Βυζάντιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°00′55″N 28°59′05″E / 41.0153°N 28.9847°E / 41.0153; 28.9847

Αυτό το λήμμα αφορά στην αρχαία πόλη. Για την αυτοκρατορία, δείτε: Βυζαντινή Αυτοκρατορία.


Η θέση του Βυζαντίου

Το Βυζάντιο (επίσης Βυζαντίς) υπήρξε αρχαία αποικία που ιδρύθηκε στο μυχό του Κεράτιου κόλπου και των στενών του Βοσπόρου, στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα η Κωνσταντινούπολη. Η ονομασία της πόλης παραπέμπει σε θρακική ονοματολογία[1], ενώ σύμφωνα με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, η τοποθεσία ονομαζόταν παλαιότερα Λύγος[2]. O επικρατέστερος ιδρυτικός μύθος του Βυζαντίου παραδίδεται από τον Στράβωνα στα Γεωγραφικά, σύμφωνα με τον οποίο η πόλη ιδρύθηκε το 658/7 π.Χ. από Μεγαρείς αποίκους, με επικεφαλής τον Βύζαντα, από τον οποίο και πήρε το όνομά της. Ο μυθικός ήρωας Βύζας θεωρείται γιος του βασιλιά Νίσου από τα Μέγαρα ή γιος του Ποσειδώνα και της Κερόεσσας[3], κόρης της Ιούς και του Δία, την οποία η μητέρα της γέννησε στον Κεράτιο κόλπο. Άλλη εκδοχή εμφανίζει τον Βύζαντα ως γιο της νύμφης Σεμέστρας[1]. Ο Βύζας αναφέρεται μαζί με τους Άντες στο χρονογράφημα Παραστάσεις σύντομοι χρονικαί (8ος-9ος αι.) και εικάζεται ότι πιθανός συνδυασμός των δύο ονομάτων οδήγησε στο τοπωνύμιο Βυζάντιον[1]. Για τη χρονολογία ίδρυσης της πόλης υπάρχουν αρκετές εκδοχές, με επικρατέστερη εκείνη του 660 ή 659 π.Χ.[4]. Λαμβάνοντας υπόψη τη μακραίωνη ιστορία της πόλης, στη διάρκεια της οποίας καταστράφηκε και χτίστηκε εκ νέου αρκετές φορές, οι αρχαιολογικές μαρτυρίες διακρίνονται με δυσκολία στο χώρο της σύγχρονης Κωνσταντινούπολης. Στα κατάλοιπα της αρχαία πόλης ανήκει ο «κίονας των Γότθων», μνημείο που πιθανώς αντικατέστησε προηγούμενο άγαλμα του Βύζαντα και βρίσκεται μεταξύ του Τοπ Καπί και των θαλάσσιων τειχών, όπως και κεραμικά αντικείμενα, τα πρωιμότερα από τα οποία χρονολογούνται στον 7ο αιώνα π.Χ.[4].

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο του Βυζαντίου, όπως παραδίδεται από τον Στράβωνα, οι άποικοι ακολούθησαν χρησμό — πιθανώς του Μαντείου των Δελφών — ο οποίος τούς προέτρεπε να κτίσουν την πόλη τους έναντι της πόλης των «τυφλών». Ως τυφλοί υπονοούνταν οι κάτοικοι της Χαλκηδόνας, οι οποίοι είχαν ιδρύσει την πόλη τους νωρίτερα στην απέναντι ασιατική ακτή του Βοσπόρου δίχως να αντιληφθούν τα εξαιρετικά πλεονεκτήματα της απέναντι τοποθεσίας[5]. Βασικό πλεονέκτημα της τοποθεσίας, σε σχέση με εκείνη της Χαλκηδόνας, ήταν η μεγαλύτερη δυνατότητα υπεράσπισής της, καθώς η ακρόπολη του Βυζαντίου στη συμβολή του Κεράτιου κόλπου και του Βοσπόρου, προστατευόταν σχεδόν ολοκληρωτικά από θάλασσα, με εξαίρεση μόνο το δυτικό τμήμα, στο οποίο όμως ήταν εφικτή η ανέγερση τειχών. Συγχρόνως, η περιοχή έλεγχε τους θαλάσσιους δρόμους και για εμπορικούς σκοπούς και μπορούσε να αξιοποιηθεί ως αφετηρία για ίδρυση νέων αποικιών κατά μήκος του Βοσπόρου. Επιπλέον, από κλιματολογικής άποψης, τα ψυχρά ρεύματα του Βοσπόρου έδιναν αρκετές βροχές που έκαναν τα καλλιεργήσιμα εδάφη εύφορα και τα ακαλλιέργητα γεμάτα από πυκνά δάση[4].

