας. Λίγα χρόνια αργότερα εγκαθίσταται στην πόλη ο ορθόδοξος μητροπολίτης, ο οποίος ως τότε είχε ως έδρα τη μονή Αγίου Παύλου κοντά στο Λιβαδοχώρι.

Κατά τους επόμενους δύο αιώνες τα σπίτια της πόλης απλώθηκαν στην πεδιάδα κάτω από το κάστρο, όπου υπήρχαν πολλά αμπέλια. Το 1588 ήταν ακόμα μικρή και θύμιζε χωριό αλλά το 1641 έδινε την εικόνα μιας όμορφης κωμόπολης. Ακολούθησε η προσωρινή ενετική κατάκτηση του 1656-57. Τον Ιούλιο του 1656 οι Ενετοί κατέλαβαν το Μποριό (εμπορείον: αγορά) και το λόφο με τους ανεμόμυλους απέναντι από το κάστρο, όπου έστησαν τηλεβόλα. Οι Οθωμανοί κλείστηκαν στο φρούριο μαζί με πολλούς Έλληνες αλλά σε λίγες μέρες παραδόθηκαν, διότι έχασαν πάνω από 100 άνδρες. Στο φρούριο παρέμεινε ενετική φρουρά, αλλά το επόμενο έτος οι Τούρκοι επανήλθαν και το Νοέμβριο κατέλαβαν το κάστρο έπειτα από πολιορκία 63 ημερών, κατά την οποία 100 ως 200 υπερασπιστές σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους και πολλοί Έλληνες. Επιπλέον, οι κατακτητές θανάτωσαν για παραδειγματισμό κάποιους χριστιανούς που είχαν συνταχθεί με τους Ενετούς και οδήγησαν 500 άνδρες αλυσοδεμένους στις γαλέρες για κωπηλάτες. Η λειψανδρία στον πληθυσμό ήταν εμφανής ως το 1695, όταν στην πόλη υπήρχαν 1500 γυναίκες αλλά μόνο 400 άνδρες.

Πάντως, η οικιστική ανάπτυξη συνεχίστηκε. Το 1685-95 είχε ωραία και σύγχρονα κτίρια και ήταν πυκνοκατοικημένη κυρίως από Τούρκους και από ξένους εμπόρους. Ήταν κτισμένη δυτικά του κάστρου, στη γλώσσα στεριάς ανάμεσα στις δυο ακτές. Η κυρίως πόλη είχε περίμετρο 600 βήματα αλλά τα σπίτια απλώνονταν αραιά στην πεδιάδα, ήταν στολισμένα με φυτά και τα αμπέλια έφθαναν ως τη θάλασσα προσφέροντας μια όμορφη εικόνα. Ήταν πάντα έδρα του μητροπολίτη και υπήρχε ο μητροπολιτικός ναός «ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΥΡΓΟΥ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΝΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΟΡΗΣ».

Το εκτός κάστρου τμήμα της πόλης ονομαζόταν "Βαρούσι", ονομασία συνηθισμένη σε πολλές τουρκοκρατούμενες περιοχές που υπήρχε κάστρο, όπως τα Τρίκαλα (Βαρόσι), η Αμμόχωστος (Βαρόσια) κ.ά. Προέρχεται από το τουρκικό "varosh: συνοικία εκτός κάστρου". Από την εποχή αυτή το φρούριο και η πόλη ουσιαστικά ενοποιούνται. Το 1739 για πρώτη φορά αναφέρεται η ονομασία "Κάστρο" όχι μόνο για το φρούριο αλλά για όλη την πόλη (Pococke). Είχε περίμετρο ένα μίλι και πληθυσμό 800 οικογένειες μοιρασμένες σε ίσο περίπου αριθμό μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.

