Αυτό είναι ένα προβεβλημένο λήμμα. Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες ακολουθώντας αυτόν τον σύνδεσμο.

Πύρρος της Ηπείρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πύρρος Α΄
Πύρρος της Ηπείρου
Προτομή του βασιλιά Πύρρου, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης
Βασιλεύς της Συμμαχίας των Ηπειρωτών
Περίοδος εξουσίας
307 - 302 π.Χ.
Ανακήρυξη Πασσαρώνα
Προκάτοχος Αλκέτας Β΄
Διάδοχος Νεοπτόλεμος Γ΄
Περίοδος εξουσίας
296 π.Χ. - 272 π.Χ.
Προκάτοχος Νεοπτόλεμος Γ΄
Διάδοχος Αλέξανδρος Β΄
Εθνικότητα Έλληνας, Ηπειρώτης, Μολοσσός
Οίκος/Γενεά Αιακιδών
Πατέρας Αιακίδης της Ηπείρου
Μητέρα Φθία Β' της Ηπείρου
Γέννηση 318 π.Χ.
Θάνατος 272 π.Χ., Άργος
Τοποθεσία Ταφής Προδρόμι Θεσπρωτίας, Αρχαία Ελέα Θεσπρωτίας
Σύζυγος Αντιγόνη
ανώνυμη κόρη του Αυτολέοντα
Λάνασσα
Βιρκέννα
Επίγονοι Από την Αντιγόνη
Πτολεμαίος Α'
Από τη Λάνασσα
Αλέξανδρος Β'
Από τη Βιρκέννα
Έλενος
Από άγνωστη σύντροφο
Ολυμπιάδα
Μάχες Μάχη της Ιψού
Μάχη της Ηράκλειας
Μάχη του Άσκλου
Μάχη του Μπενεβέντο
Aσημένιο κράνος (από μελετητή αποδίδεται στο Βασιλιά Πύρρο Ι), Μουσείο Ηγουμενίτσας
Ορειχάλκινος Θώραξ (από μελετητή αποδίδεται στο Βασιλιά Πύρρο Ι), Mουσείο Ηγουμενίτσας

Ο Πύρρος Α΄ ή Πύρρος της Ηπείρου (318 π.Χ. - 272 π.Χ.) ήταν Έλληνας[1][2] βασιλιάς των Μολοσσών, ελληνικού φύλου που κατοικούσε στην Ήπειρο, καθώς κι ένας από τους σπουδαιότερους ηγεμόνες της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου. Ήταν γιος του βασιλιά Αιακίδη, ο οποίος κυβέρνησε κατά την περίοδο 330 έως 313 π.Χ., και της Φθίας Β'.[3] Θεωρείται κορυφαίος στρατηγικός νους, ένας από τους λαμπρότερους της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Υπήρξε δε συγγενικό πρόσωπο του έτερου περίφημου στρατηλάτη της αρχαιότητας, Αλεξάνδρου του Μεγάλου, καθώς η γιαγιά του πρώτου, Τρωάδα Α', ήταν αδερφή της μητέρας του δεύτερου, Ολυμπιάδας.

Τα νεανικά χρόνια του Πύρρου υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα, καθώς μεγάλωσε μακριά από την πατρογονική του εστία και μέχρι την ηλικία των 17 ετών απώλεσε τα δικαιώματά του στο θρόνο δύο φορές. Ωστόσο αξιοποίησε αυτή την περίοδο συνάπτοντας σχέσεις με τους Διαδόχους του Αλεξάνδρου, εδραιώνοντας τελικά την εξουσία του στην Ήπειρο με τη βοήθεια του Πτολεμαίου. Μέσα στα επόμενα χρόνια είχε συγκεντρώσει τόση δύναμη στα χέρια του ώστε να διεκδικήσει τα εδάφη της Μακεδονίας. Οι φιλοδοξίες του είχαν σε πρώτη φάση άδοξο τέλος.

Ακολούθησαν οι περίφημες εκστρατείες του στην ιταλική χερσόνησο εναντίον του ανερχόμενου εκείνη την εποχή ρωμαϊκού κράτους. Το όνομά του έχει μείνει στην ιστορία κυρίως χάρη στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Ο Πύρρος και ο μεγάλος Καρχηδόνιος στρατηλάτης, Αννίβας, συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους εχθρούς που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει η Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Ο Ηπειρώτης βασιλιάς απείλησε τις ρωμαϊκές βλέψεις για επέκταση και κυριαρχία στο χώρο της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας μέσα από μία σειρά νικηφόρων, αλλά αιματηρών συγκρούσεων. Οι πολύνεκρες μάχες της Ηράκλειας, του Άσκλου και του Βενεβέντου κατάφεραν ένα τρομακτικό πλήγμα στον στρατό του, στερώντας έτσι από τον αγέρωχο ηγεμόνα τις δυνατότητες για πραγμάτωση των μεγαλεπήβολων σχεδίων του.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η υπέρμετρη φιλοδοξία του τον οδήγησε σε μια δεύτερη κατάκτηση των μακεδονικών εδαφών, αλλά και σε μία εκστρατεία στη νότια Ελλάδα με αποκορύφωμα την πολιορκία της Σπάρτης το 272 π.Χ. Η προσπάθειά του στέφθηκε με αποτυχία, εξαιτίας κυρίως των υπεράνθρωπων προσπαθειών που κατέβαλλαν οι Λακεδαιμόνιοι για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Η ζωή του Πύρρου έλαβε τέλος στην πόλη του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τα στρατεύματα του μεγαλύτερου εχθρού του κατά τα τελευταία εκείνα χρόνια, Αντίγονου Β' Γονατά.

Ο Πύρρος, άνδρας μεγάλης μόρφωσης και ονομαστής γενναιότητας, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς της εποχής του. Η στρατιωτική του κατάρτιση ήταν αξιολογότατη, όπως μαρτυρούν τα αποσπάσματα των «Υπομνημάτων» του, ενός έργου το οποίο αναφέρεται στην πολεμική τέχνη και μνημονεύτηκε από αρχαίους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Κικέρων. Παρά το γεγονός ότι απέτυχε να εδραιώσει την εξουσία του στην Ιταλία, ο Πύρρος επέκτεινε και εδραίωσε το κράτος του στην Ελλάδα, καθιστώντας το υπολογίσιμη δύναμη της περιοχής για 35 περίπου χρόνια. Μετά το θάνατό του, ο σύντομος ρόλος της Ηπείρου στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας τελείωσε.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πύρρος ανήκε στην Δυναστεία των Αιακιδών, που βασίλευε στην Ήπειρο. Πρόγονος της δυναστείας εθεωρείτο κατά την μυθολογία ο γιος του ομηρικού ήρωα Αχιλλέα, Νεοπτόλεμος, του οποίου το «Πύρρος» ήταν «παιδικόν επωνύμιον» και ο οποίος κατέλαβε την χώρα και ίδρυσε την δυναστεία. Σύμφωνα με τον ιστορικό Πλούταρχο οι αρχαιότεροι από αυτούς τους βασιλείς περιέπεσαν στη βαρβαρότητα μέχρι την κλασική εποχή, οπότε εισήγαγαν τα ελληνικά ήθη και γράμματα και θέσπισαν φιλάνθρωπους νόμους.[4] Πατέρας του Πύρρου ήταν ο βασιλιάς Αιακίδης της Ηπείρου, σύγχρονος του Αλεξάνδρου του Μεγάλου και συγγενής του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας, ο οποίος ενεπλάκη στις πρώτες διαμάχες των Διαδόχων για επικράτηση. Ο Αιακίδης παντρεύτηκε τη Φθία, κόρη του Θεσσαλού Μένωνα, εκ των πρωταγωνιστών του Λαμιακού Πολέμου, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά: τη Δηιδάμεια, την Τρωάδα και τον Πύρρο ΙΙ.[5]

Παιδική ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συνεχείς πόλεμοι του Αιακίδη δυσαρέστησαν τους υπηκόους του, τους Μολοσσούς, οι οποίοι οργάνωσαν κίνημα εναντίον του γύρω στο 316 π.Χ. Ο βασιλιάς οδηγήθηκε στην εξορία, ενώ οι οπαδοί του βρήκαν το θάνατο. Ωστόσο μια ομάδα υποστηρικτών του πήραν νύχτα το μοναχογιό του, τον Πύρρο, και τον φυγάδευσαν από την πρωτεύουσα εν μέσω αντίξοοων συνθηκών.[6][7] Τελικά κατέληξαν στην αυλή του ηγεμόνα των Ταλαυντινών Ιλλυριών, του Γλαυκία, όπου έβαλαν το νήπιο μπροστά του ζητώντας να το προστατέψει. Αρχικά ο Γλαυκίας, ήταν επιφυλακτικός καθώς διατηρούσε καλές σχέσεις με τον εχθρό του παιδιού, τον Κάσσανδρο. Ωστόσο θεώρησε πως έλαβε θεϊκούς χρησμούς να προστατεύσει τον Πύρρο κι έτσι επέτρεψε στη γυναίκα του, Βερόη, να το αναθρέψει μαζί με τα δικά τους παιδιά. Όταν μάλιστα ο Κάσσανδρος του προσέφερε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για τον Πύρρο αρνήθηκε να προβεί στην ανταλλαγή και τελικά, όταν εκείνος έγινε έντεκα ή δώδεκα ετών, τον αποκατέστησε στο θρόνο των προγόνων του.[7][8]

Ωστόσο, αποδείχτηκε πως η παρουσία του στο θρόνο δεν είχε ακόμη διασφαλιστεί. Σε ηλικία 17 ετών κάποιος από τους παιδικούς του φίλους στην Ιλλυρία τον προσκάλεσε στο γάμο του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι πολιτικοί του αντίπαλοι οργάνωσαν κίνημα ενάντια στον Πύρρο, δέσμευσαν την περιουσία του και τοποθέτησαν στο θρόνο το θείο του, Νεοπτόλεμο Γ'.[9] Αναγκασμένος να απομακρυνθεί από την Ήπειρο, ο Πύρρος το 302 π.Χ. κατέφυγε στον Δημήτριο, τον μετέπειτα αποκληθέντα Πολιορκητή, γιο του στρατηγού του Αλεξάνδρου, Αντίγονου του Μονόφθαλμου. Στο πλευρό του συμμετείχε την επόμενη χρονιά στη Μάχη της Ιψού, μια σφοδρή και καθοριστική σύγκρουση ανάμεσα στους Διαδόχους, όπου και έδειξε πρώιμα σημάδια των στρατιωτικών του ικανοτήτων. Παρά το γεγονός ότι ότι η παράταξη με την οποία πολέμησε ο Πύρρος ηττήθηκε και ο Αντίγονος σκοτώθηκε, εν τούτοις παρέμεινε πιστός στον Δημήτριο [10][11] - ήταν δε συγγενείς καθώς ο Δημήτριος είχε παντρευτεί την αδερφή του, Δηιδάμεια.[12] Μάλιστα, όταν ο Δημήτριος συμμάχησε με τον Πτολεμαίο, που είχε αναγορευθεί βασιλιάς της Αιγύπτου, ο Πύρρος μετέβη για χάρη του στη χώρα αυτή με την ιδιότητα του ομήρου.[13][14]

Ανάκτηση της Ηπείρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αίγυπτο, κέρδισε την εκτίμηση του Πτολεμαίου, διακρινόμενος για το χαρακτήρα του και τις καλές του επιδόσεις στον αθλητισμό και το κυνήγι. Παρατηρώντας δε πως ο Πτολεμαίος ανάμεσα στις συζύγους του έδειχνε ιδιαίτερη αδυναμία προς τη Βερενίκη, φρόντισε να κερδίσει την εύνοια και την υποστήριξή της. Οι συμπάθειες που απέκτησε στην αυλή του Πτολεμαίου οδήγησαν το 299 π.Χ. σε γάμο του με την Αντιγόνη, κόρη της Βερενίκης από προηγούμενο γάμο, παρά το ότι υπήρχαν υποψήφιοι από πολλές λαμπρές οικογένειες. [15] Κατόπιν, ο Πτολεμαίος τον ενίσχυσε με χρήματα και στρατιώτες ώστε να ανακαταλάβει το θρόνο της Ηπείρου.[16][17] Προς τιμήν του βασιλικού ζεύγους της Αιγύπτου, έδωσε στο γιο του από την Αντιγόνη το όνομα Πτολεμαίος και ίδρυσε μια πόλη στην Ήπειρο, την οποία ονόμασε Βερονικίδα.[18]

Η επιστροφή του (296 π.Χ.) γέμισε με αισιοδοξία πολλούς από τους υπηκόους του, οι οποίοι είχαν βρει στο πρόσωπο του Νεοπτόλεμου έναν τυραννικό και ανάξιο βασιλιά. Τελικά οι δύο τους ήρθαν σε συμφωνία η οποία προέβλεπε τη συμβασιλεία τους στα εδάφη της Ηπείρου. Εντούτοις, διάφορες πολιτικές φατρίες έσπερναν ζιζάνια στην εύθραυστη αυτή σχέση υποκινώντας τις υποψίες πότε του ενός και πότε του άλλου.[19]

Η αρχή του τέλους της συμβασιλείας ήταν στην Πασσαρώνα, κατά τη διάρκεια των ετήσιων εορτασμών που λάμβαναν χώρα εκεί. Στις εκδηλώσεις έλαβαν μέρος και οι δύο βασιλείς με την ακολουθία τους, ανταλλάσσοντας δώρα και φιλοφρονήσεις. Κάποιος από τους συμμάχους του Νεοπτόλεμου, ο Γέλων, προσέφερε στον Πύρρο ένα ζευγάρι βόδια για όργωμα. Τα βόδια αυτά ζήτησε από το βασιλιά ο οινοχόος του, Μυρτίλος, αλλά η παράκλησή του δεν εισακούστηκε. Εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία, ο Γέλων πήρε κατά μέρος το Μυρτίλο και του πρότεινε να δηλητηριάσει τον Πύρρο. Ωστόσο ο Μυρτίλος αποδείχτηκε πιστός στο βασιλιά του, στον οποίο αποκάλυψε το σχέδιο. Προκειμένου να αποκτήσει περισσότερους μάρτυρες του ειδεχθούς σχεδίου, ο Πύρρος φρόντισε ώστε να μυηθεί δήθεν στην συνωμοσία κι άλλος ένας από τους έμπιστους άνδρες του, ο Αλεξικράτης.[20]

Από την πλευρά του ο Νεοπτόλεμος, ήταν τόσο σίγουρος ότι όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο, ώστε δεν μπορούσε να κρατηθεί και αφηγούνταν τα πάντα στους φίλους του. Το ίδιο έπραξε και κάποιο βράδυ αργά στο σπίτι της αδερφής του, Καδμείας. Πίστευε πως κανείς άλλος δεν άκουγε, ωστόσο μια υπηρέτρια, η Φαιναρέτη, προσποιούμενη ότι κοιμάται γυρισμένη προς τον τοίχο, άκουγε τα πάντα προσεκτικά. Την επομένη, χωρίς να την αντιληφθεί κανείς, μετέφερε ό,τι είχε μάθει στην Αντιγόνη, τη σύζυγο του Πύρρου. Ο τελευταίος, αρχικά δεν αντέδρασε στα νέα αυτά, ωστόσο λίγο αργότερα, κάποια ημέρα που γίνονταν θυσίες, προσκάλεσε το Νεοπτόλεμο σε δείπνο και τον θανάτωσε, γνωρίζοντας πως η πράξη του έβρισκε σύμφωνους και τους άλλους ευγενείς.[21]

