Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δελφοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Συντεταγμένες: 38°28′45″N 22°29′45″E / 38.4792°N 22.4958°E / 38.4792; 22.4958

Αυτό το λήμμα αφορά τον αρχαιολογικό χώρο. Για την κωμόπολη της Φωκίδας, δείτε: Δελφοί Φωκίδας.
Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Αρχαιολογικός Χώρος Δελφών
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Χάρτης
Χώρα μέλοςΕλλάδα Ελλάδα
ΤύποςΠολιτισμικό
Κριτήριαi, ii, iii, iv, vi
Ταυτότητα393
ΠεριοχήΕυρώπη
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή1987 (11η συνεδρίαση)
Ο ναός του Απόλλωνα
Η θόλος της Αθηνάς Προναίας
Ο αρχαιολογικός χώρος των Δελφών
Ο θησαυρός των Αθηναίων
Ο 'Ομφαλός της Γης'
ΜΟΥΣΕΙΟ ΔΕΛΦΩΝ

Οι Δελφοί ήταν αρχαία ελληνική πόλη στην οποία λειτούργησε το σημαντικότερο μαντείο του αρχαιοελληνικού κόσμου. Η πόλη αναφέρεται από τους ομηρικούς χρόνους με την ονομασία Πυθώ. Στην αρχή των ιστορικών χρόνων ήταν μία από τις πόλεις της αρχαίας Φωκίδας, αλλά σταδιακά ο ρόλος της πόλης ενισχύθηκε και εξελίχθηκε σε πανελλήνιο κέντρο και ιερή πόλη των αρχαίων Ελλήνων. Αποτέλεσε επίσης κέντρο της Δελφικής Αμφικτυονίας. Οι Δελφοί διατήρησαν τη σημαντική τους θέση μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία του μαντείου με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄. Τους επόμενους αιώνες η πόλη παρήκμασε και εγκαταλείφθηκε οριστικά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών.

Προϊστορία- Μυκηναϊκή περίοδος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την παράδοση, στην περιοχή των Δελφών υπήρχε ιερό αφιερωμένο στη γυναικεία θεότητα της Γαίας και φύλακάς του είχε τοποθετηθεί ο φοβερός δράκοντας Πύθων. Σύμφωνα με τοπικούς μύθους κύριος του ιερού έγινε ο Απόλλων όταν σκότωσε τον Πύθωνα. Στη συνέχεια ο θεός μεταμορφωμένος σε δελφίνι μετέφερε στην περιοχή Μινωίτες, οι οποίοι ίδρυσαν το ιερό του. Ο μύθος αυτός σχετικά με την κυριαρχία του Απόλλωνα επιβίωσε σε εορταστικές αναπαραστάσεις στις τοπικές γιορτές, όπως τα Σεπτήρια, τα Δελφίνια, τα Θαργήλια, τα Θεοφάνια, και τα Πύθια[1]

Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή των Δελφών έχουν εντοπιστεί στο Κωρύκειο Άντρο και χρονολογούνται στη νεολιθική εποχή (4000 π.Χ.) Από το 4.000 π.Χ. μέχρι τα Μυκηναϊκά χρόνια (1550 π.Χ.) δεν υπάρχουν ευρήματα, γεγονός που δείχνει ότι η περιοχή πιθανόν έμεινε ακατοίκητη στο διάστημα αυτό. Στο ξεκίνημα της Μυκηναϊκής περιόδου εγκαταστάθηκαν στο χώρο των Δελφών Αχαιοί προερχόμενοι από τη Θεσσαλία και ίδρυσαν οργανωμένη πόλη.[2]. Από την πόλη αυτή έχουν βρεθεί κατάλοιπα μυκηναϊκού οικισμού και νεκροταφείου. Πιστεύεται πως αντιστοιχεί στην πόλη που αναφέρεται στον κατάλογο των Νεών της Ιλιάδας, με το όνομα Πυθώ. Η Πυθώ ήταν μία από τις εννέα Φωκικές πόλεις που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο, στο πλευρό των υπολοίπων Αχαιών.[3]

Με το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου η πόλη εγκαταλείφθηκε, όπως και πολλά ακόμα Μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Για τους επόμενους τέσσερις αιώνες δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική εγκατάσταση στην περιοχή. Τα ευρήματα από την περιοχή παρέμειναν ελάχιστα και πολύ αποσπασματικά μέχρι τον 8ο αι. π.Χ., οπότε και επικράτησε οριστικά η λατρεία του Απόλλωνα και άρχισε η ανάπτυξη του ιερού και του μαντείου. Προς το τέλος του 7ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν οι πρώτοι λίθινοι ναοί, αφιερωμένοι ο ένας στον Απόλλωνα και ο άλλος στην Αθηνά, που λατρευόταν επίσημα, με την επωνυμία «Προναία» ή «Προνοία» και είχε δικό της τέμενος. Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες και αρχαιολογικά ευρήματα, στους Δελφούς λατρεύονταν ακόμη η Άρτεμη, ο Ποσειδώνας, ο Διόνυσος, ο Ερμής, ο Ζευς Πολιεύς, η Υγιεία και η Ειλείθυια.[1]

Από τον 8ο αιώνα, όταν πλέον επικράτησε η λατρεία του Απόλλωνα, το ιερό των Δελφών απέκτησε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ενώ η επιρροή του εξαπλώθηκε σταδιακά σε ένα μεγάλο τμήμα του ευρύτερου χώρου της ανατολικής Μεσογείου. Σημαντικός αριθμός αφιερωμάτων που βρέθηκαν στους Δελφούς, προέρχεται ακόμα και από περιοχές της Συρίας και της Αρμενίας, γεγονός που μαρτυρά την έκταση της επιρροής του ιερού. Λόγω του μεγάλου κύρους του μαντείου, οι ελληνικές πόλεις κατέφευγαν σ’ αυτό για να βοηθηθούν στη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αποικισμού, όπου οι μητροπόλεις κατέφευγαν στο μαντείο για να το συμβουλευτούν, για την επιλογή κατάλληλης θέσης για την ίδρυση αποικίας. Το ιερό των Δελφών έγινε σταδιακά κέντρο της σημαντικότερης Αμφικτυονίας του αρχαίου ελληνικού κόσμου, Η Αμφικτυονία αυτή που έγινε γνωστή ως Δελφική Αμφικτυονία, ήταν μία ομοσπονδιακή ένωση δώδεκα φυλών με θρησκευτικό κυρίως χαρακτήρα.[1] Συμμετείχαν σε αυτή οι φυλές της κεντρικής Ελλάδας και ηγετική θέση ανάμεσά τους κατείχαν οι Θεσσαλοί. Αρχικά είχε κέντρο της την Ανθήλη της Μαλίδας, αλλά από τα μέσα του 7ου αιώνα έκανε κέντρο της τους Δελφούς.

Στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα η Δελφική Αμφικτυονία διεξήγαγε πόλεμο με τη γειτονική πόλη των Δελφών, την Κρίσα. Ο πόλεμος αυτός ονομάστηκε Α΄ Ιερός πόλεμος και είχε ως κατάληξη την καταστροφή της Κρίσας.[4] Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν οι Δελφοί να αυξήσουν την πανελλήνια θρησκευτική και πολιτική τους επιρροή και να μεγαλώσουν σε έκταση, αποκτώντας εδάφη που μέχρι τότε ανήκαν στην Κρίσα. Παράλληλα μετά το τέλος του πολέμου διοργανώθηκαν για πρώτη φορά τα Πύθια, οι δεύτεροι σε σημασία πανελλήνιοι αγώνες μετά τους Ολυμπιακούς. Στα πρώτα Πύθια που διοργανώθηκαν το 586 π.Χ. δόθηκαν ως έπαθλα στους νικητές των αγώνων, χρηματικά δώρα από τα λάφυρα της Κρίσας.[2] Από τους επόμενους αγώνες καθιερώθηκε ως τιμητικό βραβείο των νικητών το δάφνινο στεφάνι.

Την περίοδο των Περσικών πολέμων το μαντείο των Δελφών εξέδωσε αρκετούς δυσοίωνους χρησμούς για τις ελληνικές πόλεις, γεγονός που αποδόθηκε από μεταγενέστερους ιστορικούς σε φιλοπερσική στάση που κράτησε.[2] Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως οι Δελφοί δέχτηκαν επίθεση από τους Πέρσες. Συγκεκριμένα αναφέρει πως αφού ο Ξέρξης πέρασε τις Θερμοπύλες και κατευθυνόταν προς τη Φωκίδα, έστειλα ένα στρατιωτικό σώμα προς τους Δελφούς για να αποσπάσει θησαυρούς. Όταν οι Πέρσες πλησίασαν στους Δελφούς, δύο κορυφές από τον Παρνασσό αποκόπηκαν και έπεσαν πάνω τους, ενώ παράλληλα καταδιώχθηκαν από δύο τοπικούς ήρωες, τον Φύλακο και τον Αυτόνοο.[5]

Οι Δελφοί παρέμειναν ανεξάρτητη πόλη μέχρι το 448 π.Χ. όταν οι Αθηναίοι βοήθησαν του Φωκείς να εντάξουν το ιερό στην ομοσπονδία τους. Τότε οι Σπαρτιάτες αντέδρασαν με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο δεύτερος ιερός πόλεμος. Οι Σπαρτιάτες αρχικά επανέφεραν την πόλη στην προηγούμενη κατάστασή της αλλά με νέα παρέμβαση των Αθηναίων η πόλη αποδόθηκε πάλι στους Φωκείς.[2] Οι Φωκείς διατήρησαν τον έλεγχο του μαντείου μέχρι το 421 π.Χ. Τη χρονιά αυτή η πόλη των Δελφών ανεξαρτητοποιήθηκε και πάλι ως συνέπεια της Νικίειου ειρήνης. Το 356 π.Χ. οι Φωκείς κατέλαβαν τους Δελφούς, όταν το αμφικτυονικό συνέδριο, που ελεγχόταν τότε από τη Θήβα, τους επέβαλλε ένα βαρύ πρόστιμο. Το γεγονός αυτό οδήγησε στο ξέσπασμα του τρίτου ιερού πολέμου. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου λεηλατήθηκαν όλοι οι θησαυροί των Δελφών για να χρηματοδοτηθεί ο στρατός των Φωκέων. Οι Φωκείς τελικά ηττήθηκαν δέκα χρόνια μετά με επέμβαση του Φιλίππου και οι Δελφοί πέρασαν πάλι στον έλεγχο της Δελφικής αμφικτυονίας που πλέον ελεγχόταν από τους Μακεδόνες[2]. Ένας τέταρτος ιερός πόλεμος ξέσπασε το 339 π.Χ. στον οποίο αναμείχθηκαν οι Λοκροί της Άμφισσας και οδήγησε τελικά στην επέμβαση του Φιλίππου στη νότια Ελλάδα.

Κατά τον 3ο αι. π.Χ. οι Δελφοί πέρασαν στον έλεγχο της νέας δύναμης που αναδείχτηκε στη νότια Ελλάδα, της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Οι Αιτωλοί κατέλαβαν το ιερό το 290 π.Χ. Λίγα χρόνια μετά, το 279 π.Χ., η πόλη των Δελφών βρέθηκε σε κίνδυνο από την επιδρομή των Γαλατών στον ελλαδικό χώρο. Την επιδρομή αυτή αντιμετώπισαν με επιτυχία οι Αιτωλοί και προστάτευσαν το ιερό[2]. Η πόλη συνέχισε να ευδοκιμεί και να πλουτίζει σε δώρα και αφιερώματα και κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Τα περισσότερα αφιερώματα αυτής της περιόδους προέρχονται από τις πόλεις της Αιτωλικής Συμπολιτείας.[6]

Τα Κυριότερα Ιερά της Αρχαίας Ελλάδας

Το 190 π.Χ. οι Ρωμαίοι αφαίρεσαν από τους Αιτωλούς την κυριαρχία στο μαντείο των Δελφών.[2] Λίγα χρόνια μετά, το 168 π.Χ. οι Δελφοί πέρασαν σε ρωμαϊκή κυριαρχία. Κατά τη διάρκεια των Μιθριδατικών πολέμων οι Δελφοί λεηλατήθηκαν από τον Ρωμαίο στρατηγό Σύλλα το 86 π.Χ..[1], ο οποίος απαίτησε και πέτυχε να του παραχωρηθούν τα πολύτιμα μετάλλινα αναθήματα του ναού.[7] Το 83 π.Χ., οι Μαίδοι, θρακικό φύλο, πραγματοποίησαν επιδρομή στους Δελφούς, πυρπόλησαν το ναό, λεηλάτησαν το ιερό και έκλεψαν το «άσβεστο πυρ» από το βωμό. Στη διάρκεια αυτής της επιδρομής, ένα μέρος της στέγης του ιερού ναού κατέρρευσε.[7]

Στη διάρκεια των πρώτων χριστιανικών χρόνων το Μαντείο των Δελφών είχε πια παρακμάσει. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των λιγοστών πλέον επισκεπτών δεν ήταν τόσο η θρησκευτική πίστη και η ανάγκη προσκύνησης, όσο το να θαυμάσουν τα πλούσια και επιβλητικά καλλιτεχνικά αρχιτεκτονήματα του χώρου. Σχετική άνθηση του μαντείου παρατηρήθηκε ξανά επί αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος φαίνεται πως επισκέφθηκε το μαντείο δύο φορές. Η περίοδος παρακμής συνεχίζεται όμως στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και του Κωνσταντίνου Β’.

