Λυδία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Λυδία (αποσαφήνιση).
Η Λυδία τον 6ο αιώνα π.Χ.

Η Λυδία (Ασσυριακά: Luddu, Ελληνικά: Lydia, Τουρκικά: Lidya) ήταν ένα αρχαίο βασίλειο στην κεντρική Μικρά Ασία που βρέθηκε σε μεγάλη ακμή την Εποχή του Σιδήρου, αντιστοιχεί σήμερα σε τρεις Τουρκικές επαρχίες : Επαρχία Ουσάκ, Επαρχία Μανίσας και Επαρχία Σμύρνης. Οι κάτοικοι της στην αρχαιότητα ήταν γνωστοί σαν Λυδοί και η πρωτεύουσα του βασιλείου ήταν οι Σάρδεις.[1] Το βασίλειο της Λυδίας αναπτύχθηκε την περίοδο 1200 π.χ. - 546 π.χ., στην μεγαλύτερη περίοδο ακμής της τον 7ο αιώνα π.χ. κάλυπτε ολόκληρη την δυτική Ανατολή. Κατακτήθηκε από την Αχαιμενιδική Αυτοκρατορία και έμεινε γνωστή σαν "Σατραπεία της Λυδίας" ή "Σπαρντ", κατακτήθηκε από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (133 π.χ.) και έγινε τμήμα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας. Τα νομίσματα άρχισαν να παράγονται στην Λυδία γύρω στον 7ο αιώνα π.χ.[2] To Εξώνυμο "Σφαρντ" χρησιμοποιήθηκε σε δίγλωσσες λίθινες επιγραφές που διασώθηκαν από την εποχή των Αχαιμενιδών. Η "Σατραπεία της Σπαρντ" στην Αρχαία περσική γλώσσα ονομάζονταν "Σπάντρα", στην Αραμαϊκή γλώσσα "Σάπαρντα" και στην Ακκαδική γλώσσα "Σαπαρντού".[3]

Η Ελληνική μετάφραση σχετίζεται με την πρωτεύουσα Σάρδεις που ίδρυσε ο βασιλιάς Γύγης τον 7ο αιώνα π.χ. Η περιοχή του Λυδικού βασιλείου τον 15ο - 14ο αιώνα π.χ. ήταν τμήμα του βασιλείου των Αρζάουα, η γλώσσα ανήκε στην Λουβική υποομάδα μαζί με την Λουβική γλώσσα, την Καρική γλώσσα και την Λυκιακή γλώσσα.[4] Οι Σάρδεις ήταν περίφημη πόλη, στην αρχή της βασιλείας του (550 π.χ.) ο Κροίσος οικοδόμησε την κατασκευή του Ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο που έγινε σύντομα ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Ο Κροίσος ηττήθηκε σε μάχη από τον βασιλιά της Περσίας Κύρο τον Μέγα (546 π.χ.), η Λυδία έχασε από τότε την αυτονομία της και έγινε Περσική Σατραπεία.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχέσεις με Ετρούσκους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποταμός Πακτωλός.

Η σύνδεση ανάμεσα στους Ετρούσκους και τους Λυδούς έχει γίνει έντονα αντικείμενο συζήτησης, ο Ηρόδοτος γράφει ότι οι Ετρούσκοι κατάγονταν από τους Λυδούς, την ίδια πρόταση επαναλαμβάνει ο Βιργίλιος στην Αινειάδα. Η σύνδεση ανάμεσα στους Ετρούσκους και τους Λυδούς θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί από την Στήλη των Καμινίων που βρέθηκε στο Αιγαίο Πέλαγος στο νησί της Λήμνου. Η Ετρουσκική γλώσσα ταυτίζεται στην στήλη με μία από τις Γλώσσες της Ανατολίας που έχει πιθανότατα συγγένεια σε έντονο βαθμό με την Λυδική γλώσσα. Οι εξετάσεις που ακολούθησαν τα τελευταία χρόνια σχετικά με το μιτοχονδριακό DNA (2013) το απέκλεισαν, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι Ετρούσκοι ανήκαν στην ίδια ομάδα με τους υπόλοιπους πληθυσμούς στην Κεντρική Ευρώπη ιδιαίτερα στην περιοχή γύρω από την Τοσκάνη. Οι Ετρούσκοι ανήκαν στον πολιτισμό των Βιλανόβα που άνθισε στην βόρεια Ιταλία την περίοδο 900 - 700 π.χ., η οποιαδήποτε σύνδεση με την Ασία παραπέμπει πριν από το 5.000 π.χ.[5]