Επέμβαση στη Μακεδονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας πλέον εδραιωθεί στο θρόνο του, άρχισε να κάνει φιλόδοξα σχέδια, αρχίζοντας την πραγματοποίησή τους από τα γειτονικά του κράτη. Στη Μακεδονία, μετά το θάνατο του Κάσσανδρου, οι δύο γιοι του, Αλέξανδρος Ε' και Αντίπατρος Β' μάχονταν μεταξύ τους για την επικράτηση. Ο Αλέξανδρος στράφηκε για βοήθεια στο Δημήτριο τον Πολιορκητή και στον Πύρρο. Ο πρώτος ήταν αλλού απασχολημένος αλλά ο Πύρρος πήγε ζητώντας ως αντάλλαγμα τις περιοχές Τυμφαία και Παραυαία στη Μακεδονία, καθώς και τις γειτονικές του χώρες Αμβρακία, Ακαρνανία και Αμφιλοχία. Με τον τρόπο αυτό τις προσάρτησε στα εδάφη του, βάζοντας φρουρές να τις φυλάνε.[22][23] Σύμφωνα με το γεωγράφο Στράβωνα, ο Πύρρος ήταν εκείνος ο βασιλιάς που κατέστησε την Αμβρακία κέντρο του ηπειρωτικού κράτους, μεταφέροντας εκεί το βασιλικό παλάτι, εγκαταλείποντας τη μακρά παράδοση της διακυβέρνησης από την πόλη της Πασσαρώνας. Η πρωτεύουσά του γνώρισε αξιοσημείωτη ευημερία η οποία διατηρήθηκε μέχρι την εποχή της κατάκτησης της Ελλάδας από τους Ρωμαίους.[24][25]

Έπειτα κινήθηκε ενάντια στον Αντίπατρο, αποσπώντας του τα υπόλοιπα εδάφη που είχε στην κατοχή του και παραδίδοντάς τα στον Αλέξανδρο. Τότε ο Λυσίμαχος της Θράκης, θέλοντας να βοηθήσει τον Αντίπατρο και γνωρίζοντας τη στενή σχέση ανάμεσα στον Πύρρο και τον Πτολεμαίο, πλαστογράφησε ένα γράμμα, στο οποίο τάχα ο Πτολεμαίος ζητούσε από τον Πύρρο να παραιτηθεί από την εκστρατεία του με χρηματικό αντάλλαγμα. Ο βασιλιάς της Ηπείρου, κατάλαβε αμέσως την απάτη γιατί διάβασε στο γράμμα «ο βασιλιάς Πτολεμαίος χαιρετά τον βασιλιά Πύρρο» αντί του συνηθισμένου «ο πατέρας χαιρετά τον γιο του». Ωστόσο ήρθε σε επαφή με τους αντιπάλους του προκειμένου να δώσουν όρκους ειρήνης αλλά αφού κατά τις θυσίες οι οιωνοί φάνηκαν απαίσιοι, ο Πύρρος αποχώρησε.[26]

Τα γεγονότα αυτά ακολούθησε η άφιξη του Δημητρίου στη Μακεδονία. Ο τελευταίος, μετά το καταστροφικό αποτέλεσμα στην Ιψό, είχε αρχίσει να ανακτά την επιρροή του στον ελλαδικό χώρο, ελέγχοντας πλέον την Αθήνα, τη Θεσσαλία και μεγάλο τμήμα της νότιας Ελλάδας. Οι βλέψεις του στη Μακεδονία ήταν αυτονόητες και εφόσον οι υπηρεσίες του δεν ήταν πλέον απαραίτητες του ζητήθηκε έστω και με διπλωματικό τρόπο να φύγει. Στην πράξη όμως, ο Αλέξανδρος σκόπευε να τον δολοφονήσει. Ο Δημήτριος αντιλήφθηκε το σχέδιο και τελικά εξολόθρευσε πρώτος τον αντίπαλό του.[27][28] Η Δηιδάμεια είχε πλέον φύγει από τη ζωή και ο Δημήτριος είχε νυμφευθεί τη Φίλα, κόρη του Αντιπάτρου, αντιβασιλιά του Αλεξάνδρου του Μεγάλου. Χάρη στο γεγονός αυτό και στην ισχύ του στρατού του κατάφερε έτσι να γίνει κύριος της Μακεδονίας.

Σύγκρουση με το Δημήτριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οἷς γὰρ οὐ πέλαγος, οὐκ ὄρος, οὐκ ἀοίκητος
ἐρημία πέρας ἐστὶ πλεονεξίας, οὐδ' οἱ
διαιροῦντες Εὐρώπην καὶ Ἀσίαν τέρμονες
ὁρίζουσι τὰς ἐπιθυμίας, πῶς ἂν ἁπτόμενοι
καὶ ψαύοντες ἀλλήλων ἀτρεμοῖεν, ἐν τοῖς
παροῦσι μὴ ἀδικοῦντες, οὐκ ἔστιν εἰπεῖν·
ἀλλὰ πολεμοῦσι μὲν ἀεί, τὸ ἐπιβουλεύειν καὶ
φθονεῖν ἔμφυτον ἔχοντες, δυεῖν δ' ὀνομάτων
ὥσπερ νομισμάτων, πολέμου καὶ εἰρήνης, τῷ
παρατυχόντι χρῶνται πρὸς τὸ συμφέρον, οὐ
πρὸς τὸ δίκαιον· ἐπεὶ βελτίους γε πολεμεῖν
ὁμολογοῦντές εἰσιν, ἢ τῆς ἀδικίας τὸ ἀργοῦν
καὶ σχολάζον δικαιοσύνην καὶ φιλίαν ὀνομάζοντες.

Γιατί το πώς οι άνθρωποι, στων οποίων την απληστία ούτε η θάλασσα ούτε τα βουνά ούτε η ακατοίκητη έρημος μπορεί να θέσει όρια, των οποίων τις υπέρμετρες φιλοδοξίες τα σύνορα ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία δεν μπορούν να περιορίσουν, μπορούν να παραμείνουν ικανοποιημένοι με αυτό που διαθέτουν χωρίς να βλάπτουν ο ένας τον άλλον όταν βρίσκονται σε στενή επαφή, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Αντιθέτως, βρίσκονται μονίμως σε πόλεμο, γιατί η συνωμοσία και ο φθόνος είναι μέρος της φύσης τους και συνεπώς χρησιμοποιούν τις δύο λέξεις, πόλεμο και ειρήνη σαν κέρματα, χρησιμοποιώντας εκείνο που τους συμφέρει τη δεδομένη στιγμή, ανεξαρτήτως τι ορίζει το δίκαιο. Και σίγουρα είναι καλύτεροι άνδρες όταν πολεμούν ανοιχτά, παρά όταν δίνουν το όνομα της δικαιοσύνης και της φιλίας σε καιρούς ανάπαυλας ανάμεσα στις εποχές που εργάζονται το άδικο.

Ο ιστορικός Πλούταρχος, στο Βίο του για τον Πύρρο [29], αναφέρεται στην έμφυτη ροπή του ανθρώπου προς το φθόνο, την απληστία και την αδικία.

Όπως ακριβώς και ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, έτσι κι ο Πύρρος είχε στην κατοχή του μέρος της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Μετά το θάνατο της Δηιδάμειας οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν υπήρξαν ιδιαίτερα φιλικές και η φιλοδοξία τους οδήγησε τελικά σε σύγκρουση.[30][31]

Ο Δημήτριος αρχικά υποχρέωσε σε ήττα τους Αιτωλούς και αφού άφησε τον Πάνταυχο, τον ικανότερο από τους στρατηγούς του, να τους προσέχει με μεγάλο τμήμα στρατού, εξεστράτευσε κατά του Πύρρου. Οι δύο άνδρες εξαιτίας κάποιου κακού υπολογισμού δεν συναντήθηκαν στο δρόμο και ο Δημήτριος εισέβαλε στην Ήπειρο λεηλατώντας και καταστρέφοντας, ενώ ο Πύρρος συγκρούστηκε νότια με τον Πάνταυχο. Οι δύο αρχηγοί μονομάχησαν και ο Πύρρος κατέβαλε και τραυμάτισε τον Πάνταυχο. Η νίκη του έδωσε τέτοιο θάρρος στους άνδρες του, που κατανίκησαν τους Μακεδόνες και αιχμαλώτισαν 5.000 άνδρες.[32][33] Με το κατόρθωμά του αυτό, ο Πύρρος όχι μόνο δεν μισήθηκε από τους Μακεδόνες αλλά κέρδισε και τον θαυμασμό τους, καθώς έβλεπαν σε αυτόν τις αρετές του Μεγάλου Αλεξάνδρου.[34] Μετά τη νίκη αυτή, οι Ηπειρώτες του έδωσαν το προσωνύμιο «Αετός».[35]

Λίγο αργότερα, μαθαίνοντας πως ο Δημήτριος είχε ασθενήσει σοβαρά, ο Πύρρος εισέβαλε στη Μακεδονία με στόχο κυρίως να προβεί σε λεηλασίες κι όχι να εμπλακεί σε μάχη. Ωστόσο παραλίγο να την κατακτήσει ολόκληρη καθώς έφτασε μέχρι την Έδεσσα χωρίς να συναντήσει καμία απολύτως αντίσταση. Μάλιστα πολλοί άνδρες ενώνονταν με το στρατό του προκειμένου να τον υπηρετήσουν. Τελικά, όταν πλέον οι Μακεδόνες είχαν οργανώσει την αντίστασή τους, ο Πύρρος άρχισε να οπισθοχωρεί. Αυτό του κόστισε όμως τη ζωή αρκετών ανδρών.[36][37]

Την ίδια περίπου εποχή, η σύζυγος του Πύρρου, Λάνασσα, κατηγορώντας τον πως την παραμελεί για χάρη βαρβάρων γυναικών, εγκατέλειψε την Ήπειρο με προορισμό την Κέρκυρα, νησί το οποίο είχε προσφέρει ο πατέρας της στον Πύρρο ως προίκα. Εκεί κάλεσε τον Δημήτριο. Αυτός, που δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί σε κάλεσμα γυναίκας, πόσω μάλλον τώρα που του προσφερόταν μία μ’ ένα νησί, ήρθε και πήρε την Λάνασσα και την Κέρκυρα.[38]

Παράλληλα ο Δημήτριος σχεδίαζε μια μεγαλεπήβολη εκστρατεία κατά των Διαδόχων, με στόχο την ανάκτηση των πάλαι ποτέ εδαφών του πατέρα του, Αντίγονου. Για το λόγο αυτό συγκέντρωσε εκατό χιλιάδων ανδρών και στόλο πεντακοσίων πλοίων. Έχοντας προετοιμάσει μια τέτοιου μεγέθους εκστρατεία για την Ασία, που κανένας στρατηγός πριν από αυτόν, εκτός από τον Αλέξανδρο, δεν είχε κάνει, είδε το Σέλευκο, τον Πτολεμαίο και το Λυσίμαχο να συνασπίζονται εναντίον του. Ο Δημήτριος δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει ούτε να κάνει πόλεμο με την Ήπειρο αυτή την εποχή, ούτε να αφήσει τον Πύρρο να απειλεί τα εδάφη του όσο έλειπε. Για το λόγο αυτό επεδίωξε να έρθει σε συμφωνία μαζί του. Ωστόσο οι Διάδοχοι άρχισαν να στέλνουν στην Ήπειρο αγγελιοφόρους επιδιώκοντας να προσεταιριστούν τον Πύρρο. Ως επιχείρημα προέβαλαν την καταλληλότητα της στιγμής - μιας και ο Δημήτριος ήταν απασχολημένος -, την προοπτική μιας μελλοντικής επίθεσης στα εδάφη της Ηπείρου από έναν πανίσχυρο μετά το νέο πόλεμο Δημήτριο, καθώς και την ντροπή για την απώλεια της Κέρκυρας και της γυναίκας του.[39][40]

Οι συνασπισμένοι βασιλείς επιτέθηκαν στο Δημήτριο προτού εκείνος προλάβει να ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του. Ο Πτολεμαίος έπλευσε στα ελληνικά νερά με μεγάλο στόλο προκειμένου να υποκινήσει τις ελληνικές πόλεις σε επανάσταση, ενώ ο Λυσίμαχος εισέβαλε στην Άνω Μακεδονία. Τότε ο Πύρρος προήλασε με κατεύθυνση τη Βέροια προβλέποντας σωστά ότι ο Δημήτριος θα είχε σπεύσει να αντιμετωπίσει το Λυσίμαχο αφήνοντας την περιοχή αυτή ανυπεράσπιστη.[41] Αφού κατέλαβε την πόλη, άρχισε να προσαρτά στην επικράτειά του ολοένα και περισσότερες περιοχές με τους στρατηγούς του. Ο Δημήτριος βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Αποφάσισε τελικά πως οι στρατιώτες του θα προτιμούσαν να αντιμετωπίσουν τον Πύρρο, που ήταν ξένος, παρά το Λυσίμαχο, που ήταν διακεκριμένος Μακεδόνας στρατηγός. Όταν όμως έφτασε κοντά στο στρατόπεδο των Ηπειρωτών, μεγάλο μέρος του στρατού του, παρασυρμένο από τις φήμες για τις αρετές του Πύρρου, πέρασε με ενθουσιασμό στο πλευρό του εχθρού.[42] Έτσι ο Δημήτριος έχασε το θρόνο του κι αναγκάστηκε να καταφύγει μεταμφιεσμένος στην Κασσάνδρεια. Εκεί αντιμετώπισε νέα συμφορά, καθώς η σύζυγός του Φίλα, συγκλονισμένη από την κατάσταση, αυτοκτόνησε.[43]

Βασιλεία στη Μακεδονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύντομα κατέφθασε στη Μακεδονία ο Λυσίμαχος, ο οποίος διεκδίκησε για τον εαυτό του το μισό βασίλειο. Αν και δεν υπήρχε αμοιβαία εμπιστοσύνη, ο Πύρρος και Λυσίμαχος πράγματι προχώρησαν σε κάποιο είδος συμφωνίας, ωστόσο γρήγορα φάνηκε πως τα συμφέροντά και η φιλοδοξία τους δεν θα επέτρεπαν την αρμονική συμβίωση.[44][45]

Παράλληλα ο Δημήτριος μετέβη στη Νότια Ελλάδα καταφέρνοντας για πολλοστή φορά στην πολυτάραχη ζωή του να ορθοποδήσει, προετοιμάζοντας εκστρατεία στην Ασία. Ο Πύρρος τότε μετέβη στην Αθήνα, όπου και προσέφερε θυσίες στην Ακρόπολη. Έκανε μεν ειρήνη με το Δημήτριο, όταν όμως εκείνος αναχώρησε για την εκστρατεία του, ο Πύρρος ακολούθησε τη συμβουλή του Λυσίμαχου να υποκινήσει τις πόλεις υπό την επιρροή του Δημητρίου στη Θεσσαλία σε επανάσταση.[46]

Όταν τελικά ο Δημήτριος ηττήθηκε οριστικά στην Ασία, ο Λυσίμαχος ήταν ελεύθερος πλέον να διεκδικήσει τη Μακεδονία στο σύνολό της. Αρχικά απέκοψε το στρατόπεδο του Πύρρου από προμήθειες φέρνοντας τους άνδρες του σε δύσκολη κατάσταση. Κατόπιν άρχισε με γράμματα να επιτιμά τους επιφανείς Μακεδόνες που είχαν συμμαχήσει με τον Πύρρο, τονίζοντας το γεγονός πως ο Πύρρος ήταν όχι απλά ξένος, αλλά καταγόταν κι από ένα έθνος που παραδοσιακά ζούσε στη σκιά της Μακεδονίας. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Πύρρος τελικά αναγκάστηκε να αποσυρθεί οριστικά στην Ήπειρο.[47][48][49]