Ύστερη Αρχαιότητα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μαντείο των Δελφών έκλεισε οριστικά με διάταγμα του Θεοδοσίου Α' το 395 μ.Χ. Ωστόσο ο χώρος δεν εγκαταλείφθηκε. Αρχαιολογικά δεδομένα μαρτυρούν ότι η πόλη συνέχισε να ευημερεί μέχρι περίπου τις αρχές του 7ου αιώνα. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός προσπάθησε να ανατρέψει το κλίμα παρακμής των παγανιστικών λατρειών, όμως η βασιλεία του ήταν ιδιαίτερα βραχύβια. Όταν απέστειλε τον έμπιστό του Ορειβάσιο στο μαντείο των Δελφών να πληροφορηθεί για την τύχη των ιερών, πήρε μια αποκαρδιωτική απάντηση:

Εἴπατε τῷ βασιλεῖ, χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά,

οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβην, οὐ μάντιδα δάφνην,

οὐ παγὰν λαλέουσαν, ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ.

Άποψη αρχαίου θεάτρου Δελφών

[Πείτε στο βασιλιά, ότι ο αυλός έχει πέσει στο χώμα. Ο Φοίβος δεν έχει πια σπίτι, ούτε δάφνη μαντική, ούτε και πηγή που μιλάει, γιατί στέρεψε το νερό που μιλούσε] Οι ανασκαφές, ιδιαίτερα αυτές των τελευταίων δεκαετιών, απέδειξαν ότι η ζωή στους Δελφούς δεν σταμάτησε με το κλείσιμο του μαντείου. Απεναντίας, φαίνεται ότι η πόλη συνέχισε να ανθεί για τρεις ακόμη αιώνες, αποδεσμευμένη όμως πια από τις αρχαίες λατρείες. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ανασκαφής αποκαλύφθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 5ου αιώνα, την περίοδο που οι Δελφοί ήταν έδρα επισκόπου. Σημαντικά υστερορωμαϊκά κτίσματα είναι οι Ανατολικές Θέρμες, η οικία με το περιστύλιο, η ρωμαϊκή αγορά, η μεγάλη δεξαμενή, η έπαυλη της δυτικής στοάς. Έξω από την πόλη απλώθηκαν νεκροπόλεις. Η λεγόμενη Νοτιοανατολική Έπαυλη, που οικοδομήθηκε εκτός του ιερού περιβόλου του τεμένους του Απόλλωνα, είναι ιδιαίτερα πολυτελής. Η πρόσοψή της έχει μήκος 65 μέτρα και το ίδιο το κτίριο αναπτύσσεται σε τέσσερα επίπεδα. Η οικία διέθετε τέσσερα τρικλίνια και ιδιωτικά λουτρά. Οι προμήθειες αποθηκεύονταν σε μεγάλους πακτωμένους πίθους[8]. Ανακαλύφθηκαν αντικείμενα πολυτελείας, αρκετά από αυτά εισηγμένα, όπως μια μικρή λεοπάρδαλη από μάργαρο, σασσανιδικής μάλλον προέλευσης, που κοσμούσε κάποιο ξύλινο στέλεχος, όπως σκήπτρο ή κάθισμα[9]. Σήμερα εκτίθεται στην αίθουσα του ισογείου του Αρχαιολογικού Μουσείου των Δελφών. Το κτίριο κτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα και χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία περίπου ως το 580, ενώ αργότερα μετατράπηκε σε συγκρότημα εργαστηρίων αγγειοπλαστών. Στα τέλη του 6ου αιώνα η πόλη συρρικνώθηκα και σταμάτησαν σε μεγάλο βαθμό οι εμπορικές επαφές με άλλες περιοχές. Η εγχώρια παραγωγή, η οποία είναι χονδροειδέστερη, κάλυπτε πλέον τις ανάγκες των κατοίκων [10]. Κατά την ύστερη αρχαιότητα η Ιερά Οδός πλακοστρώθηκε με επαναχρησιμοποίηση αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών, ο χαρακτήρας της όμως είναι πια κυρίως βιοτεχνικός και εμπορικός[11]. Στον χώρο της αγοράς δημιουργήθηκαν εργαστήρια, και οικοδομήθηκε παλαιοχριστιανική βασιλική. Δύο μεγάλες δεξαμενές κατασκευάστηκαν για να εξασφαλίζουν νερό στις οικίες. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι Δελφοί έγιναν έδρα επισκοπής, αλλά εγκαταλείφθηκαν στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ.[12], κατά την περίοδο των Σλαβικών επιδρομών.[1]Ο χρόνος και οι φυσικές καταστροφές συμπλήρωσαν το κάδρο της ερήμωσης του τόπου, και στη θέση των ερειπίων του ιδρύθηκε το μικρό και άσημο χωριό Καστρί.[7][13]

Ο αρχαιολογικός χώρος των Δελφών

Οθωμανική περίοδος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η Κασταλία και οι Φαιδριάδες σε χαρακτικό του Ουίλιαμ Μίλερ, 1829

