Αλέξανδρος ο Μέγας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Μέγας Αλέξανδρος)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μέγας Αλέξανδρος
Alexander the Great mosaic.jpg
Ψηφιδωτό του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Πομπηία) (1ος αιώνα π.Χ.), λεπτομέρεια από αρχαίο ρωμαϊκό ψηφιδωτό πάτωμα από την Οικία του Φαύνου στην Πομπηία, που απεικονίζει τον Αλέξανδρο να μάχεται εναντίον του βασιλιά Δαρείου Γ' της Περσίας στη μάχη της Ισσού.
Περίοδος 336 π.Χ. – 323 π.Χ.
Προκάτοχος Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας
Διάδοχος Αλέξανδρος Δ΄ της Μακεδονίας
Φίλιππος Γ΄ της Μακεδονίας
Περίοδος 332 π.Χ. - 323 π.Χ.
Προκάτοχος Δαρείος Γ΄ της Περσίας
Διάδοχος Αλέξανδρος Δ΄ της Μακεδονίας
Φίλιππος Γ΄ της Μακεδονίας
Περίοδος 330 π.Χ. - 323 π.Χ.
Προκάτοχος Δαρείος Γ΄ της Περσίας
Διάδοχος Αλέξανδρος Δ΄ της Μακεδονίας
Φίλιππος Γ΄ της Μακεδονίας
Κύριος της Ασίας
Περίοδος 331 π.Χ. - 323 π.Χ.
Διάδοχος Αλέξανδρος Δ΄ της Μακεδονίας
Φίλιππος Γ΄ της Μακεδονίας
Γέννηση πιθανώς 20 ή 26 Ιουλίου 356 π.Χ.
Πέλλα, Μακεδονία, Αρχαία Ελλάδα
Θάνατος 10 Ιουνίου 323 π.Χ. (33 ετών)
Βαβυλώνα, Μεσοποταμία
Σύζυγος Ρωξάνη
Στατείρα Β΄
Παρυσάτιδα
Επίγονοι Αλέξανδρος Δ΄ της Μακεδονίας
Οίκος Δυναστεία των Αργεαδών
Πατέρας Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας
Μητέρα Ολυμπιάδα
Θρησκεία Αρχαία ελληνική θρησκεία
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Μέγας Αλέξανδρος (Ιούλιος 356 π.Χ. - 10 Ιουνίου 323 π.Χ.), κοινώς γνωστός ως Αλέξανδρος ο Μέγας ή Αλέξανδρος Γ΄ ο Μακεδών, ήταν βασιλεύς του αρχαίου ελληνικού βασιλείου της Μακεδονίας και μέλος της δυναστείας των Αργεαδών. Ήταν ο ηγεμόνας της Πανελλήνιας Συμμαχίας κατά της Περσικής αυτοκρατορίας, Φαραώ της Αιγύπτου, βασιλιάς της Ασίας και βορειοδυτικής Ινδίας, του οποίου οι κατακτήσεις αποτέλεσαν τον θεμέλιο λίθο της Ελληνιστικής εποχής των βασιλείων των Διαδόχων και Επιγόνων του.

Γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας τον Ιούλιο του έτους 356 π.Χ.. Γονείς του ήταν ο βασιλιάς Φίλιππος Β' της Μακεδονίας και η πριγκίπισσα Ολυμπιάδα της Ηπείρου. Ως βασιλιάς της Μακεδονίας, συνέχισε το έργο του πατέρα του, Φιλίππου Β', και του παππού του, Αμύντα Γ', ικανών στρατηγών, πολιτικών και διπλωματών, οι οποίοι διαδοχικά αναμόρφωσαν το μακεδονικό βασίλειο και το εξέλιξαν σε σημαντική δύναμη του ελληνικού κόσμου, και με τη σειρά του ο Αλέξανδρος το διαμόρφωσε σε παγκόσμια υπερδύναμη. Ως Μακεδόνας είχε συνείδηση της ελληνικής του καταγωγής.[1] Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους στρατηγούς στην ιστορία, και κατά την περίοδο των 13 ετών της βασιλείας του (336 - 323 π.Χ.) κατέκτησε το μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου προς την ανατολή (Μικρά Ασία, Περσία, Αίγυπτο κλπ), φτάνοντας στις παρυφές της Ινδίας, και χωρίς να έχει ηττηθεί σε μάχη που ο ίδιος συμμετείχε[2]. Οι Αλεξανδρινοί χρόνοι αποτελούν το τέλος της κλασικής αρχαιότητας και την απαρχή της περιόδου της παγκόσμιας ιστορίας γνωστής ως Ελληνιστικής.

Η συνολική επικράτεια της αυτοκρατορίας του, στη μεγαλύτερή της έκταση κατά το 323 π.Χ., υπολογίζεται σε 5.200.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, και περιλάμβανε κομμάτια από 27 σημερινές χώρες (Ελλάδα, Αλβανία, ΠΓΔΜ, Μαυροβούνιο, Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Τουρκία, Κύπρος, Αίγυπτος, Αφγανιστάν, Ιράκ, Ιράν, Ισραήλ, Ινδία, Ιορδανία, Καζακστάν, Κουβέιτ, Κιργιστάν, Λίβανος, Πακιστάν, Σαουδική Αραβία, Συρία, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν, Παλαιστίνη).

Πέθανε στη Βαβυλώνα, στο παλάτι του Ναβουχοδονόσορα Β' στις 10 Ιουνίου του 323 π.Χ., σε ηλικία 32 ετών και 11 μηνών. Το σύνολο της επιρροής του, συχνά τον κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίων προσωπικοτήτων όλων των εποχών με τη μεγαλύτερη επιρροή, μαζί με τον δάσκαλο του Αριστοτέλη.[3][4][5]

Πίνακας περιεχομένων

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γέννηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξανδρος του Φιλίππου Β' και της Ολυμπιάδας, γεννήθηκε τον Ιούλιο του 356 π.Χ.[6], πιθανώς την 20η ή 26η Ιουλίου, στην Πέλλα, πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους[7]. Σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε την ίδια νύχτα που ο Ηρόστρατος πυρπόλησε τον ναό της Άρτεμης στην Έφεσο, με τους μάντεις και ιερείς να ερμηνεύουν το γεγονός ως οιωνό της υποταγής της Ασίας.[8]

Σύμφωνα με την παράδοση, η γενεαλογία του ανάγεται σε δύο κεντρικές μορφές της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, αυτή του ημίθεου Ηρακλή, ο οποίος υπήρξε γενάρχης της δυναστείας των Αργεαδών Μακεδόνων, και αυτή του ήρωα Αχιλλέα, ο γιος του οποίου, ο Νεοπτόλεμος, ίδρυσε τον βασιλικό οίκο των Μολοσσών, μέλος του οποίου ήταν η μητέρα του Ολυμπιάδα.[9] Η θρυλούμενη καταγωγή του Αλέξανδρου συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, από τα πρώτα έτη του βίου του.

Όψη και εμφάνιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξανδρος αναφέρεται πως είχε ένα γαλάζιο και ένα καφέ μάτι,[10][11][12][13] εμφανίζοντας το γενικά σπάνιο στους ανθρώπους φαινόμενο της ετεροχρωμίας όπου οι ίριδες των ματιών διαφέρουν σε χρώμα μεταξύ τους. Επίσης περιγράφεται πως είχε μια ελαφριά κλίση του κεφαλιού του προς τα πάνω με αριστερή κατεύθυνση[14][15], πιθανώς λόγω του τραυματισμού του από χτύπημα ροπάλου στον λαιμό κατά την πολιορκία του κάστρου των Ιλλυριών το 335 π.Χ., ή ως φυσικό σύμπτωμα σκολίωσης. Ως προς το ύψος του, περιγράφεται γενικά ως κάτω του μέσου όρου, με μυώδη διάπλαση.[16][12]

Το χρώμα των μαλλιών του περιγράφεται είτε ως ανοιχτόχρωμο (κατά τους Αιλιανό, Ιούλιο Βαλέριο, Λιβάνιο) είτε ως σκούρο καστανό, με την τοιχογραφία της μάχης της Ισσού που βρέθηκε στην Πομπηία να τον δείχνει καστανό.

Παιδική και εφηβική ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξανδρος και ο δάσκαλος του, Αριστοτέλης

Το 349 π.Χ.[17] ο Λεωνίδας, συγγενής της Ολυμπιάδας, ανέλαβε την ευθύνη της ανατροφής του πρίγκιπα. Υπό την επίβλεψή του, ο Αλέξανδρος, διδάχτηκε αριθμητική, γεωμετρία, μουσική και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ιππασία. Αργότερα, ο Φίλιππος ανέθεσε τις σπουδές του γιου του, στον Αριστοτέλη, ο οποίος του δίδαξε ιστορία, αστρονομία, γεωγραφία, ιατρική, φιλολογία και πολιτικές επιστήμες, μαζί με τα υπόλοιπα νεαρά μέλη της μακεδονικής αριστοκρατίας.[18] Η μαθητεία κοντά στον μεγάλο φιλόσοφο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον χαρακτήρα του νεαρού Αλέξανδρου.[19]

Αυτήν την περίοδο, όπως παραδίδεται, ο Αλέξανδρος απέκτησε από έναν φίλο του Φιλίππου, τον Δημάρατο, τον Βουκεφάλα. Οι παρευρισκόμενοι στο παλάτι του Φίλιππου, θαύμασαν και προσπάθησαν να δαμάσουν τον Βουκεφάλα, όμως ο ένας μετά τον άλλον αποτύγχανε να δαμάσει το άλογο. Ο νεαρός Αλέξανδρος κατάλαβε ότι το άλογο τρόμαζε όταν έβλεπε τον ίσκιο του, έτσι με τη χρήση των χαλιναριών γύρισε το κεφάλι του Βουκεφάλα προς τον ήλιο, ώστε να μην βλέπει τον ίσκιο του και τελικά τον ηρέμησε.

Το 340 π.Χ. ο Αλέξανδρος σταμάτησε τις σπουδές του και γύρισε στην Πέλλα, όπου πήρε ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή της Μακεδονίας. Κατά τις εκστρατείες του ο Φίλιππος εμπιστευόταν την διοίκηση της Μακεδονίας στον Αλέξανδρο. Σε ηλικία 16 χρονών και ενώ ο πατέρας του έλειπε στο Βυζάντιο, κατέστειλε μια εξέγερση Μαιδών.[16][20][21] Κατά τη μάχη της Χαιρώνειας, το 338 π.Χ., ο Φίλιππος συνέτριψε τις ενωμένες δυνάμεις Αθηναίων και Θηβαίων, με τον Αλέξανδρο επικεφαλής του ιππικού. Μετά από την ήττα των Αθηναίων πήγε στην Αθήνα ως αντιπρόσωπος του πατέρα του. Στο συνέδριο της Κορίνθου που ακολούθησε τη μάχη της Χαιρωνείας, ο Φίλιππος εξελέγη «στρατηγός αυτοκράτωρ της Ελλάδος» εν όψει της εκστρατείας κατά των Περσών.[22]

Στα 337 π.Χ., ο Φίλιππος -σε ηλικία 48 ετών- μνηστεύθηκε την Κλεοπάτρα Ευριδίκη, ευγενή της Μακεδονίας. Η Ολυμπιάδα ένιωσε όχι μόνο προσβεβλημένη και πως το γόητρό της καταρρακώθηκε, αλλά, αν η Κλεοπάτρα έδινε γιο στον Φίλιππο, εκείνος θα εκτόπιζε τον Αλέξανδρο στη διαδοχή.[23] Αυτό προκάλεσε αναστάτωση στις, μέχρι τότε, αρμονικές σχέσεις του Αλέξανδρου με τον πατέρα του. Η Ολυμπιάδα παρέμεινε στα διαμερίσματά της κατά τη γιορτή του γάμου, αλλά ο Αλέξανδρος παρευρέθηκε εκεί, χάνοντας σταδιακά την αυτοκυριαρχία του. Ο Άτταλος θείος της νύφης προσέβαλε σε μια πρόποσή του τον Αλέξανδρο και αυτός του πέταξε ένα κύπελλο.[23] Ο Φίλιππος προσπάθησε να επιβάλει την τάξη, αλλά είχε πιεί πολύ κρασί και το κουτσό του πόδι τον πρόδωσε. Ο Αλέξανδρος χλεύασε τον πατέρα του, πως ενώ υποτίθεται πως θα οδηγούσε τον στρατό του από την Ελλάδα στην Ασία αυτός δεν μπορούσε να περπατήσει από την μια άκρη στην άλλη, και βγήκε από την αίθουσα.[23] Αργότερα, αποσύρθηκε στην Ήπειρο μαζί με τη μητέρα του.[24] Ωστόσο, ο Αλέξανδρος επέστρεψε στο ανάκτορο και συμφιλιώθηκε με τον Φίλιππο, αλλά η Ολυμπιάδα παρέμεινε στην Ήπειρο.

Το 336 π.Χ. ο Φίλιππος πάντρεψε μια από τις κόρες του με το βασιλιά της Ηπείρου και αδελφό της Ολυμπιάδας, Αλέξανδρο. Οργανώθηκε βασιλική γιορτή στις Αιγές, με παρελάσεις και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Καθώς ο Φίλιππος έμπαινε στο στάδιο για να κηρύξει τους αγώνες, ένας από τους σωματοφύλακες του, ο Παυσανίας, βγήκε μπροστά του και τον δολοφόνησε, και στην καταδίωξη που ακολούθησε δολοφονήθηκε και ο ίδιος.[23]

Ανάληψη εξουσίας στην Μακεδονία και την υπόλοιπη Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασίλειο της Μακεδονίας -ερυθρά περιοχή- αμέσως μετά τον θάνατό του Φιλλίπου Β΄. Η Κορινθιακή συμμαχία απεικονίζεται με κίτρινο.

Όταν δολοφονήθηκε ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος ήταν μονάχα 20 ετών και φαινόταν τρωτός. Μολαταύτα, συγκρότησε τη δική του σωματοφυλακή, και κινήθηκε γρήγορα εξουδετερώνοντας όλους τους πιθανούς διεκδικητές του θρόνου, τον οποίο και κατέλαβε. Εισέβαλε μετά στη Θεσσαλία και προχώρησε προς νότο αναγνωριζόμενος από όλους. Δεν εκδηλώθηκε καμιά επαναστατική κίνηση και το φθινόπωρο του 336 το συνέδριο της Κορίνθου τον ανακήρυξε, όπως είχε ανακηρύξει και τον Φίλιππο, «στρατηγό αυτοκράτορα της Ελλάδος» για την εναντίον των Περσών εκστρατεία.[25][26] Κατά τον Πλούταρχο, στην Κόρινθο ο Αλέξανδρος συνάντησε και τον κυνικό φιλόσοφο Διογένη ωστόσο πολλοί νεότεροι ιστορικοί αμφισβητούν την ιστορικότητα αυτού του γεγονότος, κατατάσσοντάς το στη μεταγενέστερη ανεκδοτολογία που πλάστηκε για τον μακεδόνα βασιλιά[27].

Πριν αρχίσει την εκστρατεία, πήγε να πάρει χρησμό από τους Δελφούς, που όμως εκείνη τη μέρα η Πυθία δεν χρησμοδοτούσε. Ο Αλέξανδρος μη θέλοντας να φύγει χωρίς χρησμό τράβηξε την ιέρεια προς το μαντείο, προσπαθώντας να την πείσει. Αυτή μη μπορώντας να του αντισταθεί φέρεται να του είπε, «Παιδί μου, είσαι ακαταμάχητος!» και ο έτσι ο Αλέξανδρος πήρε τον χρησμό που ήθελε. Την άνοιξη του 335 π.Χ. εξεστράτευσε εναντίον των Ιλλυριών και Τριβαλλών, προελαύνοντας από την Αμφίπολη μέχρι τον Αίμο σε διάστημα δέκα ημερών. Αφού νίκησε τους εκεί Θράκες, προχώρησε προς τον Δούναβη, νίκησε τους Τριβαλλούς και επιχείρησε επιδρομή κατά των Γετών, την οποία όμως αναγκάστηκε να διακόψει λόγω εξέγερσης των Ιλλυριών. Μετά στράφηκε προς τον νότο και υπέταξε τους Αγριάνες και τους Παίονες, εξασφαλίζοντας την πλήρη κυριαρχία στην περιοχή.[28][29][30]

Όσο καιρό ο Αλέξανδρος πολεμούσε στον βορρά, οι Θηβαίοι ξεκίνησαν πόλεμο και πολιόρκησαν τη μακεδονική φρουρά της Καδμείας, ενώ και στην Αθήνα και άλλες πόλεις επικράτησε αναβρασμός που προκαλούσαν οι αντιμακεδονικοί διαδίδοντας φήμες ότι ο Αλέξανδρος είναι νεκρός.[31] Ο Αλέξανδρος, δρώντας αστραπιαία, διένυσε τα 500 χιλιόμετρα από την Ιλλυρία στη Θήβα σε δώδεκα μέρες.[31] Εκεί, μετά από σύντομη αλλά σθεναρή αντίσταση των Θηβαίων, κατόρθωσε να επικρατήσει. Ακολούθως συγκάλεσε το Κοινό των Ελλήνων για να αποφασίσει την τιμωρία της Θήβας, την οποία εφάρμοσε διατάζοντας τον θάνατο έξι χιλιάδων Θηβαίων, με τους υπόλοιπους τριάντα χιλιάδες κατοίκους να πωλούνται ως δούλοι. Επίσης, ισοπέδωσε την πόλη, με εξαίρεση το σπίτι του ποιητή Πινδάρου[32][33] Τόσο τρομερή ήταν η καταστροφή, ώστε ο Αλέξανδρος πήγε προσκυνητής στους Δελφούς για να εξιλεωθεί.[34] Μετά από αυτό, καμία πόλη δεν αψήφησε ανοιχτά τον νεαρό βασιλιά της Μακεδονίας.

