Πολιορκία των Μαλλών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 30°42′N 72°18′E / 30.700°N 72.300°E / 30.700; 72.300

Πολιορκία των Μαλλών
Πόλεμοι του Μεγάλου Αλέξανδρου
Χρονολογία Νοέμβριος 326 ΠΚΕ - Φεβρουάριος 325 ΠΚΕ
Τόπος Πενταποταμία, (σήμερα το Παντζάμπ, αγγλικά: Punjab), στο σύγχρονο Πακιστάν, μετά τον Υδάσπη ποταμό.
Έκβαση Αποφασιστική νίκη του Αλέξανδρου, κατάκτηση των Μαλλών, οριστικός έλεγχος της Πενταποταμίας και ολοκλήρωση της μακεδονικής προέλασης στην Αρχαία Ινδία.
Εμπλεκόμενες πλευρές
Vergina sun.svg Μακεδονική Αυτοκρατορία, λοιποί Έλληνες οπλίτες & μισθοφόροι,
Standard of Cyrus the Great (White).svg συμμαχικός περσικός στρατός, Πέρσες,
συμμαχικός ινδικός στρατός.
Ινδικός στρατός του βασιλείου των Μαλλών (αγγλικά: Mallian)
Ηγετικά πρόσωπα
Διάφοροι, άγνωστοι προς το παρόν.
Δυνάμεις
Ο Μέμνων έδωσε ενισχύσεις ιππικού, με 6.000 ιππείς, από τη Θράκη και 7.000 πεζικό.[1] Οι ενισχύσεις έφεραν μαζί τους και 25.000 πανοπλίες,[1] προφανώς για το υπάρχον εκστρατευτικό σώμα, άρα συνολικά οι πεζοί πρέπει να ήταν τουλάχιστον 32.000.
Μαλλοί και Οξυδράκες μαζί πρέπει να είχαν συνολικά 90.000 πεζούς, 10.000 ιππείς και 900 άρματα.[2][3] Οι Οξυδράκες πιθανόν δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν συνολικά καιπιθανόν οι Μαλλοί να είχαν λιγότερες δυνάμεις, αλλά σαφώς περισσότερες των μακεδονικών δυνάμεων.
Απώλειες
άγνωστες
άγνωστες

Η πολιορκία των Μαλλών διεξήχθη από τον Μέγα Αλέξανδρο και τον στρατό του, από το Νοέμβριο του 326 π.Χ. έως το Φεβρουάριο του 325 π.Χ., κατά των Μαλλών ή Μαλλιανών (Μαλλοί ή Μάλλοι ή Μάλλιοι, οι κάτοικοι της περιοχής και της πόλης των Μαλλών καθώς και του βασιλείου των Μαλλών, Μαχλάβας[4]) της ανατολικής Πενταποταμίας (σήμερα: Πουντζάμπ, μεταξύ του Πακιστάν και της Ινδίας). Οι Μαλλοί είχαν συμμαχήσει με τους Οξυδράκες ή Συδράκες και είχαν αρνηθεί τη ασφαλή διάβαση των στρατευμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου από την περιοχή τους. Ο Αλέξανδρος κατακτώντας την περιοχή τους και πολιορκώντας την ομώνυμη πρωτεύουσά τους, τους Μαλλούς (άρθρο, οι: Μάλλοι, σήμερα πιθανόν η πόλη Μουλτάν, ουρντού: مُلتان, αγγλικά: Multan, του Πακιστάν),[5] κατόρθωσε να ειρηνεύσει με επιτυχία την ευρύτερη περιοχή μεταξύ των δύο ποταμών Υδάσπη και Ακεσίνη. Αλλά τραυματίστηκε πολύ σοβαρά κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αυτής και κινδύνεψε σχεδόν να χάσει τη ζωή του.[6]

Κίνητρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξανδρος είχε σχεδιάσει την πορεία του κατά μήκος των νέων ανατολικών ορίων της κατάκτησής του, που μόλις είχε οριστικοποιήσει, αμέσως μετά την νίκη επί του βασιλιά Πώρου στην Μάχη του Υδάσπη, με σκοπό αρχικά τη διέλευση των στρατευμάτων του κατά μήκος, από τον ποταμό Υδάσπη προς τον ποταμό Ακεσίνη (σήμερα: οι ποταμοί Τζελούμ και Τσενάμπ, αγγλικά: Jhelum και Chenab), αλλά οι Μαλλοί και οι Οξυδράκες ή Οξυδράκοι συμμάχησαν και αρνήθηκαν τη διέλευση των στρατευμάτων του από το έδαφός τους. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε άμεσα να αποτρέψει τη συνένωση των στρατιωτικών δυνάμεών των δυο συμμάχων και οργάνωσε με μεγάλη γρηγοράδα, εκστρατεία εναντίον του βασιλείου και της πόλης των Μαλλών, κατακτώντας την περιοχή τους και πολιορκώντας και κυριεύοντας την πρωτεύουσά τους.

Τοποθεσίες μαχών - πολιορκίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον χειμώνα του 326 π.Χ., κατά την εκστρατεία στην Ινδία, ο Μέγας Αλέξανδρος συγκρούστηκε με την πολεμική φυλή των Μαλλών. Οι μάχες διεξήχθησαν σε περιοχές και διάφορες πόλεις του βασιλείου των Μαλλών. Η πολιορκία έγινε στην πρωτεύουσα πόλη, που είχε το ίδιο όνομα (οι: Μάλλοι), την ακρόπολή της και τη γύρω από αυτήν περιοχή. Νότια του ποταμού Υδραώτη (παραπόταμου του Ινδού) υπήρχε μία μεγάλη πόλη - φρούριο των Μαλλών (πιθανώς στη σημερινή Κοτ-Καμαλία (αγγλικά: Κοt-Kamalia) ή στην σημερινή Μουλτάν (αγγλικά: Multan) την οποία ο Αλέξανδρος απέκλεισε από παντού.

Το ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η εκστρατεία ενάντια στο βασίλειο των Μαλλών και η πολιορκία της ομώνυμης πρωτεύουσάς τους, συνέβη ένα περίπου χρόνο, αφού ο Αλέξανδρος διέσχισε το Χίντου Κους (αγγλικά: Hindu Kush),[7] και οκτώ χρόνια μετά την έναρξη της εκστρατείας του κατά της Περσικής Αυτοκρατορίας. Προς το παρόν, οι κτήσεις του και οι επαρχίες της Μακεδονικής Αυτοκρατορίας εκτεινόταν από την Ελλάδα ως την τότε Ινδία (σήμερα οι γεωγραφικές περιοχές του Αφγανιστάν, του Πακιστάν και του Πουντζάμπ) σε περιοχές των τότε ινδικών φυλών και βασιλείων, που προηγουμένως αποτελούσαν μακρινές κτήσεις της Περσικής Αυτοκρατορίας. Η πολιτική κατάσταση την χρονική περίοδο αυτή, στην Ελλάδα και την πρώην Περσική Αυτοκρατορία επίσης ήταν ήσυχη.[7]
  • Ο Αλέξανδρος είχε νικήσει το βασιλιά Πώρο στη Μάχη του Υδάσπη, τον Μάιο του 326 π.Χ., και στη συνέχεια παρέμεινε στο έδαφος του βασιλείου του Πώρου, για τριάντα ημέρες.[8] Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συμφιλίωσε τον Πώρο και τον άλλο υποτελή του, τον Ταξίλη, δεδομένου ότι πλέον ήταν και οι δύο τους νέοι σατράπες και υποτελείς του στην Μακεδονική Αυτοκρατορία,[8] αλλά επίσης μεταξύ αυτών συμφιλίωσε και άλλους υποτελείς του τοπικούς ηγέτες.
  • Ο Αλέξανδρος το πέτυχε με την επίλυση των διαφορών με τη διαιτησία του και στη συνέχεια με τη συμφωνία για οικογενειακές συμμαχίες.[1]

Υποτέλεια 37 πόλεων των Γλαυκανικών ή Γλαυσών - Υποταγή Αβισάρη ηγέτη των Κασμιρίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στη συνέχεια βάδισε στα βορειο-ανατολικά προς τους Γλαυκανίκες ή Γλαύσες[9] (αρχαία ελληνικά: Γλαυγανῖκαι ή Γλαῦσαι, αγγλικά: Glaukanokoi) και έλαβε αίτημα υποτέλειας των τριάντα επτά πόλεων τους.[8][10] και στη συνέχεια αίτημα υποτέλειας του Αβισάρη (αγγλικά: Abisares) ηγέτη των Κασμιρίων (αγγλικά: Kashmiris) που διοικούσε την ομώνυμη περιοχή[11] που σήμερα βρίσκεται η πόλη Χαζάρα (αγγλικά: Hazara) του Πακιστάν, ο οποίος έδωσε στους Μακεδόνες πολλά δώρα, μεταξύ των οποίων σαράντα ελέφαντες.[8][12]
  • Μετά τη άφιξή του στον ποταμό Υδραώτη, άφησε φρουρά[13] και προγραμμάτιζε να βαδίσει ενάντια στους Καθαίους (αρχαία ελληνικά: Καθαῖοι) που είχαν πρωτεύουσα πόλη τους τα Σάγγαλα που ετοίμαζαν την αντίσταση τους και στους Αδραϊστές (αρχαία ελληνικά: Ἀδραϊσταὶ) που είχαν πρωτεύουσα πόλη τους το Πίμπραμα, και οι οποίοι υποτάχθηκαν άμεσα.[14]

Πολιορκία των Σαγγάλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σε αρκετούς από τους Γανδάριους (κάτοικοι ανατολικά του ποταμού Υδραώτη) που δεν υποτάχθηκαν, ο Αλέξανδρος τους φέρθηκε αρκετά βίαια.[15] Πληροφορούμενος ότι οι Καθαίοι, οι Μαλλοί και οι Οξυδράκες ή Συδράκες, που είχαν τη φήμη τολμηρών και κραταιών πολεμιστών,[16] ετοιμάζονταν για αντίσταση κινήθηκε γρήγορα εναντίον των Καθαίων (Κσατρίγια).[17]
  • Αρχικά πέρασε τον Υδραώτη και έφτασε στην πόλη των Αδραϊστών (Αντρίστα) τα Πίμπραμα όπου οι κάτοικοι προέβησαν σε συνθηκολόγηση και τον ακολούθησαν ως σύμμαχοι.[18]
  • Την επομένη ημέρα ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για τα Σάγγαλα (πιθανόν η σημερινή Λαχώρη ή το Αμριτσάρ), όπου είχαν συγκεντρωθεί οι Καθαίοι και ορισμένοι γείτονές τους.[19]
  • Εκεί πραγματοποίησε τη νικηφόρα Πολιορκία των Σαγγάλων[15][20] και αφού έθαψε τους νεκρούς της μάχης σύμφωνα με τις καθιερωμένες τιμές έστειλε τον γραμματέα του Ευμένη σε δύο ακόμα πόλεις, που είχαν προετοιμαστεί για αντίσταση, προειδοποιώντας τους υπερασπιστές τους ότι αν παρέμεναν στις θέσεις τους και τον δέχονταν φιλικά, δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα. Όμως για άλλη μια φορά οι Ινδοί εγκατέλειψαν τις πόλεις. Στη συνέχεια επέστρεψε και ως τιμωρία - παραδειγματισμό κατέστρεψε τα Σάγγαλα,[15] τα οποία θα ανοικοδομούσαν αργότερα οι Διάδοχοι του με την ονομασία πλέον Ευθυδήμεια.[15]
  • Στη συνέχεια ανέθεσε στον Πώρο τη φρούρηση των πόλεων που παραδόθηκαν και προέλασε κατά των εθνών πέρα από τον ποταμό Ύφασι.[15]
  • Σύμφωνα με τον Διόδωρο και τον Κούρτιο οι δύο τελευταίοι βασιλείς, που παραδόθηκαν στη δυτική όχθη του Ύφασι, ήταν ο Σοφίτης ή Σωπείθης κι ο Φηγέας. Σύμφωνα με τον Αρριανό το βασίλειο του Σωπείθη δεν ήταν στον Ύφασι αλλά στον Υδάσπη και υποτάχθηκε όταν ο Αλέξανδρος άρχισε την κάθοδο προς τη θάλασσα.[15]

Αποφάσεις κατεύθυνσης - Επιστροφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tetradrachm Alexander the Great MBA Lyon.jpg

[25.3] Ὁρῶν ὑμᾶς͵ ὦ ἄνδρες Μακεδόνες τε καὶ ξύμμαχοι͵ οὐχ ὁμοίᾳ ἔτι τῇ γνώμῃ ἑπομένους μοι ἐς τοὺς κινδύνους͵ ξυνήγαγον ἐς ταὐτό͵ ὡς ἢ πείσας ἄγειν τοῦ πρόσω ἢ πεισθεὶς ὀπίσω ἀποστρέφεσθαι. εἰ μὲν δὴ μεμπτοί εἰσιν ὑμῖν οἱ μέχρι δεῦρο πονηθέντες πόνοι καὶ αὐτὸς ἐγὼ ἡγούμενος͵ οὐδὲν ἔτι προὔργου λέγειν [25.4] μοί ἐστιν. εἰ δὲ Ἰωνία τε πρὸς ἡμῶν διὰ τούσδε τοὺς πόνους ἔχεται καὶ Ἑλλήσποντος καὶ Φρύγες ἀμφότεροι καὶ Καππαδόκαι καὶ Παφλαγόνες καὶ Λυδοὶ καὶ Κᾶρες καὶ Λύκιοι καὶ Παμφυλία δὲ καὶ Φοινίκη καὶ Αἴγυπτος ξὺν τῇ Λιβύῃ τῇ Ἑλληνικῇ καὶ Ἀραβίας ἔστιν ἃ καὶ Συρία ἥ τε κοίλη καὶ ἡ μέση τῶν ποταμῶν͵ [25.5] καὶ Βαβυλὼν δὲ ἔχεται καὶ τὸ Σουσίων ἔθνος καὶ Πέρσαι καὶ Μῆδοι καὶ ὅσων Πέρσαι καὶ Μῆδοι ἐπῆρχον͵ καὶ ὅσων δὲ οὐκ ἦρχον͵ τὰ ὑπὲρ τὰς Κασπίας πύλας͵ τὰ ἐπέκεινα τοῦ Καυκάσου͵ ὁ Τάναϊς͵ τὰ πρόσω ἔτι τοῦ Τανάϊδος͵ Βακτριανοί͵ Ὑρκάνιοι͵ ἡ θάλασσα ἡ Ὑρκανία͵ Σκύθας τε ἀνεστείλαμεν ἔστε ἐπὶ τὴν ἔρημον͵ ἐπὶ τούτοις μέντοι καὶ ὁ Ἰνδὸς ποταμὸς διὰ τῆς ἡμετέρας ῥεῖ͵ ὁ Ὑδάσπης διὰ τῆς ἡμετέρας͵ ὁ Ἀκεσίνης͵ ὁ Ὑδραώτης͵ τί ὀκνεῖτε καὶ τὸν Ὕφασιν καὶ τὰ ἐπέκεινα τοῦ Ὑφάσιος γένη προσθεῖναι τῇ ἡμετέρᾳ [25.6] Μακεδόνων τε ἀρχῇ; ἢ δέδιτε μὴ δέξωνται ὑμᾶς ἔτι ἄλλοι βάρβαροι ἐπιόντας; ὧν γε οἱ μὲν προσχωροῦσιν ἑκόντες͵ οἱ δὲ φεύγοντες ἁλίσκονται͵ οἱ δὲ ἀποφυγόντες τὴν χώραν ἡμῖν ἔρημον παραδιδόασιν͵ ἣ δὴ τοῖς ξυμμάχοις τε καὶ τοῖς ἑκοῦσι προσχωρήσασι προστίθεται. [26.1] Πέρας δὲ τῶν πόνων γενναίῳ μὲν ἀνδρὶ οὐδὲν δοκῶ ἔγωγε ὅτι μὴ αὐτοὺς τοὺς πόνους͵ ὅσοι αὐτῶν ἐς καλὰ ἔργα φέρουσιν. εἰ δέ τις καὶ αὐτῷ τῷ πολεμεῖν ποθεῖ ἀκοῦσαι ὅ τι περ ἔσται πέρας͵ μαθέτω ὅτι οὐ πολλὴ ἔτι ἡμῖν ἡ λοιπή ἐστιν ἔστε ἐπὶ ποταμόν τε Γάγγην καὶ τὴν ἑῴαν θάλασσαν• ταύτῃ δὲ͵ λέγω ὑμῖν͵ ξυναφὴς φανεῖται ἡ Ὑρκανία θάλασσα• ἐκπεριέρχεται [26.2] γὰρ γῆν πέρι πᾶσαν ἡ μεγάλη θάλασσα. καὶ ἐγὼ ἐπιδείξω Μακεδόσι τε καὶ τοῖς ξυμμάχοις τὸν μὲν Ἰνδικὸν κόλπον ξύρρουν ὄντα τῷ Περσικῷ͵ τὴν δὲ Ὑρκανίαν θάλασσαν τῷ Ἰνδικῷ• ἀπὸ δὲ τοῦ Περσικοῦ εἰς Λιβύην περιπλευσθήσεται στόλῳ ἡμετέρῳ τὰ μέχρι Ἡρακλέους Στηλῶν• ἀπὸ δὲ Στηλῶν ἡ ἐντὸς Λιβύη πᾶσα ἡμετέρα γίγνεται καὶ ἡ Ἀσία δὴ οὕτω πᾶσα͵ καὶ ὅροι τῆς ταύτῃ ἀρχῆς οὕσπερ καὶ τῆς γῆς [26.3] ὅρους ὁ θεὸς ἐποίησε. νῦν δὲ δὴ ἀποτρεπομένων πολλὰ μὲν μάχιμα ὑπολείπεται γένη ἐπέκεινα τοῦ Ὑφάσιος ἔστε ἐπὶ τὴν ἑῴαν θάλασσαν͵ πολλὰ δὲ ἀπὸ τούτων ἔτι ἐπὶ τὴν Ὑρκανίαν ὡς ἐπὶ βορρᾶν ἄνεμον͵ καὶ τὰ Σκυθικὰ γένη οὐ πόρρω τούτων͵ ὥστε δέος μὴ ἀπελθόντων ὀπίσω καὶ τὰ νῦν κατεχόμενα οὐ βέβαια ὄντα ἐπαρθῇ πρὸς ἀπόστασιν πρὸς τῶν μήπω [26.4] ἐχομένων. καὶ τότε δὴ ἀνόνητοι ἡμῖν ἔσονται οἱ πολλοὶ πόνοι ἢ ἄλλων αὖθις ἐξ ἀρχῆς δεήσει πόνων τε καὶ κινδύνων. ἀλλὰ παραμείνατε͵ ἄνδρες Μακεδόνες καὶ ξύμμαχοι. πονούντων τοι καὶ κινδυνευόντων τὰ καλὰ ἔργα͵ καὶ ζῆν τε ξὺν ἀρετῇ ἡδὺ καὶ ἀποθνήσκειν [26.5] κλέος ἀθάνατον ὑπολειπομένους. ἢ οὐκ ἴστε ὅτι ὁ πρόγονος ὁ ἡμέτερος οὐκ ἐν Τίρυνθι οὐδὲ Ἄργει͵ ἀλλ΄ οὐδὲ ἐν Πελοποννήσῳ ἢ Θήβαις μένων ἐς τοσόνδε κλέος ἦλθεν ὡς θεὸς ἐξ ἀνθρώπου γενέσθαι ἢ δοκεῖν; οὐ μὲν δὴ οὐδὲ Διονύσου͵ ἁβροτέρου τούτου θεοῦ ἢ καθ΄ Ἡρακλέα͵ ὀλίγοι πόνοι. ἀλλὰ ἡμεῖς γε καὶ ἐπέκεινα τῆς Νύσης ἀφίγμεθα καὶ ἡ Ἄορνος πέτρα ἡ [26.6] τῷ Ἡρακλεῖ ἀνάλωτος πρὸς ἡμῶν ἔχεται. ὑμεῖς δὲ καὶ τὰ ἔτι ὑπόλοιπα τῆς Ἀσίας πρόσθετε τοῖς ἤδη ἐκτημένοις καὶ τὰ ὀλίγα τοῖς πολλοῖς. ἐπεὶ καὶ ἡμῖν αὐτοῖς τί ἂν μέγα καὶ καλὸν κατεπέπρακτο͵ εἰ ἐν Μακεδονίᾳ καθήμενοι ἱκανὸν ἐποιούμεθα ἀπόνως τὴν οἰκείαν διασώζειν͵ Θρᾷκας τοὺς ὁμόρους ἢ Ἰλλυριοὺς ἢ Τριβαλλοὺς ἢ καὶ τῶν Ἑλλήνων͵ ὅσοι οὐκ ἐπιτήδειοι ἐς τὰ ἡμέτερα͵ ἀναστέλλοντες; [26.7] Εἰ μὲν δὴ ὑμᾶς πονοῦντας καὶ κινδυνεύοντας αὐτὸς ἀπόνως καὶ ἀκινδύνως ἐξηγούμενος ἦγον͵ οὐκ ἀπεικότως ἂν προεκάμνετε ταῖς γνώμαις͵ τῶν μὲν πόνων μόνοις ὑμῖν μετόν͵ τὰ δὲ ἆθλα αὐτῶν ἄλλοις περιποιοῦντες• νῦν δὲ κοινοὶ μὲν ἡμῖν οἱ πόνοι͵ ἴσον δὲ μέτεστι τῶν κινδύνων͵ τὰ δὲ ἆθλα ἐν μέσῳ κεῖται [26.8] ξύμπασιν. ἥ τε χώρα ὑμετέρα καὶ ὑμεῖς αὐτῆς σατραπεύετε. καὶ τῶν χρημάτων τὸ μέρος νῦν τε ἐς ὑμᾶς τὸ πολὺ ἔρχεται καὶ ἐπειδὰν ἐπεξέλθωμεν τὴν Ἀσίαν͵ τότε οὐκ ἐμπλήσας μὰ Δι΄ ὑμᾶς͵ ἀλλὰ καὶ ὑπερβαλὼν ὅσα ἕκαστος ἐλπίζει ἀγαθὰ ἔσεσθαι τοὺς μὲν ἀπιέναι οἴκαδε ἐθέλοντας εἰς τὴν οἰκείαν ἀποπέμψω ἢ ἐπανάξω αὐτός͵ τοὺς δὲ αὐτοῦ μένοντας ζηλωτοὺς τοῖς ἀπερχομένοις ποιήσω».


