Γέτες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η περιοχή που σθνήθως συνδέεται ιστορικά με το λαό των Γετών, φαίνεται με κόκκινες τελειές στις εκβολές του Ποταμού Δούναβη

Οι Γέτες είναι ομάδα θρακικών φυλών που κάποτε κατοικούσαν στις περιοχές εκατέρωθεν του Κάτω Δούναβη, στη σημερινή βόρεια Βουλγαρία και νότια Ρουμανία. Η ονομασία Γέτες μπορεί να προήλθε από ένα ελληνικό εξώνυμο[εκκρεμεί παραπομπή]: η περιοχή ήταν η ενδοχώρα ελληνικών αποικιών στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας, φέρνοντας τους Γέτες σε επαφή με τους αρχαίους Ελληνες από νωρίς. Αρκετοί μελετητές, ιδιαίτερα στη ρουμανική ιστοριογραφία, θέτουν θέμα ταύτισης των Γετών με τους δυτικούς γείτονές τους, τους Δάκες.

Γέτες και Δάκες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aρχαίες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύπελλο με πουλιά και ζώα, Θρακο-Γετικό, 4ος αιώνας π.Χ., από ασήμι, ύψος: 18.7 cm, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης (Νέα Υόρκη)

Ο Στράβων, μια από τις πρώτες αρχαίες πηγές που αναφέρει τους Γέτες και τους Δάκες, αναφέρει στα Γεωγραφικά του (περίπου 7 π.Χ. - 20 μ.Χ.) ότι οι Δάκες ζούσαν στα δυτικά τμήματα της Δακίας "προς τη Γερμανία και τις πηγές του Δούναβη", ενώ οι Γέτες ζούσαν στα ανατολικά τμήματα προς τη Μαύρη Θάλασσα, τόσο νότια όσο και βόρεια του Δούναβη. Ο αρχαίος γεωγράφος έγραψε επίσης ότι οι Δάκες και οι Γέτες μιλούσαν την ίδια γλώσσα [2], αφού ανέφερε το ίδιο και για τους Γέτες και τους Θράκες.

Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, στη Φυσική Ιστορία του, περίπου 77-79 μ.Χ., δηλώνει κάτι παρόμοιο: «... αν και διάφορες φυλές έχουν καταλάβει τις παρακείμενες ακτές, σε ένα σημείο οι Γέτες, από τους Ρωμαίους αποκαλούμενοι Δάκες ...».

Ο Αππιανός, που άρχισε να γράφει τη Ρωμαϊκή Ιστορία επί Αντωνίνου του Ευσεβούς, Ρωμαίου Αυτοκράτορα από το 138 ως το 161, σημείωσε: «Βγαίνοντας αμέσως από αυτά τα ποτάμια κυβερνούν μερικούς από τους Κέλτες πέρα από το Ρήνο και τους Γέτες πέρα από το Δούναβη, που τους ονομάζουν Δάκες".

Ο Ιουστίνος, Λατίνος ιστορικός του 3ου αιώνα μ.Χ., έγραψε στην Ἐπιτομὴ τοῦ Πομπηίου Τρόγου ότι οι Δάκες μιλούσαν ως απόγονοι των Γετών]]: "Daci quoque suboles Getarum sunt" (Οι Δάκες επίσης είναι συγγενείς των Γετών)

Στη Ρωμαϊκή Ιστορία του (περίπου 200 μ.Χ.), ο Δίων Κάσσιος προσθέτει: "Αποκαλώ το λαό Δάκες, το όνομα που χρησιμοποιούν οι ίδιοι οι ντόπιοι, καθώς και οι Ρωμαίοι, αν και δεν αγνοώ ότι ορισμένοι Έλληνες συγγραφείς αναφέρονται σε αυτούς ως Γέτες, είτε αυτός είναι ο σωστός όρος είτε όχι ... " Παρουσιάζει επίσης τους Δάκες να ζουν και στις δύο πλευρές του Κάτω Δούναβη, εκείνους νότια του ποταμού (σημερινή βόρεια Βουλγαρία), στη Μοισία και ονομάζονται Μοισοί, ενώ αυτοί βόρεια του ποταμού ονομάζονται Δάκες. Υποστηρίζει ότι οι Δάκες είναι "Γέτες ή Θράκες Δακικής φυλής" :