Αναφέρονται τρεις εκκλησίες, από τις οποίες γνωρίζουμε τις δύο: το νέο μητροπολιτικό ναό που είχε κτιστεί το 1724 από το μητροπολίτη Ιωαννίκιο και τον Άγιο Νικόλαο που υπήρχε στην καρδιά της τουρκικής συνοικίας ως το 1840 περίπου. Ο Μοσχίδης πίστευε πως είχε χτιστεί πάνω σε αρχαίο ναό του Ποσειδώνα. Όσο υπήρχε ο ναός οι Τούρκοι δεν εμπόδιζαν τους χριστιανούς να τον λειτουργούν και να εκκλησιάζονται. Όταν όμως πάλιωσε και ζήτησαν να τον ανακαινίσουν, οι Τούρκοι περίοικοι θεώρησαν προσβλητικό να χτιστεί μια καινούργια εκκλησία στην καρδιά της συνοικίας τους και πέτυχαν να ματαιωθεί η ανέγερσή της.

Συνεπώς, στις αρχές του 18ου αιώνα η πόλη έχει αποκτήσει πλέον τη φυσιογνωμία που είχε ως το 1922. Φέρει το ίδιο όνομα και έχει το ίδιο μέγεθος, δεδομένου ότι και στις απογραφές του 19ου αιώνα είχε 400-450 οικογένειες χριστιανών. Έχουν διαμορφωθεί οι συνοικίες των δυο κοινοτήτων, οι οποίες ζούσαν αρμονικά αλλά ήταν διαχωρισμένες.

Η τουρκική συνοικία αναπτύχθηκε στα νότια του κάστρου, από το λιμάνι προς τον Τούρκικο Γιαλό, την πλατεία Αγίου Νικολάου ως την αγορά και τη σημερινή πλατεία των ΚΤΕΛ. Υπήρχαν δυο τζαμιά, ένα στη θέση περίπου του καφενείου Κουντουρά, του οποίου ο μιναρές διακρίνεται σε παλιές φωτογραφίες κι ένα δεύτερο μέσα στην αγορά, το οποίο κάηκε το 1939 μαζί με δεκάδες κατοίκους της Λήμνου κατά την προβολή κινηματογραφικής ταινίας. Οι δύο μιναρέδες διακρίνονται σε σκίτσο της πόλης και του κάστρου του 1816.

Η ελληνική συνοικία αναπτύχθηκε στα βόρεια του κάστρου από το Ρωμαίικο Γιαλό προς την Αγία Τριάδα και την αγορά. Στα μέσα του 18ου αιώνα οι Έλληνες ασκούσαν εμπορική και ναυτική δραστηριότητα, αναφέρονται εμπορικές επαφές με ιταλικά λιμάνια και η λειτουργία μιας μορφής εμπορικού συλλόγου. Επίσης, είχαν ιδρύσει σχολείο με δάσκαλο τον Κοσμά.

Η καταστροφή του 1770[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1770, έπειτα από την προσωρινή παρουσία των Ρώσων υπό τον Ορλόφ, η ελληνική συνοικία υπέστη την οργή των Τούρκων, ο ναός της Αγίας Τριάδας καταστράφηκε και 300 πρόκριτοι και ιερείς απαγχονίστηκαν μαζί με το μητροπολίτη Ιωακείμ και το δάσκαλο Κοσμά.

Όμως, σύντομα ανέκαμψε. Στα 1780 από τους 1000 κατοίκους της πόλης οι 700 ήταν Έλληνες. Στα δυο ναυπηγεία, που υπήρχαν στη βόρεια και στη νότια ακτή, κατασκευάζονταν ακόμα και πολεμικά πλοία. Το σχολείο ξαναλειτούργησε και το 1801 υπηρετούσε σε αυτό ένας δάσκαλος από την Ήπειρο. Ο μητροπολιτικός ναός ξαναχτίστηκε. Έπειτα από έκκληση του μητροπολίτη Καλλίνικου (1777-95) εξοπλίστηκε με ιερά σκεύη, άμφια, εικόνες και έπιπλα, τα οποία πρόσφεραν οι ενορίες των χωριών και του Αγίου Ευστρατίου.

Το λιμάνι είχε όλα τα πλεονεκτήματα και το 1801 οι κάτοικοι με κοινή συνεισφορά είχαν φτιάξει αποβάθρα, την οποία το 1858 είχε αντικαταστήσει πέτρινος λιμενοβραχίονας. Το 1904 αναφέρεται προκυμαία και δεύτερος μόλος.