Πριν την πολιορκία των Μαλλών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στον ποταμό Ύφασι (σύχρονα ελληνικά: Βίας ή Μπέας, αγγλικά: Beas), λοιπόν ο στρατός του στασίασε. Οι στρατιώτες του δεν μοιράζονται τη φιλοδοξία του για περαιτέρω κτήσεις και εύχονταν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Οι κλιματολογικές συνθήκες των Μουσώνων επίσης δεν βοηθούσαν: Έβρεχε τις τελευταίες εβδομήντα ημέρες.[22]
  • Στη Μάχη του Υδάσπη τα στρατεύματα είχαν υποστεί πολλές απώλειες. Η Αυτοκρατορία των Νάντα (αγγλικά: Nanda) φημολογούταν ότι ήταν ακόμα πιο ισχυρή από το βασίλειο του Πώρου, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής ενός σχετικά μικρού πριγκηπάτου.
  • Ο Κοίνος με τη σύμφωνη γνώμη των υπολοίπων στρατηγών, μίλησε[24] για λογαριασμό των στρατευμάτων και παρακάλεσε τον Αλέξανδρο να τους επιτρέψει να επιστρέψουν. Ο Αλέξανδρος τελικά συμφώνησε.
  • Αμέσως μετά από αυτό το συμβάν, ο Μέμνων[25] έδωσε ενισχύσεις ιππικού, με 6.000 ιππείς, από τη Θράκη, και 7.000 πεζικό.[1] Οι ενισχύσεις έφεραν μαζί τους και είκοσι πέντε χιλιάδες πανοπλίες,[1] προφανώς για τους υπάρχοντες στρατιώτες. Αν αυτές οι ενισχύσεις είχαν έρθει νωρίτερα, ο Αλέξανδρος θα μπορούσε να πείσει τους στρατιώτες του να προελάσουν ανατολικά. Τελικά, όμως, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να κατηφορίσει νότια, ακολουθώντας τον ποταμό Υδάσπη, αφού οι οιωνοί φαινομενικά, όπως δήλωσε, ήταν δυσμενείς για πορεία προς τα ανατολικά. Αρχικά, ο στόλος έπλευσε προς τα κάτω τον ποταμό και σε μικρές αποστάσεις ο στρατός προχωρούσε βαδίζοντας στην ενδοχώρα.[26] Πολύ μικρή μερίδα του στρατού ήταν πλέον γνώστες της περιοχής.[26]
  • Ο Αλέξανδρος έλαβε αναφορά ότι οι Μαλλοί και οι Οξυδράκες είχαν αποφασίσει να ανταλλάξουν ομήρους μεταξύ τους, ότι μεταφέρουν όλα τους τα τιμαλφή στις οχυρωμένες πόλεις τους.[2][3] και ότι αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, προκειμένου να τον εμποδίσουν να προελάσει μέσα από το έδαφός τους. Άλλες πληροφορίες επίσης του αναφέρουν ότι είχαν συνολικά 90.000 πεζούς, 10.000 ιππείς και 900 άρματα.[2][3]
  • Παρά το γεγονός ότι οι δύο αυτοί λαοί ήταν ανέκαθεν εχθροί, αναφέρθηκε ότι είχε θέσει κατά μέρος τις διαφορές τους για να πολεμήσουν τους Μακεδόνες. Ο Αλέξανδρος τελικά αποφάσισε να τους αποτρέψει, από το να ενώσουν τις δυνάμεις τους.
  • Ήταν συνήθεια του Αλεξάνδρου, όπως και του πατέρα του Φιλίππου Β’, να κάνει εκστρατεία σε όλες τις εποχές του χρόνου.[27] Στην Ελλάδα, αυτό σήμαινε το χειμώνα, αλλά στην Ινδία, αυτό σήμαινε την εποχή των βροχών (μουσώνων) ή ακόμη και του ψύχους.
  • Η συμμαχία Μαλλιανών - Οξυδρακών αγνοούσε την πρακτική αυτή, και ως εκ τούτου ανέμεναν ότι θα είχαν περισσότερο χρόνο για να προετοιμαστούν για την προέλαση του Αλέξανδρου.
  • Καθ ' όλη την ιστορική διαδρομή του, ο Αλέξανδρος έκανε αρκετές φημισμένες πορείες αντίθετα σε αντίξοες συνθήκες. Υπενθυμίζεται επίσης, ότι μετά τη Μάχη στα Γαυγάμηλα ο Αλέξανδρος και οι δυνάμεις του κατόρθωσαν να φθάσουν στην πόλη Μέγας Ζευς ή Λκόω, δίπλα στον ομώνυμο ποταμό (αρχαία ελληνικά: Λκόω, βυζαντινά: Μέγας Ζβάω, σύγχρονα Μεγάλος Ζαμπ, κουρδικά: Zêy Badînan ή Zêy Badînan, τουρκικά: Zap, αγγλικά: Great Zab), 55 χιλιόμετρα (34 μίλια), από το πεδίο της μάχης, μόλις μια μέρα μετά.[27]

Στρατηγικοί ελιγμοί και προετοιμασίες για τη μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις έμαθε την είδηση της συμμαχίας το Νοέμβριο, ο Αλέξανδρος επιτάχυνε τις ενέργειές του για να αποφευχθεί η συνένωση των στρατευμάτων των δύο φυλών. Έφτασε στην περιοχή μέσα σε πέντε ημέρες κατερχόμενος τον Υδάσπη με το στόλο που είχε κατασκευαστεί πρόσφατα.[2] Τα σκάφη είχαν κατασκευαστεί με τέτοιον τρόπο ώστε να αποσυναρμολογούνται και να επανασυναρμολογούνται εκ νέου μαζί, έτσι ώστε να μπορούν να μεταφέρονται σε όλη την Πενταποταμία.[28] Υπήρχαν, όπως και σήμερα, πέντε μεγάλοι ποταμοί στην Πενταποταμία (η Πουντζάμπ, αναφέρεται ως σήμερα ως «Η Κοιλάδα των Πέντε Ποταμών»). Γι 'αυτό ήταν αναγκαίο να μπορούν τα σκάφη να μεταφέρονται εύκολα, από τη μία στην άλλη κοίτη των ποταμών.[29] Ο Υδάσπης και ο Ακεσίνης ήταν επικίνδυνοι στην πλεύση τους σε αυτήν τη περιοχή[30] και οι Μακεδόνες υπέστησαν μερικές ζημιές σε πλοία και κάποιες απώλειες σε προσωπικό.[2] Χρησιμοποιήθηκαν δύο είδη πλοίων, τα πολεμικά πλοία και τα πλοία μεταφοράς, γνωστά ως «στρόγγυλα σκάφη» (αγγλικά: round vessels).[31] Τα πλοία μεταφοράς δεν υπέστησαν ζημιές,[31] αφού τα στρογγυλά ύφαλά τους βοήθησαν να περιηγηθούν στα δύσκολα κανάλια. Αντίθετα, τα πολεμικά πλοία είχαν σημαντικές δυσκολίες, και πολλά καταστράφηκαν,[31] καθώς οι διπλές σειρές των κουπιών τους σήμαινε αυτομάτως ότι η κάτω σειρά των κουπιών κτυπούσε στην όχθη του ποταμού και καταστρεφόταν.[31] Σε κάποιο μάλιστα δύσκολο σημείο του ποταμού ο Αλέξανδρος πήρε μαζί του την πανοπλία του και ετοιμάσθηκε να πηδήξει στο νερό, καθώς το πλοίο του κινδύνευε να βυθιστεί.[31] Πήραν μέρος στις γενικότερες επιχειρήσεις κατά των Μαλλών οι Πείθων ο Αγήνορα ή Πίθων[32] (δεν πρέπει να συγχέεται με τον βασιλικό σωματοφύλακα Πείθων του Κρατεύα),[33] ο Δημήτριος ο Αλθαιμένη [34] και από τον ποτάμιο στόλο ο επικεφαλής του Νέαρχος του Ανδροτίμου.[35] Ο Πτολεμαίος ο Λάγου, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έλαβε μέρος στην πολιορκία της πόλης των Μαλλών, καθώς «διοικούσε άλλο στρατιωτικό τμήμα και πολεμούσε αλλού, εναντίον άλλων βαρβάρων».[36]

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη φάση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη φάση

Ωστόσο, οι Μακεδόνες σύντομα κατόρθωσαν[31] να φθάσουν στην επικράτεια των αντιπάλων τους, και αν και τα πλοία τους δεν είχαν καλά-καλά υποβληθεί σε επισκευές, επιτέθηκαν πρώτα, στα δυτικά, στη φυλή που ονομαζόταν Σίβες (αρχαία ελληνικά: Σίβαι, αγγλικά: Sibae).[31] Αυτή η φυλή, φέρεται να διέθετε 40.000 πολεμιστές, που ήταν στη δεξιά όχθη και έτσι οι Μακεδόνες είχαν να διασχίσουν το ποτάμι, προκειμένου να τους επιτεθούν.[31][37] Σύντομα οι Μακεδόνες κατέστρεψαν την πρωτεύουσά τους και έκαψαν τις καλλιέργειες τους, θανάτωσαν όλους τους άνδρες και υποδούλωσαν τις γυναίκες και τα παιδιά.[31][37] Σε όλη την προηγούμενη εκστρατευτική του πορεία, ο Αλέξανδρος ήταν γενικά αυστηρός προς τα στρατεύματά του, προκειμένου να είναι φιλεύσπλαχνος προς τους κατοίκους των προσφάτως κατακτημένων εδαφών. Αυτή η σημαντική αλλαγή στην πολιτική του εκτιμάται ότι προοριζόταν ως «παράδειγμα προς αποφυγήν» για τις άλλες φυλές. Αυτό έγινε επίσης και για την εξασφάλιση της γραμμής των επικοινωνιών των Μακεδόνων, η οποία, όντας ήδη υπερεκτεταμένη, ήταν σε σοβαρό κίνδυνο περικοπής της. Επεκτεινόμενη σε όλη τη διαδρομή από τη Βαβυλώνα ως την Πενταποταμία]], αν διεσπάτο οπουδήποτε, τότε ολόκληρη η εκστρατεία θα μπορούσε να καταρεύσει. Δεν χωρούσαν ημίμετρα για την εξασφάλιση των γραμμών επικοινωνιών στην υπερεκτεταμένη τους κατάσταση. Ο Αλέξανδρος ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει τους Μαλλούς να ξεφύγουν και ως εκ τούτου, σχεδιάζει μια περίπλοκη εκστρατεία που του επέτρεψε να διατηρήσει τις εσωτερικές γραμμές, έτσι ώστε αυτός θα μπορούσε να ενισχύσει τον εαυτό του σε οποιοδήποτε σημείο απειλούταν.[38] Πρόσθεσε το στρατιωτικό σώμα του Φιλίππου, την ταξιαρχία του Πολυπέρχωνα, τους ιππο-τοξότες του και τους πολεμικούς ελέφαντες, που παρελαύνουν κάτω από τον ποταμό, ως και τη δύναμη του Κρατερού.[38] Στη συνέχεια διέταξε τον ναύαρχό του Νέαρχο να πλεύσει κάτω από τον ποταμό με το στόλο και να δημιουργήσουν μόνιμη βάση για τη διεξαγωγή περαιτέρω εργασιών στη διασταύρωση των ποταμών Ακεσίνη και Υδραώτη.[38] Επιπλέον, η βάση αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να πιάσει δραπετεύοντες Μαλλούς.[38] Τρεις ημέρες αργότερα, ο Αλέξανδρος διέταξε τον Κρατερό και το σώμα του να τον ακολουθήσουν κάτω από τον ποταμό στη δεξιά όχθη.[38]

Η πρώτη φάση συνεχίζεται

Ο Αλέξανδρος διαιρεί το στρατό του σε τρία μέρη[39] που πέρασαν πάνω στην αριστερή όχθη.[38] Η δική του δύναμη τοποθετήθηκε ακριβώς απέναντι από την έρημο,[38] και προοριζόταν να αναλάβει η ίδια το πιο δύσκολο έργο, όπως το συνήθιζε. Η δύναμή του αποτελούνταν από υπασπιστές, τοξότες, τους επιδέξιους ακοντιστές Αγριάνες,τη ταξιαρχία του Πείθωνα της φάλαγγας, οι ιππο-τοξότες και το μισό του ιππικού των Εταίρων.[38] [40] Αν και ήταν μια δύσκολη πορεία στην έρημο, η πορεία αυτή εξυπηρετούσε δύο σκοπούς: Πρώτον, αρχικά ήταν για να εκπλήξει τους Μαλλούς,[38] και δεύτερον προκειμένου να του προσδώσει στρατηγική θέση από την οποία θα μπορούσε να τους οδηγήσει προς τα νότια, έτσι ώστε να πιεσθούν από τις υπόλοιπες δυνάμεις του.[38] Η δύναμη του Ηφαιστίωνα διατάχθηκε να βαδίσει απέναντι από την δύναμη του Κρατερού, στην αριστερή όχθη του ίδιου ποταμού.[38] Απεστάλη σε απόσταση πέντε ημερών από τη δύναμη του Αλεξάνδρου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε διαφυγή από τις δυνάμεις του Αλεξάνδρου θα ήταν εύκολο να εμποδιστεί, εάν δεν ενέπιπτε ήδη στο πεδίο δράσης του Κρατερού.[38] Η δύναμη του Πτολεμαίου διατάχθηκε να ακολουθήσει την πορεία του Αλεξάνδρου τρεις ημέρες αργότερα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τυχόν Μαλλοί στρατιώτες, που είχαν διαφύγει στο βορρά θα εξακολουθήσουν να συλλαμβάνονται και θανατώνονται.[38]

Δεύτερη φάση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτό το σημείο, η προσωρινή συμμαχία μεταξύ των Μαλλών και των Οξυδρακιανών (αγγλικά: Oxydracians) άρχισε να καταρρέει.[41] Οι δύο φυλές δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σχετικά με το ποιος μπορούσε να τους καθοδηγήσει,[41] και οι δυνάμεις τους υποχώρησαν στα οχυρά τους, από κάθε ομάδα χωριστά, προκειμένου να τα περιφρουρήσουν οι ίδιοι.[41] Μετά την εκκίνηση, σε όλη την έρημο, ο Αλέξανδρος βάδισε συνεχώς, κάνοντας μόνο μισή μέρα στάση σε σημείο προς απόκτηση νερού.[41] Οι στρατιώτες του βάδισαν 72 χιλιόμετρα (45 μίλια) σε περίπου 24 ώρες.[42][43] Φτάνοντας κοντά στην πόλη, που σήμερα πιθανολογείται ότι είναι η πόλη της Κοτ Καμαλία (αγγλικά: Κot Kamalia), ξημερώματα,[43] ο Αλέξανδρος οδήγησε το στράτευμα μπροστά μαζί με το ιππικό και τους Εταίρους του και εξέπληξε εντελώς τους Μαλλούς - σε τέτοιο βαθμό που πολλοί από αυτούς βρίσκονταν ανέτοιμοι ακόμη έξω από την πόλη τους. Όπως και ο Αλέξανδρος ανέμενε, αυτοί δεν πίστευαν ότι θα τολμούσε να διασχίσει την έρημο.[44] Ένας αρκετά μεγάλος αριθμός από αυτούς σκοτώθηκε,[44][45] και ο Αλέξανδρος κυνήγησε εκείνους οι οποίοι γλύτωσαν από το μακελειό και οι οποίοι κατέφυγαν στην πόλη.[45] Στη συνέχεια, δημιούργησε ένα κλοιό με το ιππικό του γύρω από αυτήν τη σχετικά μικρή πόλη και περίμεναν την άφιξη του πεζικού του.[44][45]

Δεύτερη φάση

Όταν το πεζικό του έφτασε, ο Αλέξανδρος διαχώρισε τον Περδίκκα μαζί με το ιππικό του και τον Κλείτο τον Μέλα με το δικό του ιππικό, και τον διέταξε να περικυκλώσει μια άλλη πόλη των Μαλλών προς τα νότια-ανατολικά.[44] Ωστόσο, ο ίδιος του έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες να μην πολιορκήσει αμέσως την πόλη, φοβούμενος ότι πιθανόν κάποιοι από τους κατοίκους να προλάβουν να ξεφύγουν και να δώσουν νέα σχετικά με το τι συνέβαινε στους υπόλοιπους αμυνόμενους της περιοχής, δίνοντάς τους χρόνο για να ξεφύγουν.[45] Ο Αλέξανδρος επιθυμούσε ο Περδίκκας να περιμένει τη δική του άφιξη με το υπόλοιπο της δύναμης του.[46] Αυτό είναι ένα άλλο παράδειγμα, του πως ο Μεγάλος Αλεξάνδρος πραγματοποιούσε την ανάθεση κάθε εργασίας που θεωρείται σημαντική σε πρόσωπα της εμπιστοσύνης του και πως αντιμετωπιζόταν αυτή η ανάληψη ευθυνών, και φυσικά αυτή ήταν πρακτική που επαναλαμβάνεται καθ 'όλη τη διάρκεια των εκστρατειών. Σύντομα ο Αλέξανδρος κατέλαβε την πόλη που πολιορκούσε, χρησιμοποιώντας εξοπλισμό πολιορκίας όπως ο καταπέλτης στρέψης.[47] Ο καταπέλτης στρέψης ήταν το πιο ισχυρό πολιορκητικό όπλο της εποχής, και είχε φέρει επανάσταση στην πολεμική τέχνη της πολιορκίας. Ο Αλέξανδρος σύντομα θα το χρησιμοποιήσει εκτεταμένα για να κατακτήσει και όλες τις άλλες πόλεις της περιοχής.[48] Ο στρατός του Αλεξάνδρου, στη συνέχεια υπερκέρασε τη φρουρά της πόλης, ισχύος δύο χιλιάδων ανδρών και τους σκότωσε όλους.[46] Όταν ο Περδίκκας έφτασε στην πόλη που υποτίθεται ότι έπρεπε να περικυκλώσει, την βρήκε άδεια, κυνήγησε τους επιζώντες και τους εξολόθρευσε.[45] Ο Αλέξανδρος επέτρεψε στους άνδρες του να ξεκουραστούν μέχρι την πρώτη φυλακή της νύχτας.[49] Μετά από αυτό, οι Μακεδόνες συνέχισαν την καταδίωξη των Μαλλών, προς την επόμενη πόλη που ήταν η σημερινή βραχμανική πόλη της Ατάρι (αγγλικά Atari). Μετά την άφιξή του, ο Αλέξανδρος έστειλε αμέσως τη φάλαγγα του προς τα εμπρός προκειμένου να προετοιμαστεί για την υπονόμευση των τειχών της πόλης. Ωστόσο, οι Ινδοί, οι οποίοι είχαν πλέον πληροφορηθεί για την ισχυρή πολιορκητική τεχνογνωσία του Αλεξάνδρου, αποφάσισαν ότι θα είχαν περισσότερες πιθανότητες να αμυνθούν καλύτερα από την ακρόπολη τους.[27] Οι Μακεδόνες ακολούθησαν. Ο Αλέξανδρος οδήγησε την πολιορκία της ακρόπολης, φέρνοντας τη φάλαγγα του κατευθείαν προς τα τείχη.[49] Η ακρόπολη κάηκε και πέντε χιλιάδες Μαλλοί έχασαν τη ζωή τους μέσα στα τείχη της.[50][51][52] Μετά από ξεκούραση μιας μόνο ημέρας,[51] ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε προς την πόλη Μουλτάν. Ωστόσο, οι Μαλλοί είχαν διασχίσει ήδη το ποτάμι και περίμεναν την άφιξη του στη δυτική όχθη.

