Κιλικία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χάρτης ιστορικών περιοχών της Μικράς Ασίας

Η Κιλικία είναι η νοτιοανατολικότερη παράλια περιοχή της Μικράς Ασίας (έναντι της Κύπρου). Αρχαιότερη ονομασία της ήταν Αώα από το όνομα ποταμού της, του Αώου, αγνώστου προσδιορισμού σήμερα.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κιλικία που σήμερα αποτελεί έκταση της Τουρκίας εκτείνεται από το Κορακήσιο (αρχ. Αλαία) μέχρι τις Κιλίκιες πύλες. Φυσικά όριά της είναι ανατολικά το Αμανό όρος, βόρεια και δυτικά η οροσειρά του Ταύρου και νότια το Κιλίκιο πέλαγος (ΒΑ. λεκάνης Μεσογείου).

Αρχαίες χώρες συνορεύουσες ήταν προς Δ. η Παμφυλία, η Πισιδία και η Ισαυρία, προς Β. η Λυκαονία και η Καππαδοκία, προς Α. η Κομμαγηνή και Ν.Α. η Συρία. Αρχαιότερα ήταν χώρα της Καππαδοκίας. Η συνολική της έκταση 35.000 τ.χλμ διαιρείτο χωρογραφικά σε δύο τμήματα το δυτικό καλούμενο Τραχεία Κιλικία ή Τραχειώτις (πρόποδες και υψίπεδο του Ταύρου)και το ανατολικό καλούμενο Πεδιάδα. Τις περιοχές αυτές τις χωρίζει το όρος Καλύκανδρος. Ακόμη και σήμερα η Τραχεία Κιλικία στερείται μεγάλων δρόμων με έδαφος γενικά άδενδρο και άγονο. Αντίθετα η Πεδινή είναι ευφορώτατη. Τρεις ποταμοί διαρρέουν την πεδινή χώρα οι: Κύδνος, Σάρος και Πύραμος κανένας όμως πλωτός. Μεγάλη η παραγωγή σε δημητριακά, οίνο, λάδι και του χαρακτηριστικού χονδρού υφάσματος κιλίκιου(*).

Το κλίμα της μεν τραχείας ηπειρωτικό, της δε πεδινής μεσογειακό.

Κάτοικοι της χώρας οι Κίλικες.

Ιστορικές Πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πόλεις άξιες λόγου ήταν η Ταρσός (πρωτεύουσα επί του Κύδνου π.), τα Άδανα, η Μοψουεστία (=Μόψου-Εστία), Μόψου-Κρήνη, Ανάβαρζα, Καυδιούπολη, παράλιες δε το Κορακήσιο (η δυτικότερη πόλη), η Σελινούς (αργ. Τραϊανούπολη), Αντιόχεια Μικρά, η Αφροδισιάδα, Σελεύκεια, οι Σόλοι (Γερμανικούπολη), Πομπηϊούπολη, Αρσινόη, ο Μάλλος και η Ισσός (η ανατολικότερη πόλη).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μάρτυρας άγιος Ανδρόνικος από την Κιλικία (ψηφιδωτό στη Μονή της Χώρας).

Η Κιλικία κατοικείται από την Νεολιθική περίοδο, οι πρώτες εγκαταστάσεις εμφανίζονται την 8η χιλιετία π.χ.[1] Την εποχή των Χετταίων την δεύτερη χιλιετία π.χ. η περιοχή ήταν χωρισμένη στην "Επίπεδη Κιλικία" στα πεδινά και στην "Τραχεία Κιλικία" στις ορεινές περιοχές στα δυτικά. Οι Κίλικες αναφέρονται στις πρώτες Ασσυριακές επιγραφές στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.χ. σαν "Κιλικιού" και ήταν μια από τις τέσσερις μεγάλες δυνάμεις της δυτικής Ασίας. Ο Όμηρος αναφέρει την "πεδιάδα των Αλεάνων" από την οποία ο Βελλεροφόντης μετέφερε τους κατοίκους βορειοδυτικά και τους έκανε συμμάχους των Τρώων.[2] Οι περισσότερες πόλεις της Κιλικίας που καταγράφονται από τον Όμηρο έχουν προ-Ελληνικά ονόματα : Τάρσους (Ταρσός), Ίνγκιρα (Aγχιάλη), Άδανα, Παχρό (Μοψουεστία) και Κίντα (Ανάζαρβος).[3]

Αρχαία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι γύρω στο 1650 π.χ. οι Χετταίοι βασιλείς Χατουσίλις Α΄ και Μουρσίλις Α΄ είχαν πολλές ελευθερίες κινήσεων κατά μήκος του ποταμού Κειχάν κάτι που δείχνει ότι είχαν τον έλεγχο της Κιλικίας όταν πολεμούσαν με την Συρία. Μετά τον θάνατο του Μουρσίλις γύρω στο 1595 π.χ. οι Χουρρίτες απέκτησαν την κυριαρχία από τους Χετταίους και η Κιλικία ήταν ελεύθερη δυο αιώνες. Ο πρώτος βασιλιάς της ελεύθερης Κιλικίας ο Ισπουταχσού γιος του Παριγιαβάτρι καταγράφεται σε Χιττίτικες και σφηνοειδείς επιγραφές σαν "Μεγάλος βασιλιάς". Ο Ισπουταχσού καταγράφεται επίσης σε συνθήκη με τον βασιλιά των Χετταίων Τελίπινου στα Χιττίτκα και στα Ακκαδικά.[4] Τον επόμενο αιώνα ο βασιλιάς της Κιλικίας Πιλλίγια ολοκλήρωσε τις συνθήκες με τον Ζιντάντα Β' και τον Ιντριμί των Αλαλακί, ο Ιντριμί εμφανίζεται να κάνει επιδρομές σε στρατιωτικούς στόχους της ανατολικής Κιλικίας. Ο Νικμέπα διάδοχος του Ιντριμί στον θρόνο της Αλαλακί θα ζητήσει την βοήθεια του Χουρρίτη αντιπάλου Σώσταταρ των Μιταννί για να ελαττώσει την εξουσία της Κιλικίας, οι προσπάθειες του θα είναι μάταιες αφού οι Χετταίοι κατέλαβαν την Κιζουβάτνα και απείλησαν ολόκληρη την Κιλικία. Ο Σουνασσούρα Β΄ δήλωσε υποταγή στους Χεταίους και έγινε ο τελευταίος βασιλιάς της αρχαίας Κιλικίας.[5]