Η αφήγηση του Πλουτάρχου αφήνει να εννοηθεί πως η συμβασιλεία των δύο ανδρών στη Μακεδονία κράτησε για περίπου τρία χρόνια (288 - 285 π.Χ.) Από την πλευρά του ο Ευσέβιος αναφέρει ρητά πως η βασιλεία του Πύρρου στη Μακεδονία είχε διάρκεια επτά μηνών κατά το δεύτερο χρόνο της 123ης Ολυμπιάδας (287 π.Χ.).[50] Ο Παυσανίας, επιπλέον, υποστηρίζει πως ο Λυσίμαχος πραγματοποίησε κάποια στιγμή - που δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια - μια εισβολή στην Ήπειρο, εκμεταλλευόμενος την απουσία του βασιλιά της. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης λεηλάτησε τη χώρα, φτάνοντας μέχρι τους βασιλικούς τάφους.[51]

Πρόσκληση των ιταλικών πόλεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκείνη την επόχή, οι Ρωμαίοι βρίσκονταν σε πόλεμο με τους κατοίκους του Τάραντα στην Κάτω Ιταλία. Η ελληνική αυτή πόλη δεν είχε τα μέσα να συνεχίσει τις εχθροπραξίες αλλά ούτε και μπορούσε να τις σταματήσει λόγω της επιμονής των δημαγωγών. Κάλεσαν λοιπόν οι Ταραντίνοι τον Πύρρο να έρθει στην Ιταλία να τους βοηθήσει, αναγνωρίζοντας τις στρατιωτικές του ικανότητες,[52][53] [54] όχι απλά εκ μέρους του Τάραντα, αλλά και ολόκληρης της Κάτω Ιταλίας, συγκεντρώνοντας στρατιώτες από τη Λευκανία, τη Μεσσαπία, το Σάμνιο και τον Τάραντα, κάπου 20.000 ιππείς και 350.000 πεζούς στο σύνολο. Αυτό όχι μόνο κέντρισε το ενδιαφέρον του Πύρρου αλλά και την προθυμία των Ηπειρωτών να λάβουν μέρος στην εκστρατεία.[α][55][56]

Την ίδια περίοδο (281 π.Χ.), στρατιώτες από τον Τάραντα τον βοήθησαν στην ανάκτηση της Κέρκυρας. Στη μάχη αυτή αναφέρεται πως διακρίθηκε ο μεγαλύτερος γιος του, Πτολεμαίος, ο οποίος αν και σε πολύ νεαρή ηλικία κατέλαβε την πόλη με μόλις 60 άνδρες.[52][57]

Ήταν το 280 π.Χ. όταν αρχικά ο Πύρρος έστειλε στον Τάραντα 3.000 άνδρες με επικεφαλής τον Κινέα, έναν ικανό και σοφό ρήτορα από τη Θεσσαλία, μαθητή του Δημοσθένη, τον οποίο χρησιμοποιούσε συχνά σε διπλωματικές αποστολές.[58] Ανέθεσε την διακυβέρνηση της Ηπείρου στον γιο του Πτολεμαίο, ο οποίος ήταν μόλις 15 ετών και πήρε μαζί του τους δύο μικρότερους γιους του, τον Αλέξανδρο και τον Έλενο.[56] Επιπροσθέτως, ο Πύρρος ήρθε σε επαφή με τον τότε κύριο της Μακεδονίας, τον Πτολεμαίο Κεραυνό, για να τον ενισχύσει με Μακεδόνες στρατιώτες. Πράγματι ο Πτολεμαίος του έστειλε 5.000 πεζούς, 4.000 ιππείς και 50 ελέφαντες, με την προϋπόθεση να τους αφήσει να επιστρέψουν έπειτα από δύο χρόνια.[59]

Έχοντας κάνει αυτούς τους διακανονισμούς, επιβίβασε σε πολυάριθμα πλοία 20 ελέφαντες, 3.000 ιππείς, 20.000 πεζούς, 2.000 τοξότες και 500 σφενδονήτες και αναχώρησε. Όταν όμως ο στόλος έφτασε στα μέσα του Ιονίου πελάγους, σκόρπισε εξαιτίας ξαφνικής κακοκαιρίας.[60] Όταν πλέον κατάφεραν να συγκεντρωθούν οι αρχικές του δυνάμεις στον Τάραντα, βλέποντας την απροθυμία των ντόπιων να πολεμήσουν πλάι του, τους στρατολόγησε διά της βίας, απαγορεύοντας στην πόλη τους εορτασμούς, τη χρήση των δημόσιων λουτρών και γενικά κάθε μορφή απολαύσεων, μια και βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Αυτό δυσαρέστησε αρκετούς, οι οποίοι εγκατέλειψαν την πόλη.[61]

Μάχη της Ηράκλειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Λευκανίας κατά την αρχαιότητα. Διακρίνονται ανατολικά οι πόλεις Πανδοσία, Ηράκλεια και ο Σίρις ποταμός.

Τότε κατέφθασαν νέα ότι ο Πόπλιος Βαλέριος Λαιβίνος, Ρωμαίος με το αξίωμα του υπάτου για τη χρονιά εκείνη, κινούνταν εναντίον του, λεηλατώντας παράλληλα τη Λευκανία.[62]

Προτού εμπλακεί σε μάχη, ο Πύρρος αποφάσισε να στείλει στους Ρωμαίους μήνυμα, με το οποίο τους προέτρεψε να τον αποδεχτούν ως διαμεσολαβητή στη διαφωνία τους με τους Σαμνίτες, Ταραντίνους και Λευκανούς. Σε αντάλλαγμα υποσχόταν τη φιλία του και την παροχή βοήθειας σε περιόδους πολέμου, διαφορετικά μετά το πέρασμα δέκα ημερών θα ξεκινούσαν εχθροπραξίες. Στην απάντησή τους οι Ρωμαίοι εξέφρασαν την περιφρόνησή τους προς την αλαζονεία του, δηλώνοντας ότι δεν φοβούνταν την προοπτική της μάχης μαζί του.[63][64]

Ο Πύρρος εγκατέστησε το στρατόπεδό του στην πεδιάδα ανάμεσα στις πόλεις Πανδοσία και Ηράκλεια, ενώ οι Ρωμαίοι στις όχθες του ποταμού Σίρι. Ο Πύρρος δεν αποφάσιζε να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων, επειδή είδε τον εχθρό του καλά οργανωμένο κι επειδή περίμενε ακόμα τους συμμάχους του. Ωστόσο οι Ρωμαίοι βιάζονταν να προλάβουν την άφιξή τους [56] κι έτσι άρχισαν να περνούν ταυτόχρονα το ποτάμι σε πολλά σημεία, έτσι ώστε να πανικοβληθούν οι Έλληνες φρουροί και να υποχωρήσουν. Τότε ο Πύρρος διέταξε το πεζικό του να μπει σε σχηματισμό και οδήγησε προσωπικά τους 3.000 ιππείς που είχε στη διάθεσή του. Κι ενώ πολεμούσε ο ίδιος στην πρώτη γραμμή, διηύθυνε συγχρόνως τα τμήματά του σαν να βρισκόταν έξω από την μάχη.[65]

Όταν κατά τη διάρκεια της μάχης κινδύνεψε σοβαρά η σωματική του ακεραιότητα, έδωσε σε έναν από τους εταίρους του, το Μεγακλή, την πανοπλία και το μανδύα του,[66] και όρμησε στη μάχη μαζί με τους άνδρες του. Η μάχη ήταν αμφίρροπη για πολλή ώρα και η ανταλλαγή των ενδυμάτων, λίγο έλειψε να του κοστίσει. Καθώς κάποιος από τους αντιπάλους έριξε το Μεγακλή, διαδόθηκε ανάμεσα στους στρατιώτες ότι ο Πύρρος έπεσε στη μάχη, με αποτέλεσμα να πάρουν θάρρος οι Ρωμαίοι και ν’ αποθαρρυνθούν οι Έλληνες. Ωστόσο όταν έμαθε τι είχε συμβεί, ο ίδιος ο Πύρρος κάλπασε μπροστά από τους άνδρες του ακάλυπτος προκειμένου να τους δείξει πως ήταν ακόμη ζωντανός. Τελικά, ήταν η θέα των ελεφάντων, εντελώς πρωτόγνωρη για τους Ρωμαίους, εκείνη που τους έτρεψε σε φυγή, με το ιππικό των Μολοσσών να τους καταδιώκει, χαρίζοντας στον Πύρρο την πρώτη του σημαντική νίκη επί ιταλικού εδάφους.[52][56][67][68]

Ο Διονύσιος υποστηρίζει πως περίπου 15.000 Ρωμαίοι και 13.000 σύμμαχοι του Πύρρου βρήκαν το θάνατο, ωστόσο ο Ιερώνυμος αναφέρει κάπου 7.000 και λιγότερους από 4.000 άνδρες αντίστοιχα. Όπως και να έχει ο Πύρρος έχασε εκείνη τη μέρα καλούς στρατιώτες και ακριβούς φίλους και κατά μία εκδοχή τραυματίστηκε κι ο ίδιος. Μολαταύτα είχε την τύχη όχι μόνο να καταλάβει το στρατόπεδο που εγκατέλειψαν οι Ρωμαίοι αλλά και την ικανοποίηση να νικήσει το ρωμαϊκό στρατό μοναχά με τους άνδρες του και μερικούς Ταραντίνους.[69]Ακολούθως πολλές ιταλικές πόλεις, ανάμεσα στις οποίες και οι Λοκροί, παρακινούμενες από το αποτέλεσμα της μάχης αυτής, παραδόθηκαν στους Ηπειρώτες.[56]

Διαπραγματεύσεις για ειρήνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ρωμαίοι αντιμετώπισαν την ήττα τους με αποφασιστικότητα. Δεν καθήρεσαν τον Λαιβίνο αν και ελέχθη στην Ρώμη ότι δεν νίκησαν οι Ηπειρώτες τους Ρωμαίους αλλά ο Πύρρος τον Λαιβίνο με την στρατηγικότητά του. Συγκέντρωσαν με ταχύτητα νέες λεγεώνες έχοντας την πρόθεση να συνεχίσουν τις εχθροπραξίες. Ο Πύρρος, κρίνοντας πως η κατάληψη της Ρώμης ήταν ανέφικτη με τις δυνάμεις που είχε, έστειλε το ρήτορα Κινέα στη Ρώμη για διαπραγματεύσεις. Η πρεσβεία μετέφερε δώρα και δελεαστικές προτάσεις στους Ρωμαίους: ο βασιλιάς υποσχόταν να επιστρέψει χωρίς λύτρα τους αιχμαλώτους και να βοηθήσει τη Ρώμη να υποτάξει την Ιταλία με αντάλλαγμα συμμαχία και ασυλία για τους Ταραντίνους. Ο λαός και η Σύγκλητος αρνήθηκαν όλα τα δώρα, ωστόσο επιθυμούσαν τη σύναψη ειρήνης, καθώς προέβλεπαν νέα ήττα τώρα που οι Έλληνες της Κάτω Ιταλίας είχαν συνασπιστεί με τους Ηπειρώτες.[70][71][72]

Γάιος Φαβρίκιος καὶ Κόιντος Αἰμίλιος ὕπατοι
Ῥωμαίων Πύρρῳ βασιλεῖ χαίρειν. Οὔτε φίλων
εὐτυχὴς ἔοικας εἶναι κριτὴς οὔτε πολεμίων.
Γνώσῃ δὲ τὴν πεμφθεῖσαν ἡμῖν ἐπιστολὴν
ἀναγνούς, ὅτι χρηστοῖς καὶ δικαίοις ἀνδράσι
πολεμεῖς, ἀδίκοις δὲ καὶ κακοῖς πιστεύεις.
Οὐδὲ γὰρ ταῦτα σῇ χάριτι μηνύομεν, ἀλλ' ὅπως
μὴ τὸ σὸν πάθος ἡμῖν διαβολὴν ἐνέγκῃ καὶ δόλῳ
δόξωμεν, ὡς ἀρετῇ μὴ δυνάμενοι,
κατεργάσασθαι τὸν πόλεμον.

Οι Γάιος Φαβρίκιος και Κόιντος Αιμίλιος, ύπατοι των Ρωμαίων, χαιρετούν το βασιλιά Πύρρο. Φαίνεται πως δεν είσαι καλός κριτής ούτε των φίλων ούτε των εχθρών σου. Γιατί θα δεις, όταν θα έχεις διαβάσει την επιστολή που σου στέλνουμε, πως οι άνδρες με τους οποίους βρίσκεσαι σε πόλεμο είναι έντιμοι και δίκαιοι, αλλά εκείνοι τους οποίους εμπιστεύεσαι είναι άδικοι και κακοί. Και το μήνυμα αυτό δεν το στέλνουμε επειδή ενδιαφερόμαστε για το καλό σου, αλλά για να μην ατιμάσει η πτώση σου το όνομά μας, και για να μην ειπωθεί πως τερματίσαμε τον πόλεμο με πονηριά επειδή δεν μπορούσαμε να το πράξουμε με την αρετή.

