Λούκιος Αιμίλιος Παύλος Μακεδονικός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λούκιος Αιμίλιος Παύλος Μακεδονικός
Jean-François-Pierre Peyron 001.jpg
Γέννηση 229 π.Χ.
Ρώμη
Θάνατος 160 π.Χ.
Ρώμη
Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησης Αρχαία Ρώμη
Ιδιότητα πολιτικός
Τέκνα Σκιπίων Αιμιλιανός και Quintus Fabius Maximus Aemilianus
Γονείς Lucius Aemilius Paullus
Αξίωμα Ύπατος (κατά τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία)
Ρωμαίος συγκλητικός
Κήνσορας
Πραίτορας
aedile
Commons page Πολυμέσα

Ο Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος ήταν Ρωμαίος στρατηγός και ύπατος, νικητής του βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα στην Πύδνα (168 π.Χ.), γι` αυτό και επονομάστηκε Μακεδονικός.

Καταγωγή και οικογενειακή κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λεύκιος Αιμιλίος Παύλος γεννήθηκε το 229 π.Χ. και πέθανε το 160 π.Χ. Καταγόταν από αρχαιότατο γένος πατρικίων, τους Αιμίλιους. Ήταν γιος του Λεύκιου Αιμίλιου Παύλου, που πέθανε στις Κάννες. Μετά τον θάνατο του πατέρα του ίσως την ανατροφή του ανέλαβε το γένος των Σκιπιώνων, με τους οποίους οι Αιμίλιοι είχαν οικογενειακούς δεσμούς. Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Παπιρία Μασονία, κόρη του ύπατου Γάιου Παπίριου Μασόνιου. Μαζί της απέκτησε δύο γιους και δύο κόρες. Την χώρισε, ωστόσο, πιθανότατα περί το 182 π.Χ. και σχεδόν αμέσως ξαναπαντρεύτηκε μια γυναίκα αγνώστων σε μας στοιχείων, με την οποία απέκτησε άλλους δυο γιους και μια κόρη. Σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας, τέσσερις γιοι ήταν πάρα πολλοί για να μπορεί να τους εισαγάγει στο cursus honorum, το σύστημα αξιωμάτων της ρωμαϊκής πολιτείας. Για το λόγο αυτό έδωσε τους δύο μεγαλύτερους γιους του για υιοθεσία. Ο μεγαλύτερος γιος του, υιοθετήθηκε από τον Κόιντο Φάβιο Μάξιμο και μετονομάστηκε σε Κόιντο Φάβιο Μάξιμο Αιμιλιανό, ενώ ο μικρότερος γιος του, που μάλλον ονομαζόταν επίσης Λεύκιος, υιοθετήθηκε από τους Σκιπίωνες και επονομάστηκε Σκιπίωνας Αφρικανός ο νεότερος (Scipio Aemilianus ή με το πλήρες όνομα Publius Cornelius Scipio Aemilianus Africanus Numantinus).[1].

Ανάρρηση στα αξιώματα της ρωμαϊκής δημοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αιμίλιος Παύλος ακολούθησε μια τυπική καριέρα ρωμαίου αξιωματούχου, ξεκινώντας από το αξίωμα του τριβούνου και προχωρώντας σε αυτό του curule aedile και του πραίτωρα, στο οποίο αναρριχήθηκε το 191 π.Χ.[2] Υπό την ιδιότητά του αυτή μετέβη στην Ισπανία, όπου κατήγαγε σημαντικές νίκες εναντίον των Λουζιτανών. Για άγνωστους λόγους άργησε πολύ να ανέλθει στην επόμενη ιεραρχική βαθμίδα: εκλέχτηκε ύπατος για πρώτη φορά μόλις το 182 π.Χ. και ασχολήθηκε αρχικά με την αντιμετώπιση τοπικών φυλών στη Λιγουρία. Η ατυχής για τη Ρώμη πορεία του Γ΄Μακεδονικού Πολέμου έκανε τη Σύγκλητο να εκλέξει ξανά ύπατο τον Αιμίλιο Παύλο (μαζί με τον Γάιο Λικίνιο Κράσσο) προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κατάσταση στη Μακεδονία. Πράγματι ο Αιμίλιος Παύλος μετέβη στη Μακεδονία και κατόρθωσε να νικήσει και να αιχμαλωτίσει τον αντίπαλό του, βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα, στη Μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ. [3] Επιστρέφοντας στη Ρώμη πήρε εντολή να ξεκαθαρίσει το τοπίο και στην Ήπειρο, η οποίο ακολουθούσε φιλομακεδονική πολιτική. Το αποτέλεσμα ήταν να επιτεθεί σε περίπου εβδομήντα πόλεις, τις οποίες λαφυραγώγησε, παρά τη συνήθη τακτική του, και από τις οποίες πήρε αιχμαλώτους που έφταναν τις 150,000, τους οποίους και μετέφερε στη Ρώμη για να πωληθούν ως δούλοι. Η πομπή εισόδου του στη Ρώμη ήταν μεγαλειώδης, με τη χορία των αιχμαλώτων της οποίας ηγείτο ο αιχμάλωτος βασιλιάς Περσέας και τα λάφυρα παρατεταγμένα σε άρματα. Η Σύγκλητος του απένειμε τον τίτλο "Μακεδονικός", που σήμανε και το απώγειο της καριέρας του.[4] Το επόμενο αξίωμα που πήρε ήταν αυτό του τιμητή το 164 π.Χ., όμως λίγο αργότερα ασθένησε σοβαρά και τελικά υπέκυψε στην ασθένειά του το 160 π.Χ.