Τον 13ο αιώνα π.χ. οι Λαοί της Θάλασσας λεηλάτησαν την περιοχή, οι Χουρρίτες κάτοικοι μετακινήθηκαν βορειοανατολικά προς την οροσειρά του Ταύρου και εγκαταστάθηκαν στην Καππαδοκία.[6] Τον 8ο αιώνα π.χ. η περιοχή κυβερνήθηκε από την δυναστεία του Μόψου, θεωρείται ο ιδρυτής της Μοψουεστίας αν και η πρωτεύουσα του ήταν τα Άδανα.[7][8] Ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της Μοψουεστίας φαίνεται σε επιγραφές του 9ου και του 8ου αιώνα γραμμένες τόσο στην ιερογλυφική Ινδοευρωπαική Λουβική γλώσσα όσο και στην δυτική Σημιτική. Τον 9ο αιώνα π.χ. η Ασσυρία κατέλαβε την περιοχή και παρέμεινε στην κατοχή της μέχρι τον 7ο αιώνα.

Περσική κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της αλυσίδας φρυκτωριών που συνέδεαν την Κωνσταντινούπολη με τις Κιλίκιες Πύλες.

Ως περιοχή της Περσικής Αυτοκρατορίας η Κιλικία διοικείτο από ντόπιους υποτελείς βασιλείς με το εξελληνισμένο όνομα ή τίτλο "Συέννεσις", επίσημα ανήκε στην τέταρτη σατραπεία του Δαρείου.[9] Ο Ξενοφών βρήκε στην εξουσία μια βασίλισσα που δεν έφερε καμιά αντίσταση στην πορεία του Κύρου του νεότερου. Ο μεγάλος δρόμος για την δύση υπήρχε στην Κιλικία πριν την κατακτήσει ο Κύρος Β΄ της Περσίας, στην διαδρομή από τα ανατολικά οροπέδια στην Ταρσό υπήρχε ένα στενό πέρασμα σε βράχο οι Κιλίκιες Πύλες. Ο δρόμος διέσχιζε τους χαμηλούς λόφους ανατολικά της Πυράμου, περνούσε μια τοίχινη πύλη την Δεμίρ Καπού και έμπαινε στις πεδιάδες της Ισσού. Στην ίδια πεδιάδα ένας δρόμος στα νότια περνούσε μια τοίχινη πύλη στην Αλεξανδρέττα και διέσχιζε τα όρη του Άμανος μέσω της πύλης Μπέιλαν Πας στην Αντόχεια ή την Συρία. Ένας άλλος δρόμος βόρεια διέσχιζε την τοίχινη πύλη νότια του Τοπράκ Καλέ και τα όρη του Άμανος μέσω μιας άλλης Αρμενικής πύλης στην βόρεια Συρία και τον Ευφράτη, την πύλη δεν γνώριζε ο Αλέξανδρος ο Μέγας και ο Δαρείος Γ΄ της Περσίας διέσχισε πρώτος τα βουνά πριν την Μάχη της Ισσού. Όλα τα περάσματα ήταν στενά και μπορούσαν να συνδέσουν εύκολα τις πεδιάδες της Κιλικίας με την Συρία.

Ελληνιστικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μέγας Αλέξανδρος διέσχισε το καλοκαίρι του 333 π.χ. τον ποταμό Άλυς και μπήκε στα σύνορα της Κιλικίας με την νοτιοδυτική Φρυγία. Είχε διαβάσει τα γραπτά του Ξενοφώντα και γνώριζε ότι οι πύλες της Κιλικίας ήταν "αδιάβατες αν τις εμπόδιζε ο εχθρός" γι'αυτό αποφάσισε να χρησιμοποιήσει βία. Την νύχτα επιτέθηκε αιφνίδια στους φρουρούς και τους έτρεψε σε φυγή μαζί με τον σατράπη τους, έκαψε και τα σπαρτά τους όπως έκαναν οι ίδιοι στην Ταρσό. Ο στρατός του Αλεξάνδρου μπόρεσε έτσι να περάσει ανενόχλητα τις πύλες της Κιλικίας.[10] Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου η περιοχή έγινε πεδίο μάχης ανάμεσα στους διαδόχους, μετά από ένα σύντομο διάστημα υπό την Δυναστεία των Πτολεμαίων πέρασε τελικά στην Αυτοκρατορία των Σελευκιδών που είχαν την πραγματική εξουσία μόνο στο ανατολικό τμήμα. Την Ελληνιστική περίοδο κτίστηκαν πολλές πόλεις, κόπηκαν νομίσματα με ζώα, θεούς και αντικείμενα που σχετίζονταν με κάθε πόλη.[11]

Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ορεινή Κιλικία έγινε κέντρο πειρατών που τους υπέταξε ο Πομπήιος μετά την Ναυμαχία του Κορακήσιου (67 π.χ.), η Ταρσός έγινε η πρωτεύουσα της Ρωμαικής επαρχίας της Κιλικίας. Η πεδινή Κιλικία έγινε Ρωμαϊκή επαρχία μετά την κατάκτηση της από τον Μάρκο Αντώνιο Οράτορ (103 π.χ.) σε εκστρατεία του εναντίον των πειρατών, πρωτος κυβερνήτης τοποθετήθηκε ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας. Μετά την απειλή επίθεσης απο τον βασιλιά των Πάρθων Μιθριδάτη του Μέγα οργανώθηκε από τον Πομπήιο σε Ρωμαϊκή επαρχία (64 π.χ.) που περιείχε τμήμα της Φρυγίας. Ο Ιούλιος Καίσαρ οργάνωσε την Κιλικία (47 π.χ.) και έγινε τμήμα της ευρύτερης επαρχίας της Σύρο-Κιλικικής Φοινήκης (27 π.χ.). Το δυτικό τμήμα ήταν ανεξάρτητο με τοπικούς ιερείς - βασιλείς, ένα μικρό βασίλειο υποτελές στην Ρώμη δημιουργήθηκε στα ανατολικά με τον Ταρκονδίμοτο Α΄.[12] Ο Βεσπασιανός ένωσε τα δυο τμήματα (72), η επαρχία έγινε σημαντική επειδή περιείχε 47 μεγάλες πόλεις και τοποθετήθηκε στην διοίκηση της ένας Ανθύπατος.[13][14]

Στην Τετραρχία (περί το 297) κυβερνήθηκε από Ύπατο, η Κιλικία μαζί με την Μεσοποταμία, την Συρία, την Αίγυπτο και την Λιβύη αποτελούσαν την Διοίκηση Ανατολής, τον 4ο αιώνα οι περιοχές της Αφρικής διασπάστηκαν στην Διοίκηση Αιγύπτου. Οι άλλες δυο μεγάλες διοικήσεις που δημιούργησε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στην Ανατολή ήταν η Διοίκηση Ασιανής που περιείχε την Μικρά Ασία και τον Πόντο και η Διοίκηση Θράκης στα Βαλκάνια. Η Ρωμαϊκή Κιλικία έκανε εμπόριο μεγάλες ποσότητες κατσικίσιου μαλλιού με το οποίο κατασκεύαζαν τέντες.

Χριστιανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ταρσός ήταν η γενέτειρα του Απόστολου Παύλου που έγραψε 13 από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης. Η Κιλικία είχε αμέτρητες χριστιανικές κοινότητες, αναφέρεται έξι φορές στις Πράξεις των Αποστόλων και μια φορά στην Επιστολή προς Γαλάτες (1:21).[15] Όταν έγινε επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ο χριστιανισμός η Κιλικία ανήκε στο Πατριαρχείο Αντιοχείας.[16] Η περιοχή διαιρέθηκε σε δυο μεγάλες εκκλησιαστικές επαρχίες : Η "Πρωτεύουσα Κιλικία" με μητροπολιτική επισκοπή στην Ταρσό και επισκοπές σε πόλεις όπως η Σεβάστεια, η Αγκούστα, η Κώρυκος, τα Άδανα και η Μερσίνη, η "Δευτερεύουσα Κιλικία" είχε μητροπολιτική επισκοπή στην Αναζαρβός και επισκοπές στην Μοψουεστία, τις Αιγές, την Επιφανεία, την Ειρηνούπολη, την Ιεράπολη Κιλικίας, την Αλεξάνδρεια και την Αρσούς. Οι εκπρόσωποι όλων των επισκοπών της Κιλικίας παραβρέθηκαν στην Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας (325) και στις μετέπειτα Οικουμενικές Συνόδους.[17]

Πρώτα Βυζαντινά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η Κιλικία έγινε τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τον 7ο αιώνα η Κιλικία δέχτηκε την επίθεση των Μουσουλμάνων Αράβων, για πολλά χρόνια ήταν έρημη γη χωρίς κατοίκους, οι Άραβες την κατέκτησαν οριστικά στις αρχές του 8ου αιώνα. Το Χαλιφάτο των Αββασιδών έφερε στην περιοχή νέους κατοίκους και την μετέτρεψε σε οχυρωμένη παραμεθόρια περιοχή, η Ταρσός κτίστηκε ξανά (788) και έγινε η μεγαλύτερη εγκατάσταση στην περιοχή και η βάση για τις εκστρατείες στα βουνά του Ταύρου και την Βυζαντινή Ανατολή. Ο Νικηφόρος Β´ Φωκάς ανακατέλαβε την Κιλικία από τους Άραβες με μια σειρά από εκστρατείες την τριετία 962 - 965. Οι Βυζαντινοί που είχαν τον έλεγχο μέχρι την Καυκασία εποίκισαν ξανά τον 11ο αιώνα την Κιλικία με Αρμένιους.

Δημιουργία της Αρμενικής Κιλικίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή των Σταυροφοριών στην Κιλικία κυριαρχούσε το Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας. Οι επιθέσεις των Σελτζούκων στην Αρμενία επέφεραν του μετανάστευση του πληθυσμού των κατοίκων προς την Κιλικία. Ο τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας των Βαγρατιδών που κυβερνούσε την μητρική Αρμενία Γκαγκίκ Β΄ προσκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα (1045) αλλά αιχμαλωτίστηκε. Ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος τον πίεσε να παραιτηθεί από τα δικαιώματα του στην Αρμενία, του παραχώρησε σαν αντάλλαγμα την Καππαδοκία.[18].Ο Κωνσταντίνος Μονομάχος οργάνωσε την μετακίνηση μεγάλου αριθμού Αρμενίων στην Βυζαντινή Κιλικία.[19] Ο Γκαγκίκ Β΄ συγκρούστηκε στην Καππαδοκία με τον επίσκοπο Μάρκο λόγω των θρησκευτικών διαφορών των Αρμενίων με τους Ορθοδόξους, οι Αρμένιοι από τον 6ο αιώνα είχαν ασπαστεί τον Μονοφυσιτισμό. Οι χριστιανοί της Καππαδοκίας τους ζήτησαν να προσχωρήσουν στην Ορθοδοξία εγκαταλείποντας την εκκλησία τους, ο επίσκοπος της Καισάρειας Μάρκος ήταν με σκληρό τρόπο προσβλητικός απέναντι στον Γκαγκίκ Β΄. Ο πρώην Αρμένιος βασιλιάς προκάλεσε την δολοφονία του επισκόπου Μάρκου, αλλά στην συνέχεια και ο ίδιος ο Γκαγκίκ Β΄ δολοφονήθηκε από τους Βυζαντινούς (1079).[20]

