Βλάχικη γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βλάχικα (Makedon-armânâ, Armãneashce, Armãneashti)
Ομιλείται σε: Ελλάδα, Βουλγαρία, Αλβανία, ΠΓΔΜ και τη Σερβία-Μαυροβούνιο
Συνολικοί ομιλητές: 100.000-250.000 στην Βαλκανική. Υπάρχουν ακόμα κοινότητες στον υπόλοιπο κόσμο [1]
Κατάταξη: Εκτός των 100 πρώτων
Γενετική
ταξινόμηση:
Ινδοευρωπαϊκές Γλώσσες

 Ρομανικές
  Ανατολικές ρομανικές
   Βλάχικα

Επίσημη κατάσταση
Επίσημη γλώσσα: Κρούσοβο, ΠΓΔΜ
Ρυθμίζεται από: -
Κώδικες γλώσσας
ISO 639-1 -
ISO 639-2 roa
ISO 639-3 rup
SIL RUP

Η Βλάχικη γλώσσα είναι γλώσσα του ανατολικού κλάδου των Λατινογενών γλωσσών. Διαμορφώθηκε τους πρώτους αιώνες μετά την κατάκτηση των Βαλκανίων από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.[1] Αποκαλείται πρωτίστως από τους ομιλούντες της Armãneashce/Armãneashti/Rãmãneshti (Αρωμανική) όρος που δημιουργήθηκε από την τάση για προσθήκη ενός προθετικού Α- (Romanus>Aromãn) . Στην Ελληνική γλώσσα έχει επικρατήσει η ονομασία Βλάχικη (Vlach, Vlãheshte), ενώ στην αγγλική Aromanian.

Είναι μία από τις τέσσερις λατινογενείς γλώσσες της Βαλκανικής με πολλές λέξεις να προέρχονται από την Ελληνική. Το Ετυμολογικόν Λεξικό της Κουτσοβλάχικης Γλώσσης του Κ. Νικολαΐδη (1909) περιλαμβάνει 6.657 λέξεις εκ των οποίων οι 3.560 έχουν ελληνική προέλευση, 2.605 λατινική, 185 σλάβικη, 150 αλβανική και οι υπόλοιπες 157 άγνωστη. Μάλιστα σε πολλές από τις ελληνογενείς λέξεις η ετυμολογία ανάγεται στους πρωτοαρχαιοελληνικούς και ομηρικούς χρόνους.

Στην Ελλάδα πρέπει να γίνει διαχωρισμός όταν μιλάμε για βλάχικα με μικρό β. Σε αυτή την περίπτωση γίνεται αναφορά σε δυσνόητα ιδιωματική "επαρχιακή" προφορά της Ελληνικής γλώσσας.


Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βλάχικη γλώσσα έχει σαφή λατινογενή προέλευση. Ανήκει στην στον κλάδο των Ρωμανικών Γλωσσών , των ιδιωματικών μορφών που παρήχθησαν από την (Λατινική γλώσσα) μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ανήκει στην οικογένεια των Ανατολικών Ρωμανικών γλωσσών, στη γλωσσική ομάδα των Βαλκανικών Ρωμανικών που ανήκουν επίσης οι βόρειες διάλεκτοι της Δακορουμανικής (από όπου διαμορφώθηκαν τα σημερινά Ρουμάνικα) και της Ιστρορουμάνικης και η νότια δίαλεκτος της Μεγλενορωμανικής Στις χώρες που κατέκτησαν οι Ρωμαίοι εξελίχθηκε η δημώδη μορφή της Λατινικής και όχι η λόγια που ομιλούνταν στην Ρώμη από Συγκλητικούς, ποιητές, λόγιους κ.α Η βλάχικη επομένως μπορούμε να πούμε ότι είναι η εξέλιξη της τραχείας μορφής της λατινικής που χρησιμοποιούσε ο Ρωμαϊκός Στρατός.

Η γλώσσα ανήκει επίσης στο βαλκανικό γλωσσικό δεσμό.

Διάλεκτοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γλώσσα παρουσιάζει αρκετές τοπικές παραλλαγές. Οι κύριες διάλεκτοι της γλώσσας είναι αυτή της Μοσχόπολης, στην Αλβανία, η Μογλενίτικη και η Γραμμουστιανή (της περιοχής του όρους Γράμμος).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Makedon (Arman) Grammar Book, Viena 1813

Οι απαρχές της γλώσσας δεν είναι με βεβαιότητα γνωστές. Θεωρείται πάντως βέβαιο ότι η διαμόρφωση και διαφοροποίησή της από τη Λατινική γλώσσα συνέβησαν κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. και ότι προήλθε από τη λαϊκή καθομιλούμενη Λατινική γλώσσα. Πολλά χρόνια αργότερα διαμορφώθηκαν και οι υπόλοιπες Ανατολικές Λατινογενείς γλώσσες, όπως η Μογλνενίτικη Βλάχικη, η Ρουμάνικη γλώσσα και η Ιστρορουμανική. Κατά πολλούς, το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με πολιτικές σκοπιμότητες της εποχής, είχε ως συνέπεια να αναπτυχθεί η θεωρία μίας κοινής Πρωτορουμάνικης γλώσσας, από την οποία δημιουργήθηκαν οι ανατολικές λατινικές γλώσσες.

Ως πρώτη καταγεγραμμένη φράση στη Βλάχικη γλώσσα θεωρείται, κατά πολλούς, η "τόρνα, τόρνα, φράτερ" όπως καταγράφηκε από τον βυζαντινό χρονογράφο Θεοφύλακτο Σιμοκράτη τον 6ο αιώνα. Συγκεκριμένα, περί της εκστρατείας των βυζαντινών στρατευμάτων κατά των Αβάρων στη Θράκη (579-582 μ.Χ.) ο Σιμοκράτης αναφέρει: τη πατρώα φωνή ... τόρνα, τόρνα, φράτερ και ο μεν κύριος τoυ ημιόνου την φωνήν ουκ ήσθετο οι δε λαοί ακούσαντες και τους πολεμίους επιστήναι αυτοίς υπονοήσαντες, εις φυγήν ετράπησαν, τόρνα τόρνα μεγίσταις φωνές ανακράζοντες ... . Δηλαδή, κατά την εκστρατεία και ενώ ένα άλογο βάδιζε, το φορτίο έγερνε από τη μία μεριά και κινδύνευε να πέσει, τότε ένας άλλος στρατιώτης που ακολουθούσε φώναξε στον οδηγό του αλόγου στην πατρώα φωνή "τόρνα, τόρνα, φράτερ" (γέρνει-γέρνει αδελφέ ή γύρνα-γύρνα αδελφέ), προκειμένου ο δεύτερος να προσέξει και να μην πέσει το φορτίο του ζώου.

Στους αιώνες που ακολούθησαν η γλώσσα πήρε τη σημερινή της μορφή, δεχόμενη σημαντική επίδραση από γειτονικές της γλώσσες. Στο λεξιλόγιο η επιρροή της Ελληνικής γλώσσας είναι αρκετά μεγάλη, αν και ο βασικός κορμός των λέξεων παραμένει λατινικός.

Το αρχαιότερο δείγμα βλάχικου γραπτού λόγου αποτελεί η επιγραφή του Νεκταρίου Τέρπου σε ξύλινη εικόνα του 1731 που ανακαλύφθηκε το 1950, η οποία προέρχεται από την εκκλησία της Παναγίας του χωριού Αρδενίτσα στην πεδιάδα της Μουζακιάς στην Αλβανία. Η εικόνα δείχνει τη Παναγία Βρεφοκρατούσα και γράφει με ελληνική γραφή «Βίργιρε Μούμα-λ τουμνεζί ώρε τρέ νόϊ πεκετόσσλοιι» (Παρθένος η μητέρα του Θεού δεήσου και για εμάς τους αμαρτωλούς.)