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαιότητα συνόρευε στα βόρεια με την Μυσία, στα ανατολικά με την Φρυγία και νότια με την Καρία, στα δυτικά εκτεινόταν η Ιωνία με την ιστορική Ιωνική Δωδεκάπολη στην οποία από νωρίς είχε προστεθεί και η Αιολική αποικία Σμύρνη. Το ανατολικό τμήμα που διέρρεε ο Έρμος ονομαζόταν «κατακεκαυμένη» από την ηφαιστειώδη όψη του εδάφους. Τα όρη της Λυδίας ήταν: στα βόρεια το Τήμνο, στο μέσον της χώρας ο Τμώλος με ψηλότερη κορυφή την Τέμψη (2129 μ.) και η Μεσωγίς στα νότια. Μικρότερα όρη ήταν ο Πακτύης με τις παραφυάδες του Πρηώνα και Θώρακα, ο Πάγος, ο Όλυμπος, οι δύο Μαστοί ή Μαστουσία (σημ. τα Δυο αδέλφια). Οι ποταμοί της χώρας ήταν: ο Έρμος με τους παραπόταμους τον Πακτωλό (τον χρυσορρόη) και το Ύλο, ο Κάυστρος ποταμός, και στα νότια ο ποταμός Μαίανδρος. Λίμνες ήταν η Γυγαίη (η νεότερα Καλόη), η Σαλόη, η Τορρηβία, οι Σεληνούσιες και το Πηγάσιο. Κοιλάδες ήταν αυτές του ποταμού Έρμου και του ποταμού Κάυστρου.

Οι Μαίονες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ερείπια του ναού της Αφροδίτης στις Σάρδεις.

H Λυδική γλώσσα ανήκε σε μια από τις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες της Ανατολικής οικογένειας, σχετίζεται με την Λουβική και την Χεττιτική γλώσσα. Χάρη στην αποσπασματική της γνώση πολλές λέξεις είναι άγνωστες αλλά η γραμματική της έχει καθοριστεί σε κάποιο βαθμό. Η Λυδική μοιάζει με τις Ανατολικές γλώσσες σε μία σειρά από Μόρια και προθέματα.[6] Οι λέξεις έχουν υποστεί συγκοπή κάτι που δείχνει εκπληκτική ομοιότητα με τις ανατολικές Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, εξαφανίστηκε τελικά τον 1ο αιώνα π.χ. Πρώτοι κάτοικοι ήταν οι Χετταίοι, η ανάγνωση Χεττίτικων επιγραφών από τον Έμιλ Φόρερ κατέδειξε ότι όταν τη χώρα κατείχαν οι Χετταίοι (περί το 1400 π.Χ) σ΄ αυτή κατοικούσαν και Έλληνες ηγεμόνες. Το βασίλειο της Λυδίας αναδείχτηκε μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Χετταίων, το πρώτο όνομα της ήταν Μαιονία, ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Β΄.865 , Ε΄.43 και ΙΑ΄.431) αναφέρει τους κατοίκους της Λυδίας ως Μαίονες.[7] Ο Όμηρος καταγράφει την πρωτεύουσα των Μαιόνων με το όνομα Ύδη στην ίδια τοποθεσία με την οποία βρίσκονταν οι Σάρδεις.[8][9] Ο Ηρόδοτος αργότερα αναφέρει ότι ονομάστηκαν Λυδοί από τον μυθικό βασιλιά Λυδό γιο του Άτυος (θεότης του κύκλου της θεάς Κυβέλης) που προηγήθηκε στην διοίκηση της περιοχής από την δυναστεία των Ηρακλειδών.[10]

Οι Έλληνες στην συνέχεια χρησιμοποίησαν την εθνική ονομασία "Λυδοί" για να περιγράψουν τους κατοίκους της περιοχής. Η Εβραϊκή γλώσσα χρησιμοποιεί τον όρο Λουδοί όπως φαίνεται στο Βιβλίο του Ιερεμία (46.9), ο ιστορικός Ιώσηπος Φλάβιος γράφει ότι προέρχεται από τον Λουδ γιο του Σημ.[11] Ο Ιππόλυτος Ρώμης διατυπώνει αργότερα (234) ότι οι Λύδιοι κατάγονταν από τον Λουδιείμ, γιο του Μεστράιμ, οι Λύδιοι τους Βιβλικούς χρόνους ήταν διάσημοι τοξότες. Οι Μαίονες υπήρχαν και σε ιστορικές περιόδους, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος και ο Ιεροκλής ο γραμματικός συγγραφέας του "Συνέκδημου" καταγράφουν την ύπαρξη μίας πόλης κατά μήκος του ποταμού Έρμου με το όνομα "Μαιονία".[12] Η μυθολογία των Λυδίων είναι άγνωστη, όλα τα στοιχεία που γνωρίζουμε γι'αυτήν προέρχονται από την Ελληνική μυθολογία.

Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λυδική αυτοκρατορία (600 π.χ.)

Ο μυθικός Τάνταλος ήταν για τους Έλληνες βασιλιάς της Λυδίας, η κόρη του Νιόβη παντρεύτηκε τον Θηβαίο Αμφίονα, ο γάμος αυτός συσχετίζει την Θήβα με την Λυδία. Ο γιος του Τάνταλου Πέλοπας ίδρυσε την θρυλική δεύτερη βασιλική δυναστεία στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας Καρλ Κερένυι γράφει : "Καθώς η Λυκία συνδέεται με την Κρήτη και το πρόσωπο του Πέλοπα του ήρωα της Ολυμπίας συνδέει την Λυδία με την Πελοπόννησο, με τον ίδιο τρόπο ο Βελλεροφόντης συνδέει την Λυκία και την Καρία με το Άργος".[13] Η Λυδία σχετίζεται επιπλέον με τις Μυκήνες χάρη στο κοινό σύμβολο τον "λάβρυς".[14] Η Ομφάλη κόρη του ποταμού Ιάρδανου ήταν βασίλισσα της Λυδίας, την υπηρέτησε για κάποιο διάστημα ο Έλληνας ήρωας Ηρακλής σαν τιμωρία, ήταν ντυμένος γυναίκα και έκανε οικιακές εργασίες. Ο Ηρακλής έκανε στην Λυδία μια σειρά από άθλους, σκότωσε τον τυραννικό βασιλιά Συλέα που ανάγκαζε τους περαστικούς να σκάβουν τα αμπέλια του και συνέλαβε τους διάσημους ληστές Κέρκωπες που πήγαν να του κλέψουν τα όπλα την ώρα που κοιμόταν. Πετσόκοψε το επικίνδυνο φίδι του ποταμού Σαγγάριου, η σκηνή εμφανίζεται στον ουρανό στον αστερισμό του Οφιούχου.[15]