Οι προσβεβλημένοι Αρμένιοι δεν μπορούσαν να ανεχθούν την συγκατοίκηση με τους Καππαδόκες και προχώρησαν νοτιότερα στην Κοζάν της Κιλικίας (1079), αρχηγός ήταν ο Ρουπέν Α΄ της Αρμενίας μέλος των Βαγρατιδών, συγγενής του Γκαγκίκ Β΄ και γενάρχης του Οίκου των Ρουπενιδών .[21] Με την βοήθεια των υπόλοιπων Αρμενίων που ζούσαν στην Κιλικία κατέλαβαν ολόκληρη την περιοχή από τους Βυζαντινούς, την κατείχαν από τον προηγούμενο αιώνα όταν την είχε ανακαταλάβει ο Νικηφόρος Φωκάς από τους Άραβες. Το επόμενο έτος (1080) ο Ρουπέν Α΄ κήρυξε την ανεξαρτησία του από την Κωνσταντινούπολη και σύντομα μετακινήθηκαν στην Κιλικία όλοι οι υπόλοιποι φυγάδες Αρμένιοι, οπαδοί του προηγούμενου βασιλιά Γκαγκίκ Β΄.

Το Βασίλειο της Αρμενικής Κιλικίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αρμενικό βασίλειο της Κιλικίας και οι γύρω περιοχές
Ο Λέων Β΄ της Αρμενίας, 1ος βασιλιάς του Αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας.
Ο θυρεός του Αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας

O Ρουπέν Α΄ ίδρυσε στην καρδιά της Κιλικίας ένα μικρό πριγκιπάτο (1080) που αργότερα θα γίνει το Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας (1198). Το χριστιανικό κρατίδιο που βρισκόταν ανάμεσα σε πολλά μουσουλμανικά εχθρικά κράτη είχε περίπου 300 χρόνια θυελλώδη πορεία, υποστήριξε τους Σταυροφόρους και είχε εμπορικές σχέσεις με τις Ιταλικές πόλεις. Το βασίλειο είχε περίπου τρεις αιώνες ένα ισχυρό δίκτυο οχυρώσεων και εμπορικών δρόμων με τρία κύρια λιμάνια : τις Αιγαί, την Κώρυκο και την Μοψουεστία.[22] Οι Αρμένιοι πρίγκιπες και βασιλείς έκαναν συνεχώς συμμαχίες με τα Σταυροφορικά κράτη, καλούσαν τους Σταυροφόρους να κρατήσουν κάστρα κατά μήκος των συνόρων όπως τις Πάγραι, την Τραπεσσάκ, την Σελεύκεια, την Αμούντα και την Σερβαντικάρ. Οι πρίγκιπες της Αρμενικής Κιλικίας από τον Οίκο των Ρουπενιδών ήταν οι εξής :

Ο Λέων Β΄ της Αρμενίας επέκτεινε το βασίλειο πέρα από τα όρη του Ταύρου και μετέφερε την πρωτεύουσα στην Κοζάν, στέφτηκε Βασιλιάς του Αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας (1198) από τον αρχιεπίσκοπο του Μάιντς ύστερα από πρόταση του αυτοκράτορα Ερρίκου ΣΤ΄. Ο Λέων Β΄ παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την Σιβύλλα των Λουζινιάν από το Σταυροφορικό Βασίλειο της Κύπρου, δεν είχε γιους και τον διαδέχθηκε η κόρη του Ισαβέλλα της Αρμενίας. Η Ισαβέλλα παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον Χετούμ Α' της Αρμενίας (1226) δεύτερο γιο του Κωνσταντίνου του Μπαμπερόν από τον αντίπαλο Οίκο των Χετουμιδών. Ο Χετούμ Α΄ διαδέχθηκε την σύζυγο και τον πεθερό του στον θρόνο που κληρονομήθηκε κατόπιν από τους απογόνους του. Ο Χετούμ Α΄ δήλωσε την υποταγή του στους Μογγόλους στέλνοντας στην αυλή τους τον μεγαλύτερο αδελφό του Σεμπάντ τον κοντόσταυλο.[23][24] Οι Μογγόλοι υποστήριξαν την άμυνα της χώρας από τους Μαμελούκους μέχρι την εποχή που στράφηκαν στο Ισλάμ. Οι βασιλείς της Αρμενικής Κιλικίας από τον Οίκο των Χετουμιδών ήταν οι εξής :

Μετά τον θάνατο του Λέων Ε΄ της Αρμενίας ο Ιωάννης από τον Οίκο των Πουατιέ-Λουζινιάν γιος της Ισαβέλλας των Χετουμιδών της μητέρας του Λέων Ε΄ από τον δεύτερο γάμο της με τον Αμαλρίκ της Τύρου στέφθηκε νέος βασιλιάς ως Κωνσταντίνος Δ΄ της Αρμενίας (1242 - 1244). Μετά την δολοφονία του (1344) ακολούθησαν άλλοι δυο βασιλείς από τον Οίκο των Χετουμιδών :

Ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ δολοφονήθηκε (1373) και ο θρόνος επανήλθε στον Οίκο των Πουατιέ-Λουζινιάν με τον Λέων ΣΤ΄ της Αρμενίας (1373 - 1375) ανιψιό του Κωνσταντίνου Δ΄. Ο ανίκανος Λέων ΣΤ΄ δεν μπόρεσε να αντισταθεί στους ισχυρότερους Μαμελούκους που κατέλαβαν το Αρμενικό βασίλειο της Κιλικίας (1375), από την άλλη υποτίμησε σημαντικά τους Αρμένιους και έδωσε όλους τους τίτλους στους Λατίνους με αποτέλεσμα να βρει ελάχιστη υποστήριξη από γηγενείς κατοίκους. Ο Λέων ΣΤ΄ και οι απόγονοι του από τον Οίκο των Πουατιέ-Λουζινιάν ήταν βασιλείς της Αρμενικής Κιλικίας μόνο σαν διεκδικητές, οι τιτλούχοι βασιλείς του Αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας ήταν οι εξής :

Ο τίτλος πέρασε στον κλάδο των Λουζινιάν της Κωνσταντινούπολης και κατέληξε στην Ρωσία.[25] Ο τίτλος αμφισβητήθηκε από τον Οίκο της Σαβοΐας και τον Οίκος ντε Μπριέν με τους Ούγο του Μπριέν και Ιωάννη του Μπριέν.

Οθωμανική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν κατέρρευσε το Σουλτανάτο του Ρουμ δημιουργήθηκαν αμέτρητα Τουρκικά μπειλίκια. Η "Τραχεία Κιλικία" κατακτήθηκε από τους Καραμανίδες τον 15ο αιώνα ένα μπειλίκι στα βόρεια, η "Πεδινή Κιλικία" κατακτήθηκε από τους Ραμαζανίδες ένα μπειλίκι στα ανατολικά με την βοήθεια των Μαμελούκων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία νίκησε στα τέλη του 15ου αιώνα τους Καραμανίδες υποτάσσοντας την Τραχεία Κιλικία, οι Ραμαζανίδες και η Πεδινή Κιλικία υποτάχθηκαν επίσης στους Οθωμανούς (1517). Μετά την Οθωμανική κατάκτηση η Κιλικία έμεινε γνωστή σαν βιλαέτι των Αδάνων, ήταν από τις πιο σημαντικές επαρχίες των Οθωμανών επειδή διατήρησε τον Αρμενικό της χαρακτήρα μέχρι τα σύγχρονα χρόνια. Τα οροπέδια της Κιλικίας ήταν πυκνοκατοικημένα με Αρμένιους χωρικούς σε μικρούς οικισμούς που είχαν μεγάλη ευημερία όπως το Χατζίν και το Ζειτάν, δυο ορεινά χωριά που έμειναν αυτόνομα μέχρι τον 19ο αιώνα.[26][27] Στα λιμάνια και τις πόλεις της πεδιάδας των Αδάνων το εμπόριο και η βιοτεχνία παρέμειναν στα χέρια των Αρμενίων χάρη στις ασταμάτητες μετακινήσεις πληθυσμού από τα οροπέδια. Ο πληθυσμός αυξανόταν συνεχώς σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά από το 1878 οι Οθωμανοί πήραν μέτρα εναντίον τους με τελικό αποτέλεσμα την μεγάλη σφαγή στα Άδανα (1909).[28] Οι Αρμένιοι του Ζειτάν οργάνωσαν επιτυχή αντίσταση απέναντι στους Τούρκους (1915), οι Οθωμανοί για να το υποτάξουν κατέφυγαν σε προδοσία αναγκάζοντας μια αποστολή Αρμενίων από το Μαράς να τους ζητήσουν να παραδώσουν τα όπλα τους, οι Αρμένιοι του Ζειτάν το δέχτηκαν.[29]

Από τον Δεκέμβριο του 1918 μέχρι τον Οκτώβριο του 1921 μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γάλλοι είχαν υπό τον έλεγχο τους την Κιλικία. Οι Γάλλοι ανέλαβαν την πρωτοβουλία να εποικήσουν ξανά την περιοχή με επιζήσαντες από την γενοκτονία, 170.000 Αρμένιοι δραπέτες επέστρεψαν στην Κιλικία με πρωτοβουλία των Βρετανών και των Γάλλων.[30] Οι Αρμένιοι δημιούργησαν την "Αρμενική Εθνική Ενότητα" και μια ανεπίσημη κυβέρνηση της Αρμενικής Κιλικίας με τέσσερα πολιτικά κόμματα και τρεις θρησκευτικές περιφέρειες.[31] Οι εχθροπραξίες ανάμεσα στους Βρετανούς, τους Γάλλους και τους Κεμαλιστές υπονόμευσαν τις προσπάθειες για την δημιουργία της ανεξάρτητης Κιλικίας. Οι Γάλλοι υπέγραψαν με τους Κεμαλιστές την Συνθήκη της Αγκύρας (21 Οκτωβρίου 1921) με την οποία η Κιλικία ενσωματώθηκε οριστικά στην Τουρκία.[32]

Τα σημαντικότερα γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά η Κιλικία λόγω θέσεως αποτέλεσε στο πέρασμα των αιώνων μέγα θέατρο πολεμικών συγκρούσεων σε εισβολές από Α. προς Δ. και αντίθετα. Οι μεγαλύτερες μάχες που διεξήχθησαν σ' αυτή την περιοχή ήταν

Εκκλησιαστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκκλησιαστικά η Κιλικία υπαγόταν στο Πατριαρχείο Αντιοχείας. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών και την αναχώρηση των Ελλήνων και Αρμενίων η χώρα κατέστη καθαρά μουσουλμανική.

