Αλεξάνδρεια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 31°12′00″N 29°55′00″E / 31.2°N 29.9167°E / 31.2; 29.9167

Αλεξάνδρεια
Alexandria Panorama.jpg
Γενική άποψη της Αλεξάνδρειας

Σημαία της πόλης Έμβλημα της πόλης
Προσωνυμία: Η Νύφη της Μεσογείου, Το Μαργαριτάρι της Μεσογείου
Αλεξάνδρεια βρίσκεται στο τόπο Αίγυπτος
Αλεξάνδρεια
Αλεξάνδρεια

Χώρα Αίγυπτος Αίγυπτος
Κυβερνείο Αλεξάνδρειας
Ίδρυση 331 π.Χ.
Πληθυσμός 4,812,186 (2015)
Έκταση 2679 χμ²
Ζώνη ώρας UTC+2, χωρίς Θερινή ώρα
Δικτυακός τόπος Επίσημος ιστότοπος

Η Αλεξάνδρεια (αραβικά: اسكندريه) είναι η 2η μεγαλύτερη πόλη της Αιγύπτου. Βρίσκεται στα δυτικά του δέλτα του Νείλου, μεταξύ της Μαρεώτιδος λίμνης και της νήσου του Φάρου και ανήκει διοικητικά στο Κυβερνείο της Αλεξάνδρειας. Ιδρύθηκε το 331 π.Χ. από τον Αλέξανδρο τον Μέγα και είναι η δεύτερη πρωτεύουσα της σύγχρονης Αιγύπτου μετά το Κάιρο. Κατά την αρχαιότητα υπήρξε το σπουδαιότερο λιμάνι και πρωτεύουσα της χώρας, ενώ στην ακμή της αποτελούσε μία από τις επιφανέστερες εστίες πολιτισμού, διάσημη για τη βιβλιοθήκη και τον Φάρο της, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, κτισμένο στο ομώνυμο νησί. Η πόλη συνδεόταν με τον Φάρο μέσω μιας τεχνητής χωμάτινης λωρίδας που διαχώριζε τα δύο λιμάνια της: τον Μεγάλο Λιμένα στα ανατολικά και τον Εύνοστο προς τη δύση. Με τον καιρό οι προσχώσεις πλάτυναν τόσο ώστε κατά τους νεότερους χρόνους να κτιστεί εκεί η τουρκική συνοικία της Αλεξάνδρειας και η νήσος Φάρος να γίνει συνέχεια και προέκταση της πόλης στη θάλασσα.

Η σύγχρονη Αλεξάνδρεια έχει εξελιχτεί σε μεγάλο θαλάσσιο εμπορευματικό κόμβο και εξυπηρετεί περί το 80% των αιγυπτιακών εισαγωγών και εξαγωγών. Είναι επίσης φημισμένος τουριστικός προορισμός και σημαντικό βιομηχανικό κέντρο λόγω των αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου που ξεκινούν από το Σουέζ. Ο πληθυσμός της είναι 4,812,186 (2015)[1] και καταλαμβάνει έκταση 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση της Αλεξάνδρειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μέγας Αλέξανδρος ιδρύει την Αλεξάνδρεια

Η πόλη ιδρύθηκε από τον Αλέξανδρο τον Μέγα το 331 π.Χ. και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα ως «Αλεξάνδρεια η πλησίον της Αιγύπτου» («Ἀλεξάνδρεια ἡ πρὸς Αἰγὺπτῳ», λατ. Alexandria ad Aegyptum).[2] Στην προσπάθειά του να εντοπίσει κατάλληλη τοποθεσία για την πόλη και τον λιμένα της ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες. Το Κανωπικό στόμιο του Νείλου, παρά τις επικίνδυνες αμμοσύρτες του, εξυπηρετούσε επί μεγάλο χρονικό διάστημα το περιορισμένο θαλάσσιο εμπόριο με τις ανατολικές χώρες που διεξαγόταν με μικρά σκάφη. Παρʼ όλα αυτά, η επικινδυνότητα της πρόσβασης καθώς και οι συνθήκες του υπεδάφους και της υγιεινής στην ακτή το καθιστούσαν ακατάλληλο.

Rhakotis in hieroglyphs.jpg

Από τα άλλα στόμια, μόνο το Πηλουσιακό παρέμενε ανοιχτό για τη ναυσιπλοΐα, αλλά και αυτό με δυσκολία μπορούσε να εξυπηρετήσει πλοία λίγο μεγαλύτερα από ψαρόβαρκες. Ωστόσο, στη Ρακώτιδα (Ra-aa-qedet),[3] λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα από το Κανωπικό στόμιο, ο Αλέξανδρος βρήκε μία ξηρή ασβεστολιθική έκταση, υπερυψωμένη σε σχέση με το επίπεδο του Δέλτα, όπου εύκολα θα μπορούσε να διανοιχθεί ένα πλεύσιμο κανάλι συνδεδεμένο με τον Νείλο το οποίο θα παρείχε στην πόλη επάρκεια πόσιμου νερού.[4] Εξάλλου, η ευρύτερη θαλάσσια περιοχή δεν επηρεαζόταν σοβαρά από την απόθεση ιλύος και παράλληλα διέθετε ένα μικρό νησί, την Φάρο, που εφόσον ενωνόταν με την ξηρά με μόλο (τον γνωστό ως «Επταστάδιο»[5]) θα δημιουργούσε δύο εναλλακτικούς λιμένες, προστατευμένους από τους ανέμους.

Ήταν ίσως η μοναδική προσφερόμενη τοποθεσία στην Αίγυπτο για έναν λιμένα κατάλληλο για εμπορικά και πολεμικά πλοία[6] που ήδη από εκείνη την εποχή έτειναν να έχουν διαρκώς αυξανόμενο εκτόπισμα και βύθισμα. Εικάζεται άλλωστε ότι μετά την καταστροφή της Τύρου το 332 ο Αλέξανδρος προσδοκούσε ότι η Αλεξάνδρεια θα ανελάμβανε το ρόλο της ως σημαντικού θαλάσσιου εμπορευματικού κόμβου.[7] Ο Έλληνας στρατηλάτης ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Δεινοκράτη τον Ρόδιο να χτίσει την πόλη βάσει ορθογώνιου πολεοδομικού σχεδίου.[8] Η νέα πόλη είχε σχήμα μακεδονικής χλαμύδας[9] και περιέβαλε ένα παλιό αιγυπτιακό χωριό, τη Ρακώτιδα,[10] το οποίο αργότερα αποτέλεσε οικιστικό κέντρο των ιθαγενών. Οι διασταυρούμενες κεντρικές οδοί της ήταν προσανατολισμένες με τρόπο που επέτρεπε στους Ετήσιους Ανέμους να την ψύχουν κατά την καλοκαιρινή περίοδο.[11]Ταυτόχρονα με την ανοικοδόμηση της πόλης κατασκευάστηκε ένα κανάλι που μετέφερε νερό από τον δυτικότερο παραπόταμο του Νείλου σε ένα εκτεταμένο σύστημα δεξαμενών. Η λειτουργία τους διέφερε από τη συνηθισμένη στο ότι χρησιμοποιούνταν κυρίως ως λεκάνες ιζηματαπόθεσης ώστε να καταστεί διαυγές το θολό νερό του ποταμού. Λίγους μήνες μετά την ίδρυση της πόλης ο Αλέξανδρος εμπιστεύθηκε την περαιτέρω ανάπτυξή της στον μετέπειτα αντιβασιλέα Κλεομένη και αναχώρησε από την Αίγυπτο για να μην επιστρέψει ποτέ.

Πτολεμαϊκή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη άρχισε να ακμάζει, όταν έγινε πρωτεύουσα της Αιγύπτου μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου, κατά τη βασιλεία του Πτολεμαίου Α' Σωτήρα (367–283 π.Χ), γιου του Λάγου και ιδρυτή της δυναστείας των Πτολεμαίων ή Λαγιδών. Ο τελευταίος επικράτησε το 321 π.Χ. στη σύγκρουση των επιγόνων για την κατοχή της σορού του Αλέξανδρου που θεωρούνταν σύμβολο ισχύος και εξουσίας και τη μετέφερε στην Αλεξάνδρεια από όπου τελικά χάθηκε μετά την απομάκρυνσή της από τη θέση που φυλασσόταν.[12]

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας

Την πόλη κοσμούσε ο Φάρος της Αλεξάνδρειας, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, καθώς και ένα περίφημο ίδρυμα, το Μουσείο, μέρος του οποίου ήταν η διάσημη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Το Μουσείο ιδρύθηκε, σύμφωνα με τον Ιωάννη Τζέτζη, από τον Πτολεμαίο Α' Σωτήρα με την παρότρυνση του Δημήτριου Φαληρέα ή, κατʼ άλλους, από τον Πτολεμαίο Β' Φιλάδελφο (309–246 π.Χ.) και ήταν αφιερωμένο στις Μούσες, τις προστάτιδες των τεχνών και των επιστημών.[13]

Μέσα σε έναν αιώνα η Αλεξάνδρεια έφτασε να θεωρείται η μεγαλύτερη πόλη του τότε κόσμου και στη συνέχεια, για μεγάλο χρονικό διάστημα, υστερούσε σε ακτινοβολία μόνο από την Ρώμη. Κατά τη βασιλεία του, ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος έδωσε έμφαση στην οργάνωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων και υποχρέωσε τον ιδιωτικό τομέα να ακολουθεί τον κρατικό σχεδιασμό. Παράλληλα δημιούργησε νέο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο που αφορούσε κατά κύριο λόγο σε περιορισμένα πεδία της παραγωγής και αποσκοπούσε στη μεγιστοποίηση των εσόδων. Στη συνέχεια επικεντρώθηκε στην αύξηση του όγκου των εμπορικών συναλλαγών με την Ανατολή και, κινούμενος προς αυτή την κατεύθυνση, ανακατασκεύασε ένα κανάλι που συνέδεε τον κόλπο του Σουέζ με τον Νείλο. Το όνομά του συνδέθηκε επίσης με ένα άλλο μεγάλο εγχείρημα, τη δημιουργία του νομού της Αρσινόης (στη σημερινή Μεντίνετ-ελ-Φαγιούμ) μέσω της μερικής αποξήρανσης της λίμνης Μοίριδας.

Ο διάδοχός του, ο Πτολεμαίος Γ' Ευεργέτης, απεδείχθη συνετός βασιλιάς και ικανός στρατιωτικός ηγέτης. Η αποτίμηση της ανάμειξης του στον Γ´ Συριακό Πόλεμο κρίνεται ως θετική. Εξάλλου, ο ίδιος πιστώνεται με την αναμόρφωση του μέχρι τότε προβληματικού αιγυπτιακού ημερολογίου. Γενικότερα, η συμβολή της διακυβέρνησης των τριών πρώτων Πτολεμαίων (331 π.Χ.-221 π.Χ.) στην οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη της Αλεξάνδρειας υπήρξε ανυπολόγιστη.

Μολαταύτα, δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τους μετέπειτα βασιλείς. Αυτό παρατηρούν ήδη από την αρχαιότητα ο Πολύβιος, ο Πλούταρχος και ο Στράβων[14] που τους κατηγορούν για διαφθορά. Πράγματι, τον 2ο και τον 1ο αιώνα π.Χ. η Αίγυπτος γνώρισε προϊούσα παρακμή. Συμπτώματά της ήταν οι συνεχείς δυναστικές έριδες, η πτώση της οικονομίας, η αδυναμία ικανοποιητικού ελέγχου του εγχώριου πληθυσμού και οι συνεχείς αναμείξεις της Ρώμης στις κρατικές υποθέσεις. Παρ' όλα αυτά οι εν λόγω αρνητικές εξελίξεις είχαν μικρές επιπτώσεις στην πρόοδο και στην λαμπρότητα της Αλεξάνδρειας ως πόλης.[15]

Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 48 π.Χ., μετά την επικράτησή του επί του στρατηγού Αχιλλά που συνεπικουρούμενος από τη ρωμαϊκή φρουρά πολιορκούσε τα ανάκτορα, ο Ιούλιος Καίσαρας έθεσε προσωρινά την Αλεξάνδρεια υπό ρωμαϊκή κατοχή. Ωστόσο, η σύγκρουση των δύο ανδρών είχε δυσμενείς επιπτώσεις για τη Βιβλιοθήκη. Το ατυχές περιστατικό συνέβη όταν ο Καίσαρας πυρπόλησε τον στόλο του για να μην περιέλθει στην κατοχή του Αχιλλά. Αυτό είχε ως επακόλουθο την επέκταση της φωτιάς στο Βρουχείο και την καταστροφή 40.000 παπύρων.[16]

Προσωποποίηση της Αλεξάνδρειας στην Χρονογραφία του 354, 4ος αιώνας

Κατά τη διανομή του κράτους στους επιγόνους του Ιούλιου Καίσαρα ο Μάρκος Αντώνιος πήρε την Αίγυπτο και συγκυβέρνησε με τη βασίλισσα Κλεοπάτρα Ζ', την τελευταία των Πτολεμαίων.

Νόμισμα της Αλεξάνδρειας κατά την βυζαντινή περίοδο, Ιουστίνος Α´, 518-527

Το 31 π.Χ. ο Οκταβιανός (ο μετέπειτα Αύγουστος) νίκησε τον στόλο της Κλεοπάτρας στη ναυμαχία του Ακτίου και ύστερα από ένα χρόνο η Αλεξάνδρεια έγινε επισήμως μέρος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ήταν τότε η μεγαλύτερη από τις επαρχιακές πρωτεύουσες, με πληθυσμό 300.000 κατοίκων και πολυάριθμων σκλάβων. Το 115 μ.Χ., επί Τραϊανού, κατά τον λεγόμενο πόλεμο του Κίτου (παραφθορά του ονόματος του Λούσιου Κουίετου) καταστράφηκε μεγάλο μέρος της από τις μάχες με τους εξεγερμένους Εβραίους. Ο διάδοχος του Τραϊανού Αδριανός προχώρησε στην ανακατασκευή της, αλλά περιόρισε την έκτασή της στα τρία πέμπτα του παλαιότερου μεγέθους της. Το 215 ο αυτοκράτορας Καρακάλλας επισκέφτηκε την πόλη και, εξαιτίας κάποιων προσβλητικών σχολίων προς το άτομό του, διέταξε τη θανάτωση όλων των νέων ευγενικής καταγωγής που ήταν ικανοί να φέρουν όπλα, καθώς και την καταστροφή ορισμένων δημόσιων κτηρίων. Κατά την εποχή των αυτοκρατόρων Δεκίου και Βαλεριανού έγιναν διωγμοί εναντίον των χριστιανών, αρχής γενομένης από το 270 όταν ο πρώτος εξέδωσε σχετικό έδικτο. Θρησκευτικές ταραχές σημειώθηκαν και επί αρχιεπισκοπίας Πέτρου Μόγγου το 485 με αφορμή τη διαμάχη ενός παγανιστή σπουδαστή της ρητορικής με τους συμμαθητές του.[17] Το 269 μ.Χ. Η βασίλισσα της Παλμύρας Ζηνοβία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Ρωμαίων και κατέλαβε την Αίγυπτο. Στην επιχείρηση ανακατάληψης της Αλεξάνδρειας από τον Αυρηλιανό το 297 καταστράφηκε η συνοικία του Βρουχείου και η Βιβλιοθήκη.[18][19] Τεράστιες ζημιές προκάλεσε και το τσουνάμι που ακολούθησε τον σεισμό της Κρήτης το 365. Μάλιστα, το γεγονός μνημονευόταν επί πολλά χρόνια ως «μέρα τρόμου».[20]

Μετά τη διαίρεση της διοίκησης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε Δυτική και Ανατολική το 381 μ.Χ., η επαρχία της Αιγύπτου πέρασε στη δικαιοδοσία των Βυζαντινών ως Διοίκηση Αιγύπτου. Ο Κυβερνήτης της έφερε τον τίτλο του "Αυγουστάλιου Επάρχου" και είχε την έδρα του στην Αλεξάνδρεια. Το 619 η Αλεξάνδρεια πέρασε στα χέρια των Σασσανιδών Περσών. Χάρη στη συμφωνία του αυτοκράτορα Ηράκλειου με τον Πέρση στρατηγό Σαρβαραζά οι Βυζαντινοί την επανάκτησαν το 629 και την κράτησαν για δεκατρία ακόμη χρόνια.