Ιστορικές αναφορές για τον Ηρακλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν τουλάχιστον έναν γιο του Ηρακλή που απέκτησε στην Λυδία με την ίδια την Ομφάλη η με μία σκλάβα. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι γιος του Ηρακλή και της Ομφάλης ήταν ο Αλκαίος, βασιλιάς της Λυδίας και γενάρχης των Ηρακλειδών της Λυδίας που βασίλευσαν στην Λυδία μέχρι την εποχή που πέθανε ο Κανδαύλης (687 π.χ.).[16] Ο Διόδωρος Σικελιώτης και ο Οβίδιος αναφέρουν το όνομα του γιου του Ηρακλή στην Λυδία σαν Λάμος.[17][18] Η Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου καταγράφει το όνομα του γιου του Ηρακλή σαν Αγέλαος.[19] Ο Παυσανίας τέλος καταγράφει το όνομα του γιου του Ηρακλή με μία "γυναίκα από την Λυδία" σαν Τυρσηνός.[20]

Οι τρεις βασιλικές δυναστείες που κυβέρνησαν την Λυδία διεκδικούν την καταγωγή τους από τον Ηρακλή, ο Ηρόδοτος γράφει ότι ο γενάρχης τους που ήταν γιος του Ηρακλή, δεν ήταν απαραίτητα γιος της Ομφάλης.[21] Ο Ηρόδοτος αναφέρει επίσης ότι οι Ετρούσκοι ήταν άποικοι από την Λυδία, αρχηγός τους ήταν ο Τυρρηνός, αδελφός του Λυδού.[22] Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς είναι αρκετά σκεπτικιστής με την άποψη αυτή επειδή η γλώσσα και ο πολιτισμός των Ετρούσκων δεν είχαν καμία σχέση με τα αντίστοιχα των Λυδών. Οι μετέπειτα ιστορικοί αγνοούν τον Ηρόδοτο που καταγράφει ότι πρώτος Ηρακλείδης βασιλιάς της Λυδίας ήταν ο Άγρων ο Νίνου δισέγγονος του Αλκαίου και ο πρώτος Ηρακλείδης βασιλιάς της Λυδίας, καταγράφουν απ'ευθείας σαν πρώτους βασιλείς τον Αλκαίο, τον Βήλο και τον Νίνο. Ο Στράβων καταγράφει τον Άτυ πατέρα του Λυδού και του Τυρρηνού σαν απόγονο του Ηρακλή και της Ομφάλης.[23] Αυτό έρχεται σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους συγγραφείς που καταγράφουν τον Άτυ, τον Λυδό και τον Τυρρηνό σαν προ-Ηρακλειδείς βασιλείς ή πρίγκιπες της Λυδίας. Τα χρυσά αποθέματα του ποταμού Πακτωλού εκμεταλλεύτηκε ο τελευταίος βασιλιάς της Λυδίας Κροίσος για να γίνει ο πιο πλούσιος βασιλιάς του κόσμου, σύμφωνα με την παράδοση ο ποταμός απέκτησε τον χρυσό όταν ο θρυλικός βασιλιάς της Φρυγίας Μίδας άγγιξε τα νερά του. Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Βάκχαι παρουσιάζει τον Διόνυσο να διεκδικεί την καταγωγή του από την Λυδία ενώ διατηρεί την ανθρώπινη μεταμφίεση .[24]

Νομίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1/3 στατήρα του Αλυάττη Β΄, 620-563 π.Χ.
Χρυσό νόμισμα του βασιλιά Κροίσου.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Λυδοί ήταν οι πρώτοι που έκοψαν νομίσματα από χρυσό και άργυρο και οι πρώτοι που δημιούργησαν καταστήματα με μόνιμη χρήση.[25] Είναι ασαφές ωστόσο αν η αναφορά του Ηροδότου προσδιορίζει ειδικά το χρυσό και το ασήμι ή γενικά όλα τα πολύτιμα μέταλλα αλλά είναι δεδομένο ότι οι Λυδοί είναι οι εφευρέτες των νομισματοκοπείων. Τα πρώτα νομίσματα που έκοψε ο Αλυάττης Β΄ την περίοδο 591 π.χ. - 560 π.χ. δεν ήταν ούτε από χρυσό ούτε από ασήμι αλλά με ένα κράμα από ήλεκτρο.[26] Η ημερομηνία που κόπηκαν τα πρώτα νομίσματα στην Λυδία αμφισβητείται, τοποθετείται την περίοδο 700 π.χ. - 550 π.χ. πιθανότατα από τον βασιλιά Αλυάττη που απαριθμείται εσφαλμένα σαν Β΄.[27][28][29] Τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν από ήλεκτρο ένα κράμα από χρυσό και ασήμι αλλά οι διάδοχοι του Αλυάττη υποβάθμισαν τα νομίσματα με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε ευτελή μέταλλα όπως χαλκό και ασήμι.[30] Τα πρώτα νομίσματα παγκοσμίως κόπηκαν στη Λυδία και συγκεκριμένα κατά τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., επί βασιλείας πιθανώς του Γύγου ήταν δε επεξεργασμένα με τραχύτητα από στατήρες ήλεκτρου και μικρότερα νομίσματα κατά τα σταθμά Βαβυλωνίων και Φοινίκων. Τα παλαιότερα δε αυτών (700-637 π.Χ.) από τη μια όψη είναι άσημα από δε την άλλη φέρουν 3 ή 2 ή 1 έγκοιλα τετράγωνα με κεφαλή αλεπούς ή ελαφιού. Τα μεγαλύτερα από τα νομίσματα ονομάζονται "«τρίτη» του στατήρος" δηλαδή το ένα τρίτο του βάρους του Στατήρος που ζύγιζε 4.7 γραμμάρια, δεν βρέθηκαν νομίσματα ολόκληρου Στατήρος κάτι που σημαίνει ότι στην Λυδία το τρίτον του Στατήρος ισοδυναμούσε με ένα Στατήρα. Τα υπόλοιπα νομίσματα ακολουθούσαν τις υποδιαιρέσεις του Στατήρος ανάλογα με το βάρος τους.[31]

Τα κοπέντα επί Σαδυάττου και Αλυάττου (637-568) φέρουν: το πρώτο επί μιας όψης πρόσθια κεφαλές λέοντος και ταύρου στραμμένες αντίθετα και επί της άλλης τρία έγκοιλα , το δεύτερο επί της μιας όψης κεφαλή λέοντα κείμενο στρέφουσα τη κεφαλή χαίνουσα και επί της άλλης 3 έγκοιλα όπως το προηγούμενο.[32] Το μεγαλύτερο νομισματοκοπείο βρισκόταν στις Σάρδεις, παρήγαγε μεγάλες ποσότητες τρίτων των Στατήρων του λέοντα, έκτων και δωδεκάτων, η τεράστια κλίμακα με τις υποδιαιρέσεις του Στατήρα συνεχίστηκε μέχρι το 1/96 του Στατήρα με βάρος 0.15 γραμμάρια.[33] Οι υποδιαιρέσεις των νομισμάτων που είναι μικρότερες από το δωδέκατο του Στατήρα δεν είναι ωστόσο βέβαιο ότι προερχόταν από την Λυδία.[34] Ο Κροίσος (560 π.χ. - 546 π.χ.) φημισμένος για τα τεράστια πλούτη του παρήγαγε το πρώτο νόμισμα στον κόσμο σε καθαρό χρυσό, ο Κροίσος κατάργησε τον ήλεκτρο και έκοψε τα δικά του νομίσματα σε καθαρό χρυσό ή ασήμι.[35]

Τα νομίσματα του Κροίσου φέρουν επί της μίας όψης κεφαλές λέοντα και ταύρου αντιμέτωπους και επί της άλλης έγκοιλο επίμηκες χωρισμένο στο ήμισυ. Αυτά δε βρέθηκαν να είναι Ευβοϊκού και Βαβυλωνιακού κανόνα σταθμών με διάφορες υποδιαιρέσεις στατήρων. Σύντομα μετά την πρώτη εμφάνιση των νομισμάτων αυτών ακολούθησαν κατά τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. και τα πρώτα Ελληνικά νομίσματα, ιδιαίτερα οι ενεπίγραφοι Στατήρες του Φάνη οι οποίοι πιθανώς σχετίζονταν με την Έφεσο. Τα πρώτα μικρά ασημένια νομίσματα κόπηκαν στην Κύμη Αιολίδας από την βασίλισσα Ερμοδίκη Β΄, στα τέλη του 6ου αιώνα π.χ. η νομισματοκοπεία μεταφέρθηκε στην Ιωνία.[36]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηρακλειδείς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο η Λυδία κυβερνήθηκε από τρεις βασιλικές δυναστείες από την 2η χιλιετία π.χ. μέχρι το 546 π.χ., η πρώτη και η δεύτερη δυναστεία ήταν μυθικές, η τρίτη ήταν ιστορική. Ο Ηρόδοτος καταγράφει τρεις Μαίονες βασιλείς : ο Μάνης της Λυδίας, ο γιος του Άτυς της Λυδίας και ο εγγονός του Λυδός.[37] Ο Λυδός έδωσε το όνομα του σε ολόκληρη την χώρα και τον λαό της, τελευταίος απόγονος της δυναστείας ήταν ο Ιάρδανος, ο Ηρακλής υπηρέτησε τον ίδιο και την κόρη του Ομφάλη. Ο Ηρακλής είχε μία ερωτική υπόθεση με την ίδια την Ομφάλη ή με μία δούλα από τα ανάκτορα, με τον δεσμό αυτό γεννήθηκε ο Αλκαίος ο πρώτος Ηρακλείδης βασιλιάς της Λυδίας.[38] Οι Ηρακλείδες ανέλαβαν στην συνέχεια το βασίλειο, ο Ηρόδοτος γράφει ότι βασίλευσαν συνολικά 22 γενεές και συνολικά 505 χρόνια ξεκινώντας από την εποχή που καταλύθηκε το κράτος των Χετταίων (1192 π.χ.). Ο πρώτος Ηρακλείδης βασιλιάς σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ήταν ο Άγρων δισέγγονος του Αλκαίου.[39] Τον διαδέχτηκαν άλλοι 19 βασιλείς, ο θρόνος μεταβιβαζόταν σταθερά από πατέρα σε γιο «"παις παρά πατρός εκδεκόμενος την αρχήν"».[40] Τον 8ο αιώνα π.χ. ο Μύρσης έγινε ο προτελευταίος Ηρακλείδης βασιλιάς της Λυδίας, τον διαδέχτηκε ο γιος του Κανδαύλης που δολοφονήθηκε με τον γιο του Μύρση από τον πρώην φίλο του Γύγη (648 π.χ.), τον διαδέχθηκε ο ίδιος ο Γύγης σαν γενάρχης της τρίτης δυναστείας των Μερμνάδων.[41][42] Φαίνεται όμως ότι σε όλο το χρονικό διάστημα επί δυναστείας των Ηρακλειδών η Λυδία, όπως ισχυρίζονται πολλοί αλλά δεν έχει αποδειχθεί από εγχώριες πηγές, διατελούσε υπό επικυριαρχία των Ασσυρίων, του πολιτισμού των οποίων η Λυδία ήταν πρόσκοπος στη Μ. Ασία.

