Αλεξάνδρεια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 31°12′00″N 29°55′00″E / 31.2°N 29.9167°E / 31.2; 29.9167

Αλεξάνδρεια
Alexandria 2122972.jpg
Γενική άποψη της Αλεξάνδρειας

Σημαία της πόλης
Προσωνυμία: Η Νύφη της Μεσογείου, Το Μαργαριτάρι της Μεσογείου
Αλεξάνδρεια βρίσκεται στο τόπο Αίγυπτος
Αλεξάνδρεια
Αλεξάνδρεια

Χώρα Αίγυπτος Αίγυπτος
Κυβερνείο Αλεξάνδρειας
Ίδρυση 331 π.Χ.
Πληθυσμός 4.110.015 (2006)
Έκταση 2679 χμ²
Ζώνη ώρας UTC+2, χωρίς Θερινή ώρα
Δικτυακός τόπος Επίσημος ιστότοπος

Η Αλεξάνδρεια βρίσκεται στα δυτικά του Δέλτα του Νείλου μεταξύ της Μαρεώτιδος λίμνης και της νήσου του Φάρου. Ιδρύθηκε το 331 π.Χ. από τον Αλέξανδρο τον Μέγα και είναι η δεύτερη πρωτεύουσα της σύγχρονης Αιγύπτου (μετά το Κάιρο). Κατά την Αρχαιότητα υπήρξε το σπουδαιότερο λιμάνι και πρωτεύουσα της χώρας, ενώ στην ακμή της αποτελούσε μία από τις επιφανέστερες εστίες πολιτισμού, διάσημη για τη βιβλιοθήκη και τον Φάρο της, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, κτισμένο στο ομώνυμο νησί. Η πόλη συνδεόταν με τον Φάρο μέσω μιας τεχνητής χωμάτινης λωρίδας που διαχώριζε τα δύο λιμάνια της: τον Μεγάλο Λιμένα στα ανατολικά και τον Εύνοστο προς τη δύση. Με τον καιρό οι προσχώσεις πλάτυναν τόσο ώστε κατά τους νεότερους χρόνους να κτιστεί εκεί η τουρκική συνοικία της Αλεξάνδρειας και η νήσος Φάρος να γίνει συνέχεια και προέκταση της πόλης στη θάλασσα.

Η σύγχρονη Αλεξάνδρεια (στα αιγυπτιακά Ισκανταρίγια) έχει εξελιχτεί σε μεγάλο θαλάσσιο εμπορευματικό κόμβο και εξυπηρετεί περί το 80% των αιγυπτιακών εισαγωγών και εξαγωγών. Είναι επίσης φημισμένος τουριστικός προορισμός και σημαντικό βιομηχανικό κέντρο λόγω των αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου που ξεκινούν από το Σουέζ. Ο πληθυσμός της είναι 4,812,186  (2015)[1] και καταλαμβάνει έκταση 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση της Αλεξάνδρειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη ιδρύθηκε από τον Αλέξανδρο τον Μέγα το 331 π.Χ. και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα ως «Αλεξάνδρεια η εν Αιγύπτω» (λατ. Alexandria ad Aegyptum). Στην προσπάθειά του να εντοπίσει κατάλληλη τοποθεσία για την πόλη και τον λιμένα της ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες. Το Κανωπικό Στόμιο του Νείλου, παρά τις επικίνδυνες αμμοσύρτες του, εξυπηρετούσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα το περιορισμένο θαλάσσιο εμπόριο με τις ανατολικές χώρες που διεξαγόταν με μικρά σκάφη. Παρʼ όλα αυτά, η επικινδυνότητα της πρόσβασης καθώς και οι συνθήκες του υπεδάφους και της υγιεινής στην ακτή το καθιστούσαν ακατάλληλο. Από τα άλλα στόμια, μόνο το Πηλουσιακό παρέμενε ανοιχτό για τη ναυσιπλοΐα, αλλά και αυτό με δυσκολία μπορούσε να εξυπηρετήσει πλοία λίγο μεγαλύτερα από ψαρόβαρκες. Ωστόσο, στη Ρακώτιδα (Ra-aa-qedet),[2] λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα από το Κανωπικό στόμιο, ο Αλέξανδρος βρήκε μία ξηρή ασβεστολιθική έκταση, υπερυψωμένη σε σχέση με το επίπεδο του Δέλτα, όπου εύκολα θα μπορούσε να διανοιχθεί ένα πλεύσιμο κανάλι συνδεδεμένο με τον Νείλο το οποίο θα παρείχε στην πόλη επάρκεια πόσιμου νερού.[3] Εξάλλου, η ευρύτερη θαλάσσια περιοχή δεν επηρεαζόταν σοβαρά από την απόθεση ιλύος και παράλληλα διέθετε ένα μικρό νησί, την Φάρο, που εφόσον ενωνόταν με την ξηρά με μόλο (τον γνωστό ως «Επταστάδιο»[4]) θα δημιουργούσε δύο εναλλακτικούς λιμένες, προστατευμένους από τους ανέμους. Ήταν ίσως η μοναδική προσφερόμενη τοποθεσία στην Αίγυπτο για έναν λιμένα κατάλληλο για εμπορικά και πολεμικά πλοία[5] που ήδη από εκείνη την εποχή έτειναν να έχουν διαρκώς αυξανόμενο εκτόπισμα και βύθισμα. Εικάζεται άλλωστε ότι μετά την καταστροφή της Τύρου το 332 ο Αλέξανδρος προσδοκούσε ότι η Αλεξάνδρεια θα ανελάμβανε το ρόλο της ως σημαντικού θαλάσσιου εμπορευματικού κόμβου.[6] Ο Έλληνας στρατηλάτης ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Δεινοκράτη τον Ρόδιο να χτίσει την πόλη βάσει ορθογώνιου πολεοδομικού σχεδίου.[7] Η νέα πόλη είχε σχήμα μακεδονικής χλαμύδας[8] και περιέβαλε ένα παλιό αιγυπτιακό χωριό, τη Ρακώτιδα,[9] το οποίο αργότερα αποτέλεσε οικιστικό κέντρο των ιθαγενών. Οι διασταυρούμενες κεντρικές οδοί της ήταν προσανατολισμένες με τρόπο που επέτρεπε στους Ετήσιους Ανέμους να την ψύχουν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.[10] Λίγους μήνες μετά την ίδρυση της Αλεξάνδρειας ο Αλέξανδρος εμπιστεύθηκε την περαιτέρω ανάπτυξή της στον μετέπειτα αντιβασιλέα Κλεομένη και αναχώρησε από την Αίγυπτο. Η πόλη άρχισε να ακμάζει, όταν έγινε πρωτεύουσα της Αιγύπτου μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, κατά τη βασιλεία του Πτολεμαίου Α' Σωτήρα (367–283 π.Χ), γιου του Λάγου και ιδρυτή της δυναστείας των Πτολεμαίων ή Λαγιδών. Ο τελευταίος επικράτησε το 321 π.Χ. στη σύγκρουση των επιγόνων για την κατοχή της σορού του Αλέξανδρου και τη μετέφερε στην Αλεξάνδρεια από όπου τελικά χάθηκε μετά την απομάκρυνσή της από τη θέση που φυλασσόταν.[11] Την πόλη κοσμούσε ο Φάρος της Αλεξάνδρειας, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, καθώς και ένα περίφημο ίδρυμα, το Μουσείο, μέρος του οποίου ήταν η διάσημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Το Μουσείο ιδρύθηκε, σύμφωνα με τον Ιωάννη Τζέτζη, από τον Πτολεμαίο Α' Σωτήρα με την παρότρυνση του Δημήτριου Φαληρέα ή, κατʼ άλλους, από τον Πτολεμαίο Β' Φιλάδελφο (309–246 π.Χ.) και ήταν αφιερωμένο στις Μούσες, τις προστάτιδες των τεχνών και των επιστημών. Μέσα σε έναν αιώνα η Αλεξάνδρεια έφτασε να θεωρείται η μεγαλύτερη πόλη του τότε κόσμου και στη συνέχεια, για μεγάλο χρονικό διάστημα, υστερούσε σε ακτινοβολία μόνο από την Ρώμη.

Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 48 π.Χ., μετά την επικράτησή του επί του στρατηγού Αχιλλά που συνεπικουρούμενος από τη ρωμαϊκή φρουρά πολιορκούσε τα Ανάκτορα, ο Ιούλιος Καίσαρας έθεσε προσωρινά την Αλεξάνδρεια υπό ρωμαϊκή κατοχή. Ωστόσο, η σύγκρουση των δύο ανδρών είχε δυσμενείς επιπτώσεις για τη Βιβλιοθήκη. Το ατυχές περιστατικό συνέβη όταν ο Καίσαρας πυρπόλησε τον στόλο του για να μην περιέλθει στην κατοχή του Αχιλλά. Αυτό είχε ως επακόλουθο την επέκταση της φωτιάς στο Βρουχείο και την καταστροφή 40.000 παπύρων.[12] Κατά τη διανομή του κράτους στους επιγόνους του Ιούλιου Καίσαρα ο Μάρκος Αντώνιος πήρε την Αίγυπτο και συγκυβέρνησε με τη βασίλισσα Κλεοπάτρα Ζ', την τελευταία των Πτολεμαίων. Το 31 π.Χ. ο Οκταβιανός (ο μετέπειτα Αύγουστος) νίκησε τον στόλο της Κλεοπάτρας στη ναυμαχία του Ακτίου και ύστερα από ένα χρόνο η Αλεξάνδρεια έγινε επισήμως μέρος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ήταν τότε η μεγαλύτερη από τις επαρχιακές πρωτεύουσες, με πληθυσμό 300.000 κατοίκων και πολυάριθμων σκλάβων. Το 115 μ.Χ. κατά τον λεγόμενο Πόλεμο του Κίτου (παραφθορά του ονόματος του Λούσιου Κουίετου) καταστράφηκε μεγάλο μέρος της, πράγμα που έδωσε την ευκαιρία στον Αδριανό να την ξαναχτίσει. Το 215 ο αυτοκράτορας Καρακάλλας επισκέφτηκε την πόλη και, εξαιτίας κάποιων προσβλητικών σχολίων προς το άτομό του, διέταξε τη θανάτωση όλων των νέων ευγενικής καταγωγής που ήταν ικανοί να φέρουν όπλα καθώς και την καταστροφή ορισμένων δημόσιων κτηρίων. Το 269 μ.Χ. Η βασίλισσα της Παλμύρας Ζηνοβία ξεκίνησε πόλεμο εναντίον των Ρωμαίων και κατέλαβε την Αίγυπτο. Στην επιχείρηση ανακατάληψης της Αλεξάνδρειας από τον Αυρηλιανό το 297 καταστράφηκε η συνοικία του Βρουχείου και η Βιβλιοθήκη.[13][14] Τεράστιες ζημιές προκάλεσε και το τσουνάμι που ακολούθησε τον σεισμό της Κρήτης το 365. Μάλιστα, το γεγονός μνημονευόταν επί πολλά χρόνια ως «μέρα τρόμου».[15] Σημαντικά κτίρια που διασώζονταν μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή ήταν το Μουσείο, τα ανάκτορα, τα μαυσωλεία του Αλέξανδρου και των Πτολεμαίων κοντά στη διασταύρωση των κυρίων οδών, το μεγάλο θέατρο, το Γυμνάσιο, η παλαίστρα, ο ναός του Ποσειδώνα, ο ναός του Κρόνου, το Καισάρειο (ναός που κτίστηκε από την Κλεοπάτρα προς τιμήν του Ιούλιου Καίσαρα και μετατράπηκε τον 4ο αιώνα σε εκκλησία) και το Τιμώνειο (το αναχωρητήριο του Μάρκου Αντωνίου). Μετά τη διαίρεση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε Δυτική και Ανατολική το 381 μ.Χ., η επαρχία της Αιγύπτου πέρασε στη δικαιοδοσία των Βυζαντινών ως Διοίκηση Αιγύπτου. Ο Κυβερνήτης της έφερε τον τίτλο του "Αυγουστάλιου Επάρχου" και είχε την έδρα του στην Αλεξάνδρεια. Το 619 η Αλεξάνδρεια πέρασε στα χέρια των Σασσανιδών Περσών. Χάρη στη συμφωνία του αυτοκράτορα Ηράκλειου με τον Πέρση στρατηγό Σαρβαραζά οι Βυζαντινοί την επανέκτησαν το 629 και την κράτησαν για δεκατρία ακόμη χρόνια.

Αραβική κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν οι Άραβες υπό τον στρατηγό Αμρ ιμπν αλ - Ας (εξελλην. όνομ. Άμβρος) κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια το 642 η πόλη είχε απολέσει την παλιά της ευημερία, πράγμα που οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη μείωση του θαλάσσιου εμπορίου. Η παρακμή της συνεχίστηκε περαιτέρω λόγω της μεταφοράς της πρωτεύουσας στο Κάιρο το 969 και επιταχύνθηκε τον 14ο αιώνα όταν το κανάλι που την συνέδεε με τον Νείλο αχρηστεύτηκε από φερτά υλικά. Το 1517 η Αίγυπτος κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς και εντάχθηκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία, αρχικά ως επαρχία της και από το 1867 έως το 1914 ως ανεξάρτητο χεδιβάτο. Κατά την εκστρατεία του στην Αίγυπτο ο Ναπολέων την κατέλαβε το 1798 αλλά η πόλη παρέμεινε υπό γαλλική διοίκηση μόνο μέχρι το 1801 οπότε έπεσε στα χέρια των Άγγλων. Είναι άξιο αναφοράς ότι ο πληθυσμός της εκείνη την εποχή είχε συρρικνωθεί σε 4000 κατοίκους και η σπουδαιότητά της ως θαλάσσιου εμπορευματικού κόμβου είχε μειωθεί δραματικά λόγω του ανταγωνισμού που υφίστατο από την παράκτια πόλη Ροζέτα από την οποία εξάγονταν μεγάλες ποσότητες ρυζιού. Η πόλη αναγεννήθηκε σταδιακά μετά το 1819 όταν ο Μωχάμετ Άλη (Μεχμέτ Αλή πασάς, Καβάλα 1769-Αλεξάνδρεια 1849) αποπεράτωσε ένα νέο κανάλι που τη συνέδεε με τον Νείλο και την ανέδειξε σε μεγάλο λιμένα και ναύσταθμο. Ο ικανός αυτός ηγεμόνας έθεσε τις βάσεις για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και ενθάρρυνε την εγκατάσταση των ξένων και ιδιαίτερα των Ελλήνων. Πράγματι, ενώ το 1803 η ελληνική παροικία στην Αλεξάνδρεια αριθμούσε σαράντα οικογένειες,[16] το 1872 ο πληθυσμός της, σύμφωνα με το πρώτο ημερολόγιο που τυπώθηκε εκεί στα ελληνικά με τίτλο "Αιγυπτιακόν Ημερολόγιον", έφτανε τους 25.000 κατοίκους. Κατά τον 19ο αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Αλεξάνδρεια πολλοί ξένοι, οι οποίοι το 1907 έφτασαν να αποτελούν το 25% του συνολικού πληθυσμού. Το 1882 κατά τη διάρκεια μιας πατριωτικής εξέγερσης με ηγέτη τον συνταγματάρχη Αχμεντ Ουράμπι ή Αράμπι Πάσα (Επανάσταση του Ουράμπι) εναντίον της ευρωπαϊκής επικυριαρχίας σημειώθηκαν επεισόδια εις βάρος των ξένων τα οποία πρόσφεραν το πρόσχημα στους Άγγλους για να βομβαρδίσουν την πόλη.[17] Μετά την κατάληψη του Καΐρου οι τελευταίοι  ανακήρυξαν την Αίγυπτο αγγλικό προτεκτοράτο και παρέμειναν εκεί μέχρι το 1922. Όντας η κύρια ναυτική βάση των συμμάχων στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αλεξάνδρεια βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς.

