Βουλγαρική Εξαρχία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Σιδηρά Εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολη - καθεδρικός ναός της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1913

Η Βουλγαρική Εξαρχία (βουλγαρικά: Българска екзархия, προφέρεται Bâlgarska ekzarkhia) συστήθηκε ως αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία με σουλτανικό φιρμάνι, κατά παράβαση των χριστιανικών διατάξεων και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στις 28 Φεβρουαρίου (π.ημερ.) / 12 Μαρτίου 1870, έχοντας έδρα την Κωνσταντινούπολη.
Το φιρμάνι αυτό αναγνώριζε ουσιαστικά την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην περιοχή της μετέπειτα Βουλγαρίας μετά τη βαθμιαία αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού που είχε αρχίσει να εμφανίζεται περί το 1840 και την εκδίωξη αργότερα των Ελλήνων κληρικών από την περιοχή μετά την επάνδρωσή της με Βούλγαρους ιεράρχες.

Η σύσταση της εξαρχίας αυτής αποτέλεσε αφενός μεν το "δούρειο ίππο" του ρωσικού πανσλαβισμού, στη Βαλκανική, αφετέρου δε τη μείωση της ισχύος του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη και βέβαια το κύριο εργαλείο και μέσον τόσο της βουλγαρικής ανεξαρτησίας όσο και της εκδήλωσης του άκρατου φυλετικού μίσους κατά των Σέρβων, Ρουμάνων και ιδιαίτερα των Ελλήνων, που διατηρήθηκε μέχρι και τον Β' Π.Π..

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νικολάι Ιγνάτιεφ, Τρετιάκοφ, Μόσχα, Ρώσος πρέσβης στην Πόλη (1864-77) διακεκριμένος Πανσλαβιστής, κύριος υποκινητής στην ίδρυση της Εξαρχίας[1]

Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας οι Βούλγαροι έκαναν αρκετούς αγώνες ανεξαρτησίας πλην όμως λόγω κυρίως έλλειψης συντονισμού δεν καρποφόρησαν με συνέπεια να υποστούν τεράστιες διώξεις από τους Τούρκους. Ως χριστιανικός λαός και αυτοί είχαν υποστεί παιδομάζωμα και όλη τη βαριά φορολογία που είχαν υποστεί και οι Έλληνες. Περί τα μέσα του 18ου αιώνα κυρίαρχη γλώσσα στη περιοχή ήταν η ελληνική[2]. Κατά συνέπεια οι κληρικοί που στέλνονταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν κυρίως Έλληνες, ή και Βούλγαροι που είχαν σπουδάσει ελληνικά όπως υπήρξε ο επίσκοπος της Βράτσα Στάικο Βλαδισλάβοφ που έφερε το όνομα Σωφρόνιος[3] και ο οποίος φέρεται να ήταν ο πρώτος που δημιούργησε εθελοντικό σώμα Βουλγάρων που πολέμησε στο πλευρό των Σέρβων κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ζητώντας ταυτόχρονα, ως πρόεδρος επιτροπής, τη βοήθεια του Τσάρου για την απελευθέρωση των ομοεθνών του κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1806 - 1812. Από τότε αρχίζει και η έντονη παρουσία της Ρωσίας στη Βαλκανική ως "Προστάτιδα Δύναμη" των ορθοδόξων χριστιανών.
Η Ελληνική επανάσταση του 1821 είχε επηρεάσει ιδιαίτερα τους Βουλγάρους όπου και οι πλέον ενθουσιώδεις εξ αυτών έσπευσαν και εντάχθηκαν στη δύναμη του πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη και του Βλαδιμηρέσκου, ενώ πολλοί κατέβηκαν ακόμα και στην Πελοπόννησο, το Μεσολόγγι, την Αττική κ.α. μαχόμενοι τους Τούρκους. Παρά τις προσπάθειες όμως της Ρωσίας να συντονίσει τη δράση των Βουλγάρων, λόγω του κατακερματισμού τους σε πολλές παροικίες, ένεκα των διώξεων που είχαν υποστεί, δεν κατέστη δυνατή η εθνική αφύπνιση, έναντι της οποίας εντατική θέση έλαβε ο πανσλαβισμός, ο οποίος με τη σειρά του άρχισε να παραγκωνίζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Παράλληλα με κάποιες πολιτικές κινήσεις των Βουλγάρων και με Φαναριώτες για ανεξαρτησία, "συνέπεσε" τότε και η τοποθέτηση του Ρώσου στρατηγού Νικολάι Ιγνάτιεφ πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος, επ' ωφελεία πρωτίστως των ρωσικών σχεδίων για την περιοχή, άρχισε να επιδίδεται έντονα στην βουλγαρική εθνική αφύπνιση δια του πανσλαβισμού. Οργανώνοντας προηγουμένως βουλγαρικό εθελοντικό σώμα, για την καταστολή της κρητικής επανάστασης του 1866-1869[4] απαίτησε στη συνέχεια από τον Σουλτάνο Αμπντούλ Αζίζ τη δημιουργία ανεξάρτητης βουλγαρικής εξαρχίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη.