Η δυναστεία των Μερμνάδων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Κροίσος σε Αττικό αμφορέα.
  • Γύγης ή "Γωγώ" σύμφωνα με τις Συριακές επιγραφές, κυβέρνησε την περίοδο (687 π.χ. - 652 π.χ.).[43][44] Με την άνοδο του στον θρόνο αρχίζει και η καθαρά ιστορική περίοδος της χώρας. Αφοσιώθηκε έντονα στις προσπάθειες του να κάνει την Λυδία ισχυρή στρατιωτική δύναμη, μετακίνησε την πρωτεύουσα από την Ύδη στις Σάρδεις. Η νέα Δυναστεία των Μερμνάδων επεκτείνει τη κυριαρχία της δυτικά και ακολουθεί η προσάρτηση των ελληνικών παράλιων πόλεων (Έφεσος, Σμύρνη, Φώκαια, Κολοφώνα, Κλαζομενές, Ερυθρές Ιωνίας, Αιγές Αιολίας, Γρύνιο, Μύρρινα, Νότιο, Λέβεδος, Κλάρος, Νέο Τείχος, Τέω, Κύμη, Λαρίσα κ.ά. προς δημιουργία και ναυτικής Λυδικής δύναμης. Το πρόγραμμα της επέκτασης επιβράδυνε επειδή ο Γύγης προσπάθησε να απαλλαγεί από τους Ασσύριους που το κατόρθωσε (652-647 π.Χ.) όταν είχαν αποστατήσει των Ασσυρίων η Ελυμαΐς, η Χαλδαία, η Συρία, και η Παλαιστίνη. Στην συνέχεια ο Γύγης έστρεψε τη προσοχή του στη Αιολίδα και μετά στις Ιωνικές πόλεις επωφελούμενος διαίρεσης και αντιζηλιών και προκειμένου θέσει και τα Ιερά υπ΄ αυτού, ο περιστοιχιζόμενος από ποιητές και Ελλήνων Τυράννων Ελλανολυδός αυτός Μεμνάδης, έστειλε πλούσια δώρα στους Δελφούς.

Οι βάρβαροι Κιμμέριοι κυρίευσαν τις περισσότερες Λυδικές πόλεις αλλά δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν την πρωτεύουσα Σάρδεις. Ο Γύγης ήταν γιος του Δάσκυλου που είχε εξοριστεί από τον βασιλιά Κάνδαυλη στην Καππαδοκία, όταν ανακλήθηκε από την εξορία προτίμησε να μην επιστρέψει ο ίδιος και να στείλει στην θέση του τον γιο του. Ο Γύγης πήγε στην Αίγυπτο με Καρικά στρατεύμαυα και μισθοφόρους από την Ιωνία προκειμένου να βοηθήσει τον βασιλιά Ψαμμήτιχο να ελευθερώσει την χώρα του από τον ζυγό των Ασσυρίων. Η Αγία Γραφή ταυτίζει τον Γύγη της Λυδίας με τον Γωγ βασιλιά της Μαγώγ όπως παρουσιάζεται στην Βίβλο του Ιεζεκιήλ και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη.