Οι Δελφοί ακολούθησαν την ιστορία της Φωκίδας με αλλεπάλληλες μεταβολές ηγεμόνων κατά τη διάρκεια της Λατινοκρατίας, ως το 1410, όταν οι Οθωμανοί οριστικοποίησαν την εξουσία τους στην περιοχή. Η ίδια η τοποθεσία παρέμεινε σχεδόν ακατοίκητη για αιώνες, ενώ φαίνεται πως ένα ίσως από τα πιο πρώιμα κτίσματα της νεότερης εποχής ήταν το μοναστήρι της Παναγιάς, το οποίο κτίστηκε πάνω στα ερείπια του αρχαίου γυμνασίου. Σιγά σιγά άρχισε να δημιουργείται ένας οικιστικός πυρήνας, που εξελίχθηκε στο χωριό Καστρί. Ο πρώτος δυτικός “περιηγητής” που περιέγραψε τις ορατές δελφικές αρχαιότητες και μας κληροδότησε μια σπάνια εικόνα του χώρου για μια περίοδο σχετικά άγνωστη ήταν ο Κυριακός ο Αγκωνίτης (ή, κατά κόσμον, Κιριάκο ντε Πιτσικόλι). Πρόκειται για μια λαμπρή μορφή, γνήσιο εκπρόσωπο του αναγεννησιακού ουμανισμού. Ξεκίνησε την καριέρα του ως έμπορος, ωστόσο οι αρχαιότητες που συναντούσε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του τον συγκίνησαν ιδιαίτερα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μάθει αρχαία ελληνικά και λατινικά σε μεγάλη ηλικία, στα 30 του, και στη συνέχεια να επιδοθεί σε μια σειρά ταξιδιών με στόχο την αρχαιολογική εξερεύνηση και καταγραφή, παράλληλα με διάφορες διπλωματικές αποστολές ιδιαίτερα στην Οθωμανική αυλή. Ο Κυριάκος επισκέφθηκε τους Δελφούς τον Μάρτιο του 1436, στο πλαίσιο ευρύτερου ταξιδιού στην Ελλάδα και την ανατολική Μεσόγειο, και παρέμεινε εκεί για έξι ημέρες, καταγράφοντας τα αρχαιολογικά κατάλοιπα με οδηγό την περιγραφή του Παυσανία. Σε αυτόν οφείλουμε τις περιγραφές του θεάτρου και του σταδίου, καθώς και αρκετών ορατών γλυπτών. Επίσης, σημαντική ήταν η συμβολή του στην επιγραφική, καθώς κατέγραψε πλήθος επιγραφών. Βέβαια, οι ταυτίσεις του δεν ήταν πάντοτε ορθές: το κυκλικό κτίριο που περιέγραψε ως ναό του Απόλλωνα, για παράδειγμα, δεν ήταν παρά τα δύο ημικύκλια της βάσης του αναθήματος των Αργείων... Οι πληροφορίες για τους επόμενους δύο αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας είναι σχετικά πενιχρές και συγκεχυμένες. Με την ονομασία Καστρί οι Δελφοί υπάγονται στον καζά των Σαλώνων (Άμφισσας). Γνωρίζουμε ότι ο καταστροφικός σεισμός του 1580, που έπληξε όλη την περιοχή της Άμφισσας, προκάλεσε μεγάλες ζημιές στις ως τότε ορατές αρχαιότητες.

Οι ξένοι περιηγητές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Δείπνο στο Χρισσό, χαρακτικό του περιηγητή Έντουαρντ Ντόντουελ, που απεικόνισε τόσο τα τοπία όσο και τους ανθρώπους στους Δελφούς

Οι πληροφορίες μας για τους Δελφούς της οθωμανικής περιόδου πληθαίνουν μαζί με τους περιηγητές που τους επισκέπτονται. Όπως και στην αρχαιότητα, από τους Δελφούς περνούσε ένας από τους δρόμους που συνέδεε τη δυτική με την ανατολική Ελλάδα. Αρκετοί περιηγητές αποβιβάζονταν στην Ιτέα ή στη Ναύπακτο και στη συνέχεια έκαναν τον δρόμο αυτό οδικώς, με τη βοήθεια υποζυγίων. Από τα μέσα του 17ου αιώνα οι επισκέψεις αυτές πολλαπλασιάζονται, καθώς στην Ευρώπη εξαπλώνεται η μόδα των περιηγήσεων και της αρχαιολατρείας. Από τους πρώτους Ευρωπαίους επισκέπτες των Δελφών (επώνυμους τουλάχιστον) ήταν το δίδυμο των Τζορτζ Ουίλερ και Τζακόμπ Σπον, που επισκέφθηκαν την περιοχή τον Ιανουάριο του 1676. Το πρώτο κτίσμα που τράβηξε την προσοχή τους, όπως και πολλών άλλων κατοπινών επισκεπτών, ήταν το μοναστήρι της Παναγιάς, κτισμένο στη λεγόμενη “Μαρμαριά”, επάνω ακριβώς από το αρχαίο γυμνάσιο. Επρόκειτο για μετόχι της Μονής της Ιερουσαλήμ στη βοιωτική Δαύλεια, και έστεκε μέχρι τη δεκαετία του 1890, όταν κατεδαφίστηκε στη διάρκεια της “Μεγάλης ανασκαφής”. Στο μοναστήρι αυτό κατέλυαν πολλοί από τους περιηγητές, οι περισσότεροι από τους οποίους μνημονεύουν το καλό κρασί που τους πρόσφεραν οι κατά τα άλλα λιτοδίαιτοι μοναχοί. Το 1766 πέρασαν από τους Δελφούς ο Ρίτσαρντ Τσάντλερ, καθηγητής στην Οξφόρδη και καταξιωμένος επιγραφικός, συνοδευόμενος από τον αρχιτέκτονα και σχεδιαστή Νίκολας Ρέβετ και τον ζωγράφο Ουίλιαμ Παρς. Η αποστολή τους είχε χρηματοδοτηθεί από την περίφημη Εταιρεία των Ντιλετάντι, η οποία καλλιεργούσε συστηματικά το ενδιαφέρον για τις ελληνορωμαϊκές αρχαιότητες στη Βρετανία. Οι μελέτες τους δημοσιεύτηκαν το 1769 με τον τίτλο “Ionian Antiquities”, ενώ ακολούθησαν και μια συλλογή επιγραφών καθώς και δύο ταξιδιωτικές περιγραφές, μία για τη Μικρά Ασία (1774) και μία για την Ελλάδα (1775). Εκτός από τις αρχαιότητες που κατέγραψαν, η ομάδα των βρετανών μας διέσωσε και μερικές ζωηρές περιγραφές της καθημερινής ζωής στο Καστρί, ιδιαίτερα την επίσκεψη μιας ομάδας Τουρκαλβανών, που ενεργούσαν ως φύλακες των ορεινών δρόμων, και δημιούργησαν έντονα αρνητική εντύπωση στους Βρετανούς με την “άξεστη” και “βάρβαρη” συμπεριφορά τους. Το 1805 επισκέφθηκε τους Δελφούς ο Ντόντουελ, συνοδευόμενος από τον ικανό ζωγράφο Σιμόνε Πομάρντι. Οι περιγραφές του απλές αλλά ακριβείς, όπως και τα εξαιρετικά χαρακτικά του Πομάρντι, που διακόσμησαν το βιβλίο του, το οποίο εκδόθηκε το 1821. Εκτός από τις αρχαιότητες, περιγράφει και αυτός με τη σειρά του, σκηνές της καθημερινής ζωής, όπως ένα αξιομνημόνευτο δείπνο στο χωριό Χρισσό ή τη φιλοξενία που τους παρείχε ο παπάς του Καστριού σε ένα μονόχωρο σπίτι χωρίς εξαερισμό για τη διαφυγή του καπνού από την εστία, όπου όλη η οικογένεια ζούσε μαζί. Μια τόσο γνωστή στη Δύση τοποθεσία όπως οι Δελφοί, δεν θα μπορούσε να μην συμπεριλαμβάνεται στο δρομολόγιο του μεγάλου φιλέλληνα, του Λόρδου Βύρωνα, που επισκέφθηκε την περιοχή το 1809. Ο Βύρωνας συνοδευόταν από τον φίλο του Τζον Καμ Χόμπχαουζ. Από την επίσκεψη αυτή ο ποιητής εμπνεύστηκε, μεταξύ άλλων, τους παρακάτω στίχους: Yet there I've wandered by the vaulted rill; Yes! Sighed o'er Delphi's long deserted shrine, where, save that feeble fountain, all is still. Παράλληλα δεν μπόρεσε παρά να παρατηρήσει τις χαραγμένες υπογραφές άλλων ταξιδιωτών επάνω στους αρχαίους κίονες, σε δεύτερη χρήση στο μοναστήρι της Παναγιάς, μεταξύ άλλων και του Κόμη του Αμπερντίν, που ο Βύρων στηλίτευε, μαζί με τον Έλγιν, για τον ακρωτηριασμό και την κλοπή αρχαιοτήτων. Η απέχθειά του για τις ειδεχθείς πράξεις των συμπατριωτών του δεν τον απέτρεψε ωστόσο να αφήσει κι εκείνος την υπογραφή του στο μάρμαρο του ίδιου κίονα, που σήμερα στέκει στο γυμνάσιο των Δελφών.