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σουλτάνος Αμπντούλ Αζίζ

Ο Σουλτάνος Αμπντούλ Αζίζ προκειμένου να διατηρεί καλές σχέσεις με τη Ρωσία δέχθηκε αρχικά το "ρωσικό" αίτημα των Βουλγάρων πλην όμως το κράτησε υπό εξέταση. Το αίτημα περιελάμβανε αρχικά πλήρη ανεξαρτησία της υπό ίδρυση βουλγαρικής εξαρχίας, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με διοικητική περιφέρεια που περιελάμβανε περίπου τριάντα επισκοπικές περιφέρειες σε σχεδόν ισάριθμους καζάδες (= επαρχίες), τεσσάρων βιλαετίων (= νομών), από της Ρωμυλίας μέχρι του Μοναστηρίου. Σε μια τόση μεγάλη έκταση ήταν εξαιρετικά αμφίβολο αν πράγματι κυριαρχούσαν οι Βούλγαροι, αφού τουλάχιστον στις μεγάλες πόλεις και κωμοπόλεις οι Έλληνες αποτελούσαν την πλειονότητα των κατοίκων.

Τη διευθέτηση του ζητήματος ανέλαβε κατ' εντολή του Σουλτάνου ο Μέγας Βεζίρης Μεχμέτ Εμίν Ααλή Πασάς ο οποίος προσπάθησε αρκετές φορές να φέρει τις αντιμαχόμενες πλευρές σε συνεννόηση με αρκετές προτάσεις, πλην όμως το Πατριαρχείο παρέμενε άκαμπτο στις υπέρμετρες αξιώσεις εδαφικών ορίων της αδιάλλακτης μερίδας των Βουλγάρων[5].
Τελικά το εν λόγω φιρμάνι, περί της ίδρυσης Βουλγαρικής Εξαρχίας εκδόθηκε και τέθηκε σε ισχύ (την επομένη της υπογραφής του) στις 28 Φεβρουαρίου του 1870, κατά το ισχύον τότε παλαιό ημερολόγιο, με πάρα πολλούς όμως περιοριστικούς όρους σε σχέση με το αίτημα. Σύμφωνα μ' αυτό η υπό σύσταση Εξαρχία παρέμενε υπό τον έλεγχο και υπαγωγή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχοντας έδρα στην Κωνσταντινούπολη, με πρόβλεψη δημιουργίας δεκατριών αρχιερατικών περιφερειών, αντί των περίπου τριάκοντα αιτουμένων, που δεν περιελάμβαναν όμως μεγάλες πόλεις εκτός της Σόφιας, ενώ τρεις επαρχίες (της Φιλιππούπολης, της Βάρνας και της Αγχιάλου) διαμοιράζονταν μεταξύ Πατριαρχείου και Εξαρχίας κατόπιν κοινής συμφωνίας.

Το φιρμάνι ίδρυσης της Βουλγαρικής Εξαρχίας

Άλλα βασικά σημεία του διατάγματος αυτού ήταν ο καθορισμός συνόδου επισκόπων με επικεφαλής τον Έξαρχο που θα λειτουργούσε με εσωτερικό κανονισμό που θα ενέκρινε η Υψηλή Πύλη, ο εκάστοτε εκλεγόμενος Έξαρχος θα διοριζόταν μετά από οθωμανικό βεράτιο, και με επικύρωση του οικουμενικού πατριάρχη, το δικαίωμα στον Έπαρχο να επικοινωνεί απ΄ ευθείας με την Υψηλή Πύλη, καθώς και στους αρχιερείς η ελεύθερη πρόσβαση σε εκκλησιαστικές περιφέρειες του Πατριαρχείου, καθώς και η δυνατότητα ανέγερσης ναού στην Κωνσταντινούπολη.
Το βασικότερο όμως και πλέον επίμαχο σημείο του εν λόγω διατάγματος ήταν ο τελευταίος όρος που επέτρεπε την επέκταση της Εξαρχίας και σε άλλες επαρχίες για δημιουργία επισκοπικών περιφερειών εφόσον "το όλον, ή τουλάχιστον τα δύο τρίτα των ορθοδόξων κατοίκων, θέλουν να υπόκεινται εις την βουλγαρικήν εξαρχίαν"[6].α[›]
Αυτός ο όρος ήταν τελικά η αιτία ν΄ ακολουθήσουν στη συνέχεια βουλγαρικές θηριωδίες σε βάρος ομόθρησκων λαών Ελλήνων και Σέρβων ειδικότερα σε χωριά της Μακεδονίας στην προσπάθειά τους ν' αποσπάσουν δηλώσεις των δύο τρίτων των κατοίκων ότι είναι "Εξαρχικοί", αλλοιώνοντας με τον τρόπο αυτό το φρόνημα των κατοίκων, φθάνοντας έτσι στον Μακεδονικό Αγώνα και όχι μόνο.

Έτσι, η Εξαρχία απέκτησε πρώτες επισκοπές σε όλη τη σημερινή Βουλγαρία μεταξύ των οποίων στις εκκλησιαστικές επαρχίες Ρουστουκίου, Σιλιστρίας, Σούμλας, Τυρνόβου, Σόφιας, Βράτσας, Λοφτσού, Βιδινίου, Νύσσας, Νυσσάβας, Κιουστεντηλίου, Σαμοκοβίου, Βελεσσών, Βάρνας (έκτος της πόλεως), Σλίβεν, (εκτός της Μεσσημβρίας), Σωζοπόλεως και Φιλιππουπόλεως (έκτος πόλεως και της Στενημάχου)[7] καθώς και στην περιοχή των Σκοπίων και της Αχρίδας, των οποίων οι κάτοικοι επέλεξαν με ψηφοφορία την προσχώρησή τους σε αυτήν.