Τελική φάση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελική φάση

Πριν συνεχίζει την εκστρατεία του εναντίον των Μαλλών, ο Αλέξανδρος έστειλε τον Πείθωνα και τον Δημήτριο πίσω προς το ποτάμι, τα δάση και την έρημο.[51][53][54] Οι διαταγές τους ήταν να σκοτώσουν όποιον δεν υποτασσόταν.[51] Ο λόγος ήταν ότι πολλές από τις πόλεις εγκαταλείφτηκαν και ερημώθηκαν, καθώς οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου έφταναν σε αυτές.[51] Οι πρόσφυγες από τις πόλεις αυτές αιχμαλωτίζονταν στα δάση της περιοχής τα παράλληλα με τον ποταμό Υδραώτη.[53] Οι Μαλλοί έδωσαν μάχη με τον Αλέξανδρο στο ύψωμα της δυτικής όχθης του Υδραώτη.[53] Ωστόσο, ο Αλέξανδρος και ο στρατός του είχαν γίνει τέτοιο αντικείμενο του φόβου στα μάτια τους, που ο Αλέξανδρος αποφάσισε να τους αντιμετωπίσει κατά μήκος του ποταμού. Αυτή δεν ήταν μια νέα τακτική, καθώς ήδη ο πατέρας του Φίλιππος Β΄ είχε τελειοποιήσει το ιππικό σώμα της Μακεδονίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε το πεζικό, σε πολλές περιπτώσεις, να επιτίθεται μόνο μετά το ιππικό. Οι Μαλλοί τράπηκαν σε φυγή πριν ακόμα το μακεδονικό πεζικό να εμπλακεί στη μάχη. Ο Αλέξανδρος τους καταδίωξε με το ιππικό του για 8 χιλιόμετρα (5 μίλια).[55]

Οι Μαλλοί, συνειδητοποιώντας τελικά πόσο μικρός είναι ο αριθμός του μακεδονικού ιππικού που τους ακολουθούσε, επέλεξαν να σταματήσουν και να πολεμήσουν. Ο Αρριανός εκτιμά ότι υπήρχαν 50,000 (πενήντα χιλιάδες) Μαλλοί σε αυτό το σημείο. Ως ο εμπειρότερος των Εταίρων, ο Αλέξανδρος έθεσε εαυτόν σε πολύ ευάλωτη κατάσταση. Ωστόσο, οι υπόλοιποι Μακεδόνες σχημάτισαν κλοιό γύρω από τους Μαλλούς και τους επιτίθενται στα πλάγια και πίσω.[55] Τελικά, το μακεδονικό ελαφρύ πεζικό κατέφθασε, και οι Μαλλοί έχασαν το ηθικό τους και κατέφυγαν στην ομώνυμη πόλη των Μαλλών (σήμερα γνωστή ως Μουλτάν).[56][57] Ο Αλέξανδρος τους ακολούθησε ως τα όρια της πόλης και στη συνέχεια έδωσε εντολή ανάπαυσης στα σώματα του στρατού του για το υπόλοιπο της ημέρας.[56][57]

Η πολιορκία της πόλης των Μαλλών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την έναρξη της πολιορκίας της πόλης των Μαλλών ο Αλέξανδρος διοργάνωσε δύο ξεχωριστές ομάδες, την πρώτη την οποία θα οδηγήσει ο ίδιος και τη δεύτερη υπό την ηγεσία του Περδίκκα. Οι Ινδοί σχεδόν αμέσως υποχώρησαν στην κύρια ακρόπολη της πόλης. Η ακρόπολη ήταν ιδιαίτερα σημαντική, με ισχυρά τείχη διαμέτρου ενός μιλίου περίπου (1.609 μέτρα).[57] Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν σε θέση να παραβιάσει μια από τις πύλες, και με έξυπνο τρόπο του βρέθηκε στο εξωτερικό μέρος των τειχών της ακρόπολης.[57] Στη συνέχεια οι Μακεδόνες άρχισαν να υπονομεύουν την επόμενη σειρά των τειχών. Ο Αλέξανδρος όμως γρήγορα έγινε ανυπόμονος με τον αργό ρυθμό της πολιορκίας και έτσι άρπαξε μια σκάλα και ανέβηκε ο ίδιος.[57][58] Τον ακολουθούσαν μόνο δυο στρατιώτες. Οι υπόλοιποι Μακεδόνες στρατιώτες, νευρικοί για την ασφάλεια του βασιλιά τους, συνωστίζονται στις σκάλες για να ανέλθουν, ώστε να μπορούν να τον προστατεύσουν. Επειδή μαζεύτηκαν πάρα πολλοί από αυτούς σε αυτές, οι σκάλες κατέρρευσαν κάτω από το βάρος τους. Οι Μαλλοί συνειδητοποίησαν ποιος ήταν ο Αλέξανδρος, και εστίασαν τις ενέργειές τους εναντίον του. Πολλοί από τους άνδρες του Αλέξανδρου άπλωσαν τα χέρια τους και του ζητούσαν να πηδήσει κάτω προς αυτούς. προκειμένου να τον πιάσουν στον αέρα.[59] Ο βασιλιάς, ωστόσο, δεν πειθάρχησε. Ο Αλέξανδρος στη συνέχεια πήδησε στον εσωτερικό χώρο της ακρόπολης.[60] Εκεί σκότωσε τον ηγέτη των Μαλλών.[61] Κατά τη διάρκεια αυτής της ενέργειας ο Πευκέστας ο Αλεξάνδρου,[62] ο Λεοννάτος ο Ανταίου[63] κι ο διμοιρίτης Αβρέας[64] αποκόπηκαν μαζί με τον Αλέξανδρο στην πολιορκούμενη πόλη των Μαλλών και ο Πευκέστας με την ιερή «ασπίδα του Αχιλλέα» προστάτεψε τον σχεδόν θανάσιμα τραυματισμένο Αλέξανδρο από τα καταιγιστικά τοξεύματα των Μαλλών, καθώς ο Αβρέας έπεφτε θανάσιμα χτυπημένος από βέλος. Αλλά ένα άλλο βέλος πέτυχε στο στήθος τον Αλέξανδρο, διαπέρασε τον πνεύμονά του τραυματίζοντάς τον πολύ σοβαρά.[65][66] Οι Μακεδόνες πίστευαν ότι ο Αλέξανδρος ήταν πλέον νεκρός. Μετά την ολοκλήρωση της εισόδου τους στην πόλη, σχεδίαζαν να σκοτώσουν όλους τους αμυνόμενους προβαίνοντας έτσι σε σκληρή εκδίκηση.

Μετά την πολιορκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ινδία, μετά την πολιορκία των Μαλλών, στη συμβολή των ποταμών Υδραώτη και Υδάσπη.

