Δαλματία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 43°48′46″N 16°13′08″E / 43.8128°N 16.2188°E / 43.8128; 16.2188

Δαλματία
Flag of the Kingdom of Dalmatia.svg Coat of arms of Dalmatia.svg
Σημαία και θυρεός
Croatia-Dalmatia.png
Χώρα Κροατία Κροατία[1]
Μεγαλύτερη πόλη Σπλιτ
Έκταση 12.158 χλμ²
Πληθυσμός[3] 852.068[2]
Πυκνότητα 70/χλμ²

Η Δαλματία (Κροατικά : Dalmacija) είναι ιστορική περιοχή της ανατολικής Αδριατικής. Σήμερα είναι μία από τις τέσσερις ιστορικές περιοχές της Κροατίας, μαζί με την κυρίως Κροατία, τη Σλαβονία και την Ιστρια.

Η Δαλματία είναι μια στενή παραλιακή περιοχή, που εκτείνεται από το νησί Ραμπ στο βορρά μέχρι τον Κόλπο του Κότορ στο νότο. Η ενδοχώρα (Δαλματική Ζαγόρα) ποικίλλει σε πλάτος από πενήντα χιλιόμετρα στα βόρεια μέχρι λίγα μόνο χιλιόμετρα στα νότια. Καλύπτεται κυρίως από τις απόκρημνες Δειναρικές Άλπεις. Πολλά νησιά είναι παράλληλα με την ακτή, με μεγαλύτερα τα Μπρατς, Χβαρ και Κόρτσουλα. Μεγαλύτερες πόλεις είναι οι Σπλιτ, Ζαντάρ, Ντουμπρόβνικ και Σίμπενικ.

Το όνομα της περιοχής προέρχεται από μια Ιλλυρική φυλή, τους Δαλματούς, που ζούσαν στην περιοχή κατά την κλασική αρχαιότητα. Αργότερα έγινε Ρωμαϊκή επαρχία, με αποτέλεσμα να προκύψει ένας Ρομανικός πολιτισμός μαζί με μια, εκλειπόυσα πλέον, Δαλματική γλώσσα, που αργότερα σε μεγάλο βαθμό αντικαταστάθηκε από τη συγγενή Βενετική. Με την άφιξη των Σλάβων στην περιοχή τον 8ο αιώνα, που κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της ενδοχώρας, Σλαβικά και Ρομανικά στοιχεία άρχισαν να αναμειγνύονται στη γλώσσα και στον πολιτισμό. Κατά το Μεσαίωνα οι πόλεις της συχνά κατακτήθηκαν ή δήλωσαν υποταγή στους βασιλιάδες της περιοχής. Η μακροβιότερη εξουσία ήταν εκείνη της Δημοκρατίας της Βενετίας, που έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της Δαλματίας μεταξύ 1420 και 1797, με την εξαίρεση της μικρής αλλά σταθερής Δημοκρατίας της Ραγούζας (1358–1808) στα νότια. Μεταξύ 1815 και 1918 ήταν επαρχία της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, γνωστή ως Βασίλειο της Δαλματίας. Μετά την ήττα της Αυστροουγγαρίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμος\ η Δαλματία μοιράστηκε στο Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, που έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της, και στο Βασίλειο της Ιταλίας, που κράτησε μερικά μικρότερα τμήματα, και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όλη την περιοχή έλεγχε η ΣΟΔ της Γιουγκοσλαβίας. Ολη η Δαλματία είναι σήμερα τμήμα της σύγχρονης Κροατίας. Η πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, τα καθαρά νερά της Αδριατικής Θάλασσας και το ήπιο Μεσογειακό κλίμα καθιστούν την περιοχή δημοφιλή τουριστικό προορισμό.

Ονομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Λατινικό όνομα "Dalmatia" προέρχεται από τη φυλή των Δαλματών και συνδέεται με την Ιλλυρική λέξη ντελμέ, που σημαίνει "πρόβατο" (Αλβανικά : delme). Στη Βενετική γλώσσα, που κάποτε επικρατούσε στην περιοχή, γράφεται Dalmàssia και στα σύγχρονα Ιταλικά Dalmazia. Στα σύγχρονα Κροατικά (Σερβοκροατικά) γράφεται Dalmacija.

Η Δαλματία αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη, στη "Β΄ Επιστολή προς Τιμόθεο, 4.10", έτσι το όνομά της έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Καθορισμός ορίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαιότητα η Ρωμαϊκή επαρχία της Δαλματίας ήταν πολύ μεγαλύτερη από το σημερινό Νομό Σπλιτ-Δαλματίας και εκτεινόταν από την Ιστρια στο βορρά μέχρι την ιστορική Αλβανία στο νότο. Δαλματία δεν σήμαινε μόνο μια γεωγραφική ενότητα αλλά ήταν ήταν μια οικονομική οντότητα, βασισμένη σε κοινό πολιτισμό και οικιστικές μορφές, την κοινή στενή ανατολική Αδριατική παράκτια ζώνη, το μεσογειακό κλίμα, τη σκληρόφυλλη βλάστηση των Ιλλυρικών επαρχιών, την Αδριατική πλατφόρμα ανθρακικών πετρωμάτων και την καρστική γεωμορφολογία.