Αντίδραση του Οικ. Πατριαρχείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή εκείνη Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν ο Γρηγόριος ΣΤ΄ (κατά κόσμον Γεώργιος Φουρτουνιάδης). Το δε αίτημα των Βουλγάρων για δημιουργία Εξαρχίας δεν ήταν κάτι το αιφνίδιο ή άγνωστο μέχρι τότε στο Πατριαρχείο. Τούτο είχε αναφανεί από εποχής πατριάρχου Μελετίου Γ', δηλαδή από το 1840 και αργότερα επί πρώτης πατριαρχίας του Άμθιμου Στ΄, αλλά και επί πατριάρχου Ιωακείμ Β΄ όπου είχαν γίνει πολλές προσπάθειες με συμβιβαστικές προτάσεις, που όμως όλες είχαν αποτύχει. Ειδικότερα ο Γρηγόριος ΣΤ΄ είχε εκπονήσει σχέδιο, πραγματικά καινοτόμο, που προέβλεπε την αναγνώριση αυτόνομης εκκλησίας «εν Βουλγαρία», δηλαδή στην περιοχή μεταξύ Αίμου και Δουνάβεως. Συγκεκριμένα η Εκκλησία αυτή θα αποτελούσε χωριστό «θέμα» του οικουμενικού πατριαρχείου, τη δε διοίκησή της θα ασκούσε Βούλγαρος έξαρχος με βουλγαρική επαρχιακή σύνοδο. Οι αποφάσεις της συνόδου, καθώς και ή εκλογή των αρχιερέων, θα επικυρώνονταν από τον οικουμενικό πατριάρχη, ενώ Βούλγαροι αρχιερείς θα είχαν το δικαίωμα να μετέχουν στην εκλογή του. Παρά ταύτα το σχέδιο αυτό ανατράπηκε από την αδιάλλακτη παράταξη των εθνικιστών Βουλγάρων

Ίσως σ' αυτό να είχε επηρεάσει όχι τόσο το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος που αναγνωρίσθηκε το 1850, μετά την απόσχιση που προκάλεσε ο Βασιλεύς Όθων το 1833, όσο κυρίως από το γεγονός ότι την ίδια εποχή περιέτρεχαν στις βουλγαρικές κωμοπόλεις και χωριά Βούλγαροι ιερείς που είχαν στρατολογηθεί από Ρώσους να διασπείρουν την ιδέα ότι χωρίς ανεξάρτητη θρησκευτική Αρχή με συγκεκριμένη εκκλησιαστική περιφέρεια δεν μπορεί να προσδιοριστεί η εδαφική έκταση για μέλλουσα εθνική ανεξαρτησία.

Έτσι το Οικουμενικό Πατριαρχείο βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση άμεσης αντίδρασης έχοντας ουσιαστικά αντιμέτωπες τόσο τη Ρωσική Αυτοκρατορία, που υπέθαλπε την κίνηση της Εξαρχίας προς ίδιο συμφέρον όσο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία που επιζητούσε μέσω αυτής τη μείωση της ισχύος του Πατριαρχείου γενικότερα. Πιθανολογείται η αντίδραση τότε να ήταν ιδιαίτερα χαλαρή περιοριζόμενη σε υποβολή κάποιου σκεπτικισμού ανησυχίας και φόβου για τυχόν έκτροπα μεταξύ των ορθοδόξων χριστιανών[8] όπως αυτό ερμηνεύεται από την καθησυχαστική και ταυτόχρονα απειλητική παράγραφο του διατάγματος περί κολασμού οποιασδήποτε ενέργειας που θα καταστρατηγούσε το διάταγμα προκαλώντας διχόνοια μεταξύ των ορθοδόξων. Έτσι παρέμεινε η κατάσταση παρακολουθώντας την εξέλιξη.

Συνέλευση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1871

Τον επόμενο χρόνο συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, επί των αρχών του διατάγματος περί καθολικότητας και ελεύθερης επιλογής, το πρώτο "βουλγαρικό εκκλησιαστικό και εθνικό συμβούλιο" οι εργασίες του οποίου ξεκίνησαν στις 23 Φεβρουαρίου και έληξαν στις 24 Ιουλίου, (1871). Η σύνοδος αυτή μπορεί να απέτυχε να επιλέξει Έξαρχο, πλην όμως κατάφερε δια των εργασιών της η Βουλγαρική Εξαρχία ν' αναγνωριστεί ως ο επίσημος εκπρόσωπος του βουλγαρικού έθνους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το γεγονός αυτό εξανάγκασε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο ΣΤ΄ σε παραίτηση όπου και ανέλαβε στη συνέχεια ο Άνθιμος ΣΤ΄ (κατά κόσμον Ιωαννίδης), ο επικαλούμενος Κουταλιανός, εκ της γενέτειράς του της νήσου Κούταλη. Δεν ήταν εξαιρετικά μορφωμένος πλην όμως θεωρούταν ιδιαίτερα δυναμικός λαμβάνοντας υπόψη ότι ανερχόταν στον πατριαρχικό θρόνο για τρίτη φορά.

