Μουράτ Β΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Osmanli-nisani.svg
Μουράτ Β΄
Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Μουράτ Β΄
Tughra of Murad II.JPG
Περίοδος Εξουσίας 1421-1444
1446-1451
Προκάτοχος Μωάμεθ Α΄
Διάδοχος Μωάμεθ Β΄
Οίκος Οίκος των Οσμανιδών
Δυναστεία Οθωμανική Δυναστεία
Πατέρας Μωάμεθ Α΄
Βαλιντέ Σουλτάνα Εμινέ Χατούν
Γέννηση 1403
Θάνατος 3 Φεβρουαρίου 1451

Ο Μουράτ Β΄ (1404 - 3 Φεβρουαρίου 1451) (τουρκ.: II. Murat, Οθ. τουρκ: مراد ثانى) ήταν σουλτάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1421-1451). Νίκησε τους Ούγγρους και τους Πολωνούς στη Μάχη της Βάρνας.

Στις 29 Μαρτίου του 1430 Ο Μουράτ Β΄, μετά από τριήμερη πολιορκία , καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη.

Το έτος 1441-1442 έκανε μία αποτυχημένη εκστρατεία ενάντια στο Βελιγράδι που τον ανάγκασε να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με την Ουγγαρία. Κατόπιν παραιτήθηκε από το θρόνο χάριν του 12χρονου γιου του, Μεχμέτ Β' Φατίχ, γνωστότερου ως «Μωάμεθ ο Πορθητής».

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μουράτ είχε 5 συζύγους.Την Χιουμά Χατούν,μητέρα του Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ,την Αλιμέ Χατούν,την Γενί Χατούν,την Χατιτζέ Χαλιμέ Χατούν και την Μάρα Χατούν.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στις αρχές του 15ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μουράτ σε οθωμανική μικρογραφία

Γεννήθηκε το 1403. Πατέρας του ήταν ο σουλτάνος Μωάμεθ Α΄ και μητέρα του η Βαλιντέ Σουλτάν Εμινέ Χατούν.[1] Η Οθωμανική Αυτοκρατορία πέρασε δύσκολες στιγμές μετά την ήττα που υπέστη ο στρατός της και την αιχμαλωσία του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ από τους Μογγόλους του Ταμερλάνου, το 1402 στην Άγκυρα. Οι εμφύλιες διαμάχες που ακολούθησαν μεταξύ 1402 – 1413 ανάμεσα στους επίδοξους διαδόχους του θρόνου δημιούργησαν ακόμη περισσότερα προβλήματα.[2]

Από τις συγκρούσεις νέος σουλτάνος αναδείχτηκε ο Μωάμεθ Α΄, ο οποίος κατάφερε να σταθεροποιήσει την κατάσταση στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας κατά τη σχετικά σύντομη διάρκεια της βασιλείας του, από το 1413 έως το 1421 οπότε και πέθανε.[3] Ο Μουράτ κληρονόμησε μία αυτοκρατορία που περιελάμβανε ή ήλεγχε το σύνολο σχεδόν των εδαφών της σημερινής Τουρκίας και μεγάλο μέρος της βαλκανικής.[4]

Η ασφάλεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν εξασφαλισμένη. Στην Κωνσταντινούπολη, το ίδιο έτος με την ανάρρηση του Μουράτ στο θρόνο των Οθωμανών, ο Ιωάννης Η΄ ανακηρύχθηκε συναυτοκράτορας και ήρθε σε συνεννόηση με το σφετεριστή του θρόνου της Αδριανούπολης, Μουσταφά, που έχει βρει καταφύγιο στην πρωτεύουσα του Βυζαντίου.[3] Στα δυτικά, η επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απειλούσε τα κατεστημένα συμφέροντα των χριστιανικών κρατών και ο κίνδυνος σύρραξης στις περιοχές του Δούναβη , της Δαλματίας και της Αλβανίας ήταν συνεχώς υπαρκτός.[5]

Η πρώτη δεκαετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γεγονότα που σημάδεψαν τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Μουράτ ήταν η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, η εξόντωση των σφετεριστών και η κατάκτηση της Θεσσαλονίκης.[6]