Από την άνοδο του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ μέχρι σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελληνική παροικία στην Αίγυπτο ήταν ήδη πολυάριθμη το 1907 (στην τότε απογραφή καταμετρήθηκαν 62.973 Έλληνες), ενώ κατά την απογραφή του 1927 καταγράφτηκαν στην Αλεξάνδρεια 37.106 ομογενείς που κατοικούσαν κατά κύριο λόγο γύρω από την εκκλησία και το μοναστήρι του Αγίου Σάββα. Στην ίδια περιοχή είχε οικοδομηθεί ομογενειακό νοσοκομείο και λειτουργούσε Ελληνικό σχολείο και ξενώνας. Το 1952 ξέσπασε μεγάλη εξέγερση με ηγέτη τον Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ που επεδίωκε την εθνική και οικονομική ανεξαρτησία της χώρας. Έκτοτε η κατάσταση για τους ξένους επιδεινώθηκε λόγω της εχθρικής στάσης του αιγυπτιακού πληθυσμού. Η κρίση κορυφώθηκε το 1956, μετά την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ και την επακόλουθη αποτυχημένη επέμβαση βρετανικών, γαλλικών και ισραηλιτικών δυνάμεων. Ο Νάσερ απάντησε το 1957 με την κρατικοποίηση των βιομηχανιών και των περιουσιών των αλλοδαπών, πράγμα που ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες και άλλους ξένους να εγκαταλείψουν τη χώρα. Παράλληλα τέθηκαν σε ισχύ νέοι νόμοι που απέκλειαν τους εποίκους από το εξωτερικό εμπόριο, τις δημόσιες υπηρεσίες, τη γεωργία, ορισμένους τομείς της βιομηχανίας κλπ. Πολλά ελληνικά σχολεία, ιδρύματα, και εκκλησίες διέκοψαν τη λειτουργία τους και η Ελληνική Διασπορά συρρικνώθηκε σε λιγότερους από 5.000 ομογενείς. Σύμφωνα με μια νέα άποψη η αποχώρηση των Ελλήνων από την Αίγυπτο δεν συνδέεται με τις κρατικοποιήσεις του Νάσερ στο βαθμό που θέλει η επικρατούσα αντίληψη. Υποτίθεται αντίθετα ότι οι Αιγυπτιώτες έγιναν σταδιακά ξένοι σε ένα περιβάλλον υπό μετασχηματισμό με αφετηρία το 1937, τη χρονιά δηλαδή που καταργήθηκαν τα αποικιακού τύπου προνόμια των διομολογήσεων. Η διαδικασία της αποχώρησης των ομογενών υπήρξε μακρόχρονη με ορόσημα αφενός το πραξικόπημα των Ελεύθερων («εκσυγχρονιστών») Αξιωματικών το 1952 και αφετέρου την άνοδο στην εξουσία του Νάσερ. Κατά το διάστημα αυτό η ελληνική παροικία στην Αίγυπτο βρέθηκε σε σύγχυση και χωρίς καθαρό προσανατολισμό μπροστά στις νέες προκλήσεις. Σε αυτό διαδραμάτισε κάποιο ρόλο και η συγκεχυμένη μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους.[18][19] Η οικονομική κατάσταση στην Αλεξάνδρεια επιδεινώθηκε το 1967, όταν λόγω του Πολέμου των Έξη Ημερών με το Ισραήλ έκλεισε η διώρυγα του Σουέζ και επλήγη το εμπόριο. Παρά τη δραματική μείωση του πληθυσμού της εκεί παροικίας, η σύγχρονη Αλεξάνδρεια είναι έδρα του ομώνυμου Ορθόδοξου Πατριαρχείου και της Πατριαρχικής Θεολογικής Σχολής.

Γράμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα χρόνια του Πτολεμαίου Σωτήρα (332-283 Π.Κ.Ε.) είχαν συγκεντρωθεί στην Αλεξάνδρεια τα βιβλία, οι θρησκείες, οι λόγιοι και οι φιλοσοφίες όλου του κόσμου και είχε αναπτυχθεί έντονη πνευματική ζωή. Η πόλη είχε δύο διάσημες βιβλιοθήκες που βρίσκονταν η μία στο Μουσείο (στο βασιλικό διαμέρισμα του Βρουχείου) και η άλλη στο Σαράπειο (η λεγόμενη «θυγάτηρ βιβλιοθήκη»).[20][21] Ο δανεισμός επιτρεπόταν αποκλειστικά στην τελευταία και γι’ αυτόν τον λόγο περιείχε κυρίως πλεονάζον υλικό της βιβλιοθήκης του Μουσείου. Ως διευθυντές της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας διορίστηκαν σημαντικοί Έλληνες λόγιοι, όπως ο λογοτέχνης και κριτικός Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, ο μαθηματικός και γεωγράφος Ερατοσθένης ο Κυρηναίος, ο θεωρούμενος ως ειδικός στα Ομηρικά Έπη Αριστοφάνης ο Βυζαντινός και ο επίσης ομηριστής Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη. Σημαντικές υπηρεσίες στη Βιβλιοθήκη προσέφερε και ο ποιητής Καλλίμαχος ο Κυρηναίος που συνέταξε τον κατάλογο των χειρογράφων της σε 120 παπύρους, γνωστό με την ονομασία «Πίνακες». Σύμφωνα με τον Τζέτζη ο Καλλίμαχος είχε καταγράψει 400.000 «συμμιγείς ή συμμείκτους βίβλους» (παπύρους) και 90.000 αμιγείς.[22] Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και οι 40.000 πάπυροι του Σαράπειου. Με την άοκνη προσπάθεια των διαπρεπών διευθυντών της Βιβλιοθήκης επιτεύχθηκε η συστηματοποίηση της καταγραφής, της ταξινόμησης και της κατάταξης των έργων σε λογοτεχνικά είδη. Στον κύκλο των δραστηριοτήτων της περιλαμβάνονταν επίσης οι μεταφράσεις, η φιλολογική κριτική των αρχαίων κειμένων (με την οποία ασχολήθηκε ο Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ) και η κατάρτιση εξειδικευμένων λεξικών. Μάλιστα, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (περίπου 275-180 π.Χ.) θεωρείται ο ιδρυτής της επιστημονικής λεξικογραφίας και θεμελιωτής της φιλολογικής επιστήμης. Είναι κατά συνέπεια προφανές ότι οι οφειλές της τελευταίας στους αλεξανδρινούς λογίους είναι τεράστιες. Επισημαίνεται εξάλλου από διάφορες πηγές ότι πέρα από τα ελληνικά έργα είχε δοθεί έμφαση στη συλλογή γνώσης από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο Πτολεμαίος Α' προσκάλεσε Έλληνες λόγιους και τους ανάθεσε τη συγγραφή της ιστορίας της Αιγύπτου. Μεταξύ τους ήταν ο Εκαταίος ο Αβδηρίτης[23] που έγγραψε τα Αιγυπτιακά. Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη στο ίδιο εγχείρημα συμμετείχε και ο Αιγύπτιος πολυμαθής αρχιερέας Μανέθωνας, ο οποίος συνέλεξε στοιχεία από τα «ιερά αρχεία» που του παρείχαν οι ιερείς και συνέθεσε μια αιγυπτιακή ιστορία στα Ελληνικά που αφιέρωσε στον Πτολεμαίο Β΄.[24] Ο Πλίνιος σημειώνει επίσης ότι ο Έρμιππος συνέταξε ένα πολύτομο έργο 2.000.000 γραμμών που αφορούσε τον ζωροαστρισμό[25] (Περί Μάγων). Εάν ο Λατίνος συγγραφέας εννοούσε τον Καλλιμάχειο Έρμιππο[26] εξυπακούεται ότι ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στη σύνταξη ενός τόσο μεγάλου έργου χωρίς να έχει πρόσβαση σε σχετικά έργα της Βιβλιοθήκης. Επίσης πιθανή θεωρείται η ύπαρξη βουδιστικών και άλλων ινδικών κειμένων ως απόρροια της δράσης βουδιστικών ιεραποστολών και των γενικότερων πολιτισμικών ανταλλαγών μεταξύ του Ασόκα και του Πτολεμαίου Φιλάδελφου.[27][28] Στην Αλεξάνδρεια ανεδείχθησαν λογοτέχνες διεθνούς εμβέλειας, όπως ο ποιητής Κωνσταντίνους Καβάφης, ο συγγραφέας Στρατής Τσίρκας και ο πατέρας του φουτουρισμού Φιλίππο Μαρινέτι. Η προσοχή των αιγυπτιωτών συγγραφέων ήταν στραμμένη κατά κύριο λόγο προς τη Μητρόπολη και, παράλληλα, προς το περιβάλλον τους. Οι προσπάθειες αυτής της λογοτεχνίας έτειναν ακριβώς προς αυτόν τον στόχο: να μην αποκοπεί από τη Μητρόπολη, να μην απομονωθεί από τα διεθνή ρεύματα και διδαχές της Ευρώπης, αλλά επίσης να αντανακλά την ζωή στη χώρα του Νείλου.[29] Κάτω από την τριπλή επιρροή της ελληνικής γλώσσας, της αιγυπτιακής γης και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, ο σχηματισμός μιας χαρακτηριστικής ελληνοαιγυπτιακής ταυτότητας ήταν ζήτημα ζωτικού ενδιαφέροντος για τους αιγυπτιώτες συγγραφείς. Σήμερα αποτελεί κοινή πίστη ότι η εκεί ελληνική κοινότητα είχε το πολιτιστικό προβάδισμα έναντι των λοιπών παροικιών. Λογοτεχνικό φόρο τιμής στην Αλεξάνδρεια έχουν αποδώσει ο Λώρενς Ντάρρελ με την τετραλογία του «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» (Ιουστίνη, Βαλτάσαρ, Μαουντόλιβ, Κλέα) –που αποτέλεσε σταθμό στη λογοτεχνία– και ο Στρατής Τσίρκας στο τελευταίο μέρος της τριλογίας του «Ακυβέρνητες Πολιτείες», τη «Νυχτερίδα». Επίσης, το βιβλίο «Αλεξάνδρεια: Η πόλη της μνήμης», του Μάικλ Χάαγκ, παρουσιάζει την πόλη με τα μάτια των Καβάφη, Ντάρελ και Φόρστερ. Με τη νουβέλα Μιραμάρ[30] (1967) ο Αιγύπτιος συγγραφέας Ναγκίμπ Μαχφούζ δημιούργησε ένα γεμάτο αντιθέσεις πορτραίτο της σύγχρονης μετααποικιακής πόλης. Όπως συμβαίνει και με άλλα έργα του Μαχφούζ, το Μιραμάρ είναι γεμάτο αλληγορίες. Η ηρωίδα του (σύμβολο της Αιγύπτου), μια όμορφη αλλά αμόρφωτη κοπέλα που αποτελεί το μήλο της έριδας για τους ενοίκους της πανσιόν όπου εργάζεται, άγεται και φέρεται μεταξύ των αλληλοσυγκρουόμενων απόψεών τους. Οι τελευταίοι αντιπροσωπεύουν κύκλους προσκείμενους στην κυβέρνηση του Νάσερ, διάφορες πολιτικοθρησκευτικές οργανώσεις, την ανώτερη εύπορη τάξη, τους Ευρωπαίους, τους Αιγύπτιους εθνικιστές κλπ. Το 1988 η Σουηδική Ακαδημία Γραμμάτων τίμησε τον Μαχφούζ με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Επιστήμες και τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Μουσείο (που λειτουργούσε ως ανώτατο μορφωτικό και ερευνητικό κέντρο) υπήρχαν διάφορα εργαστήρια, ζωολογικός και βοτανικός κήπος, αστεροσκοπείο και ξενώνες για τους επισκέπτες μελετητές. Στις εγκαταστάσεις του εργάστηκαν σημαντικοί επιστήμονες, όπως ο αστρονόμος Αρίσταρχος, ο Μαθηματικός Ευκλείδης, ο γεωγράφος Ερατοσθένης (ιδρυτής της επιστημονικής γεωγραφίας και της τοπογραφίας) και ο ιατρός και ανατόμος Ηρόφιλος ο Χαλκηδόνιος ο οποίος θεωρείται μαζί με τον διάδοχό του Ερασίστρατο θεμελιωτής της μεγάλης ιατρικής σχολής της Αλεξάνδρειας. Η φήμη της τελευταίας προσέλκυσε τον Γαληνό ο οποίος συμπλήρωσε τις ανατομικές σπουδές του κοντά στον Ηρακλειανό, γιο του ανατόμου Νουμισιανού, και στη συνέχεια επέστρεψε στην πατρίδα του την Πέργαμο το 157 σε ηλικία 28 ετών. Στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανικής διέπρεψαν οι εφευρέτες Ήρων ο Αλεξανδρεύς, Κτησίβιος και Φίλων ο Βυζάντιος που κατασκεύασαν πολεμικές μηχανές, βαρούλκα, αντλίες, αυτόματες πνευματικές μηχανές κ.α.. Ένας από τους τελευταίους Έλληνες μαθηματικούς που εργάστηκαν στην Αλεξάνδρεια ήταν ο Πάππος που γεννήθηκε εκεί κατά τον 4ο μ.Χ αιώνα. Σταδιακά, αρχής γενομένης από την πυρκαγιά του 47 που εικάζεται ότι κατέκαψε το Βρουχείο και στη συνέχεια με την ισοπέδωσή του τελευταίου από τον Αυρηλιανό κατά την αντιπαράθεσή του με τη βασίλισσα Ζηνοβία, οι βιβλιοθήκες υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Το 391 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος αρχικά απαγόρευσε τη δημόσια λατρεία στα ιδρύματα της αρχαίας θρησκείας[31] και στη συνέχεια συνέστησε την καταστροφή των ναών και των συμβόλων της ως το προσφορότερο μέσο για την καταστολή της.[32] Μεταξύ των δυσμενών επακόλουθων που επέφερε το εν λόγω διάταγμα ήταν η ισοπέδωση της «ακρόπολης» του Σαραπείου το 272 από Ζηλωτές μοναχούς και Ρωμαίους στρατιώτες.[33][34] Στη θέση του παλιού ναού και της βιβλιοθήκης του οι χριστιανοί κατασκεύασαν μεγάλη εκκλησία που περιείχε τα λείψανα του προφήτη Ελισαίου και του Ιωάννη του Βαπτιστή, καθώς και μοναστήρι με πολλούς μοναχούς που επιτηρούσαν την περιοχή για να αποτρέψουν συγκαλυμμένες εκδηλώσεις λατρείας των παγανιστών. Ακολούθησε η κατάληψη της Αλεξάνδρειας από τους Άραβες το 642 και η καταστροφή των βιβλίων της Βιβλιοθήκης με εντολή του χαλίφη Ομάρ.[35][36] Ωστόσο, αρκετοί μεταγενέστεροι μελετητές αμφισβητούν τις σχετικές μαρτυρίες λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε πριν την καταγραφή τους καθώς και των ενδεχόμενων πολιτικών κινήτρων των συγγραφέων.[37] Από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου οι τέχνες άνθησαν και κτίστηκαν εξαιρετικά νεοκλασικά και Αρ Νουβό κτίρια. Η Αλεξάνδρεια είναι γενέτειρα σπουδαίων καλλιτεχνών και επιστημόνων, όπως του ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη, του ιστορικού Έρικ Χόμπσμπαουμ και του αστρονόμου Ανδρέα Μιχαλιτσιάνου. Στη σύγχρονη πόλη υπάρχουν σημαντικά μουσεία που αφηγούνται την ένδοξη ιστορία της: το Εθνικό Μουσείο της Αλεξάνδρειας, το Ελληνορωμαϊκό Μουσείο, το Μουσείο Καβάφη, και το Μουσείο Καλών τεχνών. Σημαντική είναι και η νέα μεγαλοπρεπής βιβλιοθήκη της (Bibliotheca Alexandrina) που όντας υπό την αιγίδα της UNESCO φιλοδοξεί να αναβιώσει το μεγαλείο της παλαιάς.

