Πέλλα
Συντεταγμένες: 40°45′36″N 22°31′32″E / 40.76000°N 22.52556°E
| Πέλλα | |
|---|---|
| Διοίκηση | |
| Χώρα | |
| Περιφέρεια | Κεντρικής Μακεδονίας |
| Περιφερειακή Ενότητα | Πέλλας |
| Δήμος | Πέλλας |
| Δημοτική Κοινότητα | Πέλλας |
| Γεωγραφία | |
| Γεωγραφικό διαμέρισμα | |
| Έκταση | 3 |
| Πληθυσμός | |
| Μόνιμος | 2.050 |
| Έτος απογραφής | 2021 |
| Πληροφορίες | |
| Παλαιά ονομασία | Άγιοι Απόστολοι |
| Ονομασία κατοίκων | Πελλαίοι |
| giannitsa.gr | |
Η Πέλλα αποτελεί κωμόπολη της Κεντρικής Μακεδονίας, ενταγμένη διοικητικά στην Περιφερειακή Ενότητα Πέλλας, και ταυτόχρονα διατηρεί τον ρόλο της ως ιστορική έδρα του ομώνυμου Δήμου. Η σύγχρονη πόλη είναι εγκατεστημένη σε έναν λόφο, σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από τον κύριο οδικό άξονα Θεσσαλονίκη - Έδεσσα, ενώ απέχει 7 χιλιόμετρα ανατολικά από τα Γιαννιτσά και 85 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2021, ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 2.050 κατοίκους.
Η περιοχή της Πέλλας διαθέτει ιδιαίτερο αρχαιολογικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον, καθώς σε αυτήν διασώζονται πολυάριθμα μνημεία τόσο της αρχαιότητας όσο και της ρωμαϊκής εποχής, τα οποία μαρτυρούν την ιστορική της σημασία. Ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Πέλλας υπήρξε η πρωτεύουσα του βασιλείου της Μακεδονίας και αποτέλεσε κέντρο πολιτικής, στρατιωτικής και πολιτισμικής δραστηριότητας, γεγονός που καταδεικνύει την καθοριστική της θέση στην ιστορική και αρχαιολογική μελέτη της περιοχής.
Η πόλη, συνεπώς, συνιστά έναν κρίσιμο τόπο μελέτης για την κατανόηση της μακεδονικής ιστορίας και της εξέλιξης των αστικών κέντρων στην ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, συνδυάζοντας τη σύγχρονη διοικητική λειτουργία με την πλούσια αρχαιολογική κληρονομιά της.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αρχαία χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Πέλλα ιδρύθηκε το 433 π.Χ. από τον Αρχέλαο Α΄, βασιλέα των Αργεάδων Μακεδόνων, ο οποίος επιδίωξε τη μεταφορά της πρωτεύουσας του μακεδονικού κράτους από τις Αιγές στη νέα πόλη. Υπό την ηγεσία του Αρχέλαου, η Πέλλα εξελίχθηκε ταχύτατα στο κυριότερο διοικητικό, οικονομικό και καλλιτεχνικό κέντρο της εποχής, αποτυπώνοντας τη στρατηγική και πολιτιστική σημασία της περιοχής. Στην Πέλλα γεννήθηκαν εξέχουσες προσωπικότητες της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, όπως οι στρατηγοί Φίλιππος Β΄ και ο Μέγας Αλέξανδρος, γεγονός που ενίσχυσε περαιτέρω τη συμβολική της αξία ως κοιτίδας της δυναστείας. Η πόλη, που είχε ανεγερθεί σε παραθαλάσσια τοποθεσία, ξεχώριζε για τον πλούτο της αρχιτεκτονικής της και για την ιδιαίτερη λατρεία που επιδεικνυόταν προς θεότητες όπως ο Πάνας και η Αφροδίτη.
Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, η Πέλλα υπερέβαινε σε μέγεθος και σημασία τις υπόλοιπες πόλεις της Μακεδονίας, περιγράφοντάς την ως τη «μεγίστη των εν Μακεδονία πόλεων», μαρτυρώντας με αυτόν τον τρόπο την πρωτοκαθεδρία της στον πολιτικό, στρατιωτικό και θρησκευτικό χάρτη της περιοχής.