Άλλη επιγραφή γραμμένη στη βλάχικη γλώσσα βρίσκεται σε μοναστήρι του χωριού Κλεινοβός Τρικάλων, από τον ζωγράφο Μιχαήλ Αναγνώστου Δημητρίου από τη Σαμαρίνα με χρονολογία 1789. Οι στίχοι της επιγραφής είναι γραμμένοι σε τρεις γλώσσες: Ελληνική (καθαρεύουσα), Απλή (δημοτική) και βλάχικη με ελληνικούς χαρακτήρες :

  • Ελληνική — καθαρεύουσα:

ΦΟΒΩ ΠΡΟΒΑΙΝΕ ΤΗΝ ΠΥΛΗΝ ΤΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ. ΤΡΟΜΩ ΛΑΜΒΑΝΕ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ. ΙΝΑ ΜΗ ΚΑΤΑΦΛΕΧΘΗΣ ΠΥΡΙ ΤΩ ΑΙΩΝΙΩ.

  • Απλή — δημοτική:

ΣΚΙΑΖΟΥ Κ΄ ΕΜΠΑΙΝΕ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ. ΤΡΕΜΕ Κ΄ ΕΠΕΡΝΕ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ. ΚΟΛΑΣΣΕΣ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑΙΣ ΑΝ ΘΕΛΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΓΗΣ.

  • Βλάχικη:

ΙΝΤΡΑ ΜΠΑΣΙΑΡΕΚΑ ΚΟΥ ΜΟΥΛΤΑ ΠΑΒΡΙΕ. ΤΡΙΑΜΠΟΥΡΑ ΛΟΥΝΤΑΛΟΥΪ ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΜΝΙΚΑΤΟΥΡΑ. ΦΩΚΟΛΟΥ ΑΚΣΙ ΣΗ ΚΟΛΑΣΙΑ ΤΡΑ ΣΚΑΚΗ.

Άλλο δείγμα βλάχικου γραπτού λόγου, γραμμένου επίσης με ελληνικούς χαρακτήρες είναι το τετράστιχο του αγγείου Simota των αρχών του 19 αιώνα:

Καιλερύτου αμέου, μπια γίνου κα πι ατέου.
Μούλτου σε νού μπιάε, σε νού τε βεμάη.
Τρά σε νου τζη φάκε ρέου, τρα σε νου τε μπετου έου.
Υναι ουάρε σε μπηάη, συ ακάσε τζη σε βάϊ.

Και η μετάφραση είναι η εξής:

Καλαρρίτη δικέ μου, πιες κρασί σαν δικό σου.
Πολύ μη πιεις, για να μη «ξεράσεις».
Για να μη σου κάνει κακό, για να μην σε μεθύσω εγώ.
Μια φορά να πιείς, θα ‘χεις και για το σπίτι.


Ο λόγιος Θεόδωρος Αναστασίου Καββαλιώτης εξέδωσε το 1770 στη Βενετία την "Πρωτοπειρία", ένα εγχειρίδιο με προσευχές, γνωμικά, διηγήματα και καταχωρημένες 1170 λέξεις σε τρεις κάθετες στήλες στην νεοελληνική, βλάχικη και αλβανική. Το 1802 ο Δανιήλ Μοσχοπολίτης εκδίδει την "Εισαγωγική Διδασκαλία", ένα τετράγλωσσο λεξικό της ελληνικής, της εν Μοισία βλάχικης, της βουλγαρικής και της αλβανιτικής. Η πρώτη γραμματική της γλώσσας τυπώθηκε το 1813 στην Βιέννη της Αυστρίας (τότε Αυστρουγγαρίας). Τα τελευταία χρόνια έχουν εκδοθεί σε διάφορες χώρες, και στην Ελλάδα, διάφορες γραμματικές και λεξικά της γλώσσας.

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτόχθονες βλαχόφωνες κοινότητες απαντώνται σήμερα στην Ελλάδα, την Αλβανία και την Π.Γ.Δ.Μ. Στη Σερβία και το Μαυροβούνιο, τη Ρουμανία καθώς και την Βουλγαρία διατηρούνται κοινότητες η ύπαρξη των οποίων χρονολογείται από τον 18ο αιώνα. Υπάρχουν ακόμα κοινότητες Βλάχων μεταναστών σε χώρες της δυτικής Ευρώπης, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και στην Αυστραλία. Στον ελλαδικό χώρο βλαχόφωνα χωριά και πόλεις βρίσκονται σήμερα κυρίως στις περιοχές της Φλώρινας, της Κοζάνης και της Ηπείρου. Ορισμένες περιοχές με βλαχόφωνους πληθυσμούς είναι:

Σε παλιότερες εποχές σημαντικοί βλαχόφωνοι πληθυσμοί υπήρχαν και σε άλλες περιοχές, όπως στη Θεσσαλία (π.χ. Τύρναβος). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η Θεσσαλία ήταν γνωστή και ως Μεγάλη Βλαχία. Σε άλλες χώρες, αξιόλογο βλαχόφωνο πληθυσμό φιλοξενούν η Μοσχόπολη στην Αλβανία και το Μοναστήρι στην Π.Γ.Δ.Μ..

