Νότια Κορέα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°00′N 128°00′E / 36.00°N 128.00°E / 36.00; 128.00

Δημοκρατία της Κορέας
대한민국
Νταίχανμιν'γκουκ

Σημαία

Εθνόσημο
Εθνικό σύνθημα: 널리 인간을 이롭게 하라 (홍익인간)
"Ωφέλησε ευρέως το ανθρώπινο είδος" (Χόνγκ'ικ ίν'γκαν)
Εθνικός ύμνος: Aegukga,
κορεατικά: (애국가)
Το Πατριωτικό Τραγούδι
και μεγαλύτερη πόλη Σεούλ
37°35′N 127°0′E / 37.583°N 127.000°E / 37.583; 127.000 (Σεούλ)
Κορεατική
Ημιπροεδρική Δημοκρατία
Παρκ Γκέουν-χε
Γιουνγκ Χονγκ-γουόν
(Παραιτήθηκε)
Κάνκ Σχάνκ-χέε
Γιάνκ Σουνκ-ταε
Ίδρυση
Ισχύον Σύνταγμα
1948
17 Ιουλίου 19481
 • Σύνολο
 • Σύνορα
Ακτογραμμή

99.678[1] km2 (106η)
238 km
2.413 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2010 
 • Πυκνότητα 

48.636.068[2] (25η) 
493 κατ./km2 (20η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2010)
 • Κατά κεφαλή 

1.457,063 δισ. $[3]  
29.791 $[3]  
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2010)
 • Κατά κεφαλή 

986,256 δισ. $[3]  
20.165 $[3]  
ΔΑΑ (2013) Green Arrow Up Darker.svg 0,909 (12η) – πολύ υψηλή
Νόμισμα Γουόν Νότιας Κορέας (KRW)
KST (UTC +9)
Internet TLD .kr
Κωδικός κλήσης +82
1. Τροποποιήθηκε και επανασυντάχθηκε 9 φορές. Στις 29 Οκτωβρίου του 1987 εγκρίθηκε το σημερινό Σύνταγμα.

Η Νότια Κορέα, επίσημα Δημοκρατία της Κορέας (Κορεάτικα: 대한민국), είναι κράτος της ανατολικής Ασίας, στο νότιο μέρος της κορεατικής χερσονήσου. Προς Βορρά συνορεύει με τη Βόρεια Κορέα, με την οποία ήταν μια ενιαία χώρα μέχρι 1945. Στα δυτικά, πέρα από την Κίτρινη θάλασσα, βρίσκεται η Κίνα, και στο νοτιοανατολικό σημείο, πέρα από τα Στενά της Κορέας, βρίσκεται η Ιαπωνία.

Η Νότια Κορέα έχει συνολική έκταση 99.678 km2 καιι κατατάσσεται στην 108η παγκόσμια θέση. Η έκτασή της είναι περίπου ίση με αυτήν της Λιβερίας, διπλάσια από αυτήν της Σλοβακίας και αντίστοιχη με το 75% της έκτασης της Ελλάδας. Ορίζεται από τις γεωγραφικές συντεταγμένες 38° 32΄ έως 33° 07΄ βόρειο πλάτος και 124° 40΄ έως 129° 30΄ ανατολικό μήκος.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2010 ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται σε 48.636.068 κατοίκους. Ως προς τον πληθυσμό η Νότια Κορέα κατέχει την 25η θέση στον κόσμο. Σε σχέση με την έκταση της χώρας ο πληθυσμός είναι πολύ μεγάλος, με αποτέλεσμα η πυκνότητα να φτάνει τους 493 κατοίκους ανά km2. Είναι η 20ή πιο πυκνοκατοικημένη χώρα του κόσμου και η 3η μεταξύ των ασιατικών χωρών (μετά τη Σιγκαπούρη, το Μπανγκλαντές και την Ταϊβάν). Αναλογικά με τη Βόρεια Κορέα, η Νότια είναι μικρότερη σε έκταση, αλλά πολύ μεγαλύτερη σε πληθυσμό. Περίπου ο μισός πληθυσμός της Νότιας Κορέας ζει μέσα ή κοντά στην πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη, Σεούλ, της οποίας η μητροπολιτική περιοχή είναι η τρίτη μεγαλύτερη στον κόσμο.

Από την ίδρυσή της, το 1948, η χώρα έχει αγωνιστεί για να ξεπεράσει τις συνέπειες 35 ετών ιαπωνικής κατοχής, έχει γνωρίσει έναν σοβαρό πόλεμο μετά την εισβολή της Βόρειας Κορέας και δεκαετίες στρατιωτικού νόμου. Οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80 οδήγησαν σε ελεύθερες εκλογές το 1987, και η Νότια Κορέα είναι τώρα μια πολυκομματική δημοκρατία. Η νοτιοκορεατική οικονομία έχει αναπτυχθεί γρήγορα από τη δεκαετία του '50 και είναι πλέον η 10η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Η Νότια Κορέα είναι, επίσης, μια από της πιο τεχνολογικά προηγμένες χώρες. Έχει το δεύτερο υψηλότερο αριθμό ευρυζωνικών συνδέσεων με το Διαδίκτυο κατά κεφαλή στον κόσμο και είναι στην πρώτη θέση παγκοσμίως στις εξαγωγές παιχνιδιών υπολογιστών, ψηφιακών οθονών και κινητών τηλεφώνων.

Φυσική γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοπογραφία της Νότιας Κορέας.

Μορφολογία εδάφους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χώρα αποτελεί προέκταση του εδάφους της Βόρειας Κορέας προς νότο και παρουσιάζει τα ίδια γεωλογικά χαρακτηριστικά με αυτήν. Το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους της αποτελείται από γνευσίους και γρανίτες, οι οποίοι σχηματίστηκαν στη διάρκεια της Προκάμβριας περιόδου πριν από 570 εκατομμύρια χρόνια. Ίχνη ηφαιστειακής δραστηριότητας υπάρχουν στο νησί Τζέτζου στα νότια της χώρας και σε ένα μικρό οροπέδιο της επαρχίας Γκάνγκγουν. Η Νότια Κορέα είναι μια κατεξοχήν ορεινή χώρα. Η σημαντικότερη οροσειρά που τη διασχίζει είναι η Ταίμπαικ-σανμαικ, η οποία ξεκινά από το βορειοανατολικό άκρο της Βόρειας Κορέας, ακολουθεί νότια κατεύθυνση, κατά μήκος των ανατολικών ακτών, και συνεχίζει την πορεία της στο έδαφος της Νότιας Κορέας. Το υψηλότερο σημείο της οροσειράς αυτής στο έδαφος της Νότιας Κορέας είναι η κορυφή του όρους Κίεμπανγκ (1.577 μ.). Κατά μήκος της οροσειράς Τάμπακ ξεκινούν διάφοροι ορεινοί όγκοι με κατεύθυνση ΒΑ-ΝΔ, οι οποίοι σχηματίζουν ανάμεσά τους βαθιές κοιλάδες. Ο σπουδαιότερος από τους ορεινούς αυτούς όγκους είναι η οροσειρά Σόμπακ. Το υψόμετρο των οροσειρών βαθμιαία ελαττώνεται από ανατολικά προς δυτικά, επιτρέποντας τη δημιουργία σχετικά εκτενών πεδιάδων κατά μήκος των δυτικών και νοτιοδυτικών ακτών της χώρας. Κοντά στη νότια ακτή, στα βορειοδυτικά της πόλης Τσίντζου, το όρος Τσίι-σαν φτάνει σε ύψος τα 1.915 μ. Το υψηλότερο, πάντως, σημείο της χώρας δε βρίσκεται στην Κορεατική χερσόνησο, αλλά στο νησί Τσέτζου, όπου η κορυφή του όρους Χάλα-σαν φτάνει τα 1.950 μ.

Υδρογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χώρα διαθέτει πολλούς ποταμούς, οι οποίοι όμως, λόγω της μορφολογίας του εδάφους, δεν έχουν μεγάλο μήκος. Οι σημαντικότεροι ποταμοί είναι ο Νάκτονγκ και ο Χαν. Ο Νάκτονγκ πηγάζει από την οροσειρά Τάμπακ και ακολουθώντας Ν-ΝΑ κατεύθυνση χύνεται στον πορθμό της Κορέας, κοντά στην πόλη Πουσάν. Ο Χαν πηγάζει και αυτός από την οροσειρά Τάμπακ, ακολουθεί όμως Β-ΒΔ κατεύθυνση, περνά μέσα από την πρωτεύουσα της Νότιας Κορέας Σεούλ και χύνεται στην Κίτρινη θάλασσα. Άλλοι μικρότεροι ποταμοί της χώρας είναι οι Γιόνγκσαν, Ίμτζιν (250 χλμ., τα περισσότερα από τα οποία στο έδαφος της Βόρειας Κορέας), Κουν, Νάμχαν, Πούκχαν, Σόγιανγκ και Σόμτζιν. Όλοι οι παραπάνω ποταμοί έχουν τις εκβολές τους στις δυτικές και νότιες ακτές της χώρας. Αντίθετα, οι ποταμοί που εκβάλουν στις ανατολικές ακτές της χώρας, στην Ιαπωνική θάλασσα, είναι λίγοι και μικρής γενικά σημασίας.

Σε αντίθεση με τη Βόρεια Κορέα, η Νότια Κορέα διαθέτει περισσότερες φυσικές λίμνες, οι μεγαλύτερες από τις οποίες είναι οι Τσόνγκπιονγκ και Χουάτσον στο βόρειο τμήμα της χώρας.

Ακτογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανατολική ακτογραμμή είναι σχετικά ομαλή και δε σχηματίζει σημαντικούς κόλπους. Αντίθετα, οι δυτικές και νότιες ακτές της χώρας παρουσιάζουν πλούσιο διαμελισμό, ενώ στα ανοιχτά τους είναι διάσπαρτα πολλά μικρά νησιά, τα περισσότερα ακατοίκητα. Κατά μήκος των δυτικών και νότιων ακτών σχηματίζονται πολυάριθμοι κόλποι, σημαντικότεροι από τους οποίους είναι οι Κιόνγκγκι, Κάνγκχουα και Άσαν, ενώ στις ανατολικές ακτές ο πιο αξιόλογος κόλπος είναι ο Πόνγκιλ. Παρά την ύπαρξη πολλών φυσικών λιμανιών, οι ακτές είναι επικίνδυνες λόγω της έντονης παλίρροιας, το εύρος της οποίος φτάνει περίπου τα 9 μέτρα. Μερικά από τα σπουδαιότερα νησιά τα οποία εκτείνονται κατά μήκος των δυτικών και νότιων ακτών της Νότιας Κορέας είναι τα εξής: Πάνγκνιονγκ (στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας), Γιόνγκτζονγκ, Γιόνγκχουνγκ, Τόκτσοκ (ομάδα νησιών), Άνμιον, Ίμτζα, Χούκσαν (ομάδα νησιών), Τσάουν, Τσιν, Τσόνγκσαν, Βαν, Τόλσαν, Νάμχα, Τσάνγκσον και Κότζε. Μεγαλύτερο από όλα είναι το νησί Τσέτζου (1.825 τ. χλμ.), το οποίο βρίσκεται στα νότια τις χώρας και χωρίζεται από τα άλλα νησιά του κορεατικού αρχιπελάγους από τον ομώνυμο πορθμό.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγάλη χιονόπτωση τον Μάρτιο του 2004

Η Νότια Κορέα έχει εύκρατο κλίμα, το οποίο, λόγω της γειτνίασης της χώρας με μεγάλες ηπειρωτικές μάζες, χαρακτηρίζεται από ψυχρούς ξερούς χειμώνες και θερμά ξερά καλοκαίρια. Οι μεγάλες θερμοκρασιακές διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στο καλοκαίρι και το χειμώνα είναι πιο έντονες στις βόρειες και τις ορεινές περιοχές της χώρας, ενώ στις νότιες και παράκτιες μετριάζονται από την επίδραση της θάλασσας. Έτσι, στην πρωτεύουσα Σεούλ, η οποία βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας, η μέση μηνιαία θερμοκρασία Ιανουαρίου είναι -5 °C και Ιουλίου 25 °C, ενώ στο Πουσάν, το οποίο είναι χτισμένο στις νοτιοανατολικές ακτές, οι μέσες μηνιαίες θερμοκρασίες Ιανουαρίου και Ιουλίου είναι 2 °C και 24 °C αντίστοιχα. Η χώρα δέχεται άφθονες βροχοπτώσεις, το μέσο ετήσιο ύψος των οποίων κυμαίνεται από 1.000 έως 1.400 χιλιοστά. Περισσότερες βροχοπτώσεις δέχονται οι νότιες παράκτιες περιοχές, κυρίως κατά τη διάρκεια των θερινών μουσώνων. Συχνά επίσης, στα τέλη του καλοκαιριού, τυφώνες πλήττουν τις νότιες ακτές της χώρας, προξενώντας μεγάλες καταστροφές.