Ο 19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα του 19ου αιώνα το Κάστρο αποτελούσε πλέον το διοικητικό, εμπορικό κι εκπαιδευτικό κέντρο του νησιού. Το 1817 λειτούργησε αλληλοδιδακτική σχολή, η οποία το 1889 συγχωνεύτηκε με τα σχολεία Ανδρονίου και Τσας και μετατράπηκε σε "Αστική Σχολή".

Το 1903 στεγάστηκε σε νέο κτίριο που έχτισε ο Νικόλαος Ντάλλης με πρώτο διευθυντή το Δημήτρη Γληνό. Από παλιά υπήρχε δευτεροβάθμιο "ελληνικό σχολείο", το οποίο από το 1861 συντηρούσε ο Θεοφάνης Μοσχούδης και από το 1881 ο Τζον Αντωνιάδης (Αντωνιάδειο Σχολαρχείο).

Το 1845 ιδρύθηκε παρθεναγωγείο, το οποίο από το 1905 ανέλαβε ο Οδυσσεύς Παντελίδης (Παντελίδειο).

Το 1874 ιδρύθηκε κοινοτικό νηπιαγωγείο, το οποίο από το 1888 συντηρούσε ο Δημήτριος Παρισίδης (Παρισίδειο).

Το 1865-66 ανεγέρθηκε ο σημερινός μεγαλοπρεπής μητροπολιτικός ναός από τον Τήνιο μάστορα Ζαχαρία Φιλιππότη με τη συνδρομή «των Λημνίων εν γένει και ιδία των της πρωτευούσης». Το 1869 προστέθηκε το οστεοφυλάκιο με δωρεά του Τριαντάφυλλου Τζηρού και το 1910 κτίστηκε το πέτρινο καμπαναριό με δωρεά του Παύλου Ψαρώφ.

Το Βαρούσι ήταν η ενορία του μητροπολιτικού ναού. Το 1856 στην ενορία κατοικούσαν 390 άνδρες που φορολογήθηκαν ώστε να απαλλαγούν από τη στράτευση. Συνολικά η πόλη με τις συνοικίες Ανδρόνι και Τσας είχε 777 στρατεύσιμους. Το 1863 ο πληθυσμός του Βαρουσίου ήταν 196 οικογένειες, ενώ το 1874 είχε αυξηθεί σε 220. Το 1874 ο χριστιανικός πληθυσμός της πρωτεύουσας ήταν 465 οικογένειες που αντιστοιχούσαν σε 4.000 άτομα περίπου. Το ίδιο έτος υπήρχαν 893 σπίτια. Στην πόλη ζούσαν επίσης 800 περίπου Τούρκοι, από τους οποίους οι 75 αποτελούσαν τη φρουρά του κάστρου.

Ως το τέλος του 19ου αιώνα η πόλη άλλαξε όψη με τη συνδρομή των εύπορων πλοιοκτητών και των ομογενών. Στο Ρωμαίικο Γιαλό χτίστηκαν εντυπωσιακά αρχοντικά, με αποτέλεσμα η περιοχή ν’ αποκτήσει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Τα περισσότερα σώζονται και κοσμούν την περιοχή μέχρι σήμερα, όπως τα μέγαρα: Δούκα Παλαιολόγου (1858 περίπου), Βόντηλα (1860 περίπου), Στυλιανού Χριστοδουλίδη (1868), Ιωάννη Αντωνιάδη (1862), Ιωάννη Παντελίδη (πριν το 1898), Νικολάου Κισεμλή (1892), Τριαντάφυλλου Στράφτη κ.ά.