Στην πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ο άπειρος Ιωάννης αποφάσισε να στηρίξει τον Μουσταφά, πείθοντας και τον πατέρα του Μανουήλ Η.[7] Ο Μουσταφά παίρνοντας με το μέρος του τμήμα του τουρκικού πληθυσμού κατέλαβε την Καλλίπολη, την Αδριανούπολη και κινήθηκε προς την παλιά πρωτεύουσα, Προύσα.[8] Κοντά στην Νίκαια συγκρούστηκε με το Μουράτ και ηττήθηκε. Λίγο αργότερα ο Μουράτ τον αιχμαλώτισε και τον θανάτωσε.[9]

Ο σουλτάνος θέλοντας να εκδικηθεί, κινήθηκε εναντίον της Κωνσταντινούπολης σε μια προσπάθεια να την καταλάβει κάτι που αποτελούσε στόχο του από παλιότερα.[10] Η πολιορκία της Πόλης άρχισε στις 10 Ιουνίου του 1422 και διήρκεσε ως τις 6 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.[11] Η Κωνσταντινούπολη σώθηκε λόγω της εμφάνισης ενός ακόμη σφετεριστή του οθωμανικού θρόνου, του νεώτερου αδελφού του Μουράτ, επίσης Μουσταφά,[8] ο οποίος έχοντας καταλάβει τη Νίκαια ήταν έτοιμος να κινηθεί εναντίον της Προύσας. Ο Μουράτ για ν' αντιμετωπίσει τη νέα απειλή αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία και να κινηθεί εναντίον του αδελφού του.[12]

Τον επόμενο χρόνο (1423) ακολούθησε εκστρατεία των Οθωμανών στο νότια ελλαδικό χώρο. Αφού κατέστρεψαν το τείχος του Εξαμιλίου, που προστάτευε το πέρασμα του ισθμού της Κορίνθου, λεηλάτησαν την Πελοπόννησο, όπου βρίσκονταν το Δεσποτάτο του Μοριά. Ο Ιωάννης, αφού δεν κατάφερε να πείσει δυτικοευρωπαϊκες χριστιανικές δυνάμεις να στείλουν βοήθεια, προχώρησε σε συνθήκη με τους Οθωμανούς στα 1424.[13] Για να διαφυλάξει την ακεραιότητα της αυτοκρατορίας του, αναγκάστηκε να προσφέρει πλούσια χρηματικά ανταλλάγματα στον Μουράτ.[14] Σχεδόν ταυτόχρονα η Οθωμανική αυτοκρατορία σύναψε συνθήκες με τους δεσπότες των δυτικών βαλκανικών χωρών και με τον Σιγισμούνδο της Ουγγαρίας . Αφού σταθεροποίησε την κατάσταση στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας (Ρωμυλία), ο Μουράτ μπορούσε να ν' αντιμετωπίσει τους κινδύνους που εμφανίστηκαν στην Ανατολία.[15] Δύο χρόνια αργότερα ο θάνατος του Δεσπότη της Σερβίας Στέφανου θα προκαλούσε αλλαγές στα πολιτικά δεδομένα της βαλκανικής.

Διάδοχος του Στέφανου αναδείχτηκε ο Γεώργιος Μπράνκοβιτς ο οποίος ήρθε σε συνεννόηση με τον Σιγισμούνδο. Το Δεσποτάτο της Σερβίας έγινε υποτελές του Βασιλείου της Ουγγαρίας, όμως αυτή η συμφωνία δεν έγινε αρεστή στο λαό της Σερβίας. Η λαϊκή δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της Σερβίας έδωσε την ευκαιρία στο Μουράτ για να εισβάλλει στα εδάφη του Μπράνκοβιτς πάνω στα οποία θεωρούσε ότι είχε κληρονομικά δικαιώματα. Μη μπορώντας να τον αντιμετωπίσει, ο Μπράνκοβιτς αναγνώρισε την οθωμανική κυριαρχία και το Δεσποτάτο της Σερβίας έγινε υποτελές της Αδριανούπολης το 1428.[16]