Σημερινή περιοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα η Δαλματία είναι μόνο ιστορική περιοχή, που δεν έχει θεσμοθετηθεί επισημα στην Κροατική νομοθεσία. Η ακριβής έκτασή της είναι συνεπώς ασαφής και θέμα κοινής αντίληψης. Σύμφωνα με τη Λένα Μιρόσεβιτς και το Γιόσιπ Φάριτσιτς του Πανεπιστημίου του Ζαντάρ :

Η σύγχρονη αντίληψη της Δαλματίας βασίζεται κυρίως στην εδαφική έκταση του Αυστριακού Βασιλείου της Δαλματίας, με την εξαίρεση του νησιού Ραμπ, που είναι συναφές γεωγραφικά με τον Κόλπο Κβάρνερ και λειτουργικά με την περιοχή Χβάτσκο Πριμόριε - Γκόρσκι Κόταρ, βόρεια, και με την εξαίρεση του Κόλπου του Κότορ, που προσαρτήθηκε σε άλλο κράτος (Μαυροβούνιο) μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Συχρόνως το νότιο τμήμα της Λίκα και του ανω Πούνιε, που δεν ήταν τμήμα της Αυστριακής Δαλματίας, αποτέλεσαν τμήμα του Νομού του Ζαντάρ. Σήμερα από διοικητική και εδαφική άποψη η Δαλματία περιλαμβάνει τους τέσσερις παραλιακούς νομούς της Κροατίας μέ έδρες το Ζαντάρ, το Σίμπενικ, το Σπλιτ και το Ντουμπρόβνικ.

Συνεπώς η "Δαλματία" θεωρείται γενικά ότι εκτείνεται στα όρια του Αυστριακού Βασιλείου της Δαλματίας. Εντούτοις λόγω των εδαφικών και διοικητικών αλλαγών του περασμένου αιώνα, μπορούμε να δούμε ότι η θεώρηση αυτή έχει αλλάξει κάπως σχετικά με κάποιες περιοχές και οι πηγές διαφωνούν αν αυτές αποτελούν τμήμα της περιοχής τη σύγχρονη εποχή :

  • H περιοχή του Κόλπου του Κότορ στο Μαυροβούνιο. Με τις υποδιαιρέσεις του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας σε όμπλαστ το 1922, το σύνολο του Κόλπου του Κότορ από τη Σουτορίνα μέχρι το Σουτομόρε εντάχθηκε στο Ομπλαστ της Ζέτα, έτσι ώστε το όριο της Δαλματίας στο σημείο αυτό συνέπεσε με το νότιο όριο της πρώην Δημοκρατίας της Ραγούζας. Η Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα ορίζει τη Δαλματία ότι εκτείνεται "μέχρι τα στενά του Κότορ" (δηλ. το νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Κροατίας, τη χερσόνησο Πρεβλάκα). Αλλες όμως πηγές, όπως η εγκυκλοπαίδεια Treccani και ο "Rough Guide to Croatia" περιλαμβάνουν ακόμη τον Κόλπο ως τμήμα της περιοχής.
  • Το νησί Ραμπ, μαζί με τα νησιά Σβέτι Γκργκουρ και Γκόλι, ήταν τμήμα του Βασιλείου της Δαλματίας και σχετίζεται ιστορικά και πολιτιστικά με την περιοχή, αλλά σήμερα συνδέεται περισσότερο με το Χβάτσκο Πριμόριε (Παραθαλάσσια Κροατία) λόγω γεωγραφικής γειτνίασης και διοικητικής σκοπιμότητας.
  • Ο Δήμος Γκράτσατς και το βόρειο Παγκ. Μερικές πηγές εκφράζουν την άποψη ότι "από τη σημερινή διοικητική άποψη" η έκταση της Δαλματίας ταυτίζεται με τους τέσσερις νοτιότερους νομούς της Κροατίας : Ζαντάρ, Σίμπενικ-Κνιν, Σπλιτ-Δαλματίας και Ντουμπρόβνικ-Νερέτβα. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει τον Κόλπο του Κότορ, ούτε τα νησιά Ραμπ, Σβέτι Γκργκουρ και Γκόλι. Εξαιρεί επίσης το βόρειο τμήμα του νησιού Παγκ, που είναι τμήμα του Νομού Λίκα-Σένι. Περιλαμβάνει όμως το Δήμο Γκράτσατς στο Νομό του Ζαντάρ, που δεν ήταν τμήμα του Βασιλείου της Δαλματίας και δεν συνδέεται παραδοσιακά με την περιοχή (αλλά αντίθετα με την περιοχή της Λίκα).

Πολιτισμός και εθνικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κάτοικοι της Δαλματίας υποδιαιρούνται πολιτιστικά σε δύο ή τρεις ομάδες. Οι αστικές οικογένειες των παραλιακών πόλεων, γνωστές ενίοτε ως Fetivi είναι συγγενείς πολιτιστικά με τους κατοίκους των Δαλματικών νησιών (γνωστών απαξιωτικά ως Boduli). Και οι δυό τους μαζί είναι διακριτές, στις Μεσογειακές πτυχές του πολιτισμού τους, από τους πολυαριθμότερους κατοίκους της Ζαγκόρα, της ενδοχώρας, που αναφέρονται (ενίοτε απαξιωτικά) ως Βλάχοι. Οι τελευταίοι είναι ιστορικά περισσότερο επηρεασμένοι από την Οθωμανική κουλτούρα, συγχωνευμένοι σχεδόν αδιάλειπτα στα σύνορα με τους Ερζεγοβίνιους Κροάτες και τη νότια Βοσνία και Ερζεγοβίνη εν γένει.