Διασώζεται επίσης και η εξής ιστορία: Όσο βρισκόταν στη Θήβα ο Αλέξανδρος, μερικοί στρατιώτες του έφεραν μπροστά του μια γυναίκα με το όνομα Τιμόκλεια, η οποία είχε ρίξει έναν Θράκα διοικητή στο πηγάδι, όταν αυτός της ζήτησε να πλαγιάσει μαζί της καθώς και την περιουσία της. Ο Αλέξανδρος αφού την άκουσε, θαύμασε το θάρρος της και διέταξε να αφήσουν αυτήν και την οικογένειά της ελεύθερη.[35]

Οι εκστρατείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με πορεία κατεύθυνσης, απεικόνιση των σχηματισμών των κύριων μαχών, και χρωματική επισήμανση των ιδρυθείσων πόλεων

Σκοπός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εκστρατεία κατά των Περσών, είχε ήδη αποφασίσει να θέσει σε λειτουργία, μόλις ανέβηκε στον θρόνο της Μακεδονίας. Ο πατέρας του, Φίλιππος, είχε ήδη βάλει τις βάσεις αυτού του σχεδίου και του είχε μάθει από παιδί να μην έχει τίποτα άλλο στον νου του παρά αυτόν τον σκοπό[εκκρεμεί παραπομπή]. Ο Φίλιππος αφού είχε νικήσει τους Ιλλυριούς και τους Θράκες, τους Παίονες και τους Σκύθες, δημιούργησε μετά την Μάχη της Χαιρώνειας μια ομοσπονδία απο ελληνικά κράτη (Συνέδριο Κορίνθου)[36][37] για την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας και την τιμωρία των απογόνων του Ξέρξη. Ο Φίλιππος, Έλληνας και ο ίδιος, ήθελε τους υπόλοιπους Έλληνες στο πλευρό του για την σχεδιαζόμενη εκστρατεία κατά των Περσών και ήθελε να αφήσει μια σταθερή Ελλάδα πίσω του όταν ξεκινούσε την εκστρατεία.[38] Η δολοφονία του Φίλιππου άφησε στα χέρια του 20χρονου Αλέξανδρου την αποστολή αυτή.

Η ιδέα της εκστρατείας στην Ασία έναντι των Περσών προϋπήρχε από αρκετό καιρό.[εκκρεμεί παραπομπή] Κατά τους Περσικούς πολέμους, πάνω από έναν αιώνα πριν την εποχή του Αλεξάνδρου, και μετά τις νίκες των Πλαταιών και της Μυκάλης το 479, ο πόλεμος πήρε επιθετική μορφή (478-466) με πρωτεργάτη τον Κίμωνα και λαμπρές[ασαφές] επιτυχίες, με αποκορύφωμα τη νίκη στον Ευρυμέδοντα. Από το 399 μέχρι το 394, οι Σπαρτιάτες ταλαιπωρούσαν τους Πέρσες στη Μικρά Ασία. Ο Αγησίλαος μάλιστα, προσπάθησε να δώσει πανελλήνιο χαρακτήρα στην εκστρατεία του, θυσιάζοντας στην Αυλίδα, όπως ο Αγαμέμνων.[39] Η ιδέα λοιπόν της τελικής επίθεσης εναντίον του περσικού κράτους ήταν διάχυτη κι έμενε να βρεθεί αυτός που θα την πραγματοποιούσε. Προορισμένος[ασαφές] γι’ αυτό φάνηκε ο Φίλιππος, ο οποίος είχε προπαγανδίσει με επιτυχία την ιδέα της τιμωρίας των Περσών, για όσα διέπραξαν κατά της Ελλάδος στους Περσικούς πολέμους.[40] Προς τον Φίλιππο, ο Αθηναίος ρήτορας Ισοκράτης, ο θεωρητικός της πανελλήνιας κατά της Ασίας εκστρατείας, έγραφε: «τον δε βασιλέα τον νυν μέγαν προσαγορευόμενον καταλύειν επιχειρήσεις, ίνα την τε σεαυτού δόξαν μείζω ποιήσης και τοις Έλλησιν υποδείξης, προς ον χρή πολεμείν». «Και όλοι» γράφει σε άλλο σημείο ο Ισοκράτης «με παρακαλούν να σε προτρέψω να επιμείνεις στα σχέδιά σου, γιατί δεν μπορούν να διαπραχθούν καλύτερα και ωφελιμότερα έργα για τους Έλληνες».[41]

Η δολοφονία του το 336 π.Χ., απέτρεψε τον Φίλιππο από το να ηγηθεί αυτής της εκστρατείας. Έτσι το έργο αυτό ανέλαβε ο Αλέξανδρος, ο οποίος είχε προετοιμαστεί για τα έργα που ανέφερε ο Ισοκράτης, που ανήγαγε την καταγωγή του Αλεξάνδρου στον μυθολογικό Αχιλλέα[42] και είχε την Ιλιάδα πάντα κάτω από το προσκέφαλό του.[43]

Η οργάνωση του εκστρατευτικού σώματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

334 π.Χ. Μικρά Ασία. Πάνω από τριάντα πόλεις της Λυκίας παραδόθηκαν.

Το 335 π.Χ. έστειλε τον Παρμενίωνα για να εξασφαλίσει το πέρασμα της Προποντίδας. Την άνοιξη του 334 π.Χ.,[44] αφήνοντας πίσω του τοποτηρητή της Μακεδονίας τον Αντίπατρο, πέρασε τον Ελλήσποντο με στρατό 30.000 πεζών και 5.000 και πλέον ιππέων, ενώ ο στόλος του απαρτιζόταν από 160 πλοία.[45] Οι Πέρσες δεν πρόβαλλαν αντίσταση στη διάβαση του στενού. Οι προμήθειες έφταναν για 30 μέρες και οι οικονομικοί πόροι ανέρχονταν περίπου στα 70 χρυσά τάλαντα.

Η στρατιωτική δύναμη ήταν ομολογουμένως μικρή σε σχέση με τα σχέδια του Αλεξάνδρου. Οι Πέρσες, με την απέραντη αυτοκρατορία τους που περιελάμβανε πολλούς λαούς και φυλές, θα μπορούσαν να αντιπαρατάξουν πολύ μεγαλύτερο στρατό, αλλά ο Αλέξανδρος βασιζόταν στην ταχύτητα και την τόλμη καθώς και στις καλά εκπαιδευμένες και εξοπλισμένες μακεδονικές φάλαγγές του και το βαρύ ιππικό των Εταίρων.

Η μακεδονική φάλαγγα αποτελούνταν από πεζέταιρους οπλισμένους με σάρισα, δόρυ μήκους 6 μέτρων, πιθανόν επινόηση του Φιλίππου Β', βασισμένη στη θηβαϊκή φάλαγγα.[46] Το ιππικό επάνδρωναν οι ευγενείς, οι Εταίροι όπως ονομάζονταν. Τον στρατό συμπλήρωναν σώματα Αγριάνων ακοντιστών, τοξοτών και πελταστών. Μολονότι τον πυρήνα του στρατού αποτελούσαν οι Μακεδόνες, στις γραμμές του περιλαμβάνονταν πολεμιστές από ελληνικές πόλεις-κράτη και από τα βασίλεια της Μικράς Ασίας. Αυτήν την ετερογενή δύναμη ένωναν οι δεσμοί πειθαρχίας, εκπαίδευσης και οργάνωσης, αλλά και η αφοσίωση που ενέπνεε ο Αλέξανδρος.

Ως επικεφαλής του στρατού του ήταν όλοι Μακεδόνες. Δεύτερος στην τάξη στρατηγός μετά από αυτόν ήταν ο Παρμενίων, παλιός συμπολεμιστής του πατέρα του. Ακολουθούσαν οι γιοί του Παρμενίωνα, Φιλώτας και Νικάνωρ, ο Αμύντας, ο Περδίκκας, ο Κρατερός, ο Πτολεμαίος, και ο Μελέαγρος. Διοικητής των Ελλήνων συμμάχων ήταν ο Αντίγονος, και των μισθοφόρων ο Μένανδρος. Ο Αλέξανδρος, ως ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής, διαχειρίστηκε πολύ αποτελεσματικά τη στρατιωτική οργάνωση, την κινητοποίηση, και την άμεση δράση των στρατιωτικών δυνάμεων.

Κατάκτηση της Μικράς Ασίας (334 - 333 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη διάβαση του Ελλησπόντου, βρέθηκε στα ακρογιάλια της Αιολίδας, εκεί που βρίσκονται σήμερα τα βορειοδυτικά παράλια της Τουρκίας. Αμέσως μετά την απόβαση του στρατού, τέλεσε θυσίες και επισκέφτηκε την Τροία.

Αναπαράσταση της μάχης του Γρανικού όπου ο Κλείτος ο Μέλας διακρίνεται στο κέντρο δίπλα από τον Αλέξανδρο να τον σώζει από το χτύπημα του Σπιθριδάτη - Σαρλ Λε Μπραν, 17ος αιώνας, Λούβρο

Ο Αλέξανδρος οδήγησε τον στρατό του στον ποταμό Γρανικό, όπου περίμεναν για να δώσουν μάχη οι περσικές δυνάμεις, οδηγούμενες από τους τοπικούς σατράπες και τον Μέμνονα τον Ρόδιο. Η μάχη του Γρανικού, που έγινε τον Μάιο του 334 π.Χ. ανέδειξε νικητή τον Αλέξανδρο. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος κινδύνευσε, αλλά σώθηκε από την παρέμβαση του Κλείτου,[47] και κατόπιν οι Πέρσες αιφνιδιάστηκαν από το μακεδονικό ιππικό που διέσχισε τον ποταμό και τράπηκαν σε φυγή. Οι απώλειες των Μακεδόνων ήταν μόνο 110 άνδρες, ενώ ανάμεσα στους Πέρσες νεκρούς υπήρξαν και πολλοί άρχοντές τους.

Η ήττα των Περσών άνοιξε τον δρόμο στον Αλέξανδρο για την κατάκτηση όλης της Μικράς Ασίας. Οι Σάρδεις και η Έφεσος παραδόθηκαν. Η Μίλητος και η Αλικαρνασσός αντιστάθηκαν, αλλά τελικά κατακτήθηκαν μετά από πολιορκία. Πάνω από τριάντα πόλεις της Λυκίας παραδόθηκαν,[48] ενώ κατακτήθηκε και η Παμφυλία. Διαμέσου των υψιπέδων της Πισιδίας και της Φρυγίας, ο Αλέξανδρος έφτασε στο Γόρδιο, όπου έλυσε τον Γόρδιο δεσμό. Σύμφωνα με τον τότε θρύλο, όποιος έκανε κάτι τέτοιο θα κατακτούσε ολόκληρη την Ασία.[49] Πέρασε τον χειμώνα παρακολουθώντας τις κινήσεις των Περσών και ετοιμάζοντας τις δυνάμεις του για νέα εξόρμηση. Στις ιωνικές πόλεις που κατέκτησε, κατάργησε τα ολιγαρχικά και τυραννικά πολιτεύματα που είχαν επιβάλει οι Πέρσες και εγκατέστησε δημοκρατίες, καταργώντας παράλληλα τη βαριά φορολογία.

Λίβανος και Συρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την άνοιξη του 333 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς κατέλαβε την Καππαδοκία και προωθήθηκε προς τις Κιλίκιες πύλες. Παρέμεινε όμως στην Ταρσό μέχρι τον Οκτώβριο για να αναρρώσει από μια βαριά ασθένεια.[50] Για να εξασφαλίσει την κυριαρχία στη θάλασσα, ξεκίνησε πορεία προς τη Φοινίκη όπου ήταν η βάση του ναυτικού των Περσών. Ο Δαρείος Γ΄ συγκέντρωσε τεράστιες δυνάμεις στη Βαβυλώνα, με διοικητή τον ίδιο και κινήθηκε προς την Κιλικία εναντίον του Αλέξανδρου. Ο Αλέξανδρος διέβη τις Κιλίκιες πύλες για να συναντήσει τον Δαρείο Γ΄, ο οποίος όμως κατάφερε να φέρει τον στρατό του στα νώτα του Αλεξάνδρου.

Ο Αλέξανδρος νικά τον Δαρείο στη μάχη της Ισσού Ψηφιδωτό από την Πομπηία, αντίγραφο ελληνικού πρωτοτύπου, Αρχαιολογικό Μουσείο Νάπολης

Η μάχη δόθηκε στην αμμώδη πεδιάδα της Ισσού. Ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να ανοίξει ρήγμα στην παράταξη του περσικού στρατού και το ιππικό του με επικεφαλής τον ίδιο, πραγματοποίησε πλευρική επίθεση και βρέθηκε στα νώτα του Δαρείου Γ΄. Ο Δαρείος Γ΄ τράπηκε σε φυγή, αφήνοντας στα χέρια του νικητή τη σκηνή, τη μητέρα, τη σύζυγό του και πολλά λάφυρα.[51]

Μετά τη νίκη του στην Ισσό, η προέλαση συνεχίστηκε με την υποταγή των φοινικικών πόλεων Αράδου, Βύβλου και Σιδώνας. Τα φοινικικά, ροδιακά και κυπριακά πλοία μπήκαν πλέον υπό τις διαταγές του Αλέξανδρου και έτσι εξασφάλισε τα νώτα του και τον έλεγχο όλης της ανατολικής Μεσογείου. Τον Ιούλιο του 332 π.Χ. κατάφερε, με πολλή δυσκολία και μετά από επτά μήνες πολιορκίας, την κατάληψη της Τύρου, όπου φέρθηκε με πρωτοφανή σκληρότητα προς τους κατοίκους της πόλης. Όσοι κάτοικοι επέζησαν (περίπου 30.000) πουλήθηκαν ως δούλοι. Κατά τον Αρριανό, σημαντικός λόγος για τη συμπεριφορά αυτή ήταν η ανίερη πράξη των Τυρίων να ανεβάσουν αιχμαλώτους στα τείχη τους και αφού τους σκοτώσουν να τους πετάξουν στη θάλασσα. Ωστόσο ο Αλέξανδρος άφησε ελεύθερο τον βασιλιά Αζέμιλκο, πολλούς άρχοντες και τους Καρχηδονίους πρέσβεις. Επίσης σεβάστηκε το ιερό του θεού Μέλκαρτ, τον οποίο οι Έλληνες ταύτιζαν με τον Ηρακλή.[52][53]

Παλαιστίνη και Αίγυπτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα:Πολιορκία της Γάζας

332-331 π.Χ. Λίβανος, Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Ανατολικές σατραπείες

Στη συνέχεια, υπέταξε την Παλαιστίνη χωρίς προβλήματα εκτός από την άριστα οχυρωμένη πόλη της Γάζας η οποία δεν παραδόθηκε. Έτσι, ο στρατός του Αλεξάνδρου ξεκίνησε να κατασκευάζει αναχώματα, μέχρι να φτάσει το ύψος των τειχών. Στην τελική επίθεση που ακολούθησε, ο Αλέξανδρος κυρίευσε τη Γάζα. Κατά τη μάχη τραυματίστηκε στον ώμο, από ένα βέλος το οποίο διαπέρασε την ασπίδα και τον θώρακά του. Τους κατοίκους της Γάζας που επέζησαν τους πούλησε όλους ως δούλους[54].

Ο Αλέξανδρος συνέχισε την εκστρατεία του προς την Αίγυπτο, η οποία ήταν υπό την κυριαρχία των Περσών την εποχή εκείνη, όπου έγινε δεκτός ως ελευθερωτής. Σεβάστηκε τους αιγυπτιακούς θεούς και το 331 π.Χ. επισκέφτηκε το Μαντείο του Άμμωνα στην Όαση Σίβα, όπου οι ιερείς του έκαναν καλή υποδοχή. Τον ονόμασαν γιο του Άμμωνα, τίτλο που δέχτηκε και υιοθέτησε, κάτι που βοήθησε στην αποδοχή και λατρεία από τον τοπικό πληθυσμό γύρω από το πρόσωπό του. Από τότε ο Αλέξανδρος συχνά απεικονίζεται με κέρατα κριού, ώστε να αντιπροσωπεύεται η θεϊκή του καταγωγή.[55] Πριν την αναχώρησή του από την Αίγυπτο ίδρυσε στο Δέλτα του Νείλου μια νέα πόλη που ονόμασε Αλεξάνδρεια. Η πόλη έγινε σπουδαίο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της Μεσογείου.

Κατάλυση της περσικής αυτοκρατορίας (331 - 330 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νίκη στα Γαυγάμηλα, κατάληψη των Σούσων και διάβαση των Περσίδων Πυλών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού περίμενε ενισχύσεις από τη Μακεδονία, απέλυσε τους πιο καταπονημένους στρατιώτες και επέστρεψε στη Φοινίκη για να κατευθυνθεί προς τον Ευφράτη, όπου ο Δαρείος Γ΄ συγκέντρωνε στρατό από τις ανατολικές επαρχίες. Λέγεται ότι κατέστειλε μια επανάσταση των Σαμαρειτών, που έκαψαν ζωντανό τον στρατηγό του Ανδρόμαχο. Η επανάσταση κατεστάλη, η Σαμάρεια πέρασε υπό τον έλεγχο των ελληνικών στρατευμάτων, ενώ είναι πιθανό να ιδρύθηκε τότε η πόλη Γέρασα.