Χλωρίδα - πανίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χλωρίδα είναι παρόμοια με εκείνη της Βόρειας Κορέας. Οι υψηλές θερμοκρασίες και οι πολλές βροχοπτώσεις ευνοούν την ανάπτυξη των δασών, τα οποία παλαιότερα κάλυπταν μεγάλο μέρος της έκτασης της χώρας. Σήμερα όμως, λόγω της χρησιμοποίησής τους ως καύσιμης ύλης και της εκτεταμένης αποψίλωσης με σκοπό την απόδοση εκτάσεων για καλλιέργεια, έχουν περιοριστεί σημαντικά και καλύπτουν μόνο το 65% της συνολικής επιφάνειας. Οι περιοχές με μεγάλο υψόμετρο καλύπτονται από κωνοφόρα δάση, ενώ κατά μήκος των ακτών υπάρχουν υποτροπικά δάση με πλατύφυλλα δέντρα και θάμνους.

Η αποψίλωση των δασών είχε ως αποτέλεσμα πολλά είδη της πανίδας να κινδυνεύουν σήμερα με εξαφάνιση. Στη χώρα απαντούν περίπου 14 είδη αμφίβιων, 112 πουλιών, 49 θηλαστικών και 25 ερπετών. Υπολογίζεται ότι 19 είδη πουλιών και 6 είδη θηλαστικών κινδυνεύουν με εξαφάνιση ή έχουν ήδη εκλείψει από τη χώρα, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται οι τίγρεις, οι λεοπαρδάλεις και οι αρκούδες. Τέλος, στις θάλασσες που περιβάλλουν τη χώρα ζουν αρκετά είδη ψαριών και άλλοι θαλάσσιοι οργανισμοί.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι τον 20ό αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταφικό μνημείο του Κογκουριό.

Η ιστορία της Κορέας ξεκινά από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια, όταν το 2333 π.Χ. στη λεκάνη του ποταμού Τάντον ιδρύθηκε το βασίλειο Σοσόν. Το 1122 π.Χ. ο Κιζά, κινεζικής καταγωγής, εγκαινίασε τη δυναστεία Τσι-Τσι, η οποία ήρθε σε στενή επαφή με τον κινεζικό πολιτισμό και κυριάρχησε στην περιοχή μέχρι το 2ο αιώνα π.Χ.. Το 108 π.Χ. το βασίλειο Σοσόν υποτάχτηκε στους Κινέζους και διαιρέθηκε σε 4 διοικητικές περιοχές, τη Ζενφάν στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου, την Ξουαντού στο ανατολικό, τη Λιντούν στο νότιο και τη Λουολάνγκ, η οποία ήταν η ισχυρότερη από όλες. Σύντομα όμως οι πιέσεις των τοπικών πληθυσμών είχαν ως αποτέλεσμα το σχηματισμό τριών χωριστών βασιλείων: του Κογκουριό κατά μήκος του ποταμού Γιαλού, του Παϊκσέ στα νοτιοδυτικά και της Σίλα στα νοτιοδυτικά. Το βασίλειο της Σίλα συμμάχησε με την Κίνα και, ύστερα από πολλούς αγώνες, νίκησε το 668 τις δυνάμεις του Παϊκσέ, προσάρτησε στο έδαφός μεγάλο μέρος του βασιλείου του Κογκουριό και το 735 κατόρθωσε να δημιουργήσει το πρώτο ενιαίο κράτος στην Κορεατική χερσόνησο. Ακολούθησαν περίπου δύο αιώνες ειρήνης, στη διάρκεια των οποίων ο κορεατικός πολιτισμός γνώρισε σημαντική άνθηση με τη διείσδυση σ` αυτόν και αρκετών κινεζικών στοιχείων.

Ο κομφουκιανισμός αποτέλεσε τη βάση της θρησκείας του νέου κράτους, ενώ και ο βουδισμός γνώρισε σημαντική εξάπλωση. Πρωτεύουσα του κράτους ήταν το Κιονγκζού, στο νοτιοανατολικό τμήμα της χερσονήσου. Το βορειανατολικό τμήμα της χώρας επεκτάθηκε βορειότερα και σχημάτισε το βασίλειο Παλχάι, το οποίο κατέρρευσε στις αρχές του 10ου αι. κάτω από την πίεση των Λιάο. Το 935 το κράτος της δυναστείας των Κοριό κατέλαβε τη Σίλα, η οποία κατέρρευσε. Ο ιδρυτής της νέας δυναστείας των Κοριό ανακηρύχτηκε βασιλιάς της Κορέας. Το κράτος των Κοριό κατόρθωσε αρχικά να απομακρύνει με επιτυχία τους βόρειους επιδρομείς, βαθμιαία όμως εξασθένησε και υποτάχτηκε στους Μογγόλους. Για περισσότερο από έναν αιώνα η χώρα έζησε κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Γιουνάν και μετά την αντικατάστασή τους από τη δυναστεία των Μινγκ (1368), ο Λισούνγκ-κέι ανέβηκε στο θρόνο της χώρας και ίδρυσε, το 1392, τη δυναστεία των Λι ή Γι, οι οποίοι βασίλεψαν ως το 1910, επέβαλαν τον κομφουκιανισμό και εν μέσω εσωτερικών αλληλοσπαραγμών και διενέξεων οδήγησαν τη χώρα σε παρακμή.

Κορεατική πρεσβεία στην Ιαπωνία (1655).

Το 1592 οι Κορεάτες χάρη στην τεχνική υπεροχή του ναυτικού τους (είναι οι πρώτοι στον κόσμο που κατασκεύασαν θωρηκτά κατόρθωσαν να αποκρούσουν τους Ιάπωνες εισβολείς, οι οποίοι αποχώρησαν τελικά το 1598. Το 1627 η χώρα έγινε υποτελής της κινεζικής δυναστείας των Μαντσού. Στα μέσα του 17ου αι. το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων άρχισε να στρέφεται προς την Κορέα, αρχικά με τη μορφή ιεραποστολών. Η Κορέα κλείνοντας τα σύνορά της στους ξένους, εμποδίζοντας κάθε μορφή εμπορίου και διατηρώντας μια κοινωνία και οικονομία φεουδαρχικού τύπου, αναγκάστηκε να γίνει από το 17ο αι. υποτελής στην Κίνα και στην Ιαπωνία για να μη διαταράξει την ασταθή ισορροπία συμφερόντων των δύο γειτονικών δυνάμεων.

Το 1864 ο αντιβασιλιάς της Κορέας Ταϊβόν εξαπέλυσε μια σειρά διωγμών εναντίον των χριστιανών της χώρας του, γεγονός που οδήγησε στην εκστρατεία του Γάλλου ναυάρχου Ροζ εναντίον του (1867) και στην ανατροπή του (1873). Κάτω από την πίεση της Ιαπωνίας η Κορέα άνοιξε τα σύνορά της το 1876 και βρέθηκε στο στόχαστρο της επεκτατικής πολιτικής της. Η Ιαπωνία επιδιώκοντας να εξουδετερώσει την Κίνα, η οποία αποτελούσε τον κυριότερο προστάτη της Κορέας, εξαπέλυσε εναντίον της στρατιωτική επίθεση που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Α' Σινοϊαπωνικός Πόλεμος (1894-1895). Ο πόλεμος έληξε με νίκη των Ιαπώνων και οι Κινέζοι αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από την επικυριαρχία τους στην Κορέα, η οποία περιήλθε στην ιαπωνική επιρροή. Η τσαρική Ρωσία, άμεσα θιγόμενη από τις εξελίξεις, ήρθε σε ένοπλη σύγκρουση με την Ιαπωνία (Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος 1904-1905), τελικά όμως νικήθηκε και αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει (συνθήκη Πόρτσμουθ 1905), δίνοντας το δικαίωμα στην Ιαπωνία να μετατρέψει την Κορέα σε ιαπωνικό προτεκτοράτο (1905) και να την προσαρτήσει στην αυτοκρατορία της (1910). Οι Ιάπωνες κυβέρνησαν τη χώρα με βιαιότητα και ασυδοσία, εφαρμόζοντας ένα αστυνομοκρατούμενο καθεστώς, που δημιούργησε έντονο κλίμα δυσαρέσκειας εναντίον τους.

Τον Μάρτιο του 1919 εκδηλώθηκαν στην Κορέα αντιαποικιακές ταραχές με αίτημα την ανεξαρτησία, οι οποίες καταστάλθηκαν βίαια αφήνοντας πίσω τους 10.000 νεκρούς. Τη δεκαετία του 1930 οι Ιάπωνες αποσκοπώντας στην καλύτερη εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Κορέας, προχώρησαν στην εκβιομηχάνιση της χώρας, στην κατασκευή οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου και στην υποκατάσταση του εθνικού πολιτισμού της από τον ιαπωνικό. Στο μεταξύ από το 1919 αυτοεξόριστοι Κορεάτες σχημάτισαν μια "Προσωρινή Εξόριστη Κυβέρνηση" στη Σανγκάη υπό τον Σίγκμαν Ρι και προχώρησαν σε ανταρτοπόλεμο με τους Ιάπωνες κατακτητές, ο οποίος κορυφώθηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Η ένταση στην περιοχή και η κορεατική ανεξαρτησία απασχόλησαν τους Συμμάχους κατά τη Διάσκεψη του Καΐρου (1943) και κυρίως κατά τη Διάσκεψη της Γιάλτας (1945), όπου αποφασίστηκε η ίδρυση καθεστώτος τετραμερούς ελέγχου στη χώρα με τη συμμετοχή της ΕΣΣΔ, των ΗΠΑ, της Κίνας και της Μ. Βρετανίας, που δρομολόγησε τις εξελίξεις για το διαχωρισμό της χερσονήσου στην αμερικανική και τη σοβιετική ζώνη επιρροής και στην οριστική διάσπασή της το 1948 με το σχηματισμό δύο ανεξάρτητων κρατών, της Βόρειας και της Νότιας Κορέας.

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κορεατική χερσόνησος, αρχικά διαιρέθηκε κατά μήκος του 38ου παράλληλου, αργότερα κατά το μήκος οριοθετημένης γραμμής.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και την κατάληψη στις 15 Αυγούστου 1948 της Κορεατικής χερσονήσου από σοβιετικά στρατεύματα βόρεια του 38ου παράλληλου και από αμερικανικά νότια αυτού, το νότιο τμήμα κήρυξε την ίδρυση της Δημοκρατίας της Νότιας Κορέας και επέλεξε ως πρόεδρο τον Σίνγκμαν Ρι. Ανάλογη ήταν και η εξέλιξη στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου, η οποία οδήγησε στη δημιουργία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας (Βόρεια Κορέα). Οι σχέσεις των δύο χωρών οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, που κατέληξε στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ τους (Πόλεμος της Κορέας: 25 Ιουνίου 1950 - 27 Ιουλίου 1953). Η λήξη του πολέμου βρήκε τη Νότια Κορέα εξασθενημένη και το λαό δυσαρεστημένο από την αυταρχική πολιτική του Σίνγκμαν Ρι, ο οποίος ένα μήνα μετά την επανεκλογή του, τον Μάρτιο του 1960, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα.