Σημαντική όμως υπήρξε κατά τους χρόνους της πρώτης εκκλησίας επί ρωμαϊκής επικυριαρχίας και ειδικότερα η πρωτεύουσα Ταρσός από την οποία και καταγόταν ο Απόστολος Παύλος.[33]

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κιλικία σήμερα αποτελεί τμήμα του τουρκικού κράτους υπαγόμενο στο "Βιλαέτι" (=Νομαρχία) των Αδάνων (Adana) με κύριο λιμάνι τη Μερσίνα. Άλλες πόλεις σημαντικές είναι η Ταρσός (δυτικά των Αδάνων), Μοψουεστία ή Μισίς (αρχ. Μόψου Εστία), Καρά ισαλού (αρχ.Μόψου κρήνη) και Οσμανιγέ (Osmaniye). Ανατολικά των Αδάνων και εντός του όρμου της Αλεξανδρέττας (Iskenderun) βρίσκεται το νέο λιμάνι Τζεϋχάν (Ceyhan) όπου και καταλήγουν δύο πετρελαιαγωγοί από το Ιράκ.

Μέσω πεδινής Κιλικίας διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Βαγδάτης από τις Κιλίκιες πύλες προς τις Αμανικές με διακλάδωση προς Άδανα και Μερσίνη.

Προ του 1922 είχε 422.000 κατοίκους, εκ των οποίων 128.000 ήταν Έλληνες.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρατ. ιστορία 1916-1920[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στρατ. επιχ. 1916-1920

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η τύχη της Κιλικίας και των λοιπών χωρών της Τουρκίας εξαρτήθηκαν από διαδοχικές συμφωνίες μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων που ήταν και οι ακόλουθες: Το 1916 η Κιλικία αναγνωρίστηκε ως Ιταλική ζώνη ενώ το 1917 ως Γαλλική. Αργότερα με τη Συνθήκη των Σεβρών αποσπάσθηκε της επιρροής της Γαλλίας αποδιδόμενη στην Τουρκία. Αλλ΄ όμως η Γαλλία δια του από Σεβάστεια πληρεξούσιού της κ. Πικό σε ιδιαίτερη συνεννόηση με τον Μουσταφά Κεμάλ είχε προχωρήσει σε συνθήκη με όρους που η μεν Γαλλία παραιτούνταν της Κιλικίας υπέρ της Τουρκίας, ο δε Μουσταφά Κεμάλ αναγνώριζε τους Γάλλους διπλωμάτες της περιοχής.

Η Γαλλία το έπραξε αυτό επειδή η Αγγλία από το Σεπτέμβριο του 1919 είχε ήδη αρχίσει την απόσυρση 24 Ταγμάτων προς την Μοσούλη που τον ίδιο καιρό απεκαλύφθησαν και τα κοιτάσματα πετρελαίου. Από την άλλη ο Μουσταφά Κεμάλ είχε αντιληφθεί τις μεταξύ των Δυνάμεων έριδες και στράφηκε κατά των Γάλλων στην Κιλικία και Συρία. Ο Γάλλος στρατηγός Γκουρώ μετέφερε στην Κυβέρνησή του την εξέλιξη των πραγμάτων αλλά έλαβε από τον Κλεμανσώ τη διαταγή "η αντικατάσταση να γίνει αμέσως τιθέμενου ενός Γάλλου πανταχού όπου υπάρχει εις Άγγλος, όπως στην αντικατάσταση ενός σκοπού"

Με αυτές τις συνθήκες το Φθινόπωρο του 1919 ελάχιστες γαλλικές δυνάμεις διασπάρθηκαν. Οι συγκοινωνίες ήταν στη χώρα σπάνιες. Ο ανεφοδιασμός των στρατιωτικών τμημάτων δύσκολος. Έτσι ο επερχόμενος χειμώνας επέδρασε ολέθρια τόσο στην υγεία των Γάλλων όσο και στο ηθικό τους. Προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση, ο στρατηγός Γκουρώ προσπάθησε να συγκροτήσει ένοπλα τμήματα από Αρμένιους. Αυτό εξώθησε το φανατισμό των Κούρδων της περιοχής κατά των "μισητών απίστων" Αρμενίων. Αλλά και ο Εμίρης Φεϋζάλ στη Συρία δεν ήταν και τόσο φιλικός στους Γάλλους. Σ' αυτή την κατάσταση η Γαλλία άφησε τους αντιπάλους της να ενισχύονται από το κεμαλικό στρατό προχωρώντας στην απόλυση των κληρωτών 1918.

Έτσι επί μετώπου 400χλμ από Μερσίνα μέχρι Ούρφα (Έδεσσα) τα εγκατασταθέντα γαλλικά τάγματα υπέστησαν αιματηρές ήττες. Από 21 Ιανουαρίου μέχρι 9 Φεβρουαρίου 1921 τα εγκλωβισμένα και πολιορκούμενα στο Μαράς γαλλικά τάγματα αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Τον δε Απρίλιο του 1921 δύο γαλλικά τάγματα συντρίφτηκαν στην Αϊντάμπ. Τον Αύγουστο (1921) ο στρατηγός Γκουρώ εισηγήθηκε και προέτρεπε επανειλημμένα την Κυβέρνησή του για την εκμετάλλευση της από Σαγγάριο - Άγκυρα Ελληνικής εκστρατείας. Εκείνη όμως αρνήθηκε κάθε παρέμβαση και προτίμησε να συνάψει στις 20 Οκτωβρίου 1921 στην Άγκυρα την καλούμενη Συνθήκη του Φραγκλέν Μπουγιόν (από το όνομα του Γάλλου αντιπροσώπου).