Οι πρώτες δύο ομάδες (κάτοικοι των νησιών και των πόλεων) περιελάμβαναν ιστορικά πολλούς Βενετόφωνους και Ιταλόφωνους, πολλοί από τους οποίους προσδιορίζονταν ως Ιταλοί, (ιδιαίτερα μετά την Ενοποίηση της Ιταλίας. Η παρουσία τους, σε σχέση με εκείνους που προσδιορίζονταν ως Νότιοι Σλάβοι, μειώθηκε δραστικά κατά τη διάρκεια του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Διατηρείται όμως μια ισχυρή πολιτιστική και, εν μέρει, προγονική κληρονομιά μεταξύ των ιθαγενών των πόλεων και των νησιών, που σήμερα προσδιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά ως Κροάτες, αλλά διατηρούν μια αίσθηση περιφερειακής ταυτότητας.

Το ζήτημα είναι σήμερα πολιτικά πολωτικό, καθώς το δεξιό κόμμα Κροατική Δημοκρατική Ενωση, που είχε την εξουσία στο μεγαλύτερο μέρος της μεταγιουγκοσλαβικής περιόδου, ευνοούσε την ονομασία "Παραθαλάσσια Κροατία" για μια Δαλματική περιφερειακή ταυτότητα. Ενα πολιτικό γενικά χάσμα χωρίζει τους ντόπιους των πόλεων και των νησιών από εκείνους της ενδοχώρας, με τους πρώτους να κλίνουν προς τα αριστερά και τους δεύτερους προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος.

Γεωγραφία και κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρχαίος πυρήνας της πόλης του Σπλιτ, της μεγαλύτερης πόλης της Δαλματίας, χτισμένος μέσα και γύρω από το Παλάτι του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού.

Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής καταλαμβάνεται από τις οροσειρές των Δειναρικών Αλπεων, που τη διατρέχουν από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά. Στις ακτές το κλίμα είναι Μεσογειακό, ενώ στο εσωτερικό μεσο-Μεσογειακό. Στα βουνά οι χειμώνες είναι παγεροί και με χιόνια, ενώ τα καλοκαίρια είναι ζεστά και ξηρά. Στα νότια οι χειμώνες είναι ηπιότεροι. Aνά τους αιώνες πολλά δάση έχουν υλοτομηθεί και έχουν αντικατασταθεί από θάμνους και χαμόκλαδα. Αειθαλής βλάστηση υπάρχει στις ακτές. Τα εδάφη είναι γενικά φτωχά, εκτός από τις πεδιάδες, όπου περιοχές με φυσικό χορτάρι, γόνιμα εδάφη και ζεστά καλοκαίρια καθιστούν δυνατό το όργωμα. Στα άλλα μέρη η καλλιέργεια της γης συνήθως δεν είναι επιτυχής λόγω των βουνών, των πολύ ζεστών καλοκαιριών και των φτωχών εδαφών, αν και ευδοκιμούν ελιές και αμπέλια. Οι ενεργειακοί πόροι είναι περιορισμένοι. Ηλεκτρική ενέργεια παράγεται κυρίως από υδροηλεκτρικούς σταθμούς. Υπάρχουν σημαντικές ποσότητες βωξίτη.

Ο ιστορικός πυρήνας της πόλης του Ντουμπρόβνικ, στη νότια Δαλματία.

Τα μεγαλύτερα βουνά της Δαλματίας είναι τα Ντίναρα, Μόσορ, Σβιλάγια, Βιόκοβο, Μόσετς, Βελίκι Κόζιακ και Μάλι Κόζιακ. Η περιφερειακή γεωγραφική ενότητα της ιστορικής Δαλματίας - η παραλιακή περιοχή μεταξύ της Ιστριας και του Κόλπου του Κότορ - περιλαμβάνει τα όρη Οριεν, με την ψηλότερη κορυφή τους στο Μαυροβούνιο, 1894 μ. Στη σημερινή δαλματία ψηλότερη κορυφή είναι η Ντίναρα (1913 m), που δεν είναι (1913 m), ενώ τα ψηλότερα παραλιακά βουνά των Δειναρικών Αλπεων είναι στο Βιόκοβο (Σβέτι Γιούρε 1762 m) και στο Βέλεμπιτ (Βαγκάνσκι 1758 m), αν και το Βαγκάνσκι βρίσκεται στο Νομό Λίκα-Σένι.

Τα μεγαλύτερα Δαλματικά νησιά είναι τα Μπρατς, Κόρτσουλα, Ντούγκι Ότοκ, Μλιετ, Βις, Χβαρ, Παγκ και Πάσμαν. Μεγαλύτεροι ποταμοί είναι οι Ζρμάνια, Κρκα, Τσέτινα και Νερέτβα.

Η υψηλή ποιότητα του νερού της Αδριατικής, μαζί με τον αχανή αριθμό κολπίσκων, νησιών και πορθμών καθιστούν τη Δαλματία τόπο ελκυστικό για θαλάσσιους αγώνες, θαλάσσιο τουρισμό και τουρισμό γενικά. Η Δαλματία περιλαμβάνει επίσης αρκετά εθνικά πάρκα, που είναι τουριστικά αξιοθέατα : τον καρστικό ποταμό Πακλένιτσα, το αρχιπέλαγος Κορνάτι, τα ορμητικά ποτάμια Κρκα και το νησί Μλιετ.