Η νέα κυβέρνηση με πρόεδρο τον Γιούν Ποσόν και πρωθυπουργό τον Τσανγκ Μγιάν δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την εθνική ενότητα και να ανορθώσει την οικονομία, δίνοντας την ευκαιρία σε μια στρατιωτική "χούντα" με επικεφαλής τον Τσανγκ Ντογιόν να καταλάβει την εξουσία στις 16 Μαΐου 1961, διακηρύσσοντας την αποκατάσταση της τάξης. Πενήντα μέρες αργότερα ο Ντογιόν αντικαταστάθηκε στην εξουσία από το στρατηγό Παρκ Τσουνγκ-Χε, ο οποίος, αφού παραιτήθηκε από το στρατό, έθεσε υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές και τις κέρδισε, τον Οκτώβριο του 1963. Στις βουλευτικές εκλογές που έγιναν τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου το Δημοκρατικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα με επικεφαλής τον Παρκ Τσουνγκ-Χε κέρδισε τις 110 από τις 175 έδρες του Κοινοβουλίου. Στις 21 Φεβρουαρίου 1965 η Νότια Κορέα υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με την Ιαπωνία, ενώ την ίδια περίοδο, ως σύμμαχος των ΗΠΑ, έστειλε δύναμη 2.000 ανδρών στο Νότιο Βιετνάμ.

Στο μεταξύ τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα οξύνονταν συνεχώς και οι λαϊκές αντιδράσεις και φοιτητικές ταραχές αποτελούσαν μόνιμο φαινόμενο στη ζωή της χώρας. Μέσα σε ένα κλίμα βίας και νοθείας ο Παρκ Τσουνγκ-Χε κατόρθωσε τον Μάιο του 1967 να επανεκλεγεί πρόεδρος της Δημοκρατίας και το κόμμα του να συγκεντρώσει τα τρία τέταρτα των εδρών. Προηγουμένως, τον Φεβρουάριο του 1967, είχε ιδρυθεί το Δημοκρατικό Κόμμα με ηγέτη τον Γιον Ποσόν που ασκούσε αντιπολίτευση. Ο Παρκ Τσουνγκ-Χε πέτυχε με δημοψήφισμα να του επιτραπεί να διεκδικήσει το αξίωμα του προέδρου της Δημοκρατίας για τρίτη φορά, πράγμα που κατόρθωσε στις 27 Απριλίου 1970. Το κόμμα του κέρδισε επίσης τις βουλευτικές εκλογές που έγιναν τον επόμενο μήνα. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, στις 4 Ιουλίου 1972, υπογράφτηκε συμφωνία ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Κορέα για τον τερματισμό της εμπόλεμης κατάστασης και την απαρχή μιας περιόδου ύφεσης στις σχέσεις των δύο χωρών. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ο Παρκ κήρυξε στρατιωτικό νόμο, ανέστειλε το Σύνταγμα και απαγόρευσε τη λειτουργία των κομμάτων.

Στις 21 Νοεμβρίου 1972 ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα που έδινε ακόμη μεγαλύτερες αρμοδιότητες στον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Τον επόμενο χρόνο ο Κιμ Τσουνγκ-Πιλ εκλέχτηκε πρωθυπουργός. Τα επόμενα χρόνια η κυβέρνηση εγκαινίασε μια πολιτική καταπίεσης και διωγμών στο όνομα της οικονομικής ανάπτυξης (η οποία ομολογουμένως υπήρξε σημαντική), με αποτέλεσμα οι αντιδράσεις εναντίον της να αυξάνονται ολοένα και περισσότερο και οι διαδηλώσεις στους δρόμους της Σεούλ να αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Στις 26 Οκτωβρίου 1979 δολοφονήθηκε ο Παρκ Τσουνγκ-Χε από το διευθυντή της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, Κιμ Ζαέ-Κγιού. Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον Δεκέμβριο του 1979 εκλέχτηκε ο Τσόι Κγιού-Χα. Ύστερα από μια περίοδο αναταραχής, τον Μάιο του 1980, εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα υπό το στρατηγό Τσον Τουχουάν, ο οποίος επέβαλε στρατιωτικό νόμο και συνέχισε τη δικτατορική διακυβέρνηση της χώρας. Με δημοψήφισμα έγινε δεκτό νέο Σύνταγμα, ενώ οι προεδρικές εκλογές της 25 Φεβρουαρίου 1981 ανέδειξαν πρόεδρο τον Τουχουάν και οι βουλευτικές της 25 Μαρτίου πρωθυπουργό τον Ναμ Ντουκ Βου του Δημοκρατικού Κόμματος Δικαιοσύνης. Στα επόμενα χρόνια η κυβέρνηση, κάτω από την πίεση των λαϊκών αντιδράσεων, αναγκάστηκε να προχωρήσει σε διαδοχικές αντικαταστάσεις πρωθυπουργών: Γιου Τσανκ Σουν (Ιανουάριος 1982), Κιμ Σανγκ Χγιούπ (1983), Τσιν Γι Τσουνγκ (1984), Λο Σιν-Γιόνγκ (1986), Λι Χαν Κέι (Μάιος 1987), Κιμ Τσουνγκ Γολ (Ιούλιος 1987).

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής η Νότια Κορέα εξασφάλισε τη χορήγηση οικονομικής βοήθειας από την Ιαπωνία και σημείωσε τον υψηλότερο δείκτη οικονομικής ανάπτυξης στον κόσμο το 1984. Ύστερα από μια σύντομη επιδείνωση των σχέσεών της με την πρώην ΕΣΣΔ το 1983, με αφορμή την κατάρριψη ενός νοτιοκορεατικού τζάμπο πάνω από τις σοβιετικές βάσεις στη Σαχαλίνη, οι σχέσεις με τη Μόσχα και το Πεκίνο βελτιώθηκαν σημαντικά στη διάρκεια του 1984. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 σημειώθηκε πρόοδος στις σχέσεις μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας. Το 1986 άνοιξαν τα σύνορα ανάμεσα στις δύο χώρες για πρώτη φορά ύστερα από το τέλος του Πολέμου της Κορέας. Το 1987, κάτω από την πίεση διαδηλώσεων των φοιτητών, των εργατών, των μικρομεσαίων και των βιομηχάνων κατά της κυβέρνησης, εγκρίθηκε με δημοψήφισμα νέο Σύνταγμα, το οποίο προέβλεπε την απευθείας εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας, την απόλυση των κρατουμένων και την ελευθερία του Τύπου. Προκηρύχτηκαν προεδρικές εκλογές και νικητής αναδείχτηκε ο ηγέτης του Δημοκρατικού Κόμματος Δικαιοσύνης Ρο Τάε Βου. Στις βουλευτικές εκλογές της 26 Απριλίου 1988 το Δημοκρατικό Κόμμα Δικαιοσύνης του προέδρου Ρο δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει - για πρώτη φορά ύστερα από 40 χρόνια συνεχούς διακυβέρνησης - την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή (συγκέντρωσε 125 από τις 299 έδρες).

Τον Σεπτέμβριο του 1988 η Σεούλ φιλοξένησε τους 24ους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, οι οποίοι διεξήχθησαν μέσα σε ένα κλίμα εσωτερικών ταραχών με αίτημα την απομάκρυνση του προέδρου Ρο και διαμαρτυριών για τη μη συμμετοχή της Βόρειας Κορέας. Οι αναταραχές συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια με τη μορφή διαδηλώσεων και απεργιακών κινητοποιήσεων και αίτημα την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τη χώρα. Τον Ιανουάριο του 1990 συγκροτήθηκε το Δημοκρατικό Φιλελεύθερο Κόμμα, με πρόεδρο τον Ρο, ύστερα από τη συγχώνευση του Δημοκρατικού Κόμματος Δικαιοσύνης με δύο μικρότερα κόμματα. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου οι διπλωματικές σχέσεις Νότιας Κορέας- πρώην ΕΣΣΔ αποκαταστάθηκαν, ύστερα από τη συνάντηση του Ρο με τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στις ΗΠΑ. Τον Αύγουστο του 1991 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έκανε δεκτές τις αιτήσεις συμμετοχής στον οργανισμό της Νότιας και Βόρειας Κορέας ως χωριστών κρατών. Οι διπλωματικές σχέσεις της Νότιας Κορέας με την Κίνα αποκαταστάθηκαν το 1992, ύστερα από την υπογραφή σχετικής συμφωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες.

Σημερινή πολιτική κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Μάρτιο του 1992 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές, στις οποίες το Δημοκρατικό Φιλελεύθερο Κόμμα πήρε οριακή πλειοψηφία και αναγκάστηκε να συνεργαστεί με ανεξάρτητους βουλευτές προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο του Κοινοβουλίου. Νικητής των προεδρικών εκλογών του Δεκεμβρίου του 1992 αναδείχτηκε ο Κιμ Γιούνγκ Σαμ, ο οποίος εγκαινίασε ένα πρόγραμμα εκκαθάρισης του δημόσιου βίου από τη διαφθορά, το οποίο τα επόμενα χρόνια οδήγησε σε ποινικές διώξεις και παραιτήσεις εκατοντάδων κρατικών αξιωματούχων.

Το 1994, ύστερα από την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Βόρειας Κορέας για την ακύρωση του αμυντικού της προγράμματος, η Βόρεια Κορέα υπέγραψε συμφωνία με τις ΗΠΑ για την έναρξη συνομιλιών με την κυβέρνηση της Νότιας Κορέας. Το 1995 η Βόρεια και η Νότια Κορέα υπέγραψαν συμφωνία, με βάση την οποία η Νότια Κορέα και ένα κονσόρτσιουμ χωρών επρόκειτο να χρηματοδοτήσουν κατά 70% την κατασκευή δύο σύγχρονων πυρηνικών αντιδραστήρων στο έδαφος της Βόρειας Κορέας. Σε αντάλλαγμα, η Βόρεια Κορέα συμφώνησε να σταματήσει το υποτιθέμενο πυρηνικό της πρόγραμμα και να εξοφλήσει τη Νότια Κορέα σε μια περίοδο 20 ετών. Στις 26 Αυγούστου 1996 το δικαστήριο της Σεούλ καταδίκασε σε θάνατο τον πρόεδρο Τσον Τουχουάν, κατηγορώντας τον για προδοσία και διαφθορά, καθώς επίσης και για το ρόλο του στο πραξικόπημα του 1979 και τη σφαγή 200 πολιτών στην πόλη Κουάνγκτζου, το 1980. Ο Ρο Τάε Βου καταδικάστηκε σε 22χρονη φυλάκιση.

Μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2003 την προεδρία της χώρας ανέλαβε ο Ρο Μου Χιουν και το 2007 την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Χαν Ντουκ-Σου. Πρόεδρος από τις 25 Φεβρουαρίου του 2008 ως το 2013 έγινε ο Λι Μιουνγκ-μπακ. Την 1η Οκτωβρίου 2010 νέος πρωθυπουργός ανέλαβε ο Κιμ Χουάνγκ-σικ.

Το Δεκέμβριο του 2012 εξελέγη η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της χώρας, η Παρκ Γκέουν-χε, κόρη του δικτάτορα Παρκ Τσουνγκ-Χε[4] Η Παρκ ορκίστηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2013.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου της Σεούλ.