Κατά την αποχώρηση του, ο γαλλικού στρατός πούλησε στους Τούρκους (σχεδόν χάρισε) αξιόλογο πολεμικό υλικό όπως αεροπορικό υλικό, πυροβόλα, όπλα, πυρομαχικά κλπ με τα οποία ενισχύθηκε σημαντικά ο έναντι του ελληνικού μετώπου στη Μικρά Ασία συγκεντρωμένος κεμαλικός στρατός.

Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, Οκτώβριος 1922, διακανονίστηκαν και τα προς Συρία όρια της Τουρκίας καθώς και η ακώλυτη χρησιμοποίηση της σιδηροδρομικής γραμμής: Οσμαγιέ - Μουσλίμ - Χαράμ - Νισεμπίν (Μοσούλης).

Φιλοτελικές 1919-1920[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάληψη της Κιλικίας από μικτά άγγλο-γαλλικά στρατεύματα το 1919, εξακολούθησαν να κυκλοφορούν τα τουρκικά γραμματόσημα. Μετά όμως την αποχώρηση των άγγλων και όταν η περιοχή τέθηκε υπό γαλλική διοίκηση τότε με εντολή του Γάλλου γενικού διοικητή συγκεντρώθηκαν στα Άδανα όλα τα εις τα ταχυδρομικά γραφεία της Κιλικίας ευρισκόμενα γραμματόσημα στα οποία και τέθηκαν τρεις διαδοχικές επισημάνσεις με τη λέξη CILICIE. Η σειρά αυτή απαρτίζεται από 52 επίσημες εκδοθείσες αξίες.

Μετά πάροδο τετραμήνου και λόγω αύξησης ζήτησης των γραμματοσήμων οι γαλλικές αρχές προμηθεύτηκαν μεγάλες ποσότητες τουρκικών γραμματοσήμων από Κωνσταντινούπολη οι οποίες και επισημάνθηκαν με τις λέξεις Τ.Ε.Ο. (Territoires Ennemis Occupes = κατεχόμενα εχθρικά εδάφη) και Cilicie. Η νέα αυτή σειρά απαρτίζεται εξ 20 αξιών με δύο τύπους επισημάνσεις.

Μετά την εξάντληση και των τελευταίων αυτών οι γαλλικές αρχές μη δυνάμενες να προμηθευτούν πλέον άλλα γραμματόσημα, συγκέντρωσαν όλα τα υπάρχοντα στην Κιλικία τουρκικά χαρτόσημα για τη φορολογία σπίρτων και τα μεταβάλανε σε γραμματόσημα με την επισήμανση OCCUPATION MILITAIRE FRANCAISE - CILICIE (Γαλλική στρατιωτική κατοχή - Κιλικία) με νέες αξίες σε παράδες και γρόσια με γαλλικούς χαρακτήρες.

Αργότερα το 1920 αποσύρθηκαν της κυκλοφορίας όλες οι παραπάνω προσωρινές εκδόσεις και αντικαταστάθηκαν με νέες σειρές γαλλικών γραμματοσήμων με επισήμανση O.M.F. (=Occupation militaire francaise) Cilicie και νέα αξία σε παράδες και γρόσια. Η νέα αυτή σειρά τυπώθηκε στη Βηρυττό απαρτιζόταν εξ εννέα αξιών σε δύο τύπους.

Τέλος το ίδιο έτος κυκλοφόρησε μιά ιδιαίτερη σειρά προς χρήση της ανατολικής επαρχίας (σατζακιού) εξ επτά αξιών. Η σειρά αυτή που ελάχιστα κυκλοφόρησε φέρει εκτός της παραπάνω τελευταίας επισήμανσης και τις λέξεις SAND.EST (δηλαδή Sandjak Est = ανατολικό σαντζάκιο).