Οι πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η μέριμνα για τις αρχαιότητες υπήρξε άμεση σε όλην την επικράτεια. Αρκετά γλυπτά που βρίσκονταν κατά χώρα στους Δελφούς μεταφέρθηκαν αρχικά στην Αίγινα, στο αρχαιολογικό μουσείο που μόλις είχε ιδρύσει ο Καποδίστριας. Έντονα ήταν όμως τα αιτήματα για δημιουργία μουσείου στην ίδια την περιοχή. Ήδη από τη δεκαετία του 1860 υπήρχε σχέδιο καθολικής ανασκαφής του χώρου, οι περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες του ελληνικού κράτους, όμως, την έκαναν να φαίνεται σχεδόν αδύνατη. Εν τω μεταξύ οι περιηγητές συνέχισαν ακάθεκτοι τις επισκέψεις τους σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ένας από αυτούς ήταν και ο Γάλλος ποιητής και λογοτέχνης Γκυστάβ Φλωμπέρ, που επισκέφθηκε το χώρο το 1851. Το αυξανόμενο αυτό κύμα επισκεπτών και αρχαιοδιφών ίσως και να ήταν τελικά ένας από τους λόγους που οδήγησαν στη συμφωνία μεταξύ ελληνικού και γαλλικού κράτους για την απαλλοτρίωση του χωριού Καστρί, τη μετακίνηση των σπιτιών σε άλλη τοποθεσία και τη διενέργεια της μεγαλύτερης, ως τότε, ανασκαφής στον ελλαδικό χώρο.

Το αρχαίο στάδιο

Ο αρχαιολογικός τόπος είχε καλυφθεί από το χωριό Καστρί, ήδη από τον Μεσαίωνα. Οι κάτοικοι είχαν χρησιμοποιήσει αρχαίο οικοδομικό υλικό για την κατασκευή των σπιτιών τους (πράγμα συνηθισμένο στο παρελθόν), ιδιαίτερα μετά το σεισμό του 1580, που ισοπέδωσε αρκετά χωριά στη Φωκίδα. Ήταν αναγκαίο να μετακινηθεί το χωριό ώστε να μπορέσουν να γίνουν οι ανασκαφές κάτι όμως που αρνούνταν οι κάτοικοι. Η ευκαιρία να μετατοπισθεί το χωριό δόθηκε όταν αυτό καταστράφηκε μερικώς από σεισμό και οι κάτοικοι έδωσαν τον αρχαιολογικό χώρο με αντάλλαγμα ένα νέο χωριό. Το 1893 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή ξεκίνησε μεγάλης κλίμακας ανασκαφές, έτσι ώστε τα σημαντικά κτήρια του ιερού του Απόλλωνα, όπως επίσης και χιλιάδες αντικειμένων, επιγραφών και γλυπτών να έρθουν στην επιφάνεια.

Τέσσερις περιοχές του χώρου αναστηλώθηκαν περισσότερο ή λιγότερο. Ο Θησαυρός των Αθηναίων αναστηλώθηκε ολόκληρος λόγω του πλήθους των αυθεντικών αρχαίων αντικειμένων που βρέθηκαν από τη γαλλική ομάδα υπό την χορηγία του Δημάρχου Αθηναίων. Ο Βωμός των Χίων αναστηλώθηκε το 1959 από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Η Θόλος και ο Ναός του Απόλλωνα υπέστησαν μικρές αναστηλώσεις.