Η επιστολή των Ρωμαίων Υπάτων προς τον Πύρρο. (Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι: Πύρρος», [73]

Έτσι είχαν τα πράγματα ώσπου επενέβη ο Άππιος Κλαύδιος, ένας διακεκριμένος πολιτικός, ο οποίος είχε εγκαταλείψει πια την ενεργό δράση εξαιτίας της μεγάλης του ηλικίας.[β] Αν και τυφλός πια, μετέβη στη Σύγκλητο όπου εκφώνησε ένα διάσημο λόγο κατά του Κινέα μεταστρέφοντας τα βουλεύματα των Ρωμαίων. Πρόκειται για τον πρώτο καταγεγραμμένο λόγο στη λατινική γλώσσα, και αποτελεί την πηγή της έκφρασης «καθένας κατασκευάζει τη δική του τύχη» (quisque faber suae fortunae). Μετά την παρέμβαση του Άππιου Κλαύδιου οι Ρωμαίοι έστειλαν τον Κινέα στον Πύρρο με την παραγγελία να εγκαταλείψει την Ιταλία, διαφορετικά θα συνέχιζαν τον πόλεμο με κάθε δυνατό τρόπο. Παρά το άδοξο τέλος της αποστολής του, ο Κινέας βρήκε την ευκαιρία να περιηγηθεί στην πόλη, να συνομιλήσει με επιφανείς Ρωμαίους και να μεταφέρει τις εντυπώσεις του για τη διακυβέρνηση και τα έθιμα της πόλης στον Πύρρο.[γ][71][74]

Λίγο αργότερα ο Πύρρος υποδέχτηκε μια ρωμαϊκή πρεσβεία η οποία έφθασε με στόχο τις διαπραγματεύσεις για την τύχη των αιχμαλώτων.[75][76] Επικεφαλής ήταν ο Γάιος Φαβρίκιος, ένας άνδρας που έμεινε παροιμιώδης ανάμεσα στους συμπατριώτες του για την ακεραιότητα του χαρακτήρα και το ήθος του.[δ] Εντυπωσιασμένος από την γνωριμία του με τον Φαβρίκιο, ο Πύρρος συμφώνησε να στείλει πίσω στις οικογένειές τους διακόσιους αιχμαλώτους χωρίς την καταβολή λύτρων, για να γιορτάσουν με τους δικούς τους τα Κρόνια, [56][77] με την προϋπόθεση να επιστρέψουν πίσω εάν αποτύγχαναν οι διαπραγματεύσεις. Η ειρήνη δεν ψηφίστηκε, ψηφίστηκε όμως ποινή θανάτου γι’ αυτούς που δεν θα επέστρεφαν στην αιχμαλωσία μετά τις γιορτές.[78]

Το 278 π.Χ., όταν ο Γάιος Φαβρίκιος εκλέχτηκε ύπατος, αποκάλυψε ο ίδιος με επιστολή του στον Πύρρο ότι ο γιατρός του προσφέρθηκε να τον δηλητηριάσει. Τότε ο Πύρρος έστειλε πίσω τους αιχμαλώτους οριστικά και τον Κινέα ξανά για νέες διαπραγματεύσεις. Οι Ρωμαίοι επέμεναν στις αποφάσεις τους και, αρνούμενοι πάντοτε να δεχτούν δώρα, ελευθέρωσαν ισάριθμους αιχμαλώτους, Ταραντίνους και Σαυνίτες. [79]

Μάχη στο Άσκλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολούθως ο Πύρρος, αφού αναδιοργάνωσε το στρατό του, προήλασε με κατεύθυνση την πόλη του Άσκλου (λατινικά: Asculum, σημ. Ascoli Satriano), όπου συγκρούστηκε και πάλι με το ρωμαϊκό στρατό (279 π.Χ.).[ε] Ωστόσο το έδαφος ήταν ακατάλληλο τόσο για το ιππικό του όσο και για τη χρήση των ελεφάντων του. Η Μακεδονική Φάλαγγα του Πύρρου ανέτρεψε τις γραμμές της πρώτης λεγεώνας και την αριστερή πτέρυγα των συμμάχων τους, ωστόσο η τρίτη και τέταρτη λεγεώνα νίκησαν τους Ταραντίνους, τους Όσκους και τους Ηπειρώτες που μάχονταν στο κέντρο της παράταξης του Πύρρου. Ταυτόχρονα δέχτηκε επίθεση και το στρατόπεδό του, κάτι που αποφάσισε να αντιμετωπίσει στέλνοντας εφεδρικό ιππικό και κάποιους ελέφαντες. Κατόπιν εξαπέλυσε τους ελέφαντες ενάντια στην τρίτη και τέταρτη λεγεώνα. Οι Ρωμαίοι κρύφτηκαν σε δασώδη υψίπεδα, αλλά δέχτηκαν πλήγματα από τους τοξότες και τους σφενδονήτες και δεν κατόρθωσαν να απαντήσουν. Ο Πύρρος έστειλε Αθαμανούς, Αχαρνείς και Σαμνίτες πεζούς να διώξουν τους Ρωμαίους από το δάσος, τους οποίους αντιμετώπισε το ρωμαϊκό ιππικό. Και οι δύο πλευρές αποσύρθηκαν το σούρουπο χωρίς να έχουν σημειώσει πρόοδο.

Την αυγή ο Πύρρος έστειλε το ελαφρύ ιππικό του να καταλάβει το δύσβατο έδαφος που του είχε προξενήσει προβλήματα την προηγούμενη ημέρα, αναγκάζοντας τους Ρωμαίους να πολεμήσουν σε ανοικτό έδαφος. Όπως είχε συμβεί και στην Ηράκλεια, έλαβε χώρα σύγκρουση ανάμεσα στη φάλαγγα και τη λεγεώνα, μέχρι τη στιγμή που οι ελέφαντες, υποστηριζόμενοι από το ελαφρύ πεζικό, ανέτρεψαν τις ρωμαϊκές γραμμές. Οι Ρωμαίοι είχαν προνοήσει αυτή τη φορά, φέρνοντας μαζί εξοπλισμό κατάλληλο για μάχη ενάντια στα ζώα αυτά, σημειώνοντας αρχικά κάποια επιτυχία. Ωστόσο αναχαιτίστηκαν από τους ψιλούς που εξουδετέρωσαν τα ρωμαϊκά άρματα. Ταυτόχρονα ο Πύρρος διέταξε τη Βασιλική Φρουρά να εφορμήσει, σφραγίζοντας τη νίκη του.

Οι Ρωμαίοι έχασαν στη μάχη αυτή 6.000 άνδρες, σύμφωνα με τον Ιερώνυμο, ενώ από την πλευρά του Πύρρου, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του βασιλιά στα «Υπομνήματά» του, χάθηκαν 3500 άνδρες.[80]Από την πλευρά του ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, που παρέχει λεπτομερή περιγραφή της σύγκρουσης αυτής, δεν αναφέρει δύο μάχες στο Άσκλον, αλλά μοναχά μία ημέρα εχθροπραξιών. Σημειώνει επίσης ότι οι δυνάμεις του Πύρρου, έχοντας χάσει τις αποσκευές τους, τα ζώα, τις σκηνές και τους σκλάβους, στρατοπέδευσαν τη νύχτα στην ύπαιθρο, χωρίς αρκετό φαγητό και ιατρική φροντίδα, με αποτέλεσμα να ξεψυχήσουν πολλοί από τους τραυματίες. Όσο για εκείνους που διακρίθηκαν, ο Διονύσιος ξεχωρίζει τους Μακεδόνες από την πλευρά του Πύρρου, που απέκρουσαν την Πρώτη Λεγεώνα και τους λατίνους συμμάχους, και από την πλευρά των Ρωμαίων τους άνδρες της Δεύτερης Λεγεώνας που αντιμετώπισαν τους Μολοσσούς, Θεσπρωτούς και Χάονες. [81]

Η μάχη αυτή μας έδωσε την έκφραση «Πύρρειος νίκη» που περιγράφει μια επιτυχία με αβάσταχτα μεγάλο κόστος. Ο Πύρρος είχε πλέον χάσει μεγάλο μέρος των δυνάμεών του, καθώς και όλους σχεδόν τους φίλους και στρατηγούς του. Επιπροσθέτως δεν είχε κάποιον άλλον να καλέσει από την πατρίδα, ενώ οι σύμμαχοί του στην Ιταλία άρχισαν να δείχνουν απροθυμία για μάχη, σε αντίθεση με τους Ρωμαίους που αναγεννιούνταν από τη στάχτη τους και ρίχνονταν στη μάχη με νέα αποφασιστικότητα. Ο Πλούταρχος μεταφέρει πως όταν ο βασιλιάς λάμβανε συγχαρητήρια για τη νίκη του απαντούσε: «Εάν νικήσουμε σε άλλη μια μάχη τους Ρωμαίους, θα καταστραφούμε εντελώς» (ἂν ἔτι μίαν μάχην Ῥωμαίους νικήσωμεν, ἀπολούμεθα παντελῶς.).[στ][72][82]

Σικελική εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης με τη διαδρομή που ακολούθησε ο Πύρρος κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Ιταλία.

Τέτοια ήταν η κατάσταση όταν έφτασαν στον Πύρρο δύο απροσδόκητα μηνύματα. Οι ελληνικές πόλεις της Σικελίας Ακράγαντας, Συρακούσες και Λεοντίνοι τον προσκάλεσαν στα εδάφη τους προκειμένου να τους απαλλάξει από την απειλή της Καρχηδόνας, της έτερης μεγάλης δύναμης στη Δυτική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα κατέφθασαν νέα από την Ελλάδα, ότι ο βασιλιάς της Μακεδονίας, Πτολεμαίος Κεραυνός είχε χάσει τη ζωή του κατά τη διάρκεια μιας εισβολής Γαλατών (279 π.Χ.) και πως το πεδίο για την κατάληψη της Μακεδονίας ήταν ελεύθερο. Ο Πύρρος βρήκε δελεαστικότερη την πρώτη πρόταση. Προτού αναχωρήσει, έστειλε τον Κινέα στο νησί να προλειάνει το έδαφος και εγκατέστησε φρουρά στον Τάραντα - προς μεγάλη δυσαρέσκεια των κατοίκων - να προσέχει τα πράγματα κατά την απουσία του.[52][71][83]

Οι Καρχηδόνιοι πολιορκούσαν εκείνη την περίοδο τις Συρακούσες από στεριά και θάλασσα, λεηλατώντας παράλληλα τη γύρω περιοχή. Οι κάτοικοι της πόλης είχαν εναποθέσει τις ελπίδες του στον Πύρρο εν μέρει εξαιτίας των συγγενικών του δεσμών με τον παλαιό ηγεμόνα τους, τον Αγαθοκλή. Αφού απέπλευσε από τον Τάραντα, έφτασε δέκα ημέρες μετά στους Λοκρούς,[84] όπου και εγκατέστησε το γιο του, Αλέξανδρο.[71] Αφού έλαβε ενισχύσεις σε άνδρες κι από το Ταυρομένιο (σημ. Taormina), έπλευσε στην Κατάνη, όπου και αποβίβασε τους άνδρες του. Καθώς προήλαυνε προς τις Συρακούσες, ο στόλος του τον ακολουθούσε σε πολεμική ετοιμότητα. Φτάνοντας στην πόλη, αποκαλύφθηκε πως τριάντα καρχηδονιακά πλοία έλειπαν σε αποστολές και τα υπόλοιπα απέφυγαν τη μάχη. Έτσι έγινε αναίμακτα κύριος της πόλης. Εκεί συμφιλίωσε το Θοίνωνα και το Σωσίστρατο, δύο επιφανείς Έλληνες που έριζαν για κυριαρχία στο νησί, κερδίζοντας επιπλέον συμμάχους, στρατιώτες, εξοπλισμό αλλά και δημοφιλία ανάμεσα στον απλό λαό. Ακολούθως άρχισαν να καταφθάνουν πρεσβείες από πολλές πόλεις του νησιού, που παραδίδονταν στα χέρια του και προσέφεραν την υποστήριξή τους στον πόλεμο. Ο Πύρρος τους δέχτηκε όλους με ευγένεια, κάνοντας φιλόδοξα σχέδια για το μέλλον.[84]

Αρχικά κυρίευσε την πόλη της Ηράκλειας, στην οποία στρατοπέδευσε φρουρά των Καρχηδονίων. Έπειτα τους Άζονες. Αργότερα απεσταλμένοι από τον Σελινούντα και άλλες πόλεις ήρθαν σε επαφή μαζί του.[85] Ενισχυμένος με άνδρες των ελληνικών πόλεων της Σικελίας, έτρεψε σε φυγή τους Φοίνικες της γύρω περιοχής.[86] Τελικά στράφηκε εναντίον μιας πόλης στα δυτικά του νησιού, που ονομαζόταν Έρυξ (σημ. Erice). Εκεί υπήρχε μια σημαντική δύναμη Καρχηδονίων και εκ φύσεως η πόλη ήταν σχεδόν απόρθητη. Ο Πύρρος την πολιόρκησε με πείσμα, μια αιματηρή προσπάθεια με μεγάλη διάρκεια,[85] έχοντας υπό τας διαταγάς του 30.000 πεζούς, 2.500 ιππείς και 200 πλοία.[87] Η πόλη έπεσε μετά από μάχη κατά τη διάρκεια της οποίας ο βασιλιάς ηγήθηκε προσωπικά της επίθεσης στα τείχη.[85] Μετά τη νίκη του προσέφερε θυσίες κι οργάνωσε λαμπρούς αγώνες.[88]

Κατά τη διάρκεια των επόμενων εκστρατειών του σε διάφορες πόλεις (όπως η Πάνορμος, σημ. Palermo), ο Πύρρος στράφηκε εναντίον των Μαμερτίνων, μιας πολυπληθούς πολεμικής φυλής βαρβάρων που παρενοχλούσαν τους Έλληνες στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσήνης. Η προσπάθειά του ήταν επιτυχής καθώς τους νίκησε σε μάχη και κατάφερε να τους αποσπάσει πολλά από τα στρατηγικά σημεία στα οποία διατηρούσαν οχυρά.[89]

Σύμφωνα με το Ρωμαίο ιστορικό Ιουστίνο, χάρις στις επιτυχίες του στο μεγάλο νησί, έλαβε τον τίτλο του «Βασιλέως της Σικελίας» (278 π.Χ.). Ενθουσιασμένος από το γεγονός, προόριζε το βασίλειο της Σικελίας για τον γιο του, Έλενο, ο οποίος ήταν εγγονός του πάλαι ποτέ τυράννου των Συρακουσών, Αγαθοκλή μέσω της κόρης του Λάνασσας (ο Πλούταρχος και ο Διόδωρος θεωρούν τον Αλέξανδρο γιο της Λάνασσας ενώ τον Έλενο γιο της Βιρκέννας). Όσο για τις ιταλικές κτήσεις του, αυτές επρόκειτο να αποδοθούν στον Αλέξανδρο.[90]

Αυτές οι περιστάσεις τον έφεραν σε θέση ισχύος και όταν η Καρχηδόνα επεδίωξε να διαπραγματευτεί μαζί του ειρήνη, αρνήθηκε κατηγορηματικά ζητώντας της να αποσύρει τα στρατεύματά της από ολόκληρο το νησί. Στην πραγματικότητα είχε βλέψεις στην ίδια την αφρικανική ήπειρο, σχεδιάζοντας μια εκστρατεία στη Λιβύη. Για το σκοπό αυτό άρχισε να στρατολογεί άνδρες και να συλλέγει προμήθειες, μάλιστα με τρόπο που δυσαρέστησε τους Έλληνες της περιοχής, που έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν τύραννο, μια εικόνα που δεν χαρακτήριζε μέχρι τότε το βίο του.[85][91] Η απλή δυσαρέσκεια μετατράπηκε σε αναβρασμό όταν ο Πύρρος στράφηκε ενάντια στο Θοίνωνα και το Σωσίστρατο, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν σύμμαχοί του. Τελικά δημιουργήθηκε μια ισχυρή παράταξη αντιπολίτευσης εναντίον του, η οποία δεν δίστασε να απευθυνθεί στους Καρχηδόνιους και στους Μαμερτίνους για βοήθεια. Έτσι, όταν οι Ταραντίνοι και οι Σαμνίτες του έστειλαν απελπισμένο μήνυμα για βοήθεια επειδή η Ρώμη τους είχε φέρει σε δεινή θέση, ο Πύρρος χρησιμοποίησε το γεγονός ως αφορμή για να εγκαταλείψει το νησί, χωρίς παράλληλα να παραδεχθεί πως δεν μπορούσε πλέον να χειριστεί την κατάσταση.[ζ][92][93]

Στα παραπάνω συμφωνούν οι ιστορικοί Διονύσιος και Πλούταρχος. Ο Ιουστίνος διηγείται μια άλλη εκδοχή των πραγμάτων: όταν κατέφθασαν νέα από την Ιταλία για τις επικίνδυνες κινήσεις της Ρώμης, ο Πύρρος βρέθηκε σε μεγάλο δίλημμα: ήταν εξίσου επικίνδυνο να μην αντιμετωπίσει τους Ρωμαίους με το να αποσύρει στρατεύματα από τη Σικελία. Τελικά αποφάσισε να παραμείνει στο νησί απομακρύνοντας οριστικά την απειλή των Καρχηδονίων και μετά να μεταβεί στην Ιταλία, αφού θα είχε ελευθερώσει τα χέρια του. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, όταν τελικά αποχώρησε από τη Σικελία, στους συμμάχους του φάνηκε αυτό ως παραδοχή ήττας. Έτσι επαναστάτησαν εναντίον του, κάνοντας τους κόπους του να πάνε χαμένοι.[90]