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή της Δαλματίας αντιστοιχεί περίπου στους τέσσερις νοτιότερους νομούς της Κροατίας, που αναφέρονται παρακάτω από βορρά προς νότο :

Νομός Εδρα νομού Εκταση (km2) Πληθυσμός (απογραφή 2011 )
Ζαντάρ Ζαντάρ 3.642 170.017
Σίμπενικ-Κνιν Σίμπενικ 2.939 109.375
Σπλιτ-Δαλματίας Σπλιτ 4.534 454.798
Ντουμπρόβνικ-Νερέτβα Ντουμπρόβνικ 1.783 122.568
Σύνολο 12.898 857.743

Αλλες μεγάλες Δαλματικές πόλεις είναι οι Μπίογκραντ, Καστέλα, Σίνι, Σόλιν, Ομις, Κνιν, Μέτκοβιτς, Μακάρσκα, Τρογκίρ, Πλότσε και Ιμότσκι.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Επαρχία της Δαλματίας κατά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Ανεξάρτητη Δαλματία - Eκταση της εξουσίας του Μαρκελίνου (454-468) και του Ιούλιου Νέπωτα(468-480).

Το όνομα της Δαλματίας προέρχεται από τους Δαλματούς, Ιλλυρικό φύλο, που ζούσε στις ανατολικές ακτές της Αδριατικής κατά την 1η χιλιετία π.Χ. Ήταν τμήμα του Ιλλυρικού βασιλείου από τον 4ο αι. π.Χ. μέχρι τους Ιλλυρικούς Πολέμους (220, 168 π.Χ.), οπότε η Ρωμαϊκή Δημοκρατία εγκατέστησε το προτεκτοράτο της νότια του ποταμού Νερέτβα. Το όνομα "Δαλματία" ήταν σε χρήση πιθανόν από το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα π.Χ. και σίγουρα από το πρώτο μισό του 1ου αιώνα π.Χ., ορίζοντας μια παραλιακή περιοχή της ανατολικής Αδριατικής μεταξύ των ποταμών Κρκα και Νερέτβα. Ενσωματώθηκε σταδιακά στις Ρωμαϊκές κτήσεις μέχρις ότου ιδρύθηκε επίσημα η Ρωμαϊκή επαρχία του Ιλλυρικού γύρω στο 32-37 π.Χ. Το 9 μ.Χ. οι Δαλματοί πραγματοποίησαν την τελευταία από μια σειρά εξεγέρσεων μαζί με τους Πάννονες, που τελικά συνετρίβη, και το 10 μ.Χ. το Ιλλυρικό διαιρέθηκε σε δύο επαρχίες την Παννονία και τη Δαλματία, που επεκτάθηκε σε μεγαλύτερη έκταση στο εσωτερικό, καταλαμβάνοντας όλες τις Δειναρικές Άλπεις και το μεγαλύτερο μέρος των ανατολικών ακτών της Αδριατικής.

Ο ιστορικός Τέοντορ Μόμσεν έγραψε στο βιβλίο του Οι Επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ότι όλη η Δαλματία ήταν πλήρως εκρωμαϊσμένη τον 4ο αιώνα μ.Χ. Εντούτοις η ανάλυση αρχαιολογικού υλικού αυτής της περιόδου έχει δείξει ότι η διαδικασία του εκρωμαϊσμού ήταν μάλλον επιλεκτική. Ενώ τα αστικά κέντρα, τόσο παραλιακά όσο και στο εσωτερικό, εκρωμαϊστηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά, η κατάσταση στην ύπαιθρο ήταν τελείως διαφορετική. Παρά το γεγονός ότι οι Ιλλυριοί υπέστησαν μια έντονη διαδικασία εκπολιτισμού, συνέχισαν να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα, να λατρεύουν τους δικούς τους θεούς και τις παραδόσεις και να ακολουθούν τη δική τους κοινωνικοπολιτική οργάνωση, που προσαρμόστηκε στη Ρωμαϊκή διοίκηση και πολιτική δομή μόνο κατά τα αναγκαία.

Με την κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καιτην αρχή της Περιόδου των Μεταναστεύσεων η περιοχή υποτάχθηκε στους Γότθους ηγεμόνες Οδόακρο και Θεοδώριχο το Μέγα. Αυτοί κτβέρνησαν τη Δαλματία από το 480 έως το 535 μ.Χ., όταν ο Ιουστινιανός την προσάρτησε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Δαλματία ο Μεσαίωνας ήταν μια περίοδος έντονης αντιπαλότητας μεταξύ γειτονικών δυνάμεων : της εξασθενίζουσας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, του Βασιλείου της Κροατίας (αργότερα σε προσωπική ένωση με την Ουγγαρία), του Βασίλειου της Βοσνίας και της Δημοκρατίας της Βενετίας. Τότε η Δαλματία αποτελείτο από τις παραλιακές πόλεις, που λειτουργούσαν περισσότερο ως πόλεις-κράτη, με εκτεταμένη αυτονομία, αλλά αντιμαχόμενες μεταξύ τους και χωρίς έλεγχο της αγροτικής ενδοχώρας (Ζαγκόρα). Εθνολογικά η Δαλματία ξεκίνησε ως Ρωμαϊκή περιοχή, με ρομανικό πολιτισμό, που άρχισε να αναπτύσσεται ανεξάρτητα, δημιουργώντας την έχουσα εκλείψει σήμερα Δαλματική γλώσσα.

Κατά τον Πρώιμο Μεσαίωνα η Βυζαντινή Δαλματία λεηλατήθηκε από μια εισβολή των Αβάρων, που κατέστρεψαν την πρωτεύουσά της Σαλώνα το 639 μ.Χ., γεγονός που προκάλεσε την εποίκηση του γειτονικού Ανακτόρου του Διοκλητιανού στο Σπαλάτουμ (Σπλιτ) από τους κατοίκοτυς της Σαλώνας, αυξάνοντας σημαντικά τη σημασία της πόλης. Τους Αβαρους ακολούθησαν οι μεταναστεύσεις των Νότιων Σλάβων.