Από τα παραπάνω γραμματόσημα πάρα πολλά θεωρούνται σπάνια με τιμές όμως μέτριες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Akpinar, E. 2004. Hellenistic and Roman Settlement Patterns in the Plain of Issus and the Westerly Slopes of the Amanus Range. Ankara: Bilkent University.
  2. Iliad 6.201.
  3. Fox 2008:75 notes these city names.
  4. Hallo, William W. (1971). The Ancient Near East: A History. New York: Harcourt Brace Jovanovich. pp. 111–112.
  5. Hallo, p. 112.
  6. Hallo, pp. 119–120.
  7. Fox, Robin Lane (2009) Travelling Heroes: In the Epic Age of Homer Alfred A. Knopf, , New York, pages 211-224
  8. Edwards, I. E. S. (editor) (2006) The Cambridge Ancient History, Volume 2, Part 2, History of the Middle East and the Aegean Region c. 1380–1000 B.C. (3rd edition) Cambridge University Press, Cambridge, England, page 364
  9. Grant, Michael (1997). A Guide to the Ancient World. New York: Barnes & Noble, Inc. p. 169.
  10. Fox, Robin Lane (1974). Alexander the Great. The Dial Press. pp. 154–155.
  11. https://www.asiaminorcoins.com/gallery/index.php?cat=21
  12. WRIGHT, N.L. 2012: “The house of Tarkondimotos: a late Hellenistic dynasty between Rome and the East.” Anatolian Studies 62: 69-88.
  13. Dictionary of the Roman Empire. By Matthew Bunson.
  14. Edwards, Robert W., “Isauria” (1999). Late Antiquity: A Guide to the Postclassical World, eds., G.W. Bowersock, Peter Brown, & Oleg Grabar. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press. p. 377.
  15. Edwards, Robert W., "Architecture: Cilician" (2016). The Eerdmans Encyclopedia of Early Christian Art and Archaeology, ed., Paul Corby Finney. Grand Rapids, Michigan: William B. Eerdmans Publishing. pp. 106–108.
  16. Edwards, Robert W., “Isauria” (1999). Late Antiquity: A Guide to the Postclassical World, eds., G.W. Bowersock, Peter Brown, & Oleg Grabar. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press. p. 377.
  17. Le Quien, Oriens Christianus, ii. 869–908
  18. Ghazarian, Jacob G. The Armenian Kingdom in Cilicia during the Crusades: The Integration of Cilician Armenians with the Latins (1080–1093).
  19. Ghazarian, Jacob G. The Armenian Kingdom in Cilicia during the Crusades: The Integration of Cilician Armenians with the Latins (1080–1093).
  20. Runciman, Steven. A History of the Crusades – Volume I.: The First Crusade and the Foundation of the Kingdom of Jerusalem.
  21. Ghazarian, Jacob G. The Armenian Kingdom in Cilicia during the Crusades: The Integration of Cilician Armenians with the Latins (1080–1093).
  22. Edwards, Robert W. (1987). The Fortifications of Armenian Cilicia: Dumbarton Oaks Studies XXIII. Washington, D.C.: Dumbarton Oaks, Trustees for Harvard University. pp. 3–288.
  23. Peter Jackson, Mongols and the West, p. 74. "King Het'um of Lesser Armenia, who had reflected profoundly upon the deliverance afforded by the Mongols from his neighbours and enemies in Rum, sent his brother, the Constable Smbat (Sempad) to Guyug's court to offer his submission."
  24. Angus Donal Stewart, "Logic of Conquest", p. 8. "The Armenian king saw alliance with the Mongols – or, more accurately, swift and peaceful subjection to them – as the best course of action."
  25. Cecil R. Humphery-Smith, Princes of Lusignan page 5 The Institute of Heraldic and Genealogical Studies 2004 and The colonel was probably known as Louis Christian de Lusignan. In the issue No. 180 of the Peterburgskiy Listok (Petersburg List) Newspaper July 3–15, 1884, a list of deceased in St Petersburg between 11 June and 18 June was found. There was a record for Louis Christian de Lusignan, colonel (retired). In the same newspaper issue No. 172 25 June - 7 July 1884, the following article was published: "The deceased who was buried thereby on Smolensk graveyard on 23 July, was a titled King of Cyprus and Jerusalem and Armenia, descendant of one of the protector of God's Casket, colonel of the Russian service, Louis de Lusignan."
  26. Bournoutian, Ani Atamian. "Cilician Armenia" in The Armenian People From Ancient to Modern Times, Volume I: The Dynastic Periods: From Antiquity to the Fourteenth Century. Ed. Richard G. Hovannisian. New York: St. Martin's Press, 1997, pp. 283-290.
  27. Bryce, Viscount (2008). The Treatment of Armenians in the Ottoman Empire. Germany: Textor Verlag. pp. 465–467.
  28. Bryce, Viscount (2008). The Treatment of Armenians in the Ottoman Empire. Germany: Textor Verlag. pp. 465–467.
  29. Jernazian, Ephraim K. (1990). Judgment Unto Truth: Witnessing the Armenian Genocide. New Jersey: Transaction Publishers. pp. 53–55.
  30. Moumdjian, Garabed K. "Cilicia Under French Mandate, 1918-1921 - Introduction and the French Administration"
  31. Moumdjian, Garabed K. "Cilicia Under French Mandate, 1918-1921 - Social and Political Life"
  32. Moumdjian, Garabed K. "Cilicia Under French Mandate, 1918-1921 - Introduction and the French Administration"
  33. Σχετ. Πράξεις Θ΄:11,30 και ΚΑ΄:39.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Edwards, Robert W. (1987). The Fortifications of Armenian Cilicia: Dumbarton Oaks Studies XXIII. Washington, D.C.: Dumbarton Oaks, Trustees for Harvard University. pp. 3–288.
  • Grant, Michael (1997). A Guide to the Ancient World. New York: Barnes & Noble, Inc. p. 168.
  • Pilhofer, Philipp. 2018. Das frühe Christentum im kilikisch-isaurischen Bergland. Die Christen der Kalykadnos-Region in den ersten fünf Jahrhunderten (Texte und Untersuchungen zur Geschichte der altchristlichen Literatur, vol. 184). Berlin/Boston: De Gruyter (ISBN 978-3-11-057381-7).
  • Bulletin of the American Schools of Oriental Research, No. 282/283, Symposium: Chalcolithic Cyprus. pp. 167–175.
  • Engels, David. 2008. "Cicéron comme proconsul en Cilicie et la guerre contre les Parthes", Revue Belge de Philologie et d'Histoire 86, pp. 23–45.
  • Gill, S N. "Ancient States of Anatolia and Their Size"
  • Moumdjian, Garabed K. "Cilicia Under French Mandate, 1918-1921 - Introduction and the French Administration"
  • Pilhofer, Susanne. 2006. Romanisierung in Kilikien? Das Zeugnis der Inschriften (Quellen und Forschungen zur Antiken Welt 46). Munich: Herbert Utz Verlag (ISBN 3-8316-0538-6). And: 2., erweiterte Auflage, mit einem Nachwort von Philipp Pilhofer (Quellen und Forschungen zur Antiken Welt 60) Munich: Herbert Utz Verlag (ISBN 978-3-8316-7184-7)
  • Sayce, A. H. (October 1922) "The Decipherment of the Hittite Hieroglyphic Texts" The Journal of the Royal Asiatic Society of Great Britain and Ireland 4
  • Toynbee, Arnold Joseph and Myers, Edward DeLos (1961) A Study of History, Volume 7 Oxford University Press, Oxford, England, page 668
  • Grant, Michael (1997). A Guide to the Ancient World. New York: Barnes & Noble, Inc.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]