Ομιλητές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με σχετικές και όχι ακριβείς εκτιμήσεις για τον αριθμό των σημερινών ομιλητών της Βλάχικης γλώσσας:

  • Ελλάδα: περίπου 20.000 άτομα μιλάνε η απλώς κατανοούν τη γλώσσα
  • Αλβανία: 50.000-100.000 άτομα
  • Βουλγαρία: 2.000-3.000 άτομα
  • Π.Γ.Δ.Μ.: 8467 άτομα (επίσημες στατιστικές), εκτιμήσεις δίνουν μέχρι και 100.000 άτομα
  • Ρουμανία: 25.000 άτομα

Σε κάθε περίπτωση οι ομιλητές χρησιμοποιούν σήμερα την Βλάχικη ως δεύτερη γλώσσα παράλληλα με την εκάστοτε επίσημη της κάθε χώρας, εκτός ίσως από λιγοστές εξαιρέσεις υπερήλικων.

Στην Ελλάδα ομιλείται ικανοποιητικά μόνο από άτομα ηλικιών άνω των 40-50 ετών. Δεν παρατηρούνται νεαρά άτομα που την διδάσκονται ως πρώτη γλώσσα, ενώ υπάρχει κάποιος αριθμός νεαρών ατόμων που την κατανοούν ακουστικά σε κάποιο βαθμό, χωρίς όμως να είναι σε θέση να τη μιλήσουν.

Γίνονται κάποιες προσπάθειες για την αναζωογόνηση της γλώσσας, χωρίς ωστόσο σημαντικά αποτελέσματα στον ελλαδικό χώρο, καθώς δεν υπάρχει κάποια επίσημη μέριμνα από την πλευρά της πολιτείας. Σε άλλες χώρες γίνονται από τους απόδημους Βλάχους σημαντικότερες προσπάθειες για την διατήρηση της, ενώ μπορεί να βρει κανείς στο διαδίκτυο ακόμα και ιστοσελίδες με αντικείμενο τη Βλάχικη γλώσσα.

Επίσημη κατάσταση της γλώσσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βλάχικη δεν αποτελεί επίσημη γλώσσα καμίας χώρας. Είναι αναγνωρισμένη ως μειονοτική γλώσσα στην ΠΓΔΜ και ως αξιωματική γλώσσα στην Κρούσεβο (ΠΓΔΜ).

Το ενδεχόμενο διδασκαλίας της γλώσσας στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσπάθεια για διδασκαλία της Βλάχικης γλώσσας έχει γίνει κατά το παρελθόν οργανωμένα από την Ρουμανική Προπαγάνδα με σκοπό τον προσεταιρισμό της ελληνικής εθνικής συνείδησης των Βλάχων.[2] To 1997 η Ευρωπαϊκή Ένωση συνέστησε στην Ελλάδα να υποστηρίξει την διδασκαλία της Βλάχικης γλώσσας, σε μια προσπάθεια διατήρησής της, στα πλαίσια του, μη υπογεγραμμένου από την Ελλάδα, Ευρωπαϊκού χάρτη των περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών.

Τέτοια προοπτική δεν πραγματοποιήθηκε καθώς φαίνεται να μην ενδιαφέρει τους Βλάχους Έλληνες. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων έχει εκφραστεί κάθετα εναντίον της διδασκαλίας των Βλάχικων.[2].