Οι Σλάβοι, χαλαρά σύμμαχοι των Αβάρων, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή το πρώτο μισό του 7ου αιώνα μ.Χ. και παρέμειναν από τότε η κυρίαρχη εθνική της ομάδα. Οι Κροάτες σύντομα δημιούργησαν το δικό τους κράτος : το Πριγκιπάτο της Δαλματικής Κροατίας, που κυβερνιόταν από τους ντόπιους πρίγκιπες Γκουντουστσάνι. Η έννοια του γεωγραφικού όρου "Δαλματία" περιορίστηκε τώρα στις πόλεις και την άμεση ενδοχώρα τους. Αυτές οι πόλεις διατήρησαν την επιρροή τους, καθώς ήταν καλά οχυρωμένες και διατηρούσαν τους δεσμούς τους με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Οι δύο κοινότητες ήταν αρχικά εχθρικές αλλά καθώς οι Κροάτες εκχριστιανίσθηκαν αυτή η ένταση υποχωρούσε όλο και περισσότερο. Γρήγορα επήκθε ένας βαθμός πολιτιστικής ανάμειξης, σε άλλους θύλακες εντονότερος, σε άλλους ασθενέστερος, καθώς η Σλαβική επιρροή και κουλτούρα ήταν μεγαλύτερη στη Ραγούζα, το Σπαλάτουμ και το Τραγκούριουμ. Περίπου το 925 μ.Χ. στέφθηκε ο Δούκας Τόμισλαβ, ιδρύοντας το Βασίλειο της Κροατίας και επεκτείνοντας την επιρροή του νοτιότερα προς τη Ζαχλουμία. Οντας σύμμαχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο Βασιλιάς πήρε από αυτή τον τίτλο του Προστάτη της Δαλματίας και έγινε de facto ηγεμόνας της.

Γκραβούρα των παραθαλάσσιων τειχών της πόλης του Σπλιτ του Ρόμπερτ Ανταμ, 1764. Τα τείχη είχαν αρχικά χιστεί για το Ρωμαϊκό Παλάτι του Διοκλητιανού.

Κατά το Μέσο Μεσαίωνα (π. 1001–1300) η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν ήταν πια ικανή να διατηρήσει με συνέπεια την εξουσία της στη Δαλματία και τελικά απώλεσε οριστικά τον έλεγχο μετά την Δ΄ Σταυροφορία το 1204. Η Δημοκρατία της Βενετίας αφ' ετέρου, ήταν ανερχόμενη δύναμη, ενώ το Βασίλειο της Κροατίας επηρεαζόταν όλο και περισσότερο από την Ουγγαρία στο βορρά και τελικά απορροφήθηκε από αυτό μέσω προσωπικής ένωσης το 1102. Ετσι οι δύο αυτές δυνάμεις ενεπλάκησαν σε αγώνα για την περιοχή αυτή, ελέγχοντάς τη διαδοχικά, ανάλογα με τη μετατόπιση της ισορροπίας. Επί της βασιλείας του Βασιλιά Εμερικ (1196–1204) οι Δαλματικές πόλεις αποχωρίσθηκαν από την Ουγγαρία με συνθήκη. Μια συνεχής περίοδος εξουσίας της Ουγγαρίας στη Δαλματία τερματίστηκε με μια Μογγολική εισβολή στην Ουγγαρία το 1241. Οι Μογγόλοι εξασθένισαν σοβαρά το φεουδαρχικό κράτος τόσο πολύ, που την ίδια χρονιά που ο Μπέλα Δ΄ αναγκάστηκε να καταφύγει στη Δαλματία, νότια μέχρι το φρούριο Κλις. Οι Μογγόλοι επιτέθηκαν στις Δαλματικές πόλεις τα λίγα χρόνια που ακολούθησαν, αλλά τελικά αποχώρησαν χωρίς σοβαρές επιτυχίες.

Η άφιξη των Κροατών στις ακτές της Αδριατικής.

Το 1389 ο Τβρτκο Α΄ της Βοσνίας, ιδρυτής του Βασίλειου της Βοσνίας, κατάφερε να ελέγχει τις ακτές της Αδριατικής μεταξύ Κότορ και Σίμπενικ και διεκδίκησε τον έλεγχο ακόμη και των βόρειων ακτών μέχρι τη Ριέκα και της ανεξάρτητης συμμάχου του Ραγούζας (Ντουμπρόβνικ). Αυτό ήταν μόνο προσωρινό, καθώς η Ουγγαρία και οι Βενετοί συνέχισαν τον ανταγωνισμό τους για τη Δαλματία μετά το θάνατο του Τβρτκο το 1391. Την εποχή αυτή το Ουγγρικό και Κροατικό Βασίλειο αντιμετώπιζε αυξανόμενες εσωτερικές δυσκολίες, καθώς ακολούθησε ένας 20ετής εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Οίκου των Ανζού από το Βασίλειο της Νάπολης και του Βασιλιά Σιγισμόνδου του Οίκου του Λουξεμβούργου. Κατά τον πόλεμο ο ηττημένος Λαδίσλαος Α΄ της Νάπολης πούλησε τα "δικαιώματά" του επί της Δαλματίας στη Δημοκρατία της Βενετίας για μόλις 100.000 δουκάτα. Η πολύ πιο συγκεντρωτική Δημοκρατία κατέληξε το 1420 να ελέγχει όλη τη Δαλματία, που έμελλε να παραμείνει υπό Βενετική κυριαρχία επί 377 χρόνια (1420–1797).