Η πρόσληψη των Δελφών στην τέχνη

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Απεικόνιση και χάρτης των Δελφών από την Χάρτα του Ρήγα, 1797

Απεικονίσεις των Δελφών στην τέχνη Από το 16ο αι. οι Δελφοί απασχολούν τη Δύση. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι στα μέσα του 15ου αι. γίνεται η πρώτη λατινική μετάφραση του Στράβωνα. Η πρώτη απεικόνιση των Δελφών είναι φανταστική και ανήκει στον γερμανό ουμανιστή Ν. Γκέρμπελ που το 1545 εξέδωσε ένα συνοδευτικό κείμενο για τον χάρτη της Ελλάδας του Κερκυραίου Ν. Σοφιανού. Αναπαρίσταται το αρχαίο ιερό με στοιχεία οχυρωμένης πόλης. Οι πρώτοι περιηγητές με αρχαιολογικό ενδιαφέρον είναι ο άγγλος Τζ. Γουίλερ και ο γάλλος Τ. Σπον που επισκέφτηκαν την Ελλάδα το 1675-76. Εξέδωσαν χωριστά τις εντυπώσεις τους: Το 1682, στο χρονικό του Άγγλου (A Journey into Greece) δημοσιεύεται σκαρίφημα της περιοχής των Δελφών, όπου σημειώνονται ο οικισμός, το Καστρί, δηλαδή, και μερικά ερείπια. Πρωτοπόρα θεωρούνται τα εικονογραφικά θέματα που συνοδεύουν την έκδοση του ταξιδιού του Γάλλου (Voyage d'Italie, de Dalmatie, de Grèce et du Levant, 1678). Οι περιηγήσεις συνεχίστηκαν σε όλο το διάστημα του 19ου αι. με αντίστοιχες εκδόσεις βιβλίων που περιλάμβαναν, εκτός από τα ημερολόγια, και σχέδια, χάρτες, απόψεις του χώρου αλλά και φωτογραφίες νομισμάτων. Η εικονογράφηση αποτύπωνε πολλές φορές το αναφαινόμενο ρεύμα του ρομαντισμού, όπως στα έργα του Ότο Μάγκνους φον Στάκελμπεργκ, όπου εκτός των τοπίων (La Grèce. Vues pittoresques et topographiques, Παρίσι, 1834) βρίσκουμε και ανθρώπινους τύπους (Costumes et usages des peuples de la Grèce moderne dessinés sur les lieux, Παρίσι 1828). Ο φιλέλληνας ζωγράφος Ου. Ουίλιαμς έχει συμπεριλάβει στη θεματογραφία του το τοπίο των Δελφών (1829). Και ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί με ονόματα όπως του F.Ch.-H.-L. Pouqueville, του W.M. Leake, του Chr. Wordsworth και άλλων πολλών. Οι περιηγητές γίνονται αντικείμενο αναφοράς και στον τύπο. Έτσι η Εφημερίς στις 17/03/1889 γράφει: “Εν τη «Επιθεωρήσει των Δύο Κόσμων» εδημοσιεύθη υπό του Παύλου Λεφαίβρ περιγραφή εκδρομής εις Δελφούς. Ο Γάλλος λόγιος αφηγείται χαριέντως τας καθ’ οδόν περιπετείας εξαίρων ιδίως την ευχέρειαν, μεθ’ ης παρατυχούσα γραία χωρική επανέφερεν εις την θέσιν του τον εξαρθρωθέντα βραχίονα ενός των ξένων συνοδοιπόρων, πεσόντος εκ του ίππου. Εν Αραχώβη, κατά τον περιηγητήν, τηρείται ακραιφνέστατος ο ελληνικός τύπος. «Οι άνδρες είνε αθληταί μάλλον ή χωρικοί, «πεπλασμένοι» προς δρόμον και πάλην, εξόχως κομψοί και ευλύγιστοι, υπό τον ορεινόν των ιματισμόν». Περί των αρχαιοτήτων των Δελφών λόγος γίνεται μόνον εν παρόδω, αναφέρεται όμως πελασγικόν τι τείχος μήκους 80 μέτρων, εφ’ ου ως επί λιθίνου αρχείου είνε κεχαραγμέναι αναμίξ αναρίθμητοι επιγραφαί, θεσπίσματα, συνθήκαι, εκκλητήρια έγγραφα και χειραφετήσεις δούλων”. Σταδιακά εμφανίζονται και οι πρώτοι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Με το νέο επαναστατικό σχήμα «τσέπης» που επινόησε ο Κ. Baedeker, τους χάρτες που χρησίμευαν την επίσκεψη αρχαιολογικών κυρίως τοποθεσιών, όπως και των Δελφών (1894), και τα πλήρως ενημερωμένα σχεδιαγράμματα, οι «Οδηγοί» έγιναν περισσότερο πρακτικοί και ευπώλητοι. Τον 20ο πλέον αι. με την εφεύρεση του φωτογραφικού φακού η αποτύπωση του τοπίου και των αρχαιοτήτων παίρνει μιαν άλλη μορφή, ιδιαίτερα από το 1893 οπότε άρχισαν οι συστηματικές ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Αυτό δεν εμπόδισε καλλιτέχνες, όπως η Vera Willoughby, να εμπνέονται από το τοπίο. Θέματα από τους Δελφούς ενέπνευσαν και εμπνέουν πολλούς εικαστικούς. Εκτός από το τοπίο, η Πυθία / Σίβυλλα αποτελεί συχνό θέμα μέχρι και σε κάρτες ταρό [1]. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν το Delphic Sibyl του Michelangelo (1509) [2], το Priestess of Delphi του John Collier (1891) [3], το Oracle of Apollo at Delphi, χαρακτικό (Γερμανία, 19ος αι.), αλλά και το πιο σύγχρονο The Oracle of Delphi, μελάνι σε χαρτί, της Σουηδής Malin Lind [4]. Σύγχρονοι καλλιτέχνες εμπνέονται και από τα Δελφικά Παραγγέλματα. Παραδείγματα τέτοιων έργων υπάρχουν στο “Πάρκο Γλυπτικής του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών” και σε εκθέσεις που γίνονται στο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου των Δελφών.