Ορισμένα βασικά επιχειρήματα του συλλόγου είναι:

  • ζητήματα ευαίσθητα όπως η γλώσσα είναι ευάλωτα σε υποβολιμαίες διαστρεβλώσεις που λειτουργούν ως έναυσμα και όχημα μειονοτικών ζητημάτων και αλυτρωτικών διεκδικήσεων
  • δεν υπάρχει "δεδομένη βλάχικη γλώσσα" αλλά μόνον προφορικές διάλεκτοι και συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για εκπαίδευση στη «Βλάχικη γλώσσα».
  • Παραδοσιακά οι Βλάχοι είχαν Ελληνική εκπαίδευση και πάντα εκφραζόταν ως τμήμα του Ελληνικού πολιτισμού. Επίσης να υπογραμμιστεί και ότι από τότε που οι Βλάχοι έγιναν χριστιανοί, η λειτουργία στους Ιερούς τους Ναούς και τα μοναστήρια γίνονταν πάντα στα Ελληνικά.
  • επιχειρείται πάλι με όχημα την γλώσσα, δημιουργία ανύπαρκτης «Γλωσσικής μειονότητας» και κατά συνέπεια ανύπαρκτης «Εθνότητας Βλάχων».

Από την άλλη, ο Λαογραφικός Σύλλογος Βλάχων Βέροιας είναι σύμφωνος με τη διδασκαλία της γλώσσας. Όπως δημοσιεύεται στην επίσημη ιστοσελίδα του συλλόγου [3], Η ελληνική Πολιτεία οφείλει, μέσα από τα ΜΜΕ, να βοηθήσει να διαλυθούν απαξιωτικά στερεότυπα για τις ολιγότερο ομιλούμενες γλώσσες και να συνδράμει στο να κατανοήσει ο δίγλωσσος ότι πλουτίζει την κοινωνία και ότι δεν πρέπει να ντρέπεται για τη μητρική του γλώσσα. Παράλληλα, επιβάλλεται να αρχίσει και στη χώρα μας ένας ενημερωτικός διάλογος για τις λιγότερο ομιλούμενες γλώσσες και η πολιτεία να αναλάβει την πρωτοβουλία να φέρει στην ελληνική βουλή το Χάρτη με τις λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες στην Ευρώπη, όπως έκαναν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, να επεξεργαστεί συγκεκριμένες πολιτικές που θα στοχεύουν στη διατήρηση των ολιγότερο ομιλουμένων γλωσσών της πατρίδας μας, με καθαρά επιστημονικά κριτήρια, χωρίς τις αγκυλώσεις του παρελθόντος.

Επιπλέον, απόψεις υπέρ της διδασκαλίας και της διάσωσης της γλώσσας έχουν εκφραστεί ακόμα και από πολύ υψηλά ιστάμενους Έλληνες πολιτικούς. Το 1998 ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωστής Στεφανόπουλος επισκεπτόμενος βλαχόφωνα χωριά της Ορεινής Καλαμπάκας αναφέρθηκε στην ανάγκη αναζωογόνησης της γλώσσας. Πρότεινε μάλιστα στους παράγοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης της περιοχής την πειραματική διδασκαλία της γλώσσας στα σχολεία, χωρίς όμως να βρει θετική ανταπόκριση. Το 1998 ο Γιώργος Παπανδρέου είχε επίσης αναφερθεί στη γλώσσα και στην ανάγκη επιβίωσής της ώστε να διασφαλίσουμε και να προαγάγουμε τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες στη χώρα μας και ταυτόχρονα να αποκρούσουμε οποιαδήποτε προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσής τους.

Γραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βλάχικη γλώσσα δεν έχει κοινά αποδεκτή επίσημη γραφή. Οι Βλάχοι της Ελλάδας πάντοτε χρησιμοποιούσαν την γλώσσα μόνο προφορικά. Το 1997 στο Μοναστήρι της ΠΓΔΜ πραγματοποιήθηκε συμπόσιο για την καθιέρωση της γραφής της Βλάχικης γλώσσας, στο οποίο επιλέχθηκε το αλφάβητο που θα χρησιμοποιούνταν για την τυποποίηση της γραφής της βλάχικης. Στο συνέδριο παραβρέθηκαν 25 έως 30 γλωσσολόγοι, συγγραφείς, εκδότες και δημοσιογράφοι που επιλέχθηκαν από βλάχικους συλλόγους του εξωτερικού. Από την μόνη χώρα που δεν παρευρέθησαν εκπρόσωποι ήταν από την Ελλάδα, την κοιτίδα των Βλάχων στην Βαλκανική, καθώς δεν εστάλησαν ποτέ προσκλήσεις[4]. Στην Ελλάδα συνηθίζεται να γράφεται στο Ελληνικό αλφάβητο με τη προσθήκη κάποιων διακριτικών ή με συνδυασμό χαρακτήρων του Ελληνικού και του Λατινικού αλφαβήτου. Στις υπόλοιπες χώρες γράφεται σε κατάλληλα τροποποιημένες μορφές του Λατινικού αλφαβήτου.