Πρώιμη νεότερη περίοδος (1420–1815)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aπό το 1420 μέχρι το 1797 η Δημοκρατία της Βενετίας έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της Δαλματίας, ονομάζοντάς τη Esclavonia το 15ο αιώνα, με το νότιο θύλακα, τον Κόλπο του Κότορ, να ονομάζεται Albania Veneta. Η Βενετική ήταν η εμπορική Lingua franca εκείνη την εποχή στη Μεσόγειο και επηρέασε έντονα τη Δαλματική και, λιγότερο, την Κροατική των παραλίων και την Αλβανική.

Η νότια πόλη της Ραγούζας (Ντουμπρόβνικ) (Ragusa) έγινε ντε φάκτο ανεξάρτητη το 1358 με τη Συνθήκη του Ζαντάρ, όταν η Βενετία παραχώρησε την κυριαρχία της επί αυτής στο Λουδοβίκο Α΄ της Ουγγαρίας. Το 1481 η Ραγούζα δήλωσε πίστη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτό παρέσχε στους εμπόρους της προνόμια, όπως η πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, και η Δημοκρατία της Ραγούζας ήταν ο ισχυρότερος ανταγωνιστής των εμπόρων της Βενετίας το 15ο και 16ο αιώνα.

Χάρτης της Δημοκρατίας της Ραγούζας, του 1678.

Η Δημοκρατία της Βενετίας ήταν επίσης μία από τις δυνάμεις, τις πιο εχθρικές στην επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συμμετείχε σε πολλούς πολέμους εναντίον της. Καθώς οι Τούρκοι απέκτησαν τον έλεγχο της ενδοχώρας, πολλοί Χριστιανοί βρήκαν καταφύγιο στις παραλιακές πόλεις της Δαλματίας. Τα σύνορα μεταξύ της Δαλματικής ενδοχώρας και της Οθωμανικής Βοσνίας και Ερζεγοβίνης κυμαίνονταν σημαντικά μέχρι τον Πόλεμο του ΜΟριά, οπότε η κατάληψη από τη Βενετία του Κνιν και του Σίνι έθεσε το μεγαλύτερο τμήμα της συνοριακής γραμμής στη σημερινή της θέση.

Μετά το Μεγάλο Τουρκικό Πόλεμο (1683-1699) και τη Συνθήκη του Πασάροβιτς, πιο ειρηνικά χρόνια έκαναν τη Δαλματία να βιώσει μια περίοδο κάποιας οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης το 18ο αιώνα, με την επαναλειτουργία του εμπορίου και των συναλλαγών με την ενδοχώρα. Αυτή περίοδος διακόπηκε απότομα με την πτώση της Δημοκρατίας της Βενετίας το 1797. Οι στρατιές τουΝαπολέοντα κατέκλυσαν την περιοχή και τερμάτισαν επίσης την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας της Ραγούζας, προστατεύοντάς την όμως από την κατοχή από Ρωσική Αυτοκρατορία και Μαυροβούνιο.

Το 1805 ο Ναπολέων δημιούργησε το δικό του Βασίλειο της Ιταλίας γύρω από την Αδριατική Θάλασσα, προσαρτώντας σε αυτό την πρώην Βενετική Δαλματία από την Ιστρια μέχρι το Κότορ. Το 1808 προσάρτησε σε αυτό το Ιταλικό Βασίλειο τη μόλις καταληφθείσα Δημοκρατία της Ραγούζας. Ενα χρόνο αργότερα, το 1809, αφαίρεσε τη Βενετική Δαλματία από το Βασίλειό του της Ιταλίας και ίδρυσε τις Ιλλυρικές Επαρχίες, που προσαρτήθηκαν στη Γαλλία, και διόρισε το στρατηγό του Νικολά Σουλτ Δούκα της Δαλματίας.

Η κυβέρνηση του Ναπολέοντα στη Δαλματία σημαδεύτηκε από πολέμους και βαρειά φορολογία, που προκάλεσαν πολλές εξεγέρσεις. Αφ' ετέρου η Γαλλική διοίκηση συνέβαλε τα μέγιστα στην Κροατική εθνική αφύπνιση (η πρώτη εφημερίδα στα Κροατικά εκδόθηκε τότε στο Ζαντάρ, η Il Regio Dalmata – Kraglski Dalmatin), εκσυγχρονίστηκεαν τελικά στη Δαλματία σε κάποιο βαθμό το νομικό σύστημα και οι υποδομές και άνθησε το εκπαιδευτικό σύστημα. Η Γαλλική κυβέρνηση επέφερε πολλές βελτιώσεις στις υποδομές, πολλοί δρόμοι κατασκευάσθηκαν ή ανακατασκευάσθηκαν. Ο ίδιος ο Ναπολέων κατηγόρησε το Στρατηγό Ωγκύστ ντε Μαρμόν, κυβερνήτη της Δαλματίας, ότι δαπανούσε πολλά χρήματα. Ομως το 1813 οι Αψβούργοι κήρυξαν πάλι πόλεμο στη Γαλλία και το 1814 επανέκτησαν τον έλεγχο της Δαλματίας.

Δέκατος ένατος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το Συνέδριο της Βιέννης το 1815, η Δαλματία παραχωρήθηκε ως επαρχία στον Αυτοκράτορα της Αυστρίας. Ηταν γνωστή επίσημα ως Βασίλειο της Δαλματίας.

Χάρτης Δαλματίας, Κροατίας και Σκλαβονίας (Σλαβονία), του 1852.