  • Άρδυς Α΄ της Λυδίας (652 π.χ. - 603 π.χ.), γιος του Γύγη.[45] Ο Άρδυς συνέχισε τον Ιωνικό πόλεμο του πατέρα του, ενώ οι Σμυρναίοι κατάφεραν να εκβάλουν τους Λυδούς η Πριήνη κυριεύθηκε, η Μίλητος κινδύνευσε όταν στη Λυδία και Ιωνία έγινε επιδρομή των Κιμμερίων.
  • Σαδυάττης (603 π.χ. - 591 π.χ.) γιος του Άρδυ Α΄. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι πολέμησε με τους Μήδους του Κυαξάρη εγγονού του Διηόκη, έδιωξε τους Κιμμέριους από την Ασία, κυρίευσε την Σμύρνη που ιδρύθηκε με αποίκους από την Κολοφώνα και πολέμησε τις πόλεις - κράτη Κλαζομενές και Μίλητος.[46]
  • Αλυάττης Β΄ (591 π.χ. - 560 π.χ.) γιος του Σαδυάττη και ο κορυφαίος βασιλιάς στην Λυδία. Όταν οι Μήδοι επιτέθηκαν στην Λυδία οι βασιλείς της Κιλικίας και της Βαβυλώνας με επέμβαση τους όρισαν το σύνορα ανάμεσα στην Λυδία και την Μηδία τον ποταμό Άλυς.[47] Ο Ηρόδοτος γράφει σχετικά με το γεγονός :

"Με την άρνηση του Αλυάττη να υποκύψει στα αιτήματα του Κυαξάρη ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στους Λυδούς και τους Μήδους που συνεχίστηκε για πέντε χρόνια με πολλές επιτυχίες, οι Λυδοί κέρδισαν πολλές φορές τους Μήδες και οι Μήδες αντίστοιχα σε άλλες τους Λυδούς".

Η "Μάχη της Έκλειψης" ανάμεσα στον Αλυάττη και τον Κυαξάρη κράτησε πέντε χρόνια, τελείωσε με την Έκλειψη Ηλίου της 28ης Μαΐου 585 π.Χ..

  • Κροίσος (560 π.χ. - 546 π.χ.) γιος του Αλυάττη Β΄ και τελευταίος βασιλιάς της Λυδίας, από αυτόν προήλθε η φράση "πλούσιος σαν Κροίσος".

Ο Κροίσος κατάφερε με την κατάληψη των πόλεων Εφέσου και Σμύρνης να καθυποτάξει όλους τους Ίωνες και να ολοκληρώσει το σχέδιο της Δυναστείας των Μερμνάδων. Και ενώ βρισκόταν στην ακμή της δόξας του και η πρωτεύουσα Σάρδεις ήταν εστία ακμαίου εμπορίου, εντευκτήριο σοφών και καλλιτεχνών, επήλθε το τέλος με τη μάταιη και ατυχή συμμαχία με άλλους Ηγεμόνες κατά του Βασιλέως των Περσών Κύρου του Μέγα (συμμαχία στην οποία συμμετείχαν οι Κροίσος της Λυδίας, Άμασις Β' της Αιγύπτου και ο Λαβύνητος της Βαβυλώνας).

Πέρσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοιχογραφία στην Περσέπολη με αντιπροσωπεία Λυδίων.

Ο βασιλιάς Κροίσος πολιόρκησε, κατέλαβε την Περσική πόλη Πτερία στην Καππαδοκία και αιχμαλώτισε τους κατοίκους της. Ο Κύρος σε απάντηση βάδισε εναντίον των Λυδών, νίκησε τους Λυδούς στην "μάχη της Πτερίας" και τους ανάγκασε να οπισθοχωρήσουν στις Σάρδεις, σε λίγους μήνες οι Πέρσες και οι Λυδοί συναντήθηκαν στην "μάχη της Θύμβρας", ο Κύρος ο Μέγας ήταν ο μεγάλης νικητής και κατέλαβε τις Σάρδεις (546 π.χ.).[48] Η Λυδική αυτοκρατορία έληξε μετά την επίθεση του Κύρου του Μέγα, την ήττα του Κροίσου, την κατάκτηση της χώρας από τους Πέρσες και την καθυπόταξη της Ιωνίας (546 π.χ.).[49][50] Έκτοτε η Λυδία, εκτός των παράλιων Ιωνικών πόλεων που μετά τους νικηφόρους πολέμους των Ελλήνων κατά των Περσών είχαν ανακτήσει την ελευθερία τους, αποτελούσε την Περσική Σατραπεία της Λυδίας.

Ελληνιστική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την εκστρατεία στην Ασία του Μεγάλου Αλεξάνδρου η Λυδία καταλήφθηκε από τη στρατιά του Παρμενίωνα, με ελευθερία αυτοδιοίκησης και καταβολής κάποιας έννομης φορολογίας. Τη περίοδο των Επιγόνων απετέλεσε Σατραπεία του Μακεδονικού κράτους σε διαδοχική εξουσία διαφόρων στρατηγών τελικά περιήλθε στην Δυναστεία των Σελευκιδών, αποσπάσθηκε από τους Ρωμαίους και δόθηκε στους Βασιλείς της Περγάμου (190 π.Χ.). Ίσως κατά την Ελληνιστική περίοδο να ιδρύθηκε η Λυδία Αραβίας από Λυδούς στρατιώτες στην Αραβία. Τελικά μέσω Διαθήκης περιήλθε στους Ρωμαίους μαζί με την Πέργαμο.