Το Βυζάντιο αναπτύχθηκε γρήγορα, περιτειχίστηκε και κατέλαβε εδάφη στα ασιατικά παράλια. Κατά τον Παυσανία, υπήρξε μία από τις καλύτερα οχυρωμένες πόλεις της αρχαιότητας[6]. Ιστορικές πληροφορίες για το Βυζάντιο αντλούμε επίσης από τον Ηρόδοτο. O τύραννος της πόλης, Αρίστων, υποστήριξε μαζί με άλλους Έλληνες στρατηγούς τον Πέρση βασιλιά Δαρείο στην εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών. Στη διάρκεια της Ιωνικής επανάστασης καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις και μετά το τέλος της, οι κάτοικοί της μετοίκησαν, ιδρύοντας τη Μεσηβρία στις δυτικές ακτές του Εύξεινου Πόντου[7].

Κλασικοί και ελληνιστικοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τους κλασικούς χρόνους, μετά τη νικηφόρο για τους Έλληνες έκβαση των Μηδικών Πολέμων, το Βυζάντιο καταλήφθηκε από τον Παυσανία νικητή των Πλαταιών[8], o οποίος μετά από συμφωνία με τον Ξέρξη παρέμεινε διοικητής της πόλης πριν εκδιωχθεί από τους Αθηναίους[9]. To Βυζάντιο υπήρξε μέλος της Συμμαχίας της Δήλου, ενώ κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-405 π.Χ.) τάχθηκε αρχικά στο πλευρό των Αθηναίων. Το 411 π.Χ. αποστάτησε από τον αθηναϊκό συνασπισμό και τον επόμενο χρόνο καταλήφθηκε από τον Σπαρτιάτη στρατηγό Κλέαρχο, προφασιζόμενος ο τελευταίος την ανάγκη να εμποδιστεί η αποστολή σιτηρών προς την Αθήνα από τον Εύξεινο πόντο[10]. Πολιορκήθηκε εκ νέου το 409 π.Χ από τους Αθηναίους, με επικεφαλής τον Αλκιβιάδη και όταν ο Κλέαρχος εγκατέλειψε την πόλη, ορισμένοι Βυζαντινοί άνοιξαν τις πύλες στους Αθηναίους[11], οι οποίοι, τελικά, μετά από μάχη εντός των τειχών κατέλαβαν την πόλη. Μετά την ήττα των Αθηναίων υπο τον Κόνωνα στους Αιγός Ποταμούς, οι Αθηναίοι υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης που τους υποχρέωνε, μεταξύ άλλων, να εγκαταλείψουν το Βυζάντιο. Παράλληλα, οι πολίτες του Βυζαντίου που είχαν προδώσει την πόλη, παραδίδοντάς τη στα χέρια του Αλκιβιάδη, εξορίστηκαν, λαμβάνοντας αργότερα τιμητικά την αθηναϊκή πολιτεία[12]. H σπαρτιατική παρουσία στην πόλη έληξε περίπου το 390 π.Χ, όταν ο αθηναίος στρατηγός Θρασύβουλος επανέφερε το Βυζάντιο στην αθηναϊκή σφαίρα επιρροής, ωστόσο δεν έλειψαν κρίσεις στις σχέσεις των δύο πόλεων, όπως το 357 π.Χ, όταν το Βυζάντιο συντάχθηκε με τις δυνάμεις του Μαυσώλου.