Η οικονομία της Νότιας Κορέας σημείωσε ραγδαία πρόοδο από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και έπειτα. Σήμερα είναι μία από τις πιο αναπτυγμένες της Ασίας. Στο μεγαλύτερο μέρος της στηρίζεται στους τομείς της μεταποιητικής και μεταλλευτικής βιομηχανίας, ενώ οι εξαγωγικοί της κλάδοι, οι οποίοι δέχτηκαν ισχυρή κυβερνητική υποστήριξη, σήμερα έχουν κατακλύσει με τις ανταγωνιστικές τιμές των προϊόντων τους τη διεθνή αγορά, κυρίως με ηλεκτρικές-ηλεκτρονικές συσκευές, αυτοκίνητα, χημικά προϊόντα, πλοία, υφάσματα και είδη ρουχισμού. Το 2002 το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν έφτασε τα 931 δισ. δολάρια και το κατά κεφαλή ΑΕΠ από 6.330 δολάρια που ήταν το 1992, έφτασε τα 19.400 δολάρια το 2002. Το 2001 το δημόσιο εξωτερικό χρέος ήταν 128,2 δισ. δολάρια, ενώ το 2002 ο πληθωρισμός κυμάνθηκε στο 2,8% και το ποσοστό ανεργίας στο 3,1%. Ο εθνικός προϋπολογισμός του 2000 ήταν πλεονασματικός με έσοδα ύψους 118,1 δισ. δολάρια και έξοδα ύψους 95,7 δισ. δολάρια. Επίσημη νομισματική μονάδα της χώρας είναι το βον (W), το οποίο διαιρείται σε 100 χον. Τον Ιανουάριο του 2002 η ισοτιμία δολαρίου και βον ήταν η εξής: 1 δολάριο ΗΠΑ = 1.317,01 βον.

Γεωργία (Υλοτομία - Αλιεία) - Κτηνοτροφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2002 το ποσοστό συμμετοχής του ευρύτερου πρωτογενούς τομέα στο σχηματισμό του ΑΕΠ ήταν περίπου 4%, ενώ οι εργαζόμενοι σ` αυτόν αποτελούσαν περίπου το 10% του ενεργού πληθυσμού. Τα τελευταία όμως χρόνια τα ποσοστά συμμετοχής της γεωργίας στο ΑΕΠ και του πληθυσμού που ασχολείται σ` αυτήν βαθμιαία μειώνονται. Το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης της χώρας (65%) καλύπτεται από δάση, το 1% χρησιμοποιείται για βοσκή, το 13% για άλλες χρήσεις και το υπόλοιπο 21% καλλιεργείται. Παρόλο που το ποσοστό του αγροτικού πληθυσμού, λόγω της ταχύτατης αστικοποίησης της χώρας, βαθμιαία ελαττώνεται και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις είναι λίγες, η γεωργία διεξάγεται με σύγχρονα μέσα και η χώρα είναι αυτάρκης σε τρόφιμα, εκτός από σιτάρι. Στη χώρα παράγονται ρύζι (αποτελεί το σημαντικότερο γεωργικό προϊόν), πατάτες, καλαμπόκι, κεχρί και σιτάρι. Άλλα σημαντικά γεωργικά προϊόντα είναι τα όσπρια, το κριθάρι, ο καπνός, το βαμβάκι και διάφορα είδη φρούτων και λαχανικών.

Η κτηνοτροφία, παρόλο που διεξάγεται στο 1% της συνολικής έκτασης, έχει καλή υλικοτεχνική υποδομή. Εκτρέφονται βοοειδή, χοίροι, πουλερικά, κατσίκες, πρόβατα και άλογα.

Σε αντίθεση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, η αλιεία αποτελεί σπουδαίο κλάδο της οικονομίας της Νότιας Κορέας. Τόσο στην Κίτρινη όσο και στην Ιαπωνική θάλασσα αλιεύονται μεγάλες ποσότητες ψαριών κατατάσσοντας τη Νότια Κορέα στην 7η παγκόσμια θέση.

Τέλος, τα δάση καλύπτουν περίπου το 65% της έκτασης της χώρας και εντοπίζονται κυρίως στις ορεινές περιοχές των επαρχιών Κάνγκβον και Κιόνγκσανγκ.

Ορυκτός πλούτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε σύγκριση με τη Βόρεια Κορέα ο ορυκτός πλούτος της Νότιας Κορέας δεν είναι τόσο μεγάλος. Παρ` όλα αυτά εξορύσσονται σημαντικές ποσότητες αργύρου, ψευδαργύρου, βολφραμίου (η Νότια Κορέα είναι μία από τις μεγαλύτερες παραγωγούς του κόσμου), γραφίτη, χρυσού, μολύβδου, κασσίτερου και φωσφορικών αλάτων. Υπάρχουν επίσης κοιτάσματα ανθρακίτη. Εκτός από τον ανθρακίτη, ο οποίος αποτελεί την κυριότερη ενεργειακή πηγή, έχει ανακαλυφθεί και πετρέλαιο. Οι ποσότητες, όμως, είναι μικρές και η Νότια Κορέα αναγκάζεται να εισάγει πετρέλαιο από άλλες χώρες, προκειμένου να καλύψει τις εγχώριες ανάγκες. Το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας παράγεται από τα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια και η υπόλοιπη από γεωθερμικά και υδροηλεκτρικά. Τα περισσότερα υδροηλεκτρικά εργοστάσια έχουν κατασκευαστεί κατά μήκος του ποταμού Χαν, κοντά στην πρωτεύουσα Σεούλ. Το 2000 η συνολική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε τα 273,2 δισ. κιλοβατώρες.

Βιομηχανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τις μεγάλες καταστροφές που προξένησε στη χώρα ο πόλεμος του 1950-1953 με τη Βόρεια Κορέα, τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησε ένα μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό πρόγραμμα με στόχο την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και την ανάπτυξη των εξορύξεων και της μεταποιητικής βιομηχανίας. Αποτέλεσμα του κυβερνητικού προγράμματος αυτού ήταν η Νότια Κορέα να μετατραπεί σιγά σιγά από αγροτική σε βιομηχανική χώρα και να φτάσει σήμερα να συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο αναπτυγμένων ασιατικών χωρών. Τη δεκαετία του 1960 το βάρος δόθηκε κυρίως στην ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας, με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί η οικονομική κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Αυτό άλλαξε τη δεκαετία του 1980 με τη σταδιακή μείωση του κυβερνητικού ελέγχου στις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία. Το 2002 ο ρυθμός αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής έφτασε το 6,5%. Σήμερα η βιομηχανία αποτελεί την αιχμή της νοτιοκορεατικής οικονομίας και τα προϊόντα της καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών. Σε επίπεδο αριθμών, το 2002 ο ευρύτερος δευτερογενής τομέας μετείχε με ποσοστό 42% περίπου στο σχηματισμό του ΑΕΠ και απασχολούσε το 22% των εργαζομένων. Η βιομηχανία είναι συγκεντρωμένη κυρίως γύρω από την πρωτεύουσα και τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Κυριότερος κλάδος της βαριάς βιομηχανίας είναι η μεταλλουργία και η χημική βιομηχανία. Λειτουργούν εργοστάσια παραγωγής χημικών λιπασμάτων, πλαστικών, ελαστικών, κατασκευής αυτοκινήτων και μηχανολογικού εξοπλισμού, πλοίων, τσιμέντου, προϊόντων προηγμένης τεχνολογίας και ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών. Σημαντικότερος κλάδος της ελαφράς βιομηχανίας είναι η υφαντουργία. Άλλοι σημαντικοί κλάδοι είναι αυτοί της κατασκευής υποδημάτων και μεταποίησης αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Αξιοσημείωτη παράμετρος είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των βιομηχανιών της χώρας ανήκει σε Ιάπωνες και Αμερικανούς επενδυτές.

Εμπόριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ευρύτερος τριτογενής τομέας έχει πολύ μεγάλη ανάπτυξη και τα ποσοστά συμμετοχής του στο σχηματισμό του ΑΕΠ και απασχόλησης των εργαζομένων σ` αυτόν, το 2002 έφταναν το 54% και 69% αντίστοιχα, τα τελευταία χρόνια παρουσιάζουν τάσεις περαιτέρω αύξησης. Σημαντικό μέρος του τομέα αυτού σχετίζεται με τις συναλλαγές και τους πιστωτικούς και τραπεζικούς οργανισμούς, μεγαλύτερος από τους οποίους είναι η Τράπεζα της Κορέας, η οποία εκδίδει το εθνικό νόμισμα. Το 2002 η χώρα παρουσίαζε ενεργητικό εμπορικό ισοζύγιο με την αξία των εισαγωγών να φτάνει τα 146,6 δισ. δολάρια και των εξαγωγών τα 159,2 δισ. δολάρια. Κυριότεροι εμπορικοί εταίροι της Νότιας Κορέας είναι οι ΗΠΑ (το 2001 απορρόφησαν το 15,9% των εισαγωγών και το 20,7% των εξαγωγών), η Ιαπωνία (απορρόφησε το 18,9% και 11% αντίστοιχα) και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εξαγωγές αφορούν κυρίως αυτοκίνητα (είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο η κορεατική αυτοκινητοβιομηχανία Hyundai), ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη, μηχανές, πλοία, χημικά προϊόντα, κόντρα πλακέ (η Νότια Κορέα είναι η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα στην Ασία, μετά την Ινδία), υφάσματα και ψάρια. Εισάγονται μηχανές, ηλεκτρικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός, είδη προηγμένης τεχνολογίας, πετρέλαιο, προϊόντα οργανικής χημείας και σιτηρά.

Μεταφορές - επικοινωνιακό δίκτυο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τραίνο υψηλών ταχυτήτων KTX.

Οι συγκοινωνίες της χώρας τα τελευταία χρόνια βελτιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, έτσι ώστε σήμερα να συγκαταλέγονται ανάμεσα στις πιο προηγμένες της Ασίας. Το 2000 το μήκος του οδικού δικτύου έφτανε τα 87.534 χλμ., από τα οποία τα 1.996 χλμ. αποτελούσαν οι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας. H οδήγηση γίνεται στα δεξιά. Το 2000 το μήκος του σιδηροδρομικού δικτύου έφτανε τα 3.124 χλμ., από τα οποία τα 661 χλμ. ήταν ηλεκτροδοτούμενα. Μεγάλη ανάπτυξη σημείωσαν επίσης οι αεροπορικές συγκοινωνίες. Σε όλη τη χώρα λειτουργούν 69 αεροδρόμια για προγραμματισμένες πτήσεις. Εθνικός αερομεταφορέας είναι η αεροπορική εταιρεία Korean Air, η οποία εκτελεί πτήσεις στο εσωτερικό και συνδέει τη Νότια Κορέα με την Ιαπωνία και πολλές άλλες χώρες της Ασίας. Το διεθνές αεροδρόμιο Κίμπο στην πρωτεύουσα Σεούλ είναι το μεγαλύτερο της χώρας και εξυπηρετεί τις περισσότερες ξένες αεροπορικές εταιρείες. Το μεγαλύτερο μέρος των θαλάσσιων μεταφορών διεξάγεται από τα τρία σπουδαιότερα λιμάνια της χώρας: του Πουσάν στις νοτιοανατολικές ακτές, της Ιντσόν στις δυτικές ακτές, η οποία αποτελεί επίνειο της Σεούλ, και της Τσέτζου στο ομώνυμο νησί. Αξιόλογος είναι και ο εμπορικός στόλος της χώρας. Το 2002 ο αριθμός των πλοίων που έφεραν τη νοτιοκορεατική σημαία έφτανε τα 501.

Το επίπεδο των τηλεπικοινωνιών είναι από τα υψηλότερα του κόσμου. Το 2001 λειτουργούσαν 256 τηλεοπτικά κανάλια, 104 ραδιοσταθμοί AM και 136 FM. Την ίδια χρονιά αναλογούσε μία τηλεόραση σε 3,03 κατοίκους, ένα ραδιόφωνο ανά κάτοικο και ένα τηλέφωνο ανά 2 κατοίκους.