Αραβική κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είσοδος του Βοναπάρτη στην Αλεξάνδρεια, λάδι σε καμβά, περ. 1800, Βερσαλλίες
Μωχάμετ Άλη
Η Μάχη της Αλεξάνδρειας

Όταν οι Άραβες υπό τον στρατηγό Αμρ ιμπν αλ - Ας (εξελλην. όνομ. Άμβρος) κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια το 642 η πόλη είχε απολέσει την παλιά της ευημερία, πράγμα που οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη μείωση του θαλάσσιου εμπορίου. Η παρακμή της συνεχίστηκε περαιτέρω λόγω της μεταφοράς της πρωτεύουσας στο Κάιρο το 969 από τους σιίτες Φατιμίδες. Το χαλιφάτο των Φατιμιδών διατηρήθηκε μέχρι το 1171 όταν ο Σαλαντίν ίδρυσε τη δυναστεία των Αγιουβιδών και ενσωμάτωσε το κράτος των Φατιμιδών στο σουνιτικό χαλιφάτο των Αββασιδών.[21] Το 1250 οι Μαμελούκοι ανέτρεψαν τους Αββασίδες και εγκαθίδρυσαν φεουδαρχικό καθεστώς.[22] Η παρακμή της Αλεξάνδρειας επιταχύνθηκε τον 14ο αιώνα όταν το κανάλι που την συνέδεε με τον Νείλο αχρηστεύτηκε από φερτά υλικά. Την ίδια εποχή το γόητρό της δέχτηκε ισχυρό πλήγμα λόγω της καταστροφής του εμβληματικού Φάρου της από τον ισχυρό σεισμό του 1309. Το 1517 η Αίγυπτος κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς και εντάχθηκε στην Οθωμανική αυτοκρατορία, αρχικά ως επαρχία της και από το 1867 έως το 1914 ως ανεξάρτητο χεδιβάτο. Κατά το διάστημα αυτό δεν ήταν λίγοι οι Έλληνες που ανέλαβαν σημαντικά αξιώματα. Μεταξύ αυτών σημαντικότερος ήταν ο Ραγίβ Πασάς που ανελίχθηκε στη θέση του πρωθυπουργού το 1882.[23] Στο πλαίσιο της εκστρατείας του στην Αίγυπτο ο Ναπολέων κατέλαβε την Αλεξάνδρεια το 1798, αλλά η πόλη παρέμεινε υπό γαλλική διοίκηση μόνο μέχρι το 1801 οπότε έπεσε στα χέρια των Άγγλων.

Ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας από τους Άγγλους το 1882

Είναι άξιο αναφοράς ότι ο πληθυσμός της εκείνη την εποχή είχε συρρικνωθεί σε 4000 κατοίκους και η σπουδαιότητά της ως θαλάσσιου εμπορευματικού κόμβου είχε μειωθεί δραματικά λόγω του ανταγωνισμού που υφίστατο από την παράκτια πόλη Ροζέτα από την οποία εξάγονταν μεγάλες ποσότητες ρυζιού. Η πόλη αναγεννήθηκε σταδιακά μετά το 1819 όταν ο Μωχάμετ Άλη (Μεχμέτ Αλή πασάς, Καβάλα 1769 - Αλεξάνδρεια 1849) αποπεράτωσε ένα νέο κανάλι που τη συνέδεε με τον Νείλο[24] και την ανέδειξε σε μεγάλο λιμένα και ναύσταθμο. Ο ικανός αυτός ηγεμόνας έθεσε τις βάσεις για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και ενθάρρυνε την εγκατάσταση των ξένων και ιδιαίτερα των Ελλήνων. Πράγματι, ενώ το 1803 η ελληνική παροικία στην Αλεξάνδρεια αριθμούσε σαράντα οικογένειες,[25] το 1872 ο πληθυσμός της, σύμφωνα με το πρώτο ημερολόγιο που τυπώθηκε εκεί στα ελληνικά με τίτλο "Αιγυπτιακόν Ημερολόγιον", έφτανε τους 25.000 κατοίκους.

Το 1825, σε μια τολμηρή αλλά αποτυχημένη καταδρομική επιχείρηση, ο Κανάρης επιχείρησε να κάψει τον Αιγυπτιακό στόλο που ήταν ελλιμενισμένος στην Αλεξάνδρεια, έτοιμος να μεταφέρει στρατεύματα στην Πελοπόννησο.[26] Τον Απρίλιο του 1843 ιδρύθηκε η Ελληνική Κοινότητα της Αλεξάνδρειας. Πρώτος πρόεδρός της διετέλεσε ο Μιχαήλ Τοσίτσας. Τον διαδέχθηκαν ο Στέφανος Ζιζίνιας, ο Δημήτριος Ρίζος κ.α. Μεταξύ των προσωπικοτήτων που ανέλαβαν αργότερα τα ινία της Ε.Κ.Α. σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Θεόδωρος Ράλλης και Γεώργιος Αβέρωφ. Κατά τον 19ο αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Αλεξάνδρεια πολλοί ξένοι, οι οποίοι το 1907 έφτασαν να αποτελούν το 25% του συνολικού πληθυσμού. Το 1882 κατά τη διάρκεια μιας πατριωτικής εξέγερσης με ηγέτη τον συνταγματάρχη Άχμεντ Ουράμπι ή Αράμπι Πάσα (επανάσταση του Ουράμπι) εναντίον της ευρωπαϊκής επικυριαρχίας σημειώθηκαν επεισόδια εις βάρος των ξένων τα οποία πρόσφεραν το πρόσχημα στους Άγγλους για να βομβαρδίσουν την πόλη.[27] Μετά την κατάληψη του Καΐρου οι τελευταίοι  ανακήρυξαν την Αίγυπτο αγγλικό προτεκτοράτο και παρέμειναν εκεί μέχρι το 1922. Όντας η κύρια ναυτική βάση των συμμάχων στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αλεξάνδρεια βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς.

Από την άνοδο του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ μέχρι σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ

Η πολυάριθμη ελληνική παροικία της Αιγύπτου (αριθμούσε 62.973 μέλη το 1907) ενισχύθηκε περαιτέρω από το μεταναστευτικό ρεύμα της δεκαετίας του 1920, το οποίο αποτελείτο κυρίως από Έλληνες Ιταλούς και Εβραίους. Στην απογραφή του 1927 καταγράφτηκαν στην Αλεξάνδρεια 37.106 ομογενείς που κατοικούσαν γύρω από την εκκλησία και το μοναστήρι του Αγίου Σάββα. Στην ίδια περιοχή είχε οικοδομηθεί ομογενειακό νοσοκομείο και λειτουργούσε Ελληνικό σχολείο και ξενώνας. Το 1952 ξέσπασε μεγάλη εξέγερση με ηγέτη τον Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ που επεδίωκε την εθνική και οικονομική ανεξαρτησία της χώρας. Έκτοτε η κατάσταση για τους ξένους επιδεινώθηκε λόγω της εχθρικής στάσης του αιγυπτιακού πληθυσμού. Η κρίση κορυφώθηκε το 1956, μετά την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ και την επακόλουθη αποτυχημένη επέμβαση βρετανικών, γαλλικών και ισραηλιτικών δυνάμεων. Ο Νάσερ απάντησε το 1957 με την κρατικοποίηση των βιομηχανιών και των περιουσιών των αλλοδαπών και την υλοποίηση της ιδέας του Σοσιαλιστικού Παναραβισμού μέσω της ίδρυσης της Ενωμένης Αραβικής Δημοκρατίας (1958). Παράλληλα τέθηκαν σε ισχύ νέοι νόμοι που απέκλειαν τους εποίκους από το εξωτερικό εμπόριο, τις δημόσιες υπηρεσίες, τη γεωργία, ορισμένους τομείς της βιομηχανίας κλπ. Οι εξελίξεις αυτές ανάγκασαν χιλιάδες Έλληνες και άλλους ξένους να εγκαταλείψουν τη χώρα. Πολλά ελληνικά σχολεία, ιδρύματα, και εκκλησίες διέκοψαν τη λειτουργία τους και η Ελληνική Διασπορά συρρικνώθηκε σε λιγότερους από 5.000 ομογενείς. Σύμφωνα με μια νέα άποψη η αποχώρηση των Ελλήνων από την Αίγυπτο δεν συνδέεται με τις κρατικοποιήσεις του Νάσερ στο βαθμό που θέλει η επικρατούσα αντίληψη. Υποτίθεται αντίθετα ότι οι Αιγυπτιώτες έγιναν σταδιακά ξένοι σε ένα περιβάλλον υπό μετασχηματισμό με αφετηρία το 1937, τη χρονιά δηλαδή που καταργήθηκαν τα αποικιακού τύπου προνόμια των διομολογήσεων. Η διαδικασία της αποχώρησης των ομογενών υπήρξε μακρόχρονη με ορόσημα αφενός το πραξικόπημα των Ελεύθερων («εκσυγχρονιστών») Αξιωματικών το 1952 και αφετέρου την άνοδο στην εξουσία του Νάσερ. Κατά το διάστημα αυτό η ελληνική παροικία στην Αίγυπτο βρέθηκε σε σύγχυση και χωρίς καθαρό προσανατολισμό μπροστά στις νέες προκλήσεις. Σε αυτό συνέβαλε κατά κάποιον τρόπο και η συγκεχυμένη μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους.[28][29] Η οικονομική κατάσταση στην Αλεξάνδρεια επιδεινώθηκε το 1967, όταν λόγω του Πολέμου των Έξη Ημερών με το Ισραήλ έκλεισε η διώρυγα του Σουέζ και επλήγη το εμπόριο. Παρά τη δραματική μείωση του πληθυσμού της εκεί παροικίας, η σύγχρονη Αλεξάνδρεια είναι έδρα του ομώνυμου Ορθόδοξου Πατριαρχείου και της Πατριαρχικής Θεολογικής Σχολής.

Πολεοδομικός σχεδιασμός της αρχαίας πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξανδρος ανέθεσε την πολεοδομική μελέτη της Αλεξάνδρειας στον αρχιτέκτονα Δεινοκράτη της Ρόδου και έλαβε ο ίδιος ενεργό μέρος στη χάραξη των οδών. Ο τελευταίος εκπόνησε τα σχέδια σύμφωνα με το καθιερωμένο ιπποδάμειο σύστημα (Ιπποδάμειος Νέμησις). Η πόλη ήταν διατεταγμένη ως κάνναβος παράλληλων και κάθετων οδών οι οποίες σχημάτιζαν insulae, (οικοδομικά τετράγωνα και πλατείες) και συνοδεύονταν από υπόγεια κανάλια. Στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια διακρίνονταν τρεις περιοχές:

  • Το Βρουχείον (αρχικά «Πυρρούχιον»[30] -η λέξη ετυμολογείται από το «πυρός» (σιτάρι) και το «έχειν»): το βασιλικό διαμέρισμα που συνιστούσε το μεγαλοπρεπέστερο τμήμα της πόλης. Τα βασιλικά ενδιαιτήματα διακρίνονταν αφενός στα Βασίλεια ή Ρήγια, δηλαδή το συγκρότημα που περιλάμβανε τμήμα των ανακτόρων, τη Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, και αφετέρου το παλάτι με τον λιμένα του στο ακρωτήριο της Λοχιάδος. Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους το Βρουχείο διευρύνθηκε με την προσθήκη διοικητικής ζώνης η οποία αποτέλεσε την τέταρτη περιοχή.
  • Η Εβραϊκή συνοικία: καταλάμβανε το βορειοανατολικό τμήμα της πόλης.
  • Η Ρακώτης: παλιός αιγυπτιακός οικισμός που σταδιακά συγχωνεύτηκε με την Αλεξάνδρεια.
    Χάρτης της Αλεξάνδρειας περ. 30 π.Χ.

Οι δύο κύριες οδοί (η Κανωπική και αυτή του Σώματος), είχαν πλάτος εξήντα μέτρων και ήταν κοσμημένες σε όλο το μήκος τους με κιονοστοιχίες. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι οι εν λόγω οδοί διασταυρώνονταν στο κέντρο της πόλης, κοντά στο μαυσωλείο (Σώμα ή Σήμα) του Αλέξανδρου, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το τζαμί του προφήτη Δανιήλ (Αμπού Ντανιέλ). Σύμφωνα με τους ερευνητές η χάραξη της μεγάλης Κανωπικής οδού (Μέσον Πεδίον) αποκλίνει ελάχιστα από εκείνη της λεωφόρου Ροζέτης (της σημερινής οδού Φουάντ). Ίχνη της οδόστρωσης και του καναλιού της έχουν ανακαλυφθεί στην περιοχή της πύλης της Ροζέτης. Η εν λόγω λεωφόρος ξεκινούσε από την ανατολική Κανωπική Πύλη («Πύλη του Ήλιου») και κατέληγε προς Δυσμάς στην «Πύλη της Σελήνης». Κατά την ίδρυσή της η Αλεξάνδρεια περιοριζόταν σε μια έκταση λίγο μεγαλύτερη από το νησί του Φάρου, το οποίο συνδεόταν με την ξηρά μέσω του Επτασταδίου, μιας τεχνητής χωμάτινης λωρίδας. Η σημερινή συνοικία Ρας ελ-Τιν είναι κτισμένη σε ό, τι έχει απομείνει από το νησί του Φάρου, ενώ η περιοχή επί της οποίας ήταν κτισμένος ο ίδιος ο Φάρος έχει καταποντιστεί.

Κατά το δεύτερο μισό του πρώτου αιώνα π.Χ. ο Στράβων επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια και κατέγραψε με λεπτομέρεια τα κύρια κτίριά της με τη σειρά που θα τα αντίκριζε ένας ναυτικός που θα εισερχόταν για ελλιμενισμό στον Μέγα Λιμένα:

  • Τα ανάκτορα: βρίσκονταν στη Λοχιάδα Άκρα (ακρωτήριο) στη βορειοανατολική πλευρά της πόλης. Μεγάλο μέρος της Λοχιάδος έχει καταποντιστεί μαζί με τα παλάτια, τον ιδιωτικό βασιλικό λιμένα και τη νήσο Αντίρροδο. Τούτο το φαινόμενο είναι συνηθισμένο στην ευρύτερη περιοχή και οφείλεται σε διάφορες αιτίες (Βραδυσεισμούς, διάβρωση του εδάφους, ανύψωση της στάθμης της θάλασσας κλπ.).
  • Το μεγάλο θέατρο (Η θέση του δεν έχει εντοπιστεί, αλλά εικάζεται ότι βρισκόταν στον Λόφο του Νοσοκομείου). Χρησιμοποιήθηκε από τον Καίσαρα ως φρούριο κατά την πολιορκία του από τους κατοίκους της πόλης μετά τη μάχη των Φαρσάλων.
  • Το Ποσείδιο (ο ναός του Ποσειδώνα, κοντά στο θέατρο).
  • Το Τιμώνειο (το ανάκτορο-αναχωρητήριο του Μάρκου Αντωνίου).
  • Το Εμπορείον (κέντρο εμπορικών συναλλαγών). Εικάζεται ότι, όπως και ο Πειραιάς, η πόλη διέθετε δύο αγορές, εκ των οποίων η μία ήταν καθαρά αστική και προστατευόταν από την προσέγγιση ξένων ακαθορίστου προέλευσης. Η άλλη βρισκόταν στο λιμάνι και προοριζόταν για τους ναυτικούς και τις ελευθέριες γυναίκες.
  • Το Καισάρειο πίσω από το Εμπορείον· ναός που κτίστηκε από την Κλεοπάτρα προς τιμήν του Ιούλιου Καίσαρα και μετατράπηκε τον 4ο αιώνα σε πατριαρχική εκκλησία. Κοντά στο Καισάρειο υπήρχαν δύο οβελίσκοι που βρίσκονται σήμερα στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο.
  • Οι αποστάσεις (αποθήκες και πιθανώς μαγαζιά).
  • Τα νεώρια[31] (λιμενικές εγκαταστάσεις-ναύσταθμος δυτικά του Τιμώνειου κατά μήκος της ακτογραμμής).
  • Το Γυμνάσιο και η Παλαίστρα στο ανατολικό μέρος της πόλης. Η ακριβής τοποθεσία είναι άγνωστη.
  • Ο ναός του Κρόνου.
  • Tα μαυσωλεία των Πτολεμαίων και του Αλέξανδρου. Το τελευταίο ήταν γνωστό ως Σώμα ή Σήμα και η αρχική του τοποθεσία βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, κοντά στη διασταύρωση των κυρίων οδών.[32]

Γράμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα χρόνια του Πτολεμαίου Σωτήρα (332-283 Π.Κ.Ε.) είχαν συγκεντρωθεί στην Αλεξάνδρεια τα βιβλία, οι θρησκείες, οι λόγιοι και οι φιλοσοφίες όλου του κόσμου και είχε αναπτυχθεί έντονη πνευματική ζωή. Η πόλη είχε δύο διάσημες βιβλιοθήκες που βρίσκονταν η μία στο Μουσείο (στο βασιλικό διαμέρισμα του Βρουχείου) και η άλλη στο Σαράπειο (η λεγόμενη «Θυγάτηρ Βιβλιοθήκη»).[33][34] Ο δανεισμός επιτρεπόταν αποκλειστικά στην τελευταία και γι’ αυτό τον λόγο περιείχε κυρίως πλεονάζον υλικό της βιβλιοθήκης του Μουσείου. Πολλοί σημαντικοί Έλληνες λόγιοι διετέλεσαν διευθυντές της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Μεταξύ τους διακρίνονται ο λογοτέχνης και κριτικός Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, ο μαθηματικός και γεωγράφος Ερατοσθένης ο Κυρηναίος, ο ειδικός στα Ομηρικά Έπη Αριστοφάνης ο Βυζαντινός και ο επίσης ομηριστής Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη.

Ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης (1896)

Σημαντικές υπηρεσίες στη Βιβλιοθήκη προσέφερε και ο ποιητής Καλλίμαχος ο Κυρηναίος που συνέταξε τον κατάλογο των χειρογράφων της (γνωστό με την ονομασία «Πίνακες») σε 120 παπύρους. Σύμφωνα με τον Τζέτζη ο Καλλίμαχος είχε καταγράψει 400.000 «συμμιγείς ή συμμείκτους βίβλους» (παπύρους) και 90.000 αμιγείς.[35] Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και οι 40.000 πάπυροι του Σαράπειου. Με την άοκνη προσπάθεια των διαπρεπών διευθυντών της Βιβλιοθήκης επιτεύχθηκε η συστηματοποίηση της καταγραφής, της ταξινόμησης και της κατάταξης των έργων σε λογοτεχνικά είδη.

Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας

Στον κύκλο των δραστηριοτήτων της περιλαμβάνονταν επίσης οι μεταφράσεις, η φιλολογική κριτική των αρχαίων κειμένων (με την οποία ασχολήθηκε ο Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ) και η κατάρτιση εξειδικευμένων λεξικών. Μάλιστα, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (περ. 275-180 π.Χ.) θεωρείται ο ιδρυτής της επιστημονικής λεξικογραφίας και θεμελιωτής της φιλολογικής επιστήμης. Σε αυτόν αποδίδεται η εισαγωγή των τονικών σημείων [οξείες, βαρείες, δασείες κ.ο.κ.] στα έως τότε άτονα κεφαλαιογράμματα των αρχαίων κειμένων, που αποσκοπούσε στην πιστότερη απεικόνιση του μέτρου στο έργο του Ομήρου. Είναι κατά συνέπεια προφανές ότι οι οφειλές της εν λόγω επιστήμης στους αλεξανδρινούς λογίους είναι μεγάλες. Επισημαίνεται εξάλλου από διάφορες πηγές ότι πέρα από τα ελληνικά έργα οι Πτολεμαίοι επεδίωκαν τη συλλογή γνώσης από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της χώρας των φαραώ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Πτολεμαίος Α' προσκάλεσε Έλληνες λόγιους και τους ανάθεσε τη συγγραφή της ιστορίας της Αιγύπτου. Ανάμεσά στους τελευταίους ήταν και ο Εκαταίος ο Αβδηρίτης[36] που έγγραψε τα Αιγυπτιακά. Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη στο ίδιο εγχείρημα συμμετείχε ο Αιγύπτιος πολυμαθής αρχιερέας Μανέθωνας, ο οποίος συνέλεξε στοιχεία από τα ιερά αρχεία των ναών και συνέθεσε μια αιγυπτιακή ιστορία στα Ελληνικά που αφιέρωσε στον Πτολεμαίο Β΄.[37] Ο Πλίνιος σημειώνει επίσης ότι ο Έρμιππος συνέταξε ένα πολύτομο έργο 2.000.000 στίχων που αφορούσε τον ζωροαστρισμό[38] (Περί Μάγων). Εάν ο Λατίνος συγγραφέας εννοούσε τον Καλλιμάχειο Έρμιππο[39] εξυπακούεται ότι ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στη σύνταξη ενός τόσο μεγάλου έργου χωρίς να έχει πρόσβαση σε σχετικά έργα της Βιβλιοθήκης. Πιθανή θεωρείται επίσης η ύπαρξη βουδιστικών και άλλων ινδικών κειμένων ως απόρροια των γενικότερων πολιτισμικών ανταλλαγών μεταξύ του Ασόκα και του Πτολεμαίου Φιλάδελφου καθώς και της δράσης βουδιστικών ιεραποστολών.[40][41] Φαίνεται ότι ο ζήλος που επεδείκνυαν οι Πτολεμαίοι όσον αφορά τον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης με ξένα συγγράμματα, γρήγορα εξελίχθηκε σε εμμονή. Όπως αναφέρει ο Γαληνός, ο Πτολεμαίος Γ' ο Ευεργέτης είχε διατάξει τις λιμενικές αρχές να κατάσχουν όσα βιβλία ανακάλυπταν σε ελλιμενιζόμενα πλοία και να τα αντικαθιστούν με αντίγραφα.[42]

Το κοσμοπολίτικο περιβάλλον της νεότερης Αλεξάνδρειας σε συνδυασμό με την ιστορία της αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για λογοτέχνες διεθνούς εμβέλειας, όπως ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης και ο συγγραφέας Στρατής Τσίρκας. Τα ενδιαφέροντα των Αιγυπτιωτών συγγραφέων ήταν στραμμένα κατά κύριο λόγο προς τη Μητρόπολη και, παράλληλα, προς το περιβάλλον τους. Η έγνοιά τους, όσον αφορά την λογοτεχνία την οποία παρήγαν, εστίαζε ακριβώς σε αυτό: να μην αποκοπεί από τη Μητρόπολη, να μην απομονωθεί από τα διεθνή ρεύματα και διδαχές της Ευρώπης, αλλά επίσης να αντανακλά την ζωή στη χώρα του Νείλου.[43] Κάτω από την τριπλή επιρροή της ελληνικής γλώσσας, της αιγυπτιακής κουλτούρας και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, ο σχηματισμός μιας χαρακτηριστικής ελληνοαιγυπτιακής ταυτότητας ήταν ζήτημα ζωτικού ενδιαφέροντος για τους αιγυπτιώτες συγγραφείς. Σήμερα αποτελεί κοινή πίστη ότι η εκεί ελληνική κοινότητα είχε το πολιτιστικό προβάδισμα έναντι των λοιπών παροικιών.

Επιστήμες και τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπαρόκ κτίριο Mohamed Fieter στην οδό Σουλτάν Χασάν
Παρθένης Κωνσταντίνος, Τοπίο στην Αίγυπτο (Πιθανώς απεικονίζει το κανάλι Μαχμουντία στην Αλεξάνδρεια).

Το Μουσείο λειτουργούσε ως ανώτατο μορφωτικό και ερευνητικό κέντρο και ήταν εφοδιασμένο με διάφορα εργαστήρια, ζωολογικό και βοτανικό κήπο, αστεροσκοπείο και ξενώνες για τους επισκέπτες μελετητές. Στις εγκαταστάσεις του εργάστηκαν σημαντικοί επιστήμονες, όπως ο αστρονόμος Αρίσταρχος, ο Μαθηματικός Ευκλείδης, ο γεωγράφος Ερατοσθένης (ιδρυτής της επιστημονικής γεωγραφίας και της τοπογραφίας) και ο ιατρός και ανατόμος Ηρόφιλος ο Χαλκηδόνιος ο οποίος θεωρείται μαζί με τον διάδοχό του Ερασίστρατο θεμελιωτής της μεγάλης ιατρικής σχολής της Αλεξάνδρειας. Η φήμη της τελευταίας προσέλκυσε τον Γαληνό ο οποίος συμπλήρωσε τις ανατομικές σπουδές του κοντά στον Ηρακλειανό, γιο του ανατόμου Νουμισιανού, και στη συνέχεια επέστρεψε στην πατρίδα του την Πέργαμο το 157 σε ηλικία 28 ετών. Στον τομέα της εφαρμοσμένης μηχανικής διέπρεψαν οι εφευρέτες Ήρων ο Αλεξανδρεύς, Κτησίβιος και Φίλων ο Βυζάντιος που κατασκεύασαν πολεμικές μηχανές, βαρούλκα, αντλίες, αυτόματες πνευματικές μηχανές κ.α.[44] Ένας από τους τελευταίους Έλληνες μαθηματικούς που εργάστηκαν στην Αλεξάνδρεια ήταν ο Πάππος που γεννήθηκε εκεί κατά τον 4ο μ.Χ αιώνα. Σταδιακά, αρχής γενομένης από την πυρκαγιά του 47 που εικάζεται ότι κατέκαψε το Βρουχείο και στη συνέχεια με την ισοπέδωσή του τελευταίου από τον Αυρηλιανό κατά την αντιπαράθεσή του με τη βασίλισσα Ζηνοβία, οι βιβλιοθήκες υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Το 391 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος απαγόρευσε τη δημόσια λατρεία στα ιδρύματα της αρχαίας θρησκείας[45] και στη συνέχεια συνέστησε την καταστροφή των ναών και των συμβόλων της ως το προσφορότερο μέσο για την καταστολή της.[46] Μεταξύ των δυσμενών επακόλουθων που επέφερε το εν λόγω διάταγμα ήταν η ισοπέδωση της «ακρόπολης» του Σαραπείου το 272 από Ζηλωτές μοναχούς και Ρωμαίους στρατιώτες.[47][48] Στη θέση του παλιού ναού και της βιβλιοθήκης του οι χριστιανοί κατασκεύασαν μεγάλη εκκλησία που περιείχε τα λείψανα του προφήτη Ελισαίου και του Ιωάννη του Βαπτιστή, καθώς και μοναστήρι με πολλούς μοναχούς που επιτηρούσαν την περιοχή για να αποτρέψουν συγκαλυμμένες εκδηλώσεις λατρείας των παγανιστών. Ακολούθησε η κατάληψη της Αλεξάνδρειας από τους Άραβες το 642 και η καταστροφή των βιβλίων της Βιβλιοθήκης με εντολή του χαλίφη Ομάρ.[49][50] Ωστόσο, αρκετοί μεταγενέστεροι μελετητές αμφισβητούν τις σχετικές μαρτυρίες λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε πριν την καταγραφή τους καθώς και των ενδεχόμενων πολιτικών κινήτρων των συγγραφέων.[51] Από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου οι τέχνες άνθησαν και κατασκευάστηκαν εξαιρετικά κτήρια που ακολουθούν διάφορα αρχιτεκτονικά στυλ (όπως αυτά του ιστορισμού, εκλεκτισμού, Αρ Νουβό κλπ.). Η Αλεξάνδρεια είναι γενέτειρα σπουδαίων καλλιτεχνών και επιστημόνων, όπως του ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη, του ιστορικού Έρικ Χόμπσμπαουμ και του αστρονόμου Ανδρέα Μιχαλιτσιάνου. Στη σύγχρονη πόλη υπάρχουν σημαντικά μουσεία που αφηγούνται την πολυτάραχη ιστορία της: το Εθνικό Μουσείο της Αλεξάνδρειας, το Ελληνορωμαϊκό Μουσείο, το Μουσείο Καβάφη, και το Μουσείο Καλών τεχνών. Σημαντική είναι και η νέα μεγαλοπρεπής βιβλιοθήκη της (Bibliotheca Alexandrina) που όντας υπό την αιγίδα της UNESCO φιλοδοξεί να αναβιώσει το μεγαλείο της παλαιάς.

Πανοραμική όψη της Αλεξάνδρειας
Πανοραμική όψη της Αλεξάνδρειας

Θρησκείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγιος Μάρκος ο Ευαγγελιστής

Η Αλεξάνδρεια θεωρείται γενέτειρα της χριστιανικής θεολογίας και ο ρόλος της στη διαμόρφωση παράλληλων απόψεων μεταξύ των χριστιανών, των νεοπλατωνικών και των Γνωστικών είναι τεκμηριωμένος. Εκεί αντιπαρατέθηκαν Εβραίοι, χριστιανοί, Γνωστικοί και παγανιστές και έδρασαν σημαντικές προσωπικότητες όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ωριγένης[52] και ο Φίλων ο Ιουδαίος που επηρέασε τη χριστιανική θεολογία ταυτίζοντας τον Λόγο των Στωικών με τη θεϊκή σοφία δια της οποίας κτίστηκε ο κόσμος. Αποτέλεσμα του αναπόφευκτου συγκρητισμού ήταν η δημιουργία διάφορων θεολογικών σχολών και αιρέσεων όπως ο μονοφυσιτισμός (Κόπτες), ο αρειανισμός και ο βασιλειδιανισμός. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τυχαίο το γεγονός ότι η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά (γνωστής ως Mετάφραση των Eβδομήκοντα) έλαβε χώρα στην Αλεξάνδρεια. Ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της πόλης ενισχυόταν και από την συνεχή εισροή βουδιστών μοναχών και Ινδών εμπόρων. Μερικοί μελετητές μάλιστα υποστηρίζουν ότι τα πρώτα μέλη του κοινοβίου των Θεραπευτών στην Μαρεώτιδα λίμνη είχαν σταλεί από τον Ασόκα κατά την εποχή του Πτολεμαίου Β΄. Λέγεται επίσης ότι η ονομασία της εν λόγω μοναχικής κοινότητας προέρχεται από τον εξελληνισμό του βουδιστικού όρου Thera-putta (-γιος του γηραιού- στη διάλεκτο Πάλι).[53][54]

Ιδρυτής της αλεξανδρινής Εκκλησίας θεωρείται ο Απόστολος Μάρκος. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση ο Μάρκος ήρθε στην Αλεξάνδρεια το έτος 42 και παρέμεινε επίσκοπός της για 22 έτη. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή η Αλεξάνδρεια θεωρούνταν το τρίτο σημαντικότερο κέντρο του χριστιανισμού, μετά τη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη. Ο Πάπας της ήταν δεύτερος τη τάξη μετά από τον επίσκοπο Ρώμης ενώ στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας εντάσσονταν το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής. Μετά τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας, που διενεργήθηκε στο ομώνυμο προάστιο της Κωνσταντινούπολης το 451 με κύριο στόχο την καταδίκη της αιρέσεως του μονοφυσιτισμού, η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας υπέστη σχίσμα και χωρίστηκε σε δύο μέρη, τους μονοφυσίτες και τους Μελκίτες (τους «βασιλικούς»). Οι πρώτοι προχώρησαν στη συγκρότηση της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας ενώ οι Μελκίτες συνέστησαν την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αλεξάνδρειας. Κατά τον 8ο, τον 9ο και τον 11ο αιώνα ξέσπασαν διωγμοί εναντίον των Κοπτών κατά τους οποίους πολλοί πιστοί εξαναγκάστηκαν σε βίαιο εξισλαμισμό και καταστράφηκαν πολυάριθμες εκκλησίες τους. Από τον 10ο αιώνα ξεκίνησε η εκλογή αραβόφωνων Πατριαρχών. Τον 19ο αιώνα Καθολικοί και προτεστάντες ιεραπόστολοι προσηλύτισαν αρκετούς από τους ακόλουθους των ορθόδοξων Εκκλησιών στα αντίστοιχα δόγματά τους. Παρότι η θρησκευτική ελευθερία στην Αίγυπτο είναι σήμερα συνταγματικά κατοχυρωμένη, οι Κόπτες ισχυρίζονται ότι υφίστανται διακρίσεις, θρησκευτικές και πολιτικές. Στη σύγχρονη Αλεξάνδρεια το 94% του πληθυσμού ασπάζεται τον ισλαμισμό (σουνιτικό δόγμα) που είναι η επίσημη θρησκεία. Το υπόλοιπο 6% αποτελείται κυρίως από Κόπτες χριστιανούς, με επικεφαλής τοπικό πατριάρχη και από μια μικρή κοινότητα Εβραίων. Στην Α. βρίσκεται επίσης η έδρα του Ορθόδοξου Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής. Η κάποτε ακμάζουσα εβραϊκή κοινότητα παρήκμασε γρήγορα μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1948. Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 οι περισσότεροι από τους 50.000 Εβραίους της παροικίας μετανάστευσαν στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ, τη Γαλλία τη Βραζιλία και σε άλλες χώρες. Η σημαντικότερη Συναγωγή στην Αλεξάνδρεια είναι αυτή του Ελιάχου Χαναβί.

Φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φιλόσοφος Υπατία

Ο σημαντικός φιλόσοφος της ύστερης αρχαιότητας και ιδρυτής του νεοπλατωνισμού Πλωτίνος (204-270) γεννήθηκε στην Λυκόπολη της Άνω Αιγύπτου και πήγε σε ηλικία είκοσι ετών στην Αλεξάνδρεια όπου πέρασε τα νεανικά του χρόνια. Άρχισε να ασχολείται με τη φιλοσοφία σε ηλικία 28 ετών κάτω από διάφορους δασκάλους, ωστόσο ο μόνος που τον ενέπνευσε πραγματικά ήταν ο πλατωνικός φιλόσοφος Αμμώνιος Σακκάς. Λέγεται μάλιστα ότι μετά το πέρας των σπουδών του ο τελευταίος του ζήτησε να κρατήσει κρυφές τις διδασκαλίες του. Σύμφωνα με τον Πλωτίνο ο κόσμος διαχωρίζεται σε νοητό και αισθητό. Η αληθινή ουσία βρίσκεται στον νοητό κόσμο, του οποίου το ανώτερο μέρος, το άριστο, είναι ο Νους. Οι ψυχές προέρχονται από τον νοητό κόσμο ο οποίος βρίσκεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Η σκέψη του Πλωτίνου έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από το έργο Εννεάδες, του μαθητή του Πορφύριου. Η ύστερη αλεξανδρινή νεοπλατωνική σχολή επικεντρώθηκε στη μελέτη της φιλοσοφίας και των μαθηματικών. Οι ρίζες της ανάγονται στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αιώνα και κύριοι εκπρόσωποί της υπήρξαν ο μαθηματικός Θέωνας και η κόρη του Υπατία που θανατώθηκε από όχλο φανατικών χριστιανών. Παρά τις περί του αντιθέτου εικασίες δεν υπάρχουν αποδείξεις για την άμεση αυτουργία των Παραβαλάνων στον φόνο της φιλοσόφου.[55][56] Οι τελευταίοι συγκροτούσαν ένα παραεκκλησιαστικό σώμα 500 ανδρών, ελεγχόμενο από τον Αρχιεπίσκοπο Αλεξάνδρειας Κύριλλο.[57] Τα ηνία της σχολής ανέλαβε αργότερα ο Έλληνας φιλόσοφος Αμμώνιος, γιος του Ερμείου (περ. 440-520 μ.Χ.) που είχε σπουδάσει στην Αθήνα κοντά στον Πρόκλο. Ο Δαμάσκιος παραδίδει με εμφανή σκωπτική διάθεση ότι κατά το διωγμό των παγανιστών στην Αλεξάνδρεια, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 480, ο Αμμώνιος ενέδωσε σε παραχωρήσεις προς τις χριστιανικές αρχές (προφανώς ως προς τις δοξασίες που επιτρεπόταν να διδάξει). Μαθητές του Αμμώνιου υπήρξαν ο Ολυμπιόδωρος, ο Ασκληπιός από τις Τράλλεις, ο Ιωάννης Φιλόπονος, ο Δαμάσκιος και ο Σιμπλίκιος. [58] Άλλοι γνωστοί φιλόσοφοι της αλεξανδρινής νεοπλατωνικής σχολής ήταν ο μαθητής της Υπατίας Συνέσιος από την Κυρήνη, ο Ασκληπιόδωρος ο Αλεξανδρεύς, ο Ιεροκλής και ο Στέφανος ο Αλεξανδρεύς με τον οποίο θεωρείται ότι έληξε η δράση της. Παρ' όλα αυτά ο τελευταίος συνέχισε τη διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, μεταφέροντας κατά κάποιον τρόπο το πνεύμα της σχολής στο Βυζάντιο. Οι επιρροές της αλεξανδρινής σχολής στην αραβική φιλοσοφία είναι κάτι παραπάνω από ευκρινείς.[59] Οι εν λόγω διεργασίες ξεκίνησαν τον όγδοο αιώνα και τελείωσαν κατά τον ενδέκατο. Εύκολα θα μπορούσε να διακρίνει κανείς στη σκέψη του Αραμπί και του Αβικένα το επιστέγασμα του έργου του Αμμώνιου και των διαδόχων του. Η Αλεξανδρινή φιλοσοφία συνέχισε να γαλουχεί την αραβική σκέψη τουλάχιστον μέχρι την εποχή του Αβερρόη.

