Βούλγαροι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Βούλγαροι (βουλγαρικά: българи) είναι ένα σλαβικό έθνος της νότιας Βαλκανικής και μιλούν τη βουλγαρική γλώσσα. Η πλειονότητα τους κατοικεί στη Βουλγαρία ενώ αρκετοί άλλοι, ως μειονότητες ή μετανάστες, σε διάφορες άλλες χώρες.

Οι πρωτοβούλγαροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχαία πατρίδα των Βουλγάρων, στο Ινδοκούς και Παμίρ, σύμφωνα με χάρτη της Κεντρικής Ασίας, από τον αρμενικό γεωγραφικό Άτλαντα ‘Ashharatsuyts’ (5ος-7ος αιώνας), σε ανασχεδιασμό του ακαδημαϊκού S.T. Eremian.

Για τους προγόνους των Βουλγάρων, τους «πρωτοβουλγάρους», δεν έχουμε ίδιες καταγραφές. Ό,τι γνωρίζουμε προκύπτει από τη συγκριτική μελέτη βυζαντινών, αραβικών, περσικών, ινδικών και ρωσικών πηγών της εποχής ή από ανασκαφές.

  • Κατά την κυρίαρχη θεωρία πρόκειται για τουρκικό νομαδικό φύλο καταγόμενο από την κεντρική Ασία, το οποίο μιλούσε μία αρχαία τουρκική γλώσσα, πρόγονο της σημερινής τσουβασικής, και σταδιακά μεταξύ 2ου - 4ου αιώνα μ.Χ. εγκαταστάθηκε στη στέπα βορείως της Αζοφικής Θάλασσας. Η τουρανική καταγωγή των πρωτοβουλγάρων επιβεβαιώνεται από το όνομά τους («bulģa» που σημαίνει «ανακατεύω»), τους τίτλους της ιεραρχίας τους (όπως διασώζονται σε ελάχιστες επιγραφές), τη θρησκεία τους (σαμανιστική με ανώτατο ον τον Τένγκρι), το ημερολόγιό τους (δωδεκαετές), που είναι ίδια με αυτά των άλλων τουρκικών και μογγολικών φύλων της εποχής.
  • Σύμφωνα με μία νεότερη άποψη η γλώσσα τους δεν ήταν τουρκική αλλά ιρανική, συνεπώς και οι ίδιοι ήταν ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, ενώ η ύπαρξη τόσων τουρκικών στοιχείων στον πολιτισμό τους αιτιολογείται από την επιρροή των Ούνων και των άλλων τουρανικών φύλων της περιοχής. Πάντως αυτή η θεωρία είναι δημοφιλής σχεδόν αποκλειστικά στη σύγχρονη Βουλγαρία.

Εγκατάλειψη της Αζοφικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όποια κι αν είναι η προέλευσή τους, είναι σίγουρο πως οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν τα αζοφικά παράλια (τη Μεγάλη Αρχαία Βουλγαρία των βυζαντινών) γύρω στο 668 υπό την απειλή των Χαζάρων, οι οποίοι είχαν ήδη εξαναγκάσει σε παράδοση τον ηγεμόνα τους Μπατ Μπαγιάν. Χωρισμένοι σε τέσσερις βασικές ορδές υπό την ηγεσία των πριγκίπων τους, κινήθηκαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις:

  • Ο Χαν Κοτράγκ κινήθηκε προς τα ΒΑ, μέχρι που έφθασε στα νότια Ουράλια. Εκεί οι Βούλγαροι αναμίχθηκαν με ντόπιους πληθυσμούς και στα τέλη του 9ου αι. δημιούργησαν τη Βουλγαρία του Βόλγα, ένα κράτος που δέσποσε στο Μέσο Βόλγα ως το 1236. Απόγονοί τους είναι σήμερα ένα τμήμα των τατάρων.
  • Ο Χαν Ασπαρούχ (ή Ισπερίχ) πέρασε το Δούναβη, κατέλαβε τη ΒΑ Βαλκανική και ίδρυσε το «Πρώτο Βουλγάρικο Βασίλειο» (680-1).
  • Ο Χαν Κουμπέρ μετά από περιπλανήσεις κατέληξε στην Πελαγονία (οι σημερινές περιοχές της Φλώρινας, του Περλεπέ και της Μπίτολα). Οι απόγονοί του ενσωματώθηκαν στο Πρώτο Βουλγάρικο Βασίλειο τον 9ο αιώνα.
  • Ο Χαν Αλτσέκ (ή Αλτσικούρς) είχε εγκαταλείψει νωρίτερα τη στέπα για τη Βαυαρία. Αρχικά ο φράγκος ηγεμόνας Δαγοβέρτος του παραχώρησε γη για να εγκατασταθεί με το λαό του, αλλά στη συνέχεια διέταξε τη σφαγή τους. Από τα 9.000 άτομα επιβίωσαν μόνο 700 που διέφυγαν στην Ιταλία, όπου έλαβαν άδεια να εγκατασταθούν στην περιοχή της Ραβένας.

Γένεση του σύγχρονου βουλγαρικού έθνους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σύγχρονοι βούλγαροι προέκυψαν από την ανάμιξη της ορδής του Ασπαρούχ (και δευτερευόντως του Κουμπέρ) με σλαβικές φυλές που είχαν εγκατασταθεί στα ανατολικά Βαλκάνια έναν αιώνα νωρίτερα. Οι λαοί αυτοί, απορροφώντας και διάφορα άλλα αυτόχθονα φύλα της περιοχής (Θράκες, Δάκες, Γέτες), διαμόρφωσαν το βουλγαρικό έθνος, το οποίο είχε περισσότερα σλαβικά χαρακτηριστικά - οι τελευταίοι ήταν περισσότεροι και αυξήθηκαν δυσανάλογα, αφομοιώνοντας γλωσσικά και πολιτιστικά τους Βουλγάρους, οι οποίοι όμως έδωσαν το όνομά τους στο νέο αυτό έθνος.