Εκεί χτίστηκε και το τούρκικο διοικητήριο (πριν το 1904), που στεγάζει σήμερα το αρχαιολογικό μουσείο. Το δικαστήριο και άλλες διοικητικές υπηρεσίες στεγάζονταν σε κτίριο που υπήρχε στη θέση του σημερινού νοσοκομείου. Στην πόλη υπήρχαν πρόξενοι της Ελλάδας, της Αγγλίας και της Ολλανδίας. Μάλιστα το ελληνικό προξενείο απασχολούσε 200 άτομα από όλη τη Λήμνο! Από το 1876 υπήρχε ταχυδρομείο, ενώ στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας λειτουργούσε κι άλλο ταχυδρομικό γραφείο στο λεγόμενο "Φραγκομαχαλά".

Εκτός από το Βαρούσι, στις παρυφές της πόλης υπήρχαν άλλες δυο συνοικίες: Ανδρόνι στα βορειοανατολικά και το Τσας στα νοτιοανατολικά, οι οποίες ήταν διακριτές από την κυρίως πόλη, όπως φαίνεται και σε χάρτη του 1858. Σ’ αυτό το χάρτη διακρίνεται ξεκάθαρα ο πολεοδομικός ιστός της συνοικίας του λιμανιού (τούρκικης) και της ρωμαίικης στα βόρεια. Στους νοτιανατολικούς λόφους πάνω από το Τσας σημειώνονται πάνω από δέκα ανεμόμυλοι. Επίσης, ένας ανεμόμυλος στη χερσόνησο του αστεροσκοπείου κι άλλοι δύο πάνω από το Ανδρόνι.

Ο 20ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός της Αγ. Τριάδος

Με την απελευθέρωση οι τρεις συνοικίες της πόλης συγκρότησαν το Δήμο Κάστρου με πρώτο δήμαρχο τον Αναγνώστη Γαροφάλλου. Όμως, το 1918 υποβιβάστηκε σε κοινότητα, στην οποία αποτελούσε ξεχωριστό οικισμό ο Λιμήν Κάστρου την περίοδο 1920-28. Μετά το 1923 εγκαταστάθηκε στην πόλη το 30% των προσφύγων που ήρθαν στο νησί, δηλαδή 1350 άτομα περίπου. Εγκαταστάθηκαν στα σπίτια της τουρκικής συνοικίας, καθώς και σε καινούργια που κτίστηκαν νότια του Τούρκικου Γιαλού. Η συνοικία αυτή ονομάστηκε Νέα Μάδυτος, αλλά στη λαϊκή γλώσσα καθιερώθηκε ως τα Μαϊτιανά. Αναφέρονται και δυο προσφυγικοί σύλλογοι στην πόλη στα 1925-26: ο "Σύλλογος Προσφύγων ο Αισχύλος" και "ο Σύλλογος Ελλήνων Προσφύγων Λήμνου".

Το 1928 η πόλη είχε πληθυσμό 3.726 άτομα. Ήταν έδρα του επαρχείου, στο οποίο υπηρέτησε ως έπαρχος επί 14 χρόνια ο Νικόλαος Ράπεσης (1922-36), νομικός από το Μεσολόγγι ο οποίος άφησε εποχή για το έργο και τις πρωτοβουλίες του. Μεταξύ άλλων πρωτοστάτησε στην ίδρυση Προσκόπων, Φιλαρμονικής, συσσιτίων απόρων μαθητών, αθλητικού και ποδοσφαιρικού ομίλου, ομίλων αναδάσωσης, στηριζόμενος κυρίως στην οικονομική ενίσχυση των ευπόρων ομογενών. Στην πόλη υπήρχαν γυμνάσιο, ειρηνοδικείο, υποδιοίκηση χωροφυλακής, οικονομική εφορία, αγρονόμος, η ηλεκτρική εταιρία του Ντόντου, το τηλεγραφείο της εταιρίας Eastern και οι τράπεζες Εθνική, Ιονική, Αγροτική και Αθηνών.