Τον επόμενο χρόνο στις 12 Φεβρουαρίου (1872) η νέα σύνοδος της Εξαρχίας επέλεξε Έξαρχο τον τότε μητροπολίτη του Λόβετς, Ιλαρίωνα Α' (κατά κόσμο Ιβάν Ιβάνοφ). Κατηγορηθείς όμως ότι διατηρούσε σχέση με βουλγαρική επαναστατική οργάνωση δεν έγινε αποδεκτός από τον Σουλτάνο, όπου και αναγκάσθηκε σε παραίτηση. Κατά την επαναληπτική εκλογή που ακολούθησε, τέσσερις ημέρες μετά, στις 16 Φεβρουαρίου Έξαρχος επιλέχθηκε ο τότε μητροπολίτης του Βιντίμ (Βιδίνης), Άνθιμος Α' (κατά κόσμο Ατανάς Σακαλόφ), ένας ιδιαίτερα μορφωμένος ιεράρχης με σπουδές στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και σε ρωσική ακαδημία, ο οποίος και έγινε αποδεκτός από τον Σουλτάνο.

Στις 11 Μαΐου/23 Μαΐου (ν.ημερ), ανήμερα της εορτής των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, ο Έξαρχος Άνθιμος Α', μόλις τρεις μήνες μετά την πανηγυρική του εκλογή, μαζί με άλλους Βούλγαρους ιεράρχες, επισπεύδοντας τους σκοπούς του ανακήρυξε μονομερώς και αντίθετα με τους Ιερούς Κανόνες, αλλά και με το σχετικό σουλτανικό ιδρυτικό διάταγμα την αυτοκεφαλία της Βουλγαρικής Εξαρχίας, με συνέπεια την έντονη πλέον αντίδραση του Πατριαρχείου.

Σχίσμα - αφορισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τελευταίο παραπάνω γεγονός και ενώ άρχισε να κατακλύζεται το οικουμενικό πατριαρχείο από τηλεγραφήματα διαφόρων μητροπόλεων περί πίστεως σ΄ αυτό και άρνησης υπαγωγής των στη Βουλγαρική εξαρχία, όπως χαρακτηριστικό ήταν το, από 10 Φεβρουαρίου (1872), τηλεγράφημα του μητροπολίτη Βοδενών (Έδεσσας) Αγαθάγγελου[9], ο οικουμενικός πατριάρχης Άνθιμος Γ΄, στις 13 Μαΐου, εν μεγάλη συνόδω, προέβη στην καθαίρεση του Εξάρχου Ανθίμου και των συνεργατών αυτού επισκόπων και άλλων κληρικών της Εξαρχίας αναθεμάτισε και τον πρώην Μακαριουπόλεως Ιλαρίωνα, ανακοινώνοντας την πράξη αυτή προς όλες τις Εκκλησίες. Στη συνέχεια έχοντας προηγουμένως λάβει σουλτανική έγκριση, αλλά και την ηθική υποστήριξη του Έλληνα πρωθυπουργού Επαμ. Δεληγιώργη[10], συγκάλεσε την "Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (1872)" που με τον όρο της καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό στους κόλπους της Εκκλησίας, σύμφωνα με σχετική έκθεση που συντάχθηκε από επιτροπή.
Κατά τα πρακτικά της συνόδου, με βάση τη σειρά των θεμάτων της σχετικής έκθεσης, οι εργασίες της χωρίστηκαν σε τρία μέρη.

  1. Το πρώτο μέρος αφορούσε το ιστορικό του βουλγαρικού ζητήματος και την αποσκίρτηση από την "Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία" ως "αρχικήν ιδέαν έχουσι την αρχήν του φυλετισμού"
  2. Το δεύτερο μέρος αφορούσε γενικές απόψεις περί του φυλετισμού ως ενάντιου της διδασκαλίας του ευαγγελίου και του "ιερού πολιτεύματος".
  3. Το τρίτο μέρος αφορούσε γενικά τις αντικανονικές ενέργειες που είχαν στο μεταξύ προβεί όσοι είχαν αποσκιρτήσει.

Συνέχεια των παραπάνω τέθηκε ο συνοδικός όρος περί του εκκλησιαστικού εθνοφυλετισμού, όπως αυτός ορίστηκε[11], η ενάντια διακήρυξη, η καταδίκη και η αποκήρυξή του. Τέλος ακολούθησε συνοδική δέηση προς τον "Κύριο Ιησού Χριστό" προκειμένου να διατηρεί την "άμπελον Αυτού" (Εκκλησία) "άμωμον και αλώβητον από πάσης νεωτερικής λύμης, ερηρεισμένην επί τω θεμελίω των Αποστόλων και των Προφητών". Το εν λόγω συνοδικό κείμενο υπέγραψαν, στις 29 Αυγούστου/10 Σεπτεμβρίου (ν.ημ.) 1872, κατά την πρώτη συνεδρία της Συνόδου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος Στ΄, οι πρώην Πατριάρχες Γρηγόριος ΣΤ΄ και Ιωακείμ Β΄ καθώς και οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας Σοφρώνιος, Αντιοχείας Ιερόθεος, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Σωφρόνιος, 25 άλλοι Μητροπολίτες του Κλίματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και κάποιοι λόγιοι αρχιμανδρίτες, προσλαμβάνοντας έτσι αυτό καθολική ισχύ.
Το ακριβές κείμενο καταδίκης και αποκήρυξης σύμφωνα με τα πρακτικά της "Πανορθόδοξης Συνόδου της Κωνσταντινούπολης έτους 1872" έχει ως ακολούθως:

Ἀποκηρύττομεν κατακρίνοντες καί καταδικάζοντες τόν φυλετισμόν, τουτέστιν τάς φυλετικάς διακρίσεις καί τάς ἐθνικάς ἔρεις καί ζήλους καί διχοστασίας ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία… Τούς παραδεχομένους τόν τοιοῦτον φυλετισμόν καί ἐπ΄ αὐτῷ τολμώντας παραπηγνῦναι καινοφανείς φυλετικάς παρασυναγωγάς κηρύττομεν, συνωδᾷ τοῖς Ἱεροῖς Κανόσιν, ἀλλοτρίους τῆς μίας Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτό δή τοῦτο σχισματικούς.