Καθώς όμως αναχωρούσε από τη Σικελία, ο στόλος του δέχτηκε επίθεση από εκείνον των Καρχηδονίων,[94] υποφέροντας μεγάλες απώλειες. Κι όταν πλέον έφτασε στην Ιταλία με τους υπόλοιπους άνδρες του, αντιμετώπισε μια μεγάλη στρατιά Μαμερτίνων, που αν και δεν είχαν την αυτοπεποίθηση να τον παρασύρουν σε ανοιχτή μάχη, κατάφεραν να προκαλέσουν μεγάλη σύγχυση στο στράτευμά του. Μετά από αυτές τις περιπέτειες, ο Πύρρος αφίχθη στον Τάραντα με 20.000 πεζούς και 3.000 ιππείς. Σε αυτούς προσέθεσε μερικούς επίλεκτους άνδρες από την ίδια την πόλη και κατόπιν αναχώρησε προς τη χώρα των Σαμνιτών, όπου στρατοπέδευαν οι Ρωμαίοι.[95] Στον Τάραντα παρέμειναν για να εποπτεύουν την κατάσταση ο γιος του, Έλενος, και ο φίλος του Μίλων.[94]

Προτού ο Πύρρος επιτεθεί (275 π.Χ.), είχε φροντίσει να αποστείλει πρέσβεις στην Ασία και στο βασιλιά της Μακεδονίας, Αντίγονο Β' Γονατά, ζητώντας χρήματα και στρατιώτες. Στην πραγματικότητα δεν έλαβε βοήθεια (τουλάχιστον όχι από τον Αντίγονο), ωστόσο όταν επέστρεψαν οι απεσταλμένοι του, χωρίς καν να διαβάσει τις απαντήσεις, φρόντισε να διαδοθεί η φήμη πως οι ενισχύσεις, Μακεδόνες και Ασιάτες, βρίσκονταν καθ' οδόν. Οι Ρωμαίοι, ωστόσο δεν έδειξαν καμία αντίδραση.[94][96] Προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα, ο Πύρρος φέρεται πως επιτέθηκε στους Λοκρούς, λεηλατώντας ένα ναό αφιερωμένο στην Περσεφόνη ή Προσερπίνα, όπως είναι το ρωμαϊκό της όνομα.[97][98]

Μάχη του Μπενεβέντο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοντά στην πόλη του Μπενεβέντουμ (κατά Πλούταρχον Βενεουεντὸς, σημ. Μπενεβέντο) είχε στρατοπεδεύσει με τους άνδρες του ο ένας εκ των δύο Ρωμαίων υπάτων για τη χρονιά εκείνη, ο Μάνιος Κούριος. Ο έτερος ύπατος βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στη Λευκανία κι έτσι ο Πύρρος έστειλε εναντίον του μέρος του στρατού του, για να τον εμποδίσει να ενισχύσει τον Κούριο, τον οποίο έμεινε να αντιμετωπίσει ο ίδιος ο Πύρρος. Αναχώρησε νύχτα προκειμένου να φτάσει κοντά στον εχθρό του κρυφά. Ωστόσο η πυκνή βλάστηση της περιοχής προξένησε προβλήματα στους άνδρες του, οι οποίοι τελικά έφτασαν με το φως της ημέρας, όταν ήταν πλέον κουρασμένοι και αδύνατο να περάσουν απαρατήρητοι.[99][100]

Το αποτέλεσμα ήταν ότι η επίθεση αποκρούστηκε και ο Πύρρος έχασε τους μισούς από τους ελέφαντές του.[101] Την επόμενη ημέρα οι Ρωμαίοι πήραν την πρωτοβουλία των ενεργειών. Η αρχική τους επίθεση, χάρις στην ευστροφία του Πύρρου και τη σθεναρή αντίσταση των Ηπειρωτών, απέτυχε. Ωστόσο ένα δεύτερο κύμα φόβισε τους ελέφαντες - πιθανώς με φλεγόμενα βέλη - κάνοντάς τους να στραφούν ενάντια στους Ηπειρώτες. Οι τελευταίοι εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης άτακτα και ο Πύρρος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να αποσυρθεί από τη μάχη.

Η ήττα αυτή, που έλαβε χώρα το 275 π.Χ., σε συνδυασμό με την έλλειψη συμμάχων και πόρων για να συνεχιστεί η εκστρατεία, οδήγησε το βασιλιά της Ηπείρου στη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψει την Ιταλία και να επιστρέψει στην πατρίδα, έπειτα από έξι χρόνια σκληρών αγώνων.[η][102]

Δεύτερη επίθεση στη Μακεδονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστροφή του στην Ήπειρο με 8.000 πεζούς και 5.000 ιππείς, σήμαινε πως έπρεπε να βρει χρήματα για την μισθοδοσία τους και για να τους κρατήσει για μελλοντικές εκστρατείες. Έπρεπε να καταφύγει εκ νέου σε πόλεμο, οπότε τον επόμενο χρόνο, αφού προσέθεσε Γαλάτες μισθοφόρους στο στρατό του, εισέβαλε στη Μακεδονία, την οποία κυβερνούσε ο Αντίγονος Β' Γονατάς. Η εκστρατεία του πήγε καλύτερα από το αναμενόμενο, πράγμα που ξύπνησε μέσα του το πάθος για κατακτήσεις, κάνοντάς τον να προχωρήσει παραπέρα από τους αρχικούς του σκοπούς. Έχοντας καταλάβει πολλές πόλεις και συμμαχώντας με δύο χιλιάδες πρώην άντρες του Αντίγονου, οι ελπίδες του αναπτερώθηκαν.[103] Αποφάσισε λοιπόν να κυνηγήσει τον ίδιο τον Αντίγονο. Επιτέθηκε στο στρατό του σε μια στενή περιοχή, προκαλώντας σύγχυση στον αντίπαλο. Οι πολυάριθμοι Γαλάτες της οπισθοφυλακής του Αντίγονου, αν και αντιστάθηκαν γενναία, έπεσαν οι περισσότεροι, οι δε οδηγοί των ελεφάντων παραδόθηκαν. Έχοντας λάβει τέτοιαν ενίσχυση, ο Πύρρος βάδισε προς την φάλαγγα των Μακεδόνων, που έχοντας χάσει το ηθικό της, ήταν απρόθυμη για μάχη. Καθώς οι δύο στρατοί στάθηκαν αντιμέτωποι, ο Πύρρος κάλεσε ονομαστικά τους διάφορους αξιωματικούς πείθοντάς τους να συνταχθούν μαζί του.[104] Στον Αντίγονο δεν έμεινε παρά η επιλογή να διαφύγει με λίγους άντρες κρύβοντας την πραγματική του ταυτότητα.[94]

Ο Πύρρος είχε πλέον τον έλεγχο της Άνω Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, ενώ στον Αντίγονο έμεναν διάφορες παραθαλάσσιες πόλεις.[105] Ο δεύτερος χρησιμοποίησε ως ορμητήριο τη Θεσσαλονίκη και συγκέντρωσε ένα στρατό μισθοφόρων Γαλατών σε μια προσπάθεια να ανατρέψει την κατάσταση. Ωστόσο ηττήθηκε σε δεύτερη μάχη, αυτή τη φορά από τον γιο του Πύρρου, τον Πτολεμαίο και έκτοτε περιφερόταν από τόπο σε τόπο.[94]

Μετά τις επιτυχίες του αυτές ο Πύρρος, καταλαμβάνοντας τις Αιγές, την αρχαία πρωτεύουσα της Μακεδονίας, εγκατέστησε φρουρά Γαλατών. Οι τελευταίοι, άπληστοι και ξένοι στον τόπο, έσκαψαν τους βασιλικούς τάφους, σκορπίζοντας τα λείψανα καθώς έψαχναν για χρυσό. Ο Πύρρος αδιαφόρησε ή φοβήθηκε να τους τιμωρήσει και κατηγορήθηκε γι’ αυτό από τους Μακεδόνες.[106][107] Κάνοντας πάλι διάφορα σχέδια, αποκαλούσε αναίσχυντο τον Αντίγονο επειδή φορούσε ακόμη την πορφύρα. [108]

Εκστρατεία στη Σπάρτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κολοσσιαίο άγαλμα του θεού Άρη, με τη μορφή του βασιλιά Πύρρου. Μάρμαρο, 1ος αιώνας μ.Χ., Μουσεία Καπιτωλίου, Ρώμη

Το 272 π.Χ., ο Κλεώνυμος, ένας Σπαρτιάτης βασιλικής καταγωγής με προσωπικά προβλήματα στην πατρίδα του, έπεισε τον Πύρρο να επιτεθεί στη Λακωνία.[109] Ξεκίνησε αυτός με 25.000 πεζούς, 2.000 ιππείς και 24 ελέφαντες, δυνάμεις που φανέρωναν ότι σκοπός του ήταν η κατάκτηση ολόκληρης της Πελοποννήσου. Αφού συγκέντρωσε έναν στρατό 25.000 πεζικάριων, 2.000 ιππικό, και 24 ελέφαντες, πέρασε τον Ισθμό.[110]Τότε έφτασαν στο στρατόπεδό του πρέσβεις από την Αθήνα, την Αχαΐα, τη Μεσσηνία και άλλες περιοχές, οι οποίες εκφράζοντας το θαυμασμό τους για τα επιτεύγματά του στην Ιταλία, τον υποδέχτηκαν με ευχαρίστηση.[57]

Στη Μεγαλόπολη συνάντησε Σπαρτιάτες πρεσβευτές, τους οποίους και ξεγέλασε με ψεύτικες υποσχέσεις, ότι δήθεν ήρθε να ελευθερώσει τις πόλεις από τον Αντίγονο. Όταν εισήλθε στην επικράτεια της Σπάρτης άρχισε να λεηλατεί τη χώρα.[111] Καθώς ο βασιλιάς των Σπαρτιατών Αρεύς Α' και οι στρατιώτες του απουσίαζαν στην Κρήτη εκείνες τις ημέρες, και συγκεκριμένα στη Γόρτυνα, ο Πύρρος θεώρησε ότι η πόλη θα έπεφτε εύκολα. Καθυστέρησε όμως περιμένοντας το ξημέρωμα, δίνοντας χρόνο στους λίγους υπερασπιστές της πόλης να οργανωθούν και να κάνουν δύσκολη την επέλαση του εχθρού σκάβοντας ένα μεγάλο χαντάκι, εφόσον η πόλη δεν είχε τείχη. Αξιοσημείωτο είναι ότι επρόκειτο κυρίως για ηλικιωμένους και γυναίκες, που ενώ είχαν την ευκαιρία, αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη στην τύχη της. [112]

Στη μάχη συμμετείχε ο ίδιος ο Πύρρος, ο οποίος απεγνωσμένα προσπάθησε να βοηθήσει τους άνδρες του να περάσουν το χαντάκι και τις γραμμές των Σπαρτιατών. Ωστόσο ο Ακρότατος, νεαρός γιος του Αρέως, οδήγησε μια ομάδα Σπαρτιατών πίσω από τις γραμμές των επιτιθέμενων. Η ξαφνική αυτή επίθεση από τα νώτα τους, έφερε σε σύγχυση τους στρατιώτες του Πύρρου, που συνωστίζονταν κοντά στο χαντάκι και είχαν βαρειές απώλειες. Όταν ο Ακρότατος επέστρεψε στην πόλη, οι συμπατριώτες του τού επεφύλαξαν μεγάλες τιμές. Ο Πλούταρχος κάνει επίσης ειδική μνεία στη γενναιότητα που επέδειξε κι ένας άλλος Λακεδαιμόνιος, ο Φύλλιος.[113]

Την επόμενη ημέρα οι επιτιθέμενοι προσπάθησαν με κάθε μέσο να γεμίσουν το χαντάκι με διάφορα υλικά, ακόμη και με τα σώματα των νεκρών. Οι αμυνόμενοι προέβαλαν λυσσαλέα αντίσταση, μαχόμενοι κυρίως με τη θέληση παρά με τη δύναμη. Κατά τη διάρκεια της μάχης το άλογο του Πύρρου τραυματίστηκε θανάσιμα, ρίχνοντάς τον κάτω. Μες στη γενικότερη σύγχυση ο Πύρρος διέταξε παύση των εχθροπραξιών σε μερικά σημεία, αναμένοντας πως η πόλη θα παραδιδόταν υπό όρους. Ωστόσο είχε ήδη δοθεί η ευκαιρία σε έναν από τους διοικητές του Αντίγονου Γονατά, τον Αμεινία από τη Φωκίδα, να φτάσει στην πόλη από την Κόρινθο με τους άντρες του. Λίγο μετά ο Αρεύς επέστρεψε από την Κρήτη με 2.000 άνδρες, αντικαθιστώντας τους αμάχους που πολεμούσαν, με εκπαιδευμένους στρατιώτες.[114]

Πορεία στο Άργος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πύρρος εξαπέλυσε νέες επιθέσεις κατά της Σπάρτης, αλλά δεν γνώρισε παρά μόνο την αποτυχία. Έτσι άρχισε να λεηλατεί τη Λακωνία με την πρόθεση να περάσει εκεί το χειμώνα. Εντούτοις μια νέα πρόκληση φάνηκε στον ορίζοντα, όταν έλαβε ένα μήνυμα από το Άργος, τη δεύτερη ισχυρότερη πόλη της Πελοποννήσου μετά τη Σπάρτη. Δυο επιφανείς άνδρες της, ο Αρίστιππος και ο Αριστέας ήταν πολιτικοί αντίπαλοι και καθώς ο Αρίστιππος ήταν σύμμαχος του Αντίγονου, ο Αριστέας θεώρησε καλό να καλέσει τον Πύρρο στο Άργος, ώστε να τον βοηθήσει να καταλάβει την εξουσία (272 π.Χ.). Ο Αρεύς ωστόσο δεν έμεινε άπραγος. Εγκατέστησε άνδρες σε στρατηγικά σημεία της διαδρομής οι οποίοι προκάλεσαν φθορές στο στρατό των Μολοσσών.[115]

Σε μια από αυτές τις αψιμαχίες, κι ενώ μαχόταν κατά των Λακεδαιμονίων, ο γιος του Πύρρου από την Αντιγόνη, Πτολεμαίος, σκοτώθηκε από τον Όροισσο, ένα άνδρα από τα Άπτερα της Κρήτης. Μαθαίνοντας το φοβερό νέο, ο Πύρρος όρμησε ο ίδιος ενάντια στην ομάδα αυτή των Σπαρτιατών, επικεφαλής του ιππικού των Μολοσσών. Πάνω στην οργή του συνέτριψε τον αντίπαλο, θανατώνοντας έναν σπουδαίο αξιωματικό, τον Εύαλκο. Όταν η μάχη έλαβε τέλος, ο Πύρρος οργάνωσε μεγαλόπρεπη τελετή ταφής εις μνήμην του γιου του κι έχοντας ξεσπάσει το πένθος του πάνω στον εχθρό, συνέχισε την πορεία κατά του Άργους.[θ][116]

Μάχη στο Άργος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φτάνοντας στην πόλη, έμαθε πως ο Αντίγονος βρισκόταν ήδη εκεί, σε υψηλό σημείο με θέα ολόκληρη την πεδιάδα. Ο Πύρρος επέλεξε να στρατοπεδεύσει κοντά στη Ναυπλία κι έστειλε κήρυκα στον Αντίγονο αποκαλώντας τον καταστροφέα και καλώντας τον να πολεμήσουν. Εκείνος απάντησε ότι βασίζεται στις περιστάσεις πιο πολύ παρά στη δύναμη των όπλων κι ότι, αν ο Πύρρος κουράστηκε αν ζει, πολλοί δρόμοι του ανοίγονταν για να πεθάνει. Ήρθαν τότε και στους δύο πρέσβεις από την πόλη και τους παρακάλεσαν να μεταφέρουν αλλού τη διαμάχη τους, επιτρέποντας στο Άργος να τηρήσει ουδέτερη στάση. Ο Αντίγονος δέχτηκε κι έστειλε το γιο του στην πόλη ως όμηρο. Ο Πύρρος επίσης δέχτηκε, αλλά δεν έδωσε εγγυήσεις, πράγμα που τον έκανε περισσότερο ύποπτο.[117]