Βλέπε Επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νικολαϊδης, Κων/νος, 1909, Ετυμολογικόν Λεξικόν της Κουτσοβλαχικής γλώσσης.
  • Kahl Thede 2011, Ποιες είναι οι πιθανότητες επιβίωσης της αρμανικής (βλάχικης); Επισημάνσεις σχετικά με την απώλεια και τη διατήρηση μιας γλώσσας, Γλωσσολογία 19, 33-44, http://glossologia.phil.uoa.gr/sites/default/files/4.%20Kahl.pdf
  • Κολτσίδας Αντώνιος, 1978, Γραμματική και λεξικό της Κουτσοβλαχικής διαλέκτου.
  • Κατσάνης Ν., Κ. Ντίνας, 1990, Γραμματική της κοινής Κουτσοβλαχικής.
  • Σιώκης Νικόλαος, Η βλάχικη γλώσσα και οι προσπάθειες διατήρησής της από Βλάχους αποδήμους (τέλη 18ου-τέλη 19ου αιώνα), περ. Ελιμειακά, τ. 47 & 48 (Θεσσαλονίκη 2002)
  • Κέντρο Έρευνας Μειονοτικών Ομάδων, Η γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001
  • Davidoiu-Roman A. 2002 Ζητήματα μορφολογίας στην αρωμουνική (Aspecte ale morfosyntaxei pronumelui personal in aromana). Τirgovista.
  • Bara Maria, Kahl Thede, Sobolev Andrei, 2005, Η νοτιοαρωμουνική διάλεκτος του χωριού Τούριας, Κρανιά Γρεβενών, Πίνδος (Južnoaromynskij govor sela Turia: Krania Grevenon, Pind. Etnolingvistika, Leksika, Sintaksa, Teksty). Marburg, Sankt-Peterburg, ISBN 3-932331-59-1.
  • Papahagi Τ., Dicţionarul dialectului Aromân general şi etimologic, ed. 2a, Bucureşti 1974.
  • Dalametra Ι., Dicţionar macedo-român, Bucureşti 1906.
  • Mihăileanu Şt., Dicţionar macedo-român, Bucureşti 1901.
  • Peyfuss Max Demeter, Die Druckerei von Moschopolis, 1731-1769. Buchdruck und Heiligenverehrung im Erzbistum Achrida. Wien - Köln 1989. (= Wiener Archiv f. Geschichte des Slawentums u. Osteuropas. 13).
  • Dahmen Wolfgang, Kramer Johannes 1985, 1994: Atlasul lingvistic aromân. Balkan-Archiv. Neue Folge. Beiheft 4, 10. T. 1, 2.
  • Kahl Thede 2006, Sprache und Intention der ersten aromunischen Textdokumente, 1731-1809. In: Symanzik Bernhard (Hg.): Festschrift für Gerhard Birkfellner zum 65. Geburtstag, Studia Philologica Slavica I/I, Münstersche Texte zur Slavistik, S. 245-266, ISBN 3-8258-9891-1.
  • Carageani Gheorghe 1999 Studii aromâne (Αρωμουνικές Μελέτες), Bucuresti.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Εγκυκλοπαιδικό λεξικό ΠΑΠΥΡΟΣ Larousse "Βλάχοι: γλωσσικά εκλατινισθέντες κατά τη Ρωμαιοκρατία πληθυσμοί των Βαλκανίων που χρησιμοποιούν στον προφορικό λόγο την Κουτσοβλάχικη (Αρωμούνικη)"
  2. Καθημερινή Ρουμανική προπαγάνδα

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]