Επίσης μέσα στο νέο βουλγαρικό έθνος αφομοιώθηκαν και άλλα φύλα της περιοχής (Κουμάνοι, Πεσενέγοι, Βλάχοι και Άβαροι), με εξαίρεση έναν αριθμό Βλάχων που διατηρούν την ιδιαίτερη κουλτούρα τους. Αργότερα αφομοιώνονται με επιμειξίες και διάφορες μειονότητες μέσα στη Βουλγαρία, όπως Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι και Ρομά.

Οι Βούλγαροι ήρθαν σε σύγκρουση πολλές φορές με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ενώ κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας εξαπλώθηκαν μαζί με άλλους γειτονικούς σλαβικούς λαούς και σε γύρω περιοχές όπως στην Μακεδονία και την Θράκη[εκκρεμεί παραπομπή], αφήνοντας πολλά σλαβικά τοπωνύμια.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μεγαλύτερος αριθμός Βουλγάρων ζει στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας. Σημαντικές μειονότητες υπάρχουν στην Ουκρανία και τη Μολδαβία, ενώ μικρότερες στη Ρουμανία, τη Σερβία, την Ελλάδα, την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, την Αλβανία και την Ουγγαρία.

Πολλοί Βούλγαροι ανήκουν στη διασπορά και ζουν σε αρκετές χώρες ως μετανάστες. Η παλιά μετανάστευση, δηλαδή πριν το 1989, είχε ως αποτέλεσμα περίπου 160.000 οικονομικοί μετανάστες και μερικές δεκάδες χιλιάδες πολιτικοί πρόσφυγες να κατευθυνθούν προς τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αργεντινή και τη Γερμανία.

Το νεότερο κύμα μετανάστευσης 700.000 περίπου ατόμων μπορεί να διακριθεί σε δύο υποπεριόδους:

Μετακινήσεις σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία συνεχίσθηκαν μέχρι και τις αρχές του 21ου αιώνα. Στις ΗΠΑ οι περισσότεροι ζουν στο Σικάγο, τη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες, ενώ η πολιτεία με τον μεγαλύτερο αριθμό πολιτών βουλγαρικής καταγωγής είναι η Καλιφόρνια.

Οι πόλεις με το μεγαλύτερο βουλγαρικό πληθυσμό είναι η Σόφια (1.124.240), η Φιλιππούπολη (621.338) και η Βάρνα (393.884)[1], ενώ το σύνολο των Βουλγάρων όλου του κόσμου ανέρχεται στα 7,5 εκατομμύρια περίπου.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Βουλγαρική γλώσσα

Η βουλγαρική γράφεται στο κυριλλικό αλφάβητο. Ανήκει στις νοτιοσλαβικές γλώσσες και συγγενεύει με τη σερβοκροατική και τη σλαβομακεδονική (την οποία μερικοί γλωσσολόγοι, Βούλγαροι αλλά και άλλοι, θεωρούν διάλεκτο της βουλγαρικής), και επίσης είναι συγγενής με τη ρωσική λόγω της επίδρασης τόσο της ρωσικής στη σύγχρονη βουλγαρική, όσο και της παλαιάς βουλγαρικής στη διαμόρφωση της παλαιάς ρωσικής. Αν και γενικότερα συγγενική με τις ανατολικές και δυτικές σλαβικές γλώσσες, η βουλγαρική διακρίνεται από σχέση αμοιβαίας κατανόησης μόνο με τη σερβοκροατική.

Επιπλέον ως μέλος του βαλκανικού γλωσσικού δεσμού έχει δεχθεί σημαντική επίδραση από την ελληνική γλώσσα (τη μεσαιωνική και την νέα ελληνική) και σε μικρότερο βαθμό από την αλβανική, τη ρουμανική και την τουρκική. Τέλος έχει δανειστεί λέξεις από τη γαλλική και τη γερμανική.


Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συντριπτική πλειονότητα των Βουλγάρων (82,6%) είναι ορθόδοξοι χριστιανοί, πιστοί στην Εκκλησία της Βουλγαρίας. Υπάρχει ένα μικρό ποσοστό καθολικών που αριθμεί περίπου 50.000. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας πολλοί Βούλγαροι ασπάστηκαν το μουσουλμανισμό με αποτέλεσμα σήμερα να αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα στο βουλγαρικό έθνος, η οποία φτάνει τις 131.000 μέσα στην Βουλγαρία. Τέλος υπάρχει μικρός αριθμός προτεσταντών, περίπου 25.000 σύμφωνα με την βουλγαρική απογραφή του 2001.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Απογραφή της Βουλγαρίας, 2001 (αγγλικά)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Beschewliew, W., «Βούλγαροι καὶ Ἕλληνες στὶς ἀμοιβαῖες τους ἐπιδράσεις ἀνάμεσα στοὺς αἰῶνες » , Νέα Ἑστία, 28, 329 (1940), σσ. 1070-1075
  • Ελευθερία Παπαγιάννη, «Οι Βoύλγαρoι στις επιστoλές τoυ Θεoφυλάκτoυ Αχρίδας», Πρακτικά τoυ I' Παvελλήvιoυ Iστoρικoύ Συvεδρίoυ, Θεσσαλovίκη 1989, σ. 63-72.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]