Θρησκείες και φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλεξάνδρεια θεωρείται γενέτειρα της χριστιανικής θεολογίας και ο ρόλος της στη διαμόρφωση παράλληλων απόψεων μεταξύ των χριστιανών, των νεοπλατωνικών και των Γνωστικών είναι τεκμηριωμένος. Εκεί αντιπαρατέθηκαν Εβραίοι, χριστιανοί, Γνωστικοί και παγανιστές και έδρασαν σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ωριγένης[38] και ο Φίλων ο Ιουδαίος που επηρέασε τη χριστιανική θεολογία ταυτίζοντας τον Λόγο των Στωικών με τη θεϊκή σοφία δια της οποίας κτίστηκε ο κόσμος. Αποτέλεσμα του αναπόφευκτου συγκρητισμού ήταν η δημιουργία διάφορων θεολογικών σχολών και αιρέσεων όπως ο μονοφυσιτισμός (Κόπτες), ο αρειανισμός και ο βασιλειδιανισμός. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τυχαίο το γεγονός ότι η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (γνωστής ως Mετάφραση των Eβδομήκοντα) έλαβε χώρα στην Αλεξάνδρεια. Ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της πόλης ενισχυόταν και από την συνεχή εισροή βουδιστών μοναχών και Ινδών εμπόρων. Μερικοί μελετητές μάλιστα υποστηρίζουν ότι τα πρώτα μέλη του κοινοβίου των Θεραπευτών στην Μαρεώτιδα λίμνη είχαν σταλεί από τον Ασόκα κατά την εποχή του Πτολεμαίου Β΄. Λέγεται επίσης ότι η ονομασία της εν λόγω μοναχικής κοινότητας προέρχεται από τον εξελληνισμό του βουδιστικού όρου Thera-putta (-γιος του γηραιού- στη διάλεκτο Πάλι).[39][40] Στη σύγχρονη Αλεξάνδρεια το 94% του πληθυσμού ασπάζεται τον ισλαμισμό (σουνιτικό δόγμα) που είναι η επίσημη θρησκεία. Το υπόλοιπο 6% αποτελείται κυρίως από Κόπτες χριστιανούς, με επικεφαλής τοπικό πατριάρχη και από μια μικρή κοινότητα Εβραίων. Στην Α. βρίσκεται επίσης η έδρα του Ορθόδοξου Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής.

Είναι άξιο αναφοράς ότι ο φερόμενος ως ιδρυτής του νεοπλατωνισμού Πλωτίνος (204-270) που γεννήθηκε στη Λυκόπολη της Αιγύπτου πήγε σε ηλικία είκοσι ετών στην Αλεξάνδρεια για να μελετήσει φιλοσοφία κοντά στον Αμμώνιο Σακκά. Η ύστερη αλεξανδρινή νεοπλατωνική σχολή επικεντρώθηκε στη μελέτη της φιλοσοφίας και των μαθηματικών. Οι ρίζες της ανάγονται στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αιώνα, και κύριοι αντιπρόσωποί της υπήρξαν ο μαθηματικός Θέωνας και η κόρη του Υπατία που θανατώθηκε από όχλο φανατικών χριστιανών. Τα ηνία της σχολής ανέλαβε αργότερα ο Έλληνας φιλόσοφος Αμμώνιος, γιος του Ερμείου (περ. 440-520 μ.Χ.) που είχε σπουδάσει στην Αθήνα κοντά στον Πρόκλο. Ο Δαμάσκιος μάλιστα παραδίδει με σκωπτική διάθεση ότι κατά το διωγμό των παγανιστών στην Αλεξάνδρεια, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 480, ο Αμμώνιος ενέδωσε σε παραχωρήσεις προς τις χριστιανικές αρχές (προφανώς ως προς τις δοξασίες που επιτρεπόταν να διδάξει). Γνωστοί μαθητές του ήταν ο Ολυμπιόδωρος, ο Ασκληπιός από τις Τράλλεις, ο Ιωάννης Φιλόπονος, ο Δαμάσκιος και ο Σιμπλίκιος. Οι επιρροές της αλεξανδρινής σχολής στην αραβική φιλοσοφία είναι κάτι παραπάνω από ευκρινείς.[41] Οι εν λόγω διεργασίες ξεκίνησαν τον όγδοο αιώνα και τελείωσαν κατά τον ενδέκατο. Εύκολα θα μπορούσε να διακρίνει κανείς στη σκέψη του Αραμπί και του Αβικένα το επιστέγασμα του έργου του Αμμώνιου και των διαδόχων του. Η Αλεξανδρινή φιλοσοφία συνέχισε να γαλουχεί την αραβική σκέψη τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Αβερρόη.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλεξάνδρεια είναι ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά κέντρα της ευρύτερης περιοχής. Πάνω από το 70% του αιγυπτιακού εμπορίου (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, βαμβάκι, φρούτα, λαχανικά, διάφορα επεξεργασμένα προϊόντα κλπ.) περνάει από το λιμάνι της (ικανότητα διακίνησης 36,8 μ. τόνων στην Αλεξάνδρεια και 22,1 μ. τόνων στον λιμένα της Δεκέλειας). Η μεταπολεμική βελτίωση των οικονομικών δεικτών της οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στο αναπτυξιακό πρόγραμμα του Νάσερ κατά τη δεκαετία του ʼ60, που έδωσε έμφαση στη βιομηχανία επεξεργασίας τροφίμων και στην υφαντουργία. Μεγάλο ρόλο ως προς αυτό διαδραμάτισε και η ανακάλυψη το 1976 αποθεμάτων φυσικού αερίου στο Αμπού Μαντί και στον κόλπο του Αμπουκίρ (Ίντκου, 40 χλμ. ανατολικά της Α.) όπου δημιουργήθηκαν εγκαταστάσεις υγροποίησης. Η Δεκέλεια (7 χλμ. δυτικά της Α.) εξελίχθηκε σε μεγάλο κέντρο κατεργασίας σιδήρου και χάλυβος. Τα διυλιστήρια αναβαθμίστηκαν και στα τέλη της δεκαετίας του ʼ70 αποπερατώθηκε ένας αγωγός αργού πετρελαίου που ξεκινάει από τη Μεσόγειο, κοντά στην Α. και καταλήγει στην πόλη του Σουέζ. Ένας άλλος αγωγός συνδέει τα διυλιστήρια πετρελαίου της Μοστορόντ, στη βόρεια περιφέρεια του αστικού πυρήνα του Καΐρου, με την Α. Οι βιομηχανικές δραστηριότητες στην Α. (παραγωγή πετροχημικών και τσιμέντου, κατασκευές, επεξεργασία τροφίμων, βυρσοδεψία, λατομεία ασβεστόλιθου, βιομηχανίες επεξεργασίας χάρτου και ρυζιού κ.α.) αντιστοιχούν στο 40% της εθνικής βιομηχανικής παραγωγής. Η κατάταξή τους βάσει του αριθμού των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται ανά τομέα (στοιχεία του έτους 2013) έχει ως εξής: τρόφιμα, γεωργία και κτηνοτροφία (350), υφαντουργία (284), χημικά (176), πλαστικά και ελαστικά (101).[42] Είναι άξιο σημείωσης ότι η Α. είναι ο μοναδικός παραγωγός αιθυλενίου και πολυαιθυλενίου σε εθνικό επίπεδο. Εξάλλου, το 2013 ξεκίνησε στη Δεκέλεια η παραγωγή πολυστερίνης σε νεόδμητο εργοστάσιο. Σημαντικοί για την τοπική οικονομία θεωρούνται επίσης οι τομείς της ναυτιλίας, του τουρισμού, της εφοδιαστικής, και των τραπεζικών υπηρεσιών. Η συνεισφορά της ελληνικής παροικίας στην οικονομική ζωή της Αλεξάνδρειας δεν μπορεί να υπερτονιστεί. Οι πρώτες τράπεζές της δημιουργήθηκαν από Έλληνες (Τράπεζα της Αλεξανδρείας και Γενική Τράπεζα της Αλεξανδρείας). Εξάλλου οι ομογενείς αγρότες ήταν οι πρώτοι που οργάνωσαν την καλλιέργεια του βαμβακιού και του καπνού με συστηματικό τρόπο και στη συνέχεια έγιναν οι μεγαλύτερους εξαγωγείς.[43] Άλλοι τομείς δραστηριοποίησής τους ήταν η βιομηχανία τροφίμων, ελαιόλαδου και γλυκισμάτων, η οινοπαραγωγή, τα αρωματικά σαπούνια, η εστίαση κ.α.[44][45] Η Αλεξάνδρεια ανέδειξε πληθώρα εθνικών ευεργετών. Μεταξύ τους διακρίνονται οι Μιχαήλ Τοσίτσας, Γεώργιος Αβέρωφ, Εμμανουήλ Μπενάκης και Αντώνης Μπενάκης.