Αρχαιολογικές ανασκαφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κεφαλή αγάλματος Μεγάλου Αλεξάνδρου στο Εθνικό Μουσείο Αλεξάνδρειας. Ανακαλύφθηκε το 2009 από την αρχαιολόγο Καλλιόπη Λιμναίου-Παπακώστα.

Παλαιότερος ερευνητής-αρχαιολόγος της Αλεξάνδρειας θεωρείται ο Αιγύπτιος αστρονόμος Μαχμούντ Μπέι αλ Φαλάκι που ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με τα τείχη και την τοπογραφία της πόλης. Η πρώτη συστηματική έρευνα διεξήχθη το 1895 από τον Ντέιβιντ Τζωρτζ Χόγκαρθ σε συνεργασία με την Εταιρεία για την Προαγωγή των Ελληνικών Σπουδών (SPHS) και το Ταμείο Εξερεύνησης της Αιγύπτου. Στη συνέχεια, μια γερμανική αποστολή ανακάλυψε το 1898–1899 στο βορειοανατολικό διαμέρισμα της πόλης αρχαίες οδούς και κατάλοιπα πτολεμαϊκής κιονοστοιχίας. Σημαντικότερα ευρήματα ήρθαν στο φως το 1892 όταν ο Τζουζέπε Μπότι, ο πρώτος διευθυντής του Ελληνορωμαϊκού Μουσείου, ανακάλυψε μαζί με τον Έλληνα αρχαιολόγο Τάσσο Νερούτσο τις κατακόμβες του Κομ Ελ Σουκάφα (λόφου των οστράκων). Πρόκειται για μια υπόγεια νεκρόπολη που αποτελείται από τρεις ορόφους και διαθέτει αίθουσα εστιάσεων, το λεγόμενο «νεκρικό τρικλίνιο», όπου οι συγγενείς παρέθεταν δείπνο προς τιμήν των νεκρών.[60] Ο Μπότι και η ομάδα του συνέχισαν τις ανασκαφές το 1895 και το 1896 στην περιοχή της στήλης του Πομπήιου και αποκάλυψαν τις υποδομές ενός μεγάλου κτιρίου με τεράστιους υπόγειους χώρους. Βάσει του μεγέθους και της έκτασης των εν λόγω θεμελίων καθώς και των στοιχείων που προέκυψαν από την αξιολόγηση των υπόλοιπων ευρημάτων εικάζεται ότι πρόκειται για το Σαράπειο. Σε αυτό τον ναό πιστεύεται ότι ανήκε ένας ταύρος από βασάλτη που συντηρείται σήμερα στο μουσείο. Εξάλλου, μια ομάδα αρχαιολόγων και ιστορικών του Πολωνικού Κέντρου Μεσογειακής Αρχαιολογίας που διενεργεί έρευνα από το 1960 στην περιοχή Κομ ελ Ντικά έφερε στο φως το καλοδιατηρημένο θέατρο της πόλης καθώς και ρωμαϊκά λουτρά. Οι εργασίες για την συντήρηση των ευρημάτων και την κατάλληλη διευθέτηση της περιοχής συνεχίζονται μέχρι σήμερα με στόχο την αύξηση της επισκεψιμότητας. Από το 1997-2000, λίγο πριν από την κατασκευή του καινούργιου υπερυψωμένου δρόμου που συνδέει τον δυτικό λιμένα με τον αυτοκινητόδρομο του Καΐρου, μια γαλλική αποστολή διάσωσης υπό τον Ζαν Ιβ Αμπερέρ ανέσκαψε τμήμα της νεκρόπολης του Γκαμπαρί.[61][62] Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί περί τις 16 αίθουσες με θυρίδες για τις σορούς, επιγραφές με ονόματα εργολάβων και νεκρών, διάφορα κτερίσματα, εγχάρακτοι σταυροί, η λέξη Χαίρε, κλπ. Ο Αμπερέρ[63] είναι επίσης γνωστός για την ενασχόληση του με τις ενάλιες έρευνες. Στη θαλάσσια περιοχή γύρω από το φρούριο Κάιτ Μπέη ανακάλυψε χιλιάδες δομικούς ογκόλιθους, κίονες μεγάλων διαστάσεων, βάσεις κορινθιακών κιονοκράνων, σφίγγες, οβελίσκους κλπ.[64][65] Στον ίδιο τομέα δραστηριοποιείται από το 1990 και ο "ανταγωνιστής" του Αμπερέρ, ο Φρανκ Γκοντιό,[66][67] που εργάζεται στην άλλη πλευρά του λιμανιού, απέναντι από το φρούριο. Ο Γκοντιό και η ομάδα του εντόπισαν κίονες, αγάλματα, σφίγγες και κεραμική που συνδέονται με τα βασιλικά ενδιαιτήματα των Πτολεμαίων και σχεδίασαν την ακτογραμμή του αρχαίου λιμένα. Από ελληνικής πλευράς η σκαπάνη της αρχαιολόγου Καλλιόπης Λημναίου-Παπακώστα, διευθύντριας του Ελληνικού Ινστιτούτου Έρευνας Αλεξανδρινού Πολιτισμού (Ε.Ι.Ε.Α.Π.), έχει αποκαλύψει στο πάρκο Σαλαλάτ το μοναδικό -μέχρι σήμερα- δημόσιο κτίριο της ελληνιστικής-πτολεμαϊκής περιόδου και ένα ωραιότατο άγαλμα του Αλέξανδρου.[68][69][70]

Ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού. Ορισμένοι συγγραφείς εικάζουν ότι ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου προσομοίαζε με αυτήν τη μορφή.

Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς έχουν αναφερθεί στη σωρό και τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου[71] και έχουν περιγράψει τις μετακινήσεις, τις κλοπές πολύτιμων κτερισμάτων και τις ζημιές που έχει υποστεί ανά τους αιώνες τόσο από τους Πτολεμαίους όσο και από Ρωμαίους αυτοκράτορες. Μεταξύ των ετών 293-283 ο Πτολεμαίος IΙ Φιλάδελφος μετέφερε το σώμα του Αλέξανδρου από τη Μέμφιδα[72] όπου φυλασσόταν προσωρινά σε νεόδμητο μαυσωλείο στην Αλεξάνδρεια.[73] Το 215 π.Χ. ο Πτολεμαίος Δ΄Φιλοπάτωρ θεώρησε ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να ταφεί μαζί με τους προηγούμενους Πτολεμαίους και κατασκεύασε προς τούτο νέο περίκλειστο ταφικό συγκρότημα στο κέντρο της πόλης, το Σήμα ή Σώμα, στο οποίο τον μετέφερε.[74][75] Ένας από τους επιγόνους του, ο Πτολεμαίος X (ο επονομαζόμενος Παρείσακτος ή Κόκκης), αντικατέστησε τη χρυσή σαρκοφάγο του στρατηλάτη με γυάλινη (περ. 89-90 π.Χ.) και αφού την έλειωσε έκοψε νομίσματα για να αποπληρώσει το μισθοφορικό του στράτευμα.[76] Το παράδειγμά του ενέπνευσε την Κλεοπάτρα VII η οποία αφαίρεσε χρυσά αντικείμενα από τον τάφο για να χρηματοδοτήσει τον συνεχιζόμενο πόλεμο με τον Οκταβιανό.[77] Μετά την επικράτηση του το 30 π.Χ. ο τελευταίος απόθεσε άνθη και χρυσό στεφάνι στη σωρό αλλά από απροσεξία τού κατέστρεψε τη μύτη.[78] Ο Σουητώνιος αναφέρει ότι ο Καλιγούλας [περί το 40 μ.Χ.] είχε αποσπάσει τον θώρακα του Αλέξανδρου και τον φορούσε τακτικά.[79] Με τη σειρά του ο Ιούλιος Καίσαρας απέτισε φόρο τιμής στον γιο του Φίλιππου. Στη σχετική του περιγραφή (γύρω στο 60 μ.Χ.) ο Λουκανός, αναφερόμενος απαξιωτικά στον Αλέξανδρο και τους Πτολεμαίους[80] περιγράφει το Σώμα ως υπόγειο τεχνητό σπήλαιο και τους τάφους των Πτολεμαίων ως «καλυμμένους με αγανακτισμένες πυραμίδες και μαυσωλεία».[81] Ο Λατίνος συγγραφέας χρησιμοποιεί τη λέξη «Μαυσωλείο», πράγμα που παραπέμπει στο μεγαλοπρεπές μνήμα του σατράπη της Καρίας Μαύσωλου στην Αλικαρνασσό, μια πόλη που βρισκόταν επί σειρά ετών υπό πτολεμαϊκή ηγεμονία.[82] Η πιθανότητα να είχε κατασκευάσει ο Φιλοπάτωρας ένα κυκλικό ή κυλινδρικό μαυσωλείο για τον Αλέξανδρο υποστηρίζεται και από τη μορφή τριών παρόμοιων μεταγενέστερων τάφων, του μαυσωλείου του Αύγουστου στη Ρώμη και δύο τάφων στην Αλγερία (τον «τάφο της Χριστιανής» και αυτόν του Μέντρασεν). Οι αλγερινοί τάφοι ενσωματώνουν στη δομή τους κάπου 50 κίονες και έχουν πεπλατυσμένο κωνικό δώμα επί του οποίου πιθανώς υπήρχαν αγάλματα ή πυραμοειδής οροφή. Το 199 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σεβήρος επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια και αφού μετέφερε διάφορα απόκρυφα βιβλία στο μαυσωλείο, το σφράγισε για να αποφευχθούν οι περαιτέρω επισκέψεις.[83] Η τελευταία έγκυρη πηγή που αναφέρεται στο μαυσωλείο είναι ο Ηρωδιανός, ο οποίος λέει ότι ο αυτοκράτορας Καρακάλλας απέθεσε προσωπικά του αντικείμενα στη σωρό (215 μ.Χ.).[84] Ο Δίων Κάσσιος συμπληρώνει ότι κατά την παραμονή του στην Αλεξάνδρεια ο τελευταίος έκτισε τείχος γύρω από την ανακτορική περιοχή.[85] Αυτό ίσως σχετίζεται με την ισοπέδωση του Βρουχείου από τον Διοκλητιανό το 298 μ.Χ. κατά την αντιπαράθεσή του με το στρατό της Ζηνοβίας που είχε οχυρωθεί στην πόλη. Εξάλλου, το 365 η Αλεξάνδρεια επλήγη από δυνατό σεισμό και αμέσως μετά από τσουνάμι. Από τότε τα ίχνη του μαυσωλείου χάνονται. Ωστόσο, κατά διαστήματα εμφανίζονται διάφοροι ερευνητές, ερασιτέχνες και μη, που υποστηρίζουν ότι ανακάλυψαν τον τάφο ή παρέχουν σχετικές πληροφορίες. Για παράδειγμα, το 1850 ο Αμβρόσιος Σκυλίτσης, δραγουμάνος της Ρωσικής πρεσβείας, ισχυρίστηκε πως είδε τη σωρό του Αλέξανδρου μέσα σε γυάλινο φέρετρο στο τζαμί του Προφήτη Δανιήλ (Νάμπι Ντάνιελ), ενώ τo 1863 o Μαχμούντ ελ Φαλάκι δήλωσε στον Γιάκουμπ Άρτεν πασά ότι ο Αλέξανδρος βρισκόταν στα υπόγεια του ως άνω τζαμιού.[86] Σημειώνεται ότι αυτή η άποψη υποστηριζόταν την ίδια εποχή και από τον Έλληνα γιατρό Νερούτζο Μπέη. Παρ’ όλα αυτά στις πολωνικές ανασκαφές του 1956 δεν ανακαλύφθηκε πτολεμαϊκό αρχαιολογικό στρώμα σε αυτή την περιοχή.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρωμολιθογραφείο και χαρτοποιεία Κ. Ι. Λαγουδάκη & Σια στην Αλεξάνδρεια (περ. 1901)

Η Αλεξάνδρεια είναι ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά κέντρα της ευρύτερης περιοχής. Πάνω από το 70% του αιγυπτιακού εμπορίου (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, βαμβάκι, φρούτα, λαχανικά, διάφορα επεξεργασμένα προϊόντα κλπ.) περνάει από το λιμάνι της (ικανότητα διακίνησης 36,8 μ. τόνων στην Αλεξάνδρεια και 22,1 μ. τόνων στον λιμένα της Δεκέλειας). Η μεταπολεμική βελτίωση των οικονομικών δεικτών της οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στο αναπτυξιακό πρόγραμμα του Νάσερ κατά τη δεκαετία του ʼ60, που έδωσε έμφαση στη βιομηχανία επεξεργασίας τροφίμων και στην υφαντουργία. Μεγάλο ρόλο ως προς αυτό διαδραμάτισε και η ανακάλυψη το 1976 αποθεμάτων φυσικού αερίου στο Αμπού Μαντί και στον κόλπο του Αμπουκίρ (Ίντκου, 40 χλμ. ανατολικά της Α.) όπου δημιουργήθηκαν εγκαταστάσεις υγροποίησης. Η Δεκέλεια (7 χλμ. δυτικά της Α.) εξελίχθηκε σε μεγάλο κέντρο κατεργασίας σιδήρου και χάλυβος. Τα διυλιστήρια αναβαθμίστηκαν και στα τέλη της δεκαετίας του ʼ70 αποπερατώθηκε ένας αγωγός αργού πετρελαίου που ξεκινάει από τη Μεσόγειο, κοντά στην Α. και καταλήγει στην πόλη του Σουέζ. Ένας άλλος αγωγός συνδέει τα διυλιστήρια πετρελαίου της Μοστορόντ, στη βόρεια περιφέρεια του αστικού πυρήνα του Καΐρου, με την Α. Οι βιομηχανικές δραστηριότητες στην Α. (παραγωγή πετροχημικών και τσιμέντου, κατασκευές, επεξεργασία τροφίμων, βυρσοδεψία, λατομεία ασβεστόλιθου, βιομηχανίες επεξεργασίας χάρτου και ρυζιού κ.α.) αντιστοιχούν στο 40% της εθνικής βιομηχανικής παραγωγής. Η κατάταξή τους βάσει του αριθμού των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται ανά τομέα (στοιχεία του έτους 2013) έχει ως εξής: τρόφιμα, γεωργία και κτηνοτροφία (350), υφαντουργία (284), χημικά (176), πλαστικά και ελαστικά (101).[87] Είναι άξιο σημείωσης ότι η Α. είναι ο μοναδικός παραγωγός αιθυλενίου και πολυαιθυλενίου σε εθνικό επίπεδο. Εξάλλου, το 2013 ξεκίνησε στη Δεκέλεια η παραγωγή πολυστερίνης σε νεόδμητο εργοστάσιο. Σημαντικοί για την τοπική οικονομία θεωρούνται επίσης οι τομείς της ναυτιλίας, του τουρισμού, της εφοδιαστικής, και των τραπεζικών υπηρεσιών. Η συνεισφορά της ελληνικής παροικίας στην οικονομική ζωή της Αλεξάνδρειας δεν μπορεί να υπερτονιστεί. Οι πρώτες τράπεζές της δημιουργήθηκαν από Έλληνες (Τράπεζα της Αλεξανδρείας και Γενική Τράπεζα της Αλεξανδρείας). Εξάλλου οι ομογενείς αγρότες ήταν οι πρώτοι που οργάνωσαν την καλλιέργεια του βαμβακιού και του καπνού με συστηματικό τρόπο και στη συνέχεια έγιναν οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς.[88] Άλλοι τομείς δραστηριοποίησής τους ήταν οι βιομηχανίες τροφίμων, ελαιόλαδου και γλυκισμάτων, η οινοπαραγωγή, τα αρωματικά σαπούνια, η εστίαση κ.α.[89][90] Η Αλεξάνδρεια ανέδειξε πληθώρα εθνικών ευεργετών. Μεταξύ τους διακρίνονται οι Μιχαήλ Τοσίτσας, Γεώργιος Αβέρωφ, Εμμανουήλ Μπενάκης και Αντώνης Μπενάκης.