Πέρασε τον ποταμό Τίγρη, και έφτασε στο οροπέδιο των Γαυγαμήλων, περίπου 90 χλμ. από τα Άρβηλα (σημ. Ερμπίλ, στο ιρακινό Κουρδιστάν). Εκεί νίκησε για άλλη μια φορά τον περσικό στρατό, στην ομώνυμη μάχη των Γαυγαμήλων. Στη συνέχεια κατέλαβε τη Βαβυλώνα, της οποιας ανοικοδόμησε τα ιερά που είχε γκρεμίσει ο Ξέρξης, όπως αυτό του θεού Μαρδούκ. Προσέφερε μάλιστα θυσία στον Μαρδούκ, τηρώντας πανάρχαια παράδοση.[56]

Ο Δαρείος Γ΄ διέφυγε προς την Μηδία, και ο Αλέξανδρος προέλασε προς τα Σούσα, πρωτεύουσα του περσικού κράτους, η οποία παραδόθηκε χωρίς αντίσταση, από τον Πέρση σατράπη της Σουσιανής, Αβουλίτη. Εκεί βρήκε περίπου ποσότητα χρυσού, αργύρου και νομίσματα, αξίας 50.000 περίπου ταλάντων. Στα Σούσα δε εγκατέστησε τη μητέρα και την υπόλοιπη οικογένεια του Δαρείου και όρισε ο ίδιος τους δασκάλους των εελληνικών για τα παιδιά του Πέρση βασιλιά. Σατράπη της Σουσιανής άφησε τον Αβουλίτη, ορίζοντας όμως Μακεδόνες διοικητές του στρατού της σατραπείας.[57] Επόμενος στόχος του ήταν η καταδίωξη του Δαρείου και η εισβολή στην Περσίδα (σημ. Φαρς). Η εκστρατεία ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 330 π.Χ. Μετά τη διάβαση του ποταμού Πασιτίγρη (σημ. Καρούν, στο Ιράν), συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τους ορεσίβιους Ουξίους. Τελικά κατάφερε να τους αιφνιδιάσει, κυκλώνοντάς τους. Μετά την υποταγή τους, έστειλε μέρος του στρατεύματος και τις αποσκευές του, υπό τον Παρμενίωνα, από τον αμαξιτό δρόμο που οδηγούσε στην Περσέπολη. Ο ίδιος, επικεφαλής του μακεδονικού πεζικού, των εταίρων και των Αγριάνων και τοξοτών, ακολούθησε τον ταχύτερο δρόμο μέσα από τις ορεινές διαβάσεις του νοτίου Ζάγρου. Εκεί, στο φυσικό στενό το οποίο συνέει τη Σουσιανή με την Περσίδα, και το οποίο οι αρχαίοι αποκαλούσαν Περσίδες Πύλες, συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τον σατράπη της Περσίδας, Αριοβαρζάνη. Ο Αριοβαρζάνης είχε χτίσει μέσα στο στενό τείχος, το οποίο υπεράσπιζε επικεφαλής δύναμης 25.000-40.000 πεζών και 300-700 ιππέων. Μετά από ανεπιτυχή κατά μέτωπο επίθεση, η οποία στοίχισε πολλές απώλειες στους Μακεδόνες, Πέρσες αιχμάλωτοι οδήγησαν το μεγαλύτερο μέρος του μακεδονικού στρατού, υπό τον Αλέξανδρο, μέσα από δύσβατο μονοπάτι και υπό αντίξοες συνθήκες, στα νώτα του Αριοβαρζάνη τον στρατό του οποίου εξολόθρευσε.[58]

Παράδοση και καταστροφή της Περσέπολης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την διάβαση των στενών των Περσίδων Πυλών, ο Αλέξανδρος έσπευσε ταχύτατα προς την Περσέπολη, προκειμένου να μην επιτρέψει στη φρουρά της να φυγαδεύσει τους περσικούς βασιλικούς θησαυρούς. Τότε δέχτηκε γράμμα του Τιριδάτη, διοικητή της πόλης, με το οποίο ο δεύτερος τον πληροφορούσε ότι ήταν έτοιμος να του παραδώσει την Περσέπολη αν ο Αλέξανδρος προλάβαινε τους ανθρώπους του Δαρείου.[58] Τότε, πλησιάζοντας την πόλη, ο μακεδονικός στρατός συνάντησε, κατά τη διήγηση του Διόδωρου Σικελιώτη (όπως επίσης του Κούρτιου και του Ιουστίνου) ένα τραγικό θέαμα. Περίπου 800 ακρωτηριασμένοι άνθρωποι (στα χέρια ή στα πόδια ήτα αυτιά και τις μύτες), ηλικιωμένοι οι πιο πολλοί, βγήκαν να προϋπαντήσουν τον Αλέξανδρο, κρατώντας ικετηρίες (σύμβολο δυστυχίας, ικεσίας). Επρόκειτο για Έλληνες τεχνίτες, τους οποίους προηγούμενοι Πέρσες βασιλείς είχαν ακρωτηριάσει κρατώντας από τα μέλη τους μόνο αυτά που ήταν απαραίτητα για την τέχνη που ασκούσαν. Όλοι οι Μακεδόνες συμπόνεσαν εκείνους τους ανθρώπους, ο δε Αλέξανδρος προσφέρθηκε να φροντίσει να γυρίσουν στις πατρίδες τους, αν και τελικά αυτοί προτίμησαν να μείνουν στην Περσία, ενωμένοι, προκειμένου να αντέξουν πιο εύκολα τη δυστυχία τους.[59]

Όταν μπήκε στην πλούσια πόλη, ο Αλέξανδρος την άφησε στη διάθεση των στρατιωτών του για μία ολόκληρη μέρα κατά την οποία σημειώθηκε λεηλασία, καταστροφή των ιερών και ανήκουστη σφαγή. Η συμπεριφορά αυτή, κατά την Αθηνά Καλογεροπούλου (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους), έχει μείνει ανεξήγητη από τους νεότερους ιστορικούς, παρά την προσπάθεια να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα απόφασης στρατιωτικού συμβουλίου που συγκάλεσε ο Μακεδόνας βασιλιάς. Έχει ειπωθεί μάλιστα πως στο συμβούλιο αυτό αποφασίστηκε να λεηλατηθεί η πόλη αλλά όχι τα ανάκτορά της στην ακρόπολη και πως ο Παρμενίωνας διαφώνησε θεωρώντας την απόφαση ως προσβολή των αισθημάτων των ηττημένων.[60] Ακολούθησε, λίγο αργότερα, η νυχτερινή πυρπόληση των επιβλητικών ανακτόρων των Αχαιμενιδών. Την πράξη εκείνη, όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς, εκτός από τον Αρριανό, αποδίδουν σε προτροπή της εταίρας Θαΐδας, φίλης του Πτολεμαίου του Λάγου, η οποία έπεισε τους μεθυσμένους Μακεδόνες αξιωματούχους να πάρουν από έναν δαυλό και να κάψουν τα ανάκτορα, ως εκδίκηση για την καταστροφή των ελληνικών ιερών κατά τους Περσικούς πολέμους. Ο Αρριανός χαρακτηρίζει ακατανόητο τον εμπρησμό των ανακτόρων και απορρίπτει την εξήγηση της εκδίκησης μιας τόσο παλιάς πράξης. Η ιστορικότητα του περιστατικού με τη Θαΐδα δεν είναι αποδεκτή από πολλούς νεότερους ιστορικούς οι οποίοι προσπάθησαν να εξηγήσουν τον εμπρησμό των ανακτόρων ως πολιτική διακήρυξη του Αλεξάνδρου, με την οποία αποδείκνυε πως έληξε η εξουσία των Αχαιμενιδών ή πως εκδικούνταν την πυρπόληση του μεγάλου ιερού της Βαβυλώνας από τον Ξέρξη. Γενικά, η καταστροφή της Περσέπολης και των ανακτόρων της έχει χαρακτηριστεί πράξη σκληρή, άστοχη και αδικαιολόγητη και ως μελανή σελίδα στην ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Κατά την Αθηνά Καλογεροπούλου, ίσως οδηγήθηκε στην απόφαση αυτή λόγω των αλληλοσυγκρουόμενων αισθημάτων που του προκάλεσαν η ισχυρή αντίσταση του Αριοβαρζάνη στις Περσίδες Πύλες, το θέαμα των ακρωτηριασμένων Ελλήνων, η επιδεικτική χλιδή των ανακτόρων και το αλαζονικό ύφος των περσικών επιγραφών στα ανάκτορα. Κατά την ίδια ιστορικό, αυτή ήταν η πρώτη από μια σειρά από απάνθρωπες πράξεις στις οποίες προέβη ο Αλέξανδρος, αν και ως τότε είχε δείξει, σε διάφορες περιπτώσεις, μεγαλοψυχία και ευαισθησία.[61]

Στην Περσέπολη βρήκε τον αυτοκρατορικό θησαυρό, αποτελούμενο, κατά τον Διόδωρο και τον Κούρτιο, από περίπου 120.000 τάλαντα σε χρυσό και ασήμι. Ένα μέρος από αυτό το ποσό κράτησε για τη συνέχιση του πολέμου και το υπόλοιπο το έστειλε στα Σούσα, όπου μπορούσε να φρουρηθεί αποτελεσματικότερα. Για τη μεταφορά στα Σούσα χρησιμοποιήθηκαν 10.00 ζευγάρια μουλαριών και 5.000 καμήλες. Ως σατράπη της Περσίδας διόρισε τον Πέρση Φρασαόρτη.[62]

Καταδίωξη του Δαρείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φεύγοντας από την Περσέπολη, ο Αλέξανδρος έφτασε στις Πασαργάδες, παλιά πρωτεύουσα της Περσίας η οποία παραδόθηκε επίσης χωρίς αντίσταση. Εκεί βρήκε άλλα 6.000 περσικά τάλαντα. Επισκέφθηκε τον τάφο του Κύρου και έδωσε εντολή να διακοσμηθεί εσωτερικά, ως δείγμα θαυμασμού προς τον Πέρση βασιλιά για τον οποίο φαίνεται πως είχε μάθει όταν μικρός διάβασε το έργο Κύρου παιδεία, του Ξενοφώντα.[63] Μετά από δύο μήνες ανάπαυσης του στρατού, προχώρησε προς τη Μηδία όπου βρίσκονταν τα Εκβάτανα (σημερινό Χαμαντάν), αναζητώντας τον Δαρείο Γ΄. Καταλαμβάνοντας τα Εκβάτανα περιήλθαν στα χέρια του και όλες οι εξουσίες στην Περσική Αυτοκρατορία. Σε αυτό το σημείο, ο σκοπός της εκστρατείας είχε ουσιαστικά τελειώσει. Η υποχρέωση των υπόλοιπων Ελλήνων συμμάχων του είχε τελειώσει κι έτσι έστειλε πίσω όσους επιθυμούσαν να μην τον ακολουθήσουν σε επόμενη εκστρατεία. Επίσης ανέθεσε στον Παρμενίωνα τη μεταφορά όλων των περσικών θησαυρών στην ακρόπολη των Εκβατάνων, όπου θα τους φρουρούσε ο Άρπαλος, παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου, με φρουρά 6.000 ανδρών. Στη συνέχεια ο Παρμενίωνας θα παρέμενε στη Μηδία, με αρμοδιότητα να φρουρεί τα μετόπισθεν του Αλεξάνδρου. Η ανάθεση μη μάχιμου καθήκοντος στον Παρμενίωνα έχει αποδοθεί στην προχωρημένη, τότε, ηλικία του (70 ετών), ίσως και σε πιθανή διαφωνία του για την πρόθεση του Αλεξάνδρου να συνεχίσει την εκστρατεία στις ανατολικές σατραπείες.[63]

Από τα Εκβάτανα, ο Αλέξανδρος συνέχισε με μεγάλη ταχύτητα την καταδίωξη του Δαρείου, αδυνατώντας όμως να τον συλλάβη. Όταν πέρασε τις Κασπίες Πύλες (στη νοτιοανατολική γωνία της Κασπίας Λίμνης), έφθασαν στο στρατόπεδό του άνθρωπο του Δαρείου οι οποίοι τον πληροφόρησαν πως ο σατράπης της Βακτρίας, Βήσσος, συνέλαβε τον Δαρείο Γ΄ και ανακυρήχθηκε βασιλιάς της Περσίας από τους άλλους σατράπες και τους Βακτρίους. Από το πραξικόπημα του Βήσσου απείχαν οι Έλληνες μισθοφόροι του Δαρείου και η οικογένεια του Αρτάβαζου. Τότε ο Αλέξανδρος πήρε την απόφαση να κυνηγήσει τον Βήσσο και να συλλάβει ζωντανό τον Δαρείο, μπαίνοντας ο ίδιος επικεφαλής ελαφρού αποσπάσματος. Η καταδίωξη συνεχίστηκε ακόμη και μέσα στην άνυδρη έρημο, με ολονύκτιες πορείες. Όταν πρόφθασε τους Βακτρίους, εκείνοι τράπηκαν σε φυγή αφού τραυμάτισαν θανάσιμα τον Δαρείο και τον εγκατέλειψαν. Ο Αλέξανδρος έστειλε το σώμα του Δαρείου Γ΄ για να ταφεί με βασιλικές τιμές και τα τοπικά έθιμα στην Περσέπολη. Με τον θάνατο του Πέρση Μεγάλου Βασιλιά, ο Αλέξανδρος προβλήθηκε ως κληρονόμος και νόμιμος διάδοχος της δυναστείας των Αχαιμενιδών.[64]

Υποταγή των ανατολικών σατραπειών (330 - 327 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις, πολιτική του Αλεξάνδρου στην Κεντρική Ασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να υποστηρίξει τον νέο του τίτλο και να εξασφαλίσει τον έλεγχο όλης της αυτοκρατορίας, κινήθηκε εναντίον του Βήσσου και των υπόλοιπων σατραπών που συνέβαλαν στη δολοφονία του Δαρείου Γ΄. Επιπλέον, στον Αλέξανδρο είχαν φτάσει πληροφορίες πως ο Βήσσος συγκέντρωνε ισχυρό εθνικό στρατό για να υπερασπίσει τη χώρα του και να διεκδικήσει την κυριαρχία της Ασίας. Έτσι η εκστρατεία του Αλεξάνδρου πήρε νέο χαρακτήρα, καθώς η συνέχισή της απαιτούσε τη χρησιμοποίηση του περσικού στοιχείου στον στρατό και στη διοίκηση, όπου εμπιστεύθηκε θέσεις στους πιστούς συνεργάτες του Δαρείου. Άλλωστε, ήδη ο Μακεδόνας βασιλιάς είχε εντυπωσιαστεί από τους πολιτισμούς που συνάντησε στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία και την Περσία, πολιτισμούς οι οποίοι έσβησαν από τη σκέψη του την υποτιμητική σημασία που είχε για τους Έλληνες η λέξη «βάρβαρος».[65] Εκτός αυτού, η μορφή του πολέμου που θα ακολουθούσε ήταν διαφορετική. Οι νέοι αντίπαλοι του Αλεξάνδρου, ιδιαίτερα οι Βάκτριοι και οι Σόγδιοι, όχι μόνο διέθεταν υψηλό εθνικό φρόνημα αλλά και εθνικούς ηγέτες με μεγάλες ικανότητες, η δε τακτική που εφάρμοζαν ήταν αυτή του κλεφτοπολέμου με πολλαπλά ταυτόχρονα χτυπήματα, έχοντας μάλιστα για σύμμαχο την ορεινή χώρα τους. Η φύση αυτή του αντιπάλου επέβαλλε αλλαγές στη δομή του στρατού του για να γίνει πιο ευκίνητος και να μπορεί να διεξάγει ταυτόχρονα ανεξάρτητες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Έτσι η δυσκίνητη φάλαγγα από εκείνο το σημείο και στο εξής θα δρούσε μόνο χωρισμένη σε τμήματα, ενώ το ιππικό των εταίρων χωρίστηκε κι αυτό σε δύο τμήματα (ιππαρχίες) και συνδυάστηκε με ελαφρότερα έφιππα σώματα ιππακοντιστών και ιπποτοξοτών, κατά τα περσικά πρότυπα. Επίσης, εκτός από τις ενισχύσεις σε άνδρες και άλογα που ήρθαν από την Ελλάδα και τη Μ. Ασία με σκοπό να αναπληρωθούν οι ως τότε απώλειες, άρχισε να χρησιμοποιείται και το πολύ αξιόλογο ιππικό των ντόπιων κατοίκων. Αποτέλεσμα όλων αυτών των αλλαγών, οι οποίες εφαρμόστηκαν σταδιακά, κυρίως κατά την εκστρατεία της Βακτριανής και Σογδιανής, ήταν τέτοιο που, πριν ξεκινήσει η εκστρατεία της Ινδίας, το μακεδονικό εκστρατευτικό σώμα να έχει πάρει εντελώς νέα μορφή.[66]

Πέρα από τις αλλαγές στη σύνθεση και την τακτική του εκστρατευτικού σώματος, ο Αλέξανδρος εφάρμοσε μια, πιο σημαντική και με μακροχρόνιο αποτέλεσμα, πολιτική, αυτή της ίδρυσης νέων πόλεων, των πρώτων σε ασιατικό έδαφος. Η επιλογή των θέσεων αυτών των πόλεων έχει χαρακτηριστεί «μεγαλοφυής».[67]

Υποταγή της Υρκανίας, της Αρείας, της Δραγγιανής και της Αραχωσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκστρατεία στις ανατολικές σατραπείες ξεκίνησε με την εκκαθάριση της Υρκανίας όπου, στα όρη των Ταπούρων, είχαν καταφύγει και οι Έλληνες μισθοφόροι του Δαρείου Γ΄ με αρχηγό τον Ναβαρζάνη. Μετά από την υποταγή της Υρκανίας διέσχισε την Παρθία και στην πόλη Σούσια της Αρίας, ο σατράπης Σατιβαρζάνης δήλωσε υποταγή, διατηρώντας το αξίωμά του. Μετά την αναχώρησή του Αλέξανδρου όμως για τη Βακτρία, όπου ο Βήσσος συγκέντρωνε στρατεύματα, ο Σατιβαρζάνης εξολόθρευσε τη φρουρά που είχε αφήσει ο Αλέξανδρος και συγκέντρωσε στρατό για να βοηθήσει τον Βήσσο. Ο Αλέξανδρος επέστρεψε αλλά ο Σατιβαρζάνης διέφυγε με 2.000 ιππείς. Στη θέση του διορίστηκε ο Αρσάκης. Αφού ίδρυσε μια νέα πόλη, την Αλεξάνδρεια Αρείας, κατέφυγε στην Φράδα της Δραγγιανής για να διαχειμάσει.