Η στήλη του Αιμίλιου Παύλου στους Δελφούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μπροστά στην πρόσοψη του ναού του Απόλλωνα στήθηκε μετά τη ρωμαϊκή νίκη στην Πύδνα τιμητική στήλη για τον Αιμίλιο Παύλο. Η στήλη είναι το πρώτο ρωμαϊκό μνημείο τέτοιου τύπου που στήθηκε επί ελληνικού εδάφους και εικονίζει στη ζωφόρο της σκηνές από τη μάχη της Πύδνας του 168 π.Χ., στην οποία πρωτοστατούσε ο ρωμαίος ύπατος και η οποία σφράγισε τον Γ' Μακεδονικό Πόλεμο και την οριστική υποταγή της Μακεδονίας στη Ρώμη. Η στήλη προσομοιάζε στη λίγο προγενέστερη στήλη του Προυσία Β' και αποτελούνταν από μια ορθογώνια βάση που στο επάνω μέρος της έφερε την ανάγλυφη ζωφόρο, ενώ επιστεφόταν με το άγαλμα του έφιππου Αιμίλιου Παύλου. Αρχικά το βάθρο είχε κατασκευαστεί γιανα υποδεχθεί τον αδριάντα του Περσέα, βασιλιά της Μακεδονίας, όμως η μάχη της Πύδνας άλλαξε τα δεδομένα. Σε μια εκτενή επιγραφή που σώζεται στους Δελφούς ο Περσέας κατηγορήθηκε για ασέβεια προς το ιερό των Δελφών, καθώς είχε κατέλθει με πλήρη στρατιωτική συνοδεία σε καιρό εκεχειρίας για τα Πύθια, και ο Αιμίλιος Παύλος εμφανίστηκε ως επανορθωτής της ηθικής τάξης [5] . Το ανάγλυφο που επιστέφει το μνημείο περιβάλλει και τις τέσσερις πλευρές του πεσσού και απεικονίζει τη Μάχη της Πύδνας. Έχει συνολικό μήκος 6,5 μέτρα και ύψος περίπου 30 εκατοστά. Απεικονίζονται με κάπως αφαιρετικό τρόπο οι δύο στρατοί καθώς συγκρούονται μεταξύ τους.[6]. Οι στρατιώτες διακρίνονται κυρίως από τις ασπίδες τους, καθώς των Ρωμαίων είναι οβάλ ενώ των Μακεδόνων στρογγυλές. Η μορφή του αλόγου που εικονίζεται χωρίς αναβάτη στη μια από τις μακρές πλευρές της ζωφόρου παραπέμπει ενδεχομένως στην αρχή της μάχης, που ξέσπασε όταν ένα ακυβέρνητο άλογο ξέφυγε από τις γραμμές των Μακεδόνων και πέρασε σε αυτές των Ρωμαίων. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι ο ίδιος ο Αιμίλιος Παύλος εικονίζεται σε μια από τις στενές πλευρές, καθώς η συγκεκριμένη μορφή αποδίδεται με ιδιαίτερα λεπτομερή τρόπο.[7]

Η βιογραφία του από τον Πλούταρχο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσωπικότητα του Αιμίλιου Παύλου και κυρίως ο ρόλος του στον Τρίτο Μακεδονικό Πόλεμο και την τελική υποταγή της Μακεδονίας στη Ρώμη έκαναν τον Πλούταρχο να συμπεριλάβει τη βιογραφία του στους "Βίους Παράλληλους", που αποτελεί και τη βασικότερη ίσως φιλολογική μαρτυρία για τη ζωή και το έργο του.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Meissner, E.R. (1974), Lucius Aemilius Paulus Macedonicus und seine Bedeutung für das Römische Reich (229-160 v. Chr)
  2. Broughton, T., Robert, S.,(1951-52) The Magistrates of the Roman Republic, New York
  3. Hammond, N.G.L., Walbank, F., (1972). A History of Macedonia, 336-167 B.C., Oxford, σελ, 547 κ.ε.
  4. Livy; Christina Shuttleworth Kraus (Editor) (1994). Ab vrbe condita Book VI. Cambridge
  5. Bousquet, J., "Le Roi Persee et les Romains", BCH 105.1, 1981, 407-416
  6. Pollitt, J.,. Conquest and its Effects. Art in the Hellenistic Age . Cambridge 1986, (p. 156-157)
  7. Kähler, H. (1965). Der Fries vom Reiterdenkmal des Aemilius Paullus in Delphi, Berlin

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Amandry, P. (1991). Guide de Delphes. Le musée, Sites et Monuments 6, Paris, 77-84.
  • Kähler, H. (1965). Der Fries vom Reiterdenkmal des Aemilius Paullus in Delphi, Berlin
  • Meissner, E.R. (1974), Lucius Aemilius Paulus Macedonicus und seine Bedeutung für das Römische Reich (229-160 v. Chr, αυτοέκδοση