Όταν οι Μακεδόνες έφτασαν στο σημείο όπου βρισκόταν τραυματισμένος ο Αλέξανδρος, μερικοί απ 'αυτούς τον τοποθέτησαν πάνω σε ασπίδα και γρήγορα τον μετέφεραν σε κοντινά ευρισκόμενη σκηνή.[67] Έπρεπε να πραγματοποιηθεί χειρουργική τομή, προκειμένου να αφαιρεθεί το βέλος, ωστόσο όλοι φοβούνταν να κάνουν οι ίδιοι την τομή. Εν τέλει κατέφθασε ο Περδίκκας που προσφέρθηκε να κάνει ο ίδιος την τομή.[68] Το Αλέξανδρο τελικά χειρούργησε και του αφαίρεσε το βέλος ο Κώος γιατρός Κριτόδημος ή Κριτόβουλος.[69] Οι στρατιώτες ήταν πολύ ανήσυχοι για την υγεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς πίστευαν ότι ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να τους οδηγήσει με ασφάλεια πίσω στο σπίτι.[61][70] Για μερικές μέρες ο ηγέτης κυμαινόταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Το κύριο σώμα του στρατού, τέσσερις ημέρες μακριά από τη θέση του Αλεξάνδρου, είχε ακούσει ότι ήταν νεκρός.[67] Οι φήμες είχαν εξαπλωθεί σαν πυρκαγιά, και όταν έφταναν αναφορές ότι ήταν ζωντανός και ανακτούσε τις δυνάμεις του, κανείς δεν το πίστευε.[71] Τελικά ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να ανέβει σε σκάφος, από όπου μπορούσε να δει και να τον δουν τα στρατεύματά του.[61] Ωστόσο, η υγεία του ήταν σε τόσο εύθραυστη και κρίσιμη κατάσταση, που αναφέρεται πως κατά τη διάρκεια της πορείας στον ποταμό δεν εκωπηλατείτο το σκάφος, από το φόβο ότι οι παφλασμοί από τα κουπιά που θα κτυπούσαν το νερό θα μπορούσαν να τον ενοχλήσουν.[72][73] Κατά την ανάρρωση του Αλεξάνδρου από τον τραυματισμό του κατά την πολιορκία των Μαλλών τη διοίκηση των στρατευμάτων ανέλαβε ο Ηφαιστίων του Αμύντορα.[74] Τέσσερις ημέρες αργότερα, οι Μακεδόνες έφτασαν σε μια εύφορη χώρα, που οι ντόπιοι είχαν αφήσει εντελώς έρημη.[75] Ο Αλέξανδρος εδώ ήρθε αντιμέτωπος με ορισμένους από τους κοντινούς συντρόφους του. Του είπαν ότι δεν έπρεπε να εκθέσει τον εαυτό του έτσι απερίσκεπτα στη μάχη.[72] Ο Αλέξανδρος έλαβε την τελική πρόταση υποταγής των Μαλλών, η οποία είχε υποβληθεί μετά την κατάληψη της πρωτεύουσάς τους. Εκδίωξε τους πρεσβευτές τους μακριά, αλλά αυτοί τελικά επέστρεψαν αργότερα φέρνοντας ως δώρα 300 τέθριππα άρματα (άρματα τεσσάρων αλόγων).[76] Εκτός από αυτά, ο Αλέξανδρος έλαβε επίσης ως δώρα 1.000 ινδικές ασπίδες, κάποιον άγνωστο αριθμό λιονταριών και 100 τάλαντα.[76][77] Μετά την κατάκτηση των περιοχών αυτών ο Αλέξανδρος διόρισε ως σατράπη των Μαλλών και των Οξυδρακών τον Φίλιππο του Μαχάτα[78] Στη συνέχεια ανέμενε τον Περδίκκα ενώ υποτάσονταν σε αυτόν διαδοχικά οι Σόγδοι και οι Οσσαδίοι,[79] ενώ εν συνεχεία και οι Μουσικάνοι στην περιοχή των οποίων δημιουργήθηκε μια ακόμη Αλεξάνδρεια πόλη. Σειρά στη διαδρομή του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχε η περιοχή του ηγέτη Οξικανού.[80]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές - σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Curtius, Σελ. 321.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Dodge 1890, Σελ. 592.
  3. 3,0 3,1 3,2 Curtius, Σελ. 327.
  4. Καλογεράκης Γεράσιμος, «Μέγας Αλέξανδρος. Ένας ενσαρκωμένος θεός», Εκδ. Δίον, Αθήνα 2012. ISBN13: 9789608100961
  5. www.multan.gov.pk
  6. Dodge 1890, Σελ. 605.
  7. 7,0 7,1 Wheeler 1900, Σελ. 447.
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 Wheeler 1900, Σελ. 448.
  9. Arrian 5.20.1-3 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.20.1-3: «[20.1] Ἀλεξάνδρῳ δὲ ἐπειδὴ οἱ ἀποθανόντες ἐν τῇ μάχῃ κεκόσμηντο τῷ πρέποντι κόσμῳ͵ ὁ δὲ τοῖς θεοῖς τὰ νομιζόμενα ἐπινίκια ἔθυε͵ καὶ ἀγὼν ἐποιεῖτο αὐτῷ γυμνικὸς καὶ ἱππικὸς αὐτοῦ ἐπὶ τῇ ὄχθῃ τοῦ Ὑδάσπου͵ [20.2] ἵναπερ τὸ πρῶτον διέβη ἅμα τῷ στρατῷ. Κρατερὸν μὲν δὴ ξὺν μέρει τῆς στρατιᾶς ὑπελείπετο τὰς πόλεις ἅστινας ταύτῃ ἔκτιζεν ἀναστήσοντά τε καὶ ἐκτειχιοῦντα• αὐτὸς δὲ ἤλαυνεν ὡς ἐπὶ τοὺς προσχώρους τῇ Πώρου ἀρχῇ Ἰνδούς. ὄνομα δὲ ἦν τῷ ἔθνει Γλαυγανῖκαι͵ ὡς λέγει Ἀριστόβουλος͵ ὡς δὲ Πτολεμαῖος͵ Γλαῦσαι. [20.3] ὁποτέρως δὲ ἔχει τὸ ὄνομα οὔ μοι μέλει. ἐπῄει δὲ τὴν χώραν αὐτῶν Ἀλέξανδρος τῶν τε ἑταίρων ἱππέων ἔχων τοὺς ἡμίσεας καὶ τῶν πεζῶν ἀπὸ φάλαγγος ἑκάστης ἐπιλέκτους καὶ τοὺς ἱπποτοξότας σύμπαντας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τοὺς τοξότας• καὶ προσεχώρουν». [1].
  10. Arrian 5.20.4 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.20.4: «[20.4] αὐτῷ ὁμολογίᾳ πάντες. καὶ ἔλαβε πόλεις μὲν ἐς τριάκοντα καὶ ἑπτά͵ ὧν ἵνα ὀλίγιστοι ἦσαν οἰκήτορες πεντακισχιλίων οὐκ ἐλάττους ἦσαν͵ πολλῶν δὲ καὶ ὑπὲρ τοὺς μυρίους• καὶ κώμας πλήθει τε πολλὰς ἔλαβε καὶ πολυανθρώπους οὐ μεῖον τῶν πόλεων. καὶ ταύτης τῆς χώρας Πώρῳ ἄρχειν ἔδωκεν. καὶ Ταξίλῃ δὲ διαλλάττει Πῶρον καὶ Ταξίλην ἀποπέμπει ὀπίσω ἐς τὰ ἤθη τὰ αὑτοῦ». [2].
  11. Ο Αβισάρης ήταν βασιλιάς της Αβισάρας, δηλαδή της χώρας των «ορεσίβιων Ινδών» (των σημερινών περιοχών Κασμίρ και Τζαμμού). Επεχείρησε να ενισχύσει τους Ασσακηνούς, όταν ο Αλέξανδρος επιχειρούσε κατά των πρόσω Ινδών (327 π.Χ.) και στη συνέχεια προσπάθησε να συμμαχήσει με τον Πώρο κατά του Αλεξάνδρου, αλλά μετά την ήττα του πρώτου (326 π.Χ.), έστειλε πρέσβεις με χρήματα και 40 ελέφαντες και έθεσε στη διάθεση του Αλεξάνδρου τον εαυτό του και τη χώρα του. Λίγους μήνες αργότερα, κατά την επιστροφή του Αλεξάνδρου από τον Ύφασι του έστειλε πάλι βασιλικά δώρα και άλλους 30 πολεμικούς ελέφαντες.
  12. Arrian 5.20.5-6 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.20.5-6: «[20.5] Ἐν τούτῳ δὲ παρά τε Ἀβισάρου πρέσβεις ἧκον͵ ἐνδιδόντες αὐτόν τε Ἀλεξάνδρῳ Ἀβισάρην καὶ τὴν χώραν ὅσης ἦρχε. καίτοι πρό γε τῆς μάχης τῆς πρὸς Πῶρον γενομένης Ἀλεξάνδρῳ ἐπενόει Ἀβισάρης καὶ αὐτὸς ξὺν Πώρῳ τάττεσθαι• τότε δὲ καὶ τὸν ἀδελφὸν τὸν αὑτοῦ ξὺν τοῖς ἄλλοις πρέσβεσι παρ΄ Ἀλέξανδρον ἔπεμψε͵ χρήματά τε κομίζοντα καὶ ἐλέφαντας [20.6] τεσσαράκοντα δῶρον Ἀλεξάνδρῳ. ἧκον δὲ καὶ παρὰ τῶν αὐτονόμων Ἰνδῶν πρέσβεις παρ΄ Ἀλέξανδρον καὶ παρὰ Πώρου ἄλλου του ὑπάρχου Ἰνδῶν. Ἀλέξανδρος δὲ Ἀβισάρην διὰ τάχους ἰέναι παρ΄ αὑτὸν κελεύει ἐπαπειλήσας͵ εἰ μὴ ἔλθοι͵ ὅτι αὑτὸν ὄψεται ἥκοντα ξὺν τῇ στρατιᾷ ἵνα οὐ χαιρήσει ἰδών». [3].
  13. Arrian 5.21.4-6 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.21.4-6: «[21.4] Ἐπὶ τοῦτον ἐλαύνων Ἀλέξανδρος ἀφικνεῖται ἐπὶ τὸν Ὑδραώτην ποταμόν͵ ἄλλον αὖ τοῦτον Ἰνδὸν ποταμόν͵ τὸ μὲν εὖρος οὐ μείονα τοῦ Ἀκεσίνου͵ ὀξύτητι δὲ τοῦ ῥοῦ μείονα. ὅσην δὲ τῆς χώρας ἔστε ἐπὶ τὸν Ὑδραώτην ἐπῆλθε͵ φυλακὰς ὑπέλιπεν ἐν τοῖς ἐπι καιροτάτοις χωρίοις͵ ὅπως οἱ ἀμφὶ Κρατερόν τε καὶ Κοῖνον δι΄ ἀσφαλείας ἐπέρχοιντο τῆς χώρας τὴν πολλὴν [21.5] προνομεύοντες. ἐνταῦθα Ἡφαιστίωνα μὲν ἐκπέμπει δοὺς αὐτῷ μέρος τῆς στρατιᾶς͵ πεζῶν μὲν φάλαγγας δύο͵ ἱππέων δὲ τήν τε αὑτοῦ καὶ τὴν Δημητρίου ἱππαρχίαν καὶ τῶν τοξοτῶν τοὺς ἡμίσεας͵ ἐς τὴν Πώρου τοῦ ἀφεστηκότος χώραν͵ κελεύσας παραδιδόναι ταύτην Πώρῳ τῷ ἄλλῳ͵ καὶ εἰ δή τινα πρὸς ταῖς ὄχθαις τοῦ Ὑδραώτου ποταμοῦ αὐτόνομα ἔθνη Ἰνδῶν νέμεται͵ καὶ ταῦτα προσαγαγόμενον τῷ Πώρῳ ἄρχειν [21.6] ἐγχειρίσαι. αὐτὸς δ΄ ἐπέρα τὸν Ὑδραώτην ποταμόν͵ οὐ καθάπερ τὸν Ἀκεσίνην χαλεπῶς. προχωροῦντι δὲ αὐτῷ ἐπέκεινα τῆς ὄχθης τοῦ Ὑδραώτου τοὺς μὲν πολλοὺς καθ΄ ὁμολογίαν προσχωρεῖν ξυνέβαινεν͵ ἤδη δέ τινας ξὺν ὅπλοις ἀπαντήσαντας͵ τοὺς δὲ καὶ ὑποφεύγοντας ἑλὼν βίᾳ κατεστρέψατο». [4].
  14. Arrian 5.22.1-5 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.22.1:5 «[22.1] Ἐν τούτῳ δὲ ἐξαγγέλλεται Ἀλεξάνδρῳ τῶν αὐτο νόμων Ἰνδῶν ἄλλους τέ τινας καὶ τοὺς καλουμένους Καθαίους αὐτούς τε παρασκευάζεσθαι ὡς πρὸς μάχην͵ εἰ προσάγοι τῇ χώρᾳ αὐτῶν Ἀλέξανδρος͵ καὶ ὅσα ὅμορά σφισιν ἔθνη ὡσαύτως αὐτόνομα͵ καὶ ταῦτα παρακαλεῖν [22.2] ἐς τὸ ἔργον• εἶναι δὲ τήν τε πόλιν ὀχυρὰν πρὸς ᾗ ἐπενόουν ἀγωνίσασθαι͵ Σάγγαλα ἦν τῇ πόλει ὄνομα͵ καὶ αὐτοὶ οἱ Καθαῖοι εὐτολμότατοί τε καὶ τὰ πολέμια κράτιστοι ἐνομίζοντο͵ καὶ τούτοις κατὰ τὰ αὐτὰ Ὀξυδράκαι͵ ἄλλο Ἰνδῶν ἔθνος͵ καὶ Μαλλοί͵ ἄλλο καὶ τοῦτο• ἐπεὶ καὶ ὀλίγῳ πρόσθεν στρατεύσαντας ἐπ΄ αὐτοὺς Πῶρόν τε καὶ Ἀνισάρην ξύν τε τῇ σφετέρᾳ δυνάμει καὶ πολλὰ ἄλλα ἔθνη τῶν αὐτονόμων Ἰνδῶν ἀναστήσαντας οὐδὲν πράξαντας τῆς παρασκευῆς ἄξιον ξυνέβη ἀπελθεῖν. [22.3] Ταῦτα ὡς ἐξηγγέλθη Ἀλεξάνδρῳ͵ σπουδῇ ἤλαυνεν ὡς ἐπὶ τοὺς Καθαίους. καὶ δευτεραῖος μὲν ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ τοῦ Ὑδραώτου πρὸς πόλιν ἧκεν ᾗ ὄνομα Πίμπραμα• τὸ δὲ ἔθνος τοῦτο τῶν Ἰνδῶν Ἀδραϊσταὶ [22.4] ἐκαλοῦντο. οὗτοι μὲν δὴ προσεχώρησαν ὁμολογίᾳ Ἀλεξάνδρῳ. καὶ Ἀλέξανδρος ἀναπαύσας τῇ ὑστεραίᾳ τὴν στρατιὰν τῇ τρίτῃ προὐχώρει ἐπὶ τὰ Σάγγαλα͵ ἵνα οἱ Καθαῖοί τε καὶ οἱ ἄλλοι πρόσχωροι αὐτοῖς ξυνεληλυθότες πρὸ τῆς πόλεως παρατεταγμένοι ἦσαν ἐπὶ γηλόφου οὐ πάντῃ ἀποτόμου• κύκλῳ δὲ τοῦ γηλόφου ἁμάξας περιστήσαντες ἐντὸς αὐτῶν ἐστρατοπέδευον͵ ὡς τριπλοῦν χάρακα προβεβλῆσθαι [πρὸ] τῶν [22.5] ἁμαξῶν. Ἀλέξανδρος δὲ τό τε πλῆθος κατιδὼν τῶν βαρβάρων καὶ τοῦ χωρίου τὴν φύσιν͵ ὡς μάλιστα πρὸς τὰ παρόντα ἐν καιρῷ οἱ ἐφαίνετο παρετάσσετο• καὶ τοὺς μὲν ἱπποτοξότας εὐθὺς ὡς εἶχεν ἐκπέμπει ἐπ΄ αὐτούς͵ ἀκροβολίζεσθαι κελεύσας παριππεύοντας͵ ὡς μήτε ἐκδρομήν τινα ποιήσασθαι τοὺς Ἰνδοὺς πρὶν ξυνταχθῆναι αὐτῷ τὴν στρατιὰν καὶ ὡς πληγὰς γίγνεσθαι αὐτοῖς καὶ πρὸ τῆς μάχης ἐντὸς τοῦ ὀχυρώματος». [5].
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 15,4 15,5 Μέγας Αλέξανδρος – Η πολιορκία των Σαγγάλων
  16. Arrian 5.22.2 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.22.2: «[22.2] εἶναι δὲ τήν τε πόλιν ὀχυρὰν πρὸς ᾗ ἐπενόουν ἀγωνίσασθαι͵ Σάγγαλα ἦν τῇ πόλει ὄνομα͵ καὶ αὐτοὶ οἱ Καθαῖοι εὐτολμότατοί τε καὶ τὰ πολέμια κράτιστοι ἐνομίζοντο͵ καὶ τούτοις κατὰ τὰ αὐτὰ Ὀξυδράκαι͵ ἄλλο Ἰνδῶν ἔθνος͵ καὶ Μαλλοί͵ ἄλλο καὶ τοῦτο• ἐπεὶ καὶ ὀλίγῳ πρόσθεν στρατεύσαντας ἐπ΄ αὐτοὺς Πῶρόν τε καὶ Ἀνισάρην ξύν τε τῇ σφετέρᾳ δυνάμει καὶ πολλὰ ἄλλα ἔθνη τῶν αὐτονόμων Ἰνδῶν ἀναστήσαντας οὐδὲν πράξαντας τῆς παρασκευῆς ἄξιον ξυνέβη ἀπελθεῖν». [6].
  17. Arrian 5.22.1-2 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.22.1-2: «[22.1] Ἐν τούτῳ δὲ ἐξαγγέλλεται Ἀλεξάνδρῳ τῶν αὐτο νόμων Ἰνδῶν ἄλλους τέ τινας καὶ τοὺς καλουμένους Καθαίους αὐτούς τε παρασκευάζεσθαι ὡς πρὸς μάχην͵ εἰ προσάγοι τῇ χώρᾳ αὐτῶν Ἀλέξανδρος͵ καὶ ὅσα ὅμορά σφισιν ἔθνη ὡσαύτως αὐτόνομα͵ καὶ ταῦτα παρακαλεῖν [22.2] ἐς τὸ ἔργον•» [7].
  18. Arrian 5.22.3 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.22.3: «[22.3] Ταῦτα ὡς ἐξηγγέλθη Ἀλεξάνδρῳ͵ σπουδῇ ἤλαυνεν ὡς ἐπὶ τοὺς Καθαίους. καὶ δευτεραῖος μὲν ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ τοῦ Ὑδραώτου πρὸς πόλιν ἧκεν ᾗ ὄνομα Πίμπραμα• τὸ δὲ ἔθνος τοῦτο τῶν Ἰνδῶν Ἀδραϊσταὶ ἐκαλοῦντο». » [8].
  19. Arrian 5.22.4 ΑρριανόςΑλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.22.4: «[22.4] τῇ τρίτῃ προὐχώρει ἐπὶ τὰ Σάγγαλα͵ ἵνα οἱ Καθαῖοί τε καὶ οἱ ἄλλοι πρόσχωροι αὐτοῖς ξυνεληλυθότες πρὸ τῆς πόλεως παρατεταγμένοι ἦσαν ἐπὶ γηλόφου οὐ πάντῃ ἀποτόμου• κύκλῳ δὲ τοῦ γηλόφου ἁμάξας περιστήσαντες ἐντὸς αὐτῶν ἐστρατοπέδευον͵ ὡς τριπλοῦν χάρακα προβεβλῆσθαι [πρὸ] τῶν ἁμαξῶν. [9].
  20. Arrian 5.22.5 ΑρριανόςΑλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.22.5: «[22.5] Ἀλέξανδρος δὲ τό τε πλῆθος κατιδὼν τῶν βαρβάρων καὶ τοῦ χωρίου τὴν φύσιν͵ ὡς μάλιστα πρὸς τὰ παρόντα ἐν καιρῷ οἱ ἐφαίνετο παρετάσσετο• καὶ τοὺς μὲν ἱπποτοξότας εὐθὺς ὡς εἶχεν ἐκπέμπει ἐπ΄ αὐτούς͵ ἀκροβολίζεσθαι κελεύσας παριππεύοντας͵ ὡς μήτε ἐκδρομήν τινα ποιήσασθαι τοὺς Ἰνδοὺς πρὶν ξυνταχθῆναι αὐτῷ τὴν στρατιὰν καὶ ὡς πληγὰς γίγνεσθαι αὐτοῖς καὶ πρὸ τῆς μάχης ἐντὸς τοῦ ὀχυρώματος». [10].
  21. Δρ. Ευάγγελος Ε. Τζάχος, «Μέγας Αλέξανδρος. Πορεία προς την αποθέωση». Σελ. 22, Η ενότητα: «Απόφαση για την επιστροφή»
  22. 22,0 22,1 Wheeler 1900, Σελ. 451.
  23. Ανάβασις: Η Ανατολή στους αρχαίους χάρτες τοποθετείτο στο πάνω μέρος τους, εκεί που σήμερα τοποθετούμε τον Βορρά. Γι’ αυτόν το λόγο οι πορείες του Κύρου και του Αλεξάνδρου προς τα ανατολικά ονομάσθηκαν αναβάσεις και γι’ αυτό οι ανατολικές σατραπείες ονομάζονταν άνω' σατραπείες. Η σπουδαιότητα της ανατολής διατηρείται ως σήμερα τόσο στα ελληνικά όσο και στις λατινογενείς γλώσσες και μάλιστα στην πολύ χαρακτηριστική έννοια του προσανατολισμού (orientation, Orientierung).
  24. Arrian 5.27.1 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 5, παράγραφοι 5.27.1: «[27.1] Ταῦτα καὶ τοιαῦτα εἰπόντος Ἀλεξάνδρου πολὺν μὲν χρόνον σιωπὴ ἦν οὔτε ἀντιλέγειν τολμώντων πρὸς τὸν βασιλέα ἐκ τοῦ εὐθέος οὔτε ξυγχωρεῖν ἐθελόντων. ἐν δὲ τούτῳ πολλάκις μὲν Ἀλέξανδρος ἐκέλευε λέγειν τὸν βουλόμενον͵ εἰ δή τις τὰ ἐναντία τοῖς ὑπ΄ αὐτοῦ λεχθεῖσι γιγνώσκει• ἔμενε δὲ καὶ ὣς ἐπὶ πολὺ ἡ σιωπή• ὀψὲ δέ ποτε θαρσήσας Κοῖνος ὁ Πολεμοκράτους ἔλεξε τοιάδε». [11].
  25. Ο Μέμνων ο Μακεδών ήταν Μακεδόνας στρατηγός, τον οποίο ο Αλέξανδρος διόρισε υπεύθυνο της Θράκης το 335 π.Χ.. Το 330 π.Χ. αποστάτησε και ο Αντίπατρος κινήθηκε εναντίον του με ισχυρές δυνάμεις. Τότε βρήκε την ευκαιρία ο Άγις να ξεσηκώσει τους Πελοπονήσιους κατά της Μακεδονικής Ηγεμονίας, υποχρεώνοντας τον Αντίπατρο να κλείσει εσπευσμένα το μέτωπο κατά του Μέμνονα και να στραφεί κατά των Σπαρτιατών.
  26. 26,0 26,1 Wheeler 1900, Σελ. 456.
  27. 27,0 27,1 27,2 Delbruck Hans, The History of the Art of War, volume One, Lincoln, University of Nebraska, isbn=0-8032-6584-0 - Χανς Ντελμπρούκ «Η Ιστορία της Τέχνης του Πολέμου», Λίνκολν, Πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα, έκδοση του 1990.
  28. Arrian 6.1 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.1: «[6.1] Ἀλέξανδρος δέ, ἐπειδὴ παρεσκευάσθησαν αὐτῷ ἐπὶ τοῦ Ὑδάσπου ταῖς ὄχθαις πολλαὶ μὲν τριακόντοροι καὶ ἡμιόλιαι, πολλὰ δὲ καὶ ἱππαγωγὰ πλοῖα καὶ ἄλλα ὅσα ἐς παρακομιδὴν στρατιᾶς ποταμῷ εὔπορα, ἔγνω καταπλεῖν κατὰ τὸν Ὑδάσπην ὡς ἐπὶ τὴν μεγάλην θάλασσαν. πρότερον μέν γε ἐν τῷ Ἰνδῷ ποταμῷ κροκοδείλους ἰδών, μόνῳ τῶν ἄλλων ποταμῶν πλὴν Νείλου, πρὸς δὲ ταῖς ὄχθαις τοῦ Ἀκεσίνου κυάμους πεφυκότας ὁποίους ἡ γῆ ἐκφέρει ἡ Αἰγυπτία, καὶ {ὁ} ἀκούσας ὅτι ὁ Ἀκεσίνης ἐμβάλλει ἐς τὸν Ἰνδόν, ἔδοξεν ἐξευρηκέναι τοῦ Νείλου τὰς ἀρχάς, ὡς τὸν Νεῖλον ἐνθένδε ποθὲν ἐξ Ἰνδῶν ἀνίσχοντα καὶ δι´ ἐρήμου πολλῆς γῆς ῥέοντα καὶ ταύτῃ ἀπολλύοντα τὸν Ἰνδὸν τὸ ὄνομα, ἔπειτα, ὁπόθεν ἄρχεται διὰ τῆς οἰκουμένης χώρας ῥεῖν, Νεῖλον ἤδη πρὸς Αἰθιόπων τε τῶν ταύτῃ καὶ Αἰγυπτίων καλούμενον ἢ, ὡς Ὅμηρος ἐποίησεν, ἐπώνυμον τῆς Αἰγύπτου Αἴγυπτον, οὕτω δὴ ἐσδιδόναι ἐς τὴν ἐντὸς θάλασσαν. καὶ δὴ καὶ πρὸς Ὀλυμπιάδα γράφοντα ὑπὲρ τῶν Ἰνδῶν τῆς γῆς ἄλλα τε γράψαι καὶ ὅτι δοκοίη αὑτῷ ἐξευρηκέναι τοῦ Νείλου τὰς πηγάς, μικροῖς δή τισι καὶ φαύλοις ὑπὲρ τῶν τηλικούτων τεκμαιρόμενον. ἐπεὶ μέντοι ἀτρεκέστερον ἐξήλεγξε τὰ ἀμφὶ τῷ ποταμῷ τῷ Ἰνδῷ, οὕτω δὴ μαθεῖν παρὰ τῶν ἐπιχωρίων τὸν μὲν Ὑδάσπην τῷ Ἀκεσίνῃ, τὸν Ἀκεσίνην δὲ τῷ Ἰνδῷ τό τε ὕδωρ ξυμβάλλοντας καὶ τῷ ὀνόματι ξυγχωροῦντας, τὸν Ἰνδὸν δὲ ἐκδιδόντα ἤδη ἐς τὴν μεγάλην θάλασσαν, δίστομον τὸν Ἰνδὸν ὄντα, οὐδέν τι αὐτῷ προσῆκον τῆς γῆς τῆς Αἰγυπτίας• τηνικαῦτα δὲ τῆς ἐπιστολῆς τῆς πρὸς τὴν μητέρα τοῦτο τὸ ἀμφὶ τῷ Νείλῳ γραφὲν ἀφελεῖν. καὶ τὸν κατάπλουν τὸν κατὰ τοὺς ποταμοὺς ἔστε ἐπὶ τὴν μεγάλην θάλασσαν ἐπινοοῦντα παρασκευασθῆναί οἱ ἐπὶ τῷδε κελεῦσαι τὰς ναῦς. αἱ δὲ ὑπηρεσίαι αὐτῷ ἐς τὰς ναῦς ξυνεπληρώθησαν ἐκ τῶν ξυνεπομένων τῇ στρατιᾷ Φοινίκων καὶ Κυπρίων καὶ Καρῶν καὶ Αἰγυπτίων». [12].