Οι Δελφοί στη λογοτεχνία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Δελφοί ενέπνευσαν και τη λογοτεχνία. Το 1814 ο W. Haygarth (φίλος του Μπάυρον) αναφέρεται στους Δελφούς στο ποίημά του Greece, a Poem. Το 1888 ο Charles Marie René Leconte de Lisle εκδίδει το λυρικό δράμα L’Apollonide σε μουσική του Franz Servais. Και νεότεροι γάλλοι λογοτέχνες εμπνεύστηκαν από τους Δελφούς, όπως ο Yves Bonnefoy στο ποίημά του Delphes du second jour ή ο Jean Sulivan (ψευδώνυμο του Joseph Lemarchand) στο L'Obsession de Delphes (1967), αλλά και το Indiana Jones and the Peril at Delphi (1991) του Rob MacGregor. Η παρουσία των Δελφών στην ελληνική λογοτεχνία είναι πολύ έντονη. Ποιητές όπως ο Κωστής Παλαμάς Ο Δελφικός Ύμνος (1894), ο Κώστας Καρυωτάκης Δελφική Εορτή (1927), ο Νικηφόρος Βρεττάκος, Επιστροφή από τους Δελφούς (1957), ο Γιάννης Ρίτσος Δελφοί (1961-62) και η Κική Δημουλά Γᾶς Ὀμφαλός (1988) και Κατάλληλο έδαφος, για να αναφερθούν μόνο οι γνωστότεροι. Ο Σικελιανός έγραψε τα: Η αφιέρωση [του Δελφικού λόγου] (1927), Δελφικός Ύμνος (1910) και την τραγωδία Σίβυλλα (1940), ενώ στο πλαίσιο της Δελφικής Ιδέας και των αντίστοιχων εορτών εκδόθηκε από τον ίδιο το 1930 δοκίμιο με τον τίτλο Η δελφική ένωση. Ένα προανάκρουσμα. Ο Γεώργιος Σεφέρης αφιερώνει στις Δοκιμές του ένα δοκίμιο με τον τίτλο Δελφοί.

Οι Δελφοί στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημασία των Δελφών για τους Έλληνες είναι μεγάλη: Στη συλλογική μνήμη έχουν εγγραφεί οι Δελφοί και έχουν εκφραστεί στις Παραδόσεις. Ο Νικόλαος Πολίτης στο Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού: Παραδόσεις - Μέρος Α', μας παραδίδει 2 παραδείγματα από τους Δελφούς: ¨"Ο ιερέας του Απόλλωνα" (σελ.176) Όταν εγεννήθη ο Χριστός, ένας ιερέας του Απόλλωνα έκανε θυσία παρακάτω από το μοναστήρι της Παναγιάς, 'ς το Λογάρι, εις της Λιβαδιάς το δρόμο. Έξαφνα παραιτάει τη θυσία και γυρίζει και λέει 'ς το λαό: “Αυτή τη στιγμή εγεννήθη υιός Θεού, που θα έχη μεγάλη δύναμη σαν του Απόλλωνα, 'ς τα ύστερα όμως ο Απόλλωνας θα τον νικήση”. Αλλά δεν απόσωσε τον λόγο, και έπεσε αστραπή και τον έκαψε, και άνοιξε κι τον βράχο εκεί κοντά στα δύο. [σελ. 99] "Οι Μυλόρδοι" (108) Οι Μυλόρδοι δεν είναι χριστιανοί, γιατί κανείς δεν τους είδε ποτές να κάνουν τον σταυρό τους. Η γενιά τους είναι από τους παλαιούς ειδωλολάτραις Αδελφιώταις, που φύλαγαν το βιό τους εις ένα κάστρο και το λέγαν Αδελφούς, από τους 2 αδελφούς τα βασιλόπουλα που το χτισαν. Όταν η Παναγία και ο Χριστός ήρθαν 'ς αυτούς τους τόπους, και όλοι οι άνθρωποι ολόγυρα γινήκαν χριστιανοί, οι Αδελφιώτες εσκέφθηκαν πως ήταν καλύτερα γι' αυτούς να φύγουν• κ' έφυγα 'ς την Φραγκιά, και πήραν και όλα τα πλούτη τους μαζί. Απ' αυτούς είναι οι Μυλόρδοι, και έρχονται τώρα εδώ και προσκυνούν αυτά τα λιθάρια. [σελ. 59]

Η πρόσληψη των Δελφικών Ύμνων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως καταδείχτηκε και σε πρόσφατη διάλεξη [5] ένας από τους ύμνους στον Απόλλωνα που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές, αποτέλεσε έμπνευση για μουσικά έργα. Συγκεκριμένα, το 1893 κατά τη διάρκεια της ανασκαφής από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή ήρθαν στο φως τμήματα δύο ύμνων στον Απόλλωνα με μουσική σημειογραφία. Ο γάλλος φιλόλογος Henri Weil έκανε την έκδοση και ο Théodore Reinach τη μουσική μεταγραφή. Ο διευθυντής της Σχολής Θεόφιλος Ομόλ αποφάσισε να δώσει μία παράσταση του πρώτου ύμνου, η παρτιτούρα του οποίου είχε εναρμονιστεί από τον Louis Nicole, καθηγητή στον ωδείο της Γενεύης. Αυτή η συναυλία πραγματοποιήθηκε στη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στις 17 Μαρτίου 1894. Μετά, ο ύμνος τραγουδήθηκε στο Παρίσι, σε σύνθεση του γάλλου συνθέτη Γκαμπριέλ Φωρέ. Ο ύμνος έκανε το γύρο του κόσμου, από την Πετρούπολη στο Γιοχάνεσμπουργκ, και από τη Νέα Υόρκη στη Σμύρνη, όπως αποδεικνύεται από τις εφημερίδες της εποχής. Η ίδια μουσική ωστόσο ενέπνευσε και σύγχρονους συνθέτες, όπως τον André Jolivet στη Suite delphique και τον Miklós Rózsa στη μουσική της πολύ γνωστής ταινίας Quo Vadis.

Οι Δελφοί είναι μια περιοχή με έντονη τουριστική κίνηση, αφού αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Εκτός του αρχαιολογικού χώρου και του μουσείου, υπάρχει το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο και στην ευρύτερη περιοχή μια σειρά Ιερών Μονών θρησκευτικού ενδιαφέροντος. Επίσης, οι Δελφοί βρίσκονται σε μικρή απόσταση 10 χλμ από την Αράχωβα, σημαντικό χειμερινό προορισμό της Στερεάς Ελλάδας, και σε κοντινή απόσταση από το θερινό παραθεριστικό κέντρο της Ιτέας καθώς και από τον παραδοσιακό οικισμό του Γαλαξειδίου.