"Στην αρχαιότητα είναι αλήθεια ότι οι Μοισοί και οι Γέτες κατείχαν όλη τη χώρα μεταξύ Αίμου και Ιστρου. Αλλά με την πάροδο του χρόνου άλλαξαν τα ονόματά τους και έκτοτε έχουν συμπεριληφθεί υπότο όνομα της Μοισίας όλες οι φυλές που ζουν πέρα από τη Δαλματία, τη Μακεδονία και τηΘράκη και χωρίζονται από την Παννονία από το Σ,αβο, παραπόταμο του Ιστρου. Δύο από τις πολλές φυλές που βρίσκονται μεταξύ αυτών είναι εκείνες που ονομάζονταν στο παρελθόν Τριβαλλοί και Δάρδανοι και εξακολουθούν να διατηρούν το παλιό τους όνομα".

Σύγχρονες ερμηνείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχει διαμάχη μεταξύ των μελετητών σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των Γετών και των Δακών και αυτή η διαμάχη αφορά επίσης την ερμηνεία των αρχαίων πηγών. Μερικοί ιστορικοί όπως ο Ρόναλντ Αρθουρ Κρόσλαντ αναφέρουν ότι ακόμα και οι Αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τους δύο προσδιορισμούς "εναλλακτικά ή με κάποια σύγχυση". Επομένως, θεωρείται γενικά ότι οι δύο ομάδες σχετίζονταν σε κάποιο βαθμό, ενώ η ακριβής σχέση τους αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης.

Ιδιος λαός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Oνομαστική παρουσίαση των Δακικών, Γετικών και Μοισικών πόλεων με κατάληξη δάβα ή δέβα, που εκτείνονται στη Δακία, τη Μοισία, τη Θράκη και τη Δαλματία και δείχνει τη γλωσσική συνέχεια

Ο Στράβωνας, καθώς και άλλες αρχαίες πηγές, οδήγησαν ορισμένους σύγχρονους ιστορικούς να θεωρήσουν ότι, αν η θρακική εθνοτική ομάδα μπορούσε να διαιρεθεί, μία από αυτές τις διαιρέσεις θα πρέπει να είναι οι Δακο-Γετες. Ο γλωσσολόγος Ιβάν Ντουριντάνοφ αναγνώρισε επίσης μια Δακική γλωσσική περιοχή στη Δακία, τη Μικρά Σκυθία, την Κάτω Μοισία και την Άνω Μοισία.

Οι Ρουμάνοι μελετητές προχώρησαν γενικά περαιτέρω την ταύτιση και ο ιστορικός Κωνσταντίν Γ. Γκιουρέσκου υποστήριξε ότι οι δύο λαοί ταυτίζονταν πλήρως. Ο αρχαιολόγος Mίρτσεα Μπάμπες μίλησε για «πραγματική εθνο-πολιτισμική ενότητα» μεταξύ Γετών και Δακών. Σύμφωνα με το Γκλάνβιλ Πράις η περιγραφή του Έλληνα γεωγράφου Στράβωνα δείχνει ότι οι Γέτες και οι Δάκες ήταν ένας και ο αυτός λαός. Άλλοι που υποστηρίζουν την ταυτότητα μεταξύ Γετών και Δακών με αρχαίες πηγές είναι οι ανεξάρτητοι συγγραφείς Τζέιμς Μίναχαν και Κάθριν Αβερι, που υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι που οι Έλληνες ονόμαζαν Γέτες αποκαλούντο Δάκες από τους Ρωμαίους. Το ίδιο αποδέχονται ορισμένοι Βρετανοί ιστορικοί όπως ο Ντέιβιντ Σάντλερ Μπέρκοβιτς και ο Φίλιπ Μάτισζακ. Ο Βούλγαρος ιστορικός και ο θρακολόγος Αλέξανδρος Φολ θεωρεί ότι οι Γέτες έγιναν γνωστοί ως "Δάκες" στα Ελληνικά και στα Λατινικά στα γραπτά του Καίσαρα, του Στράβωνα και του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, καθώς οι Ρωμαίοι παρατηρητές υιοθέτησαν το όνομα της "Δακικής φυλής" για να αναφερθούν σε όλους τους μη κατακτημένους, που κατοικούσαν βόρεια του Δούναβη. Επίσης ο Εντουαρντ Μπένμπουρι πίστευε ότι το όνομα των Γετών, με το οποίο ήταν αρχικά γνωστοί στους Έλληνες του Εύξεινου Πόντου, διατηρήθηκε πάντοτε από αυτούς σε κοινή χρήση, ενώ εκείνο των Δακών, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, ήταν εκείνο με το οποίο οι πιο δυτικές Φυλές, που γειτνίαζαν με τους Παννονίους, έγιναν γνωστές για πρώτη φορά στους Ρωμαίους. Μερικοί μελετητές θεωρούν ότι οι Γέτες και οι Δάκες είναι ο ίδιος λαός, σε διαφορετικά στάδια της ιστορίας του και αναφέρονται στον πολιτισμό τους ως Γετο-Δακικό.