Επομένως τους αποσχίσαντας εαυτούς της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ίδιον θυσιαστήριον πήξαντας και ιδίαν φυλετικήν παρασυναγωγήν συστησαμένους, ήτοι τους προκαθαιρεθέντας και αφορισθέντας Βουλγάρους αρχιερείς, ονομαστί, και τους υπ΄ αυτών χειροτονηθέντας, ή μετ΄ αυτών συμπράττοντας και κοινωνούντας, και τους αποδεχομένους ως κυρίας και κανονικάς τας πράξεις αυτών και ιεροτελεστίας, κληρικούς τε και λαϊκούς, η σύνοδος κηρύττει σχισματικούς και αλλοτρίους της του Χριστού Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Εύχεται δε η Σύνοδος όπως οι αποσχίσαντες εαυτούς και επί τη του φυλετισμού δόξη την παρασυναγωγήν αυτών πήξαντες, ματανοήσαντες και ανανήψαντες, προσέλθωσι τη Εκκλησία.

Κατά τη Σύνοδο αυτή οι Πατέρες ενεργώντας ως φορείς της Ιερής Παράδοσης και του αποστολικού λόγου: «Προσέχειν εαυτοίς και παντί τω πομνίω, εν ω υμάς το Πνεύμα το άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Θεού. ην περιεποιήσατο δια του ιδίου αίματος» και εμπνεόμενοι από την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος[12] απέδωσαν εξ αρχής στον φυλετισμό την έννοια της αίρεσης που συμβαίνει να είναι αμφίδρομα Χριστολογική και εκκλησιολογική και μάλιστα ως εκκλησιολογική να διασπά την ενότητα της Εκκλησίας ως Σώμα Χριστού.

Κάτω από αυτό το γενικό θεολογικό πλαίσιο οι Πατέρες, λαμβάνοντας υπόψη ότι προϋπόθεση για ύπαρξη ανεξάρτητης Εκκλησίας είναι η ύπαρξη προηγουμένως ανεξάρτητης πολιτικής διοίκησης, σύμφωνα με τον κανόνα 36 της Πενθέκτης του 691, όπου δεν μπορεί να υπάρχει εκκλησιαστικός αρχηγός μέσα στην περιφέρεια άλλου, χαρακτήρισαν αφενός τον φυλετισμό ως πολέμιο της ενότητας της Εκκλησίας, περιέχον «καινήν δόξαν διάδοσης κακού» και «νεωτερική λύμη», την δε Βουλγαρική Εξαρχία «φυλετική παρασυναγωγή» που συνήλθε με αθέτηση ιερών κανόνων και τους δε συμμετέχοντες σ' αυτήν, ή αποδέχοντες αυτήν φυλετιστές: ξένους, «αλλοτρίους», προς το Σώμα της Εκκλησίας, «απαυθαδιάσαντες», και τοιουτοτρόπως «σχισματικούς».

Σημειώνεται ότι η εν λόγω Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως του 1872, λόγω άρνησης συμμετοχής της Εκκλησίας της Ρωσίας δεν κατέστη "πανορθόδοξη" αλλά "Αγία και Μεγάλη Σύνοδος", συνήλθε δε στον ιερό ναό Αγίου Γεωργίου των Πατριαρχείων, σε τρεις συνεδρίες, η πρώτη στις 29 Αυγούστου, η δεύτερη στις 12 Σεπτεμβρίου και η τρίτη στις 16 Σεπτεμβρίου όπου και έγινε η επικύρωση του Όρου της Συνόδου. Μεταξύ δε των προσερχομένων ήταν και ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Κύριλλος, που όμως παρασυρόμενος από τον ραδιούργο πρέσβη Ιγνάτιεφ, ανεχώρησε έκτακτα προφασιζόμενος ότι το πατριαρχείο Ιεροσολύμων θα επισκεπτόταν ο Ρώσος Μέγας Δούκας Νικόλαος, χωρίς ν΄ αφήσει, ή να ορίσει κάποιον αντιπρόσωπο για να υπογράψει.[13]

Ο παραπάνω όρος της Συνόδου της Κωνσταντινούπολης αναγνώσθηκε επίσημα σε όλους του ιερούς ναούς και ανακοινώθηκε σε όλες τις τότε αυτοκέφαλες εκκλησίες. Όλες αναγνώρισαν την ορθότητα αλλά και την κανονικότητα της πράξης του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης εκτός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας, που παρότι ήταν αυτή πρώτη που είχε χαρακτηρίσει τους Βουλγάρους ιεράρχες σχισματικούς, στη συνέχεια, ίσως και υπό την πίεση των πανσλαβιστών, δεν την ακολούθησε.[14]