  29. Arrian 6.2 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.2: «[6.2] Ἐν δὲ τούτῳ Κοῖνος μὲν ἐν τοῖς πιστοτάτοις Ἀλεξάνδρῳ ὢν τῶν ἑταίρων νόσῳ τελευτᾷ• καὶ τοῦτον θάπτει ἐκ τῶν παρόντων μεγαλοπρεπῶς. αὐτὸς δὲ ξυναγαγὼν τούς τε ἑταίρους καὶ ὅσοι Ἰνδῶν πρέσβεις παρ´ αὐτὸν ἀφιγμένοι ἦσαν βασιλέα μὲν τῆς ἑαλωκυίας ἤδη Ἰνδῶν γῆς ἀπέδειξε Πῶρον, ἑπτὰ μὲν ἐθνῶν τῶν ξυμπάντων, πόλεων δὲ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὑπὲρ τὰς δισχιλίας. τὴν στρατιὰν δὲ διένειμεν ὧδε• αὐτὸς μὲν τοὺς ὑπασπιστάς τε ἅμα οἷ ξύμπαντας ἐπὶ τὰς ναῦς ἀνεβίβασε καὶ τοὺς τοξότας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τὸ ἄγημα τῶν ἱππέων. Κρατερὸς δὲ αὐτῷ μοῖράν τε τῶν πεζῶν καὶ τῶν ἱππέων παρὰ τὴν ὄχθην τοῦ Ὑδάσπου τὴν ἐν δεξιᾷ ἦγεν• κατὰ δὲ τὴν ἑτέραν ὄχθην τὸ πλεῖστόν τε καὶ κράτιστον τῆς στρατιᾶς καὶ τοὺς ἐλέφαντας Ἡφαιστίων προὐχώρει ἄγων, ἤδη ὄντας ἐς διακοσίους• τούτοις δὲ ἦν παρηγγελμένον ὡς τάχιστα ἄγειν ἵναπερ τὰ Σωπείθου βασίλεια. Φιλίππῳ δὲ τῷ σατράπῃ τῆς ἐπέκεινα τοῦ Ἰνδοῦ ὡς ἐπὶ Βακτρίους γῆς διαλιπόντι τρεῖς ἡμέρας παρήγγελτο ἕπεσθαι ξὺν τοῖς ἀμφ´ αὐτόν. τοὺς ἱππέας δὲ τοὺς Νυσαίους ὀπίσω ἀποπέμπει ἐς τὴν Νῦσαν. τοῦ μὲν δὴ ναυτικοῦ παντὸς Νέαρχος αὐτῷ ἐξηγεῖτο, τῆς δὲ αὐτοῦ νεὼς κυβερνήτης ἦν Ὀνησίκριτος, ὃς ἐν τῇ ξυγγραφῇ, ἥντινα ὑπὲρ Ἀλεξάνδρου ξυνέγραψε, καὶ τοῦτο ἐψεύσατο, ναύαρχον ἑαυτὸν εἶναι γράψας, κυβερνήτην ὄντα. ἦν δὲ τὸ ξύμπαν πλῆθος τῶν νεῶν, ὡς λέγει Πτολεμαῖος ὁ Λάγου, ᾧ μάλιστα ἐγὼ ἕπομαι, τριακόντοροι μὲν ἐς ὀγδοήκοντα, τὰ δὲ πάντα πλοῖα σὺν τοῖς ἱππαγωγοῖς τε καὶ κερκούροις καὶ ὅσα ἄλλα ποτάμια ἢ τῶν πάλαι πλεόντων κατὰ τοὺς ποταμοὺς ἢ ἐν τῷ τότε ποιηθέντων οὐ πολὺ ἀποδέοντα τῶν δισχιλίων». [13].
  30. Arrian 6.4 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.4: «[6.4] Οὕτω δὴ πλέων τρίτῃ ἡμέρᾳ κατέσχειν, ἵναπερ Ἡφαιστίωνί τε καὶ Κρατερῷ κατὰ τὸ αὐτὸ στρατοπεδεύειν ἐπὶ ταῖς ἀντιπέρας ὄχθαις παρήγγελτο. μείνας δὲ ἐνταῦθα ἡμέρας δύο, ὡς καὶ Φίλιππος αὐτῷ ξὺν τῇ λοιπῇ στρατιᾷ ἀφίκετο, τοῦτον μὲν ἐπὶ τὸν Ἀκεσίνην ποταμὸν ἐκπέμπει ξὺν οἷς ἔχων ἧκε, τάξας παρὰ τοῦ Ἀκεσίνου ποταμοῦ τὴν ὄχθην πορεύεσθαι• τοὺς δὲ ἀμφὶ Κρατερόν τε καὶ Ἡφαιστίωνα αὖθις ἐκπέμπει, παραγγείλας ὅπως χρὴ τὴν πορείαν ποιεῖσθαι. αὐτὸς δὲ ἔπλει κατὰ τὸν Ὑδάσπην ποταμὸν οὐδαμοῦ μείονα ἐν τῷ κατάπλῳ εἴκοσι σταδίων τὸ εὖρος. προσορμιζόμενος δὲ ὅπῃ τύχοι ταῖς ὄχθαις τοὺς προσοικοῦντας τῷ Ὑδάσπῃ Ἰνδοὺς τοὺς μὲν ἐνδιδόντας σφᾶς ὁμολογίαις παρελάμβανεν, ἤδη δέ τινας καὶ ἐς ἀλκὴν χωρήσαντας βίᾳ κατεστρέψατο. αὐτὸς δὲ ὡς ἐπὶ τὴν Μαλλῶν τε καὶ Ὀξυδρακῶν γῆν σπουδῇ ἔπλει, πλείστους τε καὶ μαχιμωτάτους τῶν ταύτῃ Ἰνδῶν πυνθανόμενος καὶ ὅτι ἐξηγγέλλοντο αὐτῷ παῖδας μὲν καὶ γυναῖκας ἀποτεθεῖσθαι εἰς τὰς ὀχυρωτάτας τῶν πόλεων, αὐτοὶ δὲ ἐγνωκέναι διὰ μάχης ἰέναι πρὸς αὐτόν. ἐφ´ ὅτῳ δὴ καὶ σπουδῇ πλείονι ἐποιεῖτο τὸν πλοῦν, ὅπως μὴ καθεστηκόσιν αὐτοῖς, ἀλλὰ ἐν τῷ ἐνδεεῖ τε ἔτι τῆς παρασκευῆς καὶ τεταραγμένῳ προσφέρηται. ἔνθεν δὲ ὡρμήθη τὸ δεύτερον, {καὶ} πέμπτῃ ἡμέρᾳ ἀφίκετο ἐπὶ τὴν ξυμβολὴν τοῦ τε Ὑδάσπου καὶ τοῦ Ἀκεσίνου. ἵνα δὲ ξυμβάλλουσιν οἱ ποταμοὶ οὗτοι, στενότατος εἷς ποταμὸς ἐκ τοῖν δυοῖν γίγνεται καὶ τὸ ῥεῦμα αὐτῷ ὀξὺ ἐπὶ τῇ στενότητι καὶ δῖναι ἄτοποι ὑποστρέφοντος τοῦ ῥοῦ, καὶ τὸ ὕδωρ κυμαίνεταί τε καὶ καχλάζει ἐπὶ μέγα, ὡς καὶ πόρρω ἔτι ὄντων ἐξακούεσθαι τὸν κτύπον τοῦ κύματος. καὶ ἦν μὲν προεξηγγελμένα ταῦτα Ἀλεξάνδρῳ ἐκ τῶν ἐγχωρίων καὶ ἐξ Ἀλεξάνδρου τῇ στρατιᾷ• ὅμως δὲ ἐπειδὴ ἐπέλαζεν αὐτῷ ταῖς ξυμβολαῖς ὁ στρατός, ἐς τοσόνδε ὁ ἀπὸ τοῦ ῥοῦ κτύπος κατεῖχεν, ὥστε ἐπέστησαν τὰς εἰρεσίας οἱ ναῦται, οὐκ ἐκ παραγγέλματος, ἀλλὰ τῶν τε κελευστῶν ὑπὸ θαύματος ἐκσιωπησάντων καὶ αὐτοὶ μετέωροι πρὸς τὸν κτύπον γενόμενοι». [14].
  31. 31,0 31,1 31,2 31,3 31,4 31,5 31,6 31,7 31,8 Dodge 1890, Σελ. 593.
  32. Ο Πείθων ο Αγήνορα (ή Πίθων) το 325 π.Χ. πήρε μέρος στις επιχειρήσεις κατά των Μαλλών ως ταξιάρχης και στη συνέχεια από κοινού με τον Οξυάρτη ορίσθηκε σατράπης της περιοχής από τη συμβολή του Ακεσίνη στον Ινδό ως τα παράλια της Ινδίας. Του ανατέθηκε να συντρίψει την εξέγερση των Μουσικανών και κάθε άλλη αντίσταση καθώς και να αστικοποιήσει την περιοχή ως τα Πάταλα. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) έγινε σατράπης της Μηδίας.
  33. Ο Πείθων του Κρατεύα, που καταγόταν από τις Αλκομενές της Εορδαίας, ήταν τριήραρχος στην κάθοδο του Υδάσπη (326 π.Χ.) και ένας από τους βασιλικους σωματοφύλακες (325). Την παραμονή του θανάτου του Αλεξάνδρου (323 π.χ.) συμμετέσχε στην αντιπροσωπεία, που ζήτησε χρησμό από το ναό του Σαράπιδος στη Βαβυλώνα.
  34. Ο Δημήτριος ο Αλθαιμένη στη μάχη του Γρανικού (334 π.Χ.) ήταν ίλαρχος μίας από τις βασιλικές ίλες. Το 327 π.Χ. ήταν ιππάρχης στις επιχειρήσεις της πρόσω Ινδίας. Το 326 π.Χ. πολέμησε με την ιππαρχία του στη μάχη του Υδάσπη και υπό τις διαταγές του Ηφαιστίωνα εισέβαλε στη χώρα του αποστάτη Πώρου. Επίσης πήρε μέρος στις εκκαθαρίσεις στη χώρα των Μαλλών (325π.Χ.).
  35. Ο Νέαρχος του Ανδροτίμου καταγόταν από την Κρήτη, αλλά κατοικούσε στην Αμφίπολη και ήταν Μακεδόνας πολίτης. Ήταν παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου, ανάμεσα σ’ εκείνους που εξορίστηκαν από τον Φίλιππο μετά την παρεξήγηση στο γαμήλιο δείπνο (337 π.Χ.). Στη διάρκεια της εκστρατείας ο Αλέξανδρος τίμησε όλους όσους εξορίστηκαν τότε για χάρη του και ο Νέαρχος έγινε σατράπης της Λυκίας (333 π.Χ.). Το 329 π.Χ. παρουσιάσθηκε στα Βάκτρα επικεφαλής σώματος Ελλήνων μισθοφόρων. Στις επιχειρήσεις της Ινδίας (327 π.Χ. – 326 π.Χ.) ήταν χιλίαρχος των υπασπιστών. Στην κάθοδο των πλωτών ποταμών της Ινδίας ως το δέλτα του Ινδού ορίστηκε ναύαρχος του ποτάμιου στόλου και το φθινόπωρο του 325 π.Χ. άρχισε κατά διαταγή του Αλεξάνδρου τον παράπλου της Μεγάλης Θάλασσας. Την άνοιξη του 324 π.Χ. συναντήθηκε με τη στρατιά στα Σούσα, όπου έγιναν λαμπρές τελετές. Εκεί στεφανώθηκε (=παρασημοφορήθηκε) από τον Αλέξανδρο με χρυσό στεφάνι και στον ομαδικό γάμο παντρεύτηκε την κόρη του Μέντορα και της Βαρσίνης. Ορίστηκε ναύαρχος του στόλου στην εκστρατεία κατά των Αράβων, που ετοίμαζε ο Αλέξανδρος και δεν πραγματοποιήθηκε λόγω του θανάτου του (323π.Χ.). Ήταν επίσης ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.
  36. Ο Πτολεμαίος ο Λάγου ήταν εταίρος από την Πέλλα και παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου. Το 328 ο Πτολεμαίος διοικούσε ένα από τα πέντε τμήματα της στρατιάς, που σάρωσαν τη Σογδιανή. Πήρε μέρος στην πολιορκία της Πέτρας του Χοριήνη, στην υποταγή της πρόσω Ινδίας, στην Πολιορκία της Αόρνου Πέτρας (327 π.Χ.), στη Μάχη του Υδάσπη (326π.Χ.) και στην Πολιορκία των Σαγγάλων. Κατά την κάθοδο από τον Υδάσπη στη Μεγάλη Θάλασσα ήταν τριήραρχος και διοικούσε ένα τμήμα της στρατιάς. Σύμφωνα με τη δική του εξιστόρηση δεν πήρε μέρος στην πολιορκία της πόλης των Μαλλών, όπου τραυματίσθηκε σχεδόν θανάσιμα ο Αλέξανδρος (325π.Χ.), διότι «διοικούσε άλλο στρατιωτικό τμήμα και πολεμούσε αλλού, εναντίον άλλων βαρβάρων».
  37. 37,0 37,1 Curtius, Σελ. 326.
  38. 38,00 38,01 38,02 38,03 38,04 38,05 38,06 38,07 38,08 38,09 38,10 38,11 38,12 Dodge 1890, Σελ. 594.
  39. Arrian 6.5 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.5: «[6.5] Ὡς δὲ οὐ πόρρω τῶν ξυμβολῶν ἦσαν, ἐνταῦθα δὴ οἱ κυβερνῆται παραγγέλλουσιν ὡς βιαιοτάτῃ εἰρεσίᾳ χρωμένους ἐξελαύνειν ἐκ τῶν στενῶν, τοῦ μὴ ἐμπιπτούσας τὰς ναῦς ἐς τὰς δίνας ἀναστρέφεσθαι πρὸς αὐτῶν, ἀλλὰ κρατεῖν γὰρ τῇ εἰρεσίᾳ τῶν ἐπιστροφῶν τοῦ ὕδατος. τὰ μὲν δὴ στρογγύλα πλοῖα ὅσα καὶ ἔτυχεν αὐτῶν περιστραφέντα πρὸς τοῦ ῥοῦ, οὐδέν τι παθόντα ἐν τῇ ἐπιστροφῇ ὅτι μὴ ταράξαντα τοὺς ἐμπλέοντας, κατέστη ἐς εὐθύ, πρὸς αὐτοῦ τοῦ ῥοῦ ὀρθωθέντα• αἱ δὲ μακραὶ νῆες οὐχ ὡσαύτως ἀπαθεῖς ἀπῆλθον ἐν τῇ ἐπιστροφῇ, οὔτε μετέωροι ἐπὶ τοῦ ἐπικαχλάζοντος κύματος ὡσαύτως οὖσαι, ὅσαι τε δίκροτοι αὐτῶν τὰς κάτω κώπας οὐκ ἐπὶ πολὺ ἔξω ἔχουσαι τοῦ ὕδατος• καὶ αἱ κῶπαι δὲ αὐτοῖς πλαγίοις ἐν ταῖς δίναις γενομένοις συνετρίβοντο, ὅσων γε ἐγκατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ὕδατος οὐ φθασάντων αὐτὰς μετεωρίσαι, ὡς πολλὰς μὲν πονῆσαι τῶν νεῶν, δύο δὲ δὴ περιπεσούσας ἀλλήλαις αὐτάς τε διαφθαρῆναι καὶ τῶν ἐμπλεόντων ἐν αὐταῖς πολλούς. ὡς δὲ ἐς πλάτος ἤδη ὁ ποταμὸς διέσχεν, ἐνταῦθα δὴ ὅ τε ῥοῦς οὐκέτι ὡσαύτως χαλεπὸς ἦν καὶ αἱ δῖναι οὐχ ὁμοίᾳ τῇ βίᾳ ἐπέστρεφον. προσορμίσας οὖν τῇ ἐν δεξιᾷ ὄχθῃ Ἀλέξανδρος τὸν στρατόν, ἵνα σκέπη τε ἦν τοῦ ῥοῦ καὶ προσβολὴ ταῖς ναυσὶν καί τις καὶ ἄκρα τοῦ ποταμοῦ ἐπιτηδείως ἀνεῖχεν ἐς τῶν ναυαγίων τε τὴν ξυναγωγὴν καὶ εἴ τινες ἐπ´ αὐτῶν ζῶντες ἔτι ἐφέροντο, τούτους τε διέσωσε καὶ ἐπισκευάσας τὰς πεπονηκυίας τῶν νεῶν Νέαρχον μὲν καταπλεῖν κελεύει ἔστ´ ἂν ἀφίκηται ἐπὶ τὰ ὅρια τοῦ Μαλλῶν ἔθνους, αὐτὸς δὲ τῶν βαρβάρων τῶν οὐ προσχωρούντων καταδρομὴν τῆς χώρας ποιησάμενος καὶ κωλύσας ἐπικουρῆσαι αὐτοὺς τοῖς Μαλλοῖς, οὕτω δὴ αὖθις ξυνέμιξε τῷ ναυτικῷ. Καὶ ἐνταῦθα Ἡφαιστίων τε αὐτῷ καὶ Κρατερὸς καὶ Φίλιππος ξὺν τοῖς ἀμφ´ αὐτοὺς ὁμοῦ ἤδη ἦσαν. ὁ δὲ τοὺς μὲν ἐλέφαντας καὶ τὴν Πολυπέρχοντος τάξιν καὶ τοὺς ἱπποτοξότας καὶ Φίλιππον ξὺν τῇ ἀμφ´ αὐτὸν στρατιᾷ διαβιβάσας τὸν Ὑδάσπην ποταμὸν Κρατερῷ ἄγειν προσέταξε• Νέαρχον δὲ ξὺν τῷ ναυτικῷ πέμπει τρισὶν ἡμέραις τὴν στρατιὰν κελεύσας φθάνειν κατὰ τὸν πλοῦν. τὸν δὲ ἄλλον στρατὸν τριχῇ διένειμε• καὶ Ἡφαιστίωνα μὲν πέντε ἡμέραις προϊέναι ἔταξεν, ὡς εἴ τινες τοὺς ξὺν αὐτῷ τεταγμένους φεύγοντες ἐς τὸ πρόσω κατὰ σπουδὴν ἴοιεν, τοῖς ἀμφὶ Ἡφαιστίωνα ἐμπίπτοντες ἁλίσκωνται• Πτολεμαῖον δὲ τὸν Λάγου δοὺς καὶ τούτῳ τῆς στρατιᾶς μέρος τρισὶν ἡμέραις ὑπολειπόμενον ἕπεσθαι ἐκέλευσεν, ὡς ὅσοι τὸ ἔμπαλιν ὑποστρέφοιεν αὐτὸν φεύγοντες, οὗτοι δὲ ἐς τοὺς ἀμφὶ τὸν Πτολεμαῖον ἐμπίπτοιεν. ἐπὰν δὲ ἀφίκωνται ἐς τὰς ξυμβολὰς τοῦ τε Ἀκεσίνου καὶ τοῦ Ὑδραώτου ποταμοῦ, ἐνταῦθα δὴ τούς τε φθάνοντας ὑπομένειν ἐκέλευσεν, ἔστ´ ἂν ἥκῃ αὐτός, καὶ τοὺς ἀμφὶ Κρατερὸν καὶ Πτολεμαῖον αὐτῷ ξυμβαλεῖν». [15].
  40. Arrian 6.6 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.6: «[6.6] Αὐτὸς δὲ ἀναλαβὼν τοὺς ὑπασπιστάς τε καὶ τοὺς τοξότας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τῶν πεζεταίρων καλουμένων τὴν Πείθωνος τάξιν καὶ τοὺς ἱπποτοξότας τε πάντας καὶ τῶν ἱππέων τῶν ἑταίρων τοὺς ἡμίσεας διὰ γῆς ἀνύδρου ὡς ἐπὶ Μαλλοὺς ἦγεν, ἔθνος Ἰνδικὸν Ἰνδῶν τῶν αὐτονόμων. καὶ τῇ μὲν πρώτῃ κατεστρατοπέδευσε πρὸς ὕδατι οὐ πολλῷ, ὃ δὴ ἀπεῖχε τοῦ Ἀκεσίνου ποταμοῦ σταδίους ἐς ἑκατόν• δειπνοποιησάμενος δὲ καὶ ἀναπαύσας τὴν στρατιὰν οὐ πολὺν χρόνον παραγγέλλει ὅ τι τις ἔχοι ἄγγος ἐμπλῆσαι ὕδατος. διελθὼν δὲ τῆς τε ἡμέρας τὸ ἔτι ὑπολειπόμενον καὶ τὴν νύκτα ὅλην ἐς τετρακοσίους μάλιστα σταδίους ἅμα ἡμέρᾳ πρὸς πόλιν ἀφίκετο, ἐς ἣν ξυμπεφεύγεσαν πολλοὶ τῶν Μαλλῶν. οἱ δὲ οὔποτ´ ἂν οἰηθέντες διὰ τῆς ἀνύδρου ἐλθεῖν ἐπὶ σφᾶς Ἀλέξανδρον ἔξω τε τῆς πόλεως οἱ πολλοὶ καὶ ἄνοπλοι ἦσαν• ἐφ´ ὅτῳ καὶ δῆλος ἐγένετο ταύτην ἀγαγὼν Ἀλέξανδρος, ἣν ὅτι αὐτῷ ἀγαγεῖν χαλεπὸν ἦν, ἐπὶ τῷδε οὐδὲ τοῖς πολεμίοις ὅτι ἄξει πιστὸν ἐφαίνετο. τούτοις μὲν δὴ οὐ προσδοκήσασιν ἐπιπεσὼν τοὺς μὲν πολλοὺς ἀπέκτεινεν αὐτῶν οὐδὲ ἐς ἀλκὴν οἷα δὴ ἀνόπλους τραπέντας• τῶν δὲ ἄλλων εἰς τὴν πόλιν κατειληθέντων κύκλῳ περιστήσας τῷ τείχει τοὺς ἱππέας, ὅτι μήπω ἡ φάλαγξ τῶν πεζῶν ἠκολουθήκει αὐτῷ, ἀντὶ χάρακος ἐχρήσατο τῇ ἵππῳ. ὡς δὲ τάχιστα οἱ πεζοὶ ἀφίκοντο, Περδίκκαν μὲν τήν τε αὑτοῦ ἱππαρχίαν ἔχοντα καὶ τὴν Κλείτου καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας πρὸς ἄλλην πόλιν ἐκπέμπει τῶν Μαλλῶν, οἷ ξυμπεφευγότες ἦσαν πολλοὶ τῶν ταύτῃ Ἰνδῶν, φυλάσσειν τοὺς ἐν τῇ πόλει κελεύσας, ἔργου δὲ μὴ ἔχεσθαι ἔστ´ ἂν ἀφίκηται αὐτός, ὡς μηδὲ ἀπὸ ταύτης τῆς πόλεως διαφυγόντας τινὰς αὐτῶν ἀγγέλους γενέσθαι τοῖς ἄλλοις βαρβάροις ὅτι προσάγει ἤδη Ἀλέξανδρος• αὐτὸς δὲ προσέβαλλεν τῷ τείχει. οἱ δὲ βάρβαροι τὸ μὲν τεῖχος ἐκλείπουσιν, ὡς οὐκ ἂν διαφυλάξαντες αὐτὸ ἔτι, πολλῶν ἐν τῇ καταλήψει τεθνηκότων, τῶν δὲ καὶ ἀπὸ τραυμάτων ἀπομάχων γεγενημένων• ἐς δὲ τὴν ἄκραν ξυμφυγόντες χρόνον μέν τινα ἠμύνοντο ἐξ ὑπερδεξίου τε χωρίου καὶ χαλεποῦ ἐς προσβολήν, προσκειμένων δὲ πάντοθεν εὐρώστως τῶν Μακεδόνων καὶ αὐτοῦ Ἀλεξάνδρου ἄλλοτε ἄλλῃ ἐπιφαινομένου τῷ ἔργῳ ἥ τε ἄκρα κατὰ κράτος ἑάλω καὶ οἱ ξυμφυγόντες ἐς αὐτὴν πάντες ἀπέθανον• ἦσαν δὲ ἐς δισχιλίους. Περδίκκας δὲ ἐς τὴν πόλιν ἐφ´ ἥντινα ἐστάλη ἀφικόμενος τὴν μὲν πόλιν ἐρήμην καταλαμβάνει, μαθὼν δὲ ὅτι οὐ πρὸ πολλοῦ πεφεύγεσαν ἐξ αὐτῆς οἱ ἐνοικοῦντες δρόμῳ ἤλαυνε κατὰ στίβον τῶν φευγόντων• οἱ δὲ ψιλοὶ ὡς τάχους ποδῶν εἶχον αὐτῷ ἐφείποντο. καταλαβὼν δὲ τῶν φευγόντων κατέκοψεν ὅσοι γε μὴ ἔφθασαν ἐς τὰ ἕλη ξυμφυγόντες». [16].
  41. 41,0 41,1 41,2 41,3 Dodge 1890, Σελ. 595.
  42. Dodge 1890, Σελ. 596.
  43. 43,0 43,1 Arrian 1893, Σελ. 301.
  44. 44,0 44,1 44,2 44,3 Dodge 1890, Σελ. 597.
  45. 45,0 45,1 45,2 45,3 45,4 Arrian 1893, Σελ. 302.
  46. 46,0 46,1 Dodge 1890, Σελ. 598.
  47. Worthington 2008, Σελ. 27.
  48. Worthington 2008, Σελ. 28.
  49. 49,0 49,1 Arrian 1893, Σελ. 303.
  50. Dodge 1890, Σελ. 600.
  51. 51,0 51,1 51,2 51,3 51,4 Arrian 1893, Σελ. 304.