Ιδια γλώσσα, ξεχωριστοί λαοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ιστορικός και αρχαιολόγος Αλέξανδρος Βούλπε βρήκε μια αξιοσημείωτη ομοιομορφία του Γετο-Δακικού πολιτισμού, ωστόσο είναι ένας από τους λίγους Ρουμάνους αρχαιολόγους που κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ Γετών και Δακών, αντικρούοντας την παραδοσιακή θέση της ρουμανικής ιστοριογραφίας που θεωρούσε τους δύο λαούς ένα. Παρ 'όλα αυτά επέλεξε να χρησιμοποιήσει τον όρο "Γετο-Δάκες" ως μια συμβατική έννοια για τις Θρακικές φυλές που κατοικούσαν στο έδαφος της σημερινής Ρουμανίας, χωρίς να σημαίνει αναγκαστικά «απόλυτη εθνοτική, γλωσσική ή ιστορική ενότητα».

Ο Ρόναλντ Αρθουρ Κρόσλαντ υποστήριξε ότι οι δύο ονομασίες μπορεί να αναφέρονταν σε δύο ομάδες ενός "γλωσσολογικά ομοιογενούς λαού", που είχαν έρθει στο ιστορικό προσκήνιο σε δύο ξεχωριστές χρονικές περιόδους. Συνέκρινε επίσης την πιθανή γλωσσική κατάσταση με τη σύγχρονη σχέση μεταξύ Νορβηγικής και Δανικής γλώσσας. Ο Πωλ Λάτσιαν ΜακΚέντρικ θεωρούσε τους δύο ως "κλάδους" της ίδιας φυλής, που μιλούσαν δύο διαλέκτους μιας κοινής γλώσσας.

Ο Ρουμάνος ιστορικός των ιδεών και ιστοριογράφος Λουτσιάν Μπόια αναφέρει: «Σε ένα ορισμένο σημείο η φράση Γετο-Δάκες επινοήθηκε στη ρουμανική ιστοριογραφία για να υποστηρίξει την ενότητα Γετών και Δακών». Ο Λουτσιάν Μπόια πήρε μια σκεπτικιστική θέση, υποστηρίζοντας ότι οι αρχαίοι συγγραφείς ξεχώριζαν τους δύο λαούς, αντιμετωπίζοντας τους ως δύο ξεχωριστές ομάδες του Θρακικού έθνους. Ο Μπόια υποστήριξε ότι θα ήταν αφελές να υποθέσουμε ότι ο Στράβων γνώριζε τόσο καλά τις θρακικές διαλέκτους, υποστηρίζοντας ότι ο Στράβων δεν είχε "καμία γνώση στον τομέα των θρακικών διαλέκτων". Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός αμφισβητείται, καθώς μερικές μελέτες πιστοποιούν την αξιοπιστία και τις πηγές του Στράβωνα. Δεν υπάρχει λόγος να παραβλέψουμε την πεποίθηση του Στράβωνα ότι οι Δάκες και οι Γέτες μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Ο Μπόια τόνισε επίσης ότι ορισμένοι ρουμάνοι συγγραφείς επικαλούνταν το Στράβωνα άκριτα.