Λίγο πριν τον πόλεμο, χτίστηκε το νοσοκομείο από το "Σύλλογο των Λημνίων Ν. Υόρκης ο Ήφαιστος". Από το 1920 εκδιδόταν η εφημερίδα Λήμνος και για μικρό διάστημα η "Νέα Λήμνος" (1920-25). Λειτουργούσαν επίσης: Σύλλογος Δημοδιδασκάλων, Σύλλογος Αρτοποιών η θεά Δήμητρα, Εμπορικός Σύλλογος Κάστρου, Ένωσις Εφέδρων Κάστρου, Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών και Δεσποινίδων Λήμνου, Ένωσις Πολυτέκνων Λήμνου, Κυνηγετικός Σύλλογος, Φιλοδασικός Όμιλος, ο Λημνιακός Γυμναστικός Σύλλογος (1924-28) και το 1930 οι ποδοσφαιρικοί όμιλοι: Παλλημνιακός Α.Ο. και Ερμής Κάστρου που αγωνίζονταν αρχικά στο Τερέν (στο χώρο του γυμνασίου) κι από το 1933 στο Γυμναστήριο (το σημερινό γήπεδο).

Υπήρχαν πάνω από 200 εμπορικά καταστήματα, στα οποία έρχονταν να ψωνίσουν οι κάτοικοι του νησιού με τα ζώα τους, τα κάρα και από το 1925 περίπου με τα πρώτα «λεωφορεία», τα οποία στάθμευαν στην πλατεία Φινλεζόν (σημερινή πλατεία ΚΤΕΛ). Διοργανώνονταν θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές προβολές.

Η περίοδος του μεσοπολέμου έμελλε να κλείσει με μια τραγωδία. Το Σεπτέμβριο του 1939, στην πρώτη προβολή ομιλούσας ταινίας, πυρκαγιά κατέστρεψε την αίθουσα (παλιό τζαμί) σπέρνοντας το θάνατο σε περισσότερους από 50 κατοίκους της πόλης. Χάθηκαν τότε ολόκληρες οικογένειες με παιδιά, βυθίζοντας στο πένθος όχι μόνο την πρωτεύουσα αλλά όλο το νησί.

Το 1947 η κοινότητα Κάστρου αναβαθμίστηκε σε Δήμο, με πρώτο δήμαρχο το Νικόλαο Καραβία. Το 1955 μετονομάστηκε σε Δήμο Μυριναίων. Αν και η πόλη πήρε την αρχαία ονομασία, ακόμα πολλοί Λημνιοί αποκαλούν "Κάστρο" την πόλη και "Καστιρνούς" τους κατοίκους. Την επωνυμία "Κάστρο" φέρει και ο Σύλλογος Μυριναίων της Αθήνας.

Δήμαρχοι Μύρινας

Μετά το 1974 Δήμαρχοι Μύρινας διετέλεσαν οι:

Η σημερινή πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη αναπτύχθηκε ως κύριο αστικό κέντρο του νησιού συγκεντρώνοντας όλο και περισσότερο πληθυσμό. Από 3.457 κατοίκους που είχε το 1951, έχει ξεπεράσει τους 5.000 σήμερα. Είναι έδρα του έπαρχου Λήμνου, δημόσιων υπηρεσιών, πολλών τραπεζών, νοσοκομείου, γηροκομείου, της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών. Λειτουργούν Γενικό και Επαγγελματικό Λύκειο, δημοτικά, νηπιαγωγεία, δημόσιοι και ιδιωτικοί παιδικοί σταθμοί, φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης και ξένων γλωσσών. Επίσης, δραστηριοποιούνται οι αθλητικοί σύλλογοι Α.Ε. Λήμνος, Α.Ο. Μύρινα, Ναυτικός Όμιλος Λήμνου, Λήμνος-Βόλεϊ, ΓΑΣ Μύρινας.

Η σημερινή πόλη περιλαμβάνει τις συνοικίες Ανδρόνι, από παλιό ναό του Αγίου Ανδρόνικου, και Τσας, που προέρχεται από την ομόηχη ρώσικη λέξη που σημαίνει "παρατηρητήριο".