Ελληνική αντίδραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή εκείνη που εκδόθηκε το φιρμάνι περί Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870), πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν ο Θρασύβουλος Ζαΐμης που είχε αναλάβει κατ' εντολή του Βασιλέως Γεωργίου Α' κατόπιν αποφάσεως Συμβουλίου του Στέμματος, (μετά την παραίτηση του Δ. Βούλγαρη) και υπουργός Εξωτερικών ο Θ. Π. Δηλιγιάννης. Πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη είχε οριστεί ο Α. Ραγκαβής, (πρώην πρέσβης στην Ουάσιγκτον). Αν και το όλο ζήτημα όπως είχε ενσκήψει φερόταν ως εσωτερικό θρησκευτικό ζήτημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σε αντιπαλότητα με το Πατριαρχείο και οι τρεις παραπάνω επιζητούσαν επίδειξη μετριοπάθειας εκ μέρους του Πατριαρχείου για συναινετική λύση.
Η δε διπλωματική θέση της Ελλάδας, στην Ευρώπη, βρισκόταν σε μία από τις πλέον ατυχείς καταστάσεις, μετά την αιμόφυρτη και άδοξη κατάληξη, πλην όμως σημαιοφόρο για νέους αγώνες, που είχε η Κρητική Επανάσταση (1866-1869), αφενός και αφετέρου την ανάγκη σύναψης εξωτερικού δανείου, αλλά κυρίως με το λεγόμενο "Ωρώπειο άγος" όπως χαρακτηρίστηκε η τραγική σφαγή του Δήλεσι, κυριολεκτικά είχε καταρρακωθεί διεθνώς το κύρος της χώρας, με συνέπεια την πτώση και της κυβέρνησης.
Ακολούθως ανέλαβε κυβέρνηση ο Κουμουνδούρος και τον Ιούλιο του 1872 ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης ο οποίος και τάχθηκε υπέρ των θέσεων του πατριάρχη Ανθίμου ΣΤ΄ υποστηρίζοντάς τον ηθικά, για σύγκληση Συνόδου στη Κωνσταντινούπολη, θεωρούμενος εν μέρει και αίτιος του σχίσματος[15]

Κατόπιν των παραπάνω μοναδική αντίδραση που μπορούσε να ασκήσει η ελληνική κυβέρνηση όσον αφορά και μόνο την εκδίωξη ελληνόφωνων επισκόπων από τις μητροπόλεις του Πατριαρχείου στη βαλκανική περιοχή ήταν οι διπλωματικές παραστάσεις στην Υψηλή Πύλη που πράγματι υπήρξαν πολλές. Βέβαια όταν ξεκίνησαν οι βουλγαρικοί διωγμοί και κατά ελληνόφωνων πληθυσμών τότε άρχισε και η εθνοφυλετική αντιπαλότητα μεταξύ των ορθοδόξων Χριστιανών να λαμβάνει ιδιαίτερες διαστάσεις, που όπως αποδείχθηκε δεν μπόρεσε να προβλέψει ως διάσπαση ούτε και ο ραδιούργος Ιγνάτιεφ που πάσχιζε για τα ρωσικά συμφέροντα στην περιοχή.

Εξελίξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης επέκτασης της βουλγαρικής εξαρχίας έως τις νότιες ζώνες του τότε βιλαετίου του Μοναστηριού μέχρι τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)

Στην περιοχή της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, οι Βούλγαροι δεν μπόρεσαν να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα 2/3, ώστε να εγκαταστήσουν επισκοπές, αλλά απέστειλαν επιτρόπους (βικάριους), οι οποίοι προσπαθούσαν να πείσουν τους κατοίκους να υπαχθούν στην Βουλγαρική Εκκλησία. Παράλληλα, το σουλτανικό φιρμάνι προέβλεπε το δικαίωμα να ιδρυθεί βουλγαρικός ναός, οπουδήποτε εκπροσωπούνταν το 1/3 του τοπικού ποιμνίου, δημιουργώντας κανονική ανωμαλία παρόμοια με αυτή που ισχύει σήμερα στις ΗΠΑ. Η κατάσταση αυτή "διεμβόλισε την ειρήνευση μεταξύ των ομοδόξων, προκάλεσε αντιπαλότητα και δίχασε τη θρησκευτική συμπόρευση[16].

Οι Βούλγαροι εκμεταλλευόμενοι τη σλαβόφωνη κρεολή διάλεκτο, που ομιλούνταν στη Μακεδονία, αγωνίζονταν για τη διαμόρφωση βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στον τοπικό πληθυσμό, ο οποίος ωστόσο στην πλειονότητά του έμενε πιστός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, διακηρύσσοντας έτσι την ελληνική του εθνική συνείδηση. Σύντομα, άρχισε να διδάσκεται η ελληνική γλώσσα σε αυτοσχέδια σχολεία που ιδρύθηκαν από το πληθυσμό.

Οι αντιπαλότητες και οι απόπειρες προσεταιρισμού ήταν συχνές και έντονες και θα κορυφωθούν με το Μακεδονικό Αγώνα