Παρόμοια θέση υιοθέτησε ο Ρουμάνος ιστορικός και αρχαιολόγος Γ. Α. Νικουλέσκου, που επέκρινε επίσης τη ρουμανική ιστοριογραφία και την αρχαιολογική ερμηνεία, ιδιαίτερα στο θέμα του "Γετο-Δακικού πολιτισμού". Κατά την άποψή του ο Αλέξανδρος Βούλπε έβλεπε τους αρχαίους λαούς ως σύγχρονα έθνη, πράγμα που τον έκανε να ερμηνεύσει την κοινή γλώσσα ως ένδειξη κοινού λαού, παρά το γεγονός ότι ο Στράβων κάνει διάκριση μεταξύ των δύο.



Γεωγραφική θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γέτες μαζί με τους Δάκες αποτελούσαν τα βορειότερα θρακικά φύλα που ήταν εγκατεστημένα στις περιοχές πέραν του ΊστρουΔούναβη). Οι Γέτες, αν και εθνικώς ανήκαν στους Θράκες συνόρευαν και κάποτε αναμειγνύονταν με τους Σκύθες, διέφεραν όμως ουσιαστικά και από τους μεν και από τους δε.

Λόγω αυτής ακριβώς της γεωγραφικής τους τοποθετήσεως ήταν πιο αποκομμένοι από τους υπολοίπους Θράκες και έρχονταν σε πιο άμεση επαφή με τις βαρβαρικές φυλές που κατά καιρούς κατέρχονταν από την βόρεια Ευρώπη ή εισέρχονταν σε αυτήν από τις Ασιατικές στέπες. Το υδάτινο εμπόδιο του Δουνάβεως αφενός και τα σκιώδη αχανή δάση της χώρας μέσα στα οποία κατοικούσαν αφετέρου στάθηκαν η αιτία τού να μην είναι γνωστά πολλά για την ιστορική τους διαδρομή.

Για τους Ρωμαίους, ο Ίστρος ήταν το υπερβόρειο όριο, από όπου άρχιζε η χώρα των Γετών. Ο Μαρτιάλης στα Επιγράμματά του κάνει υπαινιγμούς στο μυστήριο και στους κινδύνους αυτής της χώρας, την ίδια στιγμή που ένας αυτοκράτωρ όπως ο Δομιτιανός γνώριζε εκεί την ατυχία των όπλων.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ανατολική Ευρώπη το 200 π.Χ. που δείχνει τις φυλές των Γετών βόρεια του Δούναβη ποταμού.

Μύθος και πραγματικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ιστορία αυτής της χώρας και αυτού του λαού διακρίνονται δύο πλάνα του Γετο-δακικού κόσμου: το ένα πλάνο είναι αυτό της άμεσης γνώσεως που είχαν ξεκάθαρο οι αρχαίοι, από τον Μέγα Αλέξανδρο μέχρι τους Ρωμαίους, μέσω των πολέμων. Αυτό το συμπληρώνουν οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις με τα ευρήματα που φέρνουν στο φως, πολύ λίγα στην πραγματικότητα, αφού επρόκειτο περί ενός «πολιτισμού του ξύλου». Οι Γέτες και ο Ίστρος, για τους Έλληνες, όπως οι Δάκες και ο Δανούβιος για τους Ρωμαίους είναι ακριβή ονόματα σε αυτό το πλάνο.

Το άλλο πλάνο, είναι το πλάνο του «Γετικού μύθου» που πλάστηκε από τους Έλληνες και υιοθετήθηκε από τους Ρωμαίους. Εκεί υπάρχει η μυθική χώρα των Γετών και ο «ιερός Ίστρος», από οπού θα προέλθει ο κατακλυσμός, με το δέλτα και τις χίλιες εκβολές.

Στην χώρα τους, στην νήσο Λευκή, στα παράλια του Πόντου, η Θέτις μετέφερε τον Αχιλλέα για να κατοικήσει αιώνια.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγωγή και πατρίδα των Γετο-δακικών φύλων υπήρξε η άνω του ποταμού Ίστρου, (σημερινού Δουνάβεως) περιοχή, που εκτείνετο από τα όρη των Καρπαθίων έως τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, συνοπτικά, η περιοχή που καλύπτει η σημερινή νότιο-ανατολική Ρουμανία. Στην ιστορία έγιναν γνωστοί ως Γέτες, όνομα που τους έδωσαν οι Έλληνες, ενώ η χώρα τους έμεινε γνωστή ως Δακία, όνομα που της έδωσαν οι Ρωμαίοι. Αυτή η «ιδιομορφία» οφείλεται στο ότι οι Έλληνες γνώρισαν τους Γέτες εξαιτίας του γεγονότος ότι εκείνοι άλλαζαν ακαταπαύστως οικισμούς και περνούσαν από την μια στην άλλη όχθη του Ίστρου, αναμειγνυόμενοι με τους υπολοίπους Θράκες και τους Μοισούς, αλλά και λόγω του ότι κατοικούσαν στα ανατολικά της χώρας προς τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας.

Οι Έλληνες άποικοι έρχονταν σε επαφή κυρίως με τους Γέτες με τους οποίους συνόρευαν, με αποτέλεσμα να τους ονομάσουν όλους Γέτες. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι είχαν κοινή καταγωγή αλλά ομιλούσαν και την ίδια γλώσσα με τους Δάκες οι οποίοι κατοικούσαν δυτικά, στην ενδοχώρα, κατά μήκος του Ίστρου, συνορεύοντας με τα Γερμανικά-γοτθικά φύλα.

Όταν οι Ρωμαίοι με την σειρά τους κατέλαβαν την χώρα, ήρθαν κυρίως σε επαφή με τους Δάκες με αποτέλεσμα, κατά την συνήθεια τους, να ονομάσουν την νεοκατακτημένη χώρα Dacia Felix (λατ. "ευτυχισμένη Δακία"). Έκτοτε και τα δύο ονόματα χρησιμοποιούνταν εξ ίσου για να δηλώσουν τα θρακικά φύλλα του Δουνάβεως και των Καρπαθίων. Τα στοιχεία που μας διασώζει η ιστορία για αυτά τα θρακικά φύλα και για την χώρα που κατοικούσαν δεν είναι πολλά. Για τον αρχαίο κόσμο, η Δακία των τρομερών πολεμιστών των Καρπαθίων και του θεού Ζάλμοξη ήταν, μέχρι την κυριαρχία του Τραϊανού, μια ανεξερεύνητη χώρα, σχεδόν αδιάβατη. Η χώρα τους, παρέμεινε ερμητικά κλειστή για τους αρχαίους.

Αναφορές από συγγραφείς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ρωμαίοι μέχρι την κατάληψη της χώρας γνώρισαν μόνο τους Δάκες πολεμιστές. Ο Δούναβης τους ενέπνεε φόβο. Ωστόσο αυτές οι φυλές δεν είναι εντελώς άγνωστες. Οι πρώτες άμεσες πληροφορίες μας προέρχονται από τους αρχαίους Έλληνες ιστορικούς Ηρόδοτο, Στράβωνα κ.ά., καθώς και από τους Έλληνες αποίκους των παραλίων της Μαύρης θάλασσας. Γνώριζαν μάλιστα και τις μεταξύ τους διαιρέσεις. Ο Στράβων σημειώνει σχετικά: «Υπάρχει και μια άλλη παλαιότερη διαίρεση της χώρας, σύμφωνα με την οποία μερικοί ονομάζονται Δάκες και οι άλλοι Γέτες. Τους έλεγαν Γέτες ή Δάκες, και οι Έλληνες οι οποίοι τους θεωρούσαν συγγενείς των Θρακών- «τους πιο γενναίους και τους πιο δίκαιους μεταξύ των Θρακών», σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, - έλεγαν ότι ο θεός του πολέμου Άρης, γεννήθηκε στην χώρα τους.» Γνώριζαν όμως ότι μια τέτοια ιδέα μπορούσε να είναι μονάχα ένας θρύλος, γιατί άλλος θεός, πιο μεγάλος και μόνος , κυριαρχούσε στις τύχες αυτού του λαού. Και ο Πλάτων ισχυρίζετο ότι ο Ζάλμοξις έκανε αυτούς τους ανθρώπους αθανάτους. Ο Ηρόδοτος, ο οποίος εξηγεί την μυθολογική καταγωγή αυτού του λαού, μας δίνει και τις πιο παλιές πληροφορίες περί της ιστορίας, των ηθών και της θρησκείας του.


7ος - 4ος αιώνας π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τον 7ο αιώνα π.Χ. και μετά οι Γέτες ήλθαν σε οικονομική και πολιτιστική επαφή με τους Έλληνες, που εγκαθίδρυσαν αποικίες στη δυτική πλευρά του Εύξεινου Πόντου, της σημερινής Μαύρης Θάλασσας. Οι Γέται μνημονεύονται για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο στην αφήγησή του της Σκυθικής εκστρατείας του Δαρείου Α΄ το 513 π.Χ., κατά την οποία υπέταξε τους Γέτες. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Γέτες διέφεραν από άλλες θρακικές φυλές στη θρησκεία τους, επικεντρωμένη στο θεό (δαίμονα) Ζάλμοξι, που κάποιοι από τους Γέτες ονόμαζαν Γεβελεΐζι.

Μεταξύ του 5ου και του 3ου αιώνα π.Χ., οι Γέτες ήταν κατά κύριο λόγο υπό την κυριαρχία του ακμάζοντος Βασιλείου των Οδρυσών. Την περίοδο αυτή οι οι Γέτες προσέφεραν στρατιωτικές υπηρεσίες και έγιναν διάσημοι για το ιππικό τους. Μετά τη διάσπαση του Βασιλείου των Οδρυσών άρχισαν να εδραιώνονται μικρότερα Γετικά πριγκιπάτα.

Ακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν ξεκινήσει την εκστρατεία του κατά της Περσίας, ο Μέγας Αλέξανδρος νίκησε τους Γέτες και κατέστρεψε έναν από τους οικισμούς τους. Το 313 π.Χ. οι Γέτες σχημάτισαν συμμαχία με την Κάλλατι (σημερινή Μανγκάλια, στο νοτιοανατολικό άκρο της Ρουμανίας), την Οδησσό (σημερινή Βάρνα) και άλλες ελληνικές αποικίες του δυτικού Εύξεινου Πόντου ενάντια στο Λυσίμαχο, που κατείχε ένα φρούριο στην Τίριζι (σημερινή Καλιάκρα, μεταξύ Βάρνας και Μανγκάλιας).

Οι Γέτες άκμασαν ιδιαίτερα το πρώτο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. Περί το 200 π.Χ., η εξουσία του Γετη πρίγκιπα Ζαλμοδέγικου εκτεινόταν μέχρι την Ιστρία, όπως δείχνει μια σύγχρονη επιγραφή. Άλλοι ισχυροί πρίγκηπες ήταν ο Ζόλτης και ο Ρέμαξος (περί το 180 π.Χ.). Επίσης αρκετοί Γέτες ηγεμόνες έκοβαν τα δικά τους νομίσματα. Οι αρχαίοι συγγραφείς Στράβων και Δίων Κάσσιος αναφέρουν ότι οι Γέτες λάτρευαν ως θεούς τους ηγεμόνες τους και αυτό επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα.

Σύγκρουση με τη Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 72-71 π.Χ. ο Μάρκος Τερέντιος Βάρων Λούκουλος υπήρξε ο πρώτος Ρωμαίος που εκστράτευσε κατά των Γετών. Αυτό το έκανε για να πλήξει τους συμμάχους του Μιθριδάτη ΣΤ΄ στο δυτικό Εύξεινο Πόντο, αλλά είχε περιορισμένη επιτυχία. Μια δεκαετία αργότερα ένας συνασπισμός Σκυθών, Γετών, Βασταρνών και Ελλήνων αποίκων νίκησε το Γάιο Αντώνιο Υβρίδα στην Ιστρία. Αυτή η νίκη επί των Ρωμαίων επέτρεψε στο Βυρεβίστα, τον ηγέτη αυτού του συνασπισμού, να κυριαρχήσει στην περιοχή για μια σύντομη περίοδο (60-50 π.Χ.).

Στα μέσα του πρώτου αιώνα π.Χ. ο Βυρεβίστας ίδρυσε ένα βασίλειο αποτελούμενο από απόγονους εκείνων που οι Έλληνες ονόμαζαν Γέτες, καθώς και Δάκες, το όνομα που απέδιδαν στουςανθρώπους της περιοχής οι Ρωμαίοι.

Ο Αύγουστος επεδίωκε να υποτάξει ολόκληρη τη Βαλκανική χερσόνησο και χρησιμοποίησε μια εισβολή των Βασταρνών από το Δούναβη ως πρόσχημα για να συντρίψει τους Γέτες και τους Θράκες. Κάλεσε το Μάρκο Λικίνιο Κράσσο ως υπεύθυνο για το σχέδιο. Το 29 π.Χ. ο Κράσσος νίκησε τους Βασταρνούς με τη βοήθεια του Γέτη πρίγκιπα Ρώλη. Ο Κράσσος του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει σε αντάλλαγμα για την υποστήριξή του ενάντια στο Γέτη ηγεμόνα Δαπύχη. Αφού ο Κράσος έφτασε μέχρι το Δέλτα του Δούναβη διόρισε το Ρώλη βασιλιά και επέστρεψε στη Ρώμη. Το 16 π.Χ. οι Σαρμάτες εισέβαλαν στα Γετικά εδάφη αλλά εκδιώχθηκαν από τα ρωμαϊκά στρατεύματα. Οι Γέτες τέθηκαν υπό τον έλεγχο του υποτελούς στη Ρώμη βασιλιά της Θράκης Ροιμητάλκη Α΄. Το 6 μ.Χ. ιδρύθηκε η επαρχία της Μοισίας, ενσωματώνοντας τους Γέτες νότια του ποταμού Δούναβη. Οι Γέτες βόρεια του Δούναβη διατήρησαν τη φυλετική τους αυτονομία έξω από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Γέτες ήταν «η ευγενέστερη και η πιο δίκαιη από όλες τις θρακικές φυλές». Όταν οι Πέρσες, υπό το Δαρείο το Μέγα, εκστράτευσαν εναντίον των Σκυθών οι θρακικές φυλές στα Βαλκάνια παραδόθηκαν στον Δαρείο που προέλαυνε προς τη Σκυθία και μόνο οι Γέτες προέβαλαν αντίσταση.

Ένα επεισόδιο από την ιστορία των Γετών βεβαιώνεται από διάφορους αρχαίους συγγραφείς : Όταν ο Λυσίμαχος προσπάθησε να υποτάξει τους Γέτες νικήθηκε από αυτούς. Ο βασιλιάς των Γετών Δρομιχαίτης τον συνέλαβε αιχμάλωτο αλλά του φέρθηκε καλά και τον έπεισε ότι θα κερδίσει περισσότερο ως σύμμαχος παρά ως εχθρός των Γετών και τον απελευθέρωσε. Σύμφωνα με το Διόδωρο ο Δρομιχαίτης περιποιήθηκε το Λυσίμαχο στο παλάτι του, όπου τα τρόφιμα σερβίρονταν σε χρυσά και ασημένια πιάτα. Η ανακάλυψη του περίφημου τάφου στο Σβεστάρι (1982) υποδηλώνει ότι το παλάτι βρισκόταν ίσως στην περιοχή αυτή, όπου σώζονται υπολείμματα μιας μεγάλης παλιάς πόλης μαζί με δεκάδες άλλους θρακικούς τάφους.

Όπως αναφέρθηκε νωρίτεραβασικός θεός των Γετών ήταν ο Ζάλμοξις, που μερικές φορές τον αποκαλούσαν τον Γεβελείζι.

"Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι, όταν αστράφτει και βροντά στοχεύουν με τα βέλη τους τον ουρανό, εκφωνώντας απειλές εναντίον του θεού. Και δεν πιστεύουν ότι υπάρχει άλλος θεός από το δικό τους." - Ηρόδοτος. [[Ηροδότου Ιστορίαι|Ιστορίαι, 4.94.

Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος στη Φυσική Ιστορία του (Naturalis Historia) αναφέρει μια φυλή που ονομάζεται Τυρεγέται, προφανώς Δακο-Θρακική φυλή που κατοικούσε δίπλα στον ποταμό Τύρα (το Δνείστερο). Το φυλετικό τους όνομα φαίνεται να είναι ένας συνδυασμός του Tύρας και του Γέτες. σύγκρινε τα ονόματα Θυσσαγέτες και Μασσαγέτες.

Ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος, κατά τη μακρά εξορία του στην Τόμι, ισχυρίζεται ότι έχει γράψει ποίηση (που τώρα έχει χαθεί) στη Γετική γλώσσα. Στις Epistulae ex Ponto (Επιστολές από τον Πόντο), γραμμένες από τη βόρεια ακτή της Μαύρης Θάλασσας, υποστηρίζει ότι οι διάφορες φυλές της Σκυθίας μιλούσαν δύο μεγάλες, ξεχωριστές γλώσσες, που τις χαρακτηρίζει ως Γετική και Σαρματική.

Φυσικό παρουσιαστικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιερώνυμος περιέγραψε τους Γέτες ως με κόκκινα και ξανθά μαλλιά.

Γέτες και Γότθοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γέτες μερικές φορές συγχέονται με τους Γότθους σε έργα συγγραφέων του πρώιμου μεσαίωνα. Αυτή η σύγχυση είναι αρκετά εκτεταμένη κυρίως σε έργα του Ιορδάνη, του ίδιου γοτθικής καταγωγής, που απέδωσε παλιότερες ιστορικές αφηγήσεις για τους Γέτες στους Γότθους.

Στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., ο Κλαυδιανός, ποιητής της αυλής τον αυτοκράτορα Ονώριου και ο πατρίκιος Στιλίχων, χρησιμοποιεί το εθνώνυμο Γέτες αναφερόμενος στους Βησιγότθους.

Κατά τον 5ο και 6ο αιώνα πολλοί ιστορικοί και εθνογράφοι (Κόμης Μαρκελλίνος, Oρόσιος, Ιωάννης ο Λυδός, ο Ισίδωρος της Σεβίλλης, ο Προκόπιος ο Καισαρεύς) χρησιμοποίησαν το ίδιο εθνώνυμο Γέτες για να κατονομάσουν πληθυσμούς που εισέβαλλαν στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Γότθοι, Γέπιδες, Kουτριγούροι, Σλάβοι). Για παράδειγμα, στο τρίτο βιβλίο του Ιστορικού των Πολέμων, ο Προκόπιος αναφέρει : "Υπήρχαν πολλά γοτθικά έθνη σε παλαιότερες εποχές, όπως και σήμερα, αλλά το μεγαλύτερο και σημαντικότερο είναι οι Γότθοι, οι Βάνδαλοι, οι Βησιγότθοι και οι Γέπιδες. Τα αρχαία χρόνια όμως ονομάζονταν Σαυρομάται και Μελαγχλαῖνοι και υπήρχαν επίσης και κάποιοι που ονόμαζαν αυτά τα έθνη Γετικά ".

Οι Γέτρες θεωρήθηκαν ο ίδιος λαός με τους Γότθους από τον Ιορδάνη στα Γετικά του, που γράφτηκαν στα μέσα του 6ου αιώνα. Ισχυρίζεται επίσης ότι σε κάποια περίπτωση οι «Γέτες» μετανάστευσαν από τη Σκάνια, ενώ ταυτόχρονα αναγνώριζες τη θεότητά τους Zάλμοξι ως Γότθο βασιλιά. Ο Ιορδάνης αποδεχόταν την προηγούμενη μαρτυρία του Ορόσιου.

Το έργο του 9ου αιώνα De Universo του Ράβανους Μαύρους αναφέρει: "Οι Μασσαγέτες προέρχονται από τη φυλή των Σκυθών και ονομάζονται Mασσαγέτες, ή βαρείς, δηλαδή ισχυροί Γεϊες.