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κίτρινο τραμ

Η Αλεξάνδρεια συνδέεται με άλλες αιγυπτιακές πόλεις μέσω του οδικού και του σιδηροδρομικού της δικτύου, αεροπορικώς, καθώς και με το κανάλι Μαχμουντίγια, μήκους 77 χλμ., που φτάνει ως τον Νείλο. Οι μεταφορές εντός της πόλης γίνονται με τραμ και με ένα σύστημα λεωφορείων και ταξί. Το δίκτυο του τραμ ξεκινά από την ανατολική περιοχή Ράμλα και τελειώνει στη Βικτώρια, στον δυτικό τομέα. Τα περισσότερα οχήματα είναι μπλε, αλλά υπάρχουν και μερικά κίτρινα με διαφοροποιημένες διαδρομές ως προς τα πρώτα. Από αυτά μόνο όσα φέρουν τους αριθμούς 1 και 2 φτάνουν ως τη Βικτώρια. Η κύρια σιδηροδρομική σύνδεση με το Κάιρο έχει αναβαθμιστεί αρκετές φορές, ενώ η πόλη είναι αφετηρία της γραμμής Αλεξάνδρεια- Σαλούμ (κοντά στα λιβυκά σύνορα). Υπάρχει επίσης προαστιακός σιδηρόδρομος που ξεκινά από τον Σταθμό Μισρ και καταλήγει στο Αμπουκίρ. Ο αυτοκινητόδρομος που συνδέει την Αλεξάνδρεια με το Κάιρο διέρχεται μέσα από την έρημο και θεωρείται ένας από τους καλύτερους της Αιγύπτου. Τα διεθνή αεροπορικά δρομολόγια εξυπηρετούνται από το αεροδρόμιο του Μποργκ Ελ Αράμπ (βρίσκεται εικοσιπέντε χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης), ενώ οι εσωτερικές πτήσεις διεξάγονται κυρίως από το λεγόμενο «Διεθνές Αεροδρόμιο» Ελ Νόζα, κατασκευασμένο με επιχώσεις στη λίμνη Μαρεώτιδα. Η Αλεξάνδρεια έχει τέσσερεις λιμένες, τον Δυτικό, που είναι ο κύριος λιμένας της χώρας, τον Λιμένα της Δεκέλειας δυτικά του προηγούμενου, τον Ανατολικό, στον οποίο ελλιμενίζονται σκάφη αναψυχής και τον λιμένα του Αμπουκίρ στη νοτιοανατολική περιοχή του Κυβερνείου της Αλεξάνδρειας. Τα εμπορικά λιμάνια της πόλης διακινούν μεγάλο μέρος του συνολικού εθνικού εμπορευματικού όγκου.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλεξάνδρεια έχει ζεστό και ξηρό κλίμα, με μέση μέγιστη θερμοκρασία που κυμαίνεται μεταξύ 18,4oC τον Ιανουάριο και 30,4oC τον Αύγουστο. Ο μέσος όρος της μηνιαίας σχετικής υγρασίας είναι 68.4%, και μεταβάλλεται μεταξύ ενός ελαχίστου 64.7% τον Απρίλιο και ενός μεγίστου 71.3% τον Ιούλιο. Η μέση ταχύτητα του ανέμου δεν έχει σημαντικές μεταπτώσεις και διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα, γύρω στα 13 χλμ./ώρα. Η μέση ετήσια βροχόπτωση φτάνει τα 170-190 χλστ. στις παράκτιες περιοχές, ενώ η μέγιστη ημερήσια δεν ξεπερνά τα 64,4 χλστ. Ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος είναι οι ψυχρότεροι μήνες, με τυπικές μέγιστες ημερήσιες θερμοκρασίες 12oC-18oC και ελάχιστες που κάποτε φτάνουν τους 0oC. Οι θερμότεροι μήνες είναι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος με μέση μέγιστη ημερήσια θερμοκρασία 30oC.

Κλιματικά δεδομένα Αλεξάνδρεια
Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μαι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ Έτος
Μέγιστη Υψηλότερη °C (°F) 29.6 33
(91)
40
(104)
41
(106)
45
(113)
43.8 43
(109)
38.6 41.4 38.2 35.7 31
(88)
45
Μέση Υψηλότερη° C (°F) 18.4 19.3 20.9 24
(75)
26.5 28.6 29.7 30.4 29.6 27.6 24.1 20.1 24,9
Μέση Ημερήσια °C (°F) 13.4 13.9 15.7 18.5 21.2 24.3 25.9 26.3 25.1 22
(72)
18.7 14.9 20
(68)
Μέση Χαμηλότερη °C (°F) 9.1 9.3 10.8 13.4 16.6 20.3 22.8 23.1 21.3 17.8 14.3 10.6 15,8
Ελάχιστη Χαμηλότερη °C (°F) 0
(32)
0
(32)
2.3 3.6 7
(45)
11.6 17
(63)
17.7 14
(57)
10.7 1
(34)
1.2 0
(32)
Βροχόπτωση mm (ίντσες) 52.8
(2.079)
29.2
(1.15)
14.3
(0.563)
3.6
(0.142)
1.3
(0.051)
0.01
(0.0004)
0.03
(0.0012)
0.1
(0.004)
0.8
(0.031)
9.4
(0.37)
31.7
(1.248)
52.7
(2.075)
195,94
(7,7142)
υγρασίας 69 67 67 65 66 68 71 71 67 68 68 68 67,92
Μέσες ημέρες βροχόπτωσης (≥ 0.01 mm) 11 8.9 6 1.9 1.0 0.04 0.04 0.04 0.2 2.9 5.4 9.5 46,92
Μέσες μηνιαίες ώρες ηλιοφάνειας 192.2 217.5 248 273 316.2 354 362.7 344.1 297 282.1 225 195.3 3.307,1
Πηγή #1: Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός (OHE),[91] en:Hong Kong Observatory Για ηλιοφάνεια και μέσες θερμοκρασίες,[92] Κλιματικές καταχωρίσεις για σχετική υγρασία[93]
Πηγή #2: Voodoo Skies and Bing Weather[94] για καταγραμμένες ακραίες θερμοκρασίες
Μέση θερμοκρασία θαλάσσης[95]
Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Μαι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ
18 °C (64 °F) 17 °C (63 °F) 17 °C (63 °F) 18 °C (64 °F) 20 °C (68 °F) 23 °C (73 °F) 25 °C (77 °F) 26 °C (79 °F) 26 °C (79 °F) 25 °C (77 °F) 22 °C (72 °F) 20 °C (68 °F)

Διεθνείς σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αδελφοποιημένες πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλεξάνδρεια έχει αδελφοποιηθεί με τις παρακάτω πόλεις:

Πλατεία των Προξένων
Χώρα Πόλη
Flag of Kazakhstan.svg Καζακστάν Coat of arms of Almaty.svg Αλμάτι
Flag of Slovakia.svg Σλοβακία Coat of Arms of Bratislava.svg Μπρατισλάβα
Flag of Morocco.svg Μαρόκο Coat of arms of Morocco.svg Καζαμπλάνκα
Flag of the United States.svg Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής Seal of Cleveland, Ohio.png Κλίβελαντ
Flag of Romania.svg Ρουμανία ROU CT Constanta CoA.png Κωνστάντζα
Flag of South Africa.svg Νότια Αφρική DurbanCoatOfArms.jpg Ντέρμπαν
Flag of Turkey.svg Τουρκία ----- Σμύρνη
Flag of Bulgaria.svg Βουλγαρία Coat of arms of Bulgaria.svg Καζανλούκ
Flag of France.svg Γαλλία Blason-Marseille.png Μασσαλία
Flag of India.svg Ινδία Seal of Uttar Pradesh.png Κανπούρ
Flag of Azerbaijan.svg Αζερμπαϊτζάν Emblem of Azerbaijan.svg Γιεβλάχ
Flag of Armenia.svg Αρμενία Coat of Arms of Gyumri.gif Γκιουμρί
Flag of Cyprus.svg Κύπρος Limassol Logo.png Λεμεσός
Flag of Ukraine.svg Ουκρανία Coat of Arms of Odessa.svg Οδησσός
Flag of the People's Republic of China.svg Κίνα National Emblem of the People's Republic of China.svg Σαγκάη
Flag of Russia.svg Ρωσία Coat of Arms of Saint Petersburg (2003).png Αγία Πετρούπολη
Flag of Greece.svg Ελλάδα Seal of Thessaloniki.png Θεσσαλονίκη

Προσωπικότητες της Αλεξάνδρειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πανεπιστήμια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Πανεπιστήμιο της Αλεξάνδρειας

Στην Αλεξάνδρεια υπάρχουν αρκετά ιδρύματα ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης. Το Δημόσιο Πανεπιστήμιο της Αλεξάνδρειας συμμορφώνεται με το αιγυπτιακό πρόγραμμα σπουδών και διαθέτει σχολές αναγνωρισμένου κύρους, όπως αυτές της ιατρικής και της μηχανικής. Το Αιγυπτο-Ιαπωνικό Πανεπιστήμιο Επιστημών και Τεχνολογίας στη νέα πόλη Μπόργκ αλ Αράμπ ιδρύθηκε με τη συνεργασία των κυβερνήσεων της Αιγύπτου και της Ιαπωνίας το 2010 και είναι προσανατολισμένο στην έρευνα. Η Αραβική Ακαδημία Επιστήμης, Τεχνολογίας και Θαλάσσιων Μεταφορών είναι ημι-κρατικό εκπαιδευτικό ίδρυμα που προσφέρει δευτεροβάθμια εκπαίδευση καθώς και σπουδές για προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές. Θεωρείται το πλέον ευυπόληπτο πανεπιστήμιο της Αιγύπτου (μετά το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου), χάριν της παγκόσμιας αναγνώρισής του. Το Πανεπιστήμιο Σανγκόρ (Université Senghor) είναι ιδιωτικό πανεπιστήμιο που απευθύνεται κυρίως σε Αφρικανούς σπουδαστές και εστιάζει στις ανθρωπιστικές και τις πολιτικές επιστήμες καθώς και στη μελέτη των διεθνών σχέσεων. Το Κέντρο Ελληνιστικών Σπουδών Αλεξανδρείας επικεντρώνει την προσοχή του στην Ελληνιστική περίοδο, προσφέροντας στους φοιτητές του Μεταπτυχιακούς και Διδακτορικούς τίτλους σπουδών. Μεταξύ των υπόλοιπων ιδρυμάτων ανώτερης εκπαίδευσης διακρίνονται το Αλεξανδρινό Ινστιτούτο Tεχνολογίας (AIT) και το Πανεπιστήμιο "Φάρος". Το Πανεπιστήμιο της Αλεξάνδρειας διαθέτει Έλληνα εκπαιδευτικό για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας που είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Ελληνορωμαϊκής Αρχαιολογίας και Κλασσικών Σπουδών της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών.

Σχολεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κολλέγιο του Αγίου Μάρκου

Η Αλεξάνδρεια έχει μακρά παράδοση ως προς τη λειτουργία ξένων μορφωτικών ιδρυμάτων. Τα πρώτα ευρωπαϊκά σχολεία χρονολογούνται στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν Γάλλοι ιεραπόστολοι ξεκίνησαν να ιδρύουν γαλλικά σχολεία φιλανθρωπικού χαρακτήρα για να μορφώσουν τους Αιγύπτιους. Ένα από γνωστότερα γαλλικά καθολικά σχολεία είναι το κολλέγιο αρρένων του Αγίου Μάρκου που ιδρύθηκε το 1928 από τους Λασαλιανούς αδελφούς. Τα αγγλόγλωσσα σχολεία είναι σήμερα τα πλέον δημοφιλή. Στην Αλεξάνδρεια λειτουργούν η Τοσιτσαία-Πρατσίκειος Σχολή, ένα αμιγές ελληνικό δημοτικό σχολείο που λειτουργεί στο πλαίσιο της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης εξωτερικού, το Αβερώφειο Γυμνάσιο-Λύκειο που αναγέρθηκε με την χορηγία του Γ. Αβέρωφ το 1884 και ονομάσθηκε Τοσιτσαία-Αβερώφειος Σχόλη και η Πατριαρχική Σχολή "Άγιος Αθανάσιος". Σκοπός της τελευταίας είναι η επιμόρφωση και κατάρτιση του προσωπικού του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, που προέρχεται από τις χώρες της Αφρικής, στους τομείς Ελληνικής Γλώσσας, Ξένων Γλωσσών, Διαπολιτισμικών Αφρικανικών σπουδών, Γεωπονικής, Νοσηλευτικής και Νέων Τεχνολογιών.

Αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στάδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το στάδιο της Αλεξάνδρειας

Η Αλεξάνδρεια διαθέτει μακρά αθλητική παράδοση. Στο ενεργητικό της πιστώνεται η οργάνωση των Μεσογειακών Αγώνων του 1951 και των Παναραβικών του 1953. Στην πόλη υπάρχουν τα εξής αθλητικά κέντρα: το Στάδιο της Αλεξάνδρειας, το Στάδιο Μποργκ Ελ Άραμπ και το στάδιο Χαράς Ελ Χοντόντ. Και τα τρία έχουν κατασκευαστεί ως στάδια γενικών χρήσεων, αλλά χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για ποδοσφαιρικούς αγώνες. Το Στάδιο της Αλεξάνδρειας έχει κατασκευαστεί το 1929 και είναι το αρχαιότερο στάδιο της Αιγύπτου και γενικότερα της Αφρικής. Το 2006 υποδέχτηκε το Κύπελλο Εθνών Αφρικής. Η χωρητικότητά του αυξήθηκε κατά την ανακατασκευή του το 2009 και σήμερα μπορεί να φιλοξενήσει 19.676 φιλάθλους. Σήμερα είναι έδρα της Ελ-Κόρουμ. Το στάδιο Χαράς Ελ Χοντόντ (των Συνοριακών Φρουρών) έχει χωρητικότητα 22.000 θεατών. Ο στίβος του έχει τετραγωνική μορφή (με στροφές 900 αντί των συνηθισμένων πετάλων). Είναι έδρα της Χαράς Ελ Χοντόντ και της Ελ Ράτζα (της πόλης Μάρσα Ματρούχ). Το στάδιο Μποργκ Ελ Άραμπ βρίσκεται στο ομώνυμο θέρετρο, 50 χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξάνδρειας. Πρόκειται για το μεγαλύτερο στάδιο της Αιγύπτου και το δεύτερο μεγαλύτερο της Αφρικής. Έχει 86.000 θέσεις καθημένων και καταλαμβάνει έκταση 600 στρεμμάτων. Διαθέτει στίβο με οκτώ κουλουάρ, λίμνη στιπλ και σκάμματα για άλματα. Η σχεδίαση και η κατασκευή του έγιναν εξ’ ολοκλήρου από το Σώμα Μηχανικού του Αιγυπτιακού Στρατού (EAFCE). Είναι έδρα της Σμούχα και της Αλ Ιττιχάντ Αλ Σακαντάρι.

Αθλήματα και αθλητικοί σύλλογοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το σύνολο των αθλημάτων το ποδόσφαιρο καταλαμβάνει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των Αλεξανδρινών. Στην πόλη υπάρχουν αρκετοί ποδοσφαιρικοί σύλλογοι εκ των οποίων οι εξής τέσσερις έχουν διεκδικήσει κατά καιρούς σημαντικές θέσεις στο αιγυπτιακό πρωτάθλημα: Αλ Ιττιχάντ Αλ Σακαντάρι, Σμούχα, Χαράς Ελ Χοντόντ και Ελ Ολύμπι. Ο τελευταίος ιδρύθηκε το 1905 και είναι γνωστός κυρίως για τις επιτυχίες του στον Στίβο. Έχει κερδίσει αρκετά μετάλλια, τόσο σε διεθνείς αγώνες όσο και σε Ολυμπιάδες (τα 10 από τα 26 της Αιγύπτου). Τα λιγότερο δημοφιλή αθλήματα όπως το τένις, το Σκουός, το Water Polo και οι καταδύσεις ασκούνται με συνδρομή σε δημόσιους ή ιδιωτικούς κοινωνικούς και αθλητικούς συλλόγους, από τους οποίους οι κυριότεροι αναφέρονται παρακάτω. Από αυτούς οι τέσσερεις πρώτοι διακρίνονται για τις επιδόσεις στους στην καλαθοσφαίριση.

Ο αθλητικός σύλλογος Σμούχα

Αθλητικός σύλλογος «Αλεξάνδρεια» –«Σπόρτινγκ».

Σύλλογος Ιττιχάντ Αλ Σακαντάρι.