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χώρα, πραγματοποιώντας οικονομικά ανοίγματα προς την Ιαπωνία και τις χώρες της Δύσης, κατόρθωσε να εξελιχθεί σε ένα σύγχρονο κράτος και να προβάλει την εικόνα της προς τα έξω, προσελκύοντας πολλούς τουρίστες. Μεγάλο ρόλο σ` αυτό έπαιξε και η πραγματοποίηση των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 1988 από την πρωτεύουσά της, Σεούλ.

Δημογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πληθυσμιακή αύξηση της Νότιας Κορέας (στοιχεία FAOSTAT, 2005).

Από δημογραφική άποψη η χώρα εμφανίζει το φαινόμενο της πληθυσμιακής στασιμότητας και "γήρανσης" του πληθυσμού, χαρακτηριστικό των χωρών της Δύσης. Το 2002 τα ποσοστά γεννητικότητας και θνησιμότητας κυμάνθηκαν στο 1,45% και 0,6% αντίστοιχα. Με βάση τα ποσοστά αυτά ο δείκτης φυσικής αύξησης την ίδια χρονιά έφτανε περίπου το 0,85%. Ο δείκτης της βρεφικής θνησιμότητας είναι πολύ μικρός και το 2002 έφτανε το 0,75%. Το 2002 η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού εμφάνιζε την ακόλουθη εικόνα: το 21,4% ήταν έως 14 ετών, το 71% ήταν από 15 έως 64 ετών, ενώ το 7,6% ήταν από 65 ετών και άνω. Ο μέσος όρος ζωής των κατοίκων το 2002 έφτανε τα 74,88 χρόνια, με τις γυναίκες να ζουν περισσότερο από τους άντρες (71,2 χρόνια οι άντρες και 78,95 οι γυναίκες). Παρ` όλα αυτά ο μέσος όρος ζωής εξακολουθεί να είναι μικρότερος από το μέσο όρο των δυτικών χωρών. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2013 τα 79,55 χρόνια (76,4 χρόνια οι άνδρες και 82,91 οι γυναίκες).[2] Η ταχύτατη αστικοποίηση της χώρας, η οποία συντελέστηκε από το 1960 και έπειτα, είχε ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού (81%) να κατοικεί σήμερα στα αστικά κέντρα και κυρίως στη Σεούλ και το Πουσάν. Αντίθετα, ο αγροτικός πληθυσμός αποτελεί μόλις το 19% του συνολικού πληθυσμού και είναι συγκεντρωμένος στις κοιλάδες και τις παράκτιες πεδιάδες της χώρας.

Μετανάστευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπολογίζεται ότι περίπου 4 εκατομμύρια Κορεάτες είχαν μεταναστεύσει στη Μαντζουρία της Κίνας και στην Ιαπωνία πριν από το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Μετά το 1945, και κυρίως μετά τη λήξη του Πολέμου της Κορέας το 1953, τουλάχιστον οι μισοί από τους Κορεάτες που μετανάστευσαν στην Ιαπωνία και άλλα δύο περίπου εκατομμύρια Κορεατών από τη Βόρεια Κορέα ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη Νότια Κορέα και κυρίως στην πρωτεύουσα Σεούλ. Παρ` όλα αυτά, αρκετοί Κορεάτες εξακολουθούν να ζουν ακόμη στο εξωτερικό και κυρίως στην Ιαπωνία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 υπολογίστηκε ότι ένας στους 1.000 κατοίκους ζούσε μετανάστης στο εξωτερικό.

Σύνθεση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πληθυσμός της χώρας παρουσιάζει μεγάλη ομοιογένεια και στη συντριπτική πλειοψηφία του αποτελείται από Κορεάτες. Οι Κορεάτες έχουν μογγολική καταγωγή, γεγονός που αποδεικνύεται και από τα φυσικά χαρακτηριστικά τους, όπως η ίσια μύτη, τα σκούρα ίσια μαλλιά, τα ψηλά ζυγωματικά και τα σχιστά βλέφαρα. Στη χώρα ζουν επίσης ορισμένοι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί, οι οποίοι, παρόλο που είναι ολιγάριθμοι, έχουν έντονη παρουσία στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Τέλος, - στα μεγάλα αστικά κέντρα κυρίως - κατοικεί ένας μικρός αριθμός Κινέζων.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη χώρα ισχύει καθεστώς θρησκευτικής ελευθερίας, οι θρησκευτικές όμως πεποιθήσεις των κατοίκων είναι τόσο ποικίλες, ώστε παρατηρούνται διαφορές ακόμη και μέσα στην ίδια την οικογένεια. Η πλειονότητα των κατοίκων (48,6%) είναι πιστοί του χριστιανισμού, ο οποίος εισήχθη σχετικά πρόσφατα στην Κορέα και εκπροσωπούν τη στροφή της χώρας στα δυτικά πρότυπα. Επίσης, υπάρχει μια σημαντική κοινότητα 100.385 Μαρτύρων του Ιεχωβά[5] καθώς και 86.170 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών[6]. Το 47,4% των κατοίκων - και κυρίως οι γυναίκες - είναι πιστοί του βουδισμού. Άλλες μικρότερες θρησκευτικές ομάδες είναι των κομφουκιανιστών (3%, κυρίως άνδρες), των σαμανιστών (0,8%), οι οποίοι απαντούν κυρίως στις αγροτικές περιοχές, και των οπαδών της θρησκείας τσοντόγκιο (0,2%), η οποία συνδυάζει στοιχεία του βουδισμού, του κομφουκιανισμού, του χριστιανισμού και του ταοϊσμού. Το 1963 εισήχθη στη χώρα η Τάνγκγκα Χακχόε (Κοινωνία Δημιουργίας Αξιών και Γνώσης) του Ιάπωνα βουδιστή Νιτσιρέν, ο οποίος έζησε το 14ο αιώνα. Η θρησκεία αυτή τα τελευταία χρόνια έχει κερδίσει αρκετούς ένθερμους υποστηρικτές, οι οποίοι ανήκουν κυρίως στις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις των μεγάλων πόλεων.

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η κορεατική, η οποία είναι μοναδική γλώσσα και δεν έχει συγγένεια με την κινεζική και την ιαπωνική και ομιλείται από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Τα 24 γράμματα 'χάνγκουλ', που είναι δημιούργημα επιστημονικών μελετών του 15 αιώνα μ.Χ., είναι επίσης μοναδικά. Αποτελούνται από 14 σύμφωνα και 10 φωνήεντα. Είναι 'φωνητικά' γράμματα όπως Ελληνικά και Λατινικά αντίθετα με άλλα γράμματα των ασιατικών χωρών που είναι 'σημαντικά' γράμματα δηλ. τα γράμματα εκφράζουν την έννοια και όχι την φωνή. Εξίσου διαδεδομένες είναι η κινέζικη, ιαπωνική και η αγγλική. Η τελευταία διδάσκεται στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης και πάνω και χρησιμοποιείται ευρύτατα στο εμπόριο και τις συναλλαγές.

Διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολίτευμα - Συνταγματικοί θεσμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κοινοβούλιο της Νότιας Κορέας.

Η επίσημη ονομασία της χώρας είναι Δημοκρατία της Κορέας (Ταεχάν Μινγκούκ). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε στις 25 Φεβρουαρίου 1948 πολίτευμα της χώρας καθορίστηκε η Προεδρική Δημοκρατία. Αρχηγός του κράτους, επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας και διοικητής των ενόπλων δυνάμεων είναι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος εκλέγεται κάθε 5 χρόνια απευθείας από το λαό. Την εκτελεστική εξουσία ασκεί η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από την Εθνική Συνέλευση, η οποία αποτελείται από 299 μέλη. Τα 237 από τα μέλη της εκλέγονται κάθε 4 χρόνια με καθολική ψηφοφορία, ενώ τα υπόλοιπα 62 επιλέγονται από τις λίστες των πολιτικών κομμάτων, με βάση την ποσοστιαία δύναμη κάθε κόμματος. Η δικαστική εξουσία ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο, τα 3 εφετεία και τα 12 περιφερειακά δικαστήρια της χώρας. Το Ανώτατο Δικαστήριο εκδίδει τους νόμους και ελέγχει τη νομιμότητα των κυβερνητικών αποφάσεων. Δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι οι πολίτες της χώρας οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους.

Εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υγεία - πρόνοια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση έχει θεσπίσει προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, τα οποία όμως δεν έχουν ακόμη επεκταθεί σε όλη τη χώρα και δεν καλύπτουν όλες τις ομάδες του πληθυσμού. Μερικά από αυτά τα προγράμματα αφορούν την επαγγελματική επιμόρφωση των γυναικών, την εξασφάλιση στέγης για τους ανάπηρους πολέμου, τα ορφανά και τους ηλικιωμένους και τη χορήγηση επιδομάτων σε περιπτώσεις εργατικού ατυχήματος και εγκυμοσύνης για τις γυναίκες. Σημαντικό ρόλο σ` αυτή την προσπάθεια της κυβέρνησης έπαιξαν και οι διεθνείς οργανισμοί, όπως ο ΟΗΕ και διάφορες οργανώσεις εθελοντών που έσπευσαν στη χώρα αμέσως μετά τη λήξη του Πολέμου της Κορέας, με σκοπό την ανακούφιση του πληθυσμού. Ωστόσο, όπως δείχνουν οι εργατικές και φοιτητικές αναταραχές που ξεσπούν συχνά στη χώρα, χρειάζεται να γίνουν πολλά ακόμη στον τομέα της πρόνοιας, καθώς υπάρχει μεγάλο χάσμα στις κρατικές παροχές ανάμεσα στον αστικό και τον αγροτικό πληθυσμό.

Παρ` όλη την πρόοδο που έχει σημειωθεί στον τομέα της υγείας, η ιατρική περίθαλψη που παρέχεται στη Νότια Κορέα υπολείπεται ακόμη αυτής των αναπτυγμένων χωρών της Δύσης. Το πρόβλημα εστιάζεται κυρίως στην έλλειψη ιατρικού προσωπικού και εξοπλισμού, που δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες, ειδικά στις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας.

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ποσοστό των εγγράμματων είναι αρκετά υψηλό και υπολογίζεται ότι φτάνει το 98%. Η εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν και είναι υποχρεωτική για την ηλικία των 6-12 χρόνων. Το κράτος επενδύει μεγάλα ποσά στην εκπαίδευση, αφού χρηματοδοτεί περισσότερο από το 75% των εκπαιδευτικών αναγκών. Οι περισσότεροι απόφοιτοι της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης συνεχίζουν και στη δευτεροβάθμια, η οποία διαρκεί τρία χρόνια και από αυτούς οι μισοί σχεδόν εισάγονται στα πανεπιστήμια και στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η εισαγωγή στα πανεπιστήμια γίνεται με εξετάσεις, οι οποίες είναι αυστηρές και ο συναγωνισμός έντονος. Λειτουργούν ακόμη σχολεία επαγγελματικής εκπαίδευσης, κολέγια, παιδαγωγικές ακαδημίες και πανεπιστημιακά ιδρύματα, μεγαλύτερο από τα οποία είναι το πανεπιστήμιο της Σεούλ.

Ένοπλες δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νοτιοκορεατικά τανκ Μ-48.

Οι ένοπλες δυνάμεις της Νότιας Κορέας συγκαταλέγονται μεταξύ των ισχυρότερων του κόσμου και οργανώθηκαν από τους Αμερικανούς, μετά τη λήξη του Πολέμου της Κορέας. Η στράτευση είναι υποχρεωτική και διαρκεί 26 μήνες για το στρατό ξηράς και 30 μήνες για το πολεμικό ναυτικό και την πολεμική αεροπορία. Το 2000 οι δαπάνες για την άμυνα απορρόφησαν το 2,8% του ΑΕΠ. Υπηρετούν περίπου 650.000 άτομα στο στρατό ξηράς, 60.000 άτομα στο πολεμικό ναυτικό και 53.000 στην πολεμική αεροπορία. Οι έφεδροι υπολογίζονται σε 4,5 εκατομμύρια.

