Ανατολική Ρωμυλία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ανατολική Ρωμυλία

Αυτόνομη Επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
1878 - 1885

Map of Bulgaria and Eastern Rumelia in 1882.jpg
Η Ανατολική Ρωμυλία κατά το 1882

Πρωτεύουσα Φιλιππούπολη

Σημερινό κράτος Βουλγαρία
Η σημαία της αυτόνομης Ανατολικής Ρωμυλίας
Στα γραμματόσημα των σχεδίων 1881 και 1884 αναγράφεται το όνομα της επαρχίας με Λατινικούς , Ελληνικούς και Κυριλλικούς χαρακτήρες.

Με το όνομα Ανατολική Ρωμυλία ή Ρουμυλία ονομάστηκε επίσημα η περιοχή της βόρειας Θράκης από τη Συνθήκη του Βερολίνου (1878) με την οποία και μετετράπηκε η θρακική αυτή περιοχή σε αυτόνομη επαρχία, υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σήμερα ανήκει στην Βουλγαρία, και εκτείνεται από τη Φιλιππούπολη ως τις ακτές του Εύξεινου πόντου.

Από τα τέλη του 14ου αιώνα έγινε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[1]. Απέκτησε ημι-αυτόνομο καθεστώς με τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878 που αναθεώρησε την προ λίγων μηνών υπογραφείσα Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου μεταξύ της Ρωσίας και των Οθωμανών. Η συνθήκη προέβλεπε χριστιανό κυβερνήτη, που θα οριζόταν με σύμ­φωνη γνώμη της Τουρκίας και των Μεγάλων δυνάμεων. Την εσωτερική τάξη θα διασφάλιζε τοπική εθνοφρουρά, που θα σχηματιζόταν από ντόπι­ους πολίτες. Η πρωτεύουσα της επαρχίας ήταν το Πλόβντιβ (γνωστό και ως Φιλιππούπολη) και τελικά κυβερνήτης ορίστηκε ο πρίγκηπας Αλέξανδρος Βάττενμπεργκ ως Αλέξανδρος της Βουλγαρίας.

Μετά την επικράτηση 1884, ως ηγεμόνα της Ανατολικής Ρωμυλίας του Βούλγαρου Γαβριήλ Κρέστεβιτς[2] και συνακόλουθα την άνοδο στα υψηλότερα αξιώματα του κρατικού μηχανισμού της βουλγαρικής εθνοφυλακής ο τότε Βασίλειος Αγχιάλου απομακρύνεται από την έδρα του και διδάσκει στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Επιστρέφει για λίγο στην Αγχίαλο, αλλά οι αντιδράσεις των Βουλγάρων ανάγκασαν το πατριαρχείο να τον εκλέξει στα τέλη του 1884 Μητροπολίτη Σμύρνης,[3] αξίωμα που διατήρησε ως το θάνατό του.

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1885 με την σύμφωνη γνώμη του πρίγκηπα Αλέξανδρου Βάττεμπεργκ, εθνικιστές Βούλγαροι της Ρωμυλίας οργάνωσαν πραξικόπημα ενάντια της Τουρκικής ηγεμόνευσης και κήρυξαν την ένωση της επαρχίας με το Πριγκηπάτο της Βουλγαρίας. Η Τουρκία δεν αντέδρασε, αλλά η Ρωσία εκδήλωσε την αντίθεσή της στην πρωτοβουλία της Βουλγαρίας με την διαταγή του τσάρου Αλέξανδρου Γ' να αποχωρήσουν όλοι οι Ρώσοι αξιωματικοί και σύμβουλοι του Βουλγαρικού στρατού. Η Σερβία και Ελλάδα διαμαρτυρήθηκαν για την καταπάτηση της συνθήκης του Βερολίνου. Η Σερβία κήρυξε πόλεμο εναντίον της Βουλγαρίας στις 14 Νοεμβρίου με την απαίτηση να της παραχωρηθεί ένα κομμάτι της Ανατολική Ρωμυλίας, αλλά ηττήθηκε στην μάχη της Σλίβνιτσα (17-19 Νοεμβρίου). Ο Βουλγαρικός στρατός προέλασε στην Σερβία και τελικά συμφωνήθηκε ανακωχή όταν η Αυστρουγγαρία απείλησε να μπει στο πόλεμο στο πλευρό της Σερβίας. Μετά τον πόλεμο η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (3 Μαρτίου 1886) επανέφερε τα προπολεμικά Σερβοβουλγαρικά σύνορα και άφησε την Ανατολική Ρωμυλία και την Βουλγαρία ενωμένες.

Τον Απρίλιο του 1886 οι στόλοι πέντε ευρωπαϊκών Δυνάμεων απέλεισαν τα λιμάνια της Ελλάδας, η οποία είχε κηρύξει επιστράτευση ήδη από το Σεπτέμβριο του 1885, στα πλαίσια της κρίσης που προκάλεσε η προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από τη Βουλγαρία.[4]
Στις αρχές του 20ου αιώνα, στα πλαίσια της δημιουργίας του Βουλγαρικού εθνικού κράτους, έγιναν διωγμοί των Ελλήνων και της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που είχαν ως αποτέλεσμα την ανταλλαγή πληθυσμών και την μεταφορά στην Ελλάδα των Ελλήνων της Αν. Ρωμυλίας. Ειδικότερα, το 1906, με τον νόμο "Περί Δημοσίας Εκπαιδεύσεως" του 1891, καταργήθηκαν τα Ελληνικά σχολεία και εγκαταστάθηκαν σ' αυτά Βούλγαροι δάσκαλοι. Στην έδρα της Ελληνικής Μητρόπολης της Φιλιππούπολης και άλλων πόλεων εγκαταστάθηκαν Βούλγαροι Μητροπολίτες. Στις 16 Ιουλίου 1906, μετά από ανθελληνικά δημοσιεύματα Βουλγαρικών εφημερίδων, έγινε μεγάλο συλλαλητήριο και ταραχές κατά τις οποίες βουλγαρικός όχλος κατέστρεψε σπίτια, εκκλησίες και σχολεία των Ελλήνων σε όλες τις πόλεις της Αν. Ρωμυλίας. Μετά από αυτά τα γεγονότα, περίπου 37.000 Έλληνες της περιοχής πέρασαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν κυρίως στην περιοχή της Θεσσαλίας, ενώ άλλοι παρέμειναν στη Βουλγαρία[5].

Η επαρχία είναι γνωστή σήμερα μεταξύ φιλοτελιστών , καθώς εξέδωσε δικά της γραμματόσημα από το 1880 εως το 1885 .

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ottoman period in the history of Bulgaria. Άρθρο στην αγγλική Wikipedia
  2. Αιμίλιος Λεγκράν, Biblioteque grecane-Vulgarie (1880-1902)
  3. Σπυρίδων Σφέτας, Ελληνοβουλγαρικές αναταράξεις 1880-1908 2008 ISBN 960-458-170-8
  4. Ελληνική Ιστορία, Εκδοτική Αθηνών, τόμ. ΙΓ σ.331
  5. Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη (1904-1908). Έκδοση Γενικού Επιτελείου Στρατού, Αθήνα, 1998, σελ. 258-261.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετικά λήμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]