Ο βράχος στον οποίο είναι χτισμένο το κάστρο χωρίζει την παραλία της Μύρινας σε δύο «γιαλούς», το Ρωμαίικο και τον Τούρκικο Γιαλό. Ο Τούρκικος Γιαλός πήρε το όνομά του από την τουρκική συνοικία που υπήρχε στην περιοχή και βρίσκεται στην προέκταση του λιμανιού. Στον Ρωμαίικο Γιαλό κυριαρχούν τα νεοκλασικά σπίτια των πλουσίων που ήταν εγκατεστημένοι στην Αίγυπτο. Στο Ρωμαίικο Γιαλό βρίσκονται επίσης το Αρχαιολογικό Μουσείο, η Ιερά Μητρόπολις Λήμνου που στεγάζει το Εκκλησιαστικό Μουσείο και το Γυμνάσιο της Μύρινας. Συνέχεια του Ρωμαίικου Γιαλού αποτελεί η ακτή Ρηχά Νερά, η οποία το καλοκαίρι σφύζει από την παρουσία των κολυμβητών.

Στο κάστρο της Μύρινας ο επισκέπτης εκτός των άλλων μπορεί να θαυμάσει και ένα μεγάλο πληθυσμό ελαφιών, τα οποία ζουν ελεύθερα.

Οι καθημερινές σκηνές στο λιμανάκι, τα παραδοσιακά πλακόστρωτα σοκάκια, τα ταβερνάκια και το φωτισμένο τα καλοκαιρινά βράδια κάστρο και το εκκλησάκι του Άη Νικόλα δημιουργούν την εικόνα ενός ξεχωριστού τόπου.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ολόκληρη η πόλη έχει ένα αυθεντικό και παραδοσιακό στυλ. Είναι πολύ όμορφη και αξίζει μια βόλτα στα γραφικά δρομάκια, στην αγορά, στο λιμανάκι, στο Ρωμαίικο κλπ.

Αρχαιολογικό Μουσείο Λήμνου

Μην παραλείψετε να επισκεφθείτε το ενετικό Κάστρο, το Αρχαιολογικό Μουσείο, την προϊστορική πόλη, το Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Τριάδας, το Εκκλησιαστικό Μουσείο, την Ντάπια στο λόφο του Τσας.

Στην Καρατζάδειο Βιβλιοθήκη θα βρείτε πλούσιο αρχείο τοπικών εφημερίδων και βιβλίων.

Μύρινα. Ο Ρωμαίικος Γυαλός

Παραλίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρωμαίικος Γιαλός είναι η πλησιέστερη παραλία και λίγο πιο πέρα τα Ρηχά Νερά. Και στις δύο παραλίες η προσέγγιση γίνεται με τα πόδια, έχουν καθαρά νερά και πλούσια αμμουδιά γι' αυτό και είναι οι πιο πολυσύχναστες.

Λίγο έξω από τη Μύρινα στο δρόμο για τον Κάσπακα, απλώνεται η παραλία του Αυλώνα. Στην αριστερή πλευρά δεσπόζει το ξενοδοχείο Porto Mirina, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται ο αρχαίος ναός της Θεάς Άρτεμης.

Αθλητικός Όμιλος Μύρινα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Α.Ο. Μύρινα ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1987. Το έτος αυτό αποφασίστηκε να συγχωνευτούν οι τρεις ιστορικές ομάδες της πόλης, ο Παλλημνιακός, ο Αστέρας και οι Αργοναύτες, ώστε να συγκροτηθεί μια αξιόμαχη ποδοσφαιρική ομάδα, η Α.Ε. Λήμνος. Ταυτόχρονα, ίδρύθηκε ο Α.Ο. Μύρινα, στον οποίο εντάχθηκαν οι νεαροί ποδοσφαιριστές των τριών συλλόγων και όσοι δεν κατάφεραν να ενταχθούν στην "καλή" ομάδα της πόλης, με σκοπό τη δημιουργία ενός φυτώριου για την ΑΕΛ.