Κατά την περίοδο της εξάπλωσης του Φιλίππου Β', το Βυζάντιο υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με το μακεδόνα βασιλιά, ωστόσο εκείνος πολιόρκησε την πόλη, το 341 π.Χ, μετά από άρνηση των Βυζαντινών να στραφούν εναντίον της Αθήνας. Οι κάτοικοί της πόλης απέδωσαν τη σωτηρία της σε θαύμα της θεάς Εκάτης, όπως μαρτυράται από άγαλμα που έστησαν προς τιμή της, αλλά και σε παραστάσεις της σε νομίσματα της εποχής. Η ημισέληνος που απεικονίστηκε σε βυζαντινά νομίσματα έγινε σύμβολο της πόλεως, γεγονός που θεωρείται πως επιζεί έως σήμερα με την υιοθέτησή της στη σημαία της τουρκικής δημοκρατίας[13]. Στην πραγματικότητα, το Βυζάντιο υποστηρίχθηκε από τους Αθηναίους και αρκετές ακόμα ελληνικές πόλεις που συντάχθηκαν μαζί τους[14]. Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η πόλη διατήρησε ένα προνομιακό καθεστώς αυτονομίας. Κατά την εκστρατεία του Αλεξάνδρου προς το Δούναβη, τον υποστήριξε στέλνοντας πλοία[15]. Μετά το θάνατό του, οι Βυζαντινοί, αν και αρχικά υποστήριζαν τον Αντίγονο Α', τελικά διατήρησαν ουδέτερη στάση στη μάχη του με τον Κάσανδρο και τον Λύσανδρο[16]. Tο 279 π.Χ., η πόλη αναγκάστηκε να πληρώνει βαρύ φόρο στους Γαλάτες. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Βυζαντινοί επιδίωξαν την επέκταση της κυριαρχίας τους, κυρίως μέσω του ελέγχου του εμπορίου.

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, το Βυζάντιο απολάμβανε αρχικά προνόμια ελεύθερης πόλης, καθώς διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στους αγώνες εναντίον των Θρακών. Ενδεικτικά, ο Κλαύδιος εκχώρησε πενταετή ατέλεια[17], ενώ όπως παραδίδεται από τις επιστολές του Πλίνιου του νεότερου, ο Τραϊανός κατάργησε στην περίπτωση του Βυζαντίου εισφορές για την αυτοκρατορική λατρεία[18]. Ωστόσο, τα προνόμια αυτά καταργήθηκαν επί αυτοκρατορίας του Βεσπασιανού, ο οποίος υποβίβασε το Βυζάντιο στο επίπεδο μιας κοινής ρωμαϊκής επαρχίας. Στα τέλη του 2ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ του αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου (β. 193-211) και του διεκδικητή του θρόνου Πεσκένιου Νίγηρα, το Βυζάντιο τάχθηκε στο πλευρό του τελευταίου. Ο Σεβήρος προέβη σε συστηματική πολιορκία της πόλης, την οποία τελικά κατέλαβε το 196. Χρειάστηκε τριετής μάχη που συνοδεύτηκε από ολοσχερή καταστροφή, σκληρή τιμωρία των κατοίκων, αλλά και διοικητική υποβάθμιση του Βυζαντίου, αφού παραχωρήθηκε στην Πέρινθο[19]. Καθώς η θέση του Βυζαντίου ήταν εμφανώς στρατηγικής σημασίας, ο Σεβήρος προέβη αργότερα σε εκτεταμένη ανοικοδόμηση της πόλης, η οποία ολοκληρώθηκε από το γιο του Αντωνίνο, υψώνοντας νέα τείχη που διπλασίασαν την έκτασή της[20], ενώ εκχώρησε επίσης προνόμια που ο ίδιος είχε παλαιότερα αφαιρέσει. Μεταξύ των σημαντικότερων κτισμάτων συγκαταλέγονται τα λουτρά στο ιερό του ναού του Διός, που ονομάστηκαν «Ζεύξιππον», θέατρο και ιπποδρόμιο, ενώ ανακαινίστηκε και το λεγόμενο «Στρατήγιον»[19]. Την ίδια περίοδο, η πόλη έλαβε προσωρινά την ονομασία Augusta Antonina (Αυγούστα Αντονίνα), προς τιμή του γιου τού Σεβήρου.