Σύλλογος Ελ Ολύμπι.

Αθλητικός σύλλογος Σμούχα –στη «Σμούχα».

Κάντρι Κλαμπ Αλεξάνδρειας.

Κάντρι Κλαμπ Ακακία.

Σύλλογος Ελ-Κόρουμ (Αραβικά نادي الكروم, Χρωμ).

Σύλλογος Χαράς Ελ Χοντόντ.

Αθλητικές εγκαταστάσεις θερέτρου Λαγκούν.

Ομογενειακοί αθλητικοί σύλλογοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελληνική παροικία έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα σπορ και οι αθλητές της σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες στο αιγυπτιακό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα[96][97] και σε πολλά άλλα αθλήματα. Ο πρώτος ομογενειακός γυμναστικός σύλλογος της Αλεξάνδρειας ήταν ο “Μίλων” που ιδρύθηκε το 1873 και διατηρήθηκε σε λειτουργία επί 40 χρόνια. Το 1905 ιδρύθηκε ο «Όμιλος Φιλάθλων Αλεξανδρείας», ένα αποκλειστικά γυμναστικό σωματείο. Ο Ελληνικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αλεξανδρείας ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1910 με πρωτοβουλία Ελλήνων ποδοσφαιριστών που αγωνίζονταν κάθε Κυριακή στο γήπεδο Ρόν Πουάν. Το 1922 δημιουργήθηκε ο ποδοσφαιρικός σύλλογος Άρης ο οποίος από το 1925 απέκτησε γυμναστήριο κοντά στο καζίνο Μπελβεντέρε και δραστηριοποιήθηκε στο χώρο του αθλητισμού. Με τον θαλάσσιο αθλητισμό ασχολείται από το 1909 μέχρι σήμερα ο Ελληνικός Ναυτικός Όμιλος Αλεξάνδρειας (ΕΝΟΑ). Το 1910 ιδρύθηκε η Αθλητική Ένωση Ελλήνων Αλεξανδρείας (Α.Ε.Ε.Α.) με την οποία συγχωνεύτηκε στη συνέχεια ο Ελληνικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αλεξανδρείας. Η Α.Ε.Ε.Α. διέθετε τμήματα ποδοσφαίρου, καλαθοσφαίρισης, πετοσφαίρισης, ενόργανης γυμναστικής, κλασικού αθλητισμού κ.α. Έδρα της είναι το κοινοτικό στάδιο της Ελληνικής Κοινότητας. Η Ένωση έχει συμμετάσχει σε αρκετά πανελλήνια πρωταθλήματα στίβου και έχει αποσπάσει σημαντικές διακρίσεις.[98][99] Έχει αναδείξει μεγάλους αθλητές από τους οποίους αρκετοί εντάχθηκαν στην εθνική ομάδα της Ελλάδας.[100]

Μουσεία, βιβλιοθήκες και θέατρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νέα βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας
  • Το Εθνικό Μουσείο της Αλεξάνδρειας διαθέτει περισσότερα από 1800 αντικείμενα που εκτίθενται σε διαφορετικούς ορόφους, σύμφωνα με την παλαιότητά τους. Το υπόγειο είναι αφιερωμένο στην προϊστορική και τη φαραωνική περίοδο, ο πρώτος όροφος στην ελληνορωμαϊκή εποχή και ο δεύτερος σε τεχνουργήματα κοπτικής και ισλαμικής τέχνης καθώς και σε αρχαιολογικά ευρήματα από πρόσφατες υποθαλάσσιες έρευνες.
  • Το Ελληνορωμαϊκό Μουσείο ιδρύθηκε το 1892 και διαθέτει μεγάλη συλλογή αρχαιοτήτων της πτολεμαϊκής και της ρωμαϊκής εποχής, από τον 3ο αιώνα π.Χ.-7ο αιώνα μ.Χ. Στις αίθουσές του εκτίθενται αγάλματα, αμφορείς, κεραμική, μωσαϊκά, κοσμήματα, σαρκοφάγοι, μούμιες, τάπητες και διάφορα αντικείμενα από γυαλί, μάρμαρο και χαλκό. Είναι κλειστό λόγω ανακαίνισης από το 2008.
  • Το Μουσείο Βασιλικών Κοσμημάτων περιέχει διάφορα κοσμήματα και πολύτιμους λίθους. Άνοιξε πρόσφατα τις πόρτες του για το κοινό μετά από γενική ανακαίνιση.
  • Το Μουσείο Καβάφη στεγάζεται στο σπίτι που έζησε ο ποιητής το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, στην οδό Σαρμ Ελ Σέικ 10 (η παλιά οδός Λέψιους). Περιέχει τη βιβλιοθήκη του ποιητή, άρθρα για τη ζωή και το έργο του, μεγάλο φάσμα βιβλιογραφικού υλικού, φωτογραφίες και προσωπικά του αντικείμενα.
  • Η Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη: Είναι σύγχρονη βιβλιοθήκη και ερευνητικό κέντρο· έχει κατασκευαστεί από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση και την Ουνέσκο στην περιοχή που πιστεύεται ότι βρισκόταν η αρχαία αδελφή της. Διαθέτει συνεδριακό κέντρο, πλανητάριο, έκθεση αρχαίων χειρογράφων και μουσείο με εκθέματα από ολόκληρο το φάσμα της αιγυπτιακής ιστορίας.
  • Η Όπερα της Αλεξάνδρειας ή θέατρο Σαγιέντ Νταρβίς κατασκευάστηκε το 1918 και λειτούργησε το 1921 ως Θέατρο Μωχάμετ Άλη. Το κτίριο σχεδιάστηκε από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Ζωρζ Μπαρόκ και η αρχιτεκτονική του ενσωματώνει ιταλικά και κλασσικά ευρωπαϊκά στοιχεία καθώς και χαρακτηριστικό διάκοσμο.

Ναοί της Αρχιεπισκοπής Αλεξανδρείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πατριαρχικός Ναός Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου εντός της Ιεράς Πατριαρχικής Μονής Αγίου Σάββα.
  • Καθεδρικός Ναός Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας.
  • Πατριαρχικός Ναός Αγίου Νικολάου Ιμβραημίας.
  • Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
  • Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών.
  • Ναός Προφήτου Ηλιού.
  • Πατριαρχικός Ναός Αγίας Παρασκευής Σίντι Μπίσρ.
Το τέμπλο του Αγίου Σάββα
  • Ναός Αγίου Αντωνίου.
  • Πατριαρχικός Ναός Αγίων Αναργύρων Αμπουκίρ.
  • Ναός Αγίου Γεωργίου Αντωνιαδείου – Κανισκερείου.
  • Ναός Αγίας Αικατερίνης Γενικού Ελληνικού Προξενείου Αλεξανδρείας.
  • Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου εντός του Κοιμητηρίου της Ελληνικής Κοινότητας.
  • Ναός Ιωσήφ του από Αριμαθαίας εντός του Κοιμητηρίου της Κοινότητας Αραβοφώνων.
  • Παρεκκλήσιο Αγίων Θεοδώρων, εντός του Πατριαρχικού Μεγάρου.
  • Παρεκκλήσιο Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου και Αγίου Νεκταρίου εντός της Ιεράς Πατριαρχικής Μονής Αγίου Σάββα.

Σημεία ενδιαφέροντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Στήλη του Πομπήιου, ένα από τα πιο γνωστά μνημεία της Αλεξάνδρειας, βρίσκεται στην αρχαία ακρόπολή της, κοντά στο αραβικό νεκροταφείο. Το συνολικό ύψος της (περιλαμβανομένης της βάσης) είναι 26,85 μέτρα και για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκε μονόλιθος γρανίτη. Η ονομασία της είναι παραπλανητική καθώς δεν σχετίζεται με τον Πομπήιο. Πρόκειται για θριαμβική στήλη προς τιμήν του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, που ανεγέρθηκε το 297/298 για τη νίκη του επί των στασιαστών οι οποίοι είχαν ανακηρύξει αυτοκράτορα τον Λούκιο Δομίτιο Δομιτιανό.
  • Οι κατακόμβες Κομ Ελ Σουκάφα (αραβική μετάφραση της αρχαιοελληνικής ονομασίας «Λόφος των οστράκων») βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τη στήλη του Πομπήιου και είναι προσβάσιμες μέσω μιας μεγάλης ελικοειδούς σκάλας. Αποτελούνται από λαβύρινθο πολλαπλών επιπέδων στον οποίο υπάρχουν δεκάδες θάλαμοι κοσμημένοι με λαξευμένους κίονες, αγάλματα και ρωμαιο-αιγυπτιακά θρησκευτικά σύμβολα. Υπάρχουν επίσης πολλές σαρκοφάγοι, νεκρικές κόγχες, καθώς και μεγάλη αίθουσα συμποσίων Ρωμαϊκού τύπου όπου οι συγγενείς των νεκρών παρέθεταν μνημόσυνα γεύματα. Οι κατακόμβες είχαν λησμονηθεί από τους Αλεξανδρινούς μέχρι την ανακάλυψή τους το 1900.
  • Ο ναός του Όσιρι στο προάστιο Αμπουσίρ (αρχαία Ταπόσιρι Μάγκνα), δυτικά της Αλεξάνδρειας· χτίσθηκε κατά την εποχή των Πτολεμαίων. Σήμερα είναι ερειπωμένος και σώζονται μόνο ο εξωτερικός τοίχος και οι πυλώνες. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν στην περιοχή νεκρόπολη ζώων, καθώς και τεκμήρια που στοιχειοθετούν την άσκηση της λατρείας τους. Εξάλλου, η ύπαρξη ερειπίων χριστιανικής εκκλησίας φανερώνει την αλλαγή χρήσης του ναού σε μεταγενέστερους αιώνες. Βρέθηκαν επίσης κατάλοιπα ρωμαϊκών λουτρών, κυματοθραύστης, αποβάθρες και γέφυρα. Κοντά στην παραλία υπάρχουν τα κατάλοιπα πύργου που κατασκευάστηκε από τον Πτολεμαίο II Φιλάδελφο. Ο εν λόγω πύργος ήταν ομοίωμα του Φάρου της Αλεξάνδρειας, υπό κλίμακα.
    Κατακόμβες Κομ Ελ Σουκάφα
  • Το Κάστρο Κάιτ Μπέη βρίσκεται στην είσοδο του ανατολικού λιμένα, στην ανατολική πλευρά της νήσου του Φάρου, εκεί που υψωνόταν κάποτε ο ομώνυμος φάρος. Κτίστηκε από τον Μαμελούκο σουλτάνο Αμπντούλ-Νάσερ Κάιτ Μπέη το 1477 για να προστατεύει την πόλη από τις επιδρομές των Σταυροφόρων. Σήμερα λειτουργεί ως ναυτικό μουσείο.
  • Η νεκρόπολη του Μουσταφά Κάμελ· σε αυτό το κοιμητήριο υπάρχουν τέσσερεις τάφοι πλούσια διακοσμημένοι και σε εξαίρετη κατάσταση, εκ των οποίων ο παλαιότερος χρονολογείται στον δεύτερο αιώνα π.Χ.
  • Το ρωμαϊκό αμφιθέατρο στην περιοχή Κομ Ελ-Ντίκα (2ος αιώνας μ.Χ.) διαθέτει 13 ημικυκλικά διαζώματα από λευκό και γκρίζο μάρμαρο και μπορεί να φιλοξενήσει 800 θεατές. Κατά την πτολεμαϊκή εποχή το αμφιθέατρο ήταν ενσωματωμένο στο Πάνειον (Κήποι του Πανός), ένα πάρκο αναψυχής που περιβαλλόταν από ρωμαϊκές βίλλες και λουτρά.
  • Το παλάτι Μοντάζα κτίστηκε το 1892 από τον Αμπάς Χιλμή Πασά, τον τελευταίο Χεδίβη της Αιγύπτου. Ένα από τα κτίρια του, το Χαραμλέκ, στεγάζει στο ισόγειό του καζίνο ενώ στους υψηλότερους ορόφους λειτουργεί μουσείο αντικειμένων της βασιλικής οικογένειας. Ένα άλλο κτίριο, το Σαλαμλέκ έχει διαμορφωθεί σε ξενοδοχείο πολυτελείας. Μέρος των κήπων του είναι ανοικτό στο κοινό.
  • Το Εθνικό Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας και Αλιευμάτων (δίπλα στο φρούριο Κάιτ Μπέη). Διαθέτει ενυδρείο και μουσειακά εκθέματα.
  • Το τζαμί Ελ-Μουσρί Αμπούλ-Αμπάς κτίστηκε το 1775 πάνω από τον τάφο του ομώνυμου Σούφι αγίου που έζησε κατά τον 13ο αιώνα. Ο μιναρές του έχει ύψος 73 μέτρα.
  • Το τζαμί Ατταρίν κτίστηκε το 370 και αρχικά ήταν εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Αθανάσιο. Μετατράπηκε σε τζαμί μετά τη μουσουλμανική κατάκτηση της Αιγύπτου.
  • Η γέφυρα Στάνλεϊ.
  • Οι Κήποι Αντωνιάδη και η ομώνυμη βίλα. Πρόκειται για δημόσιο πάρκο με πολλά αγάλματα που μαζί με τη βίλα αποτελούν ένα από τα δημοφιλή αξιοθέατα της πόλης. Λέγεται ότι η βίλα είναι μικρογραφία του ανακτόρου των Βερσαλλιών. Κτίστηκε το 1860 από τον Έλληνα τραπεζίτη σερ Τζον Αντωνιάδη από τη Λήμνο και σήμερα αποτελεί ιστορικό μνημείο.
  • Ο Ζωολογικός Κήπος της Αλεξάνδρειας.
  • Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας αποτελεί σημαντικό πόλο για τους Έλληνες της Αιγύπτου και διακρίνεται για την ιεραποστολική του δράση ανά την Αφρικανική Ήπειρο.
  • Η περίφημη παραλιακή λεωφόρος Κορνίς, με τους φοίνικες· καθ’ όλο το τεράστιο μήκος της (διασχίζει απόσταση 15 χιλιομέτρων) υπάρχουν εστιατόρια, αγορές και ιστορικά αξιοθέατα. Το δυτικό άκρο της βρίσκεται στο κάστρο Κάιτ Μπέη και το ανατολικό στην περιοχή των ανακτόρων Μοντάζα.
  • Το συγκρότημα Σαν Στέφανο απέχει 9 χιλιόμετρα από το κέντρο και περιλαμβάνει μαρίνα, εμπορικό κέντρο και το πεντάστερο ξενοδοχείο Four Seasons, ένα από τα υψηλότερα κτίρια της πόλης. Η κάτοψή του έχει σχήμα ημισελήνου και αυτό το χαρακτηριστικό εξασφαλίζει στο μεγαλύτερο μέρος του καταπληκτική θέα προς τη θάλασσα.



Η Αλεξάνδρεια στον κινηματογράφο, το θέατρο και τη λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχαία πόλη και οι άνθρωποί της αποτελούν ανεξάντλητη παρακαταθήκη από την οποία έχουν αντλήσει έμπνευση πολλοί σεναριογράφοι, σκηνοθέτες και δημιουργοί κινουμένων σχεδίων. Στο επίκεντρο της σχετικής μυθοπλασίας βρίσκονται κατά κύριο λόγο ιστορικές προσωπικότητες, όπως η Κλεοπάτρα, ο Μάρκος Αντώνιος και η Υπατία. Παραδείγματα τέτοιων παραγωγών είναι τα εξής: Αντώνιος και Κλεοπάτρα (φιλμ του 1908, 1913, 1972, 2015)· Αντώνιος και Κλεοπάτρα, τηλεοπτικό δράμα του 1974· Αντώνιος και Κλεοπάτρα, τραγωδία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ (1607)· Καίσαρ και Κλεοπάτρα, θεατρικό έργο που γράφτηκε το 1898 από τον Τζορτζ Μπέρναρντ Σω· Κλεοπάτρα, μίνι τηλεοπτική σειρά· Αστερίξ και Κλεοπάτρα, ταινία κινουμένων σχεδίων· Αστερίξ και Οβελίξ: Αποστολή Κλεοπάτρα· Αγορά (με θέμα την Υπατία) του Αλεχάντρο Αμενάμπαρ· Υπατία (θεατρικό έργο του 1900 στο οποίο πιθανώς πρωταγωνιστούσε η Μαίρη Άντερσον)· τηλεοπτική σειρά Κόσμος: Ένα προσωπικό ταξίδι· ο Καρλ Σαγκάν δίνει εδώ μια λεπτομερή περιγραφή του θανάτου της Υπατίας, συνδέοντάς τον με την καταστροφή της Βιβλιοθήκης· Τα μαθηματικά της Υπατίας, θεατρικό έργο του 2016.

Παραδείγματα κινηματογραφικών παραγωγών των οποίων η πλοκή τοποθετείται στο πρόσφατο παρελθόν είναι:

Η Πρωταγωνίστρια του θεατρικού έργου "Υπατία" του 1900 (πιθανώς η Μαίρη Άντερσον)

Τέσσερεις άνδρες και μία προσευχή (περιπέτεια του 1938)· Παγωνιά στην Αλεξάνδρεια, στρατιωτική περιπέτεια του 1958 (στις ΗΠΑ παρουσιάστηκε το 1961 ως Η επίθεση της ερήμουΙουστίνη, δράμα του 1969 εμπνευσμένο από την ομώνυμη νουβέλα του Λώρενς Ντάρρελ· Διαβατήριο για το Σουέζ, περιπέτεια του 1943 και Τοσούν πασά, τούρκικη κωμωδία του 1976.