Ρωμαϊκή αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λύδιος στρατιώτης στην υπηρεσία του στρατού των Αχαιμενιδών (480 π.χ.), λεπτομέρεια από τον τάφο του Ξέρξη Α΄.

Όταν οι Ρωμαίοι κυρίευσαν τις Σάρδεις (133 π.χ.) η Λυδία και τα υπόλοιπα δυτικά κράτη του βασιλείου των Ατταλιδών έγιναν τμήμα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας, μίας πολύ πλούσιας επαρχίας με έναν κυβερνήτη με μεγάλη αξία. Ο χριστιανισμός εισήχθη στην δυτική Μικρά Ασία και τις Ιουδαϊκές επαρχίες πολύ γρήγορα. Η πρώτη γυναίκα που βαπτίστηκε χριστιανή στην Ευρώπη ήταν η Λυδία η Φιλιππησία, μία έμπορος από την Θυάτειρα, βαπτίστηκε στις όχθες του ποταμού Ζυγάκτη μαζί με όλη την οικογένειά της από τον Απόστολο Παύλο (Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. 16). Ο χριστιανισμός εξαπλώθηκε ταχύτατα τον 3ο αιώνα μ.χ. με έδρα το Εξαρχάτο της Εφέσου. Με το σύστημα της Τετραρχίας που εφάρμοσε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός η Λυδία έγινε ξανά αυτόνομη Ρωμαική επαρχία με πρωτεύουσα τις Σάρδεις με 23 πόλεις και με σαφώς μικρότερη έκταση σε σχέση με την προηγούμενη Σατραπεία. Η Λυδία μαζί με την Καρία, την Μυσία, την Λυκία, την Παμφυλία και την Πισιδία όλες στην σημερινή Τουρκία έγιναν τμήμα της Επισκοπής της Ασιανής, ανήκε στην Επαρχότητα του πραιτορίου μαζί με την Επισκοπή του Πόντου, της Συρίας, της Αιγύπτου και την Διοίκηση Θράκης.

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος (610–641) δημιούργησε τα Θέματα, η Λυδία εισήχθη στο Θέμα Ανατολικών και αργότερα μετέβη στο Θέμα Θρακησίων. Οι Σελτζούκοι κατέκτησαν το μεγαλύτερο τμήμα της Μικράς Ασίας και δημιούργησαν το Σουλτανάτο του Ρουμ με έδρα το Ικόνιο, η Λυδία παρέμεινε ωστόσο στην Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η Δημοκρατία της Βενετίας κατέκτησε την Κωνσταντινούπολη στην Δ΄ Σταυροφορία και δημιούργησε την Λατινική αυτοκρατορία (1204), η Λυδία ωστόσο εξακολουθούσε πάλι να είναι Βυζαντινό έδαφος μέχρι το 1261 και έγινε η έδρα στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Η Λυδία κατακτήθηκε από την Οθωμανική αυτοκρατορία (1361), έγινε ένα από τα Τουρκομανικά Εμιράτα, το Εμιράτο του Αϊδινίου, σήμερα είναι τμήμα της Δημοκρατίας της Τουρκίας.

Πόλεις της Λυδίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην εύφορη αυτή χώρα κτίσθηκαν σε διάφορες εποχές των αρχαίων χρόνων πολλές πόλεις εκ των οποίων σπουδαιότερες ήταν: η Ακρασός αρχή του Κάυστρου π., η Ανίκητος αμφιβόλου θέσεως, η Απολλωνίς παρά τα όρια της Μυσίας, το Απόλλωνος Ιερόν, η Αττάλεια, η Αυρηλιόπολις μεταξύ Τράλλεων και Αττάλειας, η Βάγις δεξιά όχθη του Έρμου, η Βρίουλα, το Γόρδιον, η Ιουλία, η Δάλδις, το Διός Ιερόν, η Ερμοκαπηλία, η Ηράκλεια Σιπύλου, η Θυάτειρα, η Θυεσσός, η Ιεροκαισάρεια, οι Καϋστρανοί, οι Κυλβιανοί, η Κλάνουδα, η Μαιονία, η Μαγνησία του Σιπύλου, τα Μάσταυρα, οι Μοστηνοί, η Νάκρασσα, η Νύσσα, οι Σαΐτται, οι Σάρδεις η αρχαία πρωτεύουσα του Βασιλείου της Λυδίας στους πρόποδες του Τμώλου και στις όχθες του Πακτωλού, η Σίλανδος, τα Τόμαρα, οι Τράλλεις, η Ύπαιπα, η Υρκανίς Λυδίας, η Φιλαδέλφεια, το Κτίσμα του Άτταλου του Φιλάδελφου κ.ά.