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο εθνοφυλετισμός και μάλιστα ο θρησκευτικός, όπως διαμορφώθηκε στην αρχή του 19ου αιώνα στην ουσία απετέλεσε χριστιανική ορθόδοξη αίρεση αρμόδια για την καταπολέμηση της οποίας, σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες, ήταν η σύγκληση πατριαρχικής Συνόδου, όπως και ορθά συνέβη. Η δε απόφαση της Συνόδου Κωνσταντινούπολης 1872, χαρακτηριζόμενη ιστορική, αποτελεί την πρώτη διεθνή καταδίκη του φυλετισμού όταν αυτός λαμβάνει ιδιαίτερη διάσταση διάκρισης μέσα σε μια κοινωνία.
  • Στα πρώτα ελληνικά συντάγματα κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και μετά, δείγμα εθνοφυλετισμού αποτέλεσε και το ανόητο δόγμα "πας μη χριστιανός όχι Έλληνας", που αν και αναφερόταν σε αλλόθρησκους και όχι ομόθρησκους ή ομόδοξους, διατηρήθηκε από τον Ι. Καποδίστρια και καλλιεργήθηκε μέχρι τη δεκαετία του 1920 επί Ε. Βενιζέλου, οδηγώντας ολόκληρους πληθυσμούς στη προσφυγιά.
  • Όταν η Ελλάδα ανακηρύχθηκε επίσημα κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, βασίλειο, όφειλε αμέσως το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως να εκδώσει σχετικό τόμο αναγνώρισης της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Αυτοκέφαλου αυτής, παραχωρώντας τις περιλαμβανόμενες σ΄ αυτό μητροπόλεις, αυτό όμως δεν το έπραξε. Έτσι τη λύση την έδωσε δυναμικά ο ίδιος ο Όθωνας αν και μη ορθόδοξος χριστιανός. Αντίθετα η Βουλγαρική Εξαρχία ορίστηκε πριν ακόμα δημιουργηθεί ή αναγνωρισθεί επίσημο βουλγαρικό κράτος. Συνεπώς δεν ταυτίζονται τα δύο γεγονότα, ώστε να κρίνονται το ίδιο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Εκκλησία ορίζεται από το όνομα του κυρίαρχου τόπου ή κράτους και όχι εκ του ονόματος του έθνους ή των φυλών που βιώνουν σ΄ αυτό.
  • Περιπτώσεις εθνοφυλετισμού παρουσιάσθηκαν και αργότερα όπως το 1898, όταν με παρέμβαση της Ρωσίας αναγκάσθηκε σε παραίτηση ο ελληνικής καταγωγής Πατριάρχης Αντιοχείας Σπυρίδων και στο θρόνο ν' ανέλθει το επόμενο έτος ο από Λαοδικίας Μελέτιος, (αραβικής καταγωγής), περίπτωση αραβοφυλετισμού, η το 1967 με την αυτοανακήρυξη της Εκκλησίας της Μακεδονίας στη περιοχή των Σκοπίων, παρά την αντίδραση του Πατριαρχείου της Σερβίας.

Σημειώσεισεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ α: Ἀν αὐτό ληφθῇ ὡς πρόσχημα διά τήν ἐνσπορᾶ διχόνοιας καί ἀναταραχής μεταξύ τὢν κατοίκων, οἱ ἔνοχοι τέτοιων ἐνεργειών θά τιμωρηθούν, σύμφωνα μέ τό νόμο:ΑΡΘΡΟ Χ (10ον) του φιρμανιού της 10ης Μαρτίου 1870 που υπέγραψε ο σουλτάνος για τη σύσταση της βουλγαρικής εξαρχίας.

^ β: Η μετάστασις των σλαυοφώνων της περιφερείας Μελενοίκου εις το σχίσμα και η εισαγωγή της σλαυωνικής γλώσσης εις τας εκκλησίας δεν συνετελέσθη άμα τη ιδρύσει τη Βουλγαρικής Εξαρχίας. Ως προκύπτει εκ των αρχείων της Κοινότητος Μελενοίκου κατά το 1895 υπήρχον 25 ορθόδοξα χωρία (Πατριαρχικά) στο Δεμίρ-Ισσάρ (Σιδηρόκαστρο) εν τω καζά Μελενοίκου.[17]

Χρονολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ .4, σ 106, Εκδοτική Αθηνών, 1985
  2. Σημειώνεται ότι το πρώτο βουλγαρικό σχολείο δημιουργήθηκε το 1835 στο Γκράμποβο με δωρεά του Βασίλη Απρίλοφ
  3. Αγιοποιήθηκε από τη Βουλγαρική Εκκλησία στις 31 Δεκεμβρίου του 1964
  4. την παρασπονδία αυτή των Βουλγάρων έναντι ομοθρήσκων τους ουδέποτε λησμόνησαν οι Κρητικοί
  5. Το γεγονός αυτό καταρρίπτει τις απόψεις της Εκδοτικής τομ. ΙΓ', αφενός ότι "ο μέγας βεζίρης Άαλή πασάς...ανέλαβε να εξουδετερώσει κάθε πιθανότητα απευθείας ελληνοβουλγαρικής συμφιλιώσεως" και αφετέρου ότι "Παράλληλα, όμως, εξυπηρετούσε τα σχέδια της οθωμανικής κυβερνήσεως, αφού διατηρούσε ανοικτή μια μόνιμη εστία προστριβών ανάμεσα στις δύο χριστιανικές εθνότητες και απέκλειε τυχόν μελλοντική σύμπραξη τους κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας.", κρινόμενα επιεικώς αφελή, λαμβάνοντας υπόψη αφενός ότι πρώτοι οι Βούλγαροι απευθύνθηκαν στην Υψηλή Πύλη, όπου όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα θα έπρεπε να επικυρωθεί με βεράτιο, αφετέρου αν συνέβαινε κάτι τέτοιο το φιρμάνι θα έπρεπε να καλύπτει πλήρως όλα τα βουλγαρικά αιτήματα και όχι περιορισμένα, που σημαίνει ότι τόσο ο Σουλτάνος όσο και ο Μ. Βεζίρης αντιλαμβάνονταν πλήρως που οδηγούσαν οι βουλγαρικές εδαφικές διεκδικήσεις και μάλιστα κοντά στα ρωσοτουρκικά σύνορα. Η δε Κρητική Επανάσταση για τον Σουλτάνο ήταν μια τοπική επανάσταση και όχι όλου του ελληνισμού όπως την παρουσιάζει η εκδοτική δημιουργώντας σύγχυση στον αναγνώστη.
  6. Ανδρέας Νανάκης,ό.π. 1993
  7. Εκδοτική Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.ΙΓ΄
  8. Την εποχή εκείνη η βουλγαρική παροικία της Κωνσταντινούπολης αριθμούσε περί τους 40.000 Βουλγάρους
  9. «Παναγιώτατε,
    Άπαντες εσμέν υποκείμενοι τω ρωμαϊκώ πατριαρχείω και υμέτερα πνευματικά τέκνα. Ως και άλλοτε επανειλημμένως είχομεν κοινοποιήσει, ούτω, και σήμερον, δια τηλεγράφου ημών απάντων, ανηγγείλαμεν τη υψ. Πύλη ότι ουδέποτε θέλομεν παραδεχθή όπως το εν Ορτάκιοϊ εδρεύον προσωρινόν βουλγαρικόν συμβούλιον συμπεριλάβη την επαρχίαν ημών εις την εξαρχίαν, δια ταύτα απαγγέλοντες αυτή την απόφασιν ημών, εξαιτούμεθα τας ευχάς της»
    Αρχιμ. Τίτου Καράτζαλη – Δημ. Γόνη "Κώδιξ Βοδενών" σ.65
  10. Κ. Παπαρρηγόπουλος τ.7ος, σ.404
  11. " η εν τω αυτώ τόπω συγκρότησις ιδίων φυλετικών Εκκλησιών, πάντας μεν τους ομοφύλους αποδεχομένων, πάντας δε τους ετεροφύλους αποκλειομένων και υπό μόνον ομοφύλων ποιμένων διοικουμένων"
  12. Στο κείμενο γίνεται σχετική μνεία όπως οι Πατέρες στις Ιερές Οικουμενικές Συνόδους «εξ ενός και του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες ώρισαν τα συμφέροντα», έτσι και αυτοί αποφαίνονται εν Αγίω Πνεύματι
  13. Σημειώνεται ότι λίγο αργότερα ο Πατριάρχης Κύριλλος διαφωνώντας με την Ιερά Σύνοδο των Ιεροσολύμων και την "Αγιοταφική Αδελφότητα" εξέπεσε από το αξίωμά του. (ΜΕΕ τ.Ζ', σ.681)
  14. Ο δε Ρώσος ιστορικός Τέρτιος Φιλίππωφ για τη θλιβερή εκείνη έκβαση των γεγονότων σημειώνει: "την ενοχή της βουλγαροελληνικής διαφοράς δεν υπέχει το Πατριαρχείον αλλά η επαναστατήσασα ποίμνη αυτού, εν μέρει δε και οι Ρώσοι."(ΜΕΕ τ.Ζ' σ.681)
  15. Ο Ε. Δεληγιώργης πίστευε πως Ελληνισμός και Πανσλαβισμός που υποκινούσε η Ρωσία δεν είχαν και τόση μεγάλη πολιτική δύναμη μετά την ήττα που είχε υποστεί η Γαλλία με την αντίθετα αύξηση της ισχύος της Γερμανίας, αποδυναμώνοντας την ισχύ της Ρωσίας στην Ανατολική Ευρώπη. Ιστορικά όπως αποδείχθηκε λανθασμένη άποψη μετά τον σλαβο-τουρκικό πόλεμο του 1876 και τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878 που άλλαξαν τα πράγματα στην περιοχή της Βαλκανικής.
  16. Δημήτριος Γκολίτσης, Τα χωριά Βορειονατολικά της λίμνης της Καστοριάς (1870-1908), ήτοι από τη σύσταση της βουλγαρικής εξαρχίας μέχρι το Νεοτουρκικό Κίνημα, σ. 3, Καστοριά 1992, εκδ. Αποστόλη Δούκη
  17. Κωνσταντίνος Τσώπρος, Αναμνήσεις (Μελένοικο-Θεσσαλονίκη), σ. 40 Institute for Balkan Studies (ΙΜΧΑ), 1992 GR ISSN: 0073-862X

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κ. Παπαρρηγόπουλος "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" τομ.9, - Αθήναι 1925, τομ.7ος. σελ.404 και τομ.8ος, σελ.171-172.
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica τ. 15ος, σ. 187-189 και 195.
  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τ., σ.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τ.4ος, σ.750
  • Αρχιμ. Τίτου Καράτζαλη – Δημ. Γόνη: "Κώδιξ της Αλληλογραφίας του Βοδενών Αγαθαγγέλου", Μακεδονική Βιβλιοθήκη, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1975.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους - Εκδοτική Αθηνών 1981, τ. ΙΓ' «Ο Ελληνισμός στην περίοδο 1869-1881».

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • ΄Αντα Διάλλα, Η Ρωσία απέναντι στα Βαλκάνια, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2009 ISBN 978-960-221-433-8
  • Δημήτρης Α. Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και Εκκοσμίκευση: προς μια ανασύνθεση της Ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα, Αθήνα: Εκδ. Αλεξάνδρεια 2003
  • Dimitris A. Stamatopoulos, “The Bulgarian Schism Revisited”, Modern Greek Studies Yearbook 24/25 (2008-2009), 105-125
  • Η ρωσική πολιτική στα Βαλκάνια 1736-1878 (σύνοψη)