Το πρώτο Δ.Σ. του Α.Ο.Μ. αποτέλεσαν οι: Γιώργος Τσαλάπατας (πρόεδρος), Παν. Λυρούδιας (αντιπρ.), Χρ. Θεοδωρακόπουλος (γεν. γραμ.), Αρ. Τσολάκης (ταμίας), Νίκος Μοσχάκης (έφορος ποδοσφαίρου), Δημήτρης Γιαννικιζάκης (έφορος υλικού), Κων. Καραγκιόζης, Λεωνίδας Αναστασόπουλος και Ηλίας Πατσαρίσος.[2]

Πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Α.Ο.Μ. από τις συνθήκες της ίδρυσής του καθορίστηκε να μην παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στα ποδοσφαιρικά δρώμενα του νησιού. Έτσι περιορίστηκε σε ρόλο κομπάρσου στο τοπικό πρωτάθλημα, τερματίζοντας συνήθως στις τελευταίες θέσεις. Μάλιστα, έπειτα από την επανίδρυση των Αργοναυτών, το 1999, απώλεσε και το ρόλο του φυτωρίου, μιας και οι Αργοναύτες ανέπτυξαν καλά τμήματα υποδομής. Έτσι ο σύλλογος περιέπεσε σε κρίση ταυτότητας.

Αρχικά η ομάδα είχε ανοδική πορεία. Το 1987-88 ανέβηκε από τη Γ΄ κατηγορία στη Β΄ Λήμνου και το 1988-89 κέρδισε την άνοδο στην Α΄ κατηγορία, από την οποία αμέσως υποβιβάστηκε. Ξανανέβηκε το 1991 κι έμεινε ως το 1997-98 έχοντας ορισμένες αξιοπρεπείς χρονιές.

Στα χρόνια αυτά τα τμήματα υποδομής της ομάδας είχε ο προπονητής Δημήτρης Γιανικιζάκης, ο οποίος ανέδειξε ορισμένα ταλέντα με κορυφαίο το Μανουσάκη, ο οποίος στη συνέχεια είχε εξαιρετική πορεία στις εθνικές ομάδες παίδων, νέων, ελπίδων, στην ολυμπιακή ομάδα του 2004 και σε ομάδες Α΄ και Β΄ Εθνικής.

Το 2002 η Μύρινα κατέκτησε τον τίτλο της Β΄ κατηγορίας και επέστρεψε στην Α΄. Για μια-δυο σεζόν έδειχνε να παρουσιάζει σημεία σταθερότητας. Όμως, σύντομα άρχισε να φυτοζωεί. Το 2006 σε μια προσπάθεια να βγάλουν το σωματείο από το τέλμα, η διοίκηση και τα μέλη του αποφάσισαν να προχωρήσουν στη διάλυση του συλλόγου και στην επανίδρυσή του με την επωνυμία: ΠΑΣ Λήμνος, με σκοπό να συστήσουν μια ποδοσφαιρική ομάδα οργανωμένη σε σύγχρονες βάσεις. Έτσι η περίοδος 2006-07 ήταν η τελευταία που συμμετείχε ο Α.Ο. Μύρινα στο τοπικό πρωτάθλημα της Ε.Π.Σ. Λέσβου. Από τον Ιούνιο του 2007 έπαψε να υφίσταται, αν και ο ΠΑΣ Λήμνος τελικά δεν ιδρύθηκε.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαίδεια της τέχνης, Βαρσοβία 1998 ISBN 83-01-12466-6
  2. εφ. "Λήμνος", Σεπτέμβριος 1987.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τουρπτσόγλου-Στεφανίδου Βασιλική, «Ταξιδιωτικά και γεωγραφικά κείμενα για τη νήσο Λήμνο (15ος-20ος αιώνας)», Θεσσαλονίκη 1986.
  • Cdrom Επαρχείου Λήμνου: "Λήμνος αγαπημένη".
  • Θ. Μπελίτσου, Η Λήμνος και τα χωριά της, 1994.
  • Θ. Μπελίτσου, Ιστορικό οδοιπορικό στη Λήμνο: Μύρινα, εφ. Λήμνος φ. 457 (1-1-2007).
  • "ΛΗΜΝΟΣ: Ιστορική & Πολιτιστική Κληρονομιά", εκδ. Γ. Κωνσταντέλλης, 2010.