Μοισία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η θέση της Μοισίας (κόκκινο) στο Ρωμαϊκό Κράτος

Μοισία (λατινικά: Provincia Moesiarum, επαρχία των Μοισών) ονομαζόταν κατά τον 1ο αι. μ.Χ. μια επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία εκτεινόταν στα βόρεια Βαλκάνια.

Η επαρχία γνώρισε πολλές διασπάσεις΄στο πέρασμα των χρόνων, όμως η ονομασία της παρέμεινε επί πολλούς αιώνες σε χρήση ως ευρύτερος γεωγραφικός όρος, περιγράφοντας τα εδάφη από τον ποταμό Δούναβη (Β) έως τις οροσειρές του Σάρου και του Αίμου (Ν) και από τον ποταμό Δρίνο (Δ) μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα (Α). Με βάση το σημερινό χάρτη της Βαλκανικής Χερσονήσου, περιείχε τη βόρεια Βουλγαρία, μεγάλα τμήματα της Σερβίας και της ΠΓΔΜ, καθώς και λίγα εδάφη της Ρουμανίας - Μολδαβίας - Ουκρανίας που βρίσκονται κοντά στις εκβολές του Δούναβη.

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσπάθεια των Ρωμαίων να κατακτήσουν τη Μοισία ξεκινά το 75 π.Χ. όταν ο ανθύπατος Γάιος Σκριβώνιος Κούριος, έπαρχος της Μακεδονίας, έφτασε μέχρι το Δούναβη καθυποτάσσοντας τοπικές φυλές. Η επαρχία συγκροτήθηκε τύποις το 29 π.Χ. (είναι η τελευταία της δημοκρατικής περιόδου) και προοριζόταν να διοικείται από αντιστράτηγο. Δύο χρόνια αργότερα, με την εγκαθίδρυση της Αυτοκρατορίας από τον Οκταβιανό, η ίδρυσή της φαίνεται πως ανεστάλη. Το 6 μ.Χ. την βρίσκουμε πλέον οργανωμένη και χαρακτηρισμένη ως αυτοκρατορική - δηλ. επαρχία που υπαγόταν στην άμεση δικαιοδοσία του θρόνου και διοικείτο από προσωπικούς απεσταλμένους του (λεγάτους), χωρίς δικαίωμα παρέμβασης από τη Σύγκλητο.

Οι κάτοικοι της περιοχής κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν κυρίως ιλλυρικής καταγωγής στα δυτικά, θρακικής και γετικής-δακικής στα ανατολικά. Οι Μοισοί που έδωσαν το όνομά τους στην επαρχία, ήταν πιθανά Θράκες. Στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας κατοικούσαν επίσης Έλληνες, ενώ στα αστικά κέντρα ήταν έντονη η παρουσία Ρωμαίων στρατιωτικών, διοικητικών υπαλλήλων και εμπόρων.

Το 85 μ.Χ. ο Δομιτιανός την διαίρεσε σε δύο επαρχίες, την Άνω Μοισία (δυτικά εδάφη) και την Κάτω (ανατολικά). Σπουδαίες πόλεις της πρώτης ήταν η πρωτεύουσα Βιμινάκιον, η Σιγγιδών, η Μπονόνια και οι Σκουποί, ενώ της δεύτερης οι Νόβαι, η Μαρκιανούπολις, η Νικόπολις η προς Ίστρον, η Οδησσός (η σημερινή Βάρνα) και οι Τόμοι. Οι δύο τελευταίες ήταν παλαιές ελληνικές αποικίες που διατηρούσαν τον ελληνικό χαρακτήρα τους.

Τα κεντρικά και βόρεια Βαλκάνια στα μέσα του 2ου αιώνα. Οι Moesia Inferior και Superior είναι αντίστοιχα οι Κάτω και Άνω Μοισία.

Μετά την πτώση της Δακίας (σημερινής Ρουμανίας) στα χέρια των Γότθων και τη μαζική μετεγκατάσταση Ρωμαίων πολιτών νοτίως του Δούναβη στα τέλη του 3ου αιώνα, οι Αυρηλιανός και Διοκλητιανός αναδιοργάνωσαν τη Μοισία σε ακόμα μικρότερες επαρχίες, με σημαντικότερη μεταβολή την ίδρυση της Δαρδανίας (νότια Άνω Μοισία) με πρωτεύουσα τη Ναϊσσό .

Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατο του Φλάβιου Θεοδοσίου (395) και τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε Ανατολική (την καλούμενη Βυζαντινή) και Δυτική, η Μοισία κληροδοτήθηκε στην Ανατολή. Ήδη η περιοχή δεχόταν αλλεπάλληλες επιδρομές από γερμανικά φύλα της αντίπερα όχθης του Δούναβη, στα οποία αργότερα προστέθηκαν και σλαβικά. Οι λαοί αυτοί αποσταθεροποίησαν μεν τη ρωμαϊκή κυριαρχία, αλλά για μεγάλο διάστημα η Κωνσταντινούπολη κατάφερνε να τους ελέγξει παραχωρώντας το καθεστώς του φοιδεράτου, οργανώνοντάς τους σε σκλαβινίες ή στρέφοντας τον έναν εναντίον του άλλου.

Η απώλεια της Μοισίας ξεκίνησε στα τέλη του 7ου αιώνα. Έχοντας να αντιμετωπίσει μια γενικευμένη εξέγερση στη Σικελία και αμέσως μετά τους Άραβες που κατέλαβαν το Αιγαίο και πολιορκούσαν τη Βασιλεύουσα, ο βυζαντινός στρατός άφησε ανενόχλητο ένα τουρκικό φύλο να εδραιώσει την κυριαρχία του στο δέλτα του Δούναβη: τους Βουλγάρους του Χαν Ασπαρούχ. Όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δ' μπόρεσε να ασχοληθεί μαζί τους το 680, οι Βούλγαροι - σε συνεργασία με την τοπική συνομοσπονδία των Επτά Σλαβικών Φυλών - τον κατατρόπωσαν και ξεχύθηκαν στη Μοισία. Την επόμενη χρονιά, μπροστά στον κίνδυνο να χαθεί η Θράκη και να δει τον Ασπαρούχ προ των πυλών της Κωνσταντινούπολης, ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε τη βουλγαρική κυριαρχία στην Κάτω Μοισία - για το λόγο αυτό το 681 θεωρείται ως το έτος ίδρυσης της Βουλγαρίας. Στους αιώνες που ακολούθησαν, χάθηκε και η παλαιά Άνω Μοισία εξαιτίας της ανεξαρτητοποίησης των Σέρβων (με απαρχή τη Ρασκία το 825) και κυρίως της επέκτασης των Βουλγάρων, οι οποίοι επί βασιλείας του Συμεών Α' έφτασαν ως την Αδριατική.

Στις αρχές του 11ου αι. ο βυζαντινός Βασίλειος Β' (Βουλγαροκτόνος) ανέκτησε ολόκληρη την περιοχή, αλλά με ιστορικά μεγέθη αυτό αποδείχθηκε ένα σύντομο διάλειμμα. Το 1185, η εξοντωτική φορολογική πολιτική του αυτοκράτορα Ισαακίου Β' αποτέλεσε την αφορμή για μαζική εξέγερση των Βουλγάρων και των Βλάχων υπό τους αδελφούς Ιβάν και Τοντόρ Ασέν - ο πόλεμος που ακολούθησε, σήμανε τη διά παντός απώλεια της Μοισίας για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Moesia της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).