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλεξάνδρεια συνδέεται με άλλες αιγυπτιακές πόλεις μέσω του οδικού και του σιδηροδρομικού της δικτύου, αεροπορικώς, καθώς και με το κανάλι Μαχμουντίγια, μήκους 77 χλμ., που φτάνει ως τον Νείλο. Οι μεταφορές εντός της πόλης γίνονται με τραμ και με ένα σύστημα λεωφορείων και ταξί. Το δίκτυο του τραμ ξεκινά από την ανατολική περιοχή Ράμλα και τελειώνει στη Βικτώρια, στον δυτικό τομέα. Τα περισσότερα οχήματα είναι μπλε, αλλά υπάρχουν και μερικά κίτρινα με διαφοροποιημένες διαδρομές ως προς τα πρώτα. Από αυτά μόνο όσα φέρουν τους αριθμούς 1 και 2 φτάνουν ως τη Βικτώρια. Η κύρια σιδηροδρομική σύνδεση με το Κάιρο έχει αναβαθμιστεί αρκετές φορές, ενώ η πόλη είναι αφετηρία της γραμμής Αλεξάνδρεια- Σαλούμ (κοντά στα λιβυκά σύνορα). Υπάρχει επίσης προαστιακός σιδηρόδρομος που ξεκινά από τον Σταθμό Μισρ και καταλήγει στο Αμπουκίρ. Ο αυτοκινητόδρομος που συνδέει την Αλεξάνδρεια με το Κάιρο διέρχεται μέσα από την έρημο και θεωρείται ένας από τους καλύτερους της Αιγύπτου. Τα διεθνή αεροπορικά δρομολόγια εξυπηρετούνται από το αεροδρόμιο του Μποργκ Ελ Αράμπ (βρίσκεται εικοσιπέντε χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης), ενώ οι εσωτερικές πτήσεις διεξάγονται κυρίως από το λεγόμενο «Διεθνές Αεροδρόμιο» Ελ Νόζα, κατασκευασμένο με επιχώσεις στη λίμνη Μαρεώτιδα. Τα δύο εμπορικά λιμάνια της πόλης διακινούν μεγάλο μέρος του συνολικού εθνικού εμπορευματικού όγκου.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλεξάνδρεια έχει ζεστό και ξηρό κλίμα, με μέση μέγιστη θερμοκρασία που κυμαίνεται μεταξύ 18,4oC τον Ιανουάριο και 30,4oC τον Αύγουστο. Ο μέσος όρος της μηνιαίας σχετικής υγρασίας είναι 68.4%, και μεταβάλλεται μεταξύ ενός ελαχίστου 64.7% τον Απρίλιο και ενός μεγίστου 71.3% τον Ιούλιο. Η μέση ταχύτητα του ανέμου δεν έχει σημαντικές μεταπτώσεις και διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα, γύρω στα 13 χλμ./ώρα. Η μέση ετήσια βροχόπτωση φτάνει τα 170-190 χλστ. στις παράκτιες περιοχές, ενώ η μέγιστη ημερήσια δεν ξεπερνά τα 64,4 χλστ. Ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος είναι οι ψυχρότεροι μήνες, με τυπικές μέγιστες ημερήσιες θερμοκρασίες 12oC-18oC και ελάχιστες που κάποτε φτάνουν τους 0oC. Οι θερμότεροι μήνες είναι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος με μέση μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία 30oC.

Κλιματικά δεδομένα Αλεξάνδρεια
Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μαι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ Έτος
Μέγιστη Υψηλότερη °C (°F) 29.6 33
(91)
40
(104)
41
(106)
45
(113)
43.8 43
(109)
38.6 41.4 38.2 35.7 31
(88)
45
Μέση Υψηλότερη° C (°F) 18.4 19.3 20.9 24
(75)
26.5 28.6 29.7 30.4 29.6 27.6 24.1 20.1 24,9
Μέση Ημερήσια °C (°F) 13.4 13.9 15.7 18.5 21.2 24.3 25.9 26.3 25.1 22
(72)
18.7 14.9 20
(68)
Μέση Χαμηλότερη °C (°F) 9.1 9.3 10.8 13.4 16.6 20.3 22.8 23.1 21.3 17.8 14.3 10.6 15,8
Ελάχιστη Χαμηλότερη °C (°F) 0
(32)
0
(32)
2.3 3.6 7
(45)
11.6 17
(63)
17.7 14
(57)
10.7 1
(34)
1.2 0
(32)
Βροχόπτωση mm (ίντσες) 52.8
(2.079)
29.2
(1.15)
14.3
(0.563)
3.6
(0.142)
1.3
(0.051)
0.01
(0.0004)
0.03
(0.0012)
0.1
(0.004)
0.8
(0.031)
9.4
(0.37)
31.7
(1.248)
52.7
(2.075)
195,94
(7,7142)
υγρασίας 69 67 67 65 66 68 71 71 67 68 68 68 67,92
Μέσες ημέρες βροχόπτωσης (≥ 0.01 mm) 11 8.9 6 1.9 1.0 0.04 0.04 0.04 0.2 2.9 5.4 9.5 46,92
Μέσες μηνιαίες ώρες ηλιοφάνειας 192.2 217.5 248 273 316.2 354 362.7 344.1 297 282.1 225 195.3 3.307,1
Πηγή #1: World Meteorological Organization (UN),[46] Hong Kong Observatory Για ηλιοφάνεια και μέσες θερμοκρασίες,[47] Κλιματικές καταχωρίσεις για σχετική υγρασία[48]
Πηγή #2: Voodoo Skies and Bing Weather[49] για καταγραμμένες ακραίες θερμοκρασίες
Μέση θερμοκρασία θαλάσσης[50]
Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μαι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ
18 °C (64 °F) 17 °C (63 °F) 17 °C (63 °F) 18 °C (64 °F) 20 °C (68 °F) 23 °C (73 °F) 25 °C (77 °F) 26 °C (79 °F) 26 °C (79 °F) 25 °C (77 °F) 22 °C (72 °F) 20 °C (68 °F)