Ενώ συνέβαιναν αυτά στην ενδοχώρα της βαλκανικής, στη Θεσσαλονίκη, δεύτερη σημαντικότερη πόλη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας , τα προβλήματα συσσωρεύονταν. Η διοίκηση της πόλης πέρασε, κατόπιν αιτήματος των κατοίκων και των αρχών της,[17] στους Βενετούς. Ο πληθυσμός της πόλης στο τέλος της τρίτης δεκαετίας του 15ου αιώνα είχε μειωθεί κατα τα τρία τέταρτα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.[18] Ο Μουράτ θεωρούσε ότι η πόλη, ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου[19] του ανήκε γιατί στο παρελθόν αποτελούσε τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας.[19] το Μάρτιο του 1430 συγκέντρωσε στρατεύματα έξω από την πόλη. Μετα από σύντομη πολιορκία η πόλη , στις 29 Μαρτίου, έπεσε. Ακολούθησε λεηλασία και σφαγή του πληθυσμού της πόλης από τα οθωμανικά στρατεύματα.[19] Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης ακολούθησε η κατάληψη των Ιωαννίνων το 1431. Η περιοχή γύρω από την Άρτα πέρασε επίσης υπό τον έλεγχο των Τούρκων. Τα σύνορα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επέστρεψαν εκεί που ήταν πριν την Μάχη της Άγκυρας.[20]

Σύνοδος της Φλωρεντίας. Εκστρατείες στα Βαλκάνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι στρατιωτικές επιτυχίες των Τούρκων προκάλεσαν ανησυχία στη Δυτική Ευρώπη,[8] ενώ στην Κωνσταντινούπολη ο Ιωάννης προχώρησε σε επισκευές των τοιχών της Πόλης.[21] Αναγνωρίζοντας ότι μόνος του δεν μπορούσε ν' αντιμετωπίσει τους Οθωμανούς μόνος του, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου ζήτησε βοήθεια από τη δύση με αντάλλαγμα την ένωση των δυο εκκλησιών, αν και ο πατέρας του Μανουήλ πίστευε ότι τέτοια ένωση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί.[22] Έτσι, το 1430 ο Ιωάννης συμφωνεί με τον Πάπα Μαρτίνο Ε΄ στη διοργάνωση Οικουμενικής Συνόδου, η οποία, όμως, δεν πραγματοποιείται λόγω θανάτου του Μαρτίνου.[8] Εφτά χρόνια αργότερα όμως, ξεπερνώντας τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της Καθολικής Εκκλησίας, ο Πάπας Ευγένιος Δ' προσκαλεί τον Ιωάννη σε συμβούλιο στην Φερράρα. Η σύνοδος πραγματοποιείται με τη συμμετοχή 700 αντιπροσώπων του Βυζαντίου. Μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις στις 6 Ιουλίου του 1439 στη Φλωρεντία ανακοινώνεται η Ένωση των δύο Εκκλησιών.[14] Η Ένωση συνάντησε πολλές αντιδράσεις στην Κωνσταντινούπολη με αποκορύφωμα την αποτυχημένη πολιορκία της Πόλης από τουρκικά στρατεύματα υπό την ηγεσία του Δημήτριου, αδελφού του αυτοκράτορα Ιωάννη το 1442.[23]

Και ενώ στη Δύση βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις της ένωσης, στην Αδριανούπολη ο Μουράτ προχωρούσε σε αλλαγές στον κρατικό μηχανισμό. Προώθησε σε υψηλές κυβερνητικές θέσεις προσήλυτους, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση των παραδοσιακών μουσουλμανικών οικογενειών της αυτοκρατορίας. Η διαμάχη ανάμεσα στις δύο πλευρές σημάδεψε όλη την περίοδο βασιλείας του Μουράτ.[24]

Τη χρονιά που πραγματοποιήθηκε η Ένωση πέθανε ο Σιγισμούνδος της Ουγγαρίας και ο θρόνος πέρασε στον Αλβέρτο. Ο Μουράτ, με τη βοήθεια των υποτελών του, Μπράνκοβιτς και Βλαντ Β΄ πρίγκηπα της Βαλαχίας, εκμεταλλευόμενος την αλλαγή της κατάστασης εξαπέλυσε επίθεση στα εδάφη της Ουγγαρίας. Ταυτόχρονα μια οθωμανική δύναμη εισέβαλε στην Τρανσυλβανία, καταστρέφοντας και λεηλατώντας πόλεις.[25] Το επόμενο έτος το Σμεντέρεβο, πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Σερβίας, καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς.[26] Ο Αλβέρτος το 1439 πέθανε ξαφνικά και ξέσπασαν συγκρούσεις για τη διαδοχή του. Τα τουρκικά στρατεύματα, οδηγούμενα από τον Μουράτ, εκμεταλευόμενα την αναστάτωση που δημιουργήθηκε πολιόρκησαν το Βελιγράδι από τον Απρίλιο ως τον Οκτώβριο του 1440 δίχως όμως να μπορέσουν να το καταλάβουν.[27] Το 1440 επίσης, η Δημοκρατία της Ραγκούσα αναγκάζεται να συμφωνήσει στην πληρωμή ετήσιου φόρου στην Αδριανούπολη με αντάλλαγμα οι έμποροί της να έχουν το δικαίωμα να διατηρούν ελεύθερες εμπορικές σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.[28]