Το Βυζάντιο έζησε μια νέα καταστροφή, όταν ο Γαλλιηνός (β. 254-268) κατέστρεψε τις οχυρώσεις της, οι οποίες αργότερα κτίστηκαν εκ νέου από τον Διοκλητιανό. Την εποχή αυτή, οι συχνές επιδρομές φυλών, κυρίων των Γότθων, έφεραν το Βυζάντιο αρκετές φορές σε θέση άμυνας, χωρίς ωστόσο να υποστεί σημαντικό πλήγμα. Εκεί κατέφυγε ο Λικίνιος μετά την ήττα του από τον Κωνσταντίνο Α' στη Χρυσούπολη. Ο τελευταίος τον καταδίωξε αναγκάζοντάς τον τελικά να παραδοθεί. Προέβη σε πολιορκία της πόλης, την οποία κατέλαβε το Σεπτέμβριο του 324. Φαίνεται πως ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε τα σημαντικά πλεονεκτήματα της θέσης του Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να αποφασίσει να μεταφέρει εκεί την πρωτεύουσα του, που ονομάστηκε Κωνσταντινούπολη.

Νομισματικές κοπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κέρμα που παρουσιάζει το οικόσημο της Κωνσταντινούπολης επί Βυζαντίου. Σήμερα αποτελεί το σύμβολο της τουρκικής σημαίας

Αν και για μικρό χρονικό διάστημα, στο Βυζάντιο είχε δημιουργηθεί σταθμητικός κανόνας βασισμένος σε νομίσματα από σίδηρο, με στόχο να δημιουργηθεί μία νομισματική μονάδα που θα εξυπηρετούσε τις εμπορικές συναλλαγές. Αρκετά αρχαία κέρματα έχουν διασωθεί[21].

Μια αργυρή δραχμή από την Βαβυλώνα της εποχής του 4ου αι. π.Χ. φέρει την επιγραφή `ΓΥ και απεικονίζει έναν ταύρο σε άποψη από τα αριστερά που στέκει όρθιος επάνω σε ένα δελφίνι και έχει σηκωμένο το δεξιό μπροστινό πόδι. Η πίσω όψη απεικονίζει τέσσερις φτερούγες ανεμόμυλου που σχηματίζουν έναν σταυρό. Το κέρμα έχει διάμετρο 19 χιλ. και ζυγίζει 5,30 γραμ.[21] Ένα αργυρό τετράδραχμο από την Φοινίκη της εποχής του 4ου-3ου αι. π.Χ. φέρει την επιγραφή `ΓΥ και απεικονίζει έναν ταύρο σε άποψη από τα αριστερά που στέκει όρθιος επάνω σε ένα δελφίνι και έχει σηκωμένο το δεξιό μπροστινό πόδι. Στο πλάι αριστερά το γράμμα Ρ. Η πίσω όψη απεικονίζει τέσσερις φτερούγες ανεμόμυλου που σχηματίζουν έναν σταυρό. Το κέρμα έχει διάμετρο 24 χιλ. και ζυγίζει 14,84 γραμ.[21]. Η απεικόνιση ταύρου ή αγελάδας στον εμπροσθότυπο ήταν γενικά συνήθης κατά τους κλασικούς χρόνους, ενώ αργότερα, κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, έκαναν την εμφάνισή τους μορφές θεοτήτων. Σε μικρό αριθμό νομισμάτων εικονίστηκε και ο Βύζας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Alexander P. Kazhdan (ed.), The Oxford Dictionary of Byzantium, Vol. I, Oxford University Press, USA, 1991, λήμμα "Byzantion", σ. 344
  2. Πλίνιος, Φυσική Ιστορία, 4.46
  3. Προκόπιος, Περί Κτισμάτων, Α. 5
  4. 4,0 4,1 4,2 Καμάρα Αφροδίτη, «Βυζάντιον (Αρχαιότητα)», 2008, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=10949>