Τουριστικά σημεία Αλεξάνδρειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ειδιλιακή άποψη της Πλατείας Μεχμέτ περί τα τέλη του 190υ αιώνα. Περιοδικό Εστία του 1894.
  1. Το Ελληνορωμαϊκό Μουσείο
  2. Το Μουσείο Καβάφη
  3. Το τζαμί Ελ Μουσρί Αμπούλ Αμπάς
  4. Τα θερινά ανάκτορα Μοντάζα
  5. Η Νέα Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας
  6. Η θριαμβική στήλη του Διοκλητιανού (απαντά με την επονομασία «Στήλη του Πομπήιου»)
  7. Το Ρωμαϊκό αμφιθέατρο
  8. Το φρούριο Κάιτ Μπέη
  9. Οι κατακόμβες Κομ Ελ Σουκάφα
  10. Ο Ζωολογικός Κήπος της Αλεξάνδρειας
  11. Η γέφυρα Στάνλεϊ
Προσωποποίηση της Αλεξάνδρειας, Χρονογραφία του 354

Σπουδαίοι Αλεξανδρινοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις και αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Egypt in Figures 2015" (PDF). CAPMAS. Retrieved 2015-08-01.
  2. Υπάρχουν οι εξής εκδοχές για τη σημασία αυτής της ονομασίας: α) η πόλη που ευλογεί ή στην οποία προΐσταται ο Ρα και β) περιοχή εργοταξίου. Πιθανώς πρόκειται για την εξελληνισμένη μορφή του αιγυπτιακού Ra-qed (εργοταξιακή περιοχή), όρου που χρησιμοποιούνταν από τους Αιγύπτιους εργάτες κατά την κατασκευή της Αλεξάνδρειας.
  3. Hogarth, D.G., “Alexander in Egypt and some Consequences”, JEA 2 (1915): 53-60, σ. 55.
  4. Η ονομασία Επταστάδιο οφείλεται στο μήκος του που ήταν επτά στάδια (1260 μέτρα). Το στάδιον ήταν ελληνική μονάδα μήκους και αντιστοιχεί κατά προσέγγιση σε 180 μέτρα.
  5. Ο Στράβωνας περιγράφει τις εν λόγω κατασκευές στα Γεωγραφικά XVII, 1, 6.
  6. Hogarth, D.G., «Alexander in Egypt and some Consequences», JEA 2 (1915): 53-60, σ. 55.
  7. Στράβων, Γεωγραφικά, XVII, 1,8.
  8. Διόδωρος Σικελιώτης, XVII, 52, 3.
  9. Βλ. Ξαϊδαρά Ιφιγένεια, Η δομή της Αλεξάνδρειας κατά την πρώιμη ελληνιστική περίοδο (πτυχιακή εργασία), Βόλος, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών. Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Σεπτέμβριος 2004, σ. 36.
  10. Διόδωρος Σικελιώτης, XVII, 52, 2.
  11. O'Connor, Lauren (2009) "The Remains of Alexander the Great: The God, The King, The Symbol," Constructing the Past: Vol. 10: Iss. 1, Article 8.
  12. Σενέκας De tranquillitate animi ΙΧ.
  13. Αμμιανός XXII, 16, 15.
  14. Επιφάνιος PG 43,249C-252A.
  15. Stiros, Stathis C.: “The AD 365 Crete earthquake and possible seismic clustering during the fourth to sixth centuries AD in the Eastern Mediterranean: a review of historical and archaeological data”, Journal of Structural Geology, Vol. 23 (2001), pp. 545–562 (549 & 557).
  16. Domingo Badia Y Leyblich, Voyages d'Ali Bey el Abbassi en Afrique et en Asie, pendant les années 1803, 1804, 1805, 1806 et 1807, τόμ. 2, P. Didot, Paris 1814, σ. 191.
  17. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. Γ', σσ. 609 β΄-613 α'.
  18. Νταλαχάνης Αγγελος, Ακυβέρνητη Παροικία. Οι Ελληνες στην Αίγυπτο από την κατάργηση των προνομίων, στην έξοδο 1937-1962, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης Ηράκλειο 2015.
  19. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Συμπλήρωμα, τόμ. Α', σσ. 299 β', 304 β'-305.
  20. Μουτσούλας Ηλίας Δ., «Τό “Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν” ἔργον Ἐπιφανίου τοῦ Σαλαμῖνος». Εἰσαγωγή-Κριτικὴ ἔκδοσις-Σχόλια (Ε´) [σελ. 157-209], ΘΕΟΛΟΓΙΑ Τόμος ΜΔ´ (1973) Τεύχος 1&2, σ. 171, γρ. 325.
  21. Progymnasmata, επιμ. H. Rabe, Aphthonii progymnasmata [Rhetores Graeci 10. Leipzig: Teubner, 1926]: σσ. 1-51., 40. 4.
  22. Prolegomena de comoedia, ed. Korster, σ. 32.
  23. Διόδ. Ι. 46.8.
  24. Διόδ. 1.87.1-5 και 88.4.
  25. Plinius secundus Naturalis Historia: book 30 section 4.
  26. Ως συγγραφέας του έργου έχει προταθεί και ο Έρμιππος ο Βηρύτιος.
  27. Hultzsch Eugen, Corpus Inscriptionum Indicarum,vol 1: Inscriptions of Aśoka. New Delhi: The Director-General Archaeological Survey of India. Oxford Univ. Press, Oxford 1925, ανατύπ. 1996, σ. 48 (XIII Rock-Edict: Kalsi).
  28. Rackham H., Pliny Natural History, William Heinemann LTD, London  1961, σ. 383 (VI. xxi. 58-61).
  29. Γιαλουράκης Μανώλης. Ιστορία των ελληνικών γραμμάτων στην Αίγυπτο, Αλεξάνδρεια 1962, σσ. 36-37.
  30. Μαχφούζ Ναγκίμπ, Μιραμάρ, μτφρ.: Μαρία Κ. Χωρεάνθη, Ψυχογιός 1999
  31. Codex Theodosianus 16.10.11.
  32. Amidon Philip R., μτφρ., Rufinus of Aquilea, The Church History of Rufinus of Aquileia: Books 10 and 11, Oxford University Press, New York 1997, σ. 80 (Rufinus Historia Ecclesiastica 11.22).
  33. Giangrande G. (επιμ.), Eunapii Vitae Sophistarum, Istituto Poligrafico dello Stato, Rome 1956, 6.11.2.
  34. Amidon Philip R., μτφρ., Rufinus of Aquilea, The Church History of Rufinus of Aquileia: Books 10 and 11, Oxford University Press, New York 1997, σ. 85 (Rufinus Book 11.26-28).
  35. De Sacy, Relation de l’Egypte par Abd al-Latif, Paris, 1810, σσ. 183, 240-44, σημ. 55.
  36. Abu'l-Faraj (Bar hebraeus), Historia compendiosa dynastiarum historiam complectens universalem, etc., επιμ. E. Pococke (Oxford, 1663), μτφρ., σ. 114; αραβικό κείμενο, σσ. 180 κ.εξ.
  37. Βλ. για παράδειγμα: MacLeod Roy, The Library of Alexandria: Centre of Learning in the Ancient World (2η εκδ.), I.B.Tauris London 2004, σ. 71. ISBN 978-1850435945
  38. Μαυράκης Νίκος, Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, (Αθήνα 2016), σ. 534, ISBN 978-618-5139-32-2
  39. Zacharias P. Thundy, Buddha and Christ: Nativity Stories & Indian Traditions, Brill Publishers, Leiden 1993, σ. 245 κ.εξ.
  40. Μαυράκης Νίκος, Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, (Αθήνα 2016), σ. 218. ISBN 978-618-5139-32-2
  41. Vallat Philippe, "Alexandrian Tradition into Arabic: Philosophy" στο Lagerlund Henrik (Ed.), Encyclopedia of Medieval Philosophy, Philosophy between 500 and 1500, τόμ. 1, Springer, Dordrecht, Heidelberg, London, New York, σσ 66-73.
  42. Oxford Business Group, The Report: Egypt 2013, Oxford Business Group 2013, σ. 115. ISBN 1907065911, 9781907065910
  43. «Η άνοδος και η πτώση του χειροποίητου αιγυπτιακού τσιγάρου - Ιωάννης Ζήλλης». http://hellenicdiaspora.com/wp-content/uploads/2014/12/aigyptiako_tsigaro_N.compressed.pdf.
  44. Πολίτης Α., Ο Ελληνισμός και η νεωτέρα Αίγυπτος, τόμ. Β΄: Συμβολή του Ελληνισμού εις την ανάπτυξη της νεωτέρας Αιγύπτου, Αλεξάνδρεια-Αθήνα: Γράμματα, 1930.
  45. Γεράκις Θωμάς Θ., "Ο Ελληνισμός της Αλεξάνδρειας", Δωδεκανησιακόν Ημερολόγιον, Τυπογραφείο Π. Καστρούνη και Ζ. Χαλκιάδη, Αλεξάνδρεια Αιγύπτου 1924
  46. «Weather Information for Alexandria». http://www.worldweather.org/059/c01268.htm. Ανακτήθηκε στις August 2010. 
  47. «Climatological Information for Alexandria, Egypt" (1961–1990)». Hong Kong Observatory. http://www.weather.gov.hk/wxinfo/climat/world/eng/africa/egypt/alexandria_e.htm. 
  48. «Alexandria, Egypt: Climate, Global Warming, and Daylight Charts and Data». http://www.climate-charts.com/Locations/u/UB62318.php. Ανακτήθηκε στις 20 June 2013. 
  49. Alexandria, Egypt Monthly Averages – Bing Weather[You must have an IP from the United States of America to see the page]
  50. «Alexandria Climate and Weather Averages, Egypt». Weather2Travel. http://www.weather2travel.com/climate-guides/egypt/alexandria.php. Ανακτήθηκε στις 2014-01-20. 