Λογοτεχνικό φόρο τιμής στην Αλεξάνδρεια έχουν αποδώσει ο Καβάφης με το ποίημα «Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον», ο Λώρενς Ντάρρελ με την τετραλογία του «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» (Ιουστίνη, Βαλτάσαρ, Μαουντόλιβ, Κλέα) –που αποτέλεσε σταθμό στη λογοτεχνία– και ο Στρατής Τσίρκας στο τελευταίο μέρος της τριλογίας του «Ακυβέρνητες Πολιτείες», τη «Νυχτερίδα». Στην τριλογία Αραμπέσκ, του Τζον Κόρτνεϊ Γκρίμγουντ η Αλεξάνδρεια αποτελεί το σκηνικό μιας σειράς εναλλακτικών ιστορικών νουβελών. Επίσης, το βιβλίο «Αλεξάνδρεια: Η πόλη της μνήμης», του Μάικλ Χάαγκ, παρουσιάζει την πόλη με τα μάτια των Καβάφη, Ντάρελ και Φόρστερ. Με τη νουβέλα Μιραμάρ[101] (1967) ο Αιγύπτιος συγγραφέας Ναγκίμπ Μαχφούζ δημιούργησε ένα γεμάτο αντιθέσεις πορτραίτο της σύγχρονης μετααποικιακής πόλης. Όπως συμβαίνει και με άλλα έργα του Μαχφούζ, το Μιραμάρ είναι γεμάτο αλληγορίες. Η ηρωίδα του – σύμβολο της Αιγύπτου, μια όμορφη αλλά αμόρφωτη κοπέλα που αποτελεί το μήλο της έριδος για τους ενοίκους της πανσιόν Μιραμάρ όπου εργάζεται, άγεται και φέρεται από τις αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις τους. Οι τελευταίοι αντιπροσωπεύουν κύκλους προσκείμενους στην κυβέρνηση του Νάσερ, διάφορες πολιτικο-θρησκευτικές οργανώσεις, την ανώτερη εύπορη τάξη, τους Ευρωπαίους, τους Αιγύπτιους εθνικιστές κλπ. Το 1988 η Σουηδική Ακαδημία Γραμμάτων τίμησε τον Μαχφούζ με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το Αλεξάνδρεια της Λίντσεϊ Ντέιβις είναι μια ιστορία μυστηρίου, με ήρωα τον Μάρκους Ντίντιους Φάλκο, πληροφοριοδότη, αυτοκρατορικό πράκτορα και ιδιωτικό ντετέκτιβ των ρωμαϊκών χρόνων (2009). Άλλες σχετικές ελληνικές εκδόσεις είναι: Το φεγγάρι έσβησε στην Αλεξάνδρεια, Πολυζωίδης Απόστολος 2011· Φάρος και φαρίσκος, Ιστορίες της Αλεξάνδρειας και ένα κείμενο του Γιώργου Σεφέρη για τον Ε. Μ. Φόρστερ, Forster, Edward Morgan· Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας, Τζίλλιαν Μπράντσοου· Ο λύχνος της Ανατολής, Φωτίου Ελένη· Έξοδος από την Αίγυπτο, Ασιμάν Αντρέ 1951· Οι σκιές που αναζητάς στην Αλεξάνδρεια, Φιλίππου Μάρω 2013· Μέρες Αλεξάνδρειας, Στεφανάκης Δημήτρης Γ.· Στην Αλεξάνδρεια ζάχαρη και στο Μισίρι ρύζι, Γκιάλη, Έλεν - Έλλη 2011.

Η ζωή της Υπατίας εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μυθοπλασίας για συγγραφείς διαφόρων εθνικοτήτων. Έργα που εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία είναι: Υπατία: Επιστήμων της Αλεξάνδρειας (Ipazia, scienziata alessandrina) του Ιταλού Αντριάνο Πέτα· Η Υπατία και η αιωνιότητα (Hypatia y la eternidad) του Ισπανού Ραμόν Γκάλι· Η Ανάμνηση της Υπατίας: μια νουβέλα της αρχαίας Αιγύπτου, του Μπράιαν Τρεντ· Υπατία, ή νέοι εχθροί με παλιό πρόσωπο μια νουβέλα του Τσάρλς Κίνγκσλεϊ (1853)·Η Συνομωσία για τη σωτηρία του Σωκράτη, του Πωλ Λέβινσον (2006) · Αίρεση: η ζωή του Πελάγιου (2012), του Ντέιβιντ Λάβτζοϊ και το Αζαζίλ, του Αιγύπτιου συγγραφέα Γιούσεφ Ζιντάν που περιγράφει τις θρησκευτικές έριδες εκείνης της εποχής μέσα από τα μάτια ενός καλόγερου. Μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στην Υπατία.

Οι περιπέτειες της Κλεοπάτρας και του Μάρκου Αντώνιου –αληθινές ή φανταστικές– συνεχίζουν μέχρι σήμερα να εμπνέουν πολλούς συγγραφείς: Το Κλεοπάτρα, μια νουβέλα του Τζέφρι Γκάρντνερ αποκαλύπτει τη μυστική ζωή και τους έρωτες της Βασίλισσας (1962)· Το Αντώνιος και Κλεοπάτρα είναι η έβδομη και τελευταία νουβέλα της σειράς «Κύριοι της Ρώμης» της Κολίν ΜακΚάλοου (2007)· Η Κλεοπάτρα εξομολογείται (2011) της Κάρολιν Μέιερ είναι μια ιστορική νουβέλα με κεντρικό πρόσωπο την Κλεοπάτρα VII· Η Κλεοπάτρα του Ράιντερ Χάγκαρντ αφηγείται την επική προσπάθεια του ιερατείου να ανατρέψει την Κλεοπάτρα και να επαναφέρει την Αίγυπτο στη χρυσή εποχή της (1889).

Σημειώσεις και αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Egypt in Figures 2015" (PDF). CAPMAS. Retrieved 2015-08-01.
  2. Fowden Garth, The Egyptian Hermes: A Historical Approach to the Late Pagan Mind, Princeton University Press, New York 1993, σ. 20· Fraser Peter M., Ptolemaic Alexandria, OUP, Oxford 1972, τόμ. 1, σ. 107· Ψελλός Μιχαήλ, Ἑκατονταετηρὶς Βυζαντινῆς Ἱστορίας, Κ. Ν. Σάθα, ΜΒ, τόμ. Δ΄, σ. 123· Στράβων Γεωγρ. 16.2.5.
  3. Υπάρχουν οι εξής εκδοχές για τη σημασία αυτής της ονομασίας: α) η πόλη που ευλογεί ή στην οποία προΐσταται ο Ρα και β) περιοχή εργοταξίου. Πιθανώς πρόκειται για την εξελληνισμένη μορφή του αιγυπτιακού Ra-qed (εργοταξιακή περιοχή), όρου που χρησιμοποιούνταν από τους Αιγύπτιους εργάτες κατά την κατασκευή της Αλεξάνδρειας.
  4. Hogarth, D.G., “Alexander in Egypt and some Consequences”, JEA 2 (1915): 53-60, σ. 55.
  5. Η ονομασία Επταστάδιο οφείλεται στο μήκος του που ήταν επτά στάδια (1260 μέτρα). Το στάδιον ήταν ελληνική μονάδα μήκους και αντιστοιχεί κατά προσέγγιση σε 180 μέτρα.
  6. Ο Στράβωνας περιγράφει τις εν λόγω κατασκευές στα Γεωγραφικά XVII, 1, 6.
  7. Hogarth, D.G., «Alexander in Egypt and some Consequences», JEA 2 (1915): 53-60, σ. 55.
  8. Στράβων, Γεωγραφικά, XVII, 1,8.
  9. Διόδωρος Σικελιώτης, XVII, 52, 3.
  10. Βλ. Ξαϊδαρά Ιφιγένεια, Η δομή της Αλεξάνδρειας κατά την πρώιμη ελληνιστική περίοδο (πτυχιακή εργασία), Βόλος, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών. Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Σεπτέμβριος 2004, σ. 36.
  11. Διόδωρος Σικελιώτης, XVII, 52, 2.
  12. O'Connor, Lauren (2009) "The Remains of Alexander the Great: The God, The King, The Symbol," Constructing the Past: Vol. 10: Iss. 1, Article 8.
  13. Σε πολλές μελέτες που αφορούν την Αλεξάνδρεια προβάλλονται συγκεκριμένα αποσπάσματα από τη δημοσίευση του Andrew Erskine «Culture and Power in Ptolemaic Egypt: the Museum and Library of Alexandria» στο Greece & Rome, Second Series, Vol. 42, No. 1 Apr., 1995), σσ. 38-48 (κυρίως σσ. 41-42). Ο Erskine λέει ότι όσο περισσότερο εντρυφούσαν οι Έλληνες στα δικά τους πολιτισμικά πρότυπα, τόσο περισσότερο μπορούσαν να αποκλείουν τους Αιγύπτιους υπηκόους τους. Με την επαναβεβαίωση και την επιβολή του πολιτισμού τους αποσκοπούσαν στην καθυπόταξη της Αιγύπτου. Εξάλλου, σύμφωνα πάντα με τον Erskine, η παρουσία στην Αλεξάνδρεια δύο ιδρυμάτων (του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης) αφιερωμένων στην διαφύλαξη και τη μελέτη του ελληνικού πολιτισμού, λειτουργούσε ως ισχυρό σύμβολο του αποκλεισμού και της υποδούλωσης των Αιγυπτίων.
  14. Στράβων 17.1.11.8: «ἅπαντες μὲν οὖν οἱ μετὰ τὸν τρίτον Πτολεμαῖον ὑπὸ τρυφῆς διεφθαρμένοι χεῖρον ἐπολιτεύσαντο, χείριστα δ' ὁ τέταρτος καὶ [ὁ] ἕβδομος καὶ ὁ ὕστατος ὁ Αὐλητής, ὃς χωρὶς τῆς ἄλλης ἀσελγείας χοραυλεῖν ἤσκησε, καὶ ἐπ' αὐτῷ γε ἐσεμνύνετο τοσοῦτον ὥστ' οὐκ ὤκνει συντελεῖν ἀγῶνας ἐν τοῖς βασιλείοις, εἰς οὓς παρῄει διαμιλλησόμενος τοῖς ἀνταγωνισταῖς».
  15. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. Γ', σ. 604 α'.
  16. Σενέκας De tranquillitate animi ΙΧ.
  17. Trombley Frank R., Hellenic Religion and Christianization: C. 370-529, τόμ. 2, BRILL, Boston & Leiden 2001, σ. 3 κ.εξ.
  18. Αμμιανός XXII, 16, 15.
  19. Επιφάνιος PG 43,249C-252A.
  20. Stiros, Stathis C.: “The AD 365 Crete earthquake and possible seismic clustering during the fourth to sixth centuries AD in the Eastern Mediterranean: a review of historical and archaeological data”, Journal of Structural Geology, Vol. 23 (2001), pp. 545–562 (549 & 557).
  21. Baer Eva, Metalwork in Medieval Islamic Art, SUNY Press, Albany N.Y., 1983. p. xxiii. ISBN 9780791495575. "Ωστόσο, κατά τον ύστερο ενδέκατο και τον δωδέκατο αιώνα το χαλιφάτο των Φατιμιδών άρχισε να παρακμάζει με ταχείς ρυθμούς και το 1171 η χώρα κατελήφθη από τον Σαλαντίν, τον ιδρυτή της δυναστείας των Αγιουβιδών. Ο Σαλαντίν αποκατέστησε την παλαιότερη πολιτική ισχύ της Αιγύπτου, την επανένταξε στο χαλιφάτο των Αββασιδών και εγκαθίδρυσε την επικυριαρχία των Αγιουβιδών, όχι μόνο επί της Αιγύπτου και της Συρίας, αλλά επίσης, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, επί της Βόρειας Μεσοποταμίας για μικρό χρονικό διάστημα".
  22. Clifford Winslow William, Conermann Stephan, επιμ. State Formation and the Structure of Politics in Mamluk Syro-Egypt, 648-741 A.H./1250-1340 C.E. Bonn University Press, Goettingen 2013. ISBN 9783847100911
  23. Mohamed Duse, In the Land of the Pharaoh: a Short History of Egypt from the Fall of Ismail to the Assassination of Boutros Pasha, Appleton and Company, New York 1911, σσ. Xii, 98.
  24. Sayyid-Marsot, Afaf Lutfi Al, Egypt in the Reign of Muhammad Ali, Cambridge University Press, Cambridge MA 1984, σ. 98. ISBN 0521289688, 9780521289689
  25. Domingo Badia Y Leyblich, Voyages d'Ali Bey el Abbassi en Afrique et en Asie, pendant les années 1803, 1804, 1805, 1806 et 1807, τόμ. 2, P. Didot, Paris 1814, σ. 191.
  26. Θεοφανίδης Ιωάννης, Ιστορία του ελληνικού ναυτικού, ο αγών της ανεξαρτησίας, Σεπτέμβριος 1824 - Απρίλιος 1826, Νεόκαστρον - Καφηρεύς - Αλεξάνδρεια - Μεσολόγγιον, Έκδοση Ναυτικής Επιθεωρήσεως, Αθήνα 1932, σσ. 181-212.
  27. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. Γ', σσ. 609 β΄-613 α'.
  28. Νταλαχάνης Αγγελος, Ακυβέρνητη Παροικία. Οι Έλληνες στην Αίγυπτο από την κατάργηση των προνομίων, στην έξοδο 1937-1962, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης Ηράκλειο 2015.
  29. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Συμπλήρωμα, τόμ. Α', σσ. 299 β', 304 β'-305.
  30. Η λέξη Πυρρούχιον υποδηλώνει τους τελωνειακούς χώρους αποθήκευσης σιταριού που ήταν όμοροι με το δυτικό τμήμα των ανακτόρων.
  31. Στην αρχαιότητα η λέξη «νεώριο» δεν σήμαινε «ναυπηγείο», αλλά ναύσταθμο ή παραθαλάσσια περιοχή όπου φυλάσσονταν πλοία, κυρίως πολεμικά.
  32. Polyzoides Apostolos, Alexandria: City of Gifts and Sorrows: From Hellenistic Civilization to Multiethnic Metropolis, Sussex Academic Press, Eastbourne, East Sussex 2014. σσ: 61-67. ISBN 1782841547, 9781782841548a
  33. Μουτσούλας Ηλίας Δ., «Τό “Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν” ἔργον Ἐπιφανίου τοῦ Σαλαμῖνος». Εἰσαγωγή-Κριτικὴ ἔκδοσις-Σχόλια (Ε´) [σελ. 157-209], ΘΕΟΛΟΓΙΑ Τόμος ΜΔ´ (1973) Τεύχος 1&2, σ. 171, γρ. 325.
  34. Progymnasmata, επιμ. H. Rabe, Aphthonii progymnasmata [Rhetores Graeci 10. Leipzig: Teubner, 1926]: σσ. 1-51., 40. 4.
  35. Prolegomena de comoedia, ed. Korster, σ. 32.
  36. Διόδ. Ι. 46.8.
  37. Διόδ. 1.87.1-5 και 88.4.
  38. Plinius secundus Naturalis Historia: book 30 section 4.
  39. Ως συγγραφέας του έργου έχει προταθεί και ο Έρμιππος ο Βηρύτιος.
  40. Hultzsch Eugen, Corpus Inscriptionum Indicarum,vol 1: Inscriptions of Aśoka. New Delhi: The Director-General Archaeological Survey of India. Oxford Univ. Press, Oxford 1925, ανατύπ. 1996, σ. 48 (XIII Rock-Edict: Kalsi).
  41. Rackham H., Pliny Natural History, William Heinemann LTD, London  1961, σ. 383 (VI. xxi. 58-61).
  42. Γαληνός β΄, υπομνημ. εις το Γ΄,  ιπποκρ. Επιδημ.
  43. Γιαλουράκης Μανώλης. Ιστορία των ελληνικών γραμμάτων στην Αίγυπτο, Αλεξάνδρεια 1962, σσ. 36-37.
  44. Δημαρόγκωνας Ανδρέας, Μαθήματα ιστορίας της τεχνολογίας, τόμ. 1ος, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα 2000, σσ. 180-304.
  45. Codex Theodosianus 16.10.11.
  46. Amidon Philip R., μτφρ., Rufinus of Aquilea, The Church History of Rufinus of Aquileia: Books 10 and 11, Oxford University Press, New York 1997, σ. 80 (Rufinus Historia Ecclesiastica 11.22).
  47. Giangrande G. (επιμ.), Eunapii Vitae Sophistarum, Istituto Poligrafico dello Stato, Rome 1956, 6.11.2.
  48. Amidon Philip R., μτφρ., Rufinus of Aquilea, The Church History of Rufinus of Aquileia: Books 10 and 11, Oxford University Press, New York 1997, σ. 85 (Rufinus Book 11.26-28).
  49. De Sacy, Relation de l’Egypte par Abd al-Latif, Paris, 1810, σσ. 183, 240-44, σημ. 55.
  50. Abu'l-Faraj (Bar hebraeus), Historia compendiosa dynastiarum historiam complectens universalem, etc., επιμ. E. Pococke (Oxford, 1663), μτφρ., σ. 114; αραβικό κείμενο, σσ. 180 κ.εξ.
  51. Βλ. για παράδειγμα: MacLeod Roy, The Library of Alexandria: Centre of Learning in the Ancient World (2η εκδ.), I.B.Tauris London 2004, σ. 71. ISBN 978-1850435945
  52. Μαυράκης Νίκος, Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, (Αθήνα 2016), σ. 534, ISBN 978-618-5139-32-2
  53. Zacharias P. Thundy, Buddha and Christ: Nativity Stories & Indian Traditions, Brill Publishers, Leiden 1993, σ. 245 κ.εξ.
  54. Μαυράκης Νίκος, Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, (Αθήνα 2016), σ. 218. ISBN 978-618-5139-32-2
  55. Haas Christopher, Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, JHU Press, Baltimor and London 2006, σσ. 234, 235, 315.
  56. Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για την άμεση αυτουργία των Παραβαλάνων στον φόνο της Υπατίας. Η θέση των υποστηρικτών αυτής της άποψης θεμελιώνεται πάνω σε δύο έδικτα του Θεοδοσιανού κώδικα (του έτους 416) με τα οποία αφενός θεσπίζονται αυστηροί κανόνες που απαγορεύουν την παρουσία των Παραβαλάνων σε δημόσιες εκδηλώσεις και δικαστήρια και αφετέρου ορίζεται ο Αρμοστής ως διοικητής τους και ως το μοναδικό αρμόδιο όργανο για την επικοινωνία με τον Αυτοκράτορα. Βλ. Haas Christopher, Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, JHU Press, Baltimor and London 2006, σ. 314.
  57. Δεν υπάρχουν πηγές που να καθιστούν τον Κύριλλο ηθικό αυτουργό στο φόνο της Υπατίας. Ωστόσο, κατά καιρούς διατυπώνονται επιχειρήματα περί του αντιθέτου, δεδομένης της πολιτικής αντιζηλίας και εχθρότητας μεταξύ του τελευταίου και του πάτρωνα και φίλου της φιλοσόφου, Αρμοστού Ορέστη. Ο τελευταίος είχε υποβάλλει σε βασανιστήρια δύο χριστιανούς προσκείμενους στον Κύριλλο, τον καλόγερο Αμμώνιο και τον Ιέρακα, από τα οποία ο πρώτος εξ αυτών έχασε τη ζωή του. Ο Αμμώνιος είχε τραυματίσει σοβαρά τον Ορέστη ο οποίος γλίτωσε μετά από επέμβαση πολιτών που έσπευσαν στο σημείο. Βλ. Haas Christopher, Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict, JHU Press, Baltimor and London 2006, σσ. 313-315.
  58. Πελεγρίνης Θεοδόσης, Νεοπλατωνισμός: Το λυκόφως της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.
  59. Vallat Philippe, "Alexandrian Tradition into Arabic: Philosophy" στο Lagerlund Henrik (Ed.), Encyclopedia of Medieval Philosophy, Philosophy between 500 and 1500, τόμ. 1, Springer, Dordrecht, Heidelberg, London, New York, σσ. 66-73.
  60. Abdel -Fattah Ahmed, The Question of the Presence of Pharaonic Antiquities in the City of Alexandria and its Neighboring Sites. στο Brock Lyla Pinch,  Zahi A. Hawass (επιμ.), «Egyptology at the Dawn of the Twenty-first Century: Proceedings of the Eighth International Congress of Egyptologists, Cairo, 2000», Τόμος 2, American Univ. in Cairo Press, Cairo New York 2003, σσ. 63-66. ISBN 20039774247140, 9789774247149.
  61. Empereur Jean-Yves avec Marie-Dominique Nenna, Nécropolis 1, Institut français d'archéologie orientale, Le Caire, 2001
  62. Empereur Jean-Yves avec Marie-Dominique Nenna, Nécropolis 2, Institut français d'archéologie orientale, Le Caire, 2003
  63. Empereur Jean-Yves, Alexandrie redécouverte, Stock, Paris 1998. ISBN 2-70-281161-2
  64. Empereur Jean-Yves, Le Phare d'Alexandrie, la Merveille retrouvée, Gallimard, Paris, 2e édition, 2004, ISBN 2-07-030379-9
  65. Empereur Jean-Yves, Grimal Nicolas. Les fouilles sous-marines du phare d'Alexandrie. στο: «Comptes rendus des séances de l'Académie des Inscriptions et Belles-Lettres», 141ᵉ année, N. 3, 1997. σσ. 693-713
  66. Goddio Franck et al., Alexandrie, les quartiers royaux submergés, Periplus Publishing Ltd., London 1998. ISBN 1-902699-01-7
  67. Goddio Franck et al., Trésors engloutis d'Égypte, 5 Continents/Le Seuil, Paris 2006. ISBN 2-02-091265-1
  68. «Shallalat 2010 Excavation Report». Ελληνικό Ινστιτούτο Έρευνας Αλεξανδρινού Πολιτισμού (Ε.Ι.Ε.Α.Π.). http://www.hriac.com/projects/shallalat-2010/. Ανακτήθηκε στις 05/02/2017. 
  69. Limneos-Papakosta, Calliope. «Shallalat 2016 Excavation Report». Hellenic Research Institute of Alexandrian Civilization. http://www.hriac.com/projects/shallalat-project-2016/excavation-report-2016/. Ανακτήθηκε στις 05/02/2017. 
  70. Limneos-Papakosta, Calliope. «Excavation Report 2016 2nd Phase». Hellenic Research Institute of Alexandrian Civilization. http://www.hriac.com/projects/shallalat-project-2016/excavation-report-2016-2nd-phase/. Ανακτήθηκε στις 05/02/2017. 
  71. Αυτή η παράγραφος είναι μια σύντομη αναφορά στα πλαίσια της ιστορίας της Αλεξάνδρειας. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. το σχετικό κύριο λήμμα της Βικιπαίδειας:. «Τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου». http://www.wikipedia.gr/wiki/%CE%A4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%85_%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85. 
  72. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησης 1.6
  73. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησης 1.7.
  74. Ζηνόβιος, Ἐπιτομὴ ἐκ τῶν Ταρραίου καὶ Διδύμου παροιμιῶν συντεθεῖσα κατὰ στοιχεῖον (Epitome Collectionum Lucilli Tarrhaei et Didymi) 3.94.
  75. Στράβων Γεωγραφικα, 1.8.
  76. Στράβων Γεωγραφικα, 17.1.8.
  77. Φλάβιος Ιώσηπος, Κατά Απίωνος, II, 35, 57.
  78. Διων Κασσιος, Ρωμαϊκὴ Ιστορία, 51.16.5.
  79. Σουητώνιος, Vita Caligulae, 52.
  80. Ο Λουκανός, αντιπαθούσε τα καθεστώτα που βασίζονταν στην αρχή του ενός (όπως ήταν π.χ. τα αυτοκρατορικά) και αναπολούσε την εποχή κατά την οποία το κέντρο των αποφάσεων ήταν η Σύγκλητος.
  81. Λουκανός x. 19, viii. 692-9.
  82. Saunders Nicholas J., Alexander's Tomb: The Two-Thousand Year Obsession to Find the Lost Conquerer, Basic Books, New York 2007, σ. 75  σημ. 32.
  83. Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκὴ Ιστορία,75.13.2.
  84. Ηρωδιανός Ιστορία, 4.8.9.
  85. Διων Κασσιος, Ρωμαϊκὴ Ιστορία, 77.23.3.
  86. Zogheb, Alexandre Max de, 'Études sur l'ancienne Alexandrie, κεφ. «Le Tombeau d’Alexandre le Grand», E. Leroux, Paris 1910.
  87. Oxford Business Group, The Report: Egypt 2013, Oxford Business Group 2013, σ. 115. ISBN 1907065911, 9781907065910
  88. Η άνοδος και η πτώση του χειροποίητου αιγυπτιακού τσιγάρου - Ιωάννης Ζήλλης.
  89. Πολίτης Α., Ο Ελληνισμός και η νεωτέρα Αίγυπτος, τόμ. Β΄: Συμβολή του Ελληνισμού εις την ανάπτυξη της νεωτέρας Αιγύπτου, Αλεξάνδρεια-Αθήνα: Γράμματα, 1930.
  90. Γεράκις Θωμάς Θ., "Ο Ελληνισμός της Αλεξάνδρειας", Δωδεκανησιακόν Ημερολόγιον, Τυπογραφείο Π. Καστρούνη και Ζ. Χαλκιάδη, Αλεξάνδρεια Αιγύπτου 1924
  91. «Weather Information for Alexandria». http://worldweather.wmo.int/en/city.html?cityId=1268. Ανακτήθηκε στις August 2010. 
  92. «Climatological Information for Alexandria, Egypt" (1961–1990)». Hong Kong Observatory. http://www.weather.gov.hk/wxinfo/climat/world/eng/africa/egypt/alexandria_e.htm. 
  93. «Alexandria, Egypt: Climate, Global Warming, and Daylight Charts and Data». http://www.climate-charts.com/Locations/u/UB62318.php. Ανακτήθηκε στις 20 June 2013. 
  94. Alexandria, Egypt Monthly Averages – Bing Weather[You must have an IP from the United States of America to see the page]
  95. «Alexandria Climate and Weather Averages, Egypt». Weather2Travel. http://www.weather2travel.com/climate-guides/egypt/alexandria.php. Ανακτήθηκε στις 2014-01-20. 
  96. Στατιστικά της ΑΕΕΑ στην Α' εθνική, της 21-08-2004
  97. «Egypt All-Time Table». http://www.rsssf.com/tablese/egyalltime.html. Ανακτήθηκε στις 28-06-2010. 
  98. Αθλητική Ηχώ 14/11/1949, Οι καλύτερες επιδόσεις στον ελληνικό στίβο για το 1949.
  99. Αθλητική Ηχώ 5 Φεβρουαρίου 1953, Οι καλύτερες επιδόσεις στον αιγυπτιακό στίβο για το 1952.
  100. Χατζηφώτης Ι. Μ., Αλεξάνδρεια, Οι δύο Αιώνες του Νεότερου Ελληνισμού (19ος-20ος), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σσ. 461-463, 481-484.
  101. Μαχφούζ Ναγκίμπ, Μιραμάρ, μτφρ.: Μαρία Κ. Χωρεάνθη, Ψυχογιός 1999