Ρωμαϊκή κυριαρχία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά τη μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ., η Μακεδονία εντάχθηκε στην κυριαρχία της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Την περίοδο αυτή η Πέλλα είχε ήδη αρχίσει να παρακμάζει, καθώς ένας ισχυρός σεισμός είχε καταστρέψει σημαντικό τμήμα της πόλης, μειώνοντας δραστικά τον αριθμό των κατοίκων της. Οι Ρωμαίοι, αξιοποιώντας τη στρατηγική και πολιτιστική σημασία της, λεηλάτησαν την πόλη και μετέφεραν τους θησαυρούς της στη Ρώμη. Παρά την παρακμή της, η Πέλλα διατήρησε διοικητική σημασία, καθώς αποτέλεσε έδρα του Ρωμαίου έπαρχου και υπήρξε μία από τις τρεις πρωτεύουσες του Τρίτου Διαμερίσματος της Μακεδονίας.
Ο ιστορικός Τίτος Λίβιος περιγράφει την Πέλλα όπως την είδε ο Λούκιος Αιμίλιος Παύλος ο Μακεδονικός, νικητής της μάχης της Πύδνας, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική της θέση:
…είδε ότι δεν επελέγη άδικα σαν θέση βασιλικής κατοικίας. Η πόλη είναι τοποθετημένη στη νοτιοδυτική πλαγιά ενός λόφου και περιβάλλεται από βάλτο, δυσπρόσιτο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η ακρόπολη, η οποία βρίσκεται κοντά στην πόλη και εντός του βάλτου, υψώνεται σαν νησί και έχει χτιστεί πάνω σε θεμέλια ικανά να στηρίξουν ισχυρά τείχη, προστατεύοντας από την εισχώρηση των υδάτων. Από απόσταση φαίνεται ως συνέχεια των τειχών της πόλης, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί ανεξάρτητη κατασκευή, χωρισμένη από την πόλη με ένα κανάλι. Η ακρόπολη συνδέεται με την πόλη μέσω γέφυρας, που ελέγχει την πρόσβαση και αποτρέπει την απόδραση κρατουμένων.
Η Πέλλα διατηρούσε σημαντικό ρόλο ως σταθμός στον εμπορικό και στρατιωτικό άξονα της Εγνατίας Οδού, ενδιάμεσα μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης. Σημειώνεται ότι ο Ρωμαίος ρήτορας Κικέρων διέμεινε στην Πέλλα το 58 π.Χ., παρότι η έδρα του Ρωμαίου έπαρχου είχε ήδη μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη.
Τουρκοκρατία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Πέλλα εντάχθηκε στην Οθωμανική κατάκτηση προς τα τέλη του 14ου αιώνα, στο πλαίσιο της γενικότερης κατάκτησης της Μακεδονίας από τα οθωμανικά στρατεύματα. Μέχρι την περίοδο αυτή αποτελούσε ένα ακμαίο κεφαλοχώρι, με το όνομα «Άγιοι Απόστολοι», πιθανώς λόγω της ύπαρξης ναού αφιερωμένου στους Αγίους Αποστόλους, ο οποίος φαίνεται να διαδραμάτιζε κεντρικό ρόλο στην τοπική θρησκευτική ζωή. Στα Οθωμανικά χρόνια, η Πέλλα υπαγόταν διοικητικά στον καζά των Γιαννιτσών, ο οποίος αποτελούσε τμήμα του Σαντζακιού της Θεσσαλονίκης. Οι Τούρκοι την αποκαλούσαν Allah Kilise («εκκλησία του Θεού»), οι ελληνόφωνοι κάτοικοι «Απόστολοι», ενώ οι σλαβόφωνοι «Ποστόλ». Σταδιακά το χωριό μετατράπηκε σ τσιφλίκι, στο οποίο οι κάτοικοι αναγκάζονταν οι κάτοικοι να εργάζονται για λογαριασμό του Τούρκου Αγά. Εκείνη την εποχή αριθμούσε περίπου 70 χριστιανικές οικογένειες και έναν Ιταλό Εβραίο, τον Σαούλ Μοδιάνο. Μέχρι τον 19ο αιώνα, ο οικισμός εκτεινόταν κυρίως στην περιοχή της σημερινής άνω πόλης, ενώ η κάτω πόλη αναπτυσσόταν προς τα νότια, έως τους υγρότοπους του Μαυρονερίου, οι οποίοι καθόριζαν τη γεωμορφολογία και την οικονομία του τόπου.