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 «Υπουργείο Πολιτισμού, Δελφοί, Ιστορικό». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Φεβρουαρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 2007. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 Arxaiologia.gr[νεκρός σύνδεσμος] Άρθρο της Μαρίας Πεντάζου
  3. Βικιθήκη - Ιλιάδα Ραψωδία Β΄στίχοι 517-520 Αὐτὰρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον υἷες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο, οἳ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνά τε πετρήεσσαν Κρῖσάν τε ζαθέην καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα, οἵ τ' Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφενέμοντο, οἵ τ' ἄρα πὰρ ποταμὸν Κηφισὸν δῖον ἔναιον, οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῇς ἔπι Κηφισοῖο·
  4. Arxaiologia.gr Άρθρο της Κατερίνας Τυπάλδου-Φακίρη
  5. Ηρόδοτος 8.39 τούτους δὲ τοὺς δύο Δελφοὶ λέγουσι εἶναι ἐπιχωρίους ἥρωας, Φύλακόν τε καὶ Αὐτόνοον, τῶν τὰ τεμένεα ἐστὶ περὶ τὸ ἱρόν, Φυλάκου μὲν παρ᾽ αὐτὴν τὴν ὁδὸν κατύπερθε τοῦ ἱροῦ τῆς Προναίης, Αὐτονόου δὲ πέλας τῆς Κασταλίης ὑπὸ τῇ Ὑαμπείῃ κορυφῇ. οἱ δὲ πεσόντες ἀπὸ τοῦ Παρνησοῦ λίθοι ἔτι καὶ ἐς ἡμέας ἦσαν σόοι, ἐν τῷ τεμένεϊ τῆς Προναίης Ἀθηναίης κείμενοι, ἐς τὸ ἐνέσκηψαν διὰ τῶν βαρβάρων φερόμενοι. τούτων μέν νυν τῶν ἀνδρῶν αὕτη ἀπὸ τοῦ ἱροῦ ἀπαλλαγὴ γίνεται.
  6. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Δελφοί
  7. 7,0 7,1 7,2 Γιάννης Λάμψας, Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, τ. Α’, Αθήνα, εκδόσεις Δομή, 1984, 761—762.
  8. Petrides, P., La céramique protobyzantine de Delphes. Une production et son contexte, École française d’Athènes, Fouilles de Delphes V, Monuments figurés 4, Paris – Athènes 2010.
  9. , Π., «Μάργαρον ἐς χεῖρας τὰς ἐμὰς τῇ προτεραίᾳ ἐμπέπτωκεν : Η λεοπάρδαλη των Δελφών και τα αντικείμενα μικροτεχνίας από μάργαρο», στο Ο. Γκράτζιου-Χ.Λούκος (επιμ.), Ψηφίδες. Μελέτες Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Τέχνης στη μνήμη της Στέλλας Παπαδάκη-Oekland, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης – Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο 2009, σ. 73-84.
  10. Petrides, P., «Delphes dans l’Antiquité tardive : première approche topographique et céramologique», BCH 121 (1997)
  11. Πετρίδης Π., «Βιοτεχνικές εγκαταστάσεις της πρώιμης βυζαντινής περιόδου στους Δελφούς», Αρχαιολογικά Τεκμήρια Βιοτεχνικών Εγκαταστάσεων κατά τη Βυζαντινή Εποχή 5ος–15ος αιώνας, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία – Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2004, σ. 243-256
  12. Πετρίδης, Π., «Από την Πυθία στην Αθανασία: οι Δελφοί της Ύστερης Αρχαιότητας υπό το φως των νέων ανασκαφικών δεδομένων», Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, Βόλος 27.2 – 2.3.2003, Βόλος 2006, σ. 1093-1103.
  13. Πάνος Βαλαβάνης, Ιερά και Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα. Ολυμπία – Δελφοί – Ίσθμια – Νέμεα – Αθήνα, Αθήνα, 2004, 228-235.
  • Chandler, R, Revett, N., Pars, W., Ionian Antiquities, London 1769
  • Chandler, R, Revett, N., Pars, W., Inscriptiones antiquae, pleraeque nondum editae, in Asia Minore et Graecia, praesertim Athensis, collectae, Oxford, 1774.
  • Chandler, R, Revett, N., Pars, W., Travels in Asia Minor, Oxford, 1775.
  • Chandler, R, Revett, N., Pars, W., Travels in Greece, Oxford, 1776.
  • Delphes cent ans après la Grande fouille. Essai de bilan. Actes du colloque organisé par l' EFA, 17-20 septembre 1992, BCH Suppl. 36, 2000, 7-21
  • Elliot, C.W.J., “Lord Byron, Early Travelers and the Monastery at Delphi”, AJA 1967, 283-291, πιν. 85-86
  • Πετρίδης, Π., «Από την Πυθία στην Αθανασία: οι Δελφοί της Ύστερης Αρχαιότητας υπό το φως των νέων ανασκαφικών δεδομένων», Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης, Βόλος 27.2 – 2.3.2003, Βόλος 2006, σ. 1093-1103.
  • Πετρίδης, Π., «Μάργαρον ἐς χεῖρας τὰς ἐμὰς τῇ προτεραίᾳ ἐμπέπτωκεν : Η λεοπάρδαλη των Δελφών και τα αντικείμενα μικροτεχνίας από μάργαρο», στο Ο. ΓΚΡΑΤΖΙΟΥ – Χ. ΛΟΥΚΟΣ (επιμ.), Ψηφίδες. Μελέτες Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Τέχνης στη μνήμη της Στέλλας Παπαδάκη-Oekland, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης – Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο 2009, σ. 73-84.
  • Petrides, P., La céramique protobyzantine de Delphes. Une production et son contexte, École française d’Athènes, Fouilles de Delphes V, Monuments figurés 4, Paris – Athènes 2010.
  • Petrides, P., Delphes de l’Antiquité tardive. Secteur au Sud-est du Péribole, École française d’Athènes, Fouilles de Delphes II, Topographie et Architecture 15, Paris-Athènes 2014 (με τους V. Déroche, A. Badie).
  • Petrides, P., «Delphes dans l’Antiquité tardive : première approche topographique et céramologique», BCH 121 (1997), σ. 681-695.
  • Petrides, P., «Ateliers de potiers protobyzantins à Delphes », στο Χ. ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ (επιμ.), 7ο Διεθνές Συνέδριο Μεσαιωνικής Κεραμικής της Μεσογείου, Θεσσαλονίκη 11-16 Οκτωβρίου 1999, Πρακτικά, Αθήνα 2003, σ. 443-446.
  • Wheler, George. A Journey into Greece… In Company of Dr Spon of Lyons. In six books. Containing I…, II…, III…, IV…, V…, VI…, London, William Cademan, Robert Kettlewell and Awnsham Churchill, 1682.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]