Σχετική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιαλουράκης Μ., Η Αίγυπτος των Ελλήνων: συνοπτική ιστορία του ελληνισμού της Αιγύπτου, Μητρόπολις, Αθήνα 1967.
  • Γιαλουράκης, Μ., Αλεξάνδρεια: χρονικό, μαρτυρία ή ονειροπόληση; Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2002.
  • Γιαλουράκης, Μ., Ιστορία των ελληνικών γραμμάτων στην Αίγυπτο, Αλεξάνδρεια, 1962
  • Γιαλουράκης, Μ., Στην Αλεξάνδρεια του Καβάφη.: Ολκός, Αθήνα 1974.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα
  • Κηπιάδης Γ., Έλληνες εν Αιγύπτω. Η συγχρόνου ελληνισμού εγκατάστασις και καθιδρύματα εθνικά 1766-1892, Χρωμολιθοτυπογραφείον Λαγουδάκη, Αλεξάνδρεια 1892.
  • Λαχανοκάρδης Ηρ., Παλαιά και Νέα Αλεξάνδρεια: Σύντομος ιστορική ανασκόπησις του Αλεξανδρινού ελληνισμού κατά τα τελευταία 50 έτη, Αλεξάνδρεια 1927.
  • Μαυράκης Ν., Ανατολικές επιρροές στην ελληνική σκέψη και τον δυτικό πολιτισμό. Σοκόλης, Αθήνα 2016, ISBN 978-618-5139-32-2.
  • Μπελογιάννη-Αργυροπούλου, Μαρία Π. «Η Αλεξάνδρεια του χθες, του Καβάφη και του σήμερα», Ελληνικό Πανόραμα 37 (2004): σ. 98-127.
  • Πολίτης Α., Ο Ελληνισμός και η νεωτέρα Αίγυπτος, τομ. Α΄: Ιστορία του Αιγυπτιώτου Ελληνισμού 1798-1927, Αλεξάνδρεια- Γράμματα, Αθήνα 1928.
  • Πολίτης Α., Ο Ελληνισμός και η νεωτέρα Αίγυπτος, τομ. Β΄: Συμβολή του Ελληνισμού εις την ανάπτυξη της νεωτέρας Αιγύπτου, Αλεξάνδρεια-Αθήνα: Γράμματα, 1930.
  • Σουλογιάννης Ευθύμιος Θ. Αντώνης, Η Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας, 1843-1993, ΕΛΙΑ, Αθήνα 1994
  • Σουλογιάννης Ευθύμιος Θ. Αντώνης, Εμμ. Μπενάκης, 1873-1954: ο ευπατρίδης, ο διανοούμενος, ο ανθρωπιστής. Εκδόσεις Καστανιώτη; Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2004.
  • Σταυρινός I. Γ., Η Ιστορία της Αλεξάνδρειας, Αθήνα, εκδόσεις ΑΘΗΝΑ 1999.
  • Τομαρά-Σιδέρη, Ματούλα. Αλεξανδρινές οικογένειες: Χωρέμη, Μπενάκη, Σαλβάγου, Εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2004.
  • Χατζηφώτης, Ιωάννης Μιχ. Αλεξάνδρεια: οι δύο αιώνες του νεώτερου ελληνισμού, 19ος-20ός αιών. Μπάστας-Πλέσσας, Αθήνα 1999.
  • Χατζηφώτης, Ιωάννης Μιχ. Ιστορία της αλεξανδρινής λογοτεχνίας, Αθήνα, 1967.
  • Bernand A., Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων, Γιαννίκος Καλδής ΟΕ, Αθήνα 1997.
  • Blum Rudolf, Kallimachos, The Alexandrian Library and the Origins of Bibliography, Madison (WI), 1991 [transl. of Kallimachos und die Literaturverzeichnung bei den Griechen, Frankfurt a.M. 1977].
  • Butcher L. E., The story of the Church of Egypt, Smith, Elder, & CO., London 1897.
  • Duthil J. D. E., «Le Phare antique d'Alexandrie d'après les monnaies et un fac-similé en terre cuite, de la domination Romaine en Egypte», Bulletin de l'Institut d'Égypte 1897.
  • Empereur J. - Υ., Alexandria Rediscovered, British Museum Press, London 1998.
  • Erskine Andrew, «Culture and Power in Ptolemaic Egypt: The Museum and Library of Alexandria», στο Greece & Rome 1995.
  • Forster Edward M., Alexandria: A History and a Guide 1η εκδ. 1922, Επ. Michael Haag, εισαγ. Lawrence Durrell, Oxford UP, New York, 1986.
  • Fraser Peter M., Ptolemaic Alexandria, I: Text; II: Notes; III: Indexes, OUP, Oxford 1972.
  • Frost H., Alexandria: «Τhe Pharos site» International Journal of Nautical Archaeology 4, 1975.
  • Haas C., Alexandria in late antiquity: topography and social conflict, Johns Hopkins University Press, Baltimore and London 1997. ISBN 080105377.
  • Harris William V. – Ruffini Giovanni (επιμ.), «Ancient Alexandria between Egypt and Greece» Columbia Studies in the Classical Tradition, 26, Leiden – Boston 2004.
  • Hirst Anthony – Silk Michael (eds.), Alexandria, real and imagined, Ashgate, Aldershot 2004.
  • Ilbert Robert, Alexandrie 1830-1930, (vol. I-II), Institut Français d’ Archéologie Orientale, Le Caire 1996.
  • Ilbert Robert, Yannakakis Ilios , Alexandria, 1860-1960, The brief life of a cosmopolitan community, Harpocrates Publishing, Alexandria, 1997.
  • Jochum Uwe, «The Alexandrian Library and its Aftermath», in Library History 15, 1999.
  • Kingsley Charles, Alexandria and her Schools. Four Lectures delivered at the Philosophical Institution, Edinburgh, Macmillan and Co, Cambridge 1854.
  • La Riche W, Alexandria: the sunken city, Weidenfeld & Nicolson, London 1996.
  • MacLeod Roy (ed.), The Library of Alexandria, Centre of Learning in the Ancient World, I. B. Tauris, New York 2000.
  • Marlowe J. The golden age of Alexandria: from its foundation by Alexander to its capture by the Arabs in 642 AD, Gollancz/Trinity Press, London 1971.
  • Max de Zogheb A. Études sur l'ancienne Alexandrie, Ledoux, Paris 1909.
  • Mosse C. «Demetrios de Phalere: un philosophe au pouvoir» στο Alexandrie au Ille siecle αν. J. C. 1992.
  • Pollard Justin – Reid, Howard, The Rise and Fall of Alexandria, Birthplace of the Modern World, Penguin Books, New York, NY 2007.
  • Tziovas Dimitris, Greek Diaspora and Migration since 1700: Society, Politics and Culture, Ashgate Publishing, Ltd., Farnham, Surrey 2013. ISBN 9781409480327
  • Young Lee, Paula, «The Musaeum of Alexandria and the Formation of the Muséum in Eighteenth-Century France», στο The Art Bulletin 79.3, 1997, pp. 385 412.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