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Οι Λύδοι ή Λυδοί είναι οι κάτοικοι της αρχαίας Λυδίας.
  • Οι Λύδιοι ή Λυδίοι ονομάζονταν επί ρωμαϊκής περιόδου πρόσωπα θεαμάτων όπως χορευτές, μίμοι, ξιφομάχοι, υποκριτές κωμωδιών αλλά και οι συγκροτημένοι πεζή σε προπομπές όπως ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς τους χαρακτηρίζει "προσήβους κόρους στοιχηδόν πορευομένους" που έφεραν περικεφαλαίες δόρατα ξίφη και μεγαλοπρεπείς τηβένους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Rhodes, P.J. A History of the Classical Greek World 478-323 BC. 2nd edition. Chichester: Wiley-Blackwell, 2010, σ. 6
  2. "Lydia" in Oxford Dictionary of English. Oxford University Press, 2010. Oxford Reference Online. 14 October 2011
  3. Tavernier, J. (2007). Iranica in the Achaemenid period (ca. 530–330 B.C.): Lexicon of Old Iranian Proper Names and Loanwords, attested in Non-Iranian Texts. Peeters. σ. 91
  4. I. Yakubovich, Sociolinguistics of the Luvian Language, Leiden: Brill, 2010, σ. 6
  5. https://journals.plos.org/plosone/article?id=10.1371/journal.pone.0055519
  6. http://www.allaboutturkey.com/lidya.htm
  7. https://linguistics.ucla.edu/people/Melchert/webpage/molybdos.pdf
  8. Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο ΙΓ΄, 626
  9. Όμηρος, Ιλιάδα, Κ΄.385
  10. Ηρόδοτος, Ηροδότου Ιστορίαι, Βιβλίο Α΄ (Κλειώ), 7
  11. Calmet, Augustin (1832). Dictionary of the Holy Bible. Crocker and Brewster. σ. 648
  12. Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Φυσική Ιστορία, Βιβλίο Ε΄:30
  13. Καρλ Κερένυι, "Οι ήρωες της Ελλάδος" (1959), σ.83
  14. Sources noted in Karl Kerenyi, The Heroes of the Greeks 1959, σ. 192
  15. Γάιος Ιούλιος Υγίνος, "Περί Αστρονομίας", Β΄ 14
  16. Ηρόδοτος, Ηροδότου Ιστορίαι, Βιβλίο Α΄ (Κλειώ), Παρ.7
  17. Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, (4.31.8)
  18. Οβίδιος, "Επιστολές ηρωίδων", 9.54
  19. Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου 2.7.8
  20. Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις/Κορινθιακά, 21.3
  21. Ηρόδοτος, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Ηροδότου Ιστορίαι, Βιβλίο Α΄ (Κλειώ), Παρ.7
  22. Ηρόδοτος, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Ηροδότου Ιστορίαι, Βιβλίο Α΄ (Κλειώ), Παρ.94
  23. Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο Ε΄, 2.2
  24. Ευριπίδης, "Οι τέλειες Ελληνικές τραγωδίες", Τόμος Δ΄, Γραμμή 463
  25. Ηρόδοτος, Ηροδότου Ιστορίαι, Βιβλίο Α΄ (Κλειώ), Παρ.94
  26. Carradice and Price, Coinage in the Greek World, Seaby, London, 1988, σ. 24
  27. N. Cahill and J. Kroll, "New Archaic Coin Finds at Sardis," American Journal of Archaeology, Vol. 109, No. 4 (October 2005), σ. 613
  28. http://www.iranicaonline.org/articles/croesus
  29. A. Ramage, "Golden Sardis," King Croesus' Gold: Excavations at Sardis and the History of Gold Refining, edited by A. Ramage and P. Craddock, Harvard University Press, Cambridge, 2000, σ. 18
  30. M. Cowell and K. Hyne, "Scientific Examination of the Lydian Precious Metal Coinages," King Croesus' Gold: Excavations at Sardis and the History of Gold Refining, Harvard University Press, Cambridge, 2000, σσ. 169-174
  31. L. Breglia, "Il materiale proveniente dalla base centrale dell'Artemession di Efeso e le monete di Lidia", Istituto Italiano di Numismatica Annali, volumes 18-19 (1971/72), σσ. 9-25
  32. E. Robinson, "The Coins from the Ephesian Artemision Reconsidered," Journal of Hellenic Studies 71 (1951), σ. 159
  33. http://www.achemenet.com/pdf/in-press/KONUK_Asia_Minor.pdf
  34. M. Mitchiner, Ancient Trade and Early Coinage, Hawkins Publications, London, 2004, σ. 219
  35. Metcalf, William E. (2016). The Oxford Handbook of Greek and Roman Coinage. Oxford University Press. σσ. 49-50
  36. M. Mitchiner, σ. 214
  37. Herodotus & de Sélincourt 1954, σ. 80
  38. Herodotus & de Sélincourt 1954, σ. 43
  39. Herodotus & de Sélincourt 1954, σ. 43
  40. Herodotus & de Sélincourt 1954, σ. 43
  41. Herodotus & de Sélincourt 1954, σσ. 43–46
  42. Bury & Meiggs 1975, σ. 82
  43. Bury & Meiggs 1975, σσ. 82–83
  44. Herodotus & de Sélincourt 1954, σ. 45
  45. Herodotus & de Sélincourt 1954, σ. 46
  46. Herodotus & de Sélincourt 1954, σσ. 46-47
  47. Herodotus & de Sélincourt 1954, σσ. 43-48
  48. New Testament Cities in Western Asia Minor: Light from Archaeology on Cities of Paul and the Seven Churches of Revelation σ. 65
  49. Bury & Meiggs 1975, σ. 82
  50. Herodotus & de Sélincourt 1954, σσ. 43–79

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Lydia της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).