Σχετική Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιαλουράκης Μ., Η Αίγυπτος των Ελλήνων: συνοπτική ιστορία του ελληνισμού της Αιγύπτου, Μητρόπολις, Αθήνα 1967.
  • Γιαλουράκης, Μ., Αλεξάνδρεια: χρονικό, μαρτυρία ή ονειροπόληση; Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2002.
  • Γιαλουράκης, Μ., Ιστορία των ελληνικών γραμμάτων στην Αίγυπτο, Αλεξάνδρεια, 1962
  • Γιαλουράκης, Μ., Στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη.: Ολκός, Αθήνα 1974.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα
  • Κηπιάδης Γ., Έλληνες εν Αιγύπτω. Η συγχρόνου ελληνισμού εγκατάστασις και καθιδρύματα εθνικά 1766-1892, Χρωμολιθοτυπογραφείον Λαγουδάκη, Αλεξάνδρεια 1892.
  • Λαχανοκάρδης Ηρ., Παλαιά και Νέα Αλεξάνδρεια: Σύντομος ιστορική ανασκόπησις του Αλεξανδρινού ελληνισμού κατά τα τελευταία 50 έτη, Αλεξάνδρεια 1927.
  • Μαυράκης Ν., Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, Αθήνα 2016, ISBN 978-618-5139-32-2.
  • Μπελογιάννη-Αργυροπούλου, Μαρία Π. «Η Αλεξάνδρεια του χθες, του Καβάφη και του σήμερα», Ελληνικό Πανόραμα 37 (2004): σ. 98-127.
  • Πολίτης Α., Ο Ελληνισμός και η νεωτέρα Αίγυπτος, τομ. Α΄: Ιστορία του Αιγυπτιώτου Ελληνισμού 1798-1927, Αλεξάνδρεια- Γράμματα, Αθήνα 1928.
  • Πολίτης Α., Ο Ελληνισμός και η νεωτέρα Αίγυπτος, τομ. Β΄: Συμβολή του Ελληνισμού εις την ανάπτυξη της νεωτέρας Αιγύπτου, Αλεξάνδρεια-Αθήνα: Γράμματα, 1930.
  • Σουλογιάννης Ευθύμιος Θ. Αντώνης, Η Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας, 1843-1993, ΕΛΙΑ, Αθήνα 1994
  • Σουλογιάννης Ευθύμιος Θ. Αντώνης, Εμμ. Μπενάκης, 1873-1954: ο ευπατρίδης, ο διανοούμενος, ο ανθρωπιστής. Εκδόσεις Καστανιώτη; Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2004.
  • Σταυρινός I. Γ., Η Ιστορία της Αλεξάνδρειας, Αθήνα, εκδόσεις ΑΘΗΝΑ 1999.
  • Τομαρά-Σιδέρη, Ματούλα. Αλεξανδρινές οικογένειες: Χωρέμη, Μπενάκη, Σαλβάγου, Εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2004.
  • Χατζηφώτης, Ιωάννης Μιχ. Αλεξάνδρεια: οι δύο αιώνες του νεώτερου ελληνισμού, 19ος-20ός αιών. Μπάστας-Πλέσσας, Αθήνα 1999.
  • Χατζηφώτης, Ιωάννης Μιχ. Ιστορία της αλεξανδρινής λογοτεχνίας, Αθήνα, 1967.
  • Bernand A., Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων, Γιαννίκος Καλδής ΟΕ, Αθήνα 1997.
  • Blum Rudolf, Kallimachos, The Alexandrian Library and the Origins of Bibliography, Madison (WI), 1991 [transl. of Kallimachos und die Literaturverzeichnung bei den Griechen, Frankfurt a.M. 1977].
  • Butcher L. E., The story of the Church of Egypt, Smith, Elder, & CO., London 1897.
  • Duthil J. D. E., «Le Phare antique d'Alexandrie d'après les monnaies et un fac-similé en terre cuite, de la domination Romaine en Egypte», Bulletin de l'Institut d'Égypte 1897.
  • Empereur J. - Υ., Alexandria Rediscovered, British Museum Press, London 1998.
  • Erskine Andrew, «Culture and Power in Ptolemaic Egypt: The Museum and Library of Alexandria», στο Greece & Rome 1995.
  • Forster Edward M., Alexandria: A Historyand a Guide 1η εκδ. 1922, Επ. Michael Haag, εισαγ. Lawrence Durrell, Oxford UP, New York, 1986.
  • Fraser Peter M., Ptolemaic Alexandria, I: Text; II: Notes; III: Indexes, OUP, Oxford 1972.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