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επαρχίες - Διαμερίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοικητική διαίρεση της Νότιας Κορέας.

Η Νότια Κορέα διαιρείται σε 9 επαρχίες και 6 διαμερίσματα πόλεων, τα οποία με τη σειρά τους υποδιαιρούνται σε 137 μικρότερες περιοχές (γκουμ) και 67 πόλεις (τσι). Κάθε επαρχία και διαμέρισμα πόλης έχει το δικό του κυβερνήτη, ο οποίος ορίζεται από την κεντρική κυβέρνηση.

Πρωτεύουσα - Πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη της πρωτεύουσας Σεούλ από την πλευρά του ποταμού Χαν.

Πρωτεύουσα και μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας είναι η Σεούλ (10.612.577 κάτ.), η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των δέκα μεγαλύτερων πόλεων του κόσμου. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας, κοντά στα σύνορα με τη Βόρεια Κορέα. Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Χαν, σε μικρή απόσταση από τις εκβολές του στην Κίτρινη θάλασσα. Ιδρύθηκε το 1392 ως πρωτεύουσα του κράτους και έδρα της δυναστείας Γι. Μια σειρά αμυντικά τείχη που χτίστηκαν στους γύρω λόφους κράτησαν την πόλη απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο μέχρι τα τέλη του 19ου αι., όταν άρχισε να έρχεται σε επαφή με τη Δύση. Λίγα παλιά οικοδομήματα και ερείπια των παλιότερων τειχών διατηρούνται μέχρι σήμερα. Η πόλη ξαναχτίστηκε μετά τη λήξη του Πολέμου της Κορέας πάνω σε σύγχρονο σχέδιο. Οι ουρανοξύστες, τα μεγάλα κτιριακά συγκροτήματα των διαφόρων οργανισμών και οι φαρδιές λεωφόροι της δίνουν όψη σύγχρονης μεγαλούπολης. Η Σεούλ αποτελεί σήμερα το εμπορικό, οικονομικό, πολιτικό, πνευματικό και αθλητικό κέντρο της Νότιας Κορέας. Διαθέτει υπόγειο σιδηροδρομικό δίκτυο, το οποίο συνδέει τα προάστια με το εμπορικό κέντρο της πόλης και άριστες αθλητικές εγκαταστάσεις, οι οποίες φιλοξένησαν τους 24ους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, που διοργανώθηκαν εκεί το 1988.

Δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Νότιας Κορέας είναι η πόλη Πουσάν (4.082.000 κάτ.). Είναι χτισμένη στις εκβολές του ποταμού Νάκτονγκ, στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας. Η στρατηγική της θέση την κατέστησε το σημαντικότερο εμπορικό λιμάνι της χώρας και μία από τις σπουδαιότερες πύλες εξόδου προς τον υπόλοιπο κόσμο. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας η πόλη υπέστη μεγάλες υλικές καταστροφές και έκτοτε ξαναχτίστηκε. Στα αξιοθέατά της περιλαμβάνεται το παλάτι Kyongbok, το οποίο χτίστηκε το 14ο αιώνα.

Ακολουθεί η πόλη Νταεγού (2.432.000 κάτ.), η οποία αποτελεί μεγάλο αγροτικό και εμπορικό κέντρο στο νότιο τμήμα της χώρας. Στην πόλη λειτουργούν βιομηχανίες κατασκευής μηχανών, παρασκευής τροφίμων, υφαντουργίες και εκκοκκιστήρια βάμβακος.

Η Ιντσόν (2.340.000 κάτ.) είναι η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας και επίνειο της πρωτεύουσας Σεούλ. Είναι χτισμένη στις εκβολές του ποταμού Χαν, στις βορειοδυτικές ακτές της χώρας, 35 χλμ. νοτιοδυτικά της Σεούλ. Αποτελεί σημαντικό λιμάνι και σπουδαίο βιομηχανικό και τουριστικό κέντρο.

Πέμπτη μεγάλη πόλη της χώρας είναι η Κουάνγκτζου (1.424.000 κάτ.), μεγάλο εμπορικό και συγκοινωνιακό κέντρο της νοτιοδυτικής Κορέας. Είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Μούντουνγκ και έχει γίνει γνωστή για τις φυσικές ομορφιές, την πολιτιστική κληρονομιά και την καλλιτεχνική της παράδοση. Η γύρω περιοχή είναι γεμάτη από ναούς και τάφους, απομεινάρια του πολιτισμού του βασιλείου Παεκτσού, το οποίο άκμασε από τον 1ο αι. π.Χ. μέχρι τον 7ο αι. μ.Χ. Πολλά από αυτά τα ευρήματα φυλάσσονται σήμερα στο Εθνικό Μουσείο της πόλης, μαζί με άλλα κεραμικά αντικείμενα, τα οποία περισυνελέγησαν από το ναυάγιο ενός κινεζικού πλοίου που συνέβη πριν από 600 χρόνια.

Ανάμεσα στις πόλεις της χώρας που έχουν πληθυσμό άνω του ενός εκατομμυρίου κατοίκων συγκαταλέγεται και η πόλη Τάτζον (1.100.000 κατ.), η οποία αποτελεί το εμπορικό κέντρο μιας περιοχής με αναπτυγμένη την κτηνοτροφία και την οπωροκαλλιέργεια.

Άλλες μικρότερες πόλεις της Νότιας Κορέας είναι η Ούλσαν (683.000 κάτ.), η Σουγουόν (635.000 κάτ.), η Τσόντζου (517.000 κάτ.), η Τσόνγκτζου (497.000 κάτ.), η Μάσαν (387.000 κάτ.), η Πόχανγκ (319.000 κάτ.), στις ανατολικές ακτές της χώρας, η Τσίντζου (259.000 κάτ.), η Μόκπο (243.000 κάτ.), λιμάνι στις νοτιοδυτικές ακτές, η Κούνσαν (219.000 κάτ.) κ.ά.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θρησκεία - ειδικότερα ο βουδισμός και η φιλοσοφία του Κομφούκιου - αποτελούν τις βάσεις του σύγχρονου πολιτισμού της χώρας. Από τον Πόλεμο της Κορέας και έπειτα η χώρα περνά μια φάση συνεχούς μεταμόρφωσης και προσαρμογής στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής, οι παραδόσεις της όμως εξακολουθούν να παραμένουν ζωντανές κυρίως στην ύπαιθρο και βασίζονται στη λατρεία των προγόνων και την αγάπη στην οικογένεια. Στα μουσεία και τις αίθουσες τέχνης σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας εκτίθενται χιλιάδες αντικείμενα του κορεατικού πολιτισμού, ο οποίος αν και σε μεγάλο βαθμό επηρεάστηκε από τον κινεζικό, ωστόσο διατήρησε τη δική του ταυτότητα.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παγόδα της περιόδου Σίλα.

Η νοτιοκορεατική αρχιτεκτονική αποκαλύπτει τις κινεζικές επιδράσεις που δέχτηκε κατά τη μακραίωνη ιστορία της, παράλληλα όμως είναι προσαρμοσμένη στις τοπικές ανάγκες και το περιβάλλον και χρησιμοποιεί ως δομικά υλικά το γρανίτη και το ξύλο, τα οποία είναι διαδεδομένα παντού.

Δεν διασώθηκαν αξιόλογα δείγματα της αρχιτεκτονικής Κογκουριό που ανάγεται στην περίοδο της κυριαρχίας των τριών βασιλείων (57 π.Χ.-668 μ.Χ.). Ο λόγος είναι ότι οι ναοί ήταν φτιαγμένοι από ξύλο και έχουν καταστραφεί εντελώς. Διασώθηκαν μόνο τρεις παγόδες από πέτρα, δύο στην περιοχή Παεκτσέ και μία στη Σίλα, όπου είναι εμφανής η προσπάθεια των αρχιτεκτόνων να αντιγράψουν όσο πιο πιστά μπορούν τις ξύλινες παγόδες. Την περίοδο της κυριαρχίας του ενοποιημένου κράτους Σίλα (668-935) χτίστηκαν πολλοί καινούριοι ναοί, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει το ναϊκό συγκρότημα του Πουλγκούκ-Σα, στην επαρχία Κιόνγκσανγκ στη Νότια Κορέα. Χρονολογείται τον 8ο αι. μ.Χ. και αποτελείται από τον κυρίως ναό, ο οποίος περιβάλλεται από δύο λίθινες παγόδες. Το 918 εγκαινιάζεται μια καινούρια περίοδος στην κορεατική τέχνη με την άνοδο της δυναστείας Κοριό (918-1392). Στην αρχιτεκτονική επικρατεί ο ρυθμός Τσουσίμπ` ο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή υποστηριγμάτων που προεξέχουν πάνω από τα κιονόκρανα. Το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού του ρυθμού είναι το Μουριανγκσού-τζον (Αίθουσα της αιώνιας ζωής) του Πουσόκ-Σα, που χρονολογείται το 12ο αι. Το 1300 εισάγεται ο ρυθμός Ταπ` ο με κύριο χαρακτηριστικό του τα μετακιόνια υποστηρίγματα. Την περίοδο Κοριό αυξάνεται ο αριθμός των ορόφων στις παγόδες, το ύψος όμως του κάθε ορόφου μειώνεται. Κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας της δυναστείας Γι (1392-1910), ο αρχιτεκτονικός ρυθμός Ταπ` ο συνεχίζεται, ενώ κατασκευάζονται μεγάλα ανακτορικά και ναϊκά συγκροτήματα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το ανάκτορο Κιονγκμπόκ, που βρίσκεται στη Σεούλ και αρχικά αποτελούνταν από περισσότερα από 100 κτίρια. Ουσιαστικά η ανέγερση παγόδων σταμάτησε την προηγούμενη περίοδο. Από τις λίγες παγόδες που κατασκευάστηκαν την περίοδο Γι, σημαντικότερη είναι η μαρμάρινη παγόδα που βρίσκεται στο Άλσος της Παγόδας στη Σεούλ και χτίστηκε το 1467.

Η σύγχρονη νοτιοκορεατική αρχιτεκτονική δέχτηκε μεγάλες επιδράσεις στα μέσα του 20ού αι. από τη Δύση. Τα σύγχρονα κτίρια, ιδίως στις μεγάλες πόλεις της χώρας, κατασκευάζονται με βάση τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, γίνεται όμως προσπάθεια να συνδυαστεί η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική με τα εθνικά αρχιτεκτονικά στοιχεία.

Λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κορεατική λογοτεχνία πρωτοεμφανίζεται τον 1ο αι. π.Χ. και διακρίνεται σε δύο ομάδες έργων: α) εκείνα που γράφτηκαν στην κορεατική γλώσσα, είτε με τη βοήθεια του σημειογραφικού συστήματος γραφής της τοπικής γλώσσας με κινεζικούς χαρακτήρες (ιντού) είτε με τη βοήθεια του κορεατικού αλφαβήτου (χανγκούλ) που ανακαλύφθηκε το 1446 και β) εκείνα που γράφτηκαν στην κινεζική γλώσσα.