Εκστρατεία του Ινδικού Καυκάσου, της Βακτρίας και της Σογδιανής - Εξέγερση σε Σογδιανή και Βακτρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την άνοιξη του 329 π.Χ. έφτασε στην περιοχή του Ινδο-Καύκασου όπου ίδρυσε άλλη μια Αλεξάνδρεια. Ο Βήσσος έφυγε μακριά, περνώντας τον ποταμό Ώξο και, αφού έκαψε τα πλοία του μετά τη διέλευση, εγκαταστάθηκε στα Ναύτακα της Σογδιανής. Ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε στη Σογδιανή και έστειλε τον Πτολεμαίο εναντίον του, ο οποίος τον συνέλαβε και τον οδήγησε στον Αλέξανδρο. Ο Βήσσος εκτελέστηκε και ο Αλέξανδρος προχώρησε προς την πρωτεύουσα της Σογδιανής, Σαμαρκάνδη, καθώς και στην Τασκένδη, που σήμερα είναι οι δύο σημαντικότερες πόλεις του Ουζμπεκιστάν. Ακολούθως ξέσπασε μεγάλη εξέγερση στη Βακτρία και τη Σογδιανή, της οποίας ηγήθηκε ο ικανότατος Σόγδιος αρχηγός, Σπιταμένης. Η εξέγερση αυτή, η οποία κατεστάλη με μεγάλη δυσκολία, προκάλεσε την εξολόθρευση ενός μακεδονικού αποσπάσματος στον ποταμό Πολυτίμητο (σημ. Σαραουχσάν). Κατά τις επιχειρήσεις αυτές, ο Αλέξανδρος έφθασε στον ποταμό Ιαξάρτη όπου ίδρυσε τη μακρινότερη απ' όλες τις Αλεξάνδρειες, την Αλεξάνδρεια Εσχάτη, σε μια περιοχή που σήμερα λέγεται Χοτζέντ (στο σημερινό Τατζικιστάν). Κατόπιν πέρασε, παράπλευρα από την παγωμένη κορυφογραμμή των Ιμαλαΐων, στις Ινδίες, μέσω του περάσματος Κυμπέρ.

Εσωτερική ηθική κρίση - Εκτελέσεις συνεργατών του Αλεξάνδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη δολοφονία του Δαρείου άρχισε να δημιουργείται νοσηρό κλίμα υποψιών στην αυλή του Αλεξάνδρου, τροφοδοτούμενο από τις αντιζηλίες μεταξύ των εταίρων. Συνεργάτες του βασιλιά, όπως ο Ηφαιστίωνας, ο Κρατερός, ο Κοίνος και ο Καλλισθένης, υποδαύλιζαν αυτούς τους ψιθύρους και ταυτόχρονα πληροφορούσαν τον Αλέξανδρο γι αυτές τις φήμες. Στόχος των ψιθυριστών έγινε και ο Φιλώτας, για τον οποίο έλεγαν πως αποκαλούσε τον Αλέξανδρο «μειράκιον» (νεανίσκο) και πως έγινε αρχηγός εξαιτίας του ίδιου και του πατέρα του, Παρμενίωνα. Στην αρχή ο Αλέξανδρος δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία αλλά οι υποψίες έγιναν εντονότερες μετά τον παραγκωνισμό του Παρμενίωνα στα μετόπισθεν. Όταν όμως, στη Δραγγιανή, το φθινόπωρο του 330 π.Χ., αποκαλύφθηκε συνωμοσία μερικών εταίρων που είχε σκοπό τη δολοφονία του Αλεξάνδρου, οι εχθροί του τόνισαν στον βασιλιά πως ο Φιλώτας επίτηδες αμέλησε να τον πληροφορήσει εγκαίρως, γιατί ο ίδιος ήταν ο πραγματικός εμπνευστής της συνομωσίας. Τελικά, ο Φιλώτας καταδικάστηκε σε θάνατο από τη συνέλευση του μακεδονικού στρατού, ως ηθικός αυτουργός. Ο Αλέξανδρος φοβούμενος την αντίδραση του Παρμενίωνα στην εκτέλεση του γιου του, διέταξε τη δολοφονία του πιστού στρατηγού του, πράξη που θεωρείται «ένα από τα μελανότερα σημεία της ιστορίας του». Την πράξη αυτή επέκριναν αρκετοί στρατιώτες στις επιστολές τους. Όλους αυτούς ο Αλέξανδρος τους τοποθέτησε σε χωριστή μονάδα η οποία ονομάστηκε «ατάκτων τάγμα», για να μη παρασύρουν τους συναδέλφους τους.[68]

Βαθμιαία ο Αλέξανδρος άρχισε να γίνεται πιο απολυταρχικός και να επιβάλλει ανατολίτικες συνήθεις που ξένιζαν δυσάρεστα τους συντρόφους του. Έτσι άρχισε να φορά περσικά ρούχα και να ζητά, στην αρχή μόνο από τους Πέρσες οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι σε αυτό το έθιμο αλλά στη συνέχεια και από τους Μακεδόνες, να τον προσκυνούν. Η «προσκύνησις» όμως προκαλούσε τα ειρωνικά σχόλια των Μακεδόνων και, στην περίπτωση του Καλλισθένη, οδήγησε αργότερα στην καταδίκη του. Εκτός όμως από την υιοθέτηση των «βαρβαρικών» εθίμων, η συμπεριφορά του Αλεξάνδρου διευκόλυνε φαινόμενα δουλοπρέπειας και κολακείας στους ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Αποτέλεσμα αυτών των κολακειών ήταν η καλλιέργεια της υπερηφάνεια του βασιλιά σε τέτοιο βαθμό που εκείνος να χάνει την αίσθηση του μέτρου και να ερεθίζεται επικίνδυνα όταν πίστευε ότι υπήρχε η παραμικρή ασυμφωνία με τις απόψεις του.[69]

Το φθινόπωρο του 328 π.Χ., στα Μαράκανδα της Σογδιανής (σημ. Σαμαρκάνδη του Ουζμπεκιστάν), κατά τη διάρκεια ενός νυκτερινού βασιλικού συμποσίου, οι συνδαιτυμόνες επιδόθηκαν σε ανεξέλεγκτη οινοποσία και μέθυσαν. Ορισμένοι αυλικοί του βασιλιά επιδόθηκαν σε τέτοιες κολακείες προς τον Αλέξανδρο που προκάλεσαν την οργή του, μεθυσμένου επίσης, Κλείτου. Η οργή του αυτή έγινε ακόμη πιο έντονη όταν κάποιος απήγγειλε ένα ποίημα που διακωμωδούσε την πρόσφατη πανωλεθρία των Μακεδόνων στον Πολυτίμητο ποταμό. Ο Αλέξανδρος, μεθυσμένος κι ο ίδιος, χλεύασε τη διαμαρτυρία του Κλείτου με αποτέλεσμα ο διάλογος μεταξύ τους να εκτραχηλιστεί σε αμοιβαίες προσβολές. Στο τέλος, ο βασιλιάς άρπαξε τη λόγχη ενός φρουρού και με αυτή σκότωσε τον Κλείτο. Η πράξη του αυτή τον συνέφερε αμέσως και η θλίψη του ήταν τέτοια που για τρεις ημέρες αρνιόταν να φάει και να πιει, σε βαθμό που όλοι φοβήθηκαν μήπως πεθάνει.[70]

Τελικά, θύμα της αλλαγής της συμπεριφοράς του Αλεξάνδρου έπεσε και ο ίδιος ο Καλλισθένης, επίσημος ιστορικός της εκστρατείας, ανεψιός και μαθητής του Αριστοτέλη. Ο Πλούταρχος αναφέρει πως, σε συμπόσιο που έλαβε χώρα στα Βάκτρα, το 327 π.Χ., προσπάθησαν αιφνιδιαστικά να επιβάλλουν στους καλεσμένους, μαζί με τον καθιερωμένο ασπασμό φιλίας προς τον βασιλιά, και την «προσκύνησιν». Ο Καλλισθένης αρνήθηκε να προσκυνήσει και έφυγε από το συμπόσιο. Αργότερα, την ίδια χρονιά, αποκαλύφθηκε συνομωσία των βασιλικών παίδων (εφήβων, γόνων μακεδονικών ευγενών που συνόδευαν τους Μακεδόνες βασιλιάδες στις εκστρατείες τους) με σκοπό τη δολοφονία του βασιλιά, για προσωπικά κίνητρα. Τότε κάποιοι εταίροι υπέδειξαν τον Καλλισθένη ως υποκινητή της συνομωσίας, καθώς είχε την ευθύνη της εκπαίδευσης των βασιλικών παίδων. Παρά τα βασανιστήρια όμως, κανένας από τους παίδες δεν ομολόγησε τη συμμετοχή του Καλλισθένη στη συνομωσία. Το τέλος του Καλλισθένη είναι αβέβαιο, το σίγουρο όμως είναι πως από εκείνη τη στιγμή χάθηκαν τα ίχνη του. Από τους αρχαίους συγγραφείς, μόνο ο Αριστόβουλος και ο Πτολεμαίος τον αναφέρουν, ο πρώτος λέει πως πέθανε αλυσσοδεμένος κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και ο δεύτερος πως βασανίστηκε και κρεμάστηκε. Η καταδίκη του Καλλισθένη έβλαψε σημαντικά την υστεροφημία του Αλεξάνδρου καθώς οι άλλοι μαθητές του Αριστοτέλη δεν του συγχώρησαν την πράξη του αυτή. Έτσι έγραψαν πολλά κακόβουλα σχόλια και ανακρίβειες για τον Μακεδόνα βασιλιά, αμαυρώνοντας τη φήμη του.[71]

Εκστρατεία στην Ινδία (327 - 325 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προετοιμασία της εκστρατείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την καταστολή της εξέγερσης σε Βακτρία και Σογδιανή, ο Αλέξανδρος άρχισε να προετοιμάζει την εισβολή στην Ινδία. Οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτή την απόφαση ήταν οι εξής. Η Ινδία θεωρείτο τότε ακραία περιοχή της Ασίας, πολύ μικρότερη σε έκταση από την πραγματική, και με την κατάκτησή της ο Αλέξανδρος πίστευε, όπως γράφει ο Αρριανός, πως θα εξασφαλίζονταν οι ανατολικές σατραπείες από ενδεχόμενη εισβολή ή αποστασία. Ακόμη ήταν γνωστός ο πλούτος της χώρας και συνυπολογίζονταν και τα ωφέλη από το εμπόριο. Άλλοι λόγοι ήταν η επιθυμία του, ως πραγματικού Μεγάλου Βασιλιά, να καταλάβει τις χώρες που είχε υποτάξει ο Δαρείος Α΄, να γίνει πρωταθλητής της ιστορίας του οποίου τα κατορθώματα κανείς δεν θα ξεπερνούσε. Τέλος, ο Αλέξανδρος, ως μαθητής του Αριστοτέλη, είχε το πάθος να ανακαλύψει νέες χώρες, να διευρύνει τις γεωγραφικές γνώσεις της εποχής του (ήθελε να επαληθεύσει αν ο Ινδός ταυτιζόταν πράγματι με τον άνω Νείλο και ότι η Ινδία ενωνόταν με την Αιθιοπία) και να βαδίσει στα χνάρια του Διονύσου και του Ηρακλή, στη χώρα των θαυμάτων, όπως νόμιζαν τότε οι Έλληνες την Ινδία. Έτσι απέρριψε την πρόταση του συμμάχου του βασιλιά των Χωρασμίων (το μετέπειτα Χορασάν), Φαρασμάνη, να εκστρατεύσει στην περιοχή του Πόντου και άρχισε να προετοιμάζεται για την εκστρατεία στην Ινδία.[72] Τότε, κατά τον Πλούταρχο, άρχισε να πιστεύει πως προοριζόταν να εκπολιτίσει και συναδελφώσει τα έθνη ιδρύοντας ένα δίκαιο οικουμενικό κράτος, σκοπό για τον οποίο αποφασιστικό βήμα θα ήταν η κατάκτηση της Ινδίας.[73]

Έμαθε πως η Ινδία ήταν προσβάσιμη από την κοιλάδα του ποταμού Κωφήνα (σημ. Καμπούλ, στο Αφγανιστάν) και πως υπήρχαν μεγάλοι ποταμοί πέρα από τον Ινδό, δεν γνώριζε όμως τότε ότι αυτοί κατέληγαν στον πρώτο. Επίσης πληροφορήθηκε για την πολιτική κατάσταση στην Ινδία και συγκεκριμένα για τη διάσπαση των Ινδών σε πολλά μεγάλα κράτη που συχνά μάχονταν μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας στις μάχες τους πολλούς ελέφαντες. Ιδιαίτερα έμαθε πως ο Ταξίλης, βασιλιάς της χώρας μεταξύ των ποταμών Ινδού και Υδάσπη, ήταν εχθρός του Πώρου, βασιλιά της χώρας που εκτεινόταν από τον Υδάσπη ως τον Ακεσίνη, και επιθυμούσε να συμμαχήσει με τους Μακεδόνες.[73] Επειδή ο πόλεμος που θα ακολουθούσε θα απαιτούσε παρατεταμένες και δύσκολες πορείες σε ορεινές περιοχές, ποταμούς και φρούρια όπου θα έπρεπε να αφήνει φρουρές, ο Αλέξανδρος αύξησε την αριθμητική δύναμη του στρατού του και το έκανε πιο ευέλικτο. Ήδη το θεσσαλικό ιππικό και οι περισσότεροι από τους άλλους Έλληνες είχαν επιστρέψει στην Ελλάδα, ενώ πολλοί παλαίμαχοι Μακεδόνες και μισθοφόροι είχαν παραμείνει σε φρουρές στις κατακτημένες χώρες. Ο στρατός τώρα περιλάμβανε ενισχύσεις από πεζούς και ιππείς από τη Μακεδονία, καθώς και από Έλληνες μισθοφόρους. Είχε ενταχθεί επίσης σημαντικός αριθμός Ασιατών (Βάκτριοι, Σόγδιοι, Σκύθες, Αραχωτοί, Δάες κ.α.) οι οποίοι δρούσαν ως ιππείς, ιπποτοξότες και ιππακοντιστές. Για τον διάπλου των ποταμών προστέθηκαν πολλοί ναυπηγοί και κωπηλάτες από την Καρία, την Κύπρο, τη Φοινίκη και την Αίγυπτο. Ωστόσο, παρόλο που το εκστρατευτικό σώμα δεν είχε πια την παλιά εθνική και γλωσσική ομοιογένεια, αποδείχθηκε αποτελεσματικό, χάρη στις ικανότητες των Μακεδόνων διοικητών του και την άριστη ηγεσία του Αλεξάνδρου.[74]