  52. Arrian 6.7 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.7: «[6.7] Ἀλέξανδρος δὲ δειπνοποιησάμενός τε καὶ ἀναπαύσας τοὺς ἀμφ´ αὑτὸν ἔστε ἐπὶ πρώτην φυλακὴν ᾔει τοῦ πρόσω• καὶ τὴν νύκτα διελθὼν πολλὴν ὁδὸν ἅμα ἡμέρᾳ ἀφίκετο πρὸς τὸν Ὑδραώτην ποταμόν. ἔνθα δὴ τῶν Μαλλῶν τοὺς μὲν πολλοὺς διαβεβηκότας ἤδη ἔμαθεν, τοῖς δὲ καὶ διαβαίνουσιν ἐπιγενόμενος περὶ αὐτὸν τὸν πόρον πολλοὺς αὐτῶν διέφθειρε. καὶ αὐτὸς ὡς εἶχε ξυνδιαβὰς κατὰ τὸν αὐτὸν πόρον διώκων εἴχετο τῶν φθασάντων ἐς τὴν ἀποχώρησιν. καὶ πολλοὺς μὲν ἀπέκτεινεν αὐτῶν, τοὺς δὲ καὶ ζῶντας ἔλαβεν, οἱ πλείους δὲ κατέφυγον ἔς τι χωρίον ὀχυρὸν καὶ τετειχισμένον. Ἀλέξανδρος δέ, ὡς οἱ πεζοὶ ἀφίκοντο αὐτῷ, ἀποστέλλει ἐπὶ τούτους Πείθωνα τήν τε αὑτοῦ τάξιν ἔχοντα καὶ τῶν ἱππέων δύο ἱππαρχίας. καὶ οὗτοι δὴ ἐξ ἐφόδου προσβαλόντες λαμβάνουσι τὸ χωρίον καὶ τοὺς καταπεφευγότας ἐς αὐτὸ ἠνδραπόδισαν, ὅσοι γε μὴ ἐν τῇ προσβολῇ διεφθάρησαν. ταῦτα δὲ οἱ ἀμφὶ τὸν Πείθωνα διαπραξάμενοι ἀπανῆλθον αὖθις ἐς τὸ στρατόπεδον. Αὐτὸς δὲ Ἀλέξανδρος ὡς ἐπὶ τῶν Βραχμάνων τινὰ πόλιν ἦγεν, ὅτι καὶ ἐς ταύτην ξυμπεφευγέναι τινὰς τῶν Μαλλῶν ἔμαθεν. ὡς δὲ ἀφίκετο πρὸς αὐτήν, ἐπῆγε τῷ τείχει πάντοθεν πυκνὴν τὴν φάλαγγα. οἱ δὲ ὑπορυσσόμενα τὰ τείχη ἰδόντες καὶ ἐκ τῶν βελῶν ἀναστελλόμενοι τὰ μὲν τείχη καὶ οὗτοι ἐκλείπουσιν, ἐς δὲ τὴν ἄκραν ξυμφυγόντες ἐκεῖθεν ἠμύνοντο• ξυνεισπεσόντων δὲ αὐτοῖς ὀλίγων Μακεδόνων μεταβαλλόμενοι καὶ ξυστραφέντες τοὺς μὲν ἐξέωσαν αὐτῶν, ἀπέκτειναν δὲ ἐν τῇ ὑποστροφῇ ἐς πέντε καὶ εἴκοσι. καὶ ἐν τούτῳ Ἀλέξανδρος τάς τε κλίμακας πάντοθεν κελεύει προστιθέναι τῇ ἄκρᾳ καὶ ὑπορύττειν τὸ τεῖχος. ὡς δὲ πύργος τε ἔπεσεν ὑπορυσσόμενος καὶ τοῦ μεταπυργίου τι παραρραγὲν ἐπιμαχωτέραν ταύτῃ ἐποίησε τὴν ἄκραν, πρῶτος Ἀλέξανδρος ἐπιβὰς τοῦ τείχους ὤφθη ἔχων τὸ τεῖχος. καὶ τοῦτον ἰδόντες οἱ ἄλλοι Μακεδόνες αἰσχυνθέντες ἄλλος ἄλλῃ ἀνῄεσαν. εἴχετό τε ἤδη ἡ ἄκρα, καὶ τῶν Ἰνδῶν οἱ μὲν τὰς οἰκίας ἐνεπίμπρασαν καὶ ἐν αὐταῖς ἐγκαταλαμβανόμενοι ἀπέθνησκον, οἱ πολλοὶ δὲ μαχόμενοι αὐτῶν. ἀπέθανον δὲ οἱ πάντες ἐς πεντακισχιλίους, ζῶντες δὲ δι´ ἀνδρείαν ὀλίγοι ἐλήφθησαν». [17].
  53. 53,0 53,1 53,2 Dodge 1890, Σελ. 601.
  54. Arrian 6.8 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.8: «[6.8] Μείνας δὲ αὐτοῦ μίαν ἡμέραν καὶ ἀναπαύσας τὴν στρατιὰν τῇ ὑστεραίᾳ προὐχώρει ὡς ἐπὶ τοὺς ἄλλους Μαλλούς. καὶ τὰς μὲν πόλεις ἐκλελοιπότας καταλαμβάνει, αὐτοὺς δὲ ἔμαθεν ὅτι πεφευγότες εἶεν ἐς τὴν ἔρημον. καὶ ἐνταῦθα αὖθις μίαν ἡμέραν ἀναπαύσας τὴν στρατιὰν ἐς τὴν ἐπιοῦσαν Πείθωνα μὲν καὶ Δημήτριον τὸν ἱππάρχην πρὸς τὸν ποταμὸν ὀπίσω ἀπέπεμψεν, ὧν τε αὐτοὶ ἡγοῦντο ἄγοντας καὶ πρὸς τούτοις ψιλῶν τάξεις δοὺς αὐτοῖς ὅσαι ἱκαναὶ πρὸς τὸ ἔργον. προσέταξε δὲ παρὰ τῇ ὄχθῃ τοῦ ποταμοῦ ἰόντας, εἴ τισι περιτυγχάνοιεν τῶν ἐς τὰς ὕλας ξυμπεφευγότων, αἳ δὴ πολλαὶ πρὸς τῇ ὄχθῃ τοῦ ποταμοῦ ἦσαν, τούτους κτείνειν, ὅσοι μὴ ἐθελονταὶ σφᾶς ἐνδιδοῖεν. καὶ πολλοὺς καταλαβόντες ἐν ταῖς ὕλαις οἱ ἀμφὶ Πείθωνά τε καὶ Δημήτριον ἀπέκτειναν. Αὐτὸς δὲ ἦγεν ἐπὶ τὴν μεγίστην τῶν Μαλλῶν πόλιν, ἵνα καὶ ἐκ τῶν ἄλλων πόλεων πολλοὺς ξυμπεφευγέναι αὐτῷ ἐξηγγέλλετο. ἀλλὰ καὶ ταύτην ἐξέλιπον οἱ Ἰνδοὶ ὡς προσάγοντα Ἀλέξανδρον ἔμαθον. διαβάντες δὲ τὸν Ὑδραώτην ποταμὸν ἐπὶ ταῖς ὄχθαις αὐτοῦ, ὅτι ὑψηλαὶ αἱ ὄχθαι ἦσαν, παρατεταγμένοι ἔμενον, ὡς εἴρξοντες τοῦ πόρου Ἀλέξανδρον. καὶ ταῦτα ὡς ἤκουσεν, ἀναλαβὼν τὴν ἵππον τὴν ἅμα αὐτῷ πᾶσαν ᾔει ὡς ἐπὶ τὸν Ὑδραώτην, ἵναπερ παρατετάχθαι τοὺς Μαλλοὺς ἐξηγγέλλετο. οἱ δὲ πεζοὶ ἕπεσθαι αὐτῷ ἐτάχθησαν. ὡς δὲ ἀφίκετό τε ἐπ´ αὐτὸν καὶ ἐν τῷ πέραν τοὺς πολεμίους τεταγμένους κατεῖδεν, ὡς εἶχεν ἐκ τῆς ὁδοῦ ἐμβάλλει ἐς τὸν πόρον ξὺν τῇ ἵππῳ μόνῃ. οἱ δὲ ἰδόντες ἐν μέσῳ τοῦ ποταμοῦ ὄντα ἤδη Ἀλέξανδρον κατὰ σπουδὴν μέν, ξυντεταγμένοι δὲ ὅμως ἀπεχώρουν ἀπὸ τῆς ὄχθης• καὶ Ἀλέξανδρος ξὺν μόνῃ τῇ ἵππῳ εἵπετο. ὡς δὲ κατεῖδον ἱππέας μόνους, ἐπιστρέψαντες οἱ Ἰνδοὶ καρτερῶς ἐμάχοντο πλῆθος ὄντες ἐς πέντε μυριάδας. καὶ Ἀλέξανδρος ὡς τήν τε φάλαγγα αὐτῶν πυκνὴν κατεῖδε καὶ αὐτῷ οἱ πεζοὶ ἀπῆσαν, προσβολὰς μὲν ἐποιεῖτο ἐς κύκλους παριππεύων, ἐς χεῖρας δὲ οὐκ ᾔει τοῖς Ἰνδοῖς. καὶ ἐν τούτῳ παραγίγνονται αὐτῷ οἵ τε Ἀγριᾶνες καὶ ἄλλαι τάξεις τῶν ψιλῶν, ἃς δὴ ἐπιλέκτους ἅμα οἷ ἦγε, καὶ οἱ τοξόται• οὐ πόρρω δὲ οὐδὲ ἡ φάλαγξ ἐφαίνετο τῶν πεζῶν. καὶ οἱ Ἰνδοὶ ὁμοῦ σφισι πάντων τῶν δεινῶν προσκειμένων ἀποστρέψαντες ἤδη προτροπάδην ἔφευγον ἐς πόλιν ὀχυρωτάτην τῶν πλησίον. καὶ Ἀλέξανδρος ἑπόμενός τε αὐτοῖς πολλοὺς ἔκτεινε καὶ ὡς ἐς τὴν πόλιν οἱ διαφυγόντες κατειλήθησαν, πρῶτα μὲν τοῖς ἱππεῦσιν ἐξ ἐφόδου ἐκυκλώσατο τὴν πόλιν• ὡς δὲ οἱ πεζοὶ αὐτῷ παρῆσαν, ταύτῃ μὲν τῇ ἡμέρᾳ περιστρατοπεδεύει ἐν κύκλῳ τοῦ τείχους, ὅτι οὐ πολύ τε τῆς ἡμέρας ὑπελείπετο ἐς τὴν προσβολὴν καὶ ἡ στρατιὰ αὐτῷ ὑπότε πορείας μακρᾶς οἱ πεζοὶ καὶ ὑπὸ διώξεως συνεχοῦς οἱ ἵπποι καὶ οὐχ ἥκιστα κατὰ τὸν πόρον τοῦ ποταμοῦ τεταλαιπωρήκεσαν». [18].
  55. 55,0 55,1 Dodge 1890, Σελ. 602.
  56. 56,0 56,1 Arrian 1893, Σελ. 305.
  57. 57,0 57,1 57,2 57,3 57,4 Dodge 1890, Σελ. 603.
  58. Arrian 6.9 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.9: «[6.9] Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ διχῇ διελὼν τὸν στρατὸν τοῦ μὲν ἑτέρου αὐτὸς ἡγούμενος προσέβαλλε τῷ τείχει, τὸ δὲ ἕτερον Περδίκκας προσῆγε. καὶ ἐν τούτῳ οὐ δεξάμενοι οἱ Ἰνδοὶ τῶν Μακεδόνων τὴν ὁρμὴν τὰ μὲν τείχη τῆς πόλεως λείπουσιν, αὐτοὶ δὲ ἐς τὴν ἄκραν ξυνέφευγον. Ἀλέξανδρος μὲν οὖν καὶ οἱ ἀμφ´ αὐτὸν πυλίδα τινὰ κατασχίσαντες παρῆλθον ἐς τὴν πόλιν πολὺ πρὸ τῶν ἄλλων• οἱ δὲ ὁμοῦ Περδίκκᾳ τεταγμένοι ὑστέρησαν ὑπερβαίνοντες κατὰ τὰ τείχη οὐκ εὐπετῶς, οὐδὲ τὰς κλίμακας οἱ πολλοὶ αὐτῶν φέροντες, ὅτι ἑαλωκέναι αὐτοῖς ἐδόκει ἡ πόλις, ἐρημούμενα τῶν προμαχομένων τὰ τείχη ὡς κατεῖδον. ὡς δὲ ἡ ἄκρα ἐχομένη πρὸς τῶν πολεμίων καὶ πρὸ ταύτης τεταγμένοι εἰς τὸ ἀπομάχεσθαι πολλοὶ ἐφάνησαν, ἐνταῦθα δὴ οἱ μὲν ὑπορύσσοντες τὸ τεῖχος, οἱ δὲ προσθέσει ὅπῃ παρείκοι τῶν κλιμάκων βιάσασθαι ἐπειρῶντο ἐς τὴν ἄκραν. Ἀλέξανδρος δέ, ὡς βλακεύειν αὐτῷ ἐδόκουν τῶν Μακεδόνων οἱ φέροντες τὰς κλίμακας, ἁρπάσας κλίμακα ἑνὸς τῶν φερόντων προσέθηκε τῷ τείχει αὐτὸς καὶ εἰληθεὶς ὑπὸ τῇ ἀσπίδι ἀνέβαινεν• ἐπὶ δὲ αὐτῷ Πευκέστας ὁ τὴν ἱερὰν ἀσπίδα φέρων, ἣν ἐκ τοῦ νεὼ τῆς Ἀθηνᾶς τῆς Ἰλιάδος λαβὼν ἅμα οἷ εἶχεν Ἀλέξανδρος καὶ πρὸ αὐτοῦ ἐφέρετο ἐν ταῖς μάχαις• ἐπὶ δὲ τούτῳ Λεοννάτος ἀνῄει κατὰ τὴν αὐτὴν κλίμακα ὁ σωματοφύλαξ• κατὰ δὲ ἄλλην κλίμακα Ἀβρέας τῶν διμοιριτῶν τις στρατευομένων. ἤδη τε πρὸς τῇ ἐπάλξει τοῦ τείχους ὁ βασιλεὺς ἦν καὶ ἐρείσας ἐπ´ αὐτῇ τὴν ἀσπίδα τοὺς μὲν ὤθει εἴσω τοῦ τείχους τῶν Ἰνδῶν, τοὺς δὲ καὶ αὐτοῦ τῷ ξίφει ἀποκτείνας γεγυμνώκει τὸ ταύτῃ τεῖχος• καὶ οἱ ὑπασπισταὶ ὑπέρφοβοι γενόμενοι ὑπὲρ τοῦ βασιλέως σπουδῇ ὠθούμενοι κατὰ τὴν αὐτὴν κλίμακα συντρίβουσιν αὐτήν, ὥστε οἱ μὲν ἤδη ἀνιόντες αὐτῶν κάτω ἔπεσον, τοῖς δὲ ἄλλοις ἄπορον ἐποίησαν τὴν ἄνοδον. Ἀλέξανδρος δὲ ὡς ἐπὶ τοῦ τείχους στὰς κύκλῳ τε ἀπὸ τῶν πλησίον πύργων ἐβάλλετο, οὐ γὰρ πελάσαι γε ἐτόλμα τις αὐτῷ τῶν Ἰνδῶν, καὶ ὑπὸ τῶν ἐκ τῆς πόλεως, οὐδὲ πόρρω τούτων γε ἐσακοντιζόντων (ἔτυχε γάρ τι καὶ προσκεχωσμένον ταύτῃ πρὸς τὸ τεῖχος), δῆλος μὲν ἦν Ἀλέξανδρος ὢν τῶν τε ὅπλων τῇ λαμπρότητι καὶ τῷ ἀτόπῳ τῆς τόλμης, ἔγνω δὲ ὅτι αὐτοῦ μὲν μένων κινδυνεύσει μηδὲν ὅ τι καὶ λόγου ἄξιον ἀποδεικνύμενος, καταπηδήσας δὲ εἴσω τοῦ τείχους τυχὸν μὲν αὐτῷ τούτῳ ἐκπλήξει τοὺς Ἰνδούς, εἰ δὲ μή, καὶ κινδυνεύειν δέοι, μεγάλα ἔργα καὶ τοῖς ἔπειτα πυθέσθαι ἄξια ἐργασάμενος οὐκ ἀσπουδεὶ ἀποθανεῖται - ταῦτα γνοὺς καταπηδᾷ ἀπὸ τοῦ τείχους ἐς τὴν ἄκραν. ἔνθα δὴ ἐρεισθεὶς πρὸς τῷ τείχει τοὺς μέν τινας ἐς χεῖρας ἐλθόντας καὶ τόν γε ἡγεμόνα τῶν Ἰνδῶν προσφερόμενόν οἱ θρασύτερον παίσας τῷ ξίφει ἀποκτείνει• ἄλλον δὲ πελάζοντα λίθῳ βαλὼν ἔσχε καὶ ἄλλον λίθῳ, τὸν δὲ ἐγγυτέρω προσάγοντα τῷ ξίφει αὖθις. οἱ δὲ βάρβαροι πελάζειν μὲν αὐτῷ οὐκέτι ἤθελον, ἔβαλλον δὲ πάντοθεν περιεστηκότες ὅ τι τις ἔχων βέλος ἐτύγχανεν ἢ ἐν τῷ τότε ἔλαβεν». [19].
  59. Wheeler 1900, Σελ. 458.
  60. Dave, Wood. «In the footsteps of Alexander the Great». The City of Multan. BBC. http://www.youtube.com/watch?v=862z-d53EF4&feature=view_all&list=PL6D64A7AD47C52E4E&index=27. Ανακτήθηκε στις July 14, 2011. 
  61. 61,0 61,1 61,2 Arrian 1893, Σελ. 604.
  62. Ο Πευκέστας ο Αλεξάνδρου ήταν υπασπιστής από την Μίεζα, που μετέφερε την ιερή ασπίδα του Αλεξάνδρου. Αυτή η ασπίδα εθεωρείτο ότι ήταν ανάθημα από την εποχή του Τρωικού πολέμου στο ναό της Τρωάδος Αθηνάς, απ’ όπου την πήρε ο Αλέξανδρος (334 π.Χ.). Το 325 π.Χ. ο Πευκέστας ο Αλεξάνδρου, ο Λεοννάτος ο Ανταίου κι ο διμοιρίτης Αβρέας αποκόπηκαν μαζί με τον Αλέξανδρο στην πολιορκούμενη πόλη των Μαλλών και ο Πευκέστας με την ιερή ασπίδα προστάτεψε τον σχεδόν θανάσιμα τραυματισμένο Αλέξανδρο από τα καταιγιστικά τοξεύματα των Μαλλών. Λίγο αργότερα στην Καρμανία ο Αλέξανδρος τον προήγαγε τιμητικά σε σωματοφύλακα και στις αρχές του 324 π.Χ. τον εγκατέστησε στην Περσέπολη ως διοικητή της Περσίδας. Ο Πευκέστας αποδείχθηκε ένθερμος υποστηρικτής της ανάμιξης των πολιτισμών, φόρεσε μηδική ενδυμασία, έμαθε περσικά και υιοθέτησε όλα τα περσικά έθιμα. Έκτιμώντας όλη την προσφορά του στους εορτασμούς στα Σούσα ο Αλέξανδρος τον στεφάνωσε (=παρασημοφόρησε) δημοσίως με χρυσό στεφάνι. Κατά την προετοιμασία της εκστρατείας στην Αραβία ο Πευκέστας έφτασε στη Βαβυλώνα επικεφαλής 20.000 Περσών και αρκετών Κοσσαίων και Tαπούρων. Συμμετέσχε στην αντιπροσωπεία, που ζήτησε χρησμό από τον Σάραπι την παραμονή του θανάτου του Αλεξάνδρου. Διατήρησε τη θέση του στην Περσέπολη και μετά το 321 π.Χ.
  63. Ο Λεοννάτος ο Ανταίου ήταν εταίρος από την Πέλλα και ένας από τους επικεφαλής των σωματοφυλάκων του Αλεξάνδρου. Καταδίωξε τον Παυσανία μετά τη δολοφονία του Φιλίππου και τον σκότωσε (336 π.Χ.). Μετά τη μάχη της Ισσού (333 π.Χ.) ο Αλέξανδρος τον έστειλε να καθησύχασει την οικογένεια του Δαρείου, την οποία εγκατέλειψε φεύγοντας. Πρωταγωνίστησε στην υποταγή της πρόσω Ινδίας (327 π.Χ.-326 π.Χ.) και τραυματίσθηκε κατά τη διάρκεια μιάς πολιορκίας. Το 325 π.Χ. μαζί με τον διμοιρίτη Αβρέα και τον υπασπιστή Πευκέστα, ήταν οι μόνοι που πρόλαβαν να ακολουθήσουν τον Αλέξανδρο μέσα από τα τείχη των πόλης των Μαλλών. Αφού σκοτώθηκε ο Αβρέας, ο Λεοννάτος με τον Πευκέστα, που κρατούσε την ιερή ασπίδα από την Τροία, προστάτεψαν τον σχεδόν θανάσιμα τραυματισμένο Αλέξανδρο από τα καταιγιστικά τοξεύματα των Μαλλών. Λίγους μήνες αργότερα ο Αλέξανδρος τον άφησε στη χώρα των Ωρειτών, για να την υποτάξει και για να συγκεντρώσει εφόδια για το στόλο. Ο Λεοννάτος συνέτριψε τις δυνάμεις των Ωρειτών και των συμμάχων τους με ελάχιστες απώλειες και παρέδωσε στον Νέαρχο εφόδια για 10 ημέρες. Δεν συμφωνούσε με την προσκύνηση και σε κάποιο συμπόσιο, βλέποντας έναν Πέρση να προσκυνά, εκφράσθηκε χλευαστικά με αποτέλεσμα να προκαλέσει την πρόσκαιρη οργή του Αλεξάνδρου. Το 324 π.Χ. στα Σούσα ο Αλέξανδρος τον στεφάνωσε (=παρασημοφόρησε) δημοσίως με χρυσό στεφάνι για την όλη δράση του στην Ινδία. Όταν πέθανε ο Αλέξανδρος (323 π.Χ.) ήταν ιππάρχης και ορίσθηκε μαζί με τον Περδίκκα κηδεμόνας του μελλογέννητου Αλεξάνδρου Δ΄. Κατά τη διανομή του κράτους πήρε τη σατραπεία της Ελλησποντικής Φρυγίας, που είχε μεγάλη στρατηγική σημαία. Συμμάχησε με τον Αντίπατρο και τον Κρατερό κατά του Λεωσθένη και σκοτώθηκε το 322 π.Χ. στη μάχη της Λαμίας.
  64. Ο Αβρέας ήταν διμοιρίτης, που αναφέρεται μόνο από τον Αρριανό (6.9.3 & 6.10.1-2). Στην πολιορκία της ανώνυμης πόλης των Μαλλών, όπου ο Αλέξανδρος τραυματίσθηκε σχεδόν θανάσιμα, ο βασιλιάς, ο Λεοννάτος και ο Πευκέστας ανέβηκαν στα τείχη από την ίδια κλίμακα (=σκάλα) και ο Αβρέας από μίαν άλλη. Σχεδόν μόλις πάτησε το πόδι του στα τείχη, ο Αβρέας χτυπήθηκε από ένα ινδικό βέλος στο πρόσωπο και σκοτώθηκε.
  65. Dodge 1890, Σελ. 604.
  66. Arrian 6.10 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.10: «[6.10] Ἐν τούτῳ δὲ Πευκέστας τε καὶ ὁ διμοιρίτης Ἀβρέας καὶ ἐπ´ αὐτοῖς Λεοννάτος, οἳ δὴ μόνοι ἔτυχον πρὶν ξυντριβῆναι τὰς κλίμακας ἀναβεβηκότες ἐπὶ τὸ τεῖχος, καταπηδήσαντες καὶ αὐτοὶ πρὸ τοῦ βασιλέως ἐμάχοντο. καὶ Ἀβρέας μὲν ὁ διμοιρίτης πίπτει αὐτοῦ τοξευθεὶς ἐς τὸ πρόσωπον, Ἀλέξανδρος δὲ βάλλεται καὶ αὐτὸς διὰ τοῦ θώρακος ἐς τὸ στῆθος τοξεύματι ὑπὲρ τὸν μαστόν, ὥστε λέγει Πτολεμαῖος ὅτι καὶ πνεῦμα ὁμοῦ τῷ αἵματι ἐκ τοῦ τραύματος ἐξεπνεῖτο. ὁ δέ, ἔστε μὲν ἔτι θερμὸν ἦν αὐτῷ τὸ αἷμα, καίπερ κακῶς ἔχων ἠμύνετο• πολλοῦ δὲ δὴ τοῦ αἵματος καὶ ἀθρόου οἷα δὴ ξὺν πνεύματι ἐκρυέντος, ἴλιγγός τε αὐτὸν καὶ λειποψυχία κατέσχε καὶ πίπτει αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ἀσπίδα ξυννεύσας. Πευκέστας δὲ περιβὰς πεπτωκότι καὶ ὑπερσχὼν τὴν ἱερὰν τὴν ἐξ Ἰλίου ἀσπίδα πρὸ αὐτοῦ {εἶχε}, καὶ Λεοννάτος ἐς τὰ ἐπὶ θάτερα, οὗτοί τε βάλλονται ἀμφότεροι καὶ Ἀλέξανδρος ἐγγὺς ἦν ἤδη ὑπὸ τοῦ αἵματος ἐκλιπεῖν. τοῖς γὰρ Μακεδόσι καὶ ταύτῃ ἐν ἀπόρῳ γεγένητο τὰ τῆς προσβολῆς, ὅτι οἱ τὸν Ἀλέξανδρον βαλλόμενόν τε ἐπὶ τῷ τείχει ἰδόντες καὶ πηδῶντα ἔσω ἐς τὴν ἄκραν, ὑπὸ σπουδῆς τε καὶ φόβου μή τι αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς πάθῃ οὐ ξὺν νόῳ κινδυνεύων, τὰς κλίμακας ξυντετριφότες ἄλλοι ἄλλας μηχανὰς ἐς τὸ ἀνελθεῖν ἐπὶ τὸ τεῖχος ὡς ἐν ἀπόροις ἐμηχανῶντο, οἱ μὲν πασσάλους ἐμπηγνύοντες ἐς τὸ τεῖχος γήϊνον ὄν, καὶ κατὰ τούτους ἐκκρεμαννύμενοι χαλεπῶς ἀνεῖρπον, οἱ δὲ ἄλλοι ἐπ´ ἄλλους ἐπιβαίνοντες. ὁ δὲ πρῶτος ἀνελθὼν ἐνρίπτει αὑτὸν κατὰ τοῦ τείχους ἐς τὴν πόλιν, ἵναπερ τὸν βασιλέα ἑώρων κείμενον, ξὺν οἰμωγῇ καὶ ἀλαλαγμῷ πάντες. ἤδη τε ἀμφ´ αὐτῷ πεπτωκότι καρτερὰ μάχη ξυνειστήκει ἄλλου ἐπ´ ἄλλῳ τῶν Μακεδόνων προασπίζοντος, καὶ ἐν τούτῳ οἱ μὲν τὸν μοχλὸν ὅτῳ εἴχετο ἡ κατὰ τὸ μεταπύργιον πύλη κατασχίσαντες ἐπ´ ὀλίγους παρῄεσαν, οἱ δὲ καθ´ ὅ τι ἡ πύλη διέσχε τοὺς ὤμους ὑποθέντες καὶ ὤσαντες ἐς τὸ ἔσω τὸ τεῖχος ἀνεπέτασαν ταύτῃ τὴν ἄκραν». [20].
  67. 67,0 67,1 Wheeler 1900, Σελ. 459.
