Βουλγαρική Εξαρχία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σφραγίδα της βουλγαρικής εξαρχίας (1872)
Νικολάι Πάβλοβιτς Ιγκνάτιεφ, Πινακοθήκη Τρετιάκοφ, Μόσχα
Ως πρεσβευτής της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη (1864-77) (διακεκριμένος Πανσλαβιστής) έχοντας υπό τη δικαιοδοσία του τις σχέσεις της Ρωσίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία υποστήριξε με θέρμη την ίδρυση της Εξαρχίας με σουλτανικό φιρμάνι[1]
Χάρτης επέκτασης της βουλγαρικής εξαρχίας έως τις νότιες ζώνες του τότε βιλαετίου του Μοναστηριού μέχρι τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)

Η Βουλγαρική Εξαρχία, βουλγ. (Българска екзархия Bâlgarska ekzarkhia) συστήθηκε ως αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία με σουλτανικό φιρμάνι στις 28 Φεβρουαρίου/12 Μαρτίου 1870, το οποίο αναγνώριζε την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην περιοχή της Βουλγαρίας μετά την αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού και την εκδίωξη των Ελλήνων κληρικών από την περιοχή.

Το φιρμάνι, το οποίο προέβλεπε ότι η Εξαρχία παρέμενε υπό την κανονική εξουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προέβλεπε επίσης την ίδρυση επισκοπών σε περιοχές, όπου τα 2/3 τουλάχιστον των Ορθοδόξων πιστών ήθελαν να υπαχθούν στην αρμοδιότητα της Βουλγαρικής εξαρχίας[2]. Έτσι, η Εξαρχία απέκτησαν επισκοπές σε όλη τη σημερινή Βουλγαρία καθώς και στην περιοχή των Σκοπίων και της Αχρίδας, των οποίων οι κάτοικοι επέλεξαν με ψηφοφορία την προσχώρησή τους σε αυτήν.

Στις 11/23 Μαΐου 1872 ο πρώτος Έξαρχος Άνθιμος Α' μαζί με άλλους Βούλγαρους ιεράρχες ανακήρυξε μονομερώς και αντίθετα με τους Ιερούς Κανόνες την αυτοκεφαλία της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συγκάλεσε Σύνοδο, όπου κήρυξε την Βουλγαρική Εξαρχία σχισματική. Στη Μεγάλη Σύνοδο που συγκλήθηκε από τον Πατριάρχη Άνθιμο τον ΣΤ΄ καταδικάζονταν ο εθνοφυλετισμός, ως αντίθετος με τους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

    Ο ΄Ορος της Συνόδου «αποκηρύττει, κατακρίνει και καταδικάζει τον φυλετισμόν τουτέστι (αυτό είναι) τας φυλετικάς διακρίσεις και τας εθνικάς έρεις και διχοστασίας εν τη του Χριστού Εκκλησία… τους δε παραδεχομένους τον τοιούτον φυλετισμόν.... κηρύττει αλλοτρίους της Εκκλησίας σχισματικούς.[3]    

Στην περιοχή της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, οι Βούλγαροι δεν μπόρεσαν να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα 2/3, ώστε να εγκαταστήσουν επισκοπές, αλλά απέστειλαν επιτρόπους (βικάριους), οι οποίοι προσπαθούσαν να πείσουν τους κατοίκους να υπαχθούν στην Βουλγαρική Εκκλησία. Παράλληλα, το σουλτανικό φιρμάνι προέβλεπε το δικαίωμα να ιδρυθεί βουλγαρικός ναός, οπουδήποτε εκπροσωπούνταν το 1/3 του τοπικού ποιμνίου, δημιουργώντας κανονική ανωμαλία παρόμοια με αυτή που ισχύει σήμερα στις ΗΠΑ. Η κατάσταση αυτή "διεμβόλισε την ειρήνευση μεταξύ των ομοδόξων, προκάλεσε αντιπαλότητα και δίχασε τη θρησκευτική συμπόρευση[4].

Οι Βούλγαροι εκμεταλλευόμενοι τη σλαβόφωνη κρεολή διάλεκτο, που ομιλούνταν στη Μακεδονία, αγωνίζονταν για τη διαμόρφωση βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στον τοπικό πληθυσμό, ο οποίος ωστόσο στην πλειοψηφία του έμενε πιστός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, διακηρύσσοντας έτσι την ελληνική του εθνική συνείδηση. Σύντομα, άρχισε να διδάσκεται η ελληνική γλώσσα σε αυτοσχέδια σχολεία που ιδρύθηκαν από το πληθυσμό.

Οι αντιπαλότητες και οι απόπειρες προσεταιρισμού ήταν συχνές και έντονες και θα κορυφωθούν με το Μακεδονικό Αγώνα

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

    Ἀν αὐτό ληφθῇ ὡς πρόσχημα διά τήν ἐνσπορᾶ διχόνοιας καί ἀναταραχής μεταξύ τὢν κατοίκων, οἱ ἔνοχοι τέτοιων ἐνεργειών θά τιμωρηθούν, σύμφωνα μέ τό νόμο:ΑΡΘΡΟ Χ (10ον) του φιρμανιού της 10ης Μαρτίου 1870 που υπέγραψε ο σουλτάνος για τη σύσταση της βουλγαρικής εξαρχίας.

   

^ α: Η μετάστασις των σλαυοφώνων της περιφερείας Μελενοίκου εις το σχίσμα και η εισαγωγή της σλαυωνικής γλώσσης εις τας εκκλησίας δεν συνετελέσθη άμα τη ιδρύσει τη Βουλγαρικής Εξαρχίας. Ως προκύπτει εκ των αρχείων της Κοινότητος Μελενοίκου κατά το 1895 υπήρχον 25 ορθόδοξα χωρία (Πατριαρχικά) στο Δεμίρ-Ισσάρ (Σιδηρόκαστρο) εν τω καζά Μελενοίκου.[5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ .4, σ 106, Εκδοτική Αθηνών, 1985
  2. Ανδρέας Νανάκης,ό.π.1993
  3. Ανδρέας Νανάκης, «ΕΚΚΛΗΣΙΑ- ΓΕΝΟΣ- ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ», Εκδόσεις ΤΕΡΤΙΟΣ-ΚΑΤΕΡΙΝΗ, 1993
  4. Δημήτριος Γκολίτσης, Τα χωριά Βορειονατολικά της λίμνης της Καστοριάς (1870-1908), ήτοι από τη σύσταση της βουλγαρικής εξαρχίας μέχρι το Νεοτουρκικό Κίνημα, σ. 3, Καστοριά 1992, εκδ. Αποστόλη Δούκη
  5. Κωνσταντίνος Τσώπρος, Αναμνήσεις (Μελένοικο-Θεσσαλονίκη), σ. 40 Institute for Balkan Studies (ΙΜΧΑ), 1992 GR ISSN: 0073-862X

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • ΄Αντα Διάλλα, Η Ρωσία απέναντι στα Βαλκάνια, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2009 ISBN 978-960-221-433-8
  • Δημήτρης Α. Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και Εκκοσμίκευση: προς μια ανασύνθεση της Ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα, Αθήνα: Εκδ. Αλεξάνδρεια 2003
  • Dimitris A. Stamatopoulos, “The Bulgarian Schism Revisited”, Modern Greek Studies Yearbook 24/25 (2008-2009), 105-125
  • Η ρωσική πολιτική στα Βαλκάνια 1736-1878 (σύνοψη)