Διάβαση της κοιλάδας του Κωφήνα και άφιξη στον Ινδό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την άνοιξη του 327 π.Χ. ο μακεδονικός στρατός ξεκίνησε για την κατάκτηση της Ινδικής χερσονήσου. ο Αλέξανδρος άφησε τον Αμύντα στη Βακτρία, και περνώντας από την Αλεξάνδρεια έφτασε στον ποταμό Κωφήνα όπου διαίρεσε τον στρατό του. Έστειλε τον Ηφαιστίωνα με τον Περδίκκα να ακολουθήσουν τον συντομότερο δρόμο, αυτόν μέσα από την κοιλάδα του Κωφήνα, για προετοιμάσουν την προέλασή του μέχρι τον Ινδό ποταμό. Ο ίδιος ακολούθησε διαφορετική, ορεινή πορεία ώστε να διαφυλάξει τα πλευρά του κύριου εκστρατευτικού σώματος από ενέδρες. Έτσι έφτασε, την άνοιξη του 326 π.Χ., στον Ινδό. Κατά τη διάρκεια της πορείας αυτής, υπέταξε τη χώρα των Ασπασίων, όπου ισοπέδωσε για παραδειγματισμό την πρώτη πόλη που αντιστάθηκε και εξόντωσε όσους κατοίκους της δεν κατάφεραν να διαφύγουν. Η τελική υποταγή των Ασπασίων έγινε μετά από μάχη τριπλή μάχη, κατά την οποία αιχμαλωτίστηκαν 40.000 Ασπάσιοι και περιήλθαν στην κατοχή των Μακεδόνων 230.000 βοοειδή.[75] Στη συνέχεια έφτασε στη χώρα των Ασσακηνών, οι οποίοι ήταν οι ισχυρότεροι Ινδοί της περιοχής, όπου πολιόρκησε την πρωτεύουσά τους, Μάσσαγα (σημ. Chakdara του Πακιστάν). Οι Ασσακηνοί συνεπικουρούνταν από 7.000 Ινδούς μισθοφόρους και επιχείρησαν να δώσουν μάχη έξω από την πόλη, όπου νικήθηκαν. Ακολούθησε δύσκολη πολιορκία πέντε ή έξη ημερών μετά από την παρέλευση των οποίων οι πολιορκημένοι ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Όμως ο Αλέξανδρος κατάφερε να διαπραγματευτεί χωριστά με τους Ινδούς μισθοφόρους, πείθοντάς τους να αφήσουν την πόλη. Εκεί τη νύχτα τους κύκλωσε και τους εξόντωσε μετά από σκληρή μάχη. Κατά τον Πλούταρχο και τον Διόδωρο, η εξόντωση των Ινδών μισθοφόρων αποτελεί μελανή κηλίδα της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου.[76] Στη συνέχεια τα Μάσσαγα καταλήφθηκαν χωρίς δυσκολία. Η επόμενη οχυρή πόλη των Ασσακηνών, τα Βάζιρα, αντιστάθηκε και αυτή μέχρις ότου οι κάτοικοί της την εγκατέλειψαν νύχτα, καταφεύγοντας στην Άορνο Πέτρα, φυσικά οχυρή θέση που ταυτίζεται με το Πιρ-Σαρ, στο Πακιστάν, τον χειμώνα του 327 π.Χ προς την άνοιξη του 326 π.Χ. Η κατάληψη της Αόρνου Πέτρας ήταν κατόρθωμα που προσέδωσε στον Αλέξανδρο τη φήμη του ακατανίκητου κατακτητή που ήταν κανός για υπεράνθρωπα κατορθώματα. Μετά από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και δύσκολη πορεία στο ορεινό βόρειο τμήμα της χώρας των Ασσακηνών, έφτασε στον Ινδό όπου συναντήθηκε με τον υπόλοιπο στρατό του, την άνοιξη του 326 π.Χ. Η διάβαση του Ινδού έγινε μέσω της γέφυρας που είχε ετοιμάσει ο Ηφαιστίωνας και πολλών μικρών πλοίων.[77]

Πορεία από τον Ινδό μέχρι τον Ύφαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη του Υδάσπη
Η μάχη στον Υδάσπη ποταμό. Έργο του Αντρέ Κασταίν (André Castaigne), 1899

Πριν συνεχίσει την πορεία, ο Αλέξανδρος τέλεσε μεγαλοπρεπείς θυσίες και γυμνικούς και ιππικούς αγώνες δίπλα στον ποταμό. Την άνοιξη του 326 π.Χ., ο στρατός πέρασε στην απέναντι όχθη, μέσω μεγάλης γέφυρας που είχε κατασκευαστεί για τον σκοπό αυτό και θεωρείται τεχνικό κατόρθωμα. Στην αντίπερα όχθη εκτεινόταν το κράτος του συμμάχου του, Ταξίλη. Το εκστρατευτικό σώμα το υποδέχθηκε τιμητικά ο ίδιος ο Ταξίλης στην πρωτεύουσά του, τα Τάξιλα (σημ. Σαχ Ντέρι, στο Πακιστάν), πολυάνθρωπη και πλούσια πόλη και μεγάλο κέντρο του Βραχμανισμού. Ο Αλέξανδρος αντάμειψε με μεγάλο χρηματικό ποσό τον Ταξίλη για τις υπηρεσίες του, τον κατέστησε όμως υποτελή και άφησε φρουρά στα Τάξιλα. Εκεί οι επιστήμονες που ακολουθούσαν τον στρατό του Αλεξάνδρου άρχισαν να μελετούν τη χλωρίδα της Ινδίας, ενώ εντύπωση τους προκάλεσαν οι γυμνοί μοναχοί, τους οποίος ονόμασαν «γυμνοσοφιστάς». Τότε ο Αλέξανδρος έστειλε τον Ονησίκρητο, μαθητή του Διογένη, για να συζητήσει μαζί τους. Ένας από αυτούς, ο Κάλανος, ακολούθησε τον στρατό στη μετέπειτα πορεία του. Στα Τάξιλα τότε κατέφθασαν πρεσβείες από τις γύρω χώρες, δηλώνοντας υποταγή, εκτός από τον θαρραλέο Πώρο ο οποίος έστειλε το μήνυμα πως θα περιμένει, ένοπλος, τον Αλέξανδρο στον Υδάσπη.[78] Ακολούθως ο Αλέξανδρος συνέχισε την πορεία του προς τον ποταμό Υδάσπη, όπου ο βασιλιάς Πώρος περίμενε στην απέναντι πλευρά με συγκεντρωμένο στρατό, ώστε να τον εμποδίσει να περάσει. Ο Αλέξανδρος έστειλε στρατιώτες να μεταφέρουν αποσυναρμολογημένα τα πλοία που είχαν χρησιμοποιηθεί στη διάβαση του Ινδού, και με την υπόλοιπη δύναμη και ενισχυμένος από 5.000 Ινδούς συνέχισε για τον Υδάσπη.

Η διάβαση του ποταμού ήταν δύσκολη, αλλά τελικά έγινε με επιτυχία τον Ιούλιο του 326 π.Χ., ώστε να ακολουθήσει μεγάλη μάχη μεταξύ του στρατού του Αλεξάνδρου και του στρατού του Πώρου ο οποίος ανερχόταν σε 4.000 ιππείς, 300 άρματα, 200 πολεμικούς ελέφαντες και 30.000 πεζούς. Οι Μακεδόνες, οι οποίοι διέθεταν 15.000-20.000 πεζούς και 5.000 ιππείς, αντιμετώπισαν με ευκολία το ιππικό του Πώρου και τελικά κατάφεραν να υπερισχύσουν στην πρωτόγνωρη γι' αυτούς μάχη εναντίον μεγάλου αριθμού ελεφάντων, κερδίζοντας δύσκολη και σπουδαία νίκη.[79] Ο Αλέξανδρος φέρθηκε τιμητικά στον ηττημένο Ινδό βασιλιά και τον άφησε να βασιλεύει στη χώρα του, ως σύμμαχός του, αφού με τον συμφιλίωσε με τον Ταξίλη. Οι αρχαίοι συγγραφείς παραδίδουν πως ο Αλέξανδρος φέρθηκε με αυτόν τον τρόπο επειδή εντυπωσιάστηκε από την υπερήφανη στάση του Πώρου. Όμως είναι γνωστό πως φέρθηκε με τον σκληρότερο τρόπο σε άλλους ηττημένους, όπως στην Τύρο, τη Γάζα και τη Σογδιανή Πέτρα. Έτσι είναι πιθανότερο πως δεν πείραξε τον Πώρο από πολιτικό υπολογισμό, καθώς επιθυμούσε να έχει ένα ισχυρό συμμαχικό βασίλειο ως ασπίδα των δικών του συνόρων.[80]

Στις όχθες του Υδάσπη ίδρυσε δύο πόλεις, τη Νίκαια και τη Βουκεφάλα (προς τιμή του αλόγου του που πέθανε εκεί). Αφήνοντας τον Κρατερό να επιβλέπει το χτίσιμο των πόλεων, συνέχισε την πορεία του προς τους ποταμούς Ακεσίνη και Υδραώτη (σημ. Ράβι, στο Πουντζάμπ). Στη συνέχεια ανάγκασε τους Γλαυγανίκες (ή Γλαύσες), κατοίκους πολυάνθρωπης χώρας, να συνθηκολογήσουν μαζί του και να υπαχθούν στο κράτος του Πώρου. Τότε έμαθε πως οι Ασσακηνοί είχαν επαναστατήσει και σκότωσαν τον ύπαρχο (διοικητή της χώρας) και έστειλε εναντίον τους τον σατράπη Φίλιππο του Μαχάτα να καταστείλει την εξέγερση. Όταν έφτασε στον Υδραώτη, έμαθε πως ο πολεμικότατος λαός των Καθαίων ήταν έτοιμος να τον αντιμετωπίσει αν εισέβαλλε στη χώρα τους, ορμώμενος από την οχυρή πόλη Σάγγαλα. Ακολούθησε σκληρή μάχη κατά την οποία οι Καθαίοι, οχυρωμένοι πίσω από τριπλή σειρά από άμαξες, ηττήθηκαν και κατέφυγαν στην πόλη τους. Από εκεί επιχείρησαν επανηλειμμένα έξοδο αλλά αποκρούστηκαν. Τελικά οι Μακεδόνες κατέλαβαν την πόλη και την ισοπέδωσαν εντελώς. Οι απώλειες των Καθαίων ήταν, κατά τον Αρριανό, 17.000 νεκροί και 70.000 αιχμάλωτοι ενώ από τους Μακεδόνες 100 νεκροί και 1.200 βαριά τραυματισμένοι.[81]

Στη συνέχεια ο στρατός έφτασε, εν μέσω της εποχής των μουσώνων, στον ποταμό Ύφαση. Επιθυμία του Αλέξανδρου ήταν να συνεχίσει περνώντας τον ποταμό και την έρημο που εκτεινόταν μετά από αυτόν, συνάντησε όμως την έντονη αντίδραση του στρατού του. Οι κουρασμένοι σωματικά και ψυχικά στρατιώτες του συγκεντρώθηκαν στο στρατόπεδο και διαμαρτυρήθηκαν έντονα λέγοντας πως δεν ήθελαν να συνεχίσουν. Τελικά ο Αλέξανδρος αποφάσισε να επιστρέψει. Τα στρατεύματα πέρασαν τον ποταμό και ο Αλέξανδρος ίδρυσε στην αντίπερα όχθη του την ανατολικότερη όλων των Αλεξανδριών, την Αλεξάνδρεια επί του Ύφαση. Μετά από τα τελετουργικά της αποχώρησης και αφού έχτισε δώδεκα μεγαλοπρεπείς στύλους καθ'έναν αφιερωμένο σε έναν θεό του Ολύμπου, διαίρεσε σε τμήματα τον στρατό του και επέστρεψε στη Νίκαια και τη Βουκεφάλα.

Εκστρατεία εναντίον των Μαλλών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έπειτα, λαμβάνοντας ενισχύσεις από την Ελλάδα (5.000 πεζούς, 7.000 ιππείς, καθώς και πανοπλίες και φάρμακα), στράφηκε προς τον νότο με σκοπό να ακολουθήσει τον ρου του Ινδού έως τη θάλασσα. Ναυπήγησε στόλο από 80 τριακοντόρους και πολύ περισσότερα μικρά πλοία (χωρίς τα πολύ μικρά πλοία και τις σχεδίες, το σύνολο πρέπει να έφτανε τα 1.000 πλεούμενα) και, πλέοντας τους ποταμούς Υδάσπη και Ινδό, με τμήματα του στρατού του στην αριστερή και δεξιά όχθη, έφθασε στη χώρα των Μαλλών. Εκεί οι κάτοικοι αποφάσισαν να αντισταθούν, μαζί με τους γείτονές τους, Οξυδράκες. Τότε ο Αλέξανδρος διαίρεσε τον στρατό του σε τρία τμήματα. Το δικό του τμήμα θα επιχειρούσε εναντίον των Μαλλών ενώ τα άλλα δύο θα αιχμαλώτιζαν όσους θα προσπαθούσαν να διαφύγουν. Η εκστρατεία πήρε από την αρχή χαρακτήρα εξόντωσης των ντόπιων οι οποίοι είτε αμύνονταν μέχρι τέλους στις πόλεις τους είτε διέφευγαν προς άλλες οχυρές πόλεις της περιοχής. Στην τελευταία πολιορκία τραυματίστηκε σοβαρά ο ίδιος ο Αλέξανδρος, από βέλος στο στήθος, όταν ανέβηκε στο τείχος, προκειμένου να ενθαρύνει τους άντρες του.[82] Γύρω του έγινε μεγάλη μάχη και οι σύντροφοί του κατόρθωσαν να τον διασώσουν, άλλοι σκαρφαλώνοντας στο τείχος και άλλοι παραβιάζοντας την πύλη του. Ακολούθησε σφαγή των Ινδών ενώ ο Αλέξανδρος χρειάστηκε αρκετές ημέρες για να αναρρώσει, κατά τη διάρκεια των οποίων οι στρατιώτες του αγωνιούσαν μη πιστεύοντας τις ειδήσεις πως ο βασιλιάς τους είναι ζωντανός. Η εκστρατεία τελείωσε με επιτυχία αφού οι Μαλλοί που απέμειναν δήλωσαν υποταγή, όπως και οι γείτονές τους, Οξυδράκες. Όμως οι επιχειρήσεις αυτές έχουν χαρακτηριστεί ως η πιο αιματηρή από όλες τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς προκάλεσε την καταστροφή πολλών πόλεων και την εξολόθρευση ολόκληρων πληθυσμών.[83]

Πορεία προς τις εκβολές του Ινδού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από ενίσχυση του στόλου του, ο Αλέξανδρος έπλευσε από τον Υδραώτη μέχρι τη συμβολή του με τον Ακεσίνη και μέσω του τελευταίου έφτασε ξανά στον Ινδό. Εκεί στη συμβολή του Ακεσίνη και του Ινδού έδωσε εντολή να χτιστεί μία Αλεξάνδρεια η οποία θα διέθετε και νεωσοίκους (στέγαστρα για τα ανελκυσμένα πλοία). Μετά προχώρησε στη χώρα των Σόγδων, οι οποίοι είχαν συμμαχήσει μαζί του, ιδρύοντας και εκεί μία Αλεξάνδρεια. Κατόπιν προχώρησε νοτιότερα, στις επικράτειες των σατραπών Μουσικανού, Οξυκανού και Σάμβου τις οποίες και υπέταξε. Μαθαίνοντας ότι ο Μουσικανός επαναστάτησε, ο Αλέξανδρος έστειλε εναντίον του τον Πείθωνα, τον οποίο είχε ορίσει σατράπη της περιοχής αυτής. Ο Πείθωνας κυρίευσε τις πόλεις των επαναστατών, μετέτρεψε τους κατοίκους, Βραχμάνες, σε δούλους και εγκατέστησε φρουρές, τιμωρώντας σκληρά τον Μουσικανό.[83] Τελικά έφτασε στις εκβολές του Ινδού, στην πόλη Πάτταλα. Οι κάτοικοί της είχαν φύγει αλλά οι περισσότεροι από αυτούς πείστηκαν τελικά να γυρίσουν. Ο Αλέξανδρος ήθελε να μετατρέψει την πόλη σε ναυτική βάση του και γι αυτό έδωσε εντολή να οχυρωθεί με ακρόπολη, και να κατασκευαστούν πηγάδια και ναύσταθμος με νεωσοίκους. Εν τω μεταξύ ο ίδιος επιδόθηκε σε εξερεύνηση του ανατολικού βραχίονα του Ινδού.[83]

Ο δρόμος της επιστροφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Για την επιστροφή ο Αλέξανδρος χώρισε το στράτευμά του σε τρία μέρη. Το πρώτο με αρχηγό τον Κρατερό ακολούθησε πορεία προς την Αλεξάνδρεια Αραχωσίας (Κανταχάρ) και μέσω της κοιλάδας του Ετύμανδρου εγκαταστάθηκε στην Καρμανία όπου περίμενε τον Αλέξανδρο. Το δεύτερο ήταν ο στόλος, που με αρχηγό τον Νέαρχο, παρέπλευσε τις ακτές της Περσίας όπου βρίσκονταν οι χώρες των Ωρών, των Γεδρωσίων και των Ιχθυοφάγων, προς τον μυχό του κόλπου.

Η αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Το τρίτο μέρος του στρατεύματος με τον Αλέξανδρο ξεκίνησε από τα Πάτταλα (τέλη Αυγούστου 324 π.Χ.) για να διασχίσει την έρημο της Γεδρωσίας. Στο πρώτο μέρος της πορείας δεν υπήρξαν δυσκολίες αλλά στην έρημο της Γεδρωσίας ο καύσωνας και η έλλειψη νερού προκάλεσαν μεγάλες απώλειες. Μετά από 60 μέρες σταμάτησε για ανάπαυση στην πρωτεύουσα της Γεδρωσίας, Πούρα, και προχώρησε στην Καρμανία (σημ. Κερμάν του Ιράν) όπου συνάντησε τον Κρατερό. Στην Καρμανία έφτασε και ο Νέαρχος όπου έδωσε αναφορά για την πορεία του, και συνέχισε τον περίπλου ως τις εκβολές του ποταμού Τίγρη. Ο Αλέξανδρος πήρε ένα μέρος του στρατεύματος και αφού πέρασε από τους Πασαργάδες προχώρησε στην Περσέπολη όπου διόρισε σατράπη τον Πευκέστα ο οποίος είχε σώσει τη ζωή του Αλέξανδρου στη μάχη στους Μαλλούς της Ινδίας.

Την άνοιξη του 324 π.Χ. έκανε γιορτές στα Σούσα για την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Περσίας. Οργάνωσε μικτούς γάμους Μακεδόνων με Περσίδες και ο ίδιος πήρε ως δεύτερη σύζυγο τη Στάτειρα, την κόρη του Δαρείου Γ΄. Εξόφλησε τα χρέη των Ελλήνων στρατιωτών του, ποσό που ανήλθε σε 20.000 τάλαντα, και μοίρασε δώρα και τιμές σε όσους είχαν ανδραγαθήσει. Οι σατράπες της επικράτειας έφεραν εκεί και 30.000 έφηβους Πέρσες που είχαν εκπαιδευτεί και οπλισθεί μακεδονικά, τους οποίος ονόμασε «Επιγόνους».

Άρχισε να οργανώνει νέες εκστρατείες και αφού έστειλε τον Ηφαιστίωνα να εξερευνήσει τις ακτές του Περσικού κόλπου, ο ίδιος με επίλεκτες μονάδες κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα μέσω του ποταμού Ευλαίου. Στην Ώπι ανακοίνωσε την απόλυση των ηλικιωμένων και των τραυματιών και τη συνέχιση της εκστρατείας, αλλά συνάντησε την αντίδραση των στρατιωτών του που δεν ήθελαν να συνεχίσουν μαζί του. Ο Αλέξανδρος τότε μοίρασε αξιώματα σε Πέρσες και ορισμένους τους ονόμασε συγγενείς του, πράγμα που ανάγκασε τους Μακεδόνες να του ζητήσουν συγνώμη και να τον ακολουθήσουν.

Χρονοδιάγραμμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετέπειτα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μελλοντικά σχέδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξανδρος επέστρεψε στη Βαβυλώνα και άρχισε να οργανώνει τον περίπλου καθώς και την κατάκτηση της ηπειρωτικής Αραβίας, και κατόπιν την εξερεύνηση των ακτών της Βόρειας Αφρικής στην οποία είχε τη βάση του το ισχυρό κράτος της Καρχηδόνας. Είναι επίσης βέβαιο πως γνώριζε την ύπαρξη της ανερχόμενης δύναμης των Ρωμαίων στην Ιταλική χερσόνησο -ο θείος του Αλέξανδρος Α´ της Ηπείρου είχε εκστρατεύσει στην Ιταλία την ίδια περίοδο με τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου στην Ασία-, και τον σημαντικό πλούτο των ελληνικών αποικιών της νότιας Ιταλίας.

Επιπλέον, είχε σχεδιάσει την ανέγερση εξαιρετικά μεγαλεπίβολων και δαπανηρών κτισμάτων και ναών, καθώς και την κατασκευή ενός τεράστιου στόλου στην Αλεξάνδρεια, ποσοτικά κατά τα πρότυπα του Τρωικού πολέμου, τα έργα αυτά όμως φέρονται να ακυρώθηκαν μετά τον θάνατό του λόγω του μεγάλου κόστους τους.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νεκρική άμαξα του Αλεξάνδρου, αναπαράσταση του 19ου αιώνα σύμφωνα με την περιγραφή του Διόδωρου του Σικελιώτη

Λίγο πριν την αναχώρηση για την Αραβία, στις 2 προς 3 Ιουνίου 323 π.Χ. συμμετείχε σε συμπόσιο έπειτα από το οποίο εκδήλωσε πυρετό, που διήρκεσε και τις επόμενες ημέρες αναγκάζοντάς τον να μεταθέσει την ημερομηνία αναχώρησης. Μετά από μια σύντομη βελτίωση της υγείας του κατέρρευσε ξανά, χωρίς να μπορεί να περπατήσει ή να μιλήσει. Η φήμη ότι είχε ήδη πεθάνει ανάγκασε τους στρατηγούς του να επιτρέψουν σε όλους τους στρατιώτες του να περάσουν από το κρεβάτι του για να τον αποχαιρετίσουν. Με τη συνολική ασθένεια να διαρκεί 10 ημέρες, πέθανε στις 13 Ιουνίου 323 π.Χ..

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, το σώμα του καθαρίστηκε και τοποθετήθηκε σε ένα γυάλινο φέρετρο γεμάτο μέλι.[84] Το σώμα του παρέμεινε στη Βαβυλώνα για δύο έτη, έως και το 321 π.Χ., οπότε και πήρε το δρόμο της επιστροφής για την Ελλάδα ώστε να ταφεί στη Μακεδονία. Ο Πτολεμαίος όμως, μεσολάβησε και απέσπασε το σώμα του Αλέξανδρου ενώ βρισκόταν σε πορεία προς τη Μακεδονία, παίρνοντάς το στην Αίγυπτο της οποίας ήταν ο κυβερνήτης. Ανάλογα με τις μαρτυρίες, το σώμα του τοποθετήθηκε είτε στη Μέμφιδα αρχικά -με την Αλεξάνδρεια να είναι μόνο ένας μικρός οικισμός την εποχή εκείνη-, και αρκετά αργότερα στην Αλεξάνδρεια όταν αυτή επεκτάθηκε, είτε στην Αλεξάνδρεια από την αρχή.

Τα ιστορικά στοιχεία που έχουν διασωθεί ως σήμερα, αναφέρουν πως η Αλεξάνδρεια είναι η τελευταία γνωστή τοποθεσία της σορού του. Ο τελευταίος που φέρεται να έχει επισκεφθεί τη σορό ήταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Καρακάλλας το 215 μ.Χ., και από τότε δεν διασώζονται άλλες μαρτυρίες επισκεπτών της σορού, και η ακριβής τοποθεσία του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι άγνωστη μέχρι στιγμής. Επίσης, ο όσιος Σισώης, που έζησε τον 4ο αιώνα μ.Χ., απεικονίζεται σε τοιχογραφίες και εικονογραφίες να προσκυνά στον τάφο του Μ. Αλέξανδρου στην Αλεξάνδρεια. Η αναφορά αυτή στον βίο του μπορεί να θεωρηθεί η τελευταία.[85]

Διαδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο πριν πεθάνει ρωτήθηκε σε ποιόν αφήνει την βασιλεία του και φέρεται να απάντησε «τῷ κρατίστῳ»,[86] δηλαδή «στον ισχυρότερο», ενώ τελικά, σύμφωνα με την Συμφωνία της Βαβυλώνας που ακολούθησε λίγες εβδομάδες αργότερα, την προσωρινή διοίκηση ανέλαβε ο Περδίκκας ως αντιβασιλέας και τυπικά βασιλέας ο Φίλιππος Γ´ Αρριδαίος, ετεροθαλής μεγαλύτερος αδερφός του, ο οποίος υπολειπόταν διανοητικά και ουσιαστικά ελεγχόταν από τον Περδίκκα. Η εν τέλει αποτυχία συμβιβασμού των διαδόχων ή πλήρης επικράτησης ενός από αυτούς, οδήγησε στους πολέμους των Διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι οποίοι διήρκεσαν για περίπου 40 έτη.

Συγγενείς και απόγονοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Η πόλη πήρε το όνομά της από τη Θεσσαλονίκη της Μακεδονίας, ετεροθαλή αδερφή του Αλεξάνδρου

Ο γιος του Αλέξανδρου με τη Ρωξάνη, ονομάστηκε επίσης Αλέξανδρος, και γεννήθηκε το 323 π.Χ. λίγους μήνες μετά τον θάνατό του. Ως ο Αλέξανδρος Δ΄ αναγνωρίστηκε πλέον ως ο νόμιμος διάδοχος της αυτοκρατορίας το 321 π.Χ. με τη Συμφωνία του Τριπαραδείσου, δολοφονήθηκε όμως μέσω δηλητηρίασης όταν ήταν 13 ετών, μαζί με τη μητέρα του Ρωξάνη στην Αμφίπολη περίπου το 310 π.Χ., μετά από παρέμβαση του Κασσάνδρου.

Είχε επίσης ένα μεγαλύτερο γιό από μια από τις ερωμένες του, τη Βαρσίνη, η οποία ήταν μη νόμιμη σύζυγος. Ο γιος του ονομάστηκε Ηρακλής και ήταν ο πρωτότοκός του. Βρίσκονταν υπό την προστασία του Πολυπέρχοντα, ο οποίος αργότερα και κατά τη διάρκεια των πολέμων των Διαδόχων, προσπάθησε να προωθήσει τον Ηρακλή ως βασιλιά της Μακεδονίας. Όμως ξανά ο Κάσσανδρος παρενέβη και δωροδόκησε τον Πολυπέρχοντα ώστε να θανατώσει τον Ηρακλή, ο οποίος και το έκανε θανατώνοντάς τον μαζί με τη μητέρα του ενώ ήταν 21 ετών, το 310 π.Χ..

Η μητέρα του Αλέξανδρου, Ολυμπιάδα, θανατώθηκε επίσης από τον Κάσσανδρο στην Πύδνα, νωρίτερα, το 316 π.Χ.., αφού η ίδια προηγουμένως το 317 π.Χ., είχε φροντίσει να δολοφονηθεί ο ετεροθαλής αδερφός του Αλέξανδρου, Φίλιππος Γ΄ο Αρριδαίος, ο οποίος υπολειπόταν διανοητικά από μικρή ηλικία, ωστόσο διέθετε κληρονομικά δικαιώματα στον θρόνο ως γιος του Φιλίππου Β΄.

Η αδερφή του Αλέξανδρου, Κλεοπάτρα της Μακεδονίας, δολοφονήθηκε το 308 π.Χ. καθώς μετέβαινε στην Αίγυπτο για να προσφέρει το χέρι της στον Πτολεμαίο.

Η ετεροθαλής αδερφή του Αλέξανδρου, Θεσσαλονίκη της Μακεδονίας, παντρεύτηκε τον Κάσσανδρο ο οποίος ίδρυσε και την πόλη της Θεσσαλονίκης το 315 με 316 π.Χ., δίνοντας στην πόλη το όνομα της συζύγου του. Δολοφονήθηκε από τον Αντίπατρο κατά τη διάρκεια της δυναστικής έριδας με τον αδερφό του.

Η επίσης ετεροθαλής αδερφή του Αλέξανδρου, Κυνάνη, δολοφονήθηκε αρκετά χρόνια νωρίτερα, το 323 π.Χ. με παρέμβαση του Περδίκκα, ενώ βρισκόταν καθ'οδόν για να παντρευτεί τον Φίλιππο Γ΄Αρριδαίο.

Ο αδερφός της Ολυμπιάδας και θείος του Αλέξανδρου, Αλέξανδρος Α΄ της Ηπείρου, είναι γνωστός για την εκστρατεία του εναντίον των φυλών της ιταλικής χερσονήσου και τη συνθηκολόγησή του με τους Ρωμαίους, περίπου την ίδια χρονική περίοδο με τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή.

Ο βασιλιάς Πύρρος της Ηπείρου ήταν δεύτερος ξάδερφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και θεωρείται επίσης ένας από τους μεγαλύτερους στρατηγούς της αρχαιότητας, με τις μετέπειτα εκστρατείες του εναντίον των Ρωμαίων, από το 280 π.Χ. και μετά.

Χαρακτήρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσωπικές σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοιχογραφία στην Πομπηία, που απεικονίζει τον γάμο του Αλέξανδρου με τη Στάτειρα-Βαρσίνη, το 324 π.Χ. Το ζευγάρι φαίνεται να είναι ντυμένο ως Άρης και Αφροδίτη.

Η σχέση του Αλεξάνδρου με γυναίκες και άντρες είναι αμφιλεγόμενο ζήτημα σήμερα[87] καθώς ο Μακεδόνας βασιλιάς απεικονίζεται από οικογενειάρχης έως σύμβολο των ομοφιλοφίλων.[88] Αυτό στο οποίο φαίνεται να υπάρχει κάποια συμφωνία είναι πως ήταν σεξουαλικά εγκρατής[89][90].

H πιο καθοριστική σχέση του με γυναίκα ήταν αυτή με τη μητέρα του, Ολυμπιάδα. Ανέπτυξε θερμές φιλικές σχέσεις με γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας όπως η βασίλισσα Άδα της Καρίας και η μητέρα του Δαρείου, Σισύγαμβρις, γυναίκες που ίσως θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μητρικές φιγούρες.[88] Οι συναισθηματικοί δεσμοί του Αλέξανδρου με τους άνδρες ήταν ισχυρότεροι από ότι με γυναίκες, καθώς έζησε σε ανδροκρατούμενη κοινωνία. Ωστόσο αυτό δεν φαίνεται να απασχολούσε τους συγχρόνους του, καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ενδιαφέρονταν να αναδείξουν ως μοναδικό κανόνα τις ετεροφυλοφιλικές σχέσεις.[91]

Ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε τρεις φορές: Τη Ρωξάνη, κόρη του ευγενή της Σογδιανής Οξυάρτη της Βακτρίας,[92][93][94]. Για πολιτικούς λόγους, τις Περσίδες πριγκίπισσες Στάτειρα Β΄ και Παρυσάτιδα, η μεν πρώτη κόρη του Δαρείου Γ΄, η δε δεύτερη κόρη του Αρταξέρξη Γ΄.[95] Φαίνεται πως είχε δύο γιους, τον Αλέξανδρο Δ΄ της Μακεδονίας με τη Ρωξάνη και, ενδεχομένως, τον Ηρακλή με την ερωμένη του Βαρσίνη. Έχασε άλλο ένα παιδί όταν η Ρωξάνη απέβαλε στη Βαβυλώνα.[96][97]

Ο Αλέξανδρος είχε στενή σχέση με τον φίλο, στρατηγό και σωματοφύλακά του Ηφαιστίωνα, γιο Μακεδόνα ευγενούς.[98] Ο θάνατος του Ηφαιστίωνα συγκλόνισε τον Αλέξανδρο. Αυτό το συμβάν μπορεί να συνέβαλε στην επιδείνωση της υγείας και της ψυχικής του κατάστασης κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών της ζωής του.[99][100]. Πιθανώς αυτή η ακραία θλίψη να είναι το κλειδί της ερμηνείας της σχέσης μεταξύ των δύο ανδρών. Σε ταφικό μνημείο μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, απεικονίζονται οι δυο τους ως δίδυμοι με απαλό ανδρόγυνο πρόσωπο. Ισως ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου δώσει περισσότερα στοιχεία για την σχέση μεταξύ των δυο ανδρών.[91] Ο Κλαύδιος Αιλιανός, στη συλλογή του ανέκδοτων ιστοριών Ποικίλη Ιστορία, γράφει για την επίσκεψη του Αλέξανδρου στην Τροία, όπου «όταν ο Αλέξανδρος στεφάνωσε τον τάφο του Αχιλλέα και ο Ηφαιστίωνας αυτόν του Πατρόκλου, ο τελευταίος αποκρίθηκε ότι ήταν ερώμενος του Αλέξανδρου, ακριβώς όπως ο Πάτροκλος ήταν για τον Αχιλλέα».[101] Ωστόσο ο Καναδός ιστορικός Βάλντεμαρ Χέκελ (Waldemar Heckel) είναι σχεδόν βέβαιος ότι η ιστορία αυτή δημιουργήθηκε μετά τον θάνατο των δύο ανδρών[102]. Για τη φύση της σχέσης των δύο ανδρών, ο ίδιος ιστορικός υποστηρίζει πως δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί αν υπήρχε ερωτικό στοιχείο σε αυτή τη σχέση αλλά είναι βέβαιο πως δεν επηρέασε σοβαρά τις πολιτικές του ενέργειες. Όμως κάποιες από τις υπερβολικές αντιδράσεις του Αλεξάνδρου κατά τον θάνατο του Ηφαιστίωνα, αν και ειλικρινείς, είχαν οπωσδήποτε πολιτικές επιπτώσεις.[103] Σύμφωνα με την Αμερικανίδα ιστορικό Τζιν Ριμς (Jeanne Reames), οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί καταλήγουν πως η σχέση του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τον Ηφαιστίωνα ήταν κάτι περισσότερο από πλατωνική.[104] Οι περισσότεροι Έλληνες ιστορικοί αρνούνται με κάθε τρόπο μια τέτοια ιδέα.[105]

Στην Εγκυκλοπαίδεια της Ομοφυλοφιλίας, στο λήμμα για τον Μεγάλο Αλέξανδρο, αναφέρεται πως, παρόλες τις σχέσεις του με αρκετές γυναίκες, από μικρή ηλικία είχε πάθος με τα όμορφα αγόρια και παραπέμπει στους Δειπνοσοφιστές του Αθηναίου.[106] Αναφέρεται επίσης η σχέση του και με τον όμορφο ευνούχο Βαγώα, πρώην αγαπημένο του Δαρείου.[106] Στην Εγκυκλοπαίδεια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αναφέρεται πως ο Αλέξανδρος είχε ήταν αμφιφυλόφιλος, κάτι το οποίο ήταν σύμφωνο με τα τότε έθιμα της ελληνικής ανώτερης τάξης.[89] O ιστορικός Ρόμπιν Λέιν Φοξ (Robin Lane Fox) λέει ότι «οι μεταγενέστερες φήμες υποθέτουν ότι ο Βαγώας ήταν εραστής του Αλεξάνδρου. Αυτό είναι αβέβαιο.»[107] Η ιστορικός Ελίζαμπεθ Κάρνι (Elizabeth D. Carney) λέει πως θα ήταν σφάλμα να αποδοθεί η ιδιότητα του ομοφυλόφιλου στον Αλέξανδρο, παρόλο που δέχεται πως είχε σεξουαλικές σχέσεις με τον Βαγώα και ίσως και με τον Ηφαιστίωνα, γιατί στους Μακεδόνες, όπως και στους νότιους Έλληνες, δεν θεωρούνταν υποχρεωτικό να έχει κάποιος ερωτικές σχέσεις μόνο με άτομα του αντίθετου ή του ίδιου φύλου, ιδιαίτερα οι νέοι άντρες της ανώτερης τάξης. O πατέρας του, Φίλιππος ήταν περιβόητος όχι μόνος για τις πολλές σχέσεις του με γυναίκες αλλά και με άντρες.[108]

Υστεροφημία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξανδρος θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους στρατηγούς όλων των εποχών, και αποτέλεσε στρατιωτικό πρότυπο για όλους τους μετέπειτα μεγάλους στρατηγούς της ιστορίας. Αυτό οφείλεται στο ότι ποτέ δεν έχασε μια μάχη, έναν ανταρτοπόλεμο ή μια πολιορκία στα 12 χρόνια της βασιλείας του.[109] Επίσης, με την ίδρυση πόλεων και βιβλιοθηκών, και τη συμμετοχή επιστημόνων και γεωγράφων στις εκστρατείες του, άλλαξε την ιστορία του κόσμου με την διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στην Ευρασία και τη μίξη του με τις τοπικές παραδόσεις και έθιμα των άλλων πολιτισμών. Κατά τη διάρκεια των αιώνων, υπήρξαν πολλοί προσκυνητές της σορού του στην Αλεξάνδρεια, όπως ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Οκταβιανός, και άλλοι.[110] Η επίδραση των εκστρατειών του παρέμεινε μέσω των διαδόχων και επιγόνων του στις διάφορες περιοχές που είχε κατακτήσει μακριά από την Ελλάδα, όπως την Αίγυπτο της δυναστείας των Πτολεμαίων, Μέση Ανατολή της δυναστείας των Σελευκιδών, καθώς και το μετέπειτα Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής και το Ινδοελληνικό βασίλειο στην Κεντρική Ασία και Ινδία.