  68. Arrian 6.11 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.11: «[6.11] Ἐν τούτῳ δὲ οἱ μὲν ἔκτεινον τοὺς Ἰνδούς, καὶ ἀπέκτεινάν γε πάντας οὐδὲ γυναῖκα ἢ παῖδα ὑπελείποντο, οἱ δὲ ἐξέφερον τὸν βασιλέα ἐπὶ τῆς ἀσπίδος κακῶς ἔχοντα, οὔπω γιγνώσκοντες βιώσιμον ὄντα. τὸ δὲ βέλος ἐξελκύσαι ἐκ τοῦ τραύματος ἐπιτεμόντα τὴν πληγὴν οἱ μὲν Κριτόδημον ἀνέγραψαν, ἰατρὸν Κῶον, τὸ γένος τῶν Ἀσκληπιαδῶν, οἱ δὲ Περδίκκαν τὸν σωματοφύλακα, οὐ παρόντος ἐν τῷ δεινῷ ἰατροῦ, ἐγκελευσαμένου Ἀλεξάνδρου τῷ ξίφει ἐπιτεμεῖν τὴν πληγὴν καὶ κομίσασθαι τὸ βέλος. ἐν δὲ τῇ κομιδῇ φορὰ αἵματος πολλοῦ γίγνεται, ὥστε λειποψυχῆσαι αὖθις Ἀλέξανδρον καὶ οὕτω σχεθῆναι αὐτῷ τὸ αἷμα ὑπὸ τῇ λειποψυχίᾳ. πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα ἀναγέγραπται τοῖς ξυγγραφεῦσιν ὑπὲρ τοῦ παθήματος, καὶ ἡ φήμη παραδεξαμένη αὐτὰ κατὰ τοὺς πρώτους ψευσαμένους ἔτι καὶ εἰς ἡμᾶς διασώζει, οὐδὲ ἀφήσει παραδιδοῦσα καὶ ἐφεξῆς ἄλλοις τὰ ψευδῆ, εἰ μὴ ὑπὸ τῆσδε τῆς ξυγγραφῆς παύσεται. Αὐτίκα ἐν Ὀξυδράκαις τὸ πάθημα τοῦτο γενέσθαι Ἀλεξάνδρῳ ὁ πᾶς λόγος κατέχει• τὸ δὲ ἐν Μαλλοῖς ἔθνει αὐτονόμῳ Ἰνδικῷ ξυνέβη, καὶ ἥ τε πόλις Μαλλῶν ἦν καὶ οἱ βαλόντες Ἀλέξανδρον Μαλλοί, οἳ δὴ ἐγνώκεσαν μὲν ξυμμίξαντες τοῖς Ὀξυδράκαις οὕτω διαγωνίζεσθαι, ἔφθη δὲ διὰ τῆς ἀνύδρου ἐπ´ αὐτοὺς ἐλάσας πρίν τινα ὠφέλειαν αὐτοῖς παρὰ τῶν Ὀξυδρακῶν γενέσθαι ἢ αὐτοὺς ἐκείνοις τι ἐπωφελῆσαι. ἐπεὶ καὶ τὴν τελευταίαν μάχην τὴν πρὸς Δαρεῖον γενομένην, καθ´ ἥντινα ἔφυγε Δαρεῖος οὐδὲ πρόσθεν ἔληξε τῆς φυγῆς πρὶν ξυλληφθῆναι ὑπὸ τῶν ἀμφὶ Βῆσσον καὶ προσάγοντος ἤδη Ἀλεξάνδρου ἀποθανεῖν, πρὸς Ἀρβήλοις γενέσθαι ὁ πᾶς λόγος κατέχει, καθάπερ οὖν καὶ τὴν πρὸ ταύτης ἐν Ἰσσῷ καὶ τὴν πρώτην ἱππομαχίαν πρὸς Γρανίκῳ. ἀλλὰ πρὸς Γρανίκῳ μὲν ξυνέβη ἡ μάχη ἡ ἱππικὴ καὶ πρὸς Ἰσσῷ ἡ αὖθις πρὸς Δαρεῖον μάχη, Ἄρβηλα δὲ τοῦ χώρου, ἐν ᾧ τὴν ἐσχάτην μάχην Δαρεῖός τε καὶ Ἀλέξανδρος ἐμαχέσαντο, οἱ μὲν τὰ πλεῖστα ξυγγράψαντες λέγουσιν ὅτι ἑξακοσίους σταδίους ἀπέχει, οἱ δὲ τὰ ἐλάχιστα, ὅτι ἐς πεντακοσίους. ἀλλὰ ἐν Γαυγαμήλοις γὰρ γενέσθαι τὴν μάχην πρὸς ποταμῷ Βουμήλῳ λέγει Πτολεμαῖος καὶ Ἀριστόβουλος. πόλις δὲ οὐκ ἦν τὰ Γαυγάμηλα, ἀλλὰ κώμη μεγάλη, οὐδὲ ὀνομαστὸς ὁ χῶρος οὐδὲ ἐς ἀκοὴν ἡδὺ τὸ ὄνομα• ἔνθεν δή μοι δοκεῖ πόλις οὖσα τὰ Ἄρβηλα ἀπηνέγκατο τὴν δόξαν τῆς μεγάλης μάχης. εἰ δὲ πρὸς Ἀρβήλοις χρὴ οἴεσθαι γενέσθαι τὸ ἔργον ἐκεῖνο ἐς τοσόνδε Ἀρβήλων ἀπέχον, καὶ τὴν ἐν Σαλαμῖνι γενομένην ναυμαχίαν πρὸς ἰσθμῷ τῷ Κορινθίων ἔξεστι λέγειν ὅτι ἐγένετο, καὶ τὴν ἐπ´ Ἀρτεμισίῳ τῆς Εὐβοίας πρὸς Αἰγίνῃ ἢ Σουνίῳ. Καὶ μὴν ὑπὲρ τῶν ὑπερασπισάντων ἐν τῷ κινδύνῳ Ἀλεξάνδρου, Πευκέσταν μὲν γενέσθαι ξύμπαντες ὁμολογοῦσιν, ὑπὲρ Λεοννάτου δὲ οὐκέτι ξυμφέρονται οὐδὲ ὑπὲρ Ἀβρέου τοῦ διμοιρίτου. καὶ οἱ μὲν ξύλῳ πληγέντα κατὰ τοῦ κράνους Ἀλέξανδρον καὶ ἰλιγγιάσαντα πεσεῖν, αὖθις δὲ ἀναστάντα βληθῆναι βέλει διὰ τοῦ θώρακος ἐς τὸ στῆθος• Πτολεμαῖος δὲ ὁ Λάγου ταύτην μόνην τὴν πληγὴν πληγῆναι λέγει τὴν ἐς τὸ στῆθος. τὸ δὲ δὴ μέγιστον πλημμέλημα τῶν ξυγγραψάντων τὰ ἀμφὶ Ἀλέξανδρον ἐκεῖνο τίθεμαι ἔγωγε. Πτολεμαῖον γὰρ τὸν Λάγου ἔστιν οἳ ἀνέγραψαν ξυναναβῆναί τε Ἀλεξάνδρῳ κατὰ τὴν κλίμακα ὁμοῦ Πευκέστᾳ καὶ ὑπερασπίσαι κειμένου, καὶ ἐπὶ τῷδε Σωτῆρα ἐπικληθῆναι τὸν Πτολεμαῖον• καίτοι αὐτὸς Πτολεμαῖος ἀναγέγραφεν οὐδὲ παραγενέσθαι τούτῳ τῷ ἔργῳ, ἀλλὰ στρατιᾶς γὰρ αὐτὸς ἡγούμενος ἄλλας μάχεσθαι μάχας καὶ πρὸς ἄλλους βαρβάρους. ταῦτα μὲν δὴ ἐν ἐκβολῇ τοῦ λόγου ἀναγεγράφθω μοι, ὡς μὴ ἀταλαίπωρον γίγνεσθαι τοῖς ἔπειτα ἀνθρώποις τὴν ὑπὲρ τῶν τηλικούτων ἔργων τε καὶ παθημάτων ἀφήγησιν». [21].
  69. Ο Κριτόδημος ή Κριτόβουλος κατά τον Αρριανό ήταν Κώος γιατρός από το γένος των Ασκληπιαδών. Χειρούργησε τον Αλέξανδρο και του αφαίρεσε το βέλος, που τον είχε χτυπήσει στο στήθος όταν πολιόρκησε την πόλη των Μαλλών (325 π.Χ.). Ο Κούρτιος (9.5.25) τον αναφέρει ως Κριτόβουλο και ο Πλίνιος (Ν.Η.7.37) αναφέρει ότι στην Αυλή του Φιλίππου υπηρετούσε κάποιος Κριτόβουλος χειρουργός εξαιρετικής ικανότητας. Επίσης ο Αρριανός (Ινδική 18.7) αναφέρει ως τριήραρχο στον Ινδό κάποιον Κριτόβουλο του Πλάτωνα από την Κω, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ότι ήταν ο γιατρός του Αλεξάνδρου.
  70. Arrian 6.12 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.12: «[6.12] Ἐν ᾧ δὲ Ἀλέξανδρος αὐτοῦ μένων τὸ τραῦμα ἐθεραπεύετο, ἐς τὸ στρατόπεδον, ἔνθενπερ ὡρμήθη ἐπὶ τοὺς Μαλλούς, ὁ μὲν πρῶτος λόγος ἧκεν ὅτι τεθνηκὼς εἴη ἐκ τοῦ τραύματος. καὶ τὰ μὲν πρῶτα οἰμωγὴ ἦν τῆς στρατιᾶς ξυμπάσης ἄλλου ἄλλῳ παραδιδόντος τὴν φήμην• παυσάμενοι δὲ τῆς οἰμωγῆς ἄθυμοί τε καὶ ἄποροι ἦσαν, ὅστις μὲν ἐξηγούμενος ἔσται τῆς στρατιᾶς (πολλοῖς γὰρ δὴ ἐν ἴσῳ τὰ τῆς ἀξιώσεως ἐδόκει πρός τε αὐτοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ πρὸς Μακεδόνων καθεστηκέναι), ὅπως δὲ ἀποσωθήσονται ἐς τὴν οἰκείαν, τοσούτων μὲν ἐθνῶν μαχίμων περιειργόντων σφᾶς ἐν κύκλῳ, τῶν μὲν οὔπω προσκεχωρηκότων, ἃ δὴ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας εἴκαζον ἀγωνιεῖσθαι καρτερῶς, τῶν δὲ ἀποστησομένων ἀφαιρεθέντος αὐτοῖς τοῦ Ἀλεξάνδρου φόβου, ποταμῶν τε ἐν μέσῳ ἀδιαβάτων τότε δὴ ἐδόκουν εἶναι καὶ πάντα σφίσιν ἄπορα καὶ ἀμήχανα ἐρήμοις Ἀλεξάνδρου ἐφαίνετο. ὡς δὲ ἧκέ ποτε λόγος ὅτι ζῇ Ἀλέξανδρος, τούτῳ μὲν μόγις ξυνεχώρησαν, εἰ δὲ καὶ βιώσιμός ἐστιν, οὔπω ἐπιστεύετο. ὡς δὲ καὶ γράμματα παρ´ αὐτοῦ ἧκεν ὅτι ὅσον οὔπω κατελεύσεται ἐπὶ τὸ στρατόπεδον, οὐδὲ ταῦτα τοῖς πολλοῖς ὑπὸ τοῦ ἄγαν δέους πιστὰ ἐφαίνετο, ἀλλὰ πλάττεσθαι γὰρ πρὸς τῶν ἀμφ´ αὐτὸν σωματοφυλάκων τε καὶ στρατηγῶν εἰκάζετο». [22].
  71. Wheeler 1900, Σελ. 460.
  72. 72,0 72,1 Wheeler 1900, Σελ. 461.
  73. Arrian 6.13 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.13: «[6.13] Καὶ ταῦτα ἐννοήσας Ἀλέξανδρος, μή τι νεωτερισθείη ἐν τῇ στρατιᾷ, ὅτε πρῶτον ἠδυνήθη κομίζεται ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τοῦ Ὑδραώτου τὰς ὄχθας• καὶ πλέων κατὰ τὸν ποταμόν (ἦν γὰρ τὸ στρατόπεδον ἐπὶ ταῖς ξυμβολαῖς τοῦ τε Ὑδραώτου καὶ τοῦ Ἀκεσίνου, ἵνα Ἡφαιστίων τε ἐπὶ τῆς στρατιᾶς ἦν καὶ Νέαρχος τὸ ναυτικὸν αὐτῷ εἶχεν), ὡς {δὲ} ἐπέλαζεν ἡ ναῦς ἤδη τῷ στρατοπέδῳ τὸν βασιλέα φέρουσα, κελεύει δὴ ἀφελεῖν τὴν σκηνὴν ἀπὸ τῆς πρύμνης, ὡς καταφανὴς εἶναι πᾶσιν. οἱ δὲ ἔτι ἠπίστουν, ὡς νεκροῦ δῆθεν κομιζομένου Ἀλεξάνδρου, πρίν γε δὴ προσχούσης τῆς νεὼς τῇ ὄχθῃ ὁ μὲν τὴν χεῖρα ἀνέτεινεν ἐς τὸ πλῆθος• οἱ δὲ ἀνεβόησαν, ἐς τὸν οὐρανὸν ἀνασχόντες τὰς χεῖρας, οἱ δὲ πρὸς αὐτὸν Ἀλέξανδρον• πολλοῖς δὲ καὶ δάκρυα ἐπὶ τῷ ἀνελπίστῳ προεχύθη ἀκούσια. καὶ οἱ μὲν τῶν ὑπασπιστῶν κλίνην προσέφερον αὐτῷ ἐκκομιζομένῳ ἐκ τῆς νεώς, ὁ δὲ τὸν ἵππον προσαγαγεῖν ἐκέλευσεν. ὡς δὲ ἐπιβὰς τοῦ ἵππου ὤφθη αὖθις, κρότῳ δὴ πολλῷ ἐπεκτύπησεν ἡ στρατιὰ πᾶσα, ἐπήχησαν δὲ αἵ τε ὄχθαι καὶ αἱ πλησίον αὐτῶν νάπαι. προσάγων δὲ ἤδη τῇ σκηνῇ καταβαίνει ἀπὸ τοῦ ἵππου, ὥστε καὶ βαδίζων ὀφθῆναι. οἱ δὲ ἐπέλαζον ἄλλος ἄλλοθεν, οἱ μὲν χειρῶν, οἱ δὲ γονάτων, οἱ δὲ τῆς ἐσθῆτος αὐτῆς ἁπτόμενοι, οἱ δὲ καὶ ἰδεῖν ἐγγύθεν καί τι καὶ ἐπευφημήσαντες ἀπελθεῖν• οἱ δὲ ταινίαις ἔβαλλον, οἱ δὲ ἄνθεσιν, ὅσα ἐν τῷ τότε ἡ Ἰνδῶν γῆ παρεῖχε. Νέαρχος δὲ λέγει, ὅτι χαλεποὶ αὐτῷ τῶν φίλων ἐγένοντο ὅσοι ἐκάκιζον, ὅτι αὐτὸς πρὸ τῆς στρατιᾶς κινδυνεύοι• οὐ γὰρ στρατηγοῦ ταῦτα, ἀλλὰ στρατιώτου εἶναι. καί μοι δοκεῖ ἄχθεσθαι Ἀλέξανδρος τοῖσδε τοῖς λόγοις, ὅτι ἀληθεῖς τε ὄντας ἐγίγνωσκε καὶ αὑτὸν ὑπαίτιον τῇ ἐπιτιμήσει. καὶ ὅμως ὑπὸ μένους τε τοῦ ἐν ταῖς μάχαις καὶ τοῦ ἔρωτος τῆς δόξης, καθάπερ οἱ ἄλλης τινὸς ἡδονῆς ἐξηττώμενοι, οὐ καρτερὸς ἦν ἀπέχεσθαι τῶν κινδύνων. ἄνθρωπον δέ τινα πρεσβύτερον λέγει Βοιώτιον, τὸ δὲ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου οὐ λέγει, ὡς ἀχθόμενόν τε πρὸς τὰς ἐπιτιμήσεις τῶν φίλων κατέμαθεν Ἀλέξανδρον καὶ ἐσκυθρωπακότα, προσελθόντα τοῦτον βοιωτιάζοντα ἅμα τῇ φωνῇ ταῦτα φάναι• ὦ Ἀλέξανδρε, ἀνδρῶν τὰ ἔργα• καί τι καὶ ἰαμβεῖον ὑπειπεῖν, τὸν δὲ νοῦν εἶναι τοῦ ἰαμβείου ὅτι τῷ τι δρῶντι καὶ παθεῖν ἐστιν ὀφειλόμενον. καὶ τοῦτον ἔν τε τῷ παραυτίκα εὐδοκιμῆσαι καὶ ἐπιτηδειότερον ἐς τὸ ἔπειτα Ἀλεξάνδρῳ γενέσθαι». [23].
  74. Ο Ηφαιστίων του Αμύντορα ήταν εταίρος από την Πέλλα και ο καλύτερος, πιό έμπιστος φίλος, περίπου συνομήλικος και σωματοφύλακας του Αλεξάνδρου. Ήταν από τους σημαντικότερους διοικητές στις επιχειρήσεις της Ινδίας, τριήραρχος κατά την κάθοδο των ποταμών (326 π.Χ.) και κατά την ανάρρωση του Αλεξάνδρου στη χώρα των Μαλλών (325 π.Χ.) διοικούσε όλες τις χερσαίες δυνάμεις.
  75. Curtius, Σελ. 337.
  76. 76,0 76,1 Curtius, Σελ. 350.
  77. Arrian 6.14 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.14: «[6.14] Ἐν τούτῳ δὲ ἀφίκοντο παρὰ Ἀλέξανδρον τῶν Μαλλῶν τῶν ὑπολειπομένων πρέσβεις ἐνδιδόντες τὸ ἔθνος, καὶ παρὰ Ὀξυδρακῶν οἵ τε ἡγεμόνες τῶν πόλεων καὶ οἱ νομάρχαι αὐτοὶ καὶ ἄλλοι ἅμα τούτοις ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα οἱ γνωριμώτατοι αὐτοκράτορες περὶ σπονδῶν δῶρά τε ὅσα μέγιστα παρ´ Ἰνδοῖς κομίζοντες καὶ τὸ ἔθνος καὶ οὗτοι ἐνδιδόντες. συγγνωστὰ δὲ ἁμαρτεῖν ἔφασαν οὐ πάλαι παρ´ αὐτὸν πρεσβευσάμενοι• ἐπιθυμεῖν γάρ, ὥσπερ τινὲς ἄλλοι, ἔτι μᾶλλον αὐτοὶ ἐλευθερίας τε καὶ αὐτόνομοι εἶναι, ἥντινα ἐλευθερίαν ἐξ ὅτου Διόνυσος ἐς Ἰνδοὺς ἧκε σώαν σφίσιν εἶναι ἐς Ἀλέξανδρον• εἰ δὲ Ἀλεξάνδρῳ δοκοῦν ἐστιν, ὅτι καὶ Ἀλέξανδρον ἀπὸ θεοῦ γενέσθαι λόγος κατέχει, σατράπην τε ἀναδέξεσθαι, ὅντινα τάττοι Ἀλέξανδρος, καὶ φόρους ἀποίσειν τοὺς Ἀλεξάνδρῳ δόξαντας• διδόναι δὲ καὶ ὁμήρους ἐθέλειν ὅσους ἂν αἰτῇ Ἀλέξανδρος. ὁ δὲ χιλίους ᾔτησε τοὺς κρατιστεύοντας τοῦ ἔθνους, οὕς, εἰ μὲν βούλοιτο, ἀντὶ ὁμήρων καθέξειν, εἰ δὲ μή, ξυστρατεύοντας ἕξειν ἔστ´ ἂν διαπολεμηθῇ αὐτῷ πρὸς τοὺς ἄλλους Ἰνδούς. οἱ δὲ τούς τε χιλίους ἔπεμψαν, τοὺς κρατίστους καὶ μεγίστους σφῶν ἐπιλεξάμενοι, καὶ ἅρματα πεντακόσια οὐκ αἰτηθέντες καὶ τοὺς ἀμβάτας τῶν ἁρμάτων. Ἀλέξανδρος δὲ σατράπην μὲν τούτοις τε καὶ τῶν Μαλλῶν τοῖς ἔτι σωζομένοις ἐπέταξε Φίλιππον• τοὺς ὁμήρους δὲ αὐτοῖς ἀφῆκεν, τὰ δὲ ἅρματα ἔλαβεν. Ὡς δὲ ταῦτα αὐτῷ κεκόσμητο καὶ πλοῖα ἐπὶ τῇ διατριβῇ τῇ ἐκ τοῦ τραύματος πολλὰ προσενεναυπήγητο, ἀναβιβάσας ἐς τὰς ναῦς τῶν μὲν ἑταίρων ἱππέας ἑπτακοσίους καὶ χιλίους, τῶν ψιλῶν δὲ ὅσουσπερ καὶ πρότερον, πεζοὺς δὲ ἐς μυρίους, ὀλίγον μέν τι τῷ Ὑδραώτῃ ποταμῷ κατέπλευσεν, ὡς δὲ συνέμιξεν ὁ Ὑδραώτης τῷ Ἀκεσίνῃ, ὅτι ὁ Ἀκεσίνης κρατεῖ τοῦ Ὑδραώτου {ἐν} τῇ ἐπωνυμίᾳ, κατὰ τὸν Ἀκεσίνην αὖ ἔπλει, ἔστε ἐπὶ τὴν ξυμβολὴν τοῦ Ἀκεσίνου καὶ τοῦ Ἰνδοῦ ἧκεν. τέσσαρες γὰρ οὗτοι μεγάλοι ποταμοὶ καὶ ναυσίποροι οἱ τέσσαρες εἰς τὸν Ἰνδὸν ποταμὸν τὸ ὕδωρ ξυμβάλλουσιν, οὐ ξὺν τῇ σφετέρᾳ ἕκαστος ἐπωνυμίᾳ, ἀλλὰ ὁ Ὑδάσπης μὲν ἐς τὸν Ἀκεσίνην ἐμβάλλει, ἐμβαλὼν δὲ τὸ πᾶν ὕδωρ Ἀκεσίνην παρέχεται καλούμενον• αὖθις δὲ ὁ Ἀκεσίνης οὗτος ξυμβάλλει τῷ Ὑδραώτῃ, καὶ παραλαβὼν τοῦτον ἔτι Ἀκεσίνης ἐστί• καὶ τὸν Ὕφασιν ἐπὶ τούτῳ ὁ Ἀκεσίνης παραλαβὼν τῷ αὑτοῦ δὴ ὀνόματι ἐς τὸν Ἰνδὸν ἐμβάλλει• ξυμβαλὼν δὲ ξυγχωρεῖ δὴ τῷ Ἰνδῷ. ἔνθεν δὴ ὁ Ἰνδὸς πρὶν ἐς τὸ Δέλτα σχισθῆναι οὐκ ἀπιστῶ ὅτι καὶ ἐς ἑκατὸν σταδίους ἔρχεται καὶ ὑπὲρ τοὺς ἑκατὸν τυχὸν, ἵναπερ λιμνάζει μᾶλλον». [24].
  78. Ο Φίλιππος του Μαχάτα έλαβε μέρος στη βαλκανική εκστρατεία του Αλεξάνδρου. Πολέμησε στη μάχη του Γρανικού (334) και ως ταξιάρχης στις επιχειρήσεις της πρόσω Ινδίας. Ανέλαβε φρούραρχος της Πευκελαώτιδας (327) και μετά σατράπης της περιοχής μεταξύ Ινδού και Βακτρίας. Όταν επαναστάτησαν οι Ασσακηνοί, τους υπέταξε ξανά. Συμμετέσχε στην κάθοδο της στρατιάς από τον Υδάσπη ως τη Μεγάλη Θάλασσα (326 π.Χ.-325 π.Χ.) και ο Αλέξανδρος τον διόρισε σατράπη των Μαλλών και των Οξυδρακών. Το 325 π.Χ. τον δολοφόνησαν οι μισθοφόροι της φρουράς του.
  79. Arrian 6.15 Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.15: «[6.15] Ἐνταῦθα ἐπὶ ταῖς ξυμβολαῖς τοῦ Ἀκεσίνου καὶ Ἰνδοῦ προσέμενεν ἔστε ἀφίκετο αὐτῷ ξὺν τῇ στρατιᾷ Περδίκκας καταστρεψάμενος ἐν παρόδῳ τὸ Ἀβαστανῶν ἔθνος αὐτόνομον. ἐν τούτῳ δὲ ἄλλαι τε προσγίγνονται Ἀλεξάνδρῳ τριακόντοροι καὶ πλοῖα στρογγύλα ἄλλα, ἃ δὴ ἐν Ξάθροις ἐναυπηγήθη αὐτῷ, καὶ Σόγδοι ἄλλο ἔθνος Ἰνδῶν αὐτόνομον προσεχώρησαν. καὶ παρὰ Ὀσσαδίων, καὶ τούτου γένους αὐτονόμου Ἰνδικοῦ, πρέσβεις ἧκον, ἐνδιδόντες καὶ οὗτοι τοὺς Ὀσσαδίους. Φιλίππῳ μὲν δὴ τῆς σατραπείας ὅρους ἔταξε τὰς συμβολὰς τοῦ τε Ἀκεσίνου καὶ Ἰνδοῦ καὶ ἀπολείπει ξὺν αὐτῷ τούς τε Θρᾷκας πάντας καὶ ἐκ τῶν τάξεων ὅσοι ἐς φυλακὴν τῆς χώρας ἱκανοὶ ἐφαίνοντο, πόλιν τε ἐνταῦθα κτίσαι ἐκέλευσεν ἐπ´ αὐτῇ τῇ ξυμβολῇ τοῖν ποταμοῖν, ἐλπίσας μεγάλην τε ἔσεσθαι καὶ ἐπιφανῆ ἐς ἀνθρώπους, καὶ νεωσοίκους ποιηθῆναι. ἐν τούτῳ δὲ καὶ Ὀξυάρτης ὁ Βάκτριος, ὁ Ῥωξάνης τῆς γυναικὸς τῆς Ἀλεξάνδρου πατήρ, ἧκε παρ´ Ἀλέξανδρον• καὶ προστίθησιν αὐτῷ Παραπαμισαδῶν σατραπεύειν, ἀπαλλάξας Τυρίεσπιν τὸν πρόσθεν σατράπην, ὅτι οὐκ ἐν κόσμῳ ἐξηγεῖσθαι αὐτῷ ὁ Τυρίεσπις ἐξήγγελτο. Ἔνθα δὴ διαβιβάσας Κρατερόν τε καὶ τῆς στρατιᾶς τὴν πολλὴν καὶ τοὺς ἐλέφαντας ἐπ´ ἀριστερὰ τοῦ Ἰνδοῦ ποταμοῦ, ὅτι εὐπορώτερά τε ταύτῃ τὰ παρὰ τὸν ποταμὸν στρατιᾷ βαρείᾳ ἐφαίνετο καὶ τὰ ἔθνη τὰ προσοικοῦντα οὐ πάντῃ φίλια ἦν, αὐτὸς κατέπλει ἐς τῶν Σόγδων τὸ βασίλειον. καὶ ἐνταῦθα πόλιν τε ἐτείχιζεν ἄλλην καὶ νεωσοίκους ἐποίει ἄλλους καὶ τὰ πλοῖα αὐτῷ τὰ πεπονηκότα ἐπεσκευάσθη. τῆς δὲ ἀπὸ τῶν ξυμβολῶν τοῦ τε Ἰνδοῦ καὶ Ἀκεσίνου χώρας ἔστε ἐπὶ θάλασσαν σατράπην ἀπέδειξε{ν Ὀξυάρτην καὶ} Πείθωνα ξὺν τῇ παραλίᾳ πάσῃ τῆς Ἰνδῶν γῆς. Καὶ Κρατερὸν μὲν ἐκπέμπει αὖθις ξὺν τῇ στρατιᾷ {διὰ τῆς Ἀραχωτῶν καὶ Δραγγῶν γῆς}, αὐτὸς δὲ κατέπλει ἐς τὴν Μουσικανοῦ ἐπικράτειαν, ἥντινα εὐδαιμονεστάτην τῆς Ἰνδῶν γῆς εἶναι ἐξηγγέλλετο, ὅτι οὔπω οὔτε ἀπηντήκει αὐτῷ Μουσικανὸς ἐνδιδοὺς αὑτόν τε καὶ τὴν χώραν οὔτε πρέσβεις ἐπὶ φιλίᾳ ἐκπέμπει, οὐδέ τι οὔτε αὐτὸς ἐπεπόμφει ἃ δὴ μεγάλῳ βασιλεῖ εἰκός, οὔτε τι ᾐτήκει ἐξ Ἀλεξάνδρου. καὶ γίγνεται αὐτῷ ὁ πλοῦς κατὰ τὸν ποταμὸν ἐς τοσόνδε ἐσπουδασμένος ὥστε ἔφθη ἐπὶ τοῖς ὁρίοις γενέσθαι τῆς Μουσικανοῦ χώρας, πρὶν πυθέσθαι Μουσικανὸν ὅτι ὥρμηται ὡς ἐπ´ αὐτὸν Ἀλέξανδρος. οὕτω δὴ ἐκπλαγεὶς κατὰ τάχος ἀπήντα Ἀλεξάνδρῳ, δῶρά τε τὰ πλείστου ἄξια παρ´ Ἰνδοῖς κομίζων καὶ τοὺς ἐλέφαντας ξύμπαντας ἄγων καὶ τὸ ἔθνος τε καὶ αὑτὸν ἐνδιδοὺς καὶ ὁμολογῶν ἀδικεῖν, ὅπερ μέγιστον παρ´ Ἀλεξάνδρῳ ἦν ἐς τὸ τυχεῖν ὧν τις δέοιτο. καὶ οὖν καὶ Μουσικανῷ ἐπὶ τοῖσδε ἄδεια ἐδόθη ἐξ Ἀλεξάνδρου, καὶ τὴν πόλιν ἐθαύμασεν Ἀλέξανδρος καὶ τὴν χώραν, καὶ ἄρχειν αὐτῆς Μουσικανῷ ἔδωκεν• Κρατερὸς δὲ ἐν τῇ πόλει ἐτάχθη τὴν ἄκραν ἐκτειχίσαι• καὶ παρόντος ἔτι ἐτειχίσθη Ἀλεξάνδρου καὶ φυλακὴ κατεστάθη, ὅτι ἐπιτήδειον αὐτῷ ἐφάνη τὸ χωρίον ἐς τὸ κατέχεσθαι τὰ κύκλῳ ἔθνη φυλαττόμενα». [25].
  80. Arrian 6.16 Αρριανός η οποία επίσης αλώθηκε, Έτσι σταδιακά τα υπόλοιπα βασίλεια της ευρύτερης περιοχής άχισαν να συντρέχουν σύμφωνα με τη γνώμη αλλά και με την κατοπινή τύχη του Μεγάλου Αλεξάνδρου.«Αλεξάνδρου Ανάβασις». Βιβλίο 6, παράγραφοι 6.16: «[6.16] Ἔνθεν δὲ ἀναλαβὼν τούς τε τοξότας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τὴν ἵππον τὴν ἅμα οἷ πλέουσαν ἐξελαύνει ἐπὶ τὸν νομάρχην τῆς ταύτῃ γῆς, ὄνομα δὲ ἦν Ὀξικανός, ὅτι μήτε αὐτὸς ἀφῖκτο μήτε πρέσβεις παρ´ αὐτοῦ ἧκον ἐνδιδόντες αὐτόν τε καὶ τὴν χώραν. δύο μὲν δὴ τὰς μεγίστας πόλεις τῶν ὑπὸ τῷ Ὀξικανῷ ἐξ ἐφόδου κατὰ κράτος ἔλαβεν, ἐν δὲ τῇ ἑτέρᾳ τούτων καὶ αὐτὸς Ὀξικανὸς ἑάλω. ὁ δὲ τὴν μὲν λείαν τῇ στρατιᾷ δίδωσι, τοὺς ἐλέφαντας δὲ ἅμα οἷ ἦγε• καὶ αἱ ἄλλαι δὲ πόλεις αὐτῷ αἱ ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ ἐνεδίδοντο ἐπιόντι οὐδέ τις ἐτρέπετο ἐς ἀλκήν• οὕτω καὶ Ἰνδοὶ πάντες ἐδεδούλωντο ἤδη τῇ γνώμῃ πρὸς Ἀλεξάνδρου τε καὶ τῆς Ἀλεξάνδρου τύχης. Ὁ δὲ ἐπὶ Σάμβον αὖ ἦγε τῶν ὀρείων Ἰνδῶν σατράπην ὑπ´ αὐτοῦ κατασταθέντα, ὃς πεφευγέναι αὐτῷ ἐξηγγέλλετο ὅτι Μουσικανὸν ἀφειμένον πρὸς Ἀλεξάνδρου ἐπύθετο καὶ τῆς χώρας τῆς ἑαυτοῦ ἄρχοντα• τὰ γὰρ πρὸς Μουσικανὸν αὐτῷ πολέμια ἦν. ὡς δὲ ἐπέλαζεν ἤδη τῇ πόλει Ἀλέξανδρος, ἥντινα μητρόπολιν εἶχεν ἡ τοῦ Σάμβου χώρα, ὄνομα δὲ ἦν τῇ πόλει Σινδίμανα, αἵ τε πύλαι αὐτῷ ἀνοίγονται προσάγοντι καὶ οἱ οἰκεῖοι οἱ τοῦ Σάμβου τά τε χρήματα ἀπηρίθμησαν καὶ τοὺς ἐλέφαντας μετὰ σφῶν ἄγοντες ἀπήντων• οὐ γὰρ δὴ Ἀλεξάνδρῳ γε πολεμίως ἔχοντα Σάμβον φυγεῖν, ἀλλὰ Μουσικανοῦ τὴν ἄφεσιν δείσαντα. ὁ δὲ καὶ ἄλλην πόλιν ἐν τούτῳ ἀποστᾶσαν εἷλεν καὶ τῶν Βραχμάνων, οἳ δὴ σοφισταὶ τοῖς Ἰνδοῖς εἰσιν, ὅσοι αἴτιοι τῆς ἀποστάσεως ἐγένοντο ἀπέκτεινεν. ὑπὲρ ὧν ἐγὼ τῆς σοφίας, εἰ δή τίς ἐστιν, ἐν τῇ Ἰνδικῇ ξυγγραφῇ δηλώσω». [26].