Πράγματι κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο Αριστέας άφησε ανοιχτή μια από τις πύλες της πόλης, δίνοντας την ευκαιρία στους Γαλάτες του Πύρρου να ξεχυθούν στην Αγορά. Ωστόσο οι ελέφαντές του αντιμετώπισαν μεγάλη δυσκολία στη διέλευση από τις πύλες, κάτι που έδωσε χρόνο στους κατοίκους να οργανωθούν και να στείλουν μήνυμα στον Αντίγονο. Ο τελευταίος κατέφθασε έξω από τα τείχη κι έστειλε μέσα το γιο του να ελέγξει την κατάσταση. Την ίδια στιγμή συνέπεσε και η άφιξη του Αρέως με 1.000 Σπαρτιάτες και Κρήτες, οι οποίοι, αφού ενώθηκαν με τους άνδρες του Μακεδόνα βασιλιά, προκάλεσαν μεγάλη σύγχυση στους Γαλάτες. Στην πόλη βασίλευε απόλυτη αταξία, καθώς οι δρόμοι ήταν πολύ στενοί, το σκοτάδι πυκνό κι ο θόρυβος μέγας. Το μόνο που απέμενε και στις δύο πλευρές ήταν να περιμένουν το ξημέρωμα.[118]

Η εικόνα που είδε το πρωί ήταν αποκαρδιωτική για τον Πύρρο.[ι] Έτσι έκρινε καλύτερο να διατάξει υποχώρηση. Φοβούμενος ωστόσο τον συνωστισμό στις πύλες, έστειλε έναν αγγελιοφόρο στο γιο του, τον Έλενο, που περίμενε με μεγάλο τμήμα του στρατού έξω από την πόλη, με την διαταγή να γκρεμίσει μέρος των τειχών. Η διαταγή διαβιβάστηκε λανθασμένα. Ο Έλενος πήρε τους υπόλοιπους ελέφαντες και τους καλύτερους άνδρες του και μπήκε στην πόλη να βοηθήσει.[119]

Με τους μισούς στρατιώτες του να προσπαθούν να βγουν από την πόλη, και με τους άλλους μισούς να προσπαθούν να μπουν, ο στρατός του Πύρρου περιέπεσε σε απόλυτη αταξία. Την κατάσταση επιδείνωσε η παρουσία των ελεφάντων. Ο μεγαλύτερος έπεσε μπροστά στην πύλη και ένας άλλος, ο Νίκων, έψαχνε να βρει τον αναβάτη του που είχε γκρεμιστεί νεκρός. Έπεσε πάνω στο κύμα των στρατιωτών που προσπαθούσαν να διαφύγουν, συντρίβοντας φίλους και εχθρούς, μέχρι που βρήκε το νεκρό του αφέντη, τον έβαλε στους χαυλιόδοντές του με την προβοσκίδα του και συνέχισε την ξέφρενη πορεία του. Οι στριμωγμένοι στρατιώτες είτε ποδοπατήθηκαν, είτε πέθαναν από φιλικό σπαθί καθώς ο συνωστισμός ήταν πολύ μεγάλος και δεν μπόρεσαν να αποτραπούν ατυχήματα.[120]

Θάνατος του Πύρρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πύρρος, βλέποντας την απελπιστική κατάσταση, αφαίρεσε τα διακριτικά του από το κράνος του και βασιζόμενος στο άλογό του όρμησε ανάμεσα στους εχθρούς που τον καταδίωκαν. Τότε δέχτηκε χτύπημα από ένα ακόντιο που τρύπησε την πανοπλία του στο θώρακα. Το τραύμα δεν ήταν σοβαρό και στράφηκε ενάντια στο στρατιώτη που του είχε επιτεθεί, κάποιον άνδρα από το Άργος, που ήταν γιος μιας φτωχής ηλικιωμένης γυναίκας. Εκείνη είχε καταφύγει στη στέγη ενός οικήματος από όπου είχε θέα της μάχης. Όταν είδε τον κίνδυνο που διέτρεχε ο γιος της, σήκωσε έντρομη ένα κεραμίδι και το εκσφενδόνισε κατά του βασιλιά με τα δύο της χέρια. Ο Πύρρος δέχτηκε το χτύπημα κάτω από το κράνος, με αποτέλεσμα να σπάσουν οι σπόνδυλοι στη βάση του τραχήλου του. Έχασε τις αισθήσεις του και τα χαλινάρια τού έφυγαν από τα χέρια. Έτσι έπεσε ανάμεσα στους μαχόμενους που δεν αντιλήφθηκαν ποιος είχε πέσει.[121]

Εντούτοις ένας άνδρας με το όνομα Ζώπυρος, ο οποίος υπηρετούσε υπό τις διαταγές του Αντίγονου, μαζί με δύο τρεις άλλους, κατάλαβαν ποιος ήταν και τον έσυραν στο κατώφλι ενός σπιτιού, πάνω στη στιγμή που άρχιζε να ανακτά τις αισθήσεις του. Τα χέρια του Ζώπυρου δίστασαν ελάχιστα μπροστά στο βλέμμα του βασιλιά, παρόλα αυτά κατέβηκαν χτυπώντας τον αδέξια στο σαγόνι. Έτσι τον αποκεφάλισε αργά και με δυσκολία.[122]

Τότε ο γιος και διάδοχος του βασιλιά Αντίγονου, ο Αλκυονεύς, αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα του νεκρού, άρπαξε ο ίδιος το κεφάλι και θριαμβευτικά το εναπόθεσε μπροστά στα πόδια του πατέρα του. Ωστόσο ο Αντίγονος, βλέποντας το αποτρόπαιο θέαμα, άρπαξε το ραβδί του κι άρχισε να χτυπά και να διώχνει το γιο του, αποκαλώντας τον άξεστο και βάρβαρο. Κατόπιν ξέσπασε σε λυγμούς ενθυμούμενος τις κακοτυχίες του πατέρα του, Δημητρίου, και του παππού του, Αντίγονου.[123]

Κατόπιν διέταξε να προετοιμαστούν τα λείψανα του εχθρού του για την τελετή της ταφής και για την καύση. Όταν λίγο αργότερα ο Αλκυονεύς βρήκε τον Έλενο καταπτοημένο και φτωχοντυμένο, του φέρθηκε φιλάνθρωπα και τον οδήγησε μπροστά στον πατέρα του. Ευχαριστημένος ο Αντίγονος αυτή τη φορά επαίνεσε το γιο του, επισημαίνοντας δε πως έπρεπε να του είχε δώσει καλύτερα ρούχα. Ύστερα, φρόντισε τον Έλενο, του έδωσε τα λείψανα του Πύρρου για να τα μεταφέρει στην πατρίδα τους και φέρθηκε με επιείκεια στους φίλους του Πύρρου, όντας πια κύριος του στρατοπέδου του και όλης της δύναμης.[57][124]


Σύζυγοι και παιδιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Πλούταρχο ο Πύρρος -παρά την ασχήμια του όπως την περιγράφει ο ιστορικός- παντρεύτηκε τέσσερις γυναίκες, [125] (αν και ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι γυναίκες του ήταν πέντε).[126] Η πρώτη σύζυγος του Πύρρου, Αντιγόνη, πέθανε το 295 π.Χ. την ίδια χρονιά με τη γέννηση του γιου της. Ίσως αυτό να σημαίνει πως πέθανε στη γέννα ή λίγο αργότερα. Μετά το θάνατό της ο Πύρρος παντρεύτηκε αρκετές φορές, πιθανώς για διπλωματικούς λόγους. Νυμφεύτηκε μια κόρη του Αυτολέοντα, βασιλιά των Παιόνων, επίσης τη Βιρκέννα, κόρη του Βαρδύλλιος, ηγεμόνα των Ιλλυριών. Επίσης τη Λάνασσα, κόρη του τυράννου των Συρακουσών, Αγαθοκλή.[127][128] Από την Αντιγόνη απέκτησε όπως προαναφέρθηκε, ένα γιο, τον Πτολεμαίο. Από τη Λάνασσα απέκτησε τον Αλέξανδρο και από τη Βιρκέννα το νεότερο από τους γιους του, τον Έλενο. Τους μεγάλωσε όλους με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνουν γενναίοι και ικανοί στα όπλα και ακόνιζε τη φιλοδοξία τους από την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με μια αφήγηση που μας μεταφέρει ο ιστορικός Πλούταρχος, κάποτε ένα από τα αγόρια τον ρώτησε σε ποιον επρόκειτο να αφήσει το βασίλειο. Τότε εκείνος απάντησε: «Σε εκείνον θα έχει το πιο κοφτερό σπαθί».[129]

Γνώμες για τον Πύρρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν κάποτε ο Αντίγονος ρωτήθηκε ποιος είναι ο καλύτερος από τους στρατηγούς, απάντησε «Ο Πύρρος, αν γεράσει». Ο δε Αννίβας κατέτασσε πρώτο τον Πύρρο ως προς την εμπειρία και επιδεξιότητα, δεύτερο τον Σκιπίωνα και τρίτο τον εαυτό του. [130]


Το έτος 1885 σε τυχαία ανασκαφή στό Προδρόμι Θεσπρωτίας, βρέθηκε ασύλητος αρχαίος τάφος, με απίστευτα ανεκτίμητα κτερίσματα. Μεταξύ αυτών ήταν ολόκληρος ο οπλισμός ενός πολύ ψηλού ιστάμενου. Περιλάμβανε ένα μοναδικό ασημένιο κράνος, ένα ορειχάλκινο θώρακα, με χρυσές πόρπες, ακόντιο, σπαθιά, κλπ. τα οποία εκτέθηκαν αρχικά στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κέρκυρας και από το 2009 εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηγουμενίτσας. Με βάση την παράγραφο περιγραφής του Πλούταρχου, περί της ταφής του Βασιλιά Πύρρου, μελετητής από την περιοχή θεωρεί ότι ο τάφος ανήκει στον Βασιλιά Πύρρο Ι, του οποίο "τα λείψανα μεταφέρθηκαν στήν πατρίδα γιά ταφή",[131][132][133],[134]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