Ο Αλέξανδρος αποτέλεσε πρότυπο για πολλούς μεταγενέστερους στρατηγούς και ηγεμόνες[111] - ιδίως στον τομέα της ψυχολογικής στρατηγικής.[112] Προσωπικότητες όπως ο Αννίβας[113] και ο Ναπολέων[114] τον θεωρούσαν το μεγαλύτερο στρατηγικό εγκέφαλο στην ιστορία. Ο Σάχης Αλαντίν Μουχάμαντ Β', ιδρυτής της μεγάλης περσικής Αυτοκρατορίας των Χωρεσμίων (13ος αιώνας), που επί εποχής του κάλυπτε έκταση από την Κασπία Θάλασσα και το Καζακστάν ως τον Ινδικό Ωκεανό, είχε κόψει νομίσματα με τη μορφή του ως νέου Αλεξάνδρου και την επιγραφή Iskandar i Thani (Δεύτερος Αλέξανδρος).[115]

Η συνολική επιρροή του, συχνά τον φέρνει μεταξύ των προσωπικοτήτων με τη μεγαλύτερη επιρροή διεθνώς.[3]

Ο Αλέξανδρος στην Τέχνη και τη λαϊκή παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μύθος του Αλέξανδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περσική μινιατούρα του 15ου αιώνα από τη Χεράτ που απεικονίζει τον Ισκαντέρ
Ο Αλέξανδρος ως αυτοκράτορας του Βυζαντίου. Παράσταση από τη Μυθιστορία του Αλέξανδρου (κώδικας του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας)

Αμέσως μετά τον θάνατό του έγινε μυθικό πρόσωπο στη λαϊκή παράδοση και την έντεχνη παραγωγή, ακολουθώντας διαφορετικά πρότυπα σε κάθε λαό, έως και τη σημερινή εποχή. Ιδιαίτερα το έργο του Ψευδοκαλλισθένη, Μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου είχε σημαντική επίδραση στην περιγραφή του Αλεξάνδρου από τις μεταγενέστερες παραδόσεις, από την περσική έως τη μεσαιωνική ευρωπαϊκή και τη νεότερη ελληνική παράδοση.[116]

Στην Αίγυπτο, αναφερόταν ως γιος του Νεκτανεβώ Β΄, τελευταίου φαραώ πριν την περσική κατάκτηση[117]. Η νίκη του επί του Δαρείου παρουσιάζεται ως σωτηρία της Αιγύπτου, αποδεικνύοντας έτσι πως η χώρα εξουσιαζόταν και πάλι από Αιγύπτιο βασιλιά[118]. Σύμφωνα με τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο, όταν ο Αλέξανδρος μπήκε στην Ιερουσαλήμ, του έδειξαν το Βιβλίο του Δανιήλ, της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο αναφέρει πως κάποιος ισχυρός Έλληνας βασιλιάς θα κατέλυε την Περσική Αυτοκρατορία, και πως χάρις σε αυτό ο Αλέξανδρος δεν πείραξε την πόλη[119]. Η συριακή μετάφραση του Μυθιστορήματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου παρουσιάζει τον Αλέξανδρο ως τον ιδεώδη Χριστιανό κοσμοκατακτητή ο οποίος «προσευχόταν στον ένα και μοναδικό Θεό»[118].

Στην προϊσλαμική ζωροαστρική περσική κουλτούρα της σασσανιδικής περιόδου, ο Αλέξανδρος αναφέρεται με το επίθετο «gujastak» (καταραμένος), και κατηγορείται για την καταστροφή ναών και το κάψιμο των ιερών κειμένων του Ζωροαστρισμού.[120] Αντιθέτως, στη (σουνιτική) ισλαμική Περσία, αναδύεται μια πιο θετική εικόνα του, υπό την επίδραση του Μυθιστορήματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου.[118] Ο Πέρσης εθνικός ποιητής Φερντουσί παρουσιάζει, στο έπος Σαχναμέ (Βιβλίο των Βασιλέων), τον Αλέξανδρο ως νόμιμο βασιλιά της Περσίας, μυθική μορφή που έφτασε στα πέρατα του κόσμου αναζητώντας την «Πηγή της νεότητας».[121] Μεταγενέστεροι Πέρσες συγγραφείς τον συνέδεσαν με τη φιλοσοφία, παρουσιάζοντάς τον να αναζητά την αθανασία, σε συμπόσιο με τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.[118] Στην αραβοπερσική παράδοση, ο Αλέξανδρος ονομάζεται Σικαντέρ, στα περσικά, και Ισκαντάρ στα αραβικά. Ορισμένοι ακαδημαϊκοί θεωρούν, λόγω των αντίστοιχων αναφορών στο Μυθιστόρημα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, πως ο «Δίκερως» (Dhul-Qarnayn), που αναφέρεται στο Κοράνι, είναι ο Αλέξανδρος.[118] Κατά την παράδοση αυτή, ο Αλέξανδρος είναι ηρωική μορφή η οποία έχτισε τείχος προκειμένου να υπερασπιστεί τον κόσμο από τους λαούς Γωγ και Μαγώγ[117]. Έπειτα ταξίδεψε σε όλον τον κόσμο, σε αναζήτηση του «Νερού της ζωής και της αθανασίας» και στο τέλος έγινε προφήτης[117].

Στις γλώσσες Χίντι και Ουρντού, το όνομα Σικαντάρ, προερχόμενο από τα περσικά, σημαίνει το ανερχόμενο νέο σε ηλικία ταλέντο[122]. Στη μεσαιωνική Ευρώπη, ο Αλέξανδρος εκτιμόταν ως μέλος των Εννέα Άξιων (Nine Worthies), ομάδας ηρώων των οποίων οι ζωές συμπυκνώνουν τα ιδανικά της ιπποσύνης[123]. Τον 12ο αιώνα ο Αλβέριχος της Μπεζανσόν έγραψε επικά ποιήματα με κεντρικό πρόσωπο τον Αλέξανδρο και ο ιερέας Λάμπρεχτ ένα γερμανικό τραγούδι.

Στους Βυζαντινούς ήταν δημοφιλείς ιστορίες για τον Αλέξανδρο που προέκυψαν από το Μυθιστόρημα του Ψευδοκαλλισθένη. Οι ιστορίες αυτές προσαρμόζονταν στις εκάστοτε περιστάσεις. Για παράδειγμα, ο Αλέξανδρος παρουσιαζόταν ως πρότυπο χριστιανού αυτοκράτορα, ή απόστολος του χριστιανισμού, ενώ στις ιστορίες εισάγονταν και στοιχεία από παραδόσεις της Βίβλου και του Μεσαίωνα, μαζί με αρχαιοελληνικές και άλλες παραδόσεις. Το Μυθιστόρημα, ή Διήγησις του Αλεξάνδρου του Μακεδόνος ήταν από τα πιό δημοφιλή κοσμικά αναγνώσματα των Βυζαντινών Ελλήνων. Κυκλοφορούσε και σε έμμετρη μορφή, που λεγόταν Ριμάδα (από τη ρίμα).[124] Η παράδοση αυτή συνεχίστηκε και στην Τουρκοκρατία, με πολλές εκδόσεις της Φυλλάδας του Μεγαλέξανδρου.

Στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση, ο Αλέξανδρος είναι η περισσότερο διαδομένη μορφή από την αρχαιότητα. Είναι πασίγνωστος ως Μεγαλέξαντρος και είναι επίσης ο μόνος αρχαίος ήρωας που εμφανίζεται στον Καραγκιόζη. Πολύ διαδεδομένη επίσης είναι η παράδοση που παρουσιάζει τη Γοργόνα ως αδερφή του Αλέξανδρου να ρωτά τους ναυτικούς αν «ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος» και να δέχεται ως απάντηση μόνο το «ζει και βασιλεύει», αλλιώς βυθίζει το πλοίο.[125] Σε πολλές περιοχές, διάφορα σημάδια του τόπου και ερείπια επιδεικνύονταν σαν να «ήταν του Αλέξανδρου». Σε κρητικό τραγούδι ο Αλέξανδρος παρουσιάζεται να έχει ενώσει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μεσόγειο ανοίγοντας τον Βόσπορο[126]. Επίσης τον είχαν φανταστεί και ως άγιο και ασκητή, να έχει ιδρύσει μοναστήρια στην έρημο[εκκρεμεί παραπομπή].

Απεικονίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πολλές απεικονίσεις του Αλέξανδρου σε νομίσματα που κόπηκαν πριν ή μετά τον θάνατό του. Σε αυτές ο Αλέξανδρος εμφανίζεται αγένειος, φέροντας τα κέρατα του Άμμωνα.

Σώζονται επίσης ανδριάντες του Αλέξανδρου, πρωτότυποι και αντίγραφα, που είχαν δημιουργήσει καλλιτέχνες όπως ο Λύσιππος, που ήταν ευνοούμενος του Αλέξανδρου. Η μορφή του Αλέξανδρου εμφανίζεται επίσης σε ανάγλυφα, μετάλλια και ψηφιδωτά, με διασημότερο το ψηφιδωτό της Πομπηίας όπου απεικονίζεται ο Αλέξανδρος στη μάχη της Ισσού, και θεωρείται αντίγραφο πίνακα ζωγραφικής του Απελλή, άλλου διάσημου καλλιτέχνη ευνοούμενου του Αλέξανδρου.

Στα τέλη του 18ου αιώνα στην Κεντρική Ευρώπη τυπώνονται μια σειρά πορτραίτων του Αλεξάνδρου από τον Ρήγα Φεραίο και άλλους, με σκοπό την προώθηση της ιδέας της ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Όπως αναφέρεται στα πρακτικά της ανάκρισης του Ρήγα από την αυστριακή αστυνομία, "Ομολογεί ο Ρήγας, ότι επί τω αυτώ σκοπώ της αναμορφώσεως [του έθνους του] εχάραξε παρά τω Μύλλερ και εξετύπωσε παρά τω Νίτς 1200 αντίτυπα της εικόνος της παριστανούσης Αλέξανδρον τον Μέγαν".[127] Αυτά τα πορτραίτα είχαν ως βάση αναγεννησιακά πρότυπα, τα οποία με τη σειρά τους βασίζονταν σε αρχαίες πηγές. Ένα από αυτά είναι μονόφυλλο με την προσωπογραφία του Αλεξάνδρου που τύπωσε ο Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής το 1797 στη Βιέννη. Παρόμοια πορτραίτα τυπώθηκαν στο "Ιστορικόν Χαρτοπαίγνιον" (1808) που προοριζόταν για ευρύτερη διανομή, σε καραμανλίδικο έντυπο του 1843, σε διακοσμητικά πιάτα στο 2ο μισό του 19ου αιώνα κλπ.[128]

Κινηματογράφος, μουσική και σύγχρονα μυθιστορήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε όλο το πέρασμα του χρόνου δημιουργούνταν αντικείμενα τέχνης σχετικά με τον Αλέξανδρο. Πέρα από τα έργα λόγου, τα γλυπτά και τους πίνακες, στη σύγχρονη εποχή εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μουσικών και κινηματογραφικών έργων. Ενδεικτικό είναι το τραγούδι 'Alexander the Great' των Iron Maiden. Ταινίες που έχουν γυριστεί με θέμα τον Αλέξανδρο:

  • "Sikandar" (1941), ινδική παραγωγή σε σκηνοθεσία Sohrab Modi σχετικά με την κατάκτηση της Ινδικής από τον Αλέξανδρο (στην ταινία φαίνεται να έχει χάσει τη μάχη του Υδάσπη).
  • "Alexander the Great" (1956), παραγωγής MGM με πρωταγωνιστή τον Ρίτσαρντ Μπάρτον.
  • "Sikandar-e-Azam" (1965), ινδική παραγωγή σε σκηνοθεσία Kedar Kapoor
  • "Αλέξανδρος" (2004), σε σκηνοθεσία Όλιβερ Στόουν, με πρωταγωνιστή τον Κόλιν Φάρελ.

Επίσης υπάρχουν πολλές αναφορές σε άλλες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές.

Νεότερα μυθιστορήματα με θέμα τον Αλέξανδρο, είναι:

  • Η τριλογία "Μέγας Αλέξανδρος" του Ιταλού Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι αποτελούμενη από τα "Ο γιος του ονείρου", "Η άμμος του Άμωνα", και "Τα πέρατα του κόσμου".
  • Η τριλογία της Μαίρης Ρενώ αποτελούμενη από τα "Φωτιά απ'τον ουρανό", "Ο μικρός Πέρσης" και "Επιτάφιοι Αγώνες".
  • "Οι αρετές του πολέμου" και "Η ματωμένη εκστρατεία" του Στίβεν Πρέσφιλντ.
  • «Ο Μέγας Αλέξανδρος και οι αετοί της Ρώμης», ιστορικό μυθιστόρημα του Χαβιέρ Νεγρέτε.

Λαϊκή παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μέγας Αλέξανδρος έχει περάσει και στην παράδοση του θεάτρου σκιών. Τη φιγούρα του εισήγαγε ο καραγκιοζοπαίχτης Δημήτρης Σαρδούνης, ή αλλιώς Μίμαρος[129]. Από τον ίδιο (ή από τον Πρεβεζάνο με αυτόν ολοκληρωτή της ιστορίας) προέρχεται και η ιστορία «Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι»[130].

Η ιστορία έλκει στοιχεία από την Ασιατική παράδοση για τον Μέγα Αλέξανδρο, ενώ μετά την πρώτη παράσταση του «Ο Μέγας Αλέξανδρος και ο κατηραμένος όφις» το 1900 από τον Μίμαρο, ο Σπαθάρης ξαναγράφει την ιστορία προσθέτωντας και δικά του στοιχεία πριν το 1950[131].

Αρχαίες πηγές για τον Αλέξανδρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκστρατεία του Αλέξανδρου καταγράφηκε αρχικά στις «Βασιλικές εφημερίδες» ένα είδος επίσημου ημερολογίου που διατηρούσε ο αρχιγραμματέας Ευμένης κατά τη διάρκεια της εκστρατείας,[132] οι οποίες όμως χάθηκαν πριν την ολοκλήρωσή της. Στα στοιχεία των "Βασιλικών Εφημερίδων" και σε προσωπικές του αναμνήσεις στηρίχθηκε αργότερα ο στρατηγός του Αλεξάνδρου, Πτολεμαίος.[132] Ακόμη, ο Αριστόβουλος, μηχανικός που ακολούθησε την εκστρατεία, έγραψε μια από τις πρώτες γνωστές εξιστορήσεις, σε ηλικία 84 ετών.[133] Ωστόσο, ούτε η μία ούτε η άλλη έχουν σωθεί. Άλλοι συγγραφείς των οποίων το έργο έχει χαθεί είναι ο Καλλισθένης που κατέγραψε τα γεγονότα ως τον θάνατό του το 327 π.Χ., ο Κλείταρχος ο Αλεξανδρεύς ο οποίος μάλλον είχε γράψει ένα δωδεκάτομο μυθιστόρημα, ο Ονησίκριτος, και ο Νέαρχος.