Το 1848 η Κροατική Συνέλευση (Σάμπορ) εξέδωσε τα Λαϊκά Αιτήματα, στα οποία ζητούσε μεταξύ άλλων την κατάργηση της δουλείας και την ένωση Δαλματίας και Κροατίας. Ο Δήμος του Ντουμπρόβνικ ήταν η πιο δραστήρια από όλες τις Δαλματικές κοινότητες στην υποστήριξη της ενοποίησης με την Κροατία και εστάλη από το Ντουμπρόβνικ μια επιστολή στο Ζάγκρεμπ με υποσχέσεις να εργασθούν για την ιδέα αυτή. Το 1849 το Ντουμπρόβνικ συνέχισε να ηγείται των Δαλματικών πόλεων στον αγώνα για την ένωση. Μια μεγάλης κλίμακας καμπάνια αναλήφθηκε στην εφημερίδα του Ντουμπρόβνικ L'Avvenire (Tο Μέλλον), βασισμένη σε ένα σαφώς διατυπωμένο πρόγραμμα : το ομοσπονδιακό σύστημα για τα εδάφη των Αψβούργων, τη συμπερίληψη της Δαλματίας στην Κροατία και τη Σλαβική συναδέλφωση. Πρόεδρος του συμβουλίου του Βασιλείου της Δαλματίας ήταν ο πολιτικός Βαρώνος Βλάχο Γκέταλντιτς. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε το πρώτο τεύχος του περιοδικού του Ντουμπρόβνικ Ανθος της Εθνικής Λογοτεχνίας (Dubrovnik, cvijet narodnog književstva)’’, στο οποίο ο Πέταρ Πρεράντοβιτς δημοσίευσε το διάσημο ποίημά του «Στο Ντουμπρόβνικ». Αυτό και άλλα λογοτεχνικά και δημοσιογραφικά κείμενα, που συνέχισαν να δημοσιεύονται, συνέβαλαν στην αφύπνιση της εθνικής συνείδησης, που εκφραζόταν με προσπάθειες εισαγωγής της Κροατικής γλώσσας στα σχολεία και τις υπηρεσίες και την προώθηση Κροατικών βιβλίων. Ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ έθεσε σε ισχύ το λεγόμενο Δοτό Σύμταγμα, που απαγόρευε την ένωση Δαλματίας και Κροατίας και επίσης κάθε άλλης πολιτικής δρασηριότητας που απέβλεπε σε αυτή. Ο πολιτικός αγώνας του Ντουμπρόβνικ να ενωθεί με την Κροατία, που εντάθηκε το 1848 και 1849, δεν ήταν τότε επιτυχής.

Το 1861 έγινε η πρώτη σύγκληση της Δαλματικής Συνέλευσης με αντιπροσώπους από το Ντουμπρόβνικ. Αντιπρόσωποι του Κότορ ήρθαν στο Ντουμπρόβνικ για να συμμετάσχουν στον αγ΄ωνα για την ένωση με την Κροατία. Oι κάτοικοι του Ντουμπρόβνικ τους καλοσώρισαν πανηγυρικά, κυματίζοντας Κροατικές σημαίες από τις επάλξεις με το σύνθημα "Η Ραγούζα με το Κότορ". Οι Κοτορινοί εξέλεξαν μια αντιπροσωπεία να πάει στη Βιέννη και το Ντουμπρόβνικ εξουσιοδότησε το Νίκο Πούσιτς. Ο Νίκο Πούσιτς πήγε στη Βιέννη να ζητήσει όχι μόνο την ένωση της Δαλματίας με την Κροατία αλλά επίσης τη συνένωση όλων των Κροατικών εδαφών υπό μια κοινή Συνέλευση.


20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δαλματία ήταν στρατηγική περιοχή κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που τόσο η Ιταλία όσο και η Σερβία αποσκοπούσαν να αποσπάσουν από την Αυστροουγγαρία. Η Ιταλία εντάχθηκε στους Συμμάχους της Τριπλής Αντάντ το 1915, μετά τη συμφωνία του Συμφώνου του Λονδίνου, που εγγυόταν στην Ιταλία το δικαίωμα να προσαρτήσει μεγάλο τμήμα της Δαλματίας σε αντάλλαγμα για τη συμμετοχή της Ιταλίας στο πλευρό των Συμμάχων. Από τις 5-6 Νοεμβρίου 1918 Ιταλικές δυνάμεις είχαν φθάσει στη Λίσα, τη Λαγκόστα, το Σίμπενικ και άλλες περιοχές των Δαλματικών ακτών. Με το τέλος των εχθροπραξιών τον ίδιο μήνα ο Ιταλικός στρατός είχε αποκτήσει τον έλεγχο όλου του τμήματος της Δαλματίας που είχε εγγυηθεί για την Ιταλία με το Σύμφωνο του Λονδίνου και στις 17 Νοεμβρίου είχε επίσης καταλάβει τη Ριέκα.Το 1918 ο Ναύαρχος Ενρίκο Μίλο αυτοανακηρύχθηκε Κυβερνήτης της Δαλματίας για την Ιταλία. Ο διάσημος Ιταλός εθνικιστής Γκαμπριέλε Ντ' Ανούντσιο υποστήριξε την κατάληψη της Δαλματίας και προέλασε στο Ζαντάρ επί Ιταλικού πολεμικού πλοίου το Δεκέμβριο του 1918.

Τελικά όταν, μετά το τέλος του πολέμου, η Αυστριακή Αυτοκρατορία διαλύθηκε η Δαλματία πάλι διαμελίσθηκε μεταξύ του Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων (στη συνέχεια Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας), που έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της, και του Βασίλειου της Ιταλίας, που κράτησε μικρά τμήματα της βόρειας Δαλματίας γύρω από το Ζαντάρ και τα νησιά Κρες, Λόσινι και Λάστοβο.