Βασική βιβλιογραφία των παραπομπών & Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άλλες πηγές - ενδεικτική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στα αγγλικά:
  • Από το λήμμα της αγγλικής έκδοσης της Βικιπαίδειας για την Πολιορκία των Μαλλών (αγγλικά: Mallian Campaign) και επίσης με την ενσωμάτωση στοιχείων από τα λήμματα: για την πρωτεύουσα πόλη των Μαλλών, που σήμερα είναι η Μουλτάν (αγγλικά: Multan) [27] και την ιστορία της (αγγλικά: History of Multan) [28], για την Μεγάλη Ζαμπ (αγγλικά: Great Zab) [29], για την Αυτοκρατορία των Νάντα (αγγλικά: Nanda Empire) [30], για την Αυτοκρατορία των Γανγαριδών (αγγλικά: Gangaridai) [31], για τον Αβισάρη (αγγλικά: Abisares) [32] ηγέτη των Κασμιρίων (αγγλικά: Kashmiris) [33] και την Χαζάρα (αγγλικά: Hazara) [34], για τον βασιλιά Ντχάνα Νάντα (αγγλικά: Dhana Nanda) [35] ή Αγράμμη ή Ξανδράμη (αγγλικά: Agrammes ή Xandrames) [36], για την Ελληνο-βουδιστική τέχνη (αγγλικά: Greco-Buddhist art) [37].
  • J.F.C. Fuller (1960). The Generalship of Alexander the Great. New Jersey: De Capo Press. ISBN 978-0-306-80371-0
  • Peter Green (1974), Alexander of Macedon: A Historical Biography. ISBN 978-0-520-07166-7
  • Peter Green (1990), Alexander to Actium: The Historical Evolution of the Hellenistic Age, University of California Press.
  • Peter Green (1992), Alexander of Macedon, 356-323 B.C.: A Historical Biography, University of California Press, London.
  • Rogers, Guy (2004), Alexander: The Ambiguity of Greatness. New York: Random House.
  • N. Sekunda et Jοhn Warry, Alexander the Great: His Armies and Campaigns 334-323 BC, London, 1998.
  • Bosworth, A.B. (1993), Conquest and Empire: The Reign of Alexander the Great, Cambridge University Press, ISBN 0-521-40679-X
  • Hammond, N.G.L. (1994), Alexander the Great: King, Commander and Statesman Bristol Classical Press, ISBN 1-85399-068-X
  • Hammond, N.G.L. (1998), The Genius of Alexander the Great, UNC Press, ISBN 0-807-84744-5.
  • Hammond, N.G.L. (2007), Sources for Alexander the Great, Cambridge University Press, ISBN 0-521-71471-0
  • Bagnell Bury, John ym.(1928), The Cambridge Ancient History VI: The fourth century BC. Cambridge University Press, ISBN 0-521-23348-8
  • Warry, John (1991), Alexander, 334-323 BC, Osprey Publishing, ISBN 1-855-32110-6
  • Paul Cartledge, Alexander the Great:The Hunt for a New Past, Pan Books, Macmillan Editions, London, 2005.
  • J.B. Burry and Russel Meiggs, A History of Greece: To the Death of Alexander the Great, Macmillan Editions, London, 1975.
  • Robin Lane Fox, Alexander the Great, Pen-guin Books, England 1986.
  • Στα ελληνικά:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Droysen J.G. 1996, Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Τράπεζα Πίστεως, Αθήνα.
  • Hammond E. 1980, «The battle of Granicus river», στο JHS, C
  • Engels, Donald W. (1978). Alexander the Great and the Logistics of the Macedonian Army. Berkeley/Los Angeles/London.
  • Green, Peter 2008. «Αλέξανδρος ο Μακεδόνας: 356-323 π.Χ.», Εκδόσεις: «Διόπτρα», Αθήνα.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Δ’ «Μέγας Αλέξανδρος – Ελληνιστικοί Χρόνοι», Εκδόσεις: «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα, 1973.
  • Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις», Περιοδικό Utopia, Τεύχος 20, Αύγουστος 2012.
  • Αρριανός, «Αλεξάνδρου Ανάβασις», τόμος 3, βιβλίο πέμπτο – έκτο, Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Εκδόσεις: «Κάκτος».
  • Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι: Βίος Αλεξάνδρου», Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Εκδόσεις: «Κάκτος».
  • Γεώργιος Παπαντωνίου, «Αρχαία Ελληνική Ιστορία – Αλέξανδρος», τόμ. Δ’, Αθήνα 1979.
  • Σπυρίδων Λάμπρου, «Ιστορία της Ελλάδος», τόμ. Β’, Εκδόσεις: «Δημιουργία», Αθήνα, 1998.
  • Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (362-323 π.Χ.)», τόμος 6, Εκδόσεις: National Geographic Society, Αθήνα 2009-2010.
  • Διόδωρος Σικελιώτης, «Βιβλιοθήκη Ιστορική» ΙΖ Βιβλίο, Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Εκδόσεις: «Κάκτος».
  • Καλλισθένης ή Ψευδο-Καλλισθένης, «Βίος Αλεξάνδρου του Μακεδόνος», (μυθιστοριογραφία) Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, Εκδόσεις: «Κάκτος».
  • Στα γαλλικά:
  • Paul Goukowsky :
    • Alexandre et la conquête de l’Orient, dans Le monde grec et l’Orient, II, PUF, 1975, σελ. 247-333.
    • «Le roi Pôros, son éléphant et quelques autres», Bulletin de Correspondances Helléniques, Τεύχος 76 (1972), σελ. 473-502.

Αρχαίες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Mallian Campaign της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).