Το πιο αξιόλογο έργο που έχουμε, είναι αυτό του Φλάβιου Αρριανού «Αλεξάνδρου Ανάβασις» του 2ου αιώνα μ.Χ.. Ο Αρριανός βασίστηκε πάνω στα έργα του Πτολεμαίου και του Αριστόβουλου.[134] για να γράψει το έργο του. Ένα επίσης σημαντικό έργο είναι το «Historia Alexandri Magni Macedonis» του Κούρτιου Ρούφου (1ος αιώνας), το οποίο είναι επίσης βασισμένο σε προηγούμενα έργα, αλλά σε ορισμένα σημεία θεωρείται ότι περιέχει φανταστικές διηγήσεις.[133] Αξιόλογος είναι ο βίος του Αλέξανδρου στο έργο του Πλούταρχου «Βίοι Παράλληλοι». Διάσπαρτες πληροφορίες βρίσκονται επίσης στα έργα του Στράβωνα, του Ιώσηπου, του Διόδωρου του Σικελιώτη και άλλων.

Φωτογραφικό υλικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γλυπτά και επιγραφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νομίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πίνακες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλα έργα τέχνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μετά τη μάχη της Ισσού (333 μ.Χ.) ο Μ. Αλέξανδρος έστειλε στον Δαρείο επιστολή που άρχιζε έτσι: «Οι υμέτεροι πρόγονοι ελθόντες εις Μακεδονίαν και εις την άλλην Ελλάδα κακώς εποίησαν ημάς. Εγώ δε των Ελλήνων ηγεμών κατασταθείς και τιμωρήσασθαι βουλόμενος Πέρσας διέβην ες Ασίαν, υπαρξάντων υμών» Μακεδονία, 4.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, Εκδοτική Αθηνών, 1992, σελ.49.
  2. Yenne, Bill (2010). Alexander the Great: Lessons From History's Undefeated General. Palmgrave McMillan. ISBN 978-0-230-61915-9.
  3. 3,0 3,1 «thetoc.gr - Παρουσίαση έρευνας της εφημερίδας Guardian, η οποία βασίστηκε σε αποτελέσματα δημοσκοπήσεων, στατιστικών στοιχείων, και όγκου δεδομένων και διασυνδέσεων των λημμάτων της Wikipedia. Της Χριστίνας Κατσαντώνη.». http://www.thetoc.gr/magazine/aristotelis-kai-megas-aleksandros-sto-pagkosmio-top-10-epirrois. 
  4. «Αρχική έρευνα του Guardian». http://www.theguardian.com/books/2014/jan/30/whos-most-significant-historical-figure. 
  5. «Ranker.com - The most influential people of all time». http://www.ranker.com/crowdranked-list/the-most-influential-people-of-all-time. 
  6. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 10.
  7. Green 1991, σελ. xlv.
  8. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Αλέξανδρος, 3
  9. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Αλέξανδρος, 2
  10. Pearce, John M. S., "Fragments of Neurological History". Imperial College Press: 2003, p. 248. ISBN 1-86094-338-1
  11. Ashrafian H. "The death of Alexander the Great--a spinal twist of fate." J Hist Neurosci. 2004 Jun;13(2):138-42. doi:10.1080/0964704049052157 PMID 15370319.
  12. 12,0 12,1 Grafton, Anthony (2010). Most, Glenn W; Settis, Salvatore, eds. The Classical Tradition. Harvard University Press. ISBN 978-0-674-03572-0., σελ. 27
  13. Φλάβιος Αρριανός - 'Ξενοφών' σελ. 86–160
  14. Πλούταρχος - Βίοι Παράλληλοι, Αλέξανδρος
  15. Green, Peter (2007). Alexander the Great and the Hellenistic Age. London: Phoenix. ISBN 978-0-7538-2413-9.
  16. 16,0 16,1 Αρριανού Αλεξάνδρου Ανάβασις, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, σ. 11
  17. Βαγγέλης Δρακόπουλος, Γεωργία Ευθυμίου: Επίτομο Λεξικό της Ελληνικής Ιστορίας, Αρχαία Ελλάδα/Μέρος 3ο, Δημοσιογραφικός Όμιλος Λαμπράκη, σ. 8.
  18. Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, σ. 21.
  19. Hammond, σ. 18-19
  20. Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 9
  21. Hammond, σ. 20
  22. Διόδωρος Σικελιώτης, XVI 89.15
  23. 23,0 23,1 23,2 23,3 Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, σ. 19.
  24. Hammond, σ. 44-48
  25. Διόδωρος Σικελιώτης, XVIΙ 4.15)
  26. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Αλέξανδρος[14.1]: «Εἰς δὲ τὸν Ἰσθμὸν τῶν Ἑλλήνων συλλεγέντων καὶ ψηφισαμένων ἐπὶ Πέρσας μετ᾽ Ἀλεξάνδρου στρατεύειν, ἡγεμὼν ἀνηγορεύθη»
  27. Καλογεροπούλου 1973, σελ. 26, όπου και η έκφραση «πολλοί ιστορικοί».
  28. Hammond, σ. 62-74
  29. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Α' 1-6
  30. Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 11
  31. 31,0 31,1 Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, σ. 22.
  32. Hammond, σ. 81-89
  33. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Α' 7-9
  34. Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, σ. 23
  35. Πλούταρχος Γυναικών αρεταί, Τιμόκλεια
  36. ΔΙΟΔΩΡΟΣ ΣΙΚΕΛΙΩΤΗΣ, Βίβλος 16, 89.[3]: «διόπερ ἐν Κορίνθῳ τοῦ κοινοῦ συνεδρίου συναχθέντος διαλεχθεὶς περὶ τοῦ πρὸς Πέρσας πολέμου καὶ μεγάλας ἐλπίδας ὑποθεὶς προετρέψατο τοὺς συνέδρους εἰς πόλεμον. τέλος δὲ τῶν Ἑλλήνων ἑλομένων αὐτὸν στρατηγὸν αὐτοκράτορα τῆς Ἑλλάδος μεγάλας παρασκευὰς ἐποιεῖτο πρὸς τὴν ἐπὶ τοὺς Πέρσας στρατείαν...καὶ τὰ μὲν περὶ Φίλιππον ἐν τούτοις ἦν»
  37. Pohlenz, Max (1966). Freedom in Greek life and thought: the history of an ideal. Springer, σελ. 20. ISBN 978-90-277-0009-4. http://books.google.com/books?id=zUY71_oc4b0C&pg=PA20&dq=%22league+of+corinth%22+%22hellas%22#v=onepage&q=%22league%20of%20corinth%22%20%22hellas%22&f=false. 
  38. Cawkwell, George (1978). Philip of Macedon. Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο: Faber and Faber. 
  39. Πλούταρχος, Αγησίλαος, 6.
  40. Διόδωρος Σικελιώτης, XVI 89.5
  41. Ισοκράτης, Β΄ και Γ΄ επιστολαί (πρώτη και δεύτερη προς Φίλιππον) σελ. 753 και 757
  42. Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 2.1
  43. Πλούταρχος, Αλέξανδρος, 8 : τὴν Ἰλιάδα ... εἶχε δ’ ἀεὶ μετὰ τοῦ ἐγχειριδίου κειμένην ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον.
  44. Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, σ. 24.
  45. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Α' 11,3
  46. Time-Life Παγκόσμια Ιστορία, Τόμος 4, Εκδόσεις Κ. Καπόπουλος, σ. 16.
  47. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Αλέξανδρος, 16
  48. Άτλας Παγκόσμιος Ιστορικός, Τεύχος 2, Εκδόσεις: Ελεύθερος Τύπος/Dorling Kindersley, ISBN 960-6610-74-5, σ. 40.
  49. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Β' 3
  50. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Β' 4,8
  51. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Β' 11-12
  52. Κατά τον Αρριανό (Β' 24,4-24,5) σκοτώθηκαν 8.000 Τύριοι καθ' όλη τη διάρκεια της πολιορκίας.
  53. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 98.
  54. Καλογεροπούλου 1973, σελ. 104.
  55. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Αλέξανδρος, 27
  56. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 124.
  57. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 128.
  58. 58,0 58,1 Κανελλόπουλος 1973, σελ. 129.
  59. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 129-130.
  60. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 131.
  61. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 131-132.
  62. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 132.
  63. 63,0 63,1 Κανελλόπουλος 1973, σελ. 134.
  64. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 135-137.
  65. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 137-139.
  66. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 139-140.
  67. Κανελλόπουλος 1973, σελ. 140.
  68. Καλογεροπούλου 1973, σελίδες 161-162.
  69. Καλογεροπούλου 1973, σελ. 164.
  70. Καλογεροπούλου 1973, σελ. 163.
  71. Καλογεροπούλου 1973, σελίδες 164-165.
  72. Καλογεροπούλου 1973, σελ. 165.
  73. 73,0 73,1 Καλογεροπούλου 1973, σελ. 166.
  74. Καλογεροπούλου 1973, σελίδες 166,168.
  75. Καλογεροπούλου 1973, σελίδες 169-171.
  76. Καλογεροπούλου 1973, σελίδες 172-173.
  77. Καλογεροπούλου 1973, σελίδες 173-177.
  78. Καλογεροπούλου 1973, σελίδες 177-178.
  79. Heckel 2007, σελ. 116.
  80. Heckel 2007, σελ. 120.
  81. Καλογεροπούλου 1973, σελίδες 189-190.
  82. Καλογεροπούλου 1973, σελίδες 192-193.
  83. 83,0 83,1 83,2 Καλογεροπούλου 1973, σελ. 194.
  84. Scott Steedman (μτφρ. Δήμος Αυγερινός), Αρχαία Αίγυπτος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1998, ISBN 960-600-099-0, σ. 129
  85. «http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/06/11-15.pdf». http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/06/11-15.pdf. 
  86. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Ζ' 26,3
  87. Ogden 2009, σελ. 204.
  88. 88,0 88,1 Wood 2001, σελ. 25.
  89. 89,0 89,1 Sacks & Brody 1995, σελ. 22.
  90. Roisman 2003, σελ. 243.
  91. 91,0 91,1 Wood 2001, σελ. 28.
  92. Ahmed, S. Z. (2004), Chaghatai: the Fabulous Cities and People of the Silk Road, West Conshokoken: Infinity Publishing, σελ. 61.
  93. Strachan, Edward and Roy Bolton (2008), Russia and Europe in the Nineteenth Century, Λονδίνο: Sphinx Fine Art, σελ. 87, (ISBN 978-1-907200-02-1).
  94. Livius.org. "Roxane." Articles on Ancient History. Ανακτήθηκε στις 30 Αυγούστου 2016
  95. Carney, Elizabeth Donnelly (2000), Women and Monarchy in Macedonia, Νόρμαν, Οκλαχόμα, Η.Π.Α.: University of Oklahoma Press, ISBN 0-8061-3212-4 
  96. «Alexander IV». Livius. http://www.livius.org/aj-al/alexander01/alexander_iv.html. Ανακτήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2009. 
  97. Renault 2001, σελ. 100.
  98. Green 1991, σελίδες 465.
  99. Green 2007, σελίδες 23–24.
  100. Oldach, DW; Richard, RE; Borza, EN; Benitez, RM (Ιούνιος 1998). «A mysterious death». N. Engl. J. Med. 338 (24): 1764–69. doi:10.1056/NEJM199806113382411. PMID 9625631. http://content.nejm.org/cgi/pmidlookup?view=short&pmid=9625631&promo=ONFLNS19. 
  101. Aelian, «7», Varia Historia, XII, https://el.wikisource.org/wiki/Ποικίλη_Ιστορία/ιβ#π.7 
  102. Heckel 2008, σελ. 65.
  103. Heckel 2008, σελ. 149.
  104. Reames 1999, σελ. 82=: Η Reames παραθέτει μια σειρά από ιστορικούς που αποδέχονται ή απορρίπτουν τον εν λόγω ισχυρισμό. Συγκεκριμένα, σημειώνει πως "Other Alexander historians who assume a sexual relationship include Africa 1982, E.N. Borza (personal conversation), Bosworth 1988, E. Carney (personal conversation), Green 1991, Heckel 1992, Lane Fox 1974 and 1980, O'Brien 1992, Renault 1975. Those who argue against it or simply ignore it are Burn 1962, Fuller 1960, Milns 1969, Robinson 1947, Saville 1990, Stark 1958, Tarn 1948, Welles 1970, and Wilcken 1967. The dates of publication in the two different categories are, of course, to be noted. Hammond 1980: 246 and 322 n.14 is cagey on the subject, but implies their relationship was platonic, yet in another place, he implies otherwise: Hammond and walbank 1988"
  105. Reames 1999, σελ. 82=: Most Greek historians still make every attempt to deny homoerotic interests on the part ofAlexander: see Green 1989, for amusing commentary on the whole situation. 'Stonewall' is a reference to the famous riot between police and drag queens at Stonewall Inn, 57 Christopher Street in Greenwich Village, New York City, on June 28,1969, which began the quest by gays and lesbians for civil. rights.
  106. 106,0 106,1 Johansson 2016, σελ. 39-40.
  107. Fox, Robin Lane, The Search for Alexander, Little Brown & Co. Boston, 1st edition (October 1980), σ. 67. ISBN 0-316-29108-0
  108. Roisman 2003, σελίδες 242-243.
  109. James R. Ashley, The Macedonian Empire: The Era of Warfare Under Philip II and Alexander the Great, 359-323 B.C., McFarland, Jan 1, 2004, σ. 25, 26
  110. Δ.Κ. Σαμσάρης, Ο Μέγας Αλέξανδρος ως πρότυπο Ρωμαίων στρατηγών και αυτοκρατόρων, «Δωδώνη» 19(1990),τεύχ.1, σ. 256.
  111. Δ.Κ. Σαμσάρης, Ο Μέγας Αλέξανδρος ως πρότυπο Ρωμαίων στρατηγών και αυτοκρατόρων, «Δωδώνη» 19(1990),τεύχ.1, σ. 253-263.
  112. Δ.Κ. Σαμσάρης, Ο Μέγας Αλέξανδρος και η ψυχολογική οργάνωση του στρατού του (Συμβολή στην έρευνα της ψυχολογικής στρατηγικής του), στον τόμο «Μέγας Αλέξανδρος: 2300 χρόνια από το θάνατό του» (Αφιέρωμα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών), Θεσσαλονίκη 1980, σ. 199-229.
  113. «What Hannibal Barca thought of Scipio Africanus! - History Forum ~ All Empires». www.allempires.com. http://www.allempires.com/forum/forum_posts.asp?TID=1848. Ανακτήθηκε στις 2016-03-22. 
  114. «Napoleon's "7 Greatest Commanders in History" (war, army, officers) - U.S. and World, studying past, wars, presidents, language, economy - City-Data Forum». www.city-data.com. http://www.city-data.com/forum/history/1254035-napoleons-7-greatest-commanders-history.html. Ανακτήθηκε στις 2016-03-22. 
  115. Ιlisch, Lutz. «"The Second Alexander"». Oriental Numismatic Society. http://www.aai.uni-hamburg.de/voror/Personal/heidemann/Heidemann_Texte/Heidemann_ONSNL185_2005_Jena_Report_S.pdf. 
  116. Roisman & Worthington 2010, σελ. 117.
  117. 117,0 117,1 117,2 Roisman & Worthington 2010, σελ. 122.
  118. 118,0 118,1 118,2 118,3 118,4 Roisman & Worthington 2010, σελ. 120.
  119. Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, XI, 337 viii, 5 (Αγγλικά)
  120. Curtis, Tallis & Andre-Salvini 2005, σελ. 154
  121. Fischer 2004, σελ. 66
  122. Connerney, R. D. (2009). The upside-down tree: India's changing culture, Algora, σελ. 214. ISBN 0-87586-649-2.
  123. Noll, Thomas (2016). Stock, Markus, επιμ. Alexander the Great in the Middle Ages: Transcultural Perspectives. Toronto, Canada: University of Toronto Press, σελ. 258. ISBN 978-1-4426-4466-3. https://books.google.com/books?id=2nqMCwAAQBAJ&pg=PA258&dq=Nine+Worthies+Alexander&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwiy-9Lwu9DXAhWBON8KHQREDXYQ6AEIMDAC#v=onepage&q=Nine%20Worthies%20Alexander&f=false. 
  124. Δ.ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ, Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, 2016, ΤΟΜ.1 σ. 326, 327 κ.ε.
  125. Fermor 2006, σελ. 215
  126. http://www.avgi.gr/article/10812/9013664/o-laikos-megalexandros
  127. Καραμπερόπουλος Δημήτριος, Ο Μέγας Αλέξανδρος του Ρήγα Βελεστινλή - Βιέννη 1797. Εκδοση Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα, Αθήνα 2006, SBN: 960-88710-0-X
  128. Όλγα Γκράτζιου, Το μονόφυλλο του Ρήγα του 1797
  129. Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών του Δήμου Αμαρουσίου
  130. Οι παραλλαγές του έργου «Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ» στον μπερντέ του Καραγκιόζη
  131. Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι στη μυθολογία των λαών
  132. 132,0 132,1 Αρριανού Αλεξάνδρου Ανάβασις, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, σ. 14
  133. 133,0 133,1 Αρριανού Αλεξάνδρου Ανάβασις, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, σ. 10
  134. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Α' 1,1-1,2

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτογενείς πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δευτερογενείς Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τριτογενείς Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω μελέτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Walbank, Frank W., Ο ελληνιστικός κόσμος, εκδ. ΒΑΝΙΑΣ, 1999.
  • Droysen, J.G., Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, (Μτφρ.: Ρένος, Ήρκος & Στάντης Αποστολίδης), Εκδόσεις Τραπέζης Πίστεως, 1999.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο διαδίκτυο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξενόγλωσσες ιστοσελίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Livius Project άρθρα του Jona Lendering για τον Αλέξανδρο
  • Alexander the Great Coins, ιστότοπος με εικόνες από νομίσματα του Αλέξανδρου και μεταγενέστερα με την μορφή του Αλέξανδρου.