Τα ποιήματα στο μεγαλύτερο μέρος τους συνοδεύονται από μουσική και τραγουδιούνται. Τα παλαιότερα είναι τραγούδια της φύσης ή της υπαίθρου (χιάνγκα) που γράφονταν από τον 6ο έως το 10ο αι. Ακολούθησε ένα νέο ποιητικό είδος το οποίο επικράτησε την περίοδο της δυναστείας Σίλα και είναι γνωστό με την ονομασία σάνγκα. Πρόκειται για ποιήματα 10 έως 50 στίχων και κάθε στίχος αποτελούνταν από τρεις ομάδες συλλαβών και κάθε ομάδα από τρεις συλλαβές. Τα πιο γνωστά ποιήματα αυτού του είδους είναι τα: Σονγκιόνγκ πγιολγκόκ (Το τραγούδι του Πιόνγκγιανγκ), Τσονγκσάν πγιολγκόκ (Τραγούδι των πράσινων βουνών) και Κασιρί (θα πας εκεί). Μια παραλλαγή αυτών των ποιημάτων αποτελούν τα ποιήματα κιόνγκι, φιλοσοφικού περιεχομένου. Την περίοδο της δυναστείας Γι, που αποτελεί και την τελευταία περίοδο κατά την οποία γράφτηκαν ποιήματα στην αρχαία κορεατική γλώσσα, κυριαρχεί ο τύπος σίγιο, που αποτελείται από τρεις στίχους, από τους οποίους οι δύο πρώτοι αναπτύσσουν το θέμα και ο τρίτος δίνει το συμπέρασμα. Οι γνωστότεροι λογοτέχνες που καλλιέργησαν αυτό το είδος είναι ο ναύαρχος Λι Σουνσίν και η ποιήτρια Χβανγκ Σιν-ι. Ένα άλλο είδος που καλλιεργήθηκε αποτελούνταν από ποιήματα των οποίων κάθε στίχος περιείχε δύο ομάδες και κάθε ομάδα τέσσερις συλλαβές. Το είδος αυτό ονομαζόταν κάσα και αρχικά αντλούσε τα θέματα του από τη φύση, αργότερα όμως, ύστερα από τις επιδρομές των Ιαπώνων (τέλη 16ου αι.) και των Μαντσού (αρχές 17ου αι.), τα θέματά του έγιναν περισσότερο ρεαλιστικά και πατριωτικά. Από το είδος κάσα προήλθε το μελόδραμα τσανγκόκ.

Το πρώτο μυθιστόρημα της αρχαίας κορεατικής λογοτεχνίας είναι το "Παϊγκούν σοσόλ" (Το μυθιστόρημα του λευκού σύννεφου) του Γι Κγιου-μπο (1168-1241) και είναι γραμμένο στα κινεζικά. Μόλις το 1750 γράφτηκε το πρώτο μυθιστόρημα στα κορεατικά. Πρόκειται για το "Χονγκ Κιλτόνγκ τσον" (Ιστορία του Χονγκ Κιλτόνγκ) του Χο Κγιουν, που έχει ως θέμα του τις διακρίσεις σε βάρος των νόθων παιδιών. Στα αγαπημένα θέματα των Κορεατών λογοτεχνών συγκαταλέγονται ο έρωτας, οι συγκρούσεις ανάμεσα στην πεθερά και τη νύφη και οι διάφορες μηχανοραφίες της Αυλής. Πάντα στο τέλος το καλό θριαμβεύει και το κακό νικιέται. Συχνά απουσιάζει η χρονολογία συγγραφής και το όνομα του συγγραφέα, λόγω του ότι εκείνη την εποχή η συγγραφή μυθιστορήματος στη λαϊκή γλώσσα θεωρούνταν κάτι το ταπεινωτικό. Αξιόλογα έργα της κορεατικής πεζογραφίας είναι τα "Κου ουν μονγκ" (Το όνειρο των εννιά σύννεφων) και το "Σασί ναμγιόνγκ" του Κιμ Μαντσούνγκ (1637-1692). Το μεγαλύτερο όμως αριστούργημα της κορεατικής πεζογραφίας θεωρείται το "Τσουνχιάνγκ τσον" (Η ιστορία του Τσουνχιάνγκ), το οποίο αφηγείται τον έρωτα ανάμεσα σε ένα νεαρό αριστοκράτη και μια γκέισα που κατορθώνει να νικήσει τους κοινωνικούς φραγμούς και τη διαφθορά στις δημόσιες υπηρεσίες.

Η σύγχρονη κορεατική λογοτεχνία είναι γραμμένη στην καθομιλουμένη κορεατική γλώσσα. Η εποχή του "νέου μυθιστορήματος" εγκαινιάζεται το 1906 με την έκδοση του μυθιστορήματος "Χγιολ-ουί νου" (Αιμάτινα δάκρυα) του Γι Ινζίκ. Αντίστοιχα την έναρξη της εποχής της "νέας ποίησης" σηματοδοτεί η έκδοση του ποιήματος "Χάε-εγκεσό σονιόν-εγκέ" (Από τη θάλασσα στον νεαρό) του Τσοέ Ναμσόν. Μέχρι τη διχοτόμηση της χώρας το 1948 η κορεατική λογοτεχνία διανύει μια περίοδο κατά την οποία αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μεγάλα ρεύματα: α) του ρεαλισμού με κυριότερους εκπροσώπους τους Κιμ Τονγκίν, Χγιον Τσιγκόν, Γι Κβανγκσού και Να Τοχγιάνγκ και αυτό της "φυγής" στην ύπαιθρο, με κυριότερους εκπροσώπους τους Γι Χγιοσόκ και Κιμ Σοβόλ.

Καλές τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κορεατική τέχνη στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της δέχτηκε πολλές επιδράσεις από την τέχνη της Κίνας και της Ιαπωνίας, ανέπτυξε όμως ένα δικό της χαρακτήρα, ο οποίος διακρίνεται για την απλότητα και τον αυθορμητισμό του. Ο νατουραλισμός και η αρμονία με τη φύση κυριάρχησαν στην κορεατική τέχνη από πολύ νωρίς και οδήγησαν στην αποφυγή κάθε ακρότητας τόσο ως προς την οικονομία του σχήματος όσο και ως προς τη χρήση των διακοσμητικών μοτίβων. Σε ολόκληρη την Κορεατική χερσόνησο έχουν βρεθεί προϊστορικοί αρχαιολογικοί οικισμοί που ανάγονται στην Παλαιολιθική και Νεολιθική εποχή, όμως έχουν διασωθεί ελάχιστα αντικείμενα από την τέχνη αυτής της περιόδου.

Ζωγραφική/Κεραμική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ζωγραφική άκμασε στην Κορέα κατά την περίοδο των τριών μεγάλων βασιλείων (57 π.Χ.-668 μ.Χ.). Δείγματά τους αποτελούν οι τοιχογραφίες των βασιλικών τάφων και οι ζωγραφικές παραστάσεις που φυλάσσονται στο Εθνικό Μουσείο της Σεούλ.

Τοιχογραφία σε τάφο της περιόδου Κογκουριό.

Τα πρώτα αξιόλογα δείγματα ζωγραφικής προέρχονται από τους τάφους του Κογκουριό και του Παεκτσέ και χρονολογούνται τον 5ο-6ο αι. Πρόκειται για τοιχογραφίες σε χρώματα βαθυκίτρινο, καφεκόκκινο, μαύρο, ιώδες και πράσινο που παρουσιάζουν διακοσμητικά θέματα (κληματίδες, άνθη, σύννεφα), συμβολικά ζώα, χορούς και προσωπογραφίες του νεκρού άρχοντα και της συζύγου του. Αργότερα οι γραμμές γίνονται πιο τολμηρές και ζωντανές, ενώ οι προσωπογραφίες δεν απεικονίζουν το νεκρό άρχοντα να κάθεται με επισημότητα σαν θεός, αλλά σε συνδυασμό με κάποιο σημαντικό γεγονός της ζωής του. Η ζωγραφική στη συνέχεια δέχεται επιδράσεις από την κινεζική τέχνη, τα χρώματα γίνονται ζωηρότερα, ενώ τα θέματα είναι επηρεασμένα από την ταοϊστική θρησκευτική τέχνη. Από τις διακοσμητικές τέχνες ξεχωρίζει η μεταλλοτεχνία. Στους ασύλητους τάφους του βασιλείου Σίλα έχουν βρεθεί αναρίθμητα κοσμήματα, όπως περιδέραια, βραχιόλια και δαχτυλίδια από χρυσό, άργυρο και μπρούντζο, καθώς επίσης χρυσά ή μπρούντζινα στέμματα και διαδήματα που φορούσαν οι βασιλείς και οι ανώτεροι αξιωματούχοι.

Κανάτα των Τριών Βασιλείων.

Η κεραμική, μολονότι επηρεάστηκε από την κινεζική της δυναστείας των Χαν, ανέπτυξε μια εντελώς κορεατική τεχνοτροπία και έγινε η κυριότερη έκφραση της καλαισθησίας και της ικανότητας των Κορεατών τεχνιτών. Στην ανάπτυξη της κεραμικής και αγγειοπλαστικής βοήθησε ιδιαίτερα η ύπαρξη πλούσιων κοιτασμάτων καολίνης (συστατικού της πορσελάνης) και ενός άλλου ορυκτού που δίνει στο κεραμικό αντικείμενο υαλώδη μορφή. Οι επικρατέστεροι τύποι αγγειοπλαστικής είναι τα κύπελλα με βάση, οι πίθοι με όρθιους λαιμούς και τα ειδώλια ανθρώπων και ζώων. Την περίοδο του κράτους Σίλα η κατασκευή αγγείων συνεχίστηκε, ενώ για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε μολυβδούχο υάλωμα σε καφεκίτρινο ή πρασινωπό χρώμα. Σημαντική ανάπτυξη την περίοδο αυτή γνώρισε επίσης η μεταλλοτεχνία. Από την εποχή της δυναστείας Κοριό διασώζονται λιγοστά δείγματα πρωτότυπης ζωγραφικής, ανάμεσα στα οποία μία σκηνή κυνηγιού και δύο τοπιογραφίες, τα οποία ακολουθούν την τεχνοτροπία της κινεζικής ζωγραφικής που επικράτησε κατά τη δυναστεία των Σουνγκ (960-1279). Στην αγγειοπλαστική συνεχίστηκε η κατασκευή γκριζωπών λιθοκέραμων αντικειμένων, ενώ στην κεραμική αναπτύχθηκαν καινούριες τεχνικές όπως η εγχάραξη πάνω στα αγγεία διακοσμητικών μοτίβων και η επικάλυψη στη συνέχεια της χαρακιάς με λευκό καολίνη ή μαύρο χρώμα. Ακολουθούσε το ψήσιμο και η εφυάλωση των κεραμικών αντικειμένων, που έμειναν γνωστά με την ονομασία σανγκάμ. Στα μέσα περίπου του 11ου αι. κατασκευάστηκε ένα νέο είδος πορσελάνης με υάλωμα σελατόν.

Τα είδη μεταλλοτεχνίας εξακολούθησαν να παράγονται, ο αριθμός τους όμως άρχισε να μειώνεται και η τεχνική τους να γίνεται πολύ κατώτερη. Στη ζωγραφική μέχρι τα τέλη του 16ου αι. κυριαρχούν οι αυλικοί ζωγράφοι (Αν Κιόν, Τσόι Κιονγκ, Γι Σανγκ-τσα), οι οποίοι ακολουθούν την τεχνοτροπία της βόρειας σχολής της κινεζικής ζωγραφικής. Από το 17ο αι. και έπειτα παρατηρείται μια μεταστροφή από την παραδοσιακή βόρεια Σουνγκ τεχνοτροπία προς την ακαδημαϊκή τεχνοτροπία Τα` ινγκ της νότιας κινεζικής σχολής. Η σημαντικότερη μορφή αυτής της περιόδου είναι ο ζωγράφος Τσονγκ Σον, που ασχολείται με την απεικόνιση πραγματικών κορεατικών τοπίων, όπως του όρους Κουμγκάνγκ στην κεντροανατολική Κορέα. Όλο και περισσότεροι ζωγράφοι όπως οι Κιμ Χονγκ-ντο, Σιν Γιουν-μποκ και Κιμ Τουκ-σιν απεικονίζουν στα έργα τους εθνικές σκηνές της καθημερινής ζωής της Κορέας, ενώ από τα μέσα του 19ου αι. ζωγράφοι όπως οι Τσο Τσονγκ-Κίου, Χο Γιου, Τσανγκ Σουνγκ-ομπ και Τσο Σοκ-τσιν ασχολούνται με έργα πιο επιτηδευμένα και ακαδημαϊκά (π.χ. προσωπογραφίες Κορεατών αξιωματούχων).