Το 1922 το έδαφος του πρώην Βασιλείου της Δαλματίας διαιρέθηκε σε δύο επαρχίες, του Σπλιτ (Splitska oblast) και του Ντουμπρόβνικ (Dubrovačka oblast). Το 1929 δημιουργήθηκε η Παράκτια Μπανόβινα (Primorska Banovina), επαρχία του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας. Πρωτεύουσά της ήταν το Σπλιτ και περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της Δαλματίας και τμήματα της σημερινής Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Τα νότια τμήματα της Δαλματίας ανήκαν στη Μπανόβινα του Ζέτα, από τον Κόλπο του Κότορ ως τη χερσόνησο Πέλιεσατς, περιλαμβάνοντας το Ντουμπρόβνικ. Το 1939 η Παράκτια Μπανόβινα συνενώθηκε με τη Μπανόβινα του Σάβα (και μικρότερα τμήματα άλλων μπανοβινών) για να σχηματίσουν μια νέα επαρχία, ονόματι Μπανόβινα της Κροατίας. Την ίδια χρονιά οι εθνολογικά Κροατικές περιοχές της Μπανόβινας του Ζέτα, από τον Κόλπο του Κότορ ως τη χερσόνησο Πέλιεσατς, περιλαμβανομένου του Ντουμπρόβνικ, συγχωνεύτηκαν στη νέα Μπανόβινα της Κροατίας.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο,το 1941, η Ναζιστική Γερμανία, η Φασιστική Ιταλία, η Ουγγαρία και η Βουλγαρία κατέλαβαν τη Γιουγκοσλαβία, επαναχαράσσοντας τα σύνορά τους για να συμπεριλάβουν πρώην τμήματα του Γιουγοσλαβικού κράτους. Δημιουργήθηκε ένα νέο Ναζιστικό κράτος-μαριονέτα, το Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας (NDH), και στη Φασιστική Ιταλία δόθηκαν ορισμένα τμήματα των Δαλματικών ακτών, κυρίως γύρω από το Ζαντάρ και το Σπλιτ, καθώς και πολλά από τα νησιά της περιοχής. Τα απομένοντα τμήματα της Δαλματίας αποτέλεσαν μέρος του NDH. Πολλοί Κροάτες έφυγαν από την Ιταλοκρατούμενη περιοχή και βρήκαν καταφύγιο στο κράτος-δορυφόρο της Κροατίας,που έγινε πεδίο μάχης ενός ανταρτοπολέμου μεταξύ του Άξονα και των Γιουγκοσλάβων Παρτιζάνων. Μετά την παράδοση της Ιταλίας το 1943 το μεγαλύτερο μέρος της Ιταλοκρατούμενης Δαλματίας επιστράφηκε στον έλεγχο της Κροατίας. Στην ουσία όμως καθ΄ όλη τη διάρκεια του πολέμου το μεγαλύτερο μέρος της Δαλματίας παρέμενε υπό τον έλεγχο των Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων. Το Ζαντάρ ισοπεδώθηκε από τους Συμμάχους κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πράγμα που αποτέλεσε την αρχή της φυγής του Ιταλικού πληθυσμού του. Μετά το πέρας του πολέμου, το 1945 η Δαλματία αποτέλεσε τμήμα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κροατίας, τμήματος της ΣΟΔ της Γιουγκοσλαβίας (που τότε ονομαζόταν Ομόσπονδη Λαϊκή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας).

Το έδαφος του πρώην Βασιλείου της Δαλματίας διαμελίσθηκε μεταξύ δύο ομόσπονδων δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας, και το μεγαλύτερο μέρος τους πήγε στην Κροατία, αφήνοντας μόνο τον Κόλπο του Κότορ στο Μαυροβούνιο. Οταν διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία το 1991, τα σύνορα αυτά διατηρήθηκαν και παραμένουν σε ισχύ.

Κατά τον Πόλεμο της Κροατίας το μεγαλύτερο μέρος της Δαλματίας ήταν πεδίο μάχης μεταξύ της κυβέρνησης της Κροατίας και ντόπιων Σέρβων επαναστατών και το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής είχε τεθεί υπό τον έλεγχο των Σέρβων. Η Κροατία ανέκτησε νότια τμήμαστα αυτών των εδαφών το 1992, αλλά τα ανέκτησε όλα μόνο το 1995.

Γκαλερί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πλατεία της πόλης Πιάτσα, στο Σπλιτ.  
Πανοραμική άποψη του Σίμπενικ.  
Πανοραμική άποψη του Ζαντάρ.  
Η αρχαία Ρωμαϊκή αγορά στο Ζαντάρ.  
Καλοκαίρι σε δρόμο του Κράπανι.  
Πανοραμική άποψη του Μπολ.  
Στους δρόμους του Κόρτσουλα.  
Πανοραμική άποψη του Τσάβτατ.  
Παλιά εκκλησία στο Στον.  

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η Δαλματία δεν είναι επίσημη υποδιαίρεση της Κροατίας, αποτελεί μόνο ιστορική περιοχή.
  2. Population by Age and Sex, by Settlements, 2011 Census Croatian Bureau of Statistics
  3. Οι αριθμοί είναι προσέγγιση που βασίζεται σε στατιστικά στοιχεία για τους τέσσερις νοτιότερους νομούς της Κροατίας: Ζαντάρ χωρίς το Γκράτσατς, Σίμπενικ-Κνιν, Σπλιτ-Δαλματίας και Ντουμπρόβνικ-Νερέτβα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη» τομ.Β΄ συμπλήρωμα, σελ.582.