α. ^  Στο σημείο αυτό ο Πλούταρχος αφηγείται μια στιχομυθία ανάμεσα στον Πύρρο και στον Κινέα, η οποία μας επιτρέπει μια ματιά στην ιδιοσυγκρασία και τα όνειρα του μεγάλου στρατηγού. Ιδιαίτερα εύστοχη είναι δε η απάντηση του Κινέα σχετικά με τη ματαιότητα της εκστρατείας. Μολονότι όμως ο Πύρρος είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον Κινέα κι έλεγε μάλιστα ότι πιο πολλές πόλεις κέρδισε με τους λόγους του Κινέα παρά με τα όπλα, η απάντηση του σοφού δεν είχε αποτέλεσμα. Ο διάλογος έχει ως εξής : «Οι Ρωμαίοι, Πύρρε, φημίζονται για καλοί πολεμιστές και για ηγέτες πολλών αξιόμαχων εθνών. Αν, με την βοήθεια του Θεού τους νικήσουμε, τί θα ωφεληθούμε ;» «Τί ερώτηση ! Αν τους νικήσουμε, καμιά πόλη, ελληνική ή βάρβαρη, δεν θα μπορέσει να μας αντισταθεί. Δική μας θα είναι η Ιταλία ολόκληρη, που το μέγεθος, τα πλούτη και την δύναμή της γνωρίζεις καλύτερα απ' όλους». «Κι αν πάρουμε και την Ιταλία, βασιλιά, τί θα κάνουμε ;» «Κοντά είναι η Σικελία που μας καλεί, νησί πλούσιο και πολυάνθρωπο. Εύκολο είναι να κατακτηθεί τώρα που έλειψε ο Αγαθοκλής και παντού στάση και αναρχία κι ασυγκράτητοι δημαγωγοί». «Σωστά τα λες. Κι αφού πάρουμε την Ιταλία θα σταματήσουμε ;» «Αν δώσει ο Θεός και κατορθώσουμε όλ' αυτά, θα είναι μόνο τα προκαταρκτικά για πράγματα μεγάλα. Πώς θ' αφήσουμε μετά την Λιβύη και την Καρχηδόνα, που με λίγα πλοία ο Αγαθοκλής παρά λίγο να την καταλάβει ; Και ποιος θα μας αντισταθεί, απ' τους εχθρούς που μας βρίζουν τώρα ;» «Κανείς, γιατί είναι φανερό ότι και την Μακεδονία θα ξαναπάρουμε και στην Ελλάδα θα κυριαρχήσουμε με τέτοια δύναμη. Κι όταν τα πάντα κατακτήσουμε, τί θα κάνουμε ;» «Θά 'χουμε, φίλε μου, άνεση πολλή, συμπόσια καθημερινά και συζητήσεις ευχάριστες». «Λοιπόν και τί μας εμποδίζει, τώρα αν το θέλουμε, να πίνουμε και να περνάμε τον καιρό μας όπως λες ; Όλα αυτά μπορούμε να τ' απολαύσουμε χωρίς ταλαιπωρίες. Γιατί με αίμα και κόπους και κινδύνους να τα επιδιώξουμε, κάνοντας πολύ κακό στους άλλους και στους εαυτούς μας ;» [135]
β. ^  Το πλήρες όνομά του ήταν Άππιος Κλαύδιος Καίκος (λατινικα: Appius Claudius Caecus), όπου Καίκος σημαίνει «τυφλός». Πρόκειται για τον κατασκευαστή του πρώτου υδραγωγείου της Ρώμης, καθώς και της περίφημης «Αππίας Οδού». Ο Πλούταρχος παραδίδει την δημηγορία του Άππιου Κλαύδιου : «Όταν μαθεύτηκε ότι η Σύγκλητος ήταν έτοιμη να δεχτεί τις προτάσεις του βασιλιά, ο Άππιος Κλαύδιος, άνδρας επιφανής, αποτραβηγμένος όμως από τα κοινά γιατί ήταν τυφλός κι ανήμπορος γέρος, δεν άντεξε και διέταξε να τον φέρουν με φορείο στην Σύγκλητο. Στις θύρες της οι γιοι κ' οι γαμπροί του τον πήραν στα χέρια και τον έβαλαν στην αίθουσα που έμενε βουβή από έκπληξη και σεβασμό. Και είπε ο Άππιος Κλαύδιος : "Νόμιζα δυστυχία την τύφλωσή μου, μα τώρα λυπάμαι που δεν είμαι και κουφός αλλά μπορώ κι ακούω γι' αυτά τα ελεεινά ψηφίσματά σας που θ' αμαυρώσουν την δόξα της Ρώμης. Πού είν' εκείνα τα λόγια που λέγαμε στον κόσμον όλο, πως αν ερχόταν στην Ιταλία ο Αλέξανδρος να πολεμήσει τους πατέρες μας κι εμάς στα νιάτα μας, δεν θα δοξαζόταν σαν ανίκητος, αλλά ή θα πέθαινε ή θά 'φευγε, μεγαλώνοντας την δόξα της Ρώμης ; Κούφια λόγια τα κάνετε ν' ακούγονται, φοβισμένοι μπροστά στους Μολοσσούς, τα έρμαια αυτά των Μακεδόνων, και τρέμοντας τον Πύρρο, τον ακόλουθο των δορυφόρων του Αλέξανδρου. Ήρθε στην Ιταλία, όχι για να βοηθήσει τους Έλληνές της, μα για ν' αποφύγει τους εχθρούς του και σας υπόσχεται να την κατακτήσει για χάρη σας μ' αυτόν τον στρατό που δεν τού 'φτασε για να κρατήσει ένα μικρό κομμάτι της Μακεδονίας. Με το να τον κάνετε φίλο σας δεν θα γλιτώσετε. Άλλοι θα 'ρθουν εναντίον σας, περιφρονώντας σας που όχι μόνο έφυγε ο Πύρρος ατιμώρητος αλλ' ανταμείφτηκε κιόλας που βοήθησε τους Ταραντίνους και τους Σαυνίτες να σας περιγελάσουν". [136]
γ. ^  Ο Κινέας μετέφερε στο βασιλιά πως η Σύγκλητος του είχε δώσει την εντύπωση ενός συμβουλίου βασιλέων (ὡς ἡ σύγκλητος αὐτῷ βασιλέων πολλῶν συνέδριον φανείη).[137]
δ. ^  Το Γάιο Φαβρίκιο μνημονεύει ο ρήτορας Κικέρων για την ασκητικότητα και το αδιάφθορο του χαρακτήρα του. [138] Αναφέρεται επίσης για τον ίδιο λόγο στη Θεία Κωμωδία του Δάντη.[139]
ε. ^  Την ίδια χρονιά με τη μάχη στο Άσκλο, δηλαδή το 279 π.Χ., έλαβε χώρα στην Ελλάδα μια φοβερή επιδρομή Γαλατών. Η φυλή αυτή πέρασε νικηφόρα από τη Μακεδονία και κινήθηκε νότια, φτάνοντας μέχρι τους Δελφούς. Εναντίον τους αγωνίστηκαν διαδοχικά οι βασιλείς της Μακεδονίας Πτολεμαίος Κεραυνός, ο Σωσθένης και ο Αντίγονος Γονατάς. Τελικά πολλοί από αυτούς ακολούθησαν τους Έλληνες βασιλείς ως μισθοφόροι, ενώ άλλοι πέρασαν στη Μικρά Ασία, σε μια περιοχή που ονομάστηκε έκτοτε Γαλατία.
στ. ^  Σύμφωνα με τον Ιουστίνο, πρώτα έλαβε χώρα η Μάχη στο Άσκλο και έπειτα εστάλη ο Κινέας στη Ρώμη ως πρεσβευτής του Πύρρου. Ανάμεσα στα δύο γεγονότα, ο βασιλιάς υποδέχτηκε μια αποστολή Καρχηδονιών που επιθυμούσαν να διερευνήσουν τις προθέσεις του για τη Σικελία. Κείμενο: 18.2
ζ. ^  Ο Πλούταρχος σημειώνει πως, αναχωρώντας από τη Σικελία, ο Πύρρος προέβλεψε ορθά ότι μελλοντικά η Καρχηδόνα και η Ρώμη θα εμπλέκονταν σε λυσσαλέα μάχη για επικράτηση στο νησί. ("οἵαν ἀπολείπομεν ὦ φίλοι Καρχηδονίοις καὶ Ῥωμαίοις παλαίστραν". καὶ τοῦτο μὲν ὥσπερ εἰκάσθη μετ' οὐ πολὺν χρόνον ἐγένετο.[140]
η. ^  Αντίθετα με μια κοινή εντύπωση, ο Πύρρος δεν ήταν ο μοναδικός Έλληνας μονάρχης που εισέβαλε στην ιταλική χερσόνησο. Ο προκάτοχός του, Αλέξανδρος Α', πραγματοποίησε το 334 π.Χ. μια φιλόδοξη εκστρατεία εναντίον των Σαμνιτών, κατά τη διάρκεια της οποίας είχε σημαντικές επιτυχίες. Ωστόσο, έχασε ατυχώς τη ζωή του προτού πετύχει καθοριστικά αποτελέσματα.
θ. ^  Σύμφωνα με την εκδοχή του Justinus, ο Πτολεμαίος βρήκε το θάνατο μαχόμενος στην πόλη της Σπάρτης. Αφού κάλπασε στο μέσο της πόλης, σκοτώθηκε από το πλήθος. Επίσης αναφέρεται ότι ο λόγος που ο Πύρρος αποχώρησε ήταν ο θαυμασμός και η ντροπή του βλέποντας το θάρρος των γυναικών. Κείμενο: 25.4
ι. ^  Σύμφωνα με την αφήγηση του Πλουτάρχου, ο Πύρρος είδε το ξημέρωμα στην Αγορά του Άργους ένα χάλκινο μνημείο που αναπαριστούσε ένα λύκο κι έναν ταύρο, τοποθετημένους ο ένας εναντίον του άλλου. Τότε θυμήθηκε έναν παλαιό χρησμό βάσει του οποίου θα πέθαινε την ημέρα που θα έβλεπε έναν λύκο να μάχεται έναν ταύρο. Αυτή η ανάμνηση συνέβαλε συνεπώς στην απόφασή του να εγκαταλείψει την πόλη.

Χρονολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτος Γεγονός
318 π.Χ. Γεννιέται ο Πύρρος, γιος του βασιλιά της Ηπείρου, Αιακίδη, και της Φθίας.
317 π.Χ. Ο Αιακίδης βοηθά τον Πολυπέρχοντα να εξασφαλίσει τα δικαιώματα της ξαδέρφης του, Ολυμπιάδας και του πεντάχρονου βασιλιά της Μακεδονίας, Αλεξάνδρου Δ'. Δημιουργείται συμφωνία για αρραβώνα ανάμεσα στο μικρό Αλέξανδρο και την επίσης ανήλικη κόρη του Αιακίδη, τη Δηιδάμεια Α'. Η Ολυμπιάδα διατάζει την εξολόθρευση των ανταγωνιστών της στη Μακεδονία, αλλά τελικά πολιορκείται από τον Κάσσανδρο στην Πύδνα. Την ίδια χρονιά λαμβάνει χώρα η Μάχη της Παραιτακηνής ανάμεσα στον Ευμένη τον Καρδιανό και τον Αντίγονο το Μονόφθαλμο.
316 π.Χ. Ο Αιακίδης σπεύδει να ενισχύσει την Ολυμπιάδα, ωστόσο τον αναχαιτίζει ο στρατηγός Αταρχίας. Ακολούθως, μια μερίδα στρατιωτών και πολιτικών οργανώνουν κίνημα και τον ανατρέπουν. Ο Πύρρος φυγαδεύεται στην Ιλλυρία, στην αυλή του Γλαυκία. Τα στρατεύματα του Κάσσανδρου υποχρεώνουν σε ήττα τον Πολυπέρχοντα και λίγο αργότερα η Ολυμπιάδα παραδίδεται. Ο Κάσσανδρος τη θανατώνει και φυλακίζει το μικρό Αλέξανδρο Δ' και τη μητέρα του, Ρωξάνη. Κατόπιν επανιδρύει τη Θήβα και εισβάλλει στην Πελοπόννησο. Στην Ανατολή, ο Ευμένης ηττάται και χάνει τη ζωή του στη Μάχη της Γαβιηνής.
315 π.Χ. Ο Αντίγονος απορρίπτει το τελεσίγραφο που του αποστέλλουν οι Πτολεμαίος, Σέλευκος και Κάσσανδρος. Παράλληλα υπόσχεται στις ελληνικές πόλεις-κράτη την απελευθέρωσή τους.
314 π.Χ. Ξεσπά ο Τρίτος Πόλεμος των Διαδόχων: Κάσσανδρος, Πτολεμαίος και Λυσίμαχος, εναντίον του Αντίγονου και του γιου του, Δημητρίου του Πολιορκητή. Αντιβασιλιάς της Ηπείρου αναλαμβάνει ο Λυκίσκος, στρατηγός του Κάσσανδρου. Ο τελευταίος εισβάλλει στην Ιλλυρία και παίρνει την Επίδαμνο. Ο Αντίγονος καταλαμβάνει την Τύρο.
313 π.Χ. Ο Αιακίδης επιστρέφει στο θρόνο της Ηπείρου. Συγκρούεται δύο φορές με το Φίλιππο, αδερφό του Κάσσανδρου, και χάνει τη ζωή του κοντά στις Οινιάδες. Τον διαδέχεται ο μεγαλύτερος αδερφός του, Αλκέτας Β'.
312 π.Χ. Ο Λυκίσκος εισβάλλει με στρατό στην Ήπειρο και καταστρέφει τις Ευρυμενές μετά από πολιορκία. Ο Αλκέτας έρχεται σε συμφωνία με τον Κάσσανδρο, παρέχοντάς του στρατό για την (αποτυχημένη) εκστρατεία του κατά της Απολλωνίας στην Ιλλυρία. Μέσα στα επόμενα χρόνια ο Αλκέτας δολοφονείται από τους υπηκόους του. Την ίδια χρονιά ο Δημήτριος ο Πολιορκητής ηττάται από τα συνασπισμένα στρατεύματα των αντιπάλων του στη Μάχη της Γάζας.
311 π.Χ. Ο Σέλευκος άποκτά τον πλήρη έλεγχο της Βαβυλωνίας. Παράλληλα ο Αντίγονος συνάπτει ειρήνη με τους Κάσσανδρο, Λυσίμαχο και Πτολεμαίο.
310 π.Χ. Ο Δημήτριος ηγείται επιδρομής ενάντια στη Βαβυλωνία. Ο Πολυπέρχων διεκδικεί το θρόνο της Μακεδονίας για τον ανήλικο Ηρακλή. Οι Αλέξανδρος Δ' και Ρωξάνη δολοφονούνται από τον Κάσσανδρο.
309 π.Χ. Ο Πολυπερχων και ο Κάσσανδρος έρχονται σε συμφωνία, ενώ ο Ηρακλής θανατώνεται. Ο Σέλευκος αποτρέπει την κατάληψη της Βαβυλώνας από τον Αντίγονο. Ο Πτολεμαίος εισβάλλει στη Λυκία και την Καρία.
308 π.Χ. Ο στόλος του Πτολεμαίου καταλαμβάνει την Κόρινθο, αλλά αποχωρεί όταν Πτολεμαίος και Κάσσανδρος έρχονται σε συμφωνία.
307 π.Χ. Ξεσπά ο Τέταρτος Πόλεμος των Διαδόχων: Πτολεμαίος και Κάσσανδρος ενάντια στον Αντίγονο. Ο Δημήτριος καταλαμβάνει τον Πειραιά και εξορίζει το Δημήτριο το Φαληρέα από την Αθήνα. Έπειτα καταλαμβάνει τα Μέγαρα και τη Μουνιχία. Μετά τη δολοφονία του Αλκέτα Β', στο θρόνο της Ηπείρου ανεβαίνει με τη βοήθεια των Ιλλυριών ο ανήλικος γιος του Αιακίδη, ο Πύρρος.
306 π.Χ. Ο Δημήτριος νικά κατά κράτος τον Πτολεμαίο σε ναυμαχία στη Σαλαμίνα της Κύπρου. Έτσι παίρνει υπό τον έλεγχό του, ολόκληρο το νησί. Ο Αντίγονος και ο Δημήτριος αναγορεύονται βασιλείς.
305 π.Χ. Ο Δημήτριος πολιορκεί τη Ρόδο, ενώ και οι υπόλοιποι Διάδοχοι παίρνουν τον τίτλο του βασιλιά.
304 π.Χ. Ο Δημήτριος λύνει την πολιορκία της Ρόδου και αποκρούει επίθεση του Κάσσανδρου στην Αττική.
Η Δηιδάμεια Α', αδελφή του Πύρρου, παντρεύεται το Δημήτριο τον Πολιορκητή.
303 π.Χ. Ο Δημήτριος καταλαμβάνει την Κόρινθο, τη Σικυώνα, τον Ορχομενό κι άλλες πόλεις της Πελοποννήσου.
302 π.Χ. Ο Δημήτριος δημιουργεί νέα Πανελλήνια Συμμαχία και ανακηρύσσεται αρχηγός της. Εισβάλλει στη Θεσσαλία και μέχρι το τέλος του χρόνου αναχωρεί για τη Μικρά Ασία όπου τον κάλεσε ο πατέρας του. Την ίδια χρονιά οι Μολοσσοί ανατρέπουν τον Πύρρο, ο οποίος αναγκάζεται να καταφύγει στο στρατόπεδο του κουνιάδου του, Δημητρίου. Στο θρόνο της Ηπείρου ανεβαίνει ο θείος του, Νεοπτόλεμος Γ'.
301 π.Χ. Μάχη της Ιψού μεταξύ του Αντίγονου και τον λοιπών Διαδόχων. Ο Πύρρος συμμετέχει στο πλευρό του Δημήτριου. Ο Αντίγονος ηττάται και σκοτώνεται. Την ίδια χρονιά ο Πτολεμαίος καταλαμβάνει την Ιερουσαλήμ.
300 π.Χ. Ο Δημήτριος αφήνει τον Πύρρο υπεύθυνο για τις φρουρές που είχε εγκαταστήσει στην Ελλάδα και αναχωρεί για τη Θρακική Χερσόνησο για να επιτεθεί στο Λυσίμαχο. Η Δηιδάμεια Α' πεθαίνει από ασθένεια κοντά στον άνδρα της. Την ίδια χρονιά ο Αγαθοκλής, τύραννος των Συρακουσών, καταλαμβάνει την Κέρκυρα και επιτίθεται στην Ιθάκη.
Ο Πύρρος αποστέλλεται από το Δημήτριο ως όμηρος στην Αίγυπτο , όπου κερδίζει την εύνοια του Οίκου του Πτολεμαίου. Πραγματοποιείται γάμος ανάμεσα σε εκείνον και την κόρη της βασίλισσας Βερενίκης Α' από προηγούμενο γάμο, την Αντιγόνη.
297 π.Χ. Ο Κάσσανδρος πεθαίνει από ασθένεια. Δύο αδέρφια, ο Αλέξανδρος Ε' και ο Αντίπατρος Β', αντιμάχονται τα επόμενα χρόνια για το θρόνο της Μακεδονίας.
296 π.Χ. Ο Πύρρος επιστρέφει στην Ήπειρο, όπου με τη βοήθεια της Αιγύπτου, αναλαμβάνει το θρόνο από κοινού με το Νεοπτόλεμο Γ'. Οι σχέσεις τον δύο ανδρών υπήρξαν ταραγμένες.
295 π.Χ. Έρχεται στον κόσμο ο γιος του Πύρρου και της Αντιγόνης, ο Πτολεμαίος Α' της Ηπείρου. Την ίδια χρονιά πεθαίνει η Αντιγόνη. Ο Πύρρος παντρεύεται τη Λάνασσα, κόρη του Αγαθοκλή, λαμβάνοντας την Κέρκυρα για προίκα. Ο Νεοπτόλεμος Γ' σχεδιάζει να δολοφονήσει τον Πύρρο, ωστόσο ο Πύρρος προλαβαίνει και τον σκοτώνει.
294 π.Χ. Ο Αλέξανδρος Ε' προσκαλεί τον Πύρρο και το Δημήτριο τον Πολιορκητή στη Μακεδονία, προκειμένου να τον βοηθήσουν στη διαμάχη του με τον Αντίπατρο Β'. Στο κάλεσμα ανταποκρίνεται ο Πύρρος λαμβάνοντας εδαφικά ανταλλάγματα. Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής πολιορκεί τη Μεσσήνη και καταλαμβάνει εκ νέου την Αθήνα. Λίγο αργότερα ανέρχεται στο θρόνο της Μακεδονίας.
Για πολιτικούς λόγους, ο Πύρρος παντρεύεται δύο ακόμη γυναίκες, μια κόρη του Αυτολέοντα, βασιλιά των Παιόνων και τη Βιρκέννα, κόρη του Βαρδύλλιος, ηγεμόνα των Ιλλυριών.
291 π.Χ. Ο Δημήτριος κυριεύει τη Θήβα και στρέφεται εναντίον του Πύρρου και των Αιτωλών. Καταφέρνει να διώξει τον Πύρρο από τη Θεσσαλία.
290 π.Χ. Η Λάνασσα εγκαταλείπει τον Πύρρο, προσφέροντας το χέρι της και την Κέρκυρα στο Δημήτριο.
289 π.Χ. Ο Δημήτριος εισβάλλει στην Ήπειρο, ενώ ο στρατηγός του, Πάνταυχος, συγκρούεται νοτιότερα με τον Πύρρο. Επωφελούμενος από ασθένεια του Δημητρίου, ο Πύρρος εισβάλλει στη Μακεδονία φτάνοντας μέχρι την Έδεσσα. Ωστόσο οργανωμένη αντεπίθεση των Μακεδόνων τον αναγκάζει να οπισθοχωρήσει.
288 π.Χ. Ο Δημήτριος προετοιμάζει φιλόδοξη εκστρατεία στη Μικρά Ασία, εντούτοις τα σχέδιά του ματαιώνουν ο Πύρρος και οι άλλοι Διάδοχοι, που συνασπίστηκαν εναντίον του. Ο Δημήτριος προελαύνει κατά του Λυσιμάχου, ωστόσο επιστρέφει μαθαίνοντας πως ο Πύρρος έφτασε μέχρι τη Βέροια. Αλλά τα στρατεύματά του περνούν στο στρατόπεδο του Ηπειρώτη μονάρχη κι έτσι ο Δημήτριος χάνει τον έλεγχο της Μακεδονίας, την οποία μοιράζουν μεταξύ τους ο Πύρρος και ο Λυσίμαχος. Ο Δημήτριος αναζητά συμμάχους στην υπόλοιπη Ελλάδα.
287 π.Χ. Ο Πύρρος επισκέπτεται την Αθήνα και εκεί υπογράφεται ειρήνη ανάμεσα σε εκείνον, το Δημήτριο και τους Αθηναίους. Κατόπιν ο Δημήτριος αποβιβάζεται στη Μικρά Ασία.
286 π.Χ. Ο Λυσίμαχος σκοτώνει τον Αντίπατρο Β', γιο του Κάσσανδρου, ενώ ο Πύρρος παραβιάζει τη συμφωνία και επιτίθεται κατά των στρατιωτών του Δημητρίου στη Θεσσαλία.
285 π.Χ. Ο Δημήτριος αιχμαλωτίζεται από το Σέλευκο. Με γράμμα του μεταβιβάζει τα εδάφη που του απέμεναν στο γιο του, Αντίγονο Β' το Γονατά. Την ίδια χρονιά ο Λυσίμαχος διώχνει τον Πύρρο από τη Μακεδονία.
284 π.Χ. Ο Λυσίμαχος εισβάλλει στην Ήπειρο, κατά τη διάρκεια απουσίας του Πύρρου.
282 π.Χ. Ο Δημήτριος πεθαίνει στην αιχμαλωσία, ενώ την ίδια χρονιά ξεσπά πόλεμος ανάμεσα στο Σέλευκο και το Λυσίμαχο.
281 π.Χ. Ο Λυσίμαχος ηττάται και χάνει τη ζωή του από το Σέλευκο στη Μάχη του Κουροπεδίου. Ακολούθως, βασιλιάς της Μακεδονίας γίνεται ο Πτολεμαίος Κεραυνός, δολοφονώντας το Σέλευκο. Ο Πύρρος ανακτά τον έλεγχο της Κέρκυρας με τη βοήθεια του Τάραντα. Έπειτα, οι Ταραντίνοι προσκαλούν τον Πύρρο στην Ιταλία για να τους βοηθήσει στον πόλεμό τους με τους Ρωμαίους. Ο Πύρρος κλείνει συμφωνία με τον Πτολεμαίο Κεραυνό και σχεδιάζει την εκστρατεία του στην Ιταλία.
280 π.Χ. Ο Πύρρος στέλνει τον Κινέα στον Τάραντα και αργότερα αναχωρεί κι ο ίδιος. Οι Σαμνίτες συμμαχούν μαζί του. Την ίδια χρονιά νικά τους Ρωμαίους στη Μάχη της Ηράκλειας και προελαύνει κατά της Ρώμης. Τελικά στρατοπεδεύει στην Καμπανία στέλνοντας τον Κινέα στη Ρώμη για διαπραγματεύσεις. Η Σύγκλητος απορρίπτει τις προσφορές του μετά την παρέμβαση του Άππιου Κλαύδιου Καίκου. Αργότερα ο Φαβρίκιος επισκέπτεται τον Πύρρο για να διαπραγματευτεί την επιστροφή Ρωμαίων αιχμαλώτων. Την ίδια χρονιά στην Ελλάδα, ο Πτολεμαίος Κεραυνός νικά τον Αντίγονο Γονατά, ενώ ιδρύεται η Αχαϊκή Συμπολιτεία.
279 π.Χ. Εισβολή Γαλατών στον ελλαδικό χώρο. Ο Πτολεμαίος Κεραυνός χάνει τη ζωή του στην προσπάθεια να τους αποκρούσει. Τελικά φτάνουν μέχρι τη νότια Ελλάδα και τους Δελφούς. Παράλληλα ο Πύρρος εισβάλλει στην Απουλία, όπου αντιμετωπίζει και πάλι το ρωμαϊκό στρατό. Νικά τους Ρωμαίους στο Άσκλο, αλλά υποφέρει βαρειές απώλειες.
278 π.Χ. Οι Έλληνες της Σικελίας στέλνουν πρέσβεις στον Πύρρο ζητώντας του να τους ενισχύσει στον πόλεμό τους με τους Καρχηδονίους. Οι Μαμερτίνοι συνασπίζονται με τους τελευταίους και προσπαθούν να εμποδίσουν τη μετάβαση του βασιλιά στο νησί. Ο Κινέας και πάλι μεταβαίνει στη Ρώμη, όπου δεν καταφέρνει να συνάψει ειρήνη. Ο Πύρρος φτάνει στη Σικελία, όπου συμφιλιώνει το Θοίνωνα με τους πολιτικούς του αντιπάλους στις Συρακούσες. Παράλληλα καταφτάνουν πολυάριθμες πρεσβείες κι από άλλες πόλεις του νησιού που ανακηρύσσουν τον Πύρρο βασιλιά του νησιού.
277 π.Χ. Ο Πύρρος παίρνει τον έλεγχο του Ακράγαντα και τριάντα άλλων πόλεων που ήλεγχε ο Σωσίστρατος. Ο Πύρρος επιτίθεται στους Καρχηδόνιους της Σικελίας και καταλαμβάνει την πόλη Έρυκα. Ακολούθως όλες οι κτήσεις των Καρχηδονίων στο νησί περνούν στα χέρια του, ενώ νικά και τους Μαμερτίνους. Την ίδια χρονιά ο Αντίγονος Γονατάς γίνεται βασιλιάς της Μακεδονίας.
276 π.Χ. Αρχίζουν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Πύρρο και την Καρχηδόνα. Ο βασιλιάς εκτελεί το Θοίνωνα με την κατηγορία της προδοσίας, ενώ σιγά σιγά χάνει τη δημοφιλία του εξαιτίας της δεσποτικής του συμπεριφοράς. Ταυτόχρονα οι Ρωμαίοι επιτίθενται στους Σαμνίτες και τους Λευκανούς, κάτι που ο Πύρρος χρησιμοποιεί ως αφορμή για να φύγει από τη Σικελία. Στο δρόμο του προξενεί απώλειες ο στόλος της Καρχηδόνας. Την ίδια χρονιά ξεσπά πανούκλα στη Ρώμη.
275 π.Χ. Ο Πύρρος λεηλατεί τους Λοκρούς, καθώς και το Ναό της Περσεφόνης. Ωστόσο ο στόλος του καταστρέφεται λίγο αργότερα σε κακοκαιρία. Προκειμένου να συνεχίσει την εκστρατεία του, ο Πύρρος ζητά από τον Αντίγονο Γονατά να του στείλει βοήθεια, λαμβάνοντας μια ευγενική άρνηση. Τελικά οι Ρωμαίοι νικούν τον Πύρρο στο Μπενεβέντο. Με τον τρόπο αυτό λαμβάνει άδοξο τέλος η εκστρατεία του Πύρρου στην Ιταλία.
274 π.Χ. Ο Πύρρος εισβάλλει στη Μακεδονία, νικώντας τον Αντίγονο Γονατά. Κατόπιν καταλαμβάνει και καταστρέφει τις Αιγές. Την ίδια χρονιά στην Ιταλία, μια ομάδα Ταραντίνων επιτίθενται χωρίς επιτυχία κατά του Μίλωνα, στρατηγού του Πύρρου.
273 π.Χ. Ο Πύρρος ανακαλεί το γιο του και άλλους αξιωματικούς από τον Τάραντα. Ο Πτολεμαίος, γιος του Πύρρου, νικά για δεύτερη φορά τον Αντίγονο.
272 π.Χ. Ο Κλεώνυμος ζητά από τον Πύρρο να εκστρατεύσει κατά της Σπάρτης. Λαμβάνουν χώρα διαπραγματεύσεις, ωστόσο τελικά ο βασιλιάς επιτίθεται στη Σπάρτη. Με αυτοθυσία οι Λακεδαιμόνιοι τον εμποδίζουν να μπει στην πόλη. Καθώς επιστρέφει άπραγος, δέχεται επίθεση κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώνεται ο γιος του, Πτολεμαίος. Ο Πύρρος μάχεται με τον Αντίγονο Γονατά και τελικά χάνει τη ζωή του κατά τη διάρκεια πολύνεκρης επίθεσης στο Άργος. Ο Αντίγονος, κύριος πλέον του ελλαδικού χώρου, επιτρέπει στο γιο του Πύρρου, Έλενο, να μεταφέρει τα λείψανα του πατέρα του στην Ήπειρο.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hackens 1992, σελ. 239; Grant 2010, σελ. 17; Anglin & Hamblin 1993, σελ. 121; Richard 2003, σελ. 139; Sekunda, Northwood & Hook 1995, σελ. 6; Daly 2003, σελ. 4; Greene 2008, σελ. 98; Kishlansky, Geary & O'Brien 2005, σελ. 113; Saylor 2007, σελ. 332.
  2. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 1.
  3. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 1.
  4. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 1.
  5. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 1.
  6. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 2.
  7. 7,0 7,1 Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου»,17.3
  8. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 3.
  9. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 4.
  10. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 4.
  11. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Δημήτριος» 34.
  12. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Δημήτριος» 25.
  13. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 4.
  14. Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις-Αττικά» 11.
  15. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 4.
  16. Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις-Αττικά» 11.
  17. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 5.
  18. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 6.
  19. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 5.
  20. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 5.
  21. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 5.
  22. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 6.
  23. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Δημήτριος» 36.
  24. Στράβων, «Γεωγραφία», 7.7.6
  25. Πολύβιος, «Ιστορίες», 21.30.9
  26. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 6.
  27. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Δημήτριος» 36.
  28. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 7.
  29. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 12.
  30. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 7.
  31. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Δημήτριος» 40.
  32. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 7.
  33. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Δημήτριος» 41.
  34. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 8.
  35. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 10.
  36. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 10.
  37. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Δημήτριος» 43.
  38. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 10.
  39. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 10.
  40. Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου»,16.2
  41. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 11.
  42. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 11.
  43. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Δημήτριος» 45.
  44. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 12.
  45. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Δημήτριος» 44.
  46. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 12.
  47. Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις, Αττικά» 11.
  48. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 12.
  49. Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου»,16.3
  50. Ευσέβιος, «Χρονικόν», κείμενο
  51. Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις», 1.9.7
  52. 52,0 52,1 52,2 52,3 Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις», 1.12
  53. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 13.
  54. Τίτος Λίβιος, «Περιοχαί», Βιβλίο 12
  55. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 13.
  56. 56,0 56,1 56,2 56,3 56,4 56,5 Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου»,18.1
  57. 57,0 57,1 57,2 Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου», 25.4
  58. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 15.
  59. Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου»,17.2
  60. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 15.
  61. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 16.
  62. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 16.
  63. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 16.
  64. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», 19.9 και 19.10
  65. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 16.
  66. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», 19.12
  67. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 17.
  68. Δίων Κάσσιος, «Ρωμαϊκή Ιστορία», 9.40.18+24
  69. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 17.
  70. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 18.
  71. 71,0 71,1 71,2 71,3 Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου»,18.2
  72. 72,0 72,1 Διόδωρος ο Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», 22.6
  73. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 21.
  74. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 19.
  75. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», 19.13
  76. Δίων Κάσσιος, «Ρωμαϊκή Ιστορία», 9.40.29
  77. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», 19.18
  78. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 20.
  79. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 21.
  80. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 21.
  81. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», 20.1-3
  82. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 21.
  83. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 22.
  84. 84,0 84,1 Διόδωρος ο Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», 22.8
  85. 85,0 85,1 85,2 85,3 Διόδωρος ο Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», 22.10
  86. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 22.
  87. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 22.
  88. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 22.
  89. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 23.
  90. 90,0 90,1 Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου», 23.3
  91. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 23.
  92. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 23.
  93. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», 20.8
  94. 94,0 94,1 94,2 94,3 94,4 Marcus Junianus Justinus, «Επιτομή του Πομπήιου Τρόγου», 25.3
  95. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 24.
  96. Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις», 1.13
  97. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», 20.9
  98. Δίων Κάσσιος, «Ρωμαϊκή Ιστορία», 10.6.48
  99. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 25.
  100. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», 20.10
  101. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία», 20.12
  102. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 26.
  103. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 26.
  104. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 26.
  105. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 26.
  106. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 26.
  107. Διόδωρος ο Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», 22.12
  108. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 26.
  109. Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις», 3.6.3
  110. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 26.
  111. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 26.
  112. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 27.
  113. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 28.
  114. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 29.
  115. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 30.
  116. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 30.
  117. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 31.
  118. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 32.
  119. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 33.
  120. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 33.
  121. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 34.
  122. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 34.
  123. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 34.
  124. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 34.
  125. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 3 και 22.
  126. Cabanes
  127. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 9.
  128. Διόδωρος ο Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», 21.4
  129. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 9.
  130. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 8.
  131. Χαράλαμπος Γκούβας: Ιστορία του Νομού Πρέβεζας, έκδοση 2009
  132. Χαράλαμπος Γκούβας: Ιστορία της Ηπείρου, υπό έκδοση
  133. Εκδοτική Αθηνών: Ηπειρος, έκδοση 2009, Αθήνα
  134. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 34.
  135. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 14.
  136. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 19.
  137. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 19.
  138. Cicero Paradoxa Stoicorum 6.48.1, In Pisonem, 58.11
  139. Dante Purgatorio, canto XX, 25-27
  140. Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι:Πύρρος» 23.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαίες πηγές


Σύγχρονη βιβλιογραφία

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα