Αρχαία Αλεξάνδρεια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Αλεξάνδρεια (πολυτονικό: Ἀλεξάνδρεια, κοπτικά: Ρακώτις, λατινικά: Alexandria) βρίσκεται στην Αίγυπτο και ήταν μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της αρχαιότητας. Ιδρύθηκε το 331 π.Χ. από τον Αλέξανδρο τον Μέγα και στην ακμή της αποτελούσε μία από τις επιφανέστερες εστίες πολιτισμού. Ήταν διάσημη για τη βιβλιοθήκη και τον Φάρο της, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, κτισμένο στο ομώνυμο νησί. Η πόλη συνδεόταν με τον Φάρο μέσω μιας τεχνητής χωμάτινης λωρίδας που διαχώριζε τα δύο λιμάνια της: τον Μεγάλο Λιμένα στα ανατολικά και τον Εύνοστο προς τη Δύση. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. υπήρξε έδρα του ελληνιστικού βασιλείου των Πτολεμαίων, ενώ κατά την ύστερη αρχαιότητα αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της μετέπειτα ανατολικής ρωμαϊκής (Βυζαντίου) μέχρι την κατάληψή της από τους Άραβες τον 7ο αιώνα. Ήταν πασίγνωστη για την έντονη πνευματική δραστηριότητα των λογίων της που συνεχίστηκε αδιάλειπτα σε όλο αυτό το διάστημα.

Χάρτης της Αλεξάνδρειας (Μαχμούντ Μπέη -1872)

Ίδρυση της Αλεξάνδρειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη ιδρύθηκε από τον Αλέξανδρο τον Μέγα το 331 π.Χ. και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα ως «Αλεξάνδρεια η πλησίον της Αιγύπτου» («Ἀλεξάνδρεια ἡ πρὸς Αἰγὺπτῳ», λατ. Alexandria ad Aegyptum).[1][2] Στην προσπάθειά του να εντοπίσει κατάλληλη τοποθεσία για την πόλη και τον λιμένα της ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες. Το Κανωπικό στόμιο του Νείλου, παρά τις επικίνδυνες αμμοσύρτες του, εξυπηρετούσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα το περιορισμένο θαλάσσιο εμπόριο με τις ανατολικές χώρες που διεξαγόταν με μικρά σκάφη. Παρʼ όλα αυτά, η επικινδυνότητα της πρόσβασης καθώς και οι συνθήκες του υπεδάφους και της υγιεινής στην ακτή το καθιστούσαν ακατάλληλο.

Ο Μέγας Αλέξανδρος ιδρύει την Αλεξάνδρεια (έργο του 19ου αιώνα).
"Ρακώτις" είναι η ονομασία της Αλεξάνδρειας στην αιγυπτιακή Δημοτική.

Από τα άλλα στόμια, μόνο το Πηλουσιακό παρέμενε ανοιχτό για τη ναυσιπλοΐα, αλλά και αυτό με δυσκολία μπορούσε να εξυπηρετήσει πλοία μεσαίου μεγέθους. Τελικά, ο Αλέξανδρος ανακάλυψε μία ξηρή ασβεστολιθική έκταση που βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα από το Κανωπικό στόμιο και ήταν υπερυψωμένη σε σχέση με το επίπεδο του Δέλτα. Ένα πρόσθετο πλεονέκτημα αυτής της θέσης ήταν η δυνατότητα ευχερούς σύνδεσής της με τον Νείλο μέσω ενός πλεύσιμου καναλιού το οποίο θα παρείχε στην πόλη επάρκεια πόσιμου νερού.[3] Εξάλλου, η ευρύτερη θαλάσσια περιοχή δεν επηρεαζόταν σοβαρά από την απόθεση ιλύος και παράλληλα διέθετε ένα μικρό νησί, τη Φάρο, που εφόσον ενωνόταν με την ξηρά με μόλο θα δημιουργούσε δύο εναλλακτικούς λιμένες, προστατευμένους από τους ανέμους. Ήταν ίσως η μοναδική προσφερόμενη τοποθεσία στην Αίγυπτο για έναν λιμένα κατάλληλο για εμπορικά και πολεμικά πλοία[4] που έτειναν να έχουν διαρκώς αυξανόμενο εκτόπισμα και βύθισμα. Εικάζεται άλλωστε ότι μετά την καταστροφή της Τύρου το 332 ο Αλέξανδρος προσδοκούσε ότι η Αλεξάνδρεια θα ανελάμβανε το ρόλο της ως σημαντικού θαλάσσιου εμπορευματικού κόμβου.[5] Ο Έλληνας στρατηλάτης ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Δεινοκράτη τον Ρόδιο να χτίσει την πόλη βάσει ορθογώνιου πολεοδομικού σχεδίου.[6] Λόγω της μεγάλης κλίμακας του έργου οι εργασίες διεξάγονταν σε εκτεταμένη εργοταξιακή περιοχή η οποία αποκαλούνταν από τους αυτόχθονες Ρακώτιδα (Ra-aa-qedet).[7][8] Η νέα πόλη είχε σχήμα μακεδονικής χλαμύδας[9] και βρισκόταν μεταξύ της Μαρεώτιδος λίμνης και της νήσου του Φάρου. Οι διασταυρούμενες κεντρικές οδοί της ήταν προσανατολισμένες με τρόπο που επέτρεπε στους Ετήσιους Ανέμους να την ψύχουν κατά την καλοκαιρινή περίοδο.[10] Ταυτόχρονα με την ανοικοδόμηση της πόλης κατασκευάστηκε κανάλι που μετέφερε νερό από τον δυτικότερο παραπόταμο του Νείλου σε εκτεταμένο σύστημα δεξαμενών. Η λειτουργία των τελευταίων διέφερε από τη συνηθισμένη στο ότι χρησιμοποιούνταν κυρίως ως λεκάνες ιζηματαπόθεσης οι οποίες αποσκοπούσαν στην απαλλαγή του θολού νερού του ποταμού από τα αιωρούμενα σωματίδια. Λίγους μήνες μετά την ίδρυση της πόλης ο Αλέξανδρος εμπιστεύθηκε την περαιτέρω ανάπτυξή της στον μετέπειτα αντιβασιλέα Κλεομένη και αναχώρησε από την Αίγυπτο για να μην επιστρέψει ποτέ.

Πτολεμαϊκή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη άρχισε να ακμάζει μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, όταν έγινε πρωτεύουσα της Αιγύπτου κατά τη βασιλεία του Πτολεμαίου Α' Σωτήρα (367–283 π.Χ), γιου του Λάγου και ιδρυτή της δυναστείας των Πτολεμαίων ή Λαγιδών. Ο τελευταίος επικράτησε το 321 π.Χ. στη σύγκρουση των επιγόνων για την κατοχή της σορού του Αλέξανδρου που θεωρούνταν σύμβολο ισχύος και εξουσίας και τη μετέφερε στην Αλεξάνδρεια από όπου τελικά χάθηκε μετά την απομάκρυνσή της από τη θέση που φυλασσόταν.[11]

Την πόλη κοσμούσε ο Φάρος της Αλεξάνδρειας που συμπεριλαμβανόταν στα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου (έργο του αρχιτέκτονα Σώστρατου του Κνίδιου), καθώς και το περίφημο Μουσείο, μέρος του οποίου ήταν η διάσημη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Το Μουσείο ιδρύθηκε, σύμφωνα με τον Ιωάννη Τζέτζη, από τον Πτολεμαίο Α' Σωτήρα με την παρότρυνση του Δημήτριου Φαληρέα ή, κατʼ άλλους, από τον Πτολεμαίο Β' Φιλάδελφο (309–246 π.Χ.) και ήταν αφιερωμένο στις Μούσες, τις προστάτιδες των τεχνών και των επιστημών.

Η θαλαμηγός του Πτολεμαίου Δ΄ σύμφωνα με τον Nicolaes Witsen (1671).

Κατά τη βασιλεία του, ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος έδωσε έμφαση στην οργάνωση ποικίλων παραγωγικών δραστηριοτήτων και υποχρέωσε τον ιδιωτικό τομέα να ακολουθεί τον κρατικό σχεδιασμό. Παράλληλα δημιούργησε νέο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο που αφορούσε κατά κύριο λόγο σε περιορισμένα πεδία της παραγωγής και αποσκοπούσε στη μεγιστοποίηση των εσόδων. Στη συνέχεια επικεντρώθηκε στην αύξηση του όγκου των εμπορικών συναλλαγών με την Ανατολή και, κινούμενος προς αυτή την κατεύθυνση, ανακατασκεύασε το κανάλι που συνέδεε τον κόλπο του Σουέζ με τον Νείλο. Ο ίδιος πιστώνεται επίσης με ένα άλλο μεγάλο εγχείρημα, τη δημιουργία του νομού της Αρσινόης (στη σημερινή Μεντίνετ-ελ-Φαγιούμ) μέσω της μερικής αποξήρανσης της λίμνης Μοίριδας. Τα ιστορικά χρονικά έχουν καταγράψει μια ιδιαίτερα μεγαλοπρεπή παρέλαση που έλαβε χώρα περί το 279/78 στο πλαίσιο του καθιερωμένων εορτών προς τιμή του Πτολεμαίου Α΄ και του εκάστοτε κυβερνόντος βασιλέως (Πτολεμαῖα). Λόγω της ιδιαιτερότητάς της η εν λόγω πομπή περιγράφεται λεπτομερώς από αρχαίους συγγραφείς.[12] Εξάλλου, η διακυβέρνησή του Πτολεμαίου Β΄ έχει συνδεθεί με φημισμένα δημόσια έργα, όπως ο Φάρος, το Επταστάδιο[13] (ο μόλος που συνέδεε τη νήσο Φάρο με την ηπειρωτική χώρα), η Αγορά,[14] το θέατρο και οι λιμενικές εγκαταστάσεις.

Ο διάδοχος του Φιλάδελφου, Πτολεμαίος Γ' Ευεργέτης (284-222 π.Χ.) απεδείχθη συνετός βασιλιάς και ικανός στρατιωτικός ηγέτης. Η ανάμειξή του στον Γ´ Συριακό Πόλεμο αποτιμάται ως θετική. Εξάλλου, στον ίδιο αποδίδεται η αναμόρφωση του προβληματικού αιγυπτιακού ημερολογίου και η επέκταση του Σαράπειου.

Χρυσό οκτάδραχμο του Πτολεμαίου Γ', το οποίο εξέδωσε ο γιος του, Πτολεμαίος Δ', προς τιμήν του θεοποιημένου πατέρα του.

Κατά τη βασιλεία του Πτολεμαίου Δ΄ Φιλοπάτορα ναυπηγήθηκε η τεσσαρακοντήρης Θαλαμηγός,[15][16][17] ένα από τα μεγαλύτερα πλοία της αρχαιότητας. Σύμφωνα με αρχαίες πηγές είχε μεγαλοπρεπή διάκοσμο και ενσωμάτωνε ναό της Αφροδίτης και υπνοδωμάτια. Ο ίδιος φαραώ κατασκεύασε στην Κανωπική οδό ναό αφιερωμένο στην Ίσιδα, τον Σάραπι, την Αρσινόη Β΄ και τον εαυτό του.

Μέσα σε έναν αιώνα η Αλεξάνδρεια έφτασε να θεωρείται το μεγαλύτερο οικιστικό κέντρο του τότε κόσμου και στη συνέχεια, για μεγάλο χρονικό διάστημα, υστερούσε σε ακτινοβολία μόνο από την Ρώμη. Ο χαρακτήρας της ήταν πολυπολιτισμικός αφού στις συνοικίες της ζούσαν Αιγύπτιοι, Έλληνες, Μακεδόνες, Εβραίοι, Πέρσες, Αιθίοπες, Παλαιστίνιοι και Σύριοι. Οι εν λόγω πληθυσμοί κατοικούσαν σε διαφορετικές περιοχές, έξω από τα Βασίλεια. Οι Μακεδόνες και οι Έλληνες απολάμβαναν πλήρη πολιτικά δικαιώματα, με την έννοια ότι είχαν τη δυνατότητα συμμετοχής στο κοινοβούλιο της πόλης, ενώ οι υπόλοιπες εθνότητες διατηρούσαν απλώς το δικαίωμα του κατοικείν. Τα μέλη των εν λόγω πληθυσμιακών ομάδων εργάζονταν συνήθως ως τεχνίτες και συχνά αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην κατάληψη υψηλότερων θέσεων.[18]

Γενικότερα, η συμβολή της διακυβέρνησης των τριών πρώτων Πτολεμαίων (331 π.Χ.-221 π.Χ.) στην οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη της Αλεξάνδρειας υπήρξε καθοριστική. Μολαταύτα, δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τους μετέπειτα βασιλείς. Αυτό παρατηρούν ήδη από την αρχαιότητα ο Πολύβιος, ο Πλούταρχος και ο Στράβων[19] που τους κατηγορούν για διαφθορά. Πράγματι, τον 2ο και τον 1ο αιώνα π.Χ. η Αίγυπτος γνώρισε προϊούσα παρακμή. Συμπτώματά της ήταν οι συνεχείς δυναστικές έριδες, η αρνητική πορεία της οικονομίας, η αδυναμία ικανοποιητικού ελέγχου του αυτόχθονος πληθυσμού και οι συνεχείς αναμείξεις της Ρώμης στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας. Το 144 π.Χ. ο Πτολεμαίος Η΄ έφτασε στο σημείο να αποπέμψει τους λόγιους που εργάζονταν στο Μουσείο και τη Βιβλιοθήκη, συμπεριλαμβανομένου του διευθυντού της Αρίσταρχου του Σάμιου.[20] Τα γεγονότα κατέληξαν σε εμφύλιο πόλεμο κατά τον οποίο καταστράφηκαν τα ανάκτορα.[21] Παρ' όλα αυτά οι εν λόγω αρνητικές εξελίξεις είχαν μικρές επιπτώσεις στην πρόοδο και στη λαμπρότητα της Αλεξάνδρειας ως πόλης.[22]

Χρυσά οκτάδραχμα ( 260 π.Χ. ). Από τη μία όψη απεικονίζεται ο Πτολεμαίος Β' και η Αρσινόη Β' με την επιγραφή “αδελφών”. Από την άλλη όψη ο Πτολεμαίος Α' και τη Βερενίκη Α' με την επιγραφή “θεών”. Βερολίνο.

Στο τέλος του 1ου Μιθριδατικού πολέμου το 85 π.Χ., ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας μετέβη στην πόλη του Δαρδάνου στον Πόντο για να διεξαγάγει ειρηνευτικές συνομιλίες με τον Μιθριδάτη ΣΤ΄. Ο τελευταίος μετά την κατάκτηση της νήσου Κω το 88 π.Χ. είχε μεταφέρει στην Αυλή του τον θησαυρό της Κλεοπάτρας Γ΄ καθώς και τους τρεις εγγονούς της. Κατά την παραμονή του Σύλλα στον Πόντο, ένας από τους πρίγκιπες, ο Πτολεμαίος ΙΑ΄ Αλέξανδρος Β΄, γιος του Πτολεμαίου Ι΄, κατάφερε να περάσει κρυφά στο στρατόπεδό του Ρωμαίου στρατηγού και μετά την επιστροφή του τελευταίου στη Ρώμη έγινε έμπιστος σύμβουλός του για θέματα που αφορούσαν την πτολεμαϊκή δυναστεία. Όταν ο Πτολεμαίος Σωτήρας Λάθυρος πέθανε σε ηλικία εξήντα ενός ετών το 81 π.Χ. άφησε τη σύζυγό του Κλεοπάτρα-Βερενίκη Β΄ μοναδική κληρονόμο του. Ο Σύλλας αντιλήφθηκε την ευκαιρία που του πρόσφερε τούτη η συγκυρία και έσπευσε να επωφεληθεί. Εκμεταλλευόμενος την πτολεμαϊκή παράδοση της μεικτής συμβασιλείας (ενός θήλεος και ενός άρρενος), έστειλε τον προστατευόμενό του πρίγκιπα στην Αλεξάνδρεια για να νυμφευθεί τη λαοφιλή αλλά πρεσβύτερη μητριά-εξαδέλφη του και να συγκυβερνήσει μαζί της. Μία από τις προϋποθέσεις αυτής της διευθέτησης, ήταν η εκ μέρους του τελευταίου σύνταξη διαθήκης με την οποία θα όριζε μοναδικό δικαιούχο τη Ρώμη. Τυφλωμένος από το δέλεαρ της εξουσίας και διανύοντας μόλις την τρίτη δεκαετία της ζωής του ο Αλέξανδρος δεν δίστασε να δώσει τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, με την άφιξή του στην Αίγυπτο ξέσπασαν έριδες που αφορούσαν τα πρωτεία στην άσκηση της εξουσίας, ενώ παράλληλα οι Αλεξανδρινοί τον αποκαλούσαν «Παρείσακτο», μολονότι είχε νόμιμα δικαιώματα στον θρόνο. Φαίνεται ότι η υπομονή του εξαντλήθηκε γρήγορα και όντας απρόθυμος να συνδιοικεί με μια γυναίκα και μάλιστα ως δεύτερος τη τάξει, δολοφόνησε τη δημοφιλή Βερενίκη μετά από δεκαοκτώ μέρες.[23] Οι Αλεξανδρινοί εξοργισμένοι από τον άδικο χαμό της βασίλισσάς τους κατέλαβαν εξ εφόδου το παλάτι, έσυραν τον νεαρό Πτολεμαίο ΙΑ΄ στο Γυμνάσιο και τον κατακρεούργησαν με την ίδια βιαιότητα που είχαν επιδείξει όταν εκδικήθηκαν τους θανάτους της Βερενίκης Β΄ και της Αρσινόης Γ΄ το 203 π.Χ.[24] Ο θάνατός του Πτολεμαίου ΙΑ΄ απεδείχθη κρίσιμο ορόσημο για την πτολεμαϊκή Αίγυπτο. Η χώρα βρέθηκε κάτω από την επικυριαρχία της Ρώμης και τίποτα το σημαντικό δεν μπορούσε να γίνει πλέον χωρίς την προηγούμενη έγκρισή της. Στη συνέχεια οι Αλεξανδρινοί έστειλαν αντιπροσωπεία στον Πόντο για να προσφέρει τον θρόνο στον γιο του φαραώ Πτολεμαίου Θ' Λάθυρου που είχε παραμείνει εκεί. Ο Πτολεμαίος ΙΒ΄ έφτασε στην Αλεξάνδρεια στα τέλη του 80 π.Χ. και τον Ιανουάριο του 79 π.Χ. νυμφεύτηκε την Κλεοπάτρα Ε΄ Τρύφαινα. Ο νέος βασιλιάς είχε τον τίτλο «Πτολεμαίος Νέος Διόνυσος Θεός Φιλοπάτωρ Φιλάδελφος», αλλά επειδή ασχολείτο ως μουσικός με τους αυλούς, τον αποκαλούσαν «Αυλητή».[25] Ο Αυλητής είχε δύο κόρες εκ των οποίων η νεότερη ήταν η περίφημη Κλεοπάτρα Ζ΄ και έναν γιο, τον μετέπειτα Πτολεμαίο ΙΓ΄.[26] Μετά τον θάνατο του Αυλητή, ανήλθαν στο θρόνο οι δύο τελευταίοι. Γρήγορα όμως ήρθαν σε σύγκρουση και η Κλεοπάτρα αναγκάστηκε να φύγει από την Αλεξάνδρεια. Τη διαμάχη τους ανέλαβε να διευθετήσει ο Ιούλιος Καίσαρας, ο οποίος έγινε τελικά εραστής της Κλεοπάτρας και προώθησε τα συμφέροντά της. Ο Πτολεμαίος ΙΓ', υποδαυλιζόμενος από τον αυλικό-ευνούχο Ποθίνο και τον στρατηγό Αχιλά, στράφηκε εναντίον του Ρωμαίου στρατηλάτη, πράγμα που οδήγησε στον λεγόμενο «Αλεξανδρινό Πόλεμο». Κατά τη διάρκειά του ο Καίσαρ υπερασπίστηκε με αποφασιστικότητα τις θέσεις του στην Αλεξάνδρεια, από τον Πτολεμαίο ΙΓ' και την αδερφή του, Αρσινόη Δ'.

Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 48 π.Χ., μετά την επικράτησή του επί του στρατηγού Αχιλλά που συνεπικουρούμενος από τη ρωμαϊκή φρουρά πολιορκούσε τα ανάκτορα, ο Ιούλιος Καίσαρας έθεσε προσωρινά την Αλεξάνδρεια υπό ρωμαϊκή κατοχή. Η Κλεοπάτρα αποκαταστάθηκε στον θρόνο και συμβασίλεψε με τον ανήλικο αδελφό της Πτολεμαίο ΙΔ' μέχρι τον θάνατό του το 44 π.Χ., ενώ η Αρσινόη στάλθηκε αιχμάλωτη στη Ρώμη. Ο Αλεξανδρινός Πόλεμος είχε δυσμενείς επιπτώσεις για τη Βιβλιοθήκη. Το ατυχές περιστατικό συνέβη όταν ο Καίσαρας πυρπόλησε τον στόλο του για να μην περιέλθει στην κατοχή του Αχιλλά. Αυτό είχε επακόλουθο την επέκταση της φωτιάς στο Βρουχείο και την καταστροφή 40.000 παπύρων.[27]

Κατά τη διανομή του κράτους στους επιγόνους του Ιούλιου Καίσαρα ο Μάρκος Αντώνιος ανέλαβε τη διοίκηση της Αιγύπτου και από το 41 π.Χ. συγκυβέρνησε με την Κλεοπάτρα Ζ' που έμελλε να είναι η τελευταία βασίλισσα της πτολεμαϊκής δυναστείας. Ακολουθώντας την τακτική των προγόνων της η τελευταία εξόντωσε τους πολιτικούς αντιπάλους της (συμπεριλαμβανομένης της Αρσινόης) και με τη βοήθεια του Αντώνιου προσάρτησε αρκετά εδάφη. Το 31 π.Χ. ο Οκταβιανός (ο μετέπειτα Αύγουστος) νίκησε τον στόλο της Κλεοπάτρας στη ναυμαχία του Ακτίου και ύστερα από έναν χρόνο η Αλεξάνδρεια έγινε και επισήμως μέρος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το τέλος του Αντώνιου. Σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα, τον Ολύμπιο, ο τραυματισμένος στρατηγός μεταφέρθηκε κοντά στην Κλεοπάτρα και πέθανε στα χέρια της. Η τελευταία, υπό το πρόσχημα προετοιμασίας Αιγυπτιακής κηδείας για τον σύντροφό της, κλείσθηκε σε δωμάτιο του ανακτόρου της και αυτοκτόνησε με κάποιο δηλητήριο ή, κατ' άλλους, με δάγκωμα κόμπρας στο στήθος.

Προσωποποίηση της Αλεξάνδρειας στη Χρονογραφία του 354, 4ος αιώνας.

Η Αλεξάνδρεια ήταν τότε η μεγαλύτερη από τις επαρχιακές πρωτεύουσες (αριθμούσε 300.000 κατοίκους) και σημαντικό εμπορικό κέντρο από το οποίο εξάγονταν στη Ρώμη μεγάλες ποσότητες σιτηρών. Από την αρχή της ρωμαϊκής κατοχής μέχρι τη νομισματική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού είχε δικό της νόμισμα που διέφερε σημαντικά από το ρωμαϊκό. Η Επαρχία Αιγύπτου θεωρούνταν προσωπική ιδιοκτησία του αυτοκράτορα και οι εισπράξεις από την πρωτεύουσα έρρεαν κατευθείαν προς το θησαυροφυλάκιό του. Για την προστασία της ο τελευταίος διατηρούσε εκεί τρεις λεγεώνες επί μονίμου βάσεως.

Νόμισμα της Αλεξάνδρειας κατά τη βυζαντινή περίοδο, Ιουστίνος Α´, 518-527

Ενδεικτική του ειδικού καθεστώτος υπό το οποίο βρισκόταν η Αλεξάνδρεια ήταν συγκεκριμένη διάταξη βάσει της οποίας απαγορευόταν στους γερουσιαστές να την επισκεφθούν χωρίς προηγούμενη αυτοκρατορική έγκριση. Εξάλλου, σε αντιδιαστολή με τους υπόλοιπους Αιγύπτιους, οι κάτοικοι της απολάμβαναν ειδικών προνομίων, όπως η απαλλαγή τους από τον κεφαλικό φόρο.[28] Τον Ιούλιο του 69 μ.Χ. ο Έπαρχος Αιγύπτου Τιβέριος Ιούλιος Αλέξανδρος ανακήρυξε στην Αλεξάνδρεια τον Βεσπασιανό αυτοκράτορα και τον ίδιο μήνα επικυρώθηκε η αναγόρευσή του από τις λεγεώνες της Ιουδαίας. Ο Τάκιτος αναφέρει διάφορα εξαιρετικά περιστατικά, τα οποία ο Βεσπασιανός ερμήνευσε ως καλούς οιωνούς για την επικείμενη διακυβέρνησή του.[29] Ο νέος αυτοκράτορας έχασε γρήγορα την εύνοια των Αλεξανδρινών που ανέμεναν να γίνουν αποδέκτες ειδικών προνομίων λόγω της προηγούμενης υποστήριξής τους. Αιτία τούτης της μεταστροφής ήταν η επιβολή νέων φόρων καθώς και η πώληση μεγάλων τμημάτων των ανακτόρων.[30] Το 115 μ.Χ., επί Τραϊανού, κατά τον λεγόμενο πόλεμο του Κίτου (παραφθορά του ονόματος του Λούσιου Κουίετου) καταστράφηκε μεγάλο μέρος της πόλης από τις μάχες με τους επαναστατημένους Εβραίους. Μετά την εξέγερση η εβραϊκή κοινότητα συρρικνώθηκε για να αναλάβει την προηγούμενη ανάπτυξή της μόλις στις αρχές του τέταρτου αιώνα. Ο διάδοχος του Τραϊανού Αδριανός μετέβη στην Αλεξάνδρεια το 130 και προχώρησε στη μερική ανακατασκευή της περιορίζοντας την έκτασή της στα τρία πέμπτα του παλαιότερου μεγέθους της. Κατά την εκεί παραμονή του απέδωσε τιμές στον τάφο του Πομπήιου, συνομίλησε με τους λόγιους του Μουσείου και αφιέρωσε έναν ναό, το Αδριάνειο, στην προσωπική του λατρεία. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Μαλάλα ο Σεπτίμιος Σεβήρος επιχείρησε το 201 μ.Χ. να κτίσει τη δική του υστεροφημία με την ανέγερση δημόσιων κτιρίων (λέγεται ότι κατασκεύασε δημόσια λουτρά και ιερό της Ρέας) και την καθιέρωση δημοτικού συμβουλίου. Το 215 ο αυτοκράτορας Καρακάλλας επισκέφτηκε την πόλη και, εξαιτίας κάποιων προσβλητικών σχολίων προς το άτομό του, διέταξε τη θανάτωση όλων των νέων ευγενικής καταγωγής που ήταν ικανοί να φέρουν όπλα, καθώς και την καταστροφή ορισμένων δημόσιων κτηρίων. Κατά την εποχή των αυτοκρατόρων Δεκίου και Βαλεριανού ξεσπασαν διωγμοί εναντίον των χριστιανών, αρχής γενομένης από το έτος 270 όταν ο πρώτος εξέδωσε σχετικό έδικτο. Θρησκευτικές ταραχές σημειώθηκαν και επί αρχιεπισκοπίας Πέτρου Μόγγου το 485 με αφορμή τη διαμάχη παγανιστή σπουδαστή της ρητορικής με τους συμμαθητές του.[31] Το 269 μ.Χ. Η βασίλισσα της Παλμύρας Ζηνοβία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Ρωμαίων και κατέλαβε την Αίγυπτο. Στην επιχείρηση ανακατάληψης της Αλεξάνδρειας από τον Αυρηλιανό το 272 μ.Χ. καταστράφηκε η συνοικία του Βρουχείου και η Βιβλιοθήκη.[32][33] Η νομισματική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στην Αίγυπτο που αποκορυφώθηκε το 297 όταν κάποιος Λούκιος Δομίτιος Δομιτιανός επαναστάτησε και αυτοανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. Ο Διοκλητιανός τέθηκε προσωπικά επικεφαλής των λεγεώνων του και στην αρχή του 298 συνέτριψε τους στασιαστές στην Άνω Αίγυπτο. Στην Αλεξάνδρεια η αντίσταση συνεχίστηκε για μερικούς μήνες αλλά τελικά οι επαναστάτες ηττήθηκαν και η πόλη λεηλατήθηκε. Σε ανάμνηση της επικράτησης του Διοκλητιανού ανεγέρθηκε επινίκια στήλη στο Σαράπειο που σώζεται μέχρι σήμερα και αποκαλείται (εσφαλμένα) «Στήλη του Πομπήιου». Ό,τι απέμεινε όρθιο από τη λαίλαπα των συνεχών πολεμικών επιχειρήσεων ήρθε να αποτελειώσει αργότερα το τσουνάμι που ακολούθησε τον σεισμό της Κρήτης το 365. Μάλιστα, το γεγονός μνημονευόταν επί πολλά χρόνια ως «μέρα τρόμου».[34]

Ύστερη αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ύστερη αρχαιότητα η Αλεξάνδρεια εξακολουθούσε να θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μητροπόλεις της αυτοκρατορίας. Ωστόσο στις αρχές του τέταρτου αιώνα η αίγλη της μετριάστηκε όταν η Κωνσταντινούπολη έγινε έδρα του αυτοκράτορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μία άλλη σημαντική ανταγωνιστική πόλη στην Ανατολή παρέμεινε η Αντιόχεια παρά τον Ορόντη. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του τέταρτου αιώνα σημειώνονταν εντάσεις μεταξύ παγανιστών και χριστιανών που κατέληγαν συχνά σε αιματηρές συγκρούσεις. Αρκετές ενδοχριστιανικές διαμάχες οδηγούσαν επίσης σε βιαιοπραγίες. Η πρώτη εγκατάσταση εκκλησίας σε χώρο παγανιστικού ναού λέγεται ότι έγινε στην εποχή του Κωνσταντίνου του Μεγάλου. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, επίσκοπο Νικίου (7ος αιώνας), το Καισάρειο, ο κύριος ναός της αυτοκρατορικής λατρείας, διαμορφώθηκε τότε σε εκκλησία αφιερωμένη στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.[35] Ωστόσο αυτή η μετατροπή έχει αποδοθεί και στον Κωνστάντιο Β΄, πράγμα που θεωρείται πιθανότερο. Με τη συμπλήρωση των εργασιών το 356 η ως άνω εκκλησία λεηλατήθηκε από εθνικούς που υποκινήθηκαν από αρειανιστές.[36] Οι τελευταίοι ήταν οπαδοί του θεολόγου και πρωτοπρεσβύτερου Άρειου (περ. 250-336) ο οποίος έζησε και δίδαξε στην Αλεξάνδρεια στις αρχές του 4ου αιώνα. Ο όρος αρειανισμός αναφέρεται στην ομώνυμη αίρεση που πρεσβεύει ότι ο Ιησούς ήταν δημιούργημα και όχι ομοούσιος του Θεού. Η αίρεση αυτή απέκτησε πολλούς οπαδούς μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν ο Κωνστάντιος Β΄.

Η φιλόσοφος Υπατία

Στα μέσα του τέταρτου αιώνα ανέλαβε επίσκοπος Αλεξανδρείας ο Αθανάσιος, σημαντικός θεολόγος του τέταρτου αιώνα και σφοδρός πολέμιος του Αρειανισμού. Κατά τη θητεία του αναμείχθηκε σε έντονες ενδοεκκλησιαστικές διαμάχες, πρωταγωνίστησε στον πόλεμο κατά των παγανιστών και έκτισε πολυάριθμες εκκλησίες. Από το 380 μ.Χ. οι επίσκοποι της Αλεξάνδρειας απέκτησαν τον τίτλο του Πατριάρχη. Στη συνέχεια επέβαλλαν την ηγεμονία τους επί των λοιπών επισκόπων της περιοχής[37] και ανέλαβαν ποικίλα κρατικά λειτουργήματα και εξουσίες επί των λαϊκών. Ήδη στις αρχές του 7ου αιώνα συγκαταλέγονταν μεταξύ των πλουσιότερων ανθρώπων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.[38] Μετά τη διαίρεση της διοίκησης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε Δυτική και Ανατολική το 381 μ.Χ., η επαρχία της Αιγύπτου πέρασε στη δικαιοδοσία των Βυζαντινών ως Διοίκηση Αιγύπτου. Ο Κυβερνήτης της έφερε τον τίτλο του «Αυγουστάλιου Επάρχου» και είχε την έδρα του στην Αλεξάνδρεια.

Οι διαμάχες μεταξύ των χριστιανών και των εθνικών αποκορυφώθηκαν το 391 όταν λεηλατήθηκε το Σαράπειο και παραδόθηκε στις φλόγες το άγαλμα του θεού. Υπάρχουν ενδείξεις ότι μετά από το εν λόγω περιστατικό σημαντικός αριθμός παγανιστών προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό. Εξάλλου, το 414/415 σημειώθηκαν περεταίρω συγκρούσεις μεταξύ Εβραίων και χριστιανών, που ξεκίνησαν στο θέατρο και κατέληξαν σε αιματηρές επιθέσεις εναντίον χριστιανών. Την επομένη ο Κύριλλος τέθηκε επικεφαλής τεράστιου πλήθους και αφού εξεδίωξε τους Εβραίους από την πόλη ενθάρρυνε τους χριστιανούς να λαφυραγωγήσουν την εβραϊκή συνοικία και τις συναγωγές.[39] Το 415 μαινόμενος χριστιανικός όχλος οδηγούμενος από τον Πέτρο τον Αναγνώστη επιτέθηκε στην παγανίστρια φιλόσοφο Υπατία και τη δολοφόνησε με άγριο τρόπο στο Καισάρειο.[40] Μολαταύτα υπάρχουν μαρτυρίες για συνεχιζόμενη δράση παγανιστών στην κατά μεγάλο μέρος εκχριστιανισμένη πόλη του όψιμου πέμπτου αιώνα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή του «φιλόσοφου» Ηραΐσκου που κηδεύτηκε γύρω στο 480 σύμφωνα με το αρχαίο αιγυπτιακό τελετουργικό.

Επιπρόσθετα από τις εντάσεις μεταξύ των χριστιανών και των παγανιστών υπήρχαν βίαιες διαμάχες οι οποίες οφείλονταν σε διαφωνίες επί θεολογικών θεμάτων που ανέκυπταν εντός των κόλπων της χριστιανικής εκκλησίας. Ένα τέτοιο σημαντικό ζήτημα ήταν το δόγμα περί ομοουσιότητας του Πατρός και του Υιού το οποίο θεωρούνταν αλεξανδρινό (με μια «πατριωτική» απόχρωση) λόγω της ισχυρής προάσπισής του από τον Αθανάσιο. Σε αντιδιαστολή με τούτο το δόγμα εμφανίστηκαν στην Αντιόχεια δύο διακριτές μεταξύ τους απόψεις που υποστήριζαν ότι οι φύσεις του πατέρα και του υιού είναι διαφορετικές. Ο ανερχόμενος αιγυπτιακός κοπτικός χριστιανισμός στον οποίο η θεία φύση του Χριστού θεωρείται κυρίαρχη επί της ανθρώπινης ανέπτυξε ισχυρό τοπικό-εθνικιστικό χαρακτήρα και αντέδρασε με σθεναρότητα στις παρεμβάσεις της Κωνσταντινούπολης. Η Αλεξάνδρεια παρέμεινε σημαντικό μορφωτικό κέντρο κατά το μεγαλύτερο μέρος του έκτου αιώνα. Το διάστημα αυτό αποτέλεσε ειρηνικό διάλλειμα στην ταραγμένη ιστορία της πόλης (με εξαίρεση την επανάσταση του Ισχυρίωνος εναντίον του αυτοκράτορα Μαυρίκιου τη δεκαετία του 580).

Το 619 η Αλεξάνδρεια πέρασε στα χέρια των Σασσανιδών Περσών. Χάρη στη συμφωνία του αυτοκράτορα Ηράκλειου με τον Πέρση στρατηγό Σαρβαραζά οι Βυζαντινοί την επανάκτησαν το 629 και την διοίκησαν επί δεκατρία ακόμη χρόνια. Το 641 ή το 642 η πόλη κατακτήθηκε από τον Άραβα στρατηγό Αμρ Ιμπ ελ Ας που έμεινε ενεός από ό,τι αντίκρισε: «κατέκτησα μια πόλη για την οποία μπορώ να πω μόνο ότι διαθέτει 4000 παλάτια, 4000 λουτρά, 400 θέατρα, 1400 καταστήματα μαναβικής και 40000 Εβραίους».

Διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επί πτολεμαϊκής διακυβέρνησης υπήρχαν αρκετές ανώτερες διοικητικές θέσεις στην Αλεξάνδρεια, όπως αυτές του Εξηγητή και του Υπομνηματογράφου. Ο τελευταίος συγκαταλεγόταν στους υψηλόβαθμους αξιωματούχους της εποχής καθώς ήταν επιφορτισμένος με την καταγραφή των πρακτικών του βασιλιά. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή στην κορυφή της διοικητής πυραμίδας βρισκόταν ο αυτοκράτορας στον οποίο αναφερόταν η στρατιωτική και η πολιτική διοίκηση. Εξακολουθούσε επίσης να ισχύει το αξίωμα του Υπομνηματογράφου. Παρότι οι αυτοκράτορες επισκέπτονταν σπάνια την πόλη, εκμεταλλεύονταν την πολιτική τους βαρύτητα για να επηρεάσουν άμεσα τις εξελίξεις με έδικτα και διατάγματα. Σε περίπτωση που ανέκυπταν σημαντικά πολιτικά γεγονότα έστελναν υψηλόβαθμους αξιωματούχους να τα επικοινωνήσουν στους πολίτες, βάσει του εκάστοτε προσφορότερου αφηγήματος. Ανώτατη διοικητική αρχή στην Αίγυπτο ήταν ο Praefectus Aegypti (Έπαρχος Αιγύπτου), που είχε την έδρα του στην Αλεξάνδρεια και ήταν Ρωμαίος πολίτης από την τάξη των ιππέων. Αρχικά ο έπαρχος ασκούσε παράλληλα την πολιτική και τη στρατιωτική εξουσία, αλλά με την πάροδο του χρόνου οι δραστηριότητές του φαίνεται να περιορίζονται στην πολιτική σφαίρα. Στην ύστερη αρχαιότητα η άμυνα του νότιου τμήματος της χώρας ανήκε στην αρμοδιότητα του Δούκα της Θηβαΐδος ο οποίος ήταν υφιστάμενος του Δούκα της Αιγύπτου, του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή της επαρχίας. Ο τελευταίος ήταν υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης στην Αλεξάνδρεια, τη δίωξη φατριών που παρανομούσαν ή είχαν περιπέσει σε δυσμένεια και την εφαρμογή των αυτοκρατορικών διαταγμάτων. Κατά τα τέλη του τέταρτου αιώνα (περί το 381 μ.Χ.) ο Έπαρχος Αιγύπτου αντικαταστάθηκε από τον Αυγουστάλιο Έπαρχο (ή απλώς Αυγουστάλιο). Ένα άλλο αξίωμα με παρόμοια καθήκοντα, αυτό του Διορθωτή ή Επανορθωτή (Corrector), εμφανίζεται ως ιδιαίτερα σημαντικό κατά τον τρίτο αιώνα. Στην Αλεξάνδρεια δραστηριοποιούνταν επίσης ο Έπαρχος της Αννώνης (Praefectus Annonae Alexandrinae) που ήταν επιφορτισμένος με τη συλλογή και τη μεταφορά των σιτηρών στην πόλη καθώς και με την περεταίρω διανομή τους στην υπόλοιπη αυτοκρατορία.[41] Εξάλλου, η από τα τέλη του τέταρτου αιώνα εμπλοκή του Πατριάρχη σε μη θρησκευτικά θέματα συνεχίστηκε και ο τελευταίος αναδείχθηκε σταδιακά ως η σπουδαιότερη πολιτική αρχή.[42]

Πολεοδομικός σχεδιασμός και κτίρια της αρχαίας πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξανδρος ανέθεσε την πολεοδομική μελέτη της Αλεξάνδρειας στον αρχιτέκτονα Δεινοκράτη της Ρόδου και έλαβε ο ίδιος ενεργό μέρος στη χάραξη των οδών. Ο Δεινοκράτης εκπόνησε τα σχέδια σύμφωνα με το καθιερωμένο ιπποδάμειο σύστημα (Ιπποδάμειος Νέμησις). Η πόλη ήταν διατεταγμένη ως κάνναβος παράλληλων και κάθετων οδών οι οποίες σχημάτιζαν insulae, (οικοδομικά τετράγωνα και πλατείες) και συνοδεύονταν από υπόγεια κανάλια. Στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια διακρίνονταν τρεις κύριες περιοχές:

  • Το Βρουχείον (αρχικά «Πυρρούχιον»[43] –η λέξη ετυμολογείται από το «πυρός» (σιτάρι) και το «έχειν»–): το βασιλικό διαμέρισμα που συνιστούσε το μεγαλοπρεπέστερο τμήμα της πόλης. Τα βασιλικά ενδιαιτήματα διακρίνονταν αφενός στα Βασίλεια ή Ρήγια, δηλαδή το συγκρότημα που περιλάμβανε τμήμα των ανακτόρων, τη Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, και αφετέρου το παλάτι με τον λιμένα του στο ακρωτήριο της Λοχιάδος. Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους το Βρουχείο διευρύνθηκε με την προσθήκη διοικητικής ζώνης η οποία αποτέλεσε την τέταρτη περιοχή.
  • Η Εβραϊκή συνοικία: καταλάμβανε το βορειοανατολικό τμήμα της πόλης.
  • Η Ρακώτης: οικισμός που κατοικούνταν από αυτόχθονες που είχαν μεταναστεύσει από την ενδοχώρα.[44]
    Χάρτης της Αλεξάνδρειας περ. 30 π.Χ.

Οι δύο κεντρικές οδοί (η Κανωπική και αυτή του Σώματος), είχαν πλάτος 32 μέτρων[45] και ήταν κοσμημένες με κιονοστοιχίες. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι οι εν λόγω οδοί διασταυρώνονταν στο κέντρο της πόλης, κοντά στο μαυσωλείο (Σώμα ή Σήμα) του Αλέξανδρου, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το τζαμί του προφήτη Δανιήλ (Αμπού Ντανιέλ). Σύμφωνα με τους ερευνητές η χάραξη της μεγάλης Κανωπικής οδού (Μέσον Πεδίον) αποκλίνει ελάχιστα από εκείνη της οδού Ροζέτης-Φουάντ (της σημερινής λεωφόρου Χορέγια –Ελευθερίας). Ίχνη της οδόστρωσης και του καναλιού της έχουν ανακαλυφθεί στην περιοχή της πύλης της Ροζέτης.[46] Η εν λόγω λεωφόρος ξεκινούσε από την ανατολική Κανωπική Πύλη («Πύλη του Ήλιου») διερχόταν προς Δυσμάς από την «Πύλη της Σελήνης» και κατέληγε στην αρχαία Κάνωπο, το σημερινό Αμπουκίρ. Κατά την ίδρυσή της η Αλεξάνδρεια περιοριζόταν σε μια έκταση λίγο μεγαλύτερη από το νησί του Φάρου, το οποίο συνδεόταν με την ξηρά μέσω του Επτασταδίου, μιας τεχνητής χωμάτινης λωρίδας. Η σημερινή συνοικία Ρας ελ-Τιν είναι κτισμένη σε ό,τι έχει απομείνει από το νησί του Φάρου, ενώ η περιοχή επί της οποίας ήταν κτισμένος ο ίδιος ο Φάρος έχει καταποντιστεί.

Κατά το δεύτερο μισό του πρώτου αιώνα π.Χ. ο Στράβων επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια και κατέγραψε με λεπτομέρεια τα κύρια κτίριά της με τη σειρά που θα τα αντίκριζε ένας ναυτικός που εισερχόταν για ελλιμενισμό στον Μέγα Λιμένα:

  • Τα ανάκτορα: Βρίσκονταν στη Λοχιάδα Άκρα (ακρωτήριο) στη βορειοανατολική πλευρά της πόλης. Μεγάλο μέρος της Λοχιάδος έχει καταποντιστεί μαζί με τα παλάτια, τον ιδιωτικό βασιλικό λιμένα και τη νήσο Αντίρροδο. Τούτο το φαινόμενο είναι συνηθισμένο στην ευρύτερη περιοχή και οφείλεται σε διάφορες αιτίες (διάβρωση του εδάφους, ανύψωση της στάθμης της θάλασσας, Βραδυσεισμούς[47] κλπ.).
  • Το μεγάλο θέατρο: Η θέση του δεν έχει εντοπιστεί, αλλά εικάζεται ότι βρισκόταν στον Λόφο του Νοσοκομείου.[48][49] Χρησιμοποιήθηκε από τον Καίσαρα ως φρούριο κατά την πολιορκία του από τους κατοίκους της πόλης μετά τη μάχη των Φαρσάλων.
  • Το Ποσείδιο: Ναός του Ποσειδώνα, κοντά στο θέατρο.
  • Το Τιμώνειο: Το ανάκτορο-αναχωρητήριο του Μάρκου Αντωνίου.
  • Το Εμπορείον: Κέντρο εμπορικών συναλλαγών. Εικάζεται ότι η πόλη διέθετε δύο αγορές (όπως και στην περίπτωση του Πειραιά), εκ των οποίων η μία ήταν καθαρά αστική και σχετικά προστατευμένη,[50] ενώ η άλλη βρισκόταν στο λιμάνι και προοριζόταν για τους ναυτικούς και τις ελευθέριες γυναίκες.
  • Το Καισάρειο: Ναός που κτίστηκε από την Κλεοπάτρα πίσω από το Εμπορείον προς τιμήν του Ιούλιου Καίσαρα και μετατράπηκε τον 4ο αιώνα σε πατριαρχική εκκλησία. Στην πρόσοψή του υπήρχαν δύο οβελίσκοι που έχουν μεταφερθεί σήμερα στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο και είναι γνωστοί ως «Βελόνες της Κλεοπάτρας».
  • Οι Αποστάσεις: Αποθήκες και πιθανώς μαγαζιά.
  • Τα νεώρια:[51] Λιμενικές εγκαταστάσεις-ναύσταθμος δυτικά του Τιμώνειου, κατά μήκος της ακτογραμμής.
  • Το Γυμνάσιο και η Παλαίστρα: Οι μελετητές τα τοποθετούν στο ανατολικό μέρος της πόλης. Η ακριβής θέση τους παραμένει άγνωστη.
  • Ο ναός του Κρόνου.
  • Tα μαυσωλεία του Αλέξανδρου (Σώμα ή Σήμα) και των Πτολεμαίων: Η αρχική τους τοποθεσία βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, κοντά στη διασταύρωση των κυρίων οδών.[52]
Αναπαράσταση του 19ου αιώνα που απεικονίζει περιοχή της αρχαίας πόλης

Παρότι διαθέτουμε μαρτυρίες για την ύπαρξη πολυάριθμων εκκλησιών στην Αλεξάνδρεια, η ακριβής θέση τους παραμένει άγνωστη. Οι αρχαιότερες από αυτές είναι το Μαρτύριο του Αγίου Μάρκου στο ανατολικό μέρος της πόλης[53] και η εκκλησία του επισκόπου Θεωνά στις δυτικές παρυφές της.[54] Η πρώτη πρέπει να βρισκόταν στον τόπο ταφής του Αγίου Μάρκου. Η δεύτερη κτίστηκε γύρω στο 300 από τον διάδοχο του Θεωνά, Πέτρο Α΄, πιθανώς στη θέση του μετέπειτα δυτικού τζαμιού. Το συγκεκριμένο τζαμί  δεν σώζεται σήμερα, αλλά είναι γνωστό ότι ενσωμάτωνε ως δομικά στοιχεία κίονες με χριστιανικά διακοσμητικά σχέδια.[55] Μια άλλη εκκλησία, αυτή του Διονύσιου, έλαβε το όνομά της από τον ομώνυμο επίσκοπο, ή ίσως ανεγέρθηκε από αυτόν.[56]

Εξάλλου, πολλοί από τους παγανιστικούς ναούς της πόλης είναι γνωστοί μόνο από νομίσματα ή από σύντομες αναφορές κλασσικών συγγραφέων. Ένας από αυτούς, το Τυχαίον, ήταν αφιερωμένο στη θεά Τύχη και βρισκόταν στο κέντρο της πόλης. Ως κτίριο ήταν δομημένο με ελληνιστικό αρχιτεκτονικό ρυθμό και ήταν διακοσμημένο με ελληνιστικά και αιγυπτιακά αγάλματα.

Σύμφωνα με τον Φίλωνα τον Ιουδαίο η πόλη ήταν διαιρεμένη σε πέντε περιοχές (Κλίματα) που προσδιορίζονταν από τα πρώτα πέντε γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου.[57] Η εν λόγω γεωγραφική διαίρεση τεκμηριώνεται ήδη από το 3ο αιώνα π.Χ. και χρησιμοποιούνταν μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ.[58] Στην περιοχή Α υπήρχαν οι δύο κύριοι λιμένες, τα νεώρια, οι Αποστάσεις και το Εμπορείον. Η περιοχή των Βασιλείων χαρακτηριζόταν με το γράμμα Β και ακριβώς δίπλα της υπήρχε η ελληνική συνοικία (η Νεάπολη). Στο κέντρο της πόλης βρίσκονταν η Αγορά, το Γυμνάσιο, το κτίριο των δικαστηρίων και τα πάρκα. Στα νοτιοδυτικά υπήρχε η αιγυπτιακή περιοχή Γ (της Ρακώτιδας) όπου δέσποζε ο μεγάλος ναός του Σάραπη. Ανατολικά των Βασιλείων βρισκόταν η περιοχή Δ στην οποία κατοικούσαν οι Εβραίοι. Οι τελευταίοι τελούσαν υπό καθεστώς αυτοδιοίκησης και είχαν δικό τους δημοτικό συμβούλιο. Οι μέτοικοι (ξένοι διαφόρων εθνικοτήτων) ζούσαν στην περιοχή Ε, νοτίως της εβραϊκής συνοικίας. Στις παραπάνω περιοχές προστέθηκαν αργότερα τα προάστεια της Ελευσίνας και της Νικόπολης που δημιουργήθηκαν σε μικρή απόσταση από τις ανατολικές παρυφές τις πόλης.[59][60]

Στο συριακό Noticia (μετάφραση ελληνικού πρωτοτύπου του 4ου αιώνα), σώζονται σημαντικά στατιστικά στοιχεία για τη χωρική κατανομή των κτιρίων και των ναών: Περιοχή Α: 308 ναοί, 1655 αίθρια, 5058 οικίες, 108 λουτρά, 237 ταβέρνες, 112 περίστυλες στοές. Περιοχή Β: 110 ναοί, 1002 αυλές, 5990 οικίες, 145 λουτρά, 107 ταβέρνες. Περιοχή Γ: 855 ναοί, 955 αυλές, 2140 οικίες, … λουτρά, 205 ταβέρνες, 78 περίστυλες στοές. Περιοχή Δ: 800 ναοί, 1120 αυλές, 5515 οικίες, 118 λουτρά, 98 ταβέρνες, 112 περίστυλες στοές. Περιοχή Ε: 405 ναοί, 1420 αυλές, 5593 οικίες, … λουτρά, 118 ταβέρνες, 56 περίστυλες στοές. Ωστόσο, ο αριθμός των 2478 ναών φαίνεται υπερβολικός. Πιθανώς είχαν καταμετρηθεί ακόμη και τα μικρότερα παρεκκλήσια.[61]

Γράμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα χρόνια του Πτολεμαίου Σωτήρα (332-283 Π.Κ.Ε.) είχαν συγκεντρωθεί στην Αλεξάνδρεια τα βιβλία, οι θρησκείες, οι λόγιοι και οι φιλοσοφίες όλου του κόσμου και είχε αναπτυχθεί έντονη πνευματική ζωή. Η πόλη είχε δύο διάσημες βιβλιοθήκες που βρίσκονταν η μία στο Μουσείο (στο βασιλικό διαμέρισμα του Βρουχείου) και η άλλη στο Σαράπειο (η λεγόμενη «Θυγάτηρ Βιβλιοθήκη»).[62][63] Ο δανεισμός επιτρεπόταν αποκλειστικά στην τελευταία και γι’ αυτό τον λόγο περιείχε κυρίως πλεονάζον υλικό της βιβλιοθήκης του Μουσείου. Πολλοί σημαντικοί Έλληνες λόγιοι διατέλεσαν διευθυντές της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Μεταξύ τους διακρίνονται ο λογοτέχνης και κριτικός Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, ο ειδικός στα Ομηρικά Έπη Αριστοφάνης ο Βυζαντινός, ο επίσης ομηριστής Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη και ο μαθηματικός- γεωγράφος Ερατοσθένης ο Κυρηναίος που εφηύρε τον σφαιρικό αστρολάβο.

Σφαιρικός Αστρολάβος, παρόμοιος με αυτόν του Ερατοσθένη του Κυρηναίου.

Σημαντικές υπηρεσίες στη Βιβλιοθήκη προσέφερε και ο ποιητής Καλλίμαχος ο Κυρηναίος που συνέταξε τον κατάλογο των χειρογράφων της σε 120 παπύρους (ο εν λόγω κατάλογος είναι σήμερα γνωστός με την ονομασία «Πίνακες»). Σύμφωνα με τον Τζέτζη ο Καλλίμαχος είχε καταγράψει 400.000 «συμμιγείς ή συμμείκτους βίβλους» (παπύρους) και 90.000 αμιγείς.[64] Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και οι 40.000 πάπυροι του Σαράπειου. Με την άοκνη προσπάθεια των διαπρεπών διευθυντών της Βιβλιοθήκης επιτεύχθηκε η συστηματοποίηση της καταγραφής, της ταξινόμησης και της κατάταξης των έργων σε λογοτεχνικά είδη. Στον κύκλο των δραστηριοτήτων της τελευταίας περιλαμβάνονταν επίσης οι μεταφράσεις, η φιλολογική κριτική των αρχαίων κειμένων (με την οποία ασχολήθηκε ο Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ) και η κατάρτιση εξειδικευμένων λεξικών. Μάλιστα, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (περ. 275-180 π.Χ.) θεωρείται ιδρυτής της επιστημονικής λεξικογραφίας και θεμελιωτής της φιλολογικής επιστήμης. Σε αυτόν αποδίδεται η εισαγωγή των τονικών σημείων [οξείες, βαρείες, δασείες κ.ο.κ.] στα έως τότε άτονα κεφαλαιογράμματα των αρχαίων κειμένων, εγχείρημα που αποσκοπούσε στην πιστότερη απεικόνιση του μέτρου στο έργο του Ομήρου. Είναι κατά συνέπεια προφανές ότι οι οφειλές της εν λόγω επιστήμης στους αλεξανδρινούς λογίους είναι μεγάλες. Διάφορες πηγές επισημαίνουν εξάλλου ότι οι Πτολεμαίοι δεν περιορίζονταν σε ελληνικά έργα αλλά επεδίωκαν τη συλλογή γνώσης από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της χώρας του Νείλου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Πτολεμαίος Α' προσκάλεσε Έλληνες λόγιους και τους ανάθεσε τη συγγραφή της ιστορίας της Αιγύπτου. Ανάμεσά τους ήταν και ο Εκαταίος ο Αβδηρίτης[65] που έγγραψε τα Αιγυπτιακά. Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη στο ίδιο εγχείρημα συμμετείχε ο Αιγύπτιος πολυμαθής αρχιερέας Μανέθωνας, ο οποίος συνέλεξε στοιχεία από τα ιερά αρχεία των ναών και συνέθεσε μια αιγυπτιακή ιστορία στα Ελληνικά που αφιέρωσε στον Πτολεμαίο Β΄.[66] Ο Πλίνιος σημειώνει επίσης ότι κάποιος Έρμιππος συνέταξε ένα πολύτομο έργο 2.000.000 στίχων που αφορούσε τον ζωροαστρισμό[67] (Περί Μάγων). Εάν ο Λατίνος συγγραφέας εννοούσε τον Καλλιμάχειο Έρμιππο,[68] ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στη σύνταξη ενός τόσο μεγάλου έργου χωρίς να διαθέτει πρόσβαση σε σχετικά έργα της Βιβλιοθήκης. Πιθανή θεωρείται επίσης η ύπαρξη βουδιστικών και άλλων ινδικών κειμένων ως απόρροια των γενικότερων πολιτισμικών ανταλλαγών μεταξύ του Ασόκα και του Πτολεμαίου Φιλάδελφου καθώς και της δράσης βουδιστικών ιεραποστολών.[69][70]

Φαίνεται ότι ο ζήλος που επεδείκνυαν οι Πτολεμαίοι όσον αφορά τον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης με ξένα συγγράμματα, γρήγορα εξελίχθηκε σε εμμονή. Όπως αναφέρει ο Γαληνός, ο Πτολεμαίος Γ' ο Ευεργέτης είχε διατάξει τις λιμενικές αρχές να κατάσχουν όσα βιβλία ανακάλυπταν σε ελλιμενιζόμενα πλοία και να τα αντικαθιστούν με αντίγραφα.[71] Η ύπαρξη ξενόγλωσσων βιβλίων στη Βιβλιοθήκη πρέπει να θεωρείται περισσότερο από πιθανή για τους εξής λόγους: α) Οι υπεύθυνοι της βιβλιοθήκης όφειλαν να φυλάσσουν τα μεταφρασμένα πρωτότυπα χάριν των αλλοδαπών μελετητών, αλλά και για λόγους τεκμηρίωσης της μετάφρασης β) Επειδή η ύπαρξη παραλλαγών, λαθών, δυσανάγνωστων περιοχών κλπ. αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο σε χειρόγραφα κείμενα, επιβάλλεται η αποθήκευση και η ταξινόμησή των αντιγράφων τους ώστε να καθίσταται δυνατή η μεταξύ τους σύγκριση.

Επιστήμες και τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σελίδα από το βιβλίο Βελοποιικά του Φίλωνα του Βυζάντιου (θέμα του η περιγραφή βαλλιστικών όπλων).

Το Μουσείο λειτουργούσε ως ανώτατο μορφωτικό και ερευνητικό κέντρο και διέθετε διάφορα εργαστήρια, ζωολογικό και βοτανικό κήπο, αστεροσκοπείο και ξενώνες για τους επισκέπτες μελετητές. Στις εγκαταστάσεις του εργάστηκαν σημαντικοί επιστήμονες, όπως ο αστρονόμος Αρίσταρχος, ο Μαθηματικός Ευκλείδης, ο γεωγράφος Ερατοσθένης (ιδρυτής της επιστημονικής γεωγραφίας και τοπογραφίας) και ο ιατρός και ανατόμος Ηρόφιλος ο Χαλκηδόνιος ο οποίος θεωρείται μαζί με τον διάδοχό του Ερασίστρατο θεμελιωτής της μεγάλης ιατρικής σχολής της Αλεξάνδρειας. Η φήμη της τελευταίας προσέλκυσε τον Γαληνό ο οποίος συμπλήρωσε τις ανατομικές σπουδές του κοντά στον Ηρακλειανό, γιο του ανατόμου Νουμισιανού και στη συνέχεια επέστρεψε στην πατρίδα του την Πέργαμο το 157 σε ηλικία 28 ετών.

Στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανικής διέπρεψαν οι εφευρέτες Ήρων ο Αλεξανδρεύς, Κτησίβιος και Φίλων ο Βυζάντιος που κατασκεύασαν πολεμικές μηχανές, βαρούλκα, αντλίες, αυτόματες πνευματικές μηχανές κ.α.[72] Ένας από τους τελευταίους Έλληνες μαθηματικούς που εργάστηκαν στην Αλεξάνδρεια ήταν ο Πάππος που γεννήθηκε εκεί κατά τον 4ο μ.Χ αιώνα. Σταδιακά, αρχής γενομένης από την πυρκαγιά του 47 που εικάζεται ότι κατέκαψε το Βρουχείο και ακολούθως με την ισοπέδωσή του τελευταίου από τον Αυρηλιανό κατά την αντιπαράθεσή του με τη βασίλισσα Ζηνοβία, οι βιβλιοθήκες υπέστησαν μεγάλες καταστροφές.

Το 391 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος απαγόρευσε τη δημόσια λατρεία στα ιδρύματα της αρχαίας θρησκείας[73] και στη συνέχεια συνέστησε την καταστροφή των ναών και των συμβόλων της ως το προσφορότερο μέσο για την καταστολή της.[74] Μεταξύ των δυσμενών επακόλουθων που επέφερε το εν λόγω διάταγμα ήταν η ισοπέδωση της «ακρόπολης» του Σαραπείου από Ζηλωτές μοναχούς και Ρωμαίους στρατιώτες.[75][76] Στη θέση του παλιού ναού και της βιβλιοθήκης του οι χριστιανοί κατασκεύασαν μεγάλη εκκλησία που περιείχε τα λείψανα του προφήτη Ελισαίου και του Ιωάννη του Βαπτιστή, καθώς και μοναστήρι με πολλούς μοναχούς που επιτηρούσαν την περιοχή για να αποτρέψουν συγκαλυμμένες εκδηλώσεις λατρείας των παγανιστών. Ακολούθησε η κατάληψη της Αλεξάνδρειας από τους Άραβες το 642 και η καταστροφή των βιβλίων της Βιβλιοθήκης με εντολή του χαλίφη Ομάρ.[77][78] Ωστόσο, αρκετοί μεταγενέστεροι μελετητές αμφισβητούν τις σχετικές μαρτυρίες λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε πριν την καταγραφή τους καθώς και των ενδεχόμενων πολιτικών κινήτρων των συγγραφέων.[79]

Θρησκείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλεξάνδρεια θεωρείται γενέτειρα της χριστιανικής θεολογίας και εστία διαμόρφωσης συγκρητιστικών απόψεων μεταξύ χριστιανών, νεοπλατωνικών και Γνωστικών. Εκεί αντιπαρατέθηκαν οι οπαδοί των κυριότερων θρησκευτικών ομάδων και έδρασαν σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ωριγένης[80] και ο Φίλων ο Ιουδαίος ο οποίος επηρέασε τη χριστιανική θεολογία ταυτίζοντας τον Λόγο των Στωικών με τη θεϊκή σοφία δια της οποίας κτίστηκε ο κόσμος.

Κήρυγμα του Αγίου Μάρκου στην Αλεξάνδρεια

Συνέπεια του ως άνω συγκρητισμού ήταν η δημιουργία διαφόρων θεολογικών σχολών και αιρέσεων όπως ο μονοφυσιτισμός (Κόπτες), ο αρειανισμός και ο βασιλειδιανισμός. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τυχαίο το γεγονός ότι η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (γνωστή ως «Mετάφραση των Eβδομήκοντα») έλαβε χώρα στην Αλεξάνδρεια. Ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της πόλης ενισχυόταν και από τη συνεχή εισροή βουδιστών μοναχών και Ινδών εμπόρων. Ορισμένοι μελετητές μάλιστα υποστηρίζουν ότι τα πρώτα μέλη του κοινοβίου των Θεραπευτών στη Μαρεώτιδα λίμνη είχαν σταλεί από τον Ασόκα κατά την εποχή του Πτολεμαίου Β΄. Λέγεται επίσης ότι η ονομασία της εν λόγω μοναχικής κοινότητας προέρχεται από τον εξελληνισμό του βουδιστικού όρου Thera-putta (–γιος του γηραιού– στη διάλεκτο Πάλι).[81][82] Ιδρυτής της αλεξανδρινής Εκκλησίας θεωρείται ο Απόστολος Μάρκος. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση ο Μάρκος ήρθε στην Αλεξάνδρεια το έτος 42 και παρέμεινε επίσκοπός της επί 22 έτη. Λέγεται ότι το 62 χειροτόνησε τον πρώτο επίσκοπο της πόλης, τον Ανιανό, καθώς και τρεις πρεσβυτέρους, τους Σαβίνο, Κέρδωνα και Μηλαίο. Εντούτοις, δεν διαθέτουμε αξιόπιστες πηγές για τους χριστιανούς της πόλης πριν από τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. Εκείνη την εποχή ανέλαβε τη διεύθυνση της Θεολογικής Σχολής της Αλεξάνδρειας ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς και την οργάνωσε στα πρότυπα των παγανιστικών φιλοσοφικών σχολών.[83] Ο Κλήμης, ένας από τους σπουδαιότερους θεολόγους της αρχαιότητας, επιχείρησε να δημιουργήσει μια σύνθεση του ελληνισμού και του χριστιανισμού. Ο μαθητής του Κλήμη και επίσης εξέχων θεολόγος Ωριγένης (185-254) απεδείχθη άξιος διάδοχός του· ωστόσο έχουν διατυπωθεί ενστάσεις σχετικά με ορισμένες απόψεις του επειδή περιείχαν στοιχεία από τη θεολογία των Γνωστικών.[84] Από τον τρίτο αιώνα εμφανίζονται αναφορές που αφορούν διωγμούς εναντίον των χριστιανών στην Αλεξάνδρεια. Αυτό ουσιαστικά συνεπάγεται ότι ο αριθμός των προσηλύτων εκείνη την εποχή ήταν ήδη σημαντικός. Μεταξύ των παραγόντων που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη στροφή των Αλεξανδρινών προς τον χριστιανισμό ήταν ο κλονισμός της πίστης του εγχώριου πληθυσμού στις ζωόμορφες θεότητες που υπόκειντο στον χλευασμό των Ελλήνων, η απομάκρυνση των τελευταίων από τους δώδεκα θεούς που υποτίθετο ότι ζούσαν μεταξύ τους και ο συγχρωτισμός των λογίων τους με τους ήδη εκχριστιανισμένους πλατωνικούς Ιουδαίους.

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή η Αλεξάνδρεια θεωρούνταν το τρίτο σημαντικότερο κέντρο του χριστιανισμού, μετά τη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη. Ο Πάπας της ήταν δεύτερος τη τάξει μετά από τον επίσκοπο Ρώμης ενώ στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας υπαγόταν το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής. Μετά τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας που συγκλήθηκε στο ομώνυμο προάστιο της Κωνσταντινούπολης το 451 με κύριο στόχο την καταδίκη της αιρέσεως του μονοφυσιτισμού, η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας διασπάστηκε σε δύο μέρη, τους μονοφυσίτες και τους Μελκίτες (τους «βασιλικούς»). Οι πρώτοι προχώρησαν στη συγκρότηση της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας ενώ οι Μελκίτες συνέστησαν την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αλεξάνδρειας.[85] Κατά τον 8ο, τον 9ο και τον 11ο αιώνα ξέσπασαν διωγμοί εναντίον των Κοπτών κατά τους οποίους καταστράφηκαν πολυάριθμες εκκλησίες τους ενώ πολλοί πιστοί εξαναγκάστηκαν σε βίαιο εξισλαμισμό.

Φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πλωτίνος

Ο σημαντικός φιλόσοφος της ύστερης αρχαιότητας και ιδρυτής του νεοπλατωνισμού Πλωτίνος (204-270) γεννήθηκε στη Λυκόπολη της Άνω Αιγύπτου και πήγε σε ηλικία είκοσι ετών στην Αλεξάνδρεια όπου πέρασε τα νεανικά του χρόνια. Άρχισε να ασχολείται με τη φιλοσοφία σε ηλικία 28 ετών κάτω από διάφορους δασκάλους, ωστόσο ο μόνος που τον επηρέασε καθοριστικά ήταν ο πλατωνικός φιλόσοφος Αμμώνιος Σακκάς. Σύμφωνα με τον Πλωτίνο ο κόσμος διαχωρίζεται σε νοητό και αισθητό. Η αληθινή ουσία βρίσκεται στον νοητό κόσμο, του οποίου το ανώτερο μέρος, το άριστο, είναι ο Νους. Οι ψυχές προέρχονται από τον νοητό κόσμο που βρίσκεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Η σκέψη του Πλωτίνου έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από το έργο Εννεάδες, του μαθητή του Πορφύριου.

Η ύστερη αλεξανδρινή νεοπλατωνική σχολή επικεντρώθηκε στη μελέτη της φιλοσοφίας και των μαθηματικών. Οι ρίζες της ανάγονται στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αιώνα και κύριοι εκπρόσωποί της υπήρξαν ο μαθηματικός Θέωνας και η κόρη του Υπατία που θανατώθηκε από όχλο φανατικών χριστιανών. Παρά τις περί του αντιθέτου εικασίες δεν υπάρχουν αποδείξεις για την άμεση αυτουργία των Παραβαλάνων στον φόνο της φιλοσόφου.[86][87] Οι τελευταίοι συγκροτούσαν παραεκκλησιαστικό σώμα 500 ανδρών που ελεγχόταν από τον Αρχιεπίσκοπο Αλεξάνδρειας Κύριλλο.[88] Τα ηνία της σχολής ανέλαβε αργότερα ο Έλληνας φιλόσοφος Αμμώνιος, γιος του Ερμείου (περ. 440-520 μ.Χ.) που είχε σπουδάσει στην Αθήνα κοντά στον Πρόκλο.

Ενδεικτική του κλίματος που επικρατούσε εκείνη την εποχή είναι η μαρτυρία του Δαμάσκιου, ο οποίος παραδίδει με σκωπτική διάθεση ότι κατά το διωγμό των παγανιστών στην Αλεξάνδρεια κατά τα τέλη της δεκαετίας του 480 ο Αμμώνιος ενέδωσε σε παραχωρήσεις προς τις χριστιανικές αρχές (προφανώς ως προς τις δοξασίες που επιτρεπόταν να διδάξει). Μαθητές του Αμμώνιου υπήρξαν ο Ολυμπιόδωρος, ο Ασκληπιός από τις Τράλλεις, ο Ιωάννης Φιλόπονος, ο Δαμάσκιος και ο Σιμπλίκιος. [89] Άλλοι γνωστοί φιλόσοφοι της αλεξανδρινής νεοπλατωνικής σχολής ήταν ο μαθητής της Υπατίας Συνέσιος από την Κυρήνη, ο Ασκληπιόδωρος ο Αλεξανδρεύς, ο Ιεροκλής και ο Στέφανος ο Αλεξανδρεύς με τον οποίο θεωρείται ότι έληξε η δράση της. Παρ' όλα αυτά ο τελευταίος συνέχισε τη διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, μεταφέροντας κατά κάποιον τρόπο το πνεύμα της σχολής στο Βυζάντιο. Οι επιρροές της αλεξανδρινής σχολής στην αραβική φιλοσοφία είναι κάτι παραπάνω από ευκρινείς.[90]

Η μυθολογία ως εργαλείο πολιτισμικής διασύνδεσης των δύο λαών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το θέμα της έλλειψης μυθικών ηρώων φαίνεται ότι απασχολούσε τόσο τους βασιλείς όσο και τους λογίους της Αλεξάνδρειας. Οι τελευταίοι επιχείρησαν να καλύψουν το κενό χρησιμοποιώντας παλιούς ελληνικούς μύθους στους οποίους υπήρχαν αναφορές στην Αίγυπτο. Όπως θα ήταν αναμενόμενο ο Όμηρος και η ποίησή του ήταν πρώτοι στις προτιμήσεις τους. Για παράδειγμα, ο επικός ποιητής συνδέθηκε με την ίδρυση της πόλης και τον ίδιο τον Αλέξανδρο μέσω ενός ονείρου του Έλληνα στρατηλάτη στο οποίο ένας ασπρομάλλης άνδρας με σεβάσμιο παρουσιαστικό παρουσιάστηκε δίπλα του και απήγγειλε τους εξής στίχους: «Υπάρχει ένα νησί στην τρικυμισμένη θάλασσα μπροστά στην Αίγυπτο. Οι άνθρωποι το ονομάζουν Φάρο». Αμέσως ο Αλέξανδρος ξύπνησε και πήγε στη Φάρο που ήταν ακόμη νησί. Όταν αντιλήφτηκε τα φυσικά πλεονεκτήματα της περιοχής είπε ότι ο Όμηρος δεν ήταν μόνο θαυμάσιος από όλες τις άλλες απόψεις, αλλά επίσης ο σοφότερος των αρχιτεκτόνων και εκπόνησε το σχέδιο της πόλης του προσαρμόζοντάς το στη συγκεκριμένη τοποθεσία.[91] Μεταξύ των ομηρικών αφηγήσεων και των λιγότερο γνωστών παραλλαγών τους που χρησίμευσαν στην εγγραφή της Αλεξάνδρειας εντός της υπάρχουσας ελληνικής ή/και αιγυπτιακής πολιτισμικής παράδοσης, κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισαν οι περιπέτειες διαφόρων ηρώων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, όπως λ.χ. της Ελένης, του Μενέλαου, του Πρωτέα και του Κάνωπου. Στην ελληνική μυθολογία ο Κάνωπος ή Κάνωβος ήταν ένας Αμυκλαίος, γνωστός από τη συμμετοχή του στην Τρωική Εκστρατεία ως πλοίαρχος και πλοηγός του Μενελάου. Μετά την άλωση της Τροίας το πλοίο του βρέθηκε στην Αίγυπτο, όπου παρέμεινε επί πέντε χρόνια.

Η Ελένη και ο Πρίαμος στις Σκαιές Πύλες.

Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος περιέγραψε σε ποίημά του τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Κάνωπος βρήκε τραγικό θάνατο από δάγκωμα φιδιού ενώ κοιμόταν στην ακτή. Αμέσως μετά πήρε τη σκυτάλη ο ψευδο-Ερατοσθένης που τον καταχωρίζει μεταξύ εκείνων που έγιναν αστέρες, ενώ λίγο αργότερα ο Κόνων, αστρονόμος στην αυλή του Πτολεμαίου Β΄, προσέθεσε νέες λεπτομέρειες: Η Θεονόη, κόρη του βασιλιά της Αιγύπτου Πρωτέα, είχε ερωτευθεί τον Κάνωπο χωρίς ανταπόκριση και, όταν ο τελευταίος πέθανε, ο Μενέλαος και η Ελένη τον έθαψαν στο μέρος που σήμερα φέρει το όνομά του. Η εκδοχή της ιστορίας της Ελένης που κατά τα φαινόμενα προτιμήθηκε από τους αλεξανδρινούς ποιητές απαντά αρχικά στην περίφημη Παλινωδία του Στησίχορου,[92] επαναλαμβάνεται στις Ιστορίες του Ηρόδοτου[93] και αποτελεί τη βάση για την τραγωδία του Ευριπίδη Ελένη. Σύμφωνα με τον τραγικό ποιητή, η γυναίκα που έφερε στην Τροία ο Πάρις δεν ήταν η Ελένη αλλά το είδωλό της. Η πραγματική Ελένη βρέθηκε στην Αίγυπτο όπου ο γνωστός για τη σοφία του βασιλιάς της Πρωτέας περιφρούρησε την τιμή της μέχρι την άφιξη του Μενέλαου (στην Οδύσσεια ο Πρωτέας είναι ο «Γέροντας της θάλασσας», ένας προφήτης που βόσκει τις φώκιες του στη Φάρο· αλλού, παρουσιάζεται ως ιδρυτής και βασιλιάς της θρακικής Παλλήνης). Σε άλλη σχετική διασκευή της Οδύσσειας η Πολυδάμνα, γυναίκα του Αιγύπτιου βασιλιά Θώνος, στέλνει την Ελένη στο νησί Φάρος για να την προφυλάξει από τις ορέξεις του συζύγου της. Ωστόσο την εφοδιάζει με το βότανο ελένιον για να την προστατεύσει από τα δαγκώματα των φιδιών. Η πλέον λεπτομερής περιγραφή των περιπετειών της Ελένης απαντά στην Αλεξάνδρα του Λυκόφρονα. Εδώ ο Πρωτέας παντρεύεται μια νύμφη στην Παλλήνη της Θράκης, αλλά στη συνέχεια αισθάνεται αποστροφή για την ανομία που μαστίζει την περιοχή και επιστρέφει στην Αίγυπτο όπου σώζει την Ελένη από τον απαγωγέα της Πάρη. Στο 18ο Ειδύλλιο ο Θεόκριτος μας παραδίδει ένα επιθαλάμιο για την Ελένη και τον Μενέλαο στο οποίο η μυθική βασίλισσα με την ασύγκριτη ομορφιά έχει αποκτήσει ημιθεϊκό χαρακτήρα και, όπως ο Αλέξανδρος στο ομώνυμο Ρομάντζο, καταλήγει να λειτουργεί ως τοπική ηρωίδα. Το σύνολο αυτών των ψηφίδων συνθέτει την προσωπικότητα μιας νέας Ελένης που συνδέει τους δύο τόπους και συνιστά κατάλληλο πρότυπο για τις βασίλισσες των Πτολεμαίων. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Θεόκριτος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό ελληνικές και αιγυπτιακές θεότητες με παρεμφερή χαρακτηριστικά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συσχετίζει την Ίσιδα με την Αφροδίτη ως προστάτρια του γάμου. Αλλού προβάλλεται το ζεύγος της Ίσιδας και του Όσιρι ως θετικότερο σύμβολο για τους βασιλείς από το ζεύγος Δία- Ήρας.[94] Στην αρχή της ελεγείας του για τη νίκη του άρματος της Βερενίκης στη Νεμέα, ο Καλλίμαχος χρησιμοποιεί τις παραπάνω ιστορίες για να σφυρηλατήσει συνδετικούς κρίκους μεταξύ της Ελλάδας και της Αιγύπτου και να τονίσει την ελληνοαιγυπτιακή συγγένεια αίματος. Η σύνδεση επιτυγχάνεται μέσω αναφορών στη «νήσο της Ελένης» (της Φάρου), στον Παλλήνιο μάντη ( τον Πρωτέα) και στη γη του Δαναού (την Αίγυπτο, όπου έφτασαν τα νέα της νίκης). Ο Δαναός είναι ελληνοαιγύπτιος (όπως και ο Αλέξανδρος στο Ρομάντζο του Αλέξανδρου). Προγονή του ήταν η Αργεία Ιώ την οποία μεταμόρφωσε σε αγελάδα ο Δίας για να παραπλανήσει την Ήρα. Κυνηγημένη από τη θεά η Ιώ έφτασε στην Αίγυπτο όπου γέννησε τον Έπαφο. Απόγονοι τέταρτης γενιάς του τελευταίου ήταν οι αδελφοί Δαναός και Αίγυπτος που θεωρούνται πρόγονοι των Ελλήνων και των Αιγυπτίων, αντίστοιχα. Στον Ύμνο στον Απόλλωνα ο Καλλίμαχος πλάθει στενούς δεσμούς μεταξύ του Απόλλωνα και του Πτολεμαίου Φιλάδελφου. Με αυτό τον τρόπο ο ποιητής δημιουργεί συνειρμούς που παραπέμπουν στην ταυτότητα του Πτολεμαίου Φιλάδελφου με τον Αιγύπτιο θεό Ώρο, ο οποίος ταυτιζόταν με τον Απόλλωνα και απεικονιζόταν ως γεράκι. Άλλωστε, ο ιέραξ αποτελούσε κοινό σύμβολο για τον Απόλλωνα και τον Φιλάδελφο.[95] Καθίσταται προφανές ότι οι εν λόγω ποιητές, στο σύνολό τους, επεδίωκαν τη σύνδεση της Αλεξάνδρειας και του περιβάλλοντος χώρου της με το απώτερο ελληνικό παρελθόν μέσω μύθων που περιείχαν κοινά στοιχεία των δύο παραδόσεων. Από τη μυθολογική σκοπιά οι δύο πολιτισμοί δεν παρουσιάζονται εκ διαμέτρου αντίθετοι, όπως στον Ηρόδοτο, αλλά σχετίζονται πλέον με δεσμούς αίματος.

Πολιτισμικός συγκρητισμός στην πτολεμαϊκή Αλεξάνδρεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Interpretatio graeca

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες η Αλεξάνδρεια ιδρύθηκε εξαρχής ως αμιγώς ελληνική πόλη, σε ουσιαστικά ακατοίκητα εδάφη.[8] Επισημαίνεται μάλιστα ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας δεν θεωρούνταν μέρος της Αιγύπτου, αλλά ως «νησίδα» απομακρυσμένη από την ενδοχώρα.[2] Κατά την ελληνιστική εποχή η πόλη αναπτύχθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε ανταγωνιζόταν την Αθήνα και έγινε πόλος έλξης μεταναστών διαφόρων εθνικοτήτων, κυρίως Ελλήνων.[96] Σε αυτό συνέβαλε και η πολιτική των Πτολεμαίων που προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους ξένους με την παραχώρηση καλλιεργήσιμης γης. Εκτός από τους αλλοδαπούς, στην πόλη υπήρχαν πολλοί εσωτερικοί μετανάστες που ζούσαν στη Ρακώτιδα και σχημάτιζαν μία από τις μεγαλύτερες πληθυσμιακές ομάδες.[44]

Ερμάνουβης BA Antiquities Museum

Μέσα σε αυτό το πολυπολιτισμικό περιβάλλον ο ελληνικός πολιτισμός έχασε την αμιγώς ελληνική του ταυτότητα[97] αλλά διατήρησε τα στοιχεία που χαρακτήριζαν την ελληνική πόλη, όπως το θέατρο, την αγορά και το γυμναστήριο. Από την άλλη, οι ξένοι μέτοικοι έγιναν κοινωνοί των ελληνικών εθίμων και συμμετείχαν σε θεατρικές και αθλητικές εκδηλώσεις. Οι Πτολεμαίοι δεν επιχείρησαν να επιβάλλουν στους αυτόχθονες τη δική τους κουλτούρα ή το Δωδεκάθεο, αλλά, αντίθετα, προσπάθησαν να φέρουν κοντά τους δύο λαούς με τη δημιουργία κοινού πολιούχου θεού, του Σάραπη, τα χαρακτηριστικά του οποίου αποτελούσαν κράμα του Οσίρ-Άπι της Μέμφιδος και του Διόνυσου.[98] Παράλληλα, αφιέρωσαν στον νέο θεό μεγαλοπρεπή ναό, το Σαράπειο, που διέθετε μεγάλη δημόσια βιβλιοθήκη. Σημειώνεται ότι στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση στο κοινό αλλά μόνο στους ερευνητές. Γενικότερα, οι Αιγύπτιοι παρέμεναν πιστοί στην πατροπαράδοτη θρησκεία και στις παραδόσεις τους σε αντιδιαστολή με τους Έλληνες που ήταν πιο δεκτικοί στη λατρεία αιγυπτιακών θεοτήτων.[99] Για παράδειγμα, πολλοί από τους τελευταίους παρακολουθούσαν στη Μέμφιδα το αιγυπτιακό τυπικό, ενώ ο Πτολεμαίος ΙΒ΄ είχε διορίσει τον Ελληνο-αιγύπτιο Πσερενφθά ως προσωπικό του ιερέα.[100][101] Οι έποικοι είχαν επίσης την τάση να συνδυάζουν θεούς βάσει των συγγενικών χαρακτηριστικών τους και να δημιουργούν κράματα, όπως π.χ. τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, τον Ηλιοσέραπη και τον Ερμάνουβη.[102] Όπως θα ήταν αναμενόμενο οι αυτόχθονες αντιπαθούσαν αυτά τα «μισό-ελληνικά επινοήματα»[103] και αποστασιοποιήθηκαν από τη λατρεία τους.

Φαίνεται ότι η αντίσταση του εγχώριου στοιχείου στις συγκρητιστικές πιέσεις επεκτεινόταν και στον τομέα των εικαστικών τεχνών: Όπως επισημαίνει ο R. S. Bianchi[104][105] τα ελληνιστικά μνημεία υιοθετούσαν συχνά ιθαγενή στοιχεία ενώ το αντίθετο σπάνιζε. Στην πρώην φαραωνική πρωτεύουσα Μέμφιδα, πόλη που διατηρούσε τον αιγυπτιακό της χαρακτήρα, ο Σάραπης ήταν απλώς ένα ακόμη όνομα για τον Οσίρ-Άπι. Οι ελληνικές επιδράσεις στην αναπαράσταση αυτής της θεότητας και γενικότερα στο τελετουργικό τυπικό και τον κλήρο ήταν ελάχιστα διακριτές. Μάλιστα, το ιερατείο της Μέμφιδας είχε τοποθετήσει σε δημόσιο χώρο την επιγραμμένη Στήλη της Ροζέττας με την οποία διακήρυττε τη θέσπιση εκδηλώσεων προς τιμήν του Πτολεμαίου Ε΄, οι οποίες σε κάθε περίπτωση όφειλαν να συνάδουν με τα αιγυπτιακά έθιμα.[100] Στην αντίπερα όχθη, η συμπάθεια των Πτολεμαίων προς τις κλασικές δημιουργίες των εγχώριων καλλιτεχνών εκφράστηκε από την επιλογή τους να διακοσμήσουν την Αλεξάνδρεια με αιγυπτιακά γλυπτά μνημειακών διαστάσεων που μεταφέρθηκαν από άλλες πόλεις.[106][107] Η παρουσία του εγχώριου στοιχείου στο Σαράπειο έχει επιβεβαιωθεί από την ανακάλυψη δύο προτομών του Ψένπταις, αρχιερέα του Πτα στη Μέμφιδα, καθώς και πολλών αιγυπτιακών αγαλμάτων που τοποθετούνται από τους αρχαιολόγους στις εγκαταστάσεις του.[103][108] Προς την κατεύθυνση της γεφύρωσης του πολιτισμικού χάσματος μεταξύ των δύο λαών κινήθηκαν και οι διάσημοι ποιητές Καλλίμαχος, Θεόκριτος και Απολλώνιος. Η ένταξη του πολιτισμού και της γεωγραφίας της Αιγύπτου στους στίχους τους καθώς και η δημιουργία κοινού ελληνοαιγυπτιακού μυθολογικού τοπίου γίνεται άμεσα αντιληπτή και τεκμηριώνεται σε σχετικές μελέτες.[109][110][111][112] Εξάλλου, η δεκτικότητα των Ελλήνων αρχιτεκτόνων σε αιγυπτιακές επιρροές προκάλεσε το ερέθισμα για την ανάπτυξη της πρωιμότερης αρχιτεκτονικής Μπαρόκ με την εισαγωγή καινοτόμων δομικών χαρακτηριστικών, όπως θλαστών αετωμάτων, κεκλιμένων γείσων και τοξοτών ή κοίλων θριγκών.[113] Το σύνολο των ποικίλων αλεξανδρινών μορφών Μπαρόκ χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια σε κτίρια της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[114] Ο ελληνοαιγυπτιακός συγκρητισμός είναι εμφανής και στις όψιμες τοπικές ταφικές συνήθειες. Πράγματι, στις αλεξανδρινές νεκροπόλεις ο ελληνικός αρχιτεκτονικός σχεδιασμός συνοδευόταν κατά κανόνα από αιγυπτιακά διακοσμητικά σχέδια[115] ενώ οι σοροί των τελευταίων Πτολεμαίων ταριχεύονταν[116] σύμφωνα με τα αιγυπτιακά έθιμα. Φαίνεται ότι στο τέλος του 1ου αιώνα π.Χ. τα όρια μεταξύ των πολιτισμικών παραδόσεων των δύο λαών είχαν γίνει εξαιρετικά δυσδιάκριτα, αφού, σύμφωνα με το χαρακτηριστικό σχόλιο του Τίτου Λίβιου,[117] «οι Μακεδόνες [...] είχαν εκφυλιστεί σε Αιγύπτιους» [118]

Αρχαιολογικές ανασκαφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεφαλή αγάλματος Μεγάλου Αλεξάνδρου στο Εθνικό Μουσείο Αλεξάνδρειας. Ανακαλύφθηκε το 2009 από την αρχαιολόγο Καλλιόπη Λιμναίου-Παπακώστα.
Ζωγραφική επί τοίχου στον τάφο Ουάρντιαν

Παλαιότερος ερευνητής-αρχαιολόγος της Αλεξάνδρειας θεωρείται ο Αιγύπτιος αστρονόμος Μαχμούντ Μπέι αλ Φαλάκι που ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με τα τείχη και την τοπογραφία της πόλης. Η πρώτη συστηματική έρευνα διεξήχθη το 1895 από τον Ντέιβιντ Τζωρτζ Χόγκαρθ σε συνεργασία με την Εταιρεία για την Προαγωγή των Ελληνικών Σπουδών (SPHS) και το Ταμείο Εξερεύνησης της Αιγύπτου.

Στη συνέχεια, μια γερμανική αποστολή ανακάλυψε το 1898–1899 στο βορειοανατολικό διαμέρισμα της πόλης αρχαίες οδούς και κατάλοιπα πτολεμαϊκής κιονοστοιχίας. Υπολείμματα στοάς με δωρικούς κίονες υπάρχουν επίσης στην κύρια οδό, στο κέντρο της πόλης.[119] Σημαντικά ευρήματα ήρθαν στο φως το 1892 όταν ο Τζουζέπε Μπότι, ο πρώτος διευθυντής του Ελληνορωμαϊκού Μουσείου, ανακάλυψε μαζί με τον Έλληνα αρχαιολόγο Τάσσο Νερούτσο τις κατακόμβες του Κομ Ελ Σουκάφα (Λόφου των Οστράκων). Πρόκειται για υπόγεια νεκρόπολη που αποτελείται από τρεις ορόφους και διαθέτει αίθουσα εστιάσεων, το λεγόμενο «νεκρικό τρικλίνιο», όπου οι συγγενείς παρέθεταν δείπνο προς τιμήν των νεκρών.[120] Ο Μπότι και η ομάδα του συνέχισαν τις ανασκαφές το 1895 και το 1896 στην περιοχή της στήλης του Πομπήιου και αποκάλυψαν τις υποδομές μεγάλου κτιρίου με τεράστιους υπόγειους χώρους. Βάσει του μεγέθους και της έκτασης των εν λόγω θεμελίων καθώς και των στοιχείων που προέκυψαν από την αξιολόγηση των υπόλοιπων ευρημάτων ο Μπότι υποστήριξε ότι επρόκειτο για το Σαράπειο. Η άποψή του ενισχύθηκε έκτοτε από την ανακάλυψη πολλών αιγυπτιακών αγαλμάτων στην ευρύτερη περιοχή.[108] Στον συγκεκριμένο ναό πιστεύεται ότι ανήκε ταύρος από βασάλτη ο οποίος συντηρείται σήμερα στο μουσείο. Εξάλλου, μια ομάδα αρχαιολόγων και ιστορικών του Πολωνικού Κέντρου Μεσογειακής Αρχαιολογίας που διενεργεί έρευνες από το 1960 στον λόφο Κομ ελ Ντίκα έφερε στο φως κατάλοιπα από την ρωμαϊκή περιόδο. Σύμφωνα με τα πορίσματα των εν λόγω ερευνών, κατά τον πρώτο αιώνα υπήρχαν εκεί κατοικίες με περίτεχνα μωσαϊκά και περιστύλια. Στην ύστερη αρχαιότητα ο χαρακτήρας της συνοικίας άλλαξε. Κτίστηκαν θερμά λουτρά και μικρό θέατρο. Η εξέλιξη της δόμησης υποδεικνύει μικροαστικά πληθυσμιακά στρώματα με εργαστήρια εντός του καθιστικού. Υπήρχαν επίσης εγκαταστάσεις για την επεξεργασία υάλου.

Η Ρωμαϊκή πόλη καταλάμβανε μεγαλύτερη έκταση από την πτολεμαϊκή και ήταν επικεντρωμένη κατά κύριο λόγο στην περιοχή της ανατολικής νεκρόπολης. Οι δρόμοι της ήταν κοσμημένοι με κιονοστοιχίες και τετράστηλα πράγμα που επιβεβαιώνεται από αρχαιολογικά και φιλολογικά τεκμήρια. Όπως τεκμηριώνεται εξάλλου από νομισματικές μαρτυρίες είχαν ανεγερθεί αρκετές θριαμβικές αψίδες σε καίρια σημεία.[121] Αξίζει να αναφερθεί σχετικά ότι κατά την εποχή του Αυγούστου δημιουργήθηκε το προάστιο της Νικόπολης (απείχε περί τα 5 χλμ. από τα ανατολικά όρια της πόλης), που αποτέλεσε έδρα των ρωμαϊκών λεγεώνων.

Στη βόρεια περιοχή των Βασιλείων όπου εικάζεται ότι βρισκόταν το διαμέρισμα των ανακτόρων, ήρθαν στο φως τα τελευταία εκατό χρόνια πολλά μωσαϊκά. Μερικά από αυτά είναι πραγματικά αριστουργήματα που αποδεικνύουν το υψηλό επίπεδο των αλεξανδρινών τεχνιτών.[122] Σε πρόσφατες ανασκαφές βρέθηκαν εκτεταμένες κτιριακές κατασκευές πλησίον του λιμένα. Πιθανολογείται ότι πρόκειται για τα θεμέλια του Ποσειδώνιου που αναφέρεται από τον Στράβωνα.[123]

Στις νεκροπόλεις της Αλεξάνδρειας σώζονται αρκετά ταφικά υπόγεια με πλούσια διακόσμηση (ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι κατακόμβες Ελ- Ουάρντιαν).[124] Από το 1997-2000, λίγο πριν από την κατασκευή του καινούργιου υπερυψωμένου δρόμου που συνδέει τον δυτικό λιμένα με τον αυτοκινητόδρομο του Καΐρου, γαλλική αποστολή διάσωσης υπό τον Ζαν Ιβ Αμπερέρ ανέσκαψε τμήμα της νεκρόπολης του Γκαμπάρι.[125][126] Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί εκεί περί τις 16 αίθουσες με θυρίδες για τις σορούς, επιγραφές με ονόματα εργολάβων και νεκρών, διάφορα κτερίσματα, εγχάρακτοι σταυροί, η λέξη «Χαίρε», κλπ. Ο Αμπερέρ[127] είναι επίσης γνωστός για την ενασχόληση του με τις ενάλιες έρευνες. Στη θαλάσσια περιοχή γύρω από το φρούριο Κάιτ Μπέη ανακάλυψε χιλιάδες δομικούς ογκόλιθους, κίονες μεγάλων διαστάσεων, βάσεις κορινθιακών κιονοκράνων, σφίγγες, οβελίσκους κλπ.[128][129] Στον ίδιο τομέα δραστηριοποιείται από το 1990 και ο «ανταγωνιστής» του Αμπερέρ, Φρανκ Γκοντιό,[130][131] που εργάζεται στην άλλη πλευρά του λιμανιού, απέναντι από το φρούριο. Ο Γκοντιό και η ομάδα του εντόπισαν κίονες, αγάλματα, σφίγγες και κεραμική που συνδέονται με τα βασιλικά ενδιαιτήματα των Πτολεμαίων και στη συνέχεια προχώρησαν στη χαρτογράφηση της ακτογραμμής του αρχαίου λιμένα. Από ελληνικής πλευράς η σκαπάνη της αρχαιολόγου Καλλιόπης Λημναίου-Παπακώστα, διευθύντριας του Ελληνικού Ινστιτούτου Έρευνας Αλεξανδρινού Πολιτισμού (Ε.Ι.Ε.Α.Π.), έχει αποκαλύψει στο πάρκο Σαλαλάτ το μοναδικό –μέχρι σήμερα– δημόσιο κτίριο της ελληνιστικής-πτολεμαϊκής περιόδου και ένα ωραιότατο άγαλμα του Αλέξανδρου.[132][133][134]

Ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού. Ορισμένοι συγγραφείς εικάζουν ότι ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου προσομοίαζε με αυτήν τη μορφή.

Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς έχουν αναφερθεί στη σωρό και τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έχουν περιγράψει τις μετακινήσεις, τις κλοπές πολύτιμων κτερισμάτων και τις ζημιές που υπέστη ανά τους αιώνες τόσο από τους Πτολεμαίους όσο και από Ρωμαίους αυτοκράτορες. Μεταξύ των ετών 293-283 ο Πτολεμαίος IΙ Φιλάδελφος μετέφερε το σώμα του Αλέξανδρου από τη Μέμφιδα[135] όπου φυλασσόταν προσωρινά σε νεόδμητο μαυσωλείο στην Αλεξάνδρεια.[136] Το 215 π.Χ. ο Πτολεμαίος Δ΄ Φιλοπάτωρ θεώρησε ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να ταφεί μαζί με τους προηγούμενους Πτολεμαίους και κατασκεύασε προς τούτο νέο περίκλειστο ταφικό συγκρότημα στο κέντρο της πόλης, το Σήμα ή Σώμα, στο οποίο τον μετέφερε.[137][138]

Ένας από τους επιγόνους του Φιλοπάτορα, ο Πτολεμαίος X (ο επονομαζόμενος Παρείσακτος ή Κόκκης), αντικατέστησε τη χρυσή σαρκοφάγο του στρατηλάτη με γυάλινη (περ. 89-90 π.Χ.) και αφού την έλειωσε έκοψε νομίσματα για να αποπληρώσει το μισθοφορικό του στράτευμα.[139] Το παράδειγμά του ενέπνευσε την Κλεοπάτρα VII η οποία αφαίρεσε χρυσά αντικείμενα από τον τάφο για να χρηματοδοτήσει τον συνεχιζόμενο πόλεμο με τον Οκταβιανό.[140] Μετά την επικράτηση του το 30 π.Χ. ο τελευταίος απόθεσε άνθη και χρυσό στέφανο στη σωρό, αλλά από απροσεξία τού κατέστρεψε τη μύτη.[141] Ο Σουητώνιος αναφέρει ότι ο Καλιγούλας [περί το 40 μ.Χ.] είχε αποσπάσει τον θώρακα του Αλέξανδρου και τον φορούσε τακτικά.[142] Με τη σειρά του ο Ιούλιος Καίσαρας απέτισε φόρο τιμής στον γιο του Φίλιππου. Στη σχετική περιγραφή του ο Λουκανός (γύρω στο 60 μ.Χ.), αναφερόμενος απαξιωτικά στον Αλέξανδρο και τους Πτολεμαίους[143] περιγράφει το Σώμα ως υπόγειο τεχνητό σπήλαιο και τους τάφους των Πτολεμαίων ως «καλυμμένους με αγανακτισμένες πυραμίδες και μαυσωλεία».[144]

Ο εν λόγω Λατίνος συγγραφέας χρησιμοποιεί τη λέξη «Μαυσωλείο», πράγμα που παραπέμπει στο μεγαλοπρεπές μνήμα του σατράπη της Καρίας Μαύσωλου στην Αλικαρνασσό, πόλη που βρισκόταν επί σειρά ετών υπό πτολεμαϊκή ηγεμονία.[145] Η πιθανότητα να είχε κατασκευάσει ο Φιλοπάτωρας κυκλικό ή κυλινδρικό μαυσωλείο για τον Αλέξανδρο υποστηρίζεται και από τη μορφή τριών παρόμοιων μεταγενέστερων τάφων, του μαυσωλείου του Αύγουστου στη Ρώμη και δύο τάφων στην Αλγερία (τον «τάφο της Χριστιανής» και αυτόν του Μέντρασεν). Οι αλγερινοί τάφοι ενσωματώνουν στη δομή τους κάπου 50 κίονες και έχουν πεπλατυσμένο κωνικό δώμα επί του οποίου πιθανώς υπήρχαν αγάλματα ή πυραμοειδής οροφή. Το 199 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σεβήρος επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια και αφού μετέφερε διάφορα απόκρυφα βιβλία στο μαυσωλείο, το σφράγισε για να αποφευχθούν οι περαιτέρω επισκέψεις.[146] Η τελευταία έγκυρη πηγή που αναφέρεται στο μαυσωλείο είναι ο Ηρωδιανός, ο οποίος λέει ότι ο αυτοκράτορας Καρακάλλας απέθεσε προσωπικά του αντικείμενα στη σωρό (215 μ.Χ.).[147] Ο Δίων Κάσσιος συμπληρώνει ότι κατά την παραμονή του στην Αλεξάνδρεια ο τελευταίος έκτισε τείχος γύρω από την ανακτορική περιοχή.[148] Αυτό ίσως σχετίζεται με την ισοπέδωση του Βρουχείου από τον Διοκλητιανό το 298 μ.Χ. κατά την αντιπαράθεσή του με το στρατό της Ζηνοβίας που είχε οχυρωθεί στην πόλη. Εξάλλου, το 365 η Αλεξάνδρεια επλήγη από δυνατό σεισμό και αμέσως μετά από τσουνάμι. Από τότε τα ίχνη του μαυσωλείου χάνονται.

Μολαταύτα, κατά διαστήματα εμφανίζονται διάφοροι ερευνητές, ερασιτέχνες και μη, που διατείνονται ότι ανακάλυψαν τον τάφο ή δημοσιεύουν σχετικές πληροφορίες. Για παράδειγμα, το 1850 ο Αμβρόσιος Σκυλίτσης, δραγουμάνος της ρωσικής πρεσβείας, υποστήριξε πως είδε τη σωρό του Αλέξανδρου μέσα σε γυάλινο κουβούκλιο στο τζαμί του Προφήτη Δανιήλ (Νάμπι Ντάνιελ), ενώ τo 1863 o Μαχμούντ ελ Φαλάκι ανέφερε στον Γιάκουμπ Άρτεν πασά ότι κατά πάσα βεβαιότητα ο Αλέξανδρος βρισκόταν στα υπόγεια του ως άνω τζαμιού.[149] Σημειώνεται ότι τούτη η άποψη υποστηριζόταν την ίδια εποχή και από τον Έλληνα γιατρό Νερούτσο Μπέη. Παρ’ όλα αυτά στις πολωνικές ανασκαφές του 1956 δεν ανακαλύφθηκε πτολεμαϊκό αρχαιολογικό στρώμα στην εν λόγω περιοχή.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Fowden Garth, The Egyptian Hermes: A Historical Approach to the Late Pagan Mind, Princeton University Press, New York 1993, σ. 20· Fraser Peter M., Ptolemaic Alexandria, OUP, Oxford 1972, τόμ. 1, σ. 107· Ψελλός Μιχαήλ, Ἑκατονταετηρὶς Βυζαντινῆς Ἱστορίας, Κ. Ν. Σάθα, ΜΒ, τόμ. Δ΄, σ. 123· Στράβων Γεωγρ. 16.2.5.
  2. 2,0 2,1 Για πολλούς αιώνες η Αλεξάνδρεια δεν θεωρείτο μέρος της Αιγύπτου. Αναφερόταν συνήθως ως «Αλεξάνδρεια η πλησίον της Αιγύπτου» και παρέμενε πάντοτε κάτω από ιδιότυπο καθεστώς, ως να επρόκειτο για νησί μακριά από την ηπειρωτική χώρα. Σε αυτό ίσως να διαδραμάτησε κάποιο ρόλο και ο Όμηρος· από μια σχετική αναφορά του Πλούταρχου (Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 351 Stefanus page 367 section B line 10) προκύπτει ότι η νήσος Φάρος δεν θεωρούνταν μέρος της Αιγύπτου ήδη από την εποχή του επικού ποιητή. Από την έποψη των Αλεξανδρινών η ενδοχώρα πέρα από τα νερά της λίμνης Μαρεώτιδας περνούσε σχεδόν απαρατήρητη. Οι ξένες κοινότητες της Αλεξάνδρειας, εγκαταστημένες εκεί επί πολλές γενεές διατηρούσαν γι’ αυτήν την ίδια περηφάνεια που είχαν οι πολίτες μιας πόλης-κράτους. Douer Alisa, Egypt - The Lost Homeland: Exodus from Egypt, 1947-1967: The History of the Jews in Egypt, 1540 BCE to 1967 CE, Logos Verlag, Berlin GmbH, 2015, σ. 41· Haag Michael, Alexandria: City of Memory, Yale University Press, New Haven 2004. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διατύπωση που χρησιμοποιείται στον «Χρησμό του Κεραμέα» (κείμενο του 3ου αιώνα π.Χ. γραμμένο στην αιγυπτιακή δημοτική), οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν την Αλεξάνδρεια ξένη πόλη η οποία «κατοικείτο από όλες τις φυλές των ανθρώπων». Fowden Garth, The Egyptian Hermes: A Historical Approach to the Late Pagan Mind, Princeton University Press, New York 1993, σ. 21.
  3. Hogarth, D.G., “Alexander in Egypt and some Consequences”, JEA 2 (1915): 53-60, σ. 55.
  4. Ο Στράβωνας περιγράφει τις εν λόγω κατασκευές στα Γεωγραφικά XVII, 1, 6.
  5. Hogarth D.G., «Alexander in Egypt and some Consequences», JEA 2 (1915): 53-60, σ. 55.
  6. Στράβων, Γεωγραφικά, XVII, 1,8.
  7. Υπάρχουν οι εξής εκδοχές για τη σημασία αυτής της ονομασίας: α) η πόλη που ευλογεί ή στην οποία προΐσταται ο Ρα και β) περιοχή εργοταξίου. Πιθανώς πρόκειται για την εξελληνισμένη μορφή του αιγυπτιακού Ra-qed (εργοταξιακή περιοχή), όρου που χρησιμοποιούνταν από τους Αιγύπτιους εργάτες κατά την κατασκευή της Αλεξάνδρειας.
  8. 8,0 8,1 Σύμφωνα με τη λεγόμενη Στήλη του Σατράπη (314 π.Χ.) ο Πτολεμαίος Α΄ «κατέλυσε στο φρούριο του βασιλέα […] Αλέξανδρου, το οποίο βρίσκεται στην ακτή της μεγάλης θάλασσας των Ελλήνων και ονομαζόταν προηγουμένως Ρακώτις». Από την εν λόγω διατύπωση προκύπτει ότι οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν ελληνική τόσο την Αλεξάνδρεια όσο και τη θαλάσσια περιοχή της. Η μακροσκοπική εξέταση του σχετικού ιερογλυφικού συνδυαζόμενη με πρόσφατες γλωσσολογικές έρευνες δείχνουν ότι το «Ρακώτις» δεν είναι παραδοσιακό αιγυπτιακό τοπωνύμιο αλλά όρος που σημαίνει «εργοταξιακή περιοχή»· αυτή η ανάλυση απομακρύνει την πιθανότητα να συνοικούσε η Αλεξάνδρεια με κάποια φαραωνική φρουρά (όπως λέει ο Στράβων, 17.1.6) ή με σύμπλεγμα χωριών εκ των οποίων το κυριότερο ονομαζόταν Ρακώτις. Εξάλλου, η παρουσία φαραωνικού φρουρίου στην περιοχή δεν τεκμηριώνεται. Βλ. Chauveau Michel, «Alexandrie et Rhakôtis : le point de vue des Égyptiens», στο: J. Leclant, επιμ., Alexandrie : une mégapole cosmopolite. Actes du 9ème colloque de la Villa Kérylos à Beaulieu-sur-Mer les 2 & 3 octobre 1998. Académie des Inscriptions et Belles- Lettres, Paris 1999. pp. 1-10. (Cahiers de la Villa Kérylos, 9); M. Depauw, «Alexandria, the building Yard», Chronique d’Egypte 75 (2000) 64-5. Η Katja Mueller διαφωνεί με τα παραπάνω αλλά, παρ’ όλα αυτά, λέει ότι «η Αλεξάνδρεια ιδρύθηκε σε μια λίγο ως πολύ ακατοίκητη περιοχή που ονομαζόταν Ρακώτις». Mueller, Katja, Settlements of the Ptolemies : city foundations and new settlement in the Hellenistic world, Peeters, Leuven ; Dudley, MA 2006, σ. 20.
  9. Διόδωρος Σικελιώτης, XVII, 52, 3.
  10. Διόδωρος Σικελιώτης, XVII, 52, 2.
  11. O'Connor Lauren (2009) «The Remains of Alexander the Great: The God, The King, The Symbol», Constructing the Past: Vol. 10: Iss. 1, Article 8.
  12. Günter Grimm, Alexandria. Die erste Königsstadt der hellenistischen Welt. von Zabern, Mainz 1998, σσ. 51–57, ISBN 3-8053-2337-9.
  13. Η ονομασία Επταστάδιο οφείλεται στο μήκος του που ήταν επτά στάδια (1260 μέτρα). Το στάδιον είναι αρχαιοελληνική μονάδα μήκους και αντιστοιχεί κατά προσέγγιση σε 180 μέτρα.
  14. Judith McKenzie, The Architecture of Alexandria and Egypt. New Haven 2007, σ. 47–48.
  15. Ετυμολογείται από το Θάλαμος + -ηγός < ἂγω
  16. Αθήναιος Δειπνοσοφιστές 5.204d-206c. Τα πρώτα πλοία με την επονομασία "θαλαμηγός" φαίνεται ότι εμφανίστηκαν στον Νείλο.
  17. Ο Στράβωνας αναφέρει ότι σε ένα κανάλι κοντά στην Αλεξάνδρεια υπήρχε «ο ναύσταθμος των θαλαμηγών πλοίων τα οποία χρησιμοποιούσαν οι αξιωματούχοι για να ταξιδεύουν στην Άνω Αίγυπτο». Ο στόλος του Πτολεμαίου Β΄ περιλάμβανε 800 θαλαμηγούς με επιχρυσωμένες πρύμνες και πλώρες. Βλ. Casson Lionel, Ships and Seamanship in the Ancient World, Princeton University Press, New Jersey 2014, σσ. 341-342.
  18. Höber-Kamel Gabriele, «Alexandrie» στο: Kemet, τεύχος 3, Verlag, Berlin 2004, σσ. 8–9.
  19. Στράβων 17.1.11.8: «ἅπαντες μὲν οὖν οἱ μετὰ τὸν τρίτον Πτολεμαῖον ὑπὸ τρυφῆς διεφθαρμένοι χεῖρον ἐπολιτεύσαντο, χείριστα δ' ὁ τέταρτος καὶ [ὁ] ἕβδομος καὶ ὁ ὕστατος ὁ Αὐλητής, ὃς χωρὶς τῆς ἄλλης ἀσελγείας χοραυλεῖν ἤσκησε, καὶ ἐπ' αὐτῷ γε ἐσεμνύνετο τοσοῦτον ὥστ' οὐκ ὤκνει συντελεῖν ἀγῶνας ἐν τοῖς βασιλείοις, εἰς οὓς παρῄει διαμιλλησόμενος τοῖς ἀνταγωνισταῖς».
  20. Günther Hölbl, Geschichte des Ptolemäerreiches, Wissenschaftliche buchgesellschaft, Darmstadt 1994, σ. 172.
  21. Günther Hölbl, Geschichte des Ptolemäerreiches, Wissenschaftliche buchgesellschaft, Darmstadt 1994, σ. 175.
  22. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. Γ', σ. 604 α'.
  23. Errington Malcolm R., A History of the Hellenistic World: 323 - 30 BC, John Wiley & Sons, Malden MA 2008, σ. 302 κ.εξ.
  24. Οι Αλεξανδρινοί κατακρεούργησαν τον αυλικό Αγαθοκλή, την αδελφή του Αγαθόκλεια (ερωμένη του Πτολεμαίου Δ΄) και όλους τους συγγενείς και τους φίλους τους επειδή τους θεωρούσαν φυσικούς αυτουργούς στη δολοφονία της βασίλισσας Αρσινόης Γ΄ και πιθανόν της Βερενίκης Β΄, μητέρας του Πτολεμαίου Δ΄.
  25. Ο αυλός είχε οργιαστικό χαρακτήρα και ήταν συνδεδεμένος με τη λατρεία του Διονύσου.
  26. Fletcher Joann, Cleopatra the Great: The Woman Behind the Legend, Harper Perennial, New York 2012, σσ. 67-69.
  27. Σενέκας De tranquillitate animi ΙΧ.
  28. Potter David S., The Roman Empire at Bay, AD 180–395, Routledge, New York, ΝΥ 2014, σ. 54.
  29. Τάκιτος, Ιστορίες, 2, 79; 4, 81-84.
  30. Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκή Ιστορία, 65, 8.
  31. Trombley Frank R., Hellenic Religion and Christianization: C. 370-529, τόμ. 2, BRILL, Boston & Leiden 2001, σ. 3 κ.εξ.
  32. Αμμιανός XXII, 16, 15.
  33. Επιφάνιος PG 43, 249C-252A.
  34. Stiros Stathis C., «The AD 365 Crete earthquake and possible seismic clustering during the fourth to sixth centuries AD in the Eastern Mediterranean: a review of historical and archaeological data», Journal of Structural Geology, τόμ. 23 (2001), σσ. 545–562 (549 & 557).
  35. Ιωάννης Νικίου, Παγκόσμιον χρονικόν, 64.9.
  36. McKenzie Judith: The Architecture of Alexandria and Egypt. New Haven 2007, σ. 242.
  37. Haas Christopher J., Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, Baltimore 1997, σ. 216.
  38. Haas Christopher J., Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, Baltimore 1997, σ. 249-250.
  39. Σωκράτης Σχολαστικός, Εκκλησιαστική ιστορία, 7.13.
  40. Σωκράτης Σχολαστικός, Εκκλησιαστική ιστορία, 7.15.
  41. Christopher J. Haas: Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict. Johns Hopkins University Press, Baltimore 1997, σσ. 69-74.
  42. Bowman Alan K., Egypt After the Pharaohs, 332 BC-AD 642: From Alexander to the Arab Conquest, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1996, σ. 48.
  43. Η λέξη «Πυρρούχιον» υποδηλώνει τους τελωνειακούς χώρους αποθήκευσης σιταριού που ήταν όμοροι με το δυτικό τμήμα των ανακτόρων.
  44. 44,0 44,1 Haas Christopher, Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, JHU Press, Baltimor and London 2006, σ. 49.
  45. Fraser Peter M., Ptolemaic Alexandria, OUP, Oxford 1972, τομ. 1, σ. 13.
  46. H «Πύλη της Ροζέτης» ονομαζόταν επίσης κατά καιρούς «Κανωπική Πύλη» και «Πύλη του Ήλιου».
  47. Το φαινόμενο των Βραδυσεισμών συνδέεται με την Ηφαιστειότητα και εκδηλώνεται με την περιοδική άνοδο ή κάθοδο του επιπέδου του εδάφους. Παρότι η εξέλιξη των εν λόγω μεταβολών είναι πολύ γρήγορη σε σχέση με αυτήν άλλων γεωλογικών φαινομένων, γίνεται εντούτοις αντιληπτή από τον άνθρωπο ως σχετικά αργή. Τα αποτελέσματα των Βραδυσεισμών είναι άμεσα αναγνωρίσιμα σε ορισμένες θαλάσσιες ακτογραμμές λόγω της προοδευτικής καταβύθισης ή ανάδυσης κτιρίων, ακτών και περιοχών.
  48. Ο Λόφος του Νοσοκομείου περικλείεται από τις οδούς Omar Lofty (πρώιν Iskandar el-Akbar)-Champollion-Salah Mostafa και Al-Mothaf.
  49. Daszewski W. A., «Notes on Topography of Ptolemaic Alexandria», στο Bonacasa Nicola, Vita Antonino Di, Alessandria e il mondo ellenistico-romano: studi in onore di Achille Adriani, L'erma di Bretschneider, Roma 1983, σσ. 54-69.
  50. Η εν λόγω αγορά προστατευόταν κατά κύριο λόγο από την προσέγγιση ξένων ακαθορίστου προέλευσης που αποτελούσαν εν δυνάμει κίνδυνο για τις γυναίκες της πόλης.
  51. Στην αρχαιότητα η λέξη «νεώριο» δεν σήμαινε «ναυπηγείο» αλλά ναύσταθμο ή παραθαλάσσια περιοχή όπου φυλάσσονταν πλοία, κυρίως πολεμικά.
  52. Polyzoides Apostolos, Alexandria: City of Gifts and Sorrows: From Hellenistic Civilization to Multiethnic Metropolis, Sussex Academic Press, Eastbourne, East Sussex 2014. σσ: 61-67. ISBN 1782841547, 9781782841548a
  53. Chugg Andrew Michael, The Quest for the Tomb of Alexander the Great, Lulu.com, 2007, σσ. 188-199.
  54. Christopher Haas, Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, JHU Press, Baltimor and London 2006, σσ. 209-210.
  55. McKenzie Judith, The Architecture of Alexandria and Egypt, New Haven 2007, σ. 240.
  56. McKenzie Judith, The Architecture of Alexandria and Egypt, New Haven 2007, σ. 244.
  57. Φίλωνας ο Ιουδαίος (ή Αλεξανδρινός), Εις Φλάκκον, 55: πέντε μοῖραι τῆς πόλεώς εἰσιν, ἐπώνυμοι τῶν πρώτων στοιχείων τῆς ἐγγραμμάτου φωνῆς.
  58. Haas Christopher, Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, JHU Press, Baltimor and London 2006, σσ. 47-48.
  59. Höber-Camel Gabriele, «Alexandria», στο: Kemet, Issue 3/2004. Kemet Verlag 2004, ISSN 0943-5972
  60. Η ακριβής θέση των περιοχών Α-Ε είναι άγνωστη. Ωστόσο υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για την κατανομή των ναών ανά περιοχή, από τις οποίες είναι δυνατό να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα. Βλ. Haas Christopher, Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, JHU Press, Baltimor and London 2006, σσ. 47-48, 95, 141-142, 377, 400, 407, 425.
  61. Haas Christopher J., Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict. Baltimore 1997, σσ. 141, 425.
  62. Μουτσούλας Ηλίας Δ., «Τό “Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν” ἔργον Ἐπιφανίου τοῦ Σαλαμῖνος». Εἰσαγωγή-Κριτικὴ ἔκδοσις-Σχόλια (Ε´) [σελ. 157-209], ΘΕΟΛΟΓΙΑ Τόμος ΜΔ´ (1973) Τεύχος 1&2, σ. 171, γρ. 325.
  63. Rabe H. επιμ., «Aphthonii progymnasmata» [Rhetores Graeci 10. Teubner, Leipzig 1926]: σσ. 1-51., 40. 4.
  64. Koster W.J.W. επιμ., Prolegomena de comoedia Aristophanis, Prolegomena de comoedia. Scholia in Acharnenses, Equites, Nubes [Scholia in Aristophanem 1.1A. Groningen: Bouma, 1975]: 22-38, κυρίως σ. 32: ἐπεὶ διὰ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως καὶ γερουσίων ἑτέρων ἀνδρῶν δαπάναις βασιλικαῖς ἁπανταχόθεν τὰς βίβλους εἰς ᾿Αλεξάνδρειαν ἤθροισε, δυσὶ βιβλιοθήκαις ταύτας ἀπέθετο, ὧν τῆς ἐκτὸς μὲν ἦν ἀριθμὸς τετρακισμύριαι δισχίλιαι ὀκτακόσιαι, τῆς δ' ἔσω τῶν ἀνακτόρων καὶ βασιλείου βίβλων μὲν συμμιγῶν ἀριθμὸς τεσσαράκοντα μυριάδες, ἁπλῶν δὲ καὶ ἀμιγῶν βίβλων μυριάδες ἐννέα, ὡς ὁ Καλλίμαχος νεανίσκος ὢν τῆς αὐλῆς ὑστέρως μετὰ τὴν ἀνόρθωσιν τοὺς πίνακας αὐτῶν ἀπεγράψατο.
  65. Διόδ. Ι. 46.8.
  66. Διόδ. 1.87.1-5 και 88.4.
  67. Plinius secundus Naturalis Historia: book 30 section 4.
  68. Εκτός από τον Καλλιμάχειο Έρμιππο, έχει προταθεί ως συγγραφέας του έργου και ο Έρμιππος ο Βηρύτιος.
  69. Hultzsch Eugen, Corpus Inscriptionum Indicarum,vol 1: Inscriptions of Aśoka. New Delhi: The Director-General Archaeological Survey of India. Oxford Univ. Press, Oxford 1925, ανατύπ. 1996, σ. 48 (XIII Rock-Edict: Kalsi).
  70. Rackham H., Pliny Natural History, William Heinemann LTD, London 1961, σ. 383 (VI. xxi. 58-61).
  71. Γαληνός β΄, υπομνημ. εις το Γ΄, ιπποκρ. Επιδημ.
  72. Δημαρόγκωνας Ανδρέας, Μαθήματα ιστορίας της τεχνολογίας, τόμ. 1ος, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα 2000, σσ. 180-304.
  73. Codex Theodosianus 16.10.11.
  74. Amidon Philip R., μτφρ., Rufinus of Aquilea, The Church History of Rufinus of Aquileia: Books 10 and 11, Oxford University Press, New York 1997, σ. 80 (Rufinus Historia Ecclesiastica 11.22).
  75. Giangrande G. (επιμ.), Eunapii Vitae Sophistarum, Istituto Poligrafico dello Stato, Rome 1956, 6.11.2.
  76. Amidon Philip R., μτφρ., Rufinus of Aquilea, The Church History of Rufinus of Aquileia: Books 10 and 11, Oxford University Press, New York 1997, σσ. 85 (Rufinus Book 11.26-28), 103 σημ. 38.
  77. De Sacy, Relation de l’Egypte par Abd al-Latif, Paris, 1810, σσ. 183, 240-44, σημ. 55.
  78. Abu'l-Faraj (Bar hebraeus), Historia compendiosa dynastiarum historiam complectens universalem, etc., επιμ. E. Pococke (Oxford, 1663), μτφρ., σ. 114; αραβικό κείμενο, σσ. 180 κ.εξ.
  79. Βλ. για παράδειγμα: MacLeod Roy, The Library of Alexandria: Centre of Learning in the Ancient World (2η εκδ.), I.B. Tauris, London 2004, σ. 71. ISBN 978-1850435945
  80. Μαυράκης Νίκος, Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, Αθήνα 2016, σ. 534, ISBN 978-618-5139-32-2
  81. Thundy Zacharias P., Buddha and Christ: Nativity Stories & Indian Traditions, Brill Publishers, Leiden 1993, σ. 245 κ.εξ.
  82. Μαυράκης Νίκος, Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, Αθήνα 2016, σ. 218. ISBN 978-618-5139-32-2
  83. Ιδρυτής της Θεολογικής Σχολής της Αλεξάνδρειας θεωρείται ο Πάνταινος ο οποίος αναμόρφωσε και προήγαγε την υπάρχουσα Κατηχητική Σχολή.
  84. Μαυράκης Νίκος, Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, Αθήνα 2016, σσ. 494, 518, 534-537. ISBN 978-618-5139-32-2.
  85. Ο όρος «Κόπτης» ετυμολογείται από τη συγκεκομμένη μορφή της λέξης «Αιγύπτιος». Η ονομασία «Αίγυπτος» προέρχεται από το “Hak-ka-Ptah”, που μεταφράζεται ως «ο ναός του πνεύματος του Ptah».
  86. Haas Christopher, Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, JHU Press, Baltimor and London 2006, σσ. 234, 235, 315.
  87. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για τη φυσική αυτουργία των Παραβαλάνων στον φόνο της Υπατίας. Η θέση των υποστηρικτών αυτής της άποψης θεμελιώνεται πάνω σε δύο έδικτα του Θεοδοσιανού κώδικα (του έτους 416) με τα οποία αφενός θεσπίζονται αυστηροί κανόνες που απαγορεύουν την παρουσία των Παραβαλάνων σε δημόσιες εκδηλώσεις και δικαστήρια και αφετέρου ορίζεται ο Αρμοστής ως διοικητής τους και ως το μοναδικό αρμόδιο όργανο για την επικοινωνία με τον Αυτοκράτορα. Βλ. Haas Christopher, Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, JHU Press, Baltimor and London 2006, σ. 314.
  88. Δεν υπάρχουν πηγές που να καθιστούν τον Κύριλλο ηθικό αυτουργό στο φόνο της Υπατίας. Ωστόσο, κατά καιρούς διατυπώνονται επιχειρήματα περί του αντιθέτου, δεδομένης της πολιτικής αντιζηλίας και εχθρότητας μεταξύ του τελευταίου και του πάτρωνα και φίλου της φιλοσόφου, Αρμοστού Ορέστη. Ο τελευταίος είχε υποβάλλει σε βασανιστήρια δύο χριστιανούς προσκείμενους στον Κύριλλο, τον καλόγερο Αμμώνιο και τον Ιέρακα, από τα οποία ο πρώτος εξ αυτών έχασε τη ζωή του. Ο Αμμώνιος ήταν κατηγορούμενος για τον τραυματισμό του Ορέστη και για συμμετοχή στον προπηλακισμό του από ένα μαινόμενο πλήθος. Ο Αρμοστής διασώθηκε την τελευταία στιγμή από πολίτες που έσπευσαν στο σημείο. Βλ. Haas Christopher, Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, JHU Press, Baltimor and London 2006, σσ. 313-315.
  89. Πελεγρίνης Θεοδόσης, Νεοπλατωνισμός: Το λυκόφως της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.
  90. Vallat Philippe, "Alexandrian Tradition into Arabic: Philosophy" στο Lagerlund Henrik (Ed.), Encyclopedia of Medieval Philosophy, Philosophy between 500 and 1500, τόμ. 1, Springer, Dordrecht, Heidelberg, London, New York, σσ. 66-73.
  91. Πλούταρχος Αλέξ. 26.5-7.
  92. Πλάτ. Φαίδρ. 243a: «Δεν είναι αληθινός τούτος εδώ ο λόγος· / ούτε μπήκες στα καλοφτιαγμένα πλοία με τα γερά κουπιά, / ούτε έφθασες ποτέ στα τείχη της Τροίας».
  93. Ηρόδοτος Ιστορίες, 2.112-120.
  94. Stephens Susan A., Seeing Double: Intercultural Poetics in Ptolemaic Alexandria, University of California Press, Berkeley and Los Angeles, California 2003, σσ. 155, 168.
  95. Stephens Susan A., Seeing Double: Intercultural Poetics in Ptolemaic Alexandria, University of California Press, Berkeley and Los Angeles, California 2003, σσ. 55-159.
  96. El-Abbadi, M., «The Greek Egyptian Society of Ptolemaic Alexandria» στο Alexandria Through Ages, Papers Delivered at Seminar at Faculty of Arts in April 1973 in Co-operation With the Egyptian Historical Society, Αλεξάνδρεια 1975, σ. 23- 53, κυρίως σ. 30.
  97. Lewis, N., Greeks in Ptolemaic Egypt, Case Studies in the Social History of the Hellenistic World, Oxford 1986, σ. 1.
  98. El-Abbadi, M., “The Greek Egyptian Society of Ptolemaic Alexandria,” στο Alexandria Through Ages, Papers Delivered at Seminar at Faculty of Arts in April 1973 in Co-operation With the Egyptian Historical Society, Αλεξάνδρεια 1975, σ. 23- 53, κυρίως σ. 52.
  99. Visser, C. E., Gotter und Kulte im ptolemaischen Alexandrien, Άμστερνταμ 1938, σ. 71 κ.εξ.· Dunand, F., le culte d’Isis dans la bassin oriental de la Mediterranee: Le Culte D’Isis Et Les Ptolemees, Λέιντεν 1973, σ. 109. κ.εξ.
  100. 100,0 100,1 Fowden Garth, The Egyptian Hermes: A Historical Approach to the Late Pagan Mind, Princeton University Press, New York 1993, σ. 21.
  101. Baines J., «Egyptian Elite Self-Representation in the Context of Ptolemaic Rule», στο Ancient Alexandria: Between Egypt and Greece, επιμ. Harris, W. and Ruffini, G. Brill, Leiden 2004, σσ. 33-61 κυρίως σ. 58.
  102. Fowden Garth, The Egyptian Hermes: A Historical Approach to the Late Pagan Mind, Princeton University Press, New York 1993, σ. 18.
  103. 103,0 103,1 Fowden Garth, The Egyptian Hermes: A Historical Approach to the Late Pagan Mind, Princeton University Press, New York 1993, σ. 20.
  104. Bianchi, R.S., «The Cultural Transformation of Egypt as Suggested by a Group of Enthroned Male Figures from the Faiyum». στο Johnson, J.H. (επιμ.). Life in a Multi-cultural Society: Egypt from Cambyses to Constantine and Beyond. Studies in Ancient Oriental Civilization 51. Chicago 1992· Bianchi, R.S. (επιμ.), Cleopatra’s Egypt: Age of the Ptolemies. Brooklyn Museum. Exhibition Catalogue, New York 1988.
  105. Bianchi, Robert Steven. «Pharaonic Egyptian Elements in the Decorative Arts of Alexandria during the Hellenistic and Roman Periods» στο Getty J. Paul Museum, Alexandria and Alexandrianism: Papers Delivered at a Symposium Organized by The J. Paul Getty Museum and The Getty Center for the History of Art and the Humanities and Held at the Museum, April 22–25, 1993, Getty Publications, Santa Monica CA 1996, σσ. 191-209, κυρίως 194-195.
  106. Baines John, «Egyptian Elite Self-Presentation in the Context of Ptolemaic Rule» στο Harris W.V. and Ruffini Giovanni (επιμ.), Ancient Alexandria between Egypt and Greece . — (Columbia studies in the classical tradition; τομ. 26), 2004, σσ. 30-61, κυρίως σ. 39.
  107. Getzel M. Cohen, The Hellenistic Settlements in Syria, the Red Sea Basin, and North Africa, University of California Press, Berkeley and Los Angeles CA 2006, σ. 418.
  108. 108,0 108,1 McKenzie Judith, The Architecture of Alexandria and Egypt, New Haven 2007, σσ. 53–55.
  109. Τσιραμπίδου Αγγελική, Πολιτικές Προεκτάσεις στα επιγράμματα του Ποσειδίππου (Πάπυρος Μιλάνου Vogl. VIII 309). Πρωτεύουσα Μεταπτυχιακή Εργασία, Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ιούνιος 2007.
  110. Για την εστίαση του Καλλιμάχου σε αλεξανδρινά και γενικότερα σε αιγυπτιακά τοπωνύμια βλ. Σιστάκου, Ε., Η Γεωγραφία του Καλλιμάχου και η Νεωτερική Ποίηση των Ελληνιστικών Χρόνων, ΜΙΕΤ Αθήνα 2005, σσ. 51-57: «Ο χώρος του βίου και της πολιτικής».
  111. Η Σούζαν Στέφενς υποστηρίζει ότι κατά την πτολεμαϊκή εποχή οι ποιητές Καλλίμαχος, Θεόκριτος και Απολλώνιος διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στη γεφύρωση της απόστασης μεταξύ των δύο διαφορετικών (και κάποτε εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτισμών): Stephens, S. A., Seeing Double. Intercultural Poetics in Ptolemaic Alexandria, University of California Press, Berkeley-Los Angeles-London 2003, σσ. 55-159.
  112. Βλ. Η μυθολογία ως εργαλείο πολιτισμικής διασύνδεσης των δύο λαών.
  113. McKenzie Judith, The Architecture of Alexandria and Egypt, C. 300 B.C. to A.D. 700, Yale University Press, New Haven and London 2007, σ. 113.
  114. Μερικά παραδείγματα αυτού του τύπου είναι η πύλη της Αγοράς της Μιλήτου, το πρόπυλον του Σεβαστείου στην Αφροδισιάδα, η Βιβλιοθήκη του Κέλσου στην Έφεσο, ο ναός της Αφροδίτης στο Μπάαλμπεκ του Λιβάνου, ο ναός του Αδριανού στην Έφεσο και η «Κάνωπος», η πισίνα με την μπαρόκ κιονοστοιχία στη βίλα του Αδριανού (Τίβολι), που σχεδιάστηκε για να θυμίζει τον κανωπικό κλάδο του Νείλου στην Κάνωπο, όπου βρίσκεται το ιερό του Όσιρι.
  115. McKenzie, J., The Architecture of Alexandria and Egypt, c. 300 B.C. to A.D. 700, Λονδίνο 2007.
  116. Kurtz, D. C.-Boardman, J., Greek burial customs, Λονδίνο 1971, σ. 306.
  117. Livi, xxxviii.17.11.
  118. Οι ως άνω διαπιστώσεις δεν βρίσκουν σύμφωνο τον Άντριου Έρσκιν, καθηγητή αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, ο οποίος υποστηρίζει ότι «όσο περισσότερο εντρυφούσαν οι Έλληνες στα δικά τους πολιτισμικά πρότυπα, τόσο περισσότερο μπορούσαν να αποκλείουν τους Αιγύπτιους υπηκόους τους. Με την επαναβεβαίωση και την επιβολή του πολιτισμού τους αποσκοπούσαν στην καθυπόταξη της Αιγύπτου». Ο ίδιος προσθέτει ότι «η παρουσία στην Αλεξάνδρεια δύο ιδρυμάτων [του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης] αφιερωμένων στη διαφύλαξη και τη μελέτη του ελληνικού πολιτισμού, λειτουργούσε ως ισχυρό σύμβολο του αποκλεισμού και της υποδούλωσης των Αιγυπτίων. […] Μια ανάγνωση της αλεξανδρινής ποίησης θα ήταν αρκετή για να αποκομίσει κανείς την εντύπωση ότι οι Αιγύπτιοι ήταν ανύπαρκτοι· πράγματι ή ίδια η Αίγυπτος δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου, εκτός από τον Νείλο και τις πλημύρες του. […] Αυτός ο εξοστρακισμός της Αιγύπτου και των Αιγυπτίων από την ποίηση καλύπτει μια θεμελιώδη ανασφάλεια. Δεν είναι σύμπτωση ότι μία από τις λίγες ποιητικές αναφορές στους Αιγύπτιους τους παρουσιάζει ως κακοποιούς». (Andrew Erskine «Culture and Power in Ptolemaic Egypt: the Museum and Library of Alexandria» στο Greece & Rome, Second Series, Vol. 42, No. 1 Apr., 1995), σσ. 38-48 (κυρίως σσ. 41-43).
  119. McKenzie Judith, The Architecture of Alexandria and Egypt, New Haven 2007, σσ. 23, 69.
  120. Abdel -Fattah Ahmed, «The Question of the Presence of Pharaonic Antiquities in the City of Alexandria and its Neighboring Sites», στο Brock Lyla Pinch, Zahi A. Hawass (επιμ.), Egyptology at the Dawn of the Twenty-first Century: Proceedings of the Eighth International Congress of Egyptologists, Cairo, 2000, Τόμος 2, American Univ. in Cairo Press, Cairo New York 2003, σσ. 63-66. ISBN 20039774247140, 9789774247149.
  121. McKenzie Judith, The Architecture of Alexandria and Egypt, New Haven 2007, σ. 188–191.
  122. McKenzie Judith, The Architecture of Alexandria and Egypt. New Haven 2007, σσ. 68–71.
  123. McKenzie Judith, The Architecture of Alexandria and Egypt, New Haven 2007, σ. 388, σημ. 235
  124. McKenzie Judith, The Architecture of Alexandria and Egypt, New Haven 2007, σσ. 71–74.
  125. Empereur Jean-Yves avec Marie-Dominique Nenna, Nécropolis 1, Institut français d'archéologie orientale, Le Caire, 2001
  126. Empereur Jean-Yves avec Marie-Dominique Nenna, Nécropolis 2, Institut français d'archéologie orientale, Le Caire, 2003
  127. Empereur Jean-Yves, Alexandrie redécouverte, Stock, Paris 1998. ISBN 2-70-281161-2
  128. Empereur Jean-Yves, Le Phare d'Alexandrie, la Merveille retrouvée, Gallimard, Paris, 2e édition, 2004, ISBN 2-07-030379-9
  129. Empereur Jean-Yves, Grimal Nicolas. «Les fouilles sous-marines du phare d'Alexandrie». στο: Comptes rendus des séances de l'Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 141ᵉ année, N. 3, 1997. σσ. 693-713
  130. Goddio Franck et al., Alexandrie, les quartiers royaux submergés, Periplus Publishing Ltd., London 1998. ISBN 1-902699-01-7
  131. Goddio Franck et al., Trésors engloutis d'Égypte, 5 Continents/Le Seuil, Paris 2006. ISBN 2-02-091265-1
  132. «Shallalat 2010 Excavation Report». Ελληνικό Ινστιτούτο Έρευνας Αλεξανδρινού Πολιτισμού (Ε.Ι.Ε.Α.Π.). http://www.hriac.com/projects/shallalat-2010/. Ανακτήθηκε στις 05/02/2017. 
  133. Limneos-Papakosta, Calliope. «Shallalat 2016 Excavation Report». Hellenic Research Institute of Alexandrian Civilization. http://www.hriac.com/projects/shallalat-project-2016/excavation-report-2016/. Ανακτήθηκε στις 05/02/2017. 
  134. Limneos-Papakosta, Calliope. «Excavation Report 2016 2nd Phase». Hellenic Research Institute of Alexandrian Civilization. http://www.hriac.com/projects/shallalat-project-2016/excavation-report-2016-2nd-phase/. Ανακτήθηκε στις 05/02/2017. 
  135. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησης 1.6
  136. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησης 1.7.
  137. Ζηνόβιος, Ἐπιτομὴ ἐκ τῶν Ταρραίου καὶ Διδύμου παροιμιῶν συντεθεῖσα κατὰ στοιχεῖον (Epitome Collectionum Lucilli Tarrhaei et Didymi) 3.94.
  138. Στράβων Γεωγραφικα, 1.8.
  139. Στράβων Γεωγραφικα, 17.1.8.
  140. Φλάβιος Ιώσηπος, Κατά Απίωνος, II, 35, 57.
  141. Διων Κασσιος, Ρωμαϊκὴ Ιστορία, 51.16.5.
  142. Σουητώνιος, Vita Caligulae, 52.
  143. Ο Λουκανός, αντιπαθούσε τα καθεστώτα που βασίζονταν στην αρχή του ενός (π.χ. τα αυτοκρατορικά) και αναπολούσε την εποχή κατά την οποία το κέντρο των αποφάσεων ήταν η Σύγκλητος.
  144. Λουκανός x. 19, viii. 692-9.
  145. Saunders Nicholas J., Alexander's Tomb: The Two-Thousand Year Obsession to Find the Lost Conquerer, Basic Books, New York 2007, σ. 75 σημ. 32.
  146. Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκὴ Ιστορία, 75.13.2.
  147. Ηρωδιανός Ιστορία, 4.8.9.
  148. Διων Κασσιος, Ρωμαϊκὴ Ιστορία, 77.23.3.
  149. Zogheb, Alexandre Max de, 'Études sur l'ancienne Alexandrie, κεφ. «Le Tombeau d’Alexandre le Grand», E. Leroux, Paris 1910.

Σχετική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]