Η φήμη της Πέλλας ως ιστορικού τόπου, σε συνδυασμό με τα εκτεταμένα ερείπια της αρχαίας μακεδονικής πρωτεύουσας που διασώζονταν στην περιοχή, προσέλκυσε το ενδιαφέρον διαφόρων Ευρωπαίων περιηγητών, φιλελλήνων και αρχαιολατρών ήδη από τον 17ο αιώνα. Αξιοσημείωτο είναι το παρακάτω απόσπασμα μαρτυρίας του Άγγλου περιηγητή Ουίλιαμ Ληκ, από τον 3ο τόμο του βιβλίου του Travels in Northern Greece (1835):[1]
Από τη Θεσσαλονίκη έως το Αλάκλισι (Πέλλα) η διαδρομή διαρκεί πέντε ώρες και πενήντα λεπτά, χρησιμοποιώντας ταχυδρομικά άλογα και μεταφέροντας αποσκευές, λαμβάνοντας υπόψη και τις αναγκαίες στάσεις. Ο δρόμος εκτείνεται εξ ολοκλήρου μέσα από την απέραντη πεδιάδα. Ανάμεσα στο ύψωμα και το Αλάκλισι, που βρίσκεται μιάμιση ώρα πιο πέρα, ανασηκώνεται κοντά στον δρόμο, δεξιά, ένας τύμβος, κι έπειτα άλλοι πέντε περίπου στην ίδια ευθεία, ο τελευταίος από τους οποίους απέχει μια βολή τουφεκιού από το Αλάκλισι. Οι τύμβοι αυτοί βρίσκονται στην τελευταία κλίση του βουνού, όπου, ένα μίλι αριστερά, αρχίζει ένας τεράστιος βάλτος που εκτείνεται όσο φτάνει το μάτι προς νότον, προς τη θάλασσα, και δυτικά, προς την οροσειρά του Ολύμπου, η οποία ορίζει τα σύνορα της πεδιάδας. Ο τύμβος πλησιέστερα στο Αλάκλισι αποτελεί μεγάλο σωρό γης θεμελιωμένο επάνω στον βράχο, ο οποίος γύρω-γύρω καλύπτεται από λεπτό στρώμα χώματος. Η πεδιάδα ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και το Αλάκλισι δεν είναι τόσο πυκνοκατοικημένη ή καλλιεργημένη όσο εκείνη των Σερρών· στη διαδρομή συναντώνται μόνο μικρές καραβάνες με καμήλες, ωστόσο η περιοχή τρέφει πλήθη κοπαδιών και αγέλες, και αφθονεί σε λαγούς, τρυγόνια και μπεκάτσες.
Το Αλάκλισι, που στα τουρκικά σημαίνει «Εκκλησία του Θεού», αποκαλείται από τους Έλληνες «Στους Αποστόλους» και από τους Βουλγάρους Ποστόλ. Αποτελείται από 40 ή 50 φτωχικές καλύβες και ανήκει στον Σελήμ Μπέη της Θεσσαλονίκης, ο οποίος διατηρεί εδώ έναν Αλβανό σουμπασή με μικρή φρουρά. Το χωριό δεν βρίσκεται επάνω στον κύριο δρόμο προς το Γενιτσέ (Γιαννιτσά), αλλά περίπου μισό μίλι δεξιά του. Κατά την κάθοδο από το Αλάκλισι προς τον κεντρικό δρόμο, τα χωράφια είναι γεμάτα θραύσματα αρχαίων οικοδομών και κεραμικής, όπως συμβαίνει συνήθως στα ερείπια ελληνικών πόλεων. Θεμέλια ενός τοίχου της εποχής εκείνης φαίνονται κάθετα προς τον δρόμο, και φαίνεται να καταλήγουν στον βάλτο, του οποίου η άκρη είναι παράλληλη με τον δρόμο, σε απόσταση μισού μιλίου. Είκοσι λεπτά από το Αλάκλισι, και δέκα λεπτά πέρα από την πρώτη πηγή, αναβλύζει μια δεύτερη, πολύ πιο άφθονη, που συγκεντρώνεται σε τετράγωνη δεξαμενή λιθόκτιστη και κατόπιν ρέει προς τον βάλτο. Αυτή η πηγή ονομάζεται από τους Έλληνες «Πέλλη» και από τους Βουλγάρους «Πελ». Καθώς οι αρχαίες ελληνικές πόλεις έπαιρναν συχνά το όνομά τους από κάποιο ποτάμι ή πηγή, το ίδιο, πιθανώς, συνέβη και στην περίπτωση της περίφημης πρωτεύουσας του Φιλίππου και των διαδόχων του.