Αντίσταση από τον Ουνιάδη. Εκστρατεία του Βλάντισλαβ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1440, μετά το θάνατο του Αλβέρτου, το στέμμα της Ουγγαρίας πέρασε στον Βλάντισλαβ της Πολωνίας, ο οποίος τοποθέτησε τον Ιωάννη Ουνιάδη διοικητή του Βελιγραδίου και Βοεβόδα της Τρανσυλβανίας.[29] Ο έμπειρος Ούγγρος στρατιωτικός, τα επόμενα δύο έτη, προχώρησε σε επιθέσεις εναντίον των τουρκικών δυνάμεων στις περιοχές της σημερινής Σερβίας, προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες (bab 20). Οι στρατιωτικές επιτυχίες του οδήγησαν την Ουγγαρία να μη δεχτεί την πρόταση του Μουράτ που ζητούσε την παράδοση του Βελιγραδίου ή την καταβολή ετήσιου φόρου με αντάλλαγμα ειρήνη.[30] Στη Δυτική Ευρώπη ενισχύθηκε η ιδέα ενός Ιερού Πολέμου([11] Όμως,η εγκύκλιος του Πάπα Ευγένιου προς τα χριστιανικά κράτη με την οποία ζητούσε οικονομική βοήθεια για εκστρατεία εναντίον των Οθωμανών δεν έφερε τα απαιτούμενα αποτελέσματα αφού θετικά ανταποκρίθηκαν μόνο η Ουγγαρία, Πολωνία, Βλαχία και Βουργουνδία, οι οποίες απειλούνταν άμεσα από τους Οθωμανούς.[31]

Παρά την ψυχρή αντιμετώπιση από τις Δυτικές δυνάμεις, ο Βλάντισλαβ συγκέντρωσει στρατό αποτελούμενο από 25.000 άντρες με στρατιωτικό διοικητή τον Ουνιάδη στους οποίους συμπεριλαμβάνονται 8.000 Σέρβοι υπό την ηγεσία του Μπράνκοβιτς.[32][33] Η σταυροφορία ξεκίνησε από τη Βούδα τον Ιούλιο του 1443[34] όταν ο Μουράτ είχε επιστρέψει στην Αδριανούπολη, έχοντας μόλις αντιμετωπίσει τον ηγεμόνα του Καραμάν, Ιμπραήμ Μπέη. Στην πρώτη σύγκρουση που έλαβε χώρα κοντά στη Νις το Νοέμβριο του 1443 οι σταυροφόροι επιβλήθηκαν των Οθωμανών και στη συνέχεια κατέλαβαν τη Σόφια. Η προέλασή τους όμως προς την Αδριανούπολη και την Κωνσταντινούπολη συνάντησε δυσκολίες, αφενός μεν γιατί οι Τούρκοι τοποθέτησαν εμπόδια στη διαδρομή αφετέρου γιατί ο χειμώνας έκανε τη διαδρομή πιο δύσκολη.[35] Η αντίσταση των οθωμανικών στρατευμάτων έγινε όλο και πιο αποφασιστική. Τελικά οι σταυροφόροι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και έφτασαν στη Βούδα το Φεβρουάριο του 1444.[36] Αυτό ήταν το τέλος της εκστρατείας που στα χρονικά της Ουγγαρίας έμεινε γνωστή ως Μακρά Εκστρατεία.[37]