Στα τέλη του 19ου αι. κάνει την εμφάνισή της στην κορεατική ζωγραφική η δυτική τεχνοτροπία με την τεχνική της φωτοσκίασης στις προσωπογραφίες. Στις αρχές της ιαπωνικής κατοχής οι Κορεάτες ζωγράφοι με σημαντικότερους τους Τσο Σοκ-τσιν και Αν Τσουνγκ-σικ είναι επηρεασμένοι από τη νότια κινεζική τεχνοτροπία. Τη δεκαετία του 1930 η κορεατική ζωγραφική βρίσκεται κάτω από την επιρροή ισχυρών ιαπωνικών και ευρωπαϊκών επιδράσεων. Διακεκριμένοι ζωγράφοι αυτής της περιόδου είναι οι Πιόν Κβανσίκ, Κιμ Εουνχό, Γσι Ανγκμπόμ και Νο Σουχιόν, οι οποίοι μεταχειρίζονται με την ίδια ευκολία το μελάνι και την ακουαρέλα και δημιουργούν γνήσια έργα αφηρημένης τέχνης. Η ελαιογραφία που εισάγεται από την Κίνα αρχικά περνά απαρατήρητη, στη συνέχεια όμως μέσω της ιαπωνικής κατοχής κυριαρχεί στην Κορεατική χερσόνησο και δημιουργεί μια συγκρατημένη τεχνοτροπία που έχει τις ρίζες της στον εμπρεσιονισμό.

Γλυπτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο βασίλειο Κονγκουριό επικράτησε η βουδιστική γλυπτική, από την οποία διασώζονται λίγα κομμάτια πήλινων μορφών. Το παλαιότερο από αυτά είναι ένα μπρούντζινο επιχρυσωμένο άγαλμα ενός Βούδα, που χρονολογείται το 539 και παρουσιάζει έντονη την επίδραση της βόρειας κινεζικής γλυπτικής. Οι μορφές του Βούδα γίνονται πιο νατουραλιστικές στο βασίλειο Παεκτσέ, ενώ στο βασίλειο Σίλα η νατουραλιστική τέχνη του Παεκτσέ συνεχίζεται, γίνεται όμως πιο στατική και συντηρητική. Στη διάρκεια του 7ου αι. αυξάνεται η κατασκευή πέτρινων αγαλμάτων και το ενδιαφέρον που δίνεται για τον όγκο του σώματος δείχνει σαφή επίδραση της κινεζικής γλυπτικής της πρώιμης περιόδου Τα` ανγκ. Τα άκαμπτα και ογκώδη σώματα των κορεατικών όγκων απέκτησαν στις αρχές του 8ου αι. μια πιο νατουραλιστική μορφή, από τα μέσα όμως του 8ου αι. η τεχνοτροπία και η τεχνική άρχισαν να παρακμάζουν πράγμα που οδήγησε στη σχηματοποίηση των μορφών που κυριάρχησε τους επόμενους αιώνες. Την περίοδο της δυναστείας των Κορυό η κορεατική γλυπτική γνώρισε μια βραχύβια περίοδο ακμής. Παρόλο που η γλυπτική των εργαστηρίων εμφανίζει σημάδια παρακμής από το 12ο αι. και έπειτα αξιόλογοι γλύπτες δρουν στην ύπαιθρο. Ένας από αυτούς σκάλισε μια σειρά από ξύλινες θεατρικές μάσκες στο χωριό Χαχόι στη νοτιοανατολική Κορέα, οι οποίες χαρακτηρίζονται από έναν εξωτικό ρεαλισμό και είναι φιλοτεχνημένες με βάση τα πρότυπα που εισήχθησαν την περίοδο των Τα` ανγκ από την Κίνα. Την περίοδο της κυριαρχίας της δυναστείας Γι (1392-1910) η καθιέρωση του κομφουκιανισμού ως επίσημης θρησκείας του κράτους είχε ως αποτέλεσμα την εξάλειψη την παραδοσιακής θρησκευτικής γλυπτικής, ενώ όσα αγάλματα του Βούδα εξακολουθούν να κατασκευάζονται είναι συνήθως ξύλινα και καλλιτεχνικώς ασήμαντα. Η κοσμική γλυπτική περιλαμβάνει πέτρινα επιτάφια αγάλματα πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, τα οποία έφταναν συχνά σε ύψος μεγαλύτερο από δύο μέτρα και από το 1600 περίπου απέδιδαν το ανθρώπινο σώμα με άκαμπτες γραμμές, υπερμεγέθη κεφάλια και έντονα χαρακτηριστικά.

Μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μουσική παρέλαση στην Κορέα.

Η κορεατική μουσική, παρόλο που δέχτηκε πολλαπλές επιδράσεις από άλλους πολιτισμούς (κυρίως από τον κινεζικό), δημιούργησε ένα δικό της χαρακτήρα, ο οποίος αναπτύχθηκε στο χώρο της Αυλής και διατηρήθηκε έως σήμερα. Η αυλική αυτή ορχηστρική μουσική διακρίνεται σε τρία είδη:

  1. την κομφουκιστική τελετουργική μουσική α-ακ
  2. την κινεζική μουσική, που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια των δυναστειών Τα` ανγκ και Σανγκ Σανγκ-ακ
  3. την αυλική μουσική Χιάνγκ-ακ.

Καθένα από αυτά τα είδη συνοδεύεται από διαφορετικά μουσικά όργανα.

Το πιο σημαντικό πνευστό όργανο της κορεατικής μουσικής είναι το φλάουτο taekeum, το οποίο παράγει μια μεγάλη ποικιλία ήχων. Από τα έγχορδα ξεχωρίζει το kayakeum, το οποίο αποτελείται από 12 κινητές γέφυρες, οι οποίες επιτρέπουν την αλλαγή του τονικού ύφους κάθε χορδής, το komungo, το a`chiang και το haekeum, ένα λαούτο με δοξάρι, μοναδικό στο είδος του. Από τα κρουστά μουσικά όργανα, το σημαντικότερο είναι το μεμβρανόφωνο changko, ενώ σημαντική κρίνεται και η παρουσία των κινεζικών μουσικών οργάνων που συνοδεύουν την κορεατική μουσική. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι τονισμένες καμπάνες (pyonchong), ο πολύαυλος saing, καθώς και τα σιδερένια αμόνια (pang-hyang). Οι γνώσεις μας για την κορεατική μουσική προέρχονται κυρίως από το Akhak Kwebon (Εγχειρίδιο της Μουσικής), το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1493.

Οι πιο συνηθισμένες μορφές της κορεατικής μουσικής είναι η μουσική για έγχορδα pyngugu, τα αφηγηματικά τραγούδια kasa και kagok και η μπαλάντα Jaeka. Όσον αφορά τη φωνητική της κορεατικής μουσικής, αυτή μοιάζει περισσότερο με το ισπανικό φλαμένκο και τα αραβικά τραγούδια παρά με τα κινεζικά και ιαπωνικά, ενώ ο συνδυασμός των πολλών ετερόφωνων μουσικών οργάνων προσδίδει στο τραγούδι ζωντάνια και χαρούμενο ρυθμό.

Σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της μουσικής λαϊκής παράδοσης παίζει το Ίδρυμα Εθνικής Κλασικής Μουσικής. Υπάρχει επίσης η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα και άλλες συμφωνικές ορχήστρες στις μεγάλες πόλεις της χώρας, οι οποίες κατά καιρούς δίνουν συναυλίες στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει κάνει έντονη την παρουσία της η δυτική μουσική, η οποία έχει εξαπλωθεί σε μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού και κυρίως στους νέους.

Χορός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χορός αποτελεί την παλαιότερη και σημαντικότερη από τις κορεατικές πολιτιστικές παραδόσεις. Οι απαρχές του ανάγονται τον 7ο αι. μ.Χ., όταν στο βασίλειο του Κογκουριό υπήρχε ένα ρεπερτόριο 24 χορών. Οι μισοί από αυτούς εκτελούνταν με μάσκες, οι οποίες αποτελούσαν σημαντικό θρησκευτικό και καλλιτεχνικό στοιχείο και είχαν μαγικό-ανιμιστικό συμβολισμό. Οι χοροί αυτοί, που είναι χαρακτηριστικοί για τις αργές κινήσεις τους, συνήθως συνοδεύονταν από ακροβατικές επιδείξεις, ταχυδακτυλουργίες και παραστάσεις με μαριονέτες. Αργότερα, κάτω από την επίδραση του βουδισμού, απέκτησαν έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και μετατράπηκαν σε μια ακριβή και στυλιζαρισμένη τέχνη που παρουσιαζόταν προς τιμή της γέννησης του Βούδα ή με αφορμή τη χειμερινή γιορτή των νεκρών και των πνευμάτων. Την περίοδο της κυριαρχίας της δυναστείας Κοριό (935-1392) στο κορεατικό ρεπερτόριο εισάγεται η κινεζική αυλική τέχνη Τα`ανγκ και ο διάλογος, δημιουργούνται επαγγελματικές ομάδες χορευτών και τα θεάματα χάνουν την έντονη θρησκευτικότητά τους. Η απομάκρυνση του βουδισμού και η άνοδος της δυναστείας Γι εγκαινιάζει μια νέα εποχή για το κορεατικό χορο-θέατρο με την είσοδο καινούριων χορογραφικών επινοήσεων και τη μετατόπιση του χώρου τέλεσης από την Αυλή στα επαγγελματικά συγκροτήματα. Στις αρχές του 20ού αι. οι ιαπωνικές και δυτικές επιδράσεις έχουν αλλοιώσει τον αυθεντικό χαρακτήρα της κορεατικής παράδοσης. Μια από τις αρχαίες παραδόσεις που εξαφανίζονται σιγά σιγά είναι και εκείνη των νομάδων που τριγυρνούν στις επαρχίες του νότου και τραγουδούν με τη συνοδεία τοπικών οργάνων. Ωστόσο καταβάλλονται προσπάθειες για τη διατήρηση των παραδοσιακών μορφών και την αναβίωση κάποιων άλλων που έχουν εκλείψει.

Θέατρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέατρο άρχισε να αναπτύσσεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και έπειτα, κυρίως ύστερα από τη λειτουργία του Πειραματικού θεάτρου, στη σκηνή του οποίου ανέβηκαν αρκετά έργα, χαμηλού όμως καλλιτεχνικού περιεχομένου.

Κινηματογράφος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάλογη πορεία ακολούθησε και ο κινηματογράφος της χώρας. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έντονη η δυτική - κυρίως η αμερικανική - επίδραση σε όλους τους τομείς της τέχνης και της ζωής, που έχει ως συνέπεια την απομάκρυνση από τις παραδοσιακές αντιλήψεις και πρακτικές.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. About Korea Επίσημη πύλη για την Κορέα
  2. 2,0 2,1 Νότια Κορέα CIA World Factbook
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 «World Economic Outlook Database». ΔΝΤ. Οκτώβριος 2010. http://www.imf.org/external/pubs/ft/weo/2010/02/weodata/weorept.aspx?sy=2010&ey=2011&scsm=1&ssd=1&sort=country&ds=%2C&br=1&pr1.x=35&pr1.y=10&c=542&s=NGDPD%2CNGDPDPC%2CPPPGDP%2CPPPPC%2CLP&grp=0&a=. Ανακτήθηκε στις 18-10-2010. 
  4. Σκάι, Νίκη συντηρητικών στη Νότια Κορέα – κόρη πρώην δικτάτορα η νέα πρόεδρος, 19-12-2012.
  5. Βιβλίο Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά 2014, Watch Tower Bible And Tract Society of Pennsylvania, σελ. 180
  6. "Facts and Statistics", mormonnewsroom.org

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
 LP  Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το αντίστοιχο λήμμα της Live-Pedia. (ιστορικό).

Η εισαγωγή του κειμένου της Livepedia στη Βικιπαίδεια έγινε πριν την 1η Νοεμβρίου 2008, συνεπώς ισχύει η διπλή αδειοδότηση υπό την άδεια CC-BY-SA 3.0 και την GFDL.