Φαίνεται πως το όνομα Πέλλα επέζησε ακόμη και των ερειπίων της πόλης, επιστρέφοντας στην πηγή από την οποία προερχόταν αρχικά. Η λέξη αυτή ταίριαζε απόλυτα σε πηγή, είτε προέρχεται από την ίδια ρίζα με το πίλλη, είτε από το πελός, επίθετο που χρησιμοποιούσαν συχνά οι Έλληνες για τα νερά των πηγών, από το μέλαν ύδωρ του Ομήρου έως τα σημερινά Μαυρομάτια. Κάτω από την πηγή σώζονται ερείπια κτισμάτων που θεωρούνται λουτρά, και ακόμη αποκαλούνται «Τα Λουτρά». Στα λουτρά της Πέλλας αναφέρεται και ένας κωμικός ποιητής, τον οποίο παραθέτει ο Αθήναιος. Το νερό δεν έχει ιδιαίτερη γεύση, παρουσιάζει όμως μια ελαφρά θερμότητα, που ίσως δεν γίνεται αισθητή το καλοκαίρι. Η δεξαμενή είναι χτισμένη πάνω στα θεμέλια ενός ελληνικού τείχους, και πάνω από αυτή, μέσα σε χωράφι, βρίσκεται μεγάλο τμήμα τοιχοποιίας με κονίαμα. Όλη η καλλιεργημένη γη γύρω καλύπτεται από θραύσματα αγγείων και λίθους, και εδώ βρίσκονται τα περισσότερα νομίσματα που συλλέγουν οι χωρικοί του Αλάκλισι.
Ανταλλαγή πληθυσμών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών με τη συνθήκη της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923) ήρθαν στην Πέλλα:
- Πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη που έφυγαν από το χωριό Αρναούτκιοϊ της περιοχής Τσατάλτζα-Μητροπόλεως Δέρκων και Τυρολόης, που βρίσκεται 18 χλμ. δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Οι κάτοικοι του χωριού αυτού εγκαταστάθηκαν εκτός της Πέλλας και στο χωριό Διονυσίου Χαλκιδικής.
- Πρόσφυγες από το χωριό Νεοχώριo (Γενίκιοϊ) της Καλλίπολης που εγκαταστάθηκαν εκτός της Πέλλας και στα χωριά Εξαπλάτανος, Άθυρα, Κουφάλια και αλλού.
- Πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία που ήρθαν στην Πέλλα το 1918 -1924 από το χωριό Μοναστήρι της σημερινής Βουλγαρίας και μοιράστηκαν στην Πέλλα στο Μικρό Μοναστήρι Νομού Θεσσαλονίκης και το Νέο Μοναστήρι (Τζόμπα) περιοχής Δομοκού.
Έτσι υπερδιπλασιάσθηκε ο πληθυσμός του χωριού, σε σχέση μ' αυτόν που είχε στις αρχές του αιώνα. Τέλος ήλθαν στο χωριό το 1947, περίπου 50 οικογένειες Σαρακατσάνων, προερχόμενοι από τις περιοχές της Φλώρινας.
Ο Δήμος Πέλλας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Πέλλα αναγνωρίσθηκε ως κοινότητα στις 28 Ιουνίου 1918[2] με την ονομασία «Άγιοι Απόστολοι», αποτελούμενη και από τους συνοικισμούς Ραχώνας, Λιβαδίτσας και Αγροσυκιάς. Οι δύο τελευταίοι αποσπάστηκαν από την Πέλλα το 1922 και προσαρτήθηκαν στην κοινότητα Αθύρων.
Στις 2 Μαρτίου 1926 μετονομάστηκε σε «Παλαιά Πέλλα».[3] To 1975 ονομάστηκε «Πέλλα».
Η κοινότητα αναβαθμίστηκε σε δήμο το 1989, για ιστορικούς λόγους, με το Προεδρικό Διάταγμα 592/21-12-1989.[4]
Με το σχέδιο Καποδίστριας, ο Δήμος Πέλλας διευρύνεται και περιλαμβάνει τις μέχρι τώρα κοινότητες Νέας Πέλλας, Αθύρων, Δυτικού, Αγροσυκιάς και Ραχώνας με τον οικισμό της Λιβαδίτσας. Με το σχέδιο Καλλικράτης ο Δήμος διευρύνεται ακόμα περισσότερο και συγχωνεύεται με τους δήμους Γιαννιτσών, Κύρρου, Κρύας Βρύσης και Μεγάλου Αλεξάνδρου και η έδρα μεταφέρεται στα Γιαννιτσά. Έτσι ο Δήμος Πέλλας σήμερα είναι ο πολυπληθέστερος του νομού έχει πάνω από 63.122 κατοίκους.
Φωτογραφίες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Μωσαϊκό
- Άποψη της Πέλλας
- Βρύση στο κέντρο της Πέλλας
- Ο θεός Διόνυσος πάνω σε έναν πάνθηρα, ψηφιδωτό της Πέλλας
- Πανοραμική θέα της Πέλλας
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Oxford University (1835). Travels in northern Greece / Vol. 3. London : Rodwell.
- ↑ ΦΕΚ 152 1918
- ↑ ΦΕΚ 97, τεύχος Α΄ 1926
- ↑ ΦΕΚ Α΄ 251 /29-12-1989