Εκείνη την εποχή ο Μουράτ βρέθηκε αντιμέτωπος με τρία προβλήματα. Στα ανατολικά η απειλή του Ιμπραήμ μπέη εξακολουθούσε να υφίσταται, στην Αλβανία ο Σκεντέρμπεης είχε προκαλέσει εξέγερση και η Αθήνα είχε περάσει στην εξουσία του Δεσποτάτου του Μοριά. Την κατάσταση επιβάρυνε περισσότερο η δεινή οικονομική κατάσταση της αυτοκρατορίας.[38] Για ν' αντιμετωπίσει αυτές τις καταστάσεις ο Μουράτ επεδίωξε να υπάρξει κάποια συνεννόηση με τον Βλάντισλάβ και τους συμμάχους του. Έτσι, τον Ιούνιο του 1444, με τη μεσολάβηση της συζύγου του, Μάρα, κόρη του Μπράνκοβιτς, ήρθε σε συμφωνία με το Δεσπότη της Σερβίας. Ήταν η εκεχειρία του Σέγκεντ. Βάση της συμφωνίας, τα εδάφη της Σερβίας περνούσαν και πάλι στον Μπράνκοβιτς και της Βλαχίας στον Βλαντ Τσέπες, ενώ οι δύο γιοι του Μπράνκοβιτς, που είχαν αιχμαλωτιστεί και τυφλωθεί από τους Οθωμανούς στο παρελθόν, απελευθερώνονταν, με αντάλλαγμα δεκαετή εκεχειρία.[39][40]

Δεύτερη εκστρατεία του Βλάντισλαβ. Αλλαγές στο θρόνο. Επιδρομή στην Πελοπόννησο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βλάντισλαβ, είτε γιατί δεν είχε υπογράψει τη συμφωνία του Σέγκεντ,[41] είτε γιατί πείστηκε από τον εκπρόσωπο του Πάπα, Καρδινάλιο Τσεζαρίνι ν' αθετήσει τον όρκο του,[42][43] ετοιμάστηκε για νέα εκστρατεία. Τότε ο Μεγάλος Βεζίρης Χαλίλ Πασάς, ζήτησε από τον Μουράτ ν΄ αναλάβει και πάλι τη διοίκηση του οθωμανικού κράτους όπως και έγινε.[14] Δίχως τη συμμετοχή των Σέρβων του Μπράνκοβιτς, που αποτελούσαν το ένα τρίτο περίπου της δύναμης της προηγούμενης εκστρατείας του στα Βαλκάνια, και με τον Ουνιάδη δίπλα του, ο Βλάντισλαβ φτάνει έξω από τη Βάρνα όπου και συναντά τις οθωμανικές δυνάμεις του Μουράτ. Στις 10 Νοεμβρίου 1444 οι δύο στρατοί ήρθαν αντιμέτωποι. Στη μάχη που ακολούθησε οι αριθμητικά πολλαπλάσιες οθωμανικές δυνάμεις [44][45] υπερίσχυσαν και ο Βλάντισλαβ έχασε τη ζωή του.[46]

Μετά την νίκη του στη Βάρνα ο Μουράτ παραιτήθηκε για δεύτερη φορά. Εγκατέλειψε την Αδριανούπολη και αφού πέρασε κάποιο διάστημα στην Προύσα, εγκαταστάθηκε στη Μανίσα.[47] Ο Χαλίλ Πασάς, μη εμπιστευόμενος τις ικανότητες του διαδόχου του Μουράτ, Μωάμεθ, τον πείθει και πάλι να επιστρέψει στο θρόνο.[48] Ο Μωάμεθ εξακολούθησε να φέρει τον τίτλο του σουλτάνου, όμως η εξουσία παρέμενε στα χέρια του Μουράτ.[49] Με την επάνοδό του στην εξουσία αποφασίζει να κινηθεί εναντίον του Δεσποτάτου του Μωριά και να καταστείλει την εξέγερση στην Αλβανία.[50] Έτσι το φθινόπωρο του 1446 στις Σέρρες συγκέντρωσε μεγάλη στρατιωτική δύναμη και κατευθύνθηκε προς τη νότια Ελλάδα.[51] Χωρίς να συναντήσει αντίσταση έφτασε στον Ισθμό της Κορίνθου και στις 13 Δεκεμβρίου 1446 το πυροβολικό του κατέστρεψε το Εξαμίλι.[52] Στη συνέχεια ο οθωμανικός στρατός εισέβαλλε στην Πελοπόννησο, καταλαμβάνοντας πόλεις και προκαλώντας καταστροφές. Αφού αποχώρησε από τα εδάφη της Πελοποννήσου, με λάφυρα και με πλήθος σκλάβων, ήρθε σε συμφωνία με τους δύο δεσπότες του Μοριά. Βάσει της συμφωνίας, το Δεσποτάτο θα παρέμενε υπό την εξουσία των Παλαιολόγων με αντάλλαγμα καταβολή φόρου.[53]

Εκτός της Πελοποννήσου, στην υποτέλεια πέρασαν και οι περιοχές της Βουλγαρίας οι οποίες είχαν συνταχθεί με το σφετεριστή του οθωμανικού θρόνου, Μουσταφά, στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Μουράτ. Στη συνέχεια η Βουλγαρία εποικίστηκε από τουρκομανικά φύλα σε τέτοιο βαθμό ώστε αλλοιώθηκε η εθνολογική δημογραφία της.[49]

Δεύτερη Μάχη του Κοσσυφοπεδίου. Θάνατος του Μουράτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα Δυτικά της βαλκανικής ο Σκεντέρμπεης, επαναστατημένος από το 1443, είχε θέσει υπό τον έλεγχό του τις ορεινές περιοχές γύρω από τη Δίβρη και είχε δημιουργήσει μία συμμαχία μεταξύ Αλβανών και Σέρβων τοπικών ηγεμόνων που εκτείνονταν σε μεγάλο μέρος της Αδριατικής.[54] Το καλοκαίρι του 1448 ο Μουράτ κινήθηκε εναντίον, καταφέρνοντας να καταλάβει την πόλη Σβέτιγκραντ, άλλα λόγω του δύσβατου της περιοχής αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ο Σκεντέρμπεης εξακολουθούσε να παραμένει κίνδυνος για την ασφάλεια της αυτοκρατορίας.[55] Έτσι τον Οκτώβριο του 1448 συμφωνεί να υποστηρίξει τον Ουνιάδη στη νέα εκστρατεία του στα νότια της βαλκανικής.[56]

Ο Ουνιάδης, ο οποίος από το 1446 ήταν αντιβασιλέας της Ουγγαρίας,[57] έχοντας μόνο ηθική υποστήριξη από τον Πάπα Νικόλαο Ε ', επιτέθηκε εκ νέου εναντίον των Οθωμανών. Το φθινόπωρο του 1448 ο στρατός του αποτελούμενος από Ούγγρους, Βλάχους, Γερμανούς και Τσέχους λεηλάτησε πόλεις της Σερβίας, της οποίας ο ηγεμόνας Μπράνκοβιτς μετά την εκεχειρία του Σέγκεντ είχε αλλάξει στρατόπεδο.[58] Αρχές Οκτωβρίου του 1448 συνάντησε το στρατό του Μουράτ στο Κοσσυφοπέδιο,[59] χωρίς το Σκεντέρμπεη που δεν πρόλαβε να τον ενισχύσει[11][60] Η σύγκρουση που ακολούθησε διήρκεσε κάποιες μέρες και έλαβε τέλος όταν οι βλαχικές δυνάμεις που συνόδευαν τον Ουνιάδη αποχώρησαν και πέρασαν στο στρατόπεδο του Μουράτ. Τότε ο Ουνιάδης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης.[61] Αυτή ήταν η δεύτερη μάχη του Κοσσυφοπεδίου. Ο Ουνιάδης πλέον δεν είχε στη διάθεση του πόρους για νέα εκστρατεία εναντίον των Τούρκων, ούτε υπήρχε άλλη ευρωπαϊκή δύναμη που να επιθυμούσε να συγκρουσθεί με τον Μουράτ.[62]

Λίγες μέρες μετά τη μάχη πέθανε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Ιωάννης. Ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης πέρασε στον Κωνσταντίνο ΙΑ΄ στις 6 Ιανουαρίου 1449.[63]

Δύο χρόνια πριν το θάνατό του, ο Μουράτ συμφώνησε με τον εμίρη του Ντουλγκαντίρ και ο γιος του σουλτάνου, Μωάμεθ, παντρεύτηκε την κόρη του εμίρη.[64] Έχοντας συμπληρώσει σχεδόν τριάντα χρόνια στο θρόνο της Αδριανούπολης ο Μουράτ πέθανε στις 3 Φεβρουαρίου 1451. Έχοντας σταθεροποιήσει την οθωμανική εξουσία στα Βαλκάνια, άφηνε στο διάδοχό του μοναδική έγνοια τα απομεινάρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.[14] Δύο μόλις χρόνια μετά το θάνατό του η Κωνσταντινούπολη καταλαμβάνονταν από τον Μωάμεθ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σύντομο βιογραφικό. Υπουργείο Πολιτισμού Τουρκίας (αγγλικά)
  2. Franz Babinger (1978). «Book 1». Mehmed the conqueror and his time. Princeton University Press. σελ. 4. ISBN 0-691-01078-1.  (αγγλικά)
  3. 3,0 3,1 Ζωρζ Καστελλάν (1991). «Τρίτο». Ιστορία των Βαλκανίων. Γκοβόστης. σελ. 102. ISBN 9-602-70609-0. 
  4. Χάρτης της επόχής του Μωάμεθ Α΄
  5. Babinger σ.9
  6. Babinger σελ. 9
  7. Warren T. Treadgold (1997). "25.The end of byzantine intepedence". A history of the Byzantine state and society. Stanford Univerity Press. σελ. 791. ISBN 0-804-72630-2 (αγγλικά)
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 Treadgold ο.π.
  9. Καστελλάν σελ. 104
  10. Α.Α. Βασίλιεφ (1971). "9. Η πτώση του Βυζαντίου". Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Πάπυρος. σελ. 351. Χωρίς ISBN
  11. 11,0 11,1 11,2 Babinger ο.π.
  12. Καστελλάν σελ. 103
  13. Βασίλιεφ ο.π.
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 Καστελλάν ο.π.
  15. Καστελλάν σελ. 105
  16. Καστελλάν σελ. 105 - 106
  17. Απόστολος Βακαλόπουλος (1988). "Κεφ. Γ. Απελευθέρωση ελληνικών περιοχών στην Μακεδονία μετά τη μάχη της Άγκυρας (1403) και οι νέοι αγώνες εναντίον των Τούρκων". Ιστορία της Μακεδονίας (1354 - 1833). Βάνιας. σελ. 75. Χωρίς ISBN
  18. Μαρκ Μαζάουερ (2006). "Μέρος πρώτο. Το ρόδο του σουλτάνου Μουράτ". Θεσσαλονίκη πόλη των φαντασμάτων. Αλεξάνδρεια. σελ. 49. ISBN 9-602-21354-X
  19. 19,0 19,1 19,2 Μαζάουερ ο.π.
  20. Treadgold σελ.794
  21. Βασίλιεφ σελ. 354
  22. Καστελλάν σελ. 107
  23. Treadgold σελ.795
  24. Babinger σελ. 15
  25. Babinger σελ. 16
  26. Babinger σελ. 17
  27. Kenneth Meyer Setton (1978). «2.Martin V and Eugenius IV, Constance and Ferrara - Florence, Opposition to Murad II». The Papacy and the Levant, 1204-1571: The fifteenth century. The American Philosophical Society. σελ. 58. ISBN 0-871-69127-2.  (αγγλικά)
  28. Babinger σελ. 20
  29. János Hunyady Καθολική εγκυκλοπαίδεια (αγγλικά)
  30. Babinger σελ. 21
  31. Setton σελ. 75
  32. Καστελλαν σελ. 109
  33. Setton σελ. 76
  34. Babinger σελ. 24
  35. Setton σελ. 77
  36. Setton ο.π.
  37. Babinger σελ. 26
  38. Καστελλάν σελ. 109
  39. Καστελλάν ο.π. , σελ. 111
  40. Babinger σελ. 28
  41. Babinger σελ. 32
  42. Καστελλάν σελ. 111
  43. Setton σελ. 78
  44. Setton σελ. 89
  45. Καστελλαν ο.π.
  46. Babinger σελ. 38-39
  47. Setton σελ. 94
  48. Setton .ο.π
  49. 49,0 49,1 Καστελλάν σελ. 112
  50. Babinger σελ. 47
  51. Babinger σελ. 49
  52. Setton σελ. 95
  53. Babinger σελ. 50
  54. Βabinger σελ. 54
  55. Βabinger σελ. 53
  56. Βabinger σελ. ο.π.
  57. Setton σελ. 99
  58. Setton σελ. ο.π.
  59. Βabinger σελ. 55
  60. Treatgold σελ 797
  61. Βabinger ο.π.
  62. Treatgold ο.π.
  63. Babinger σελ. 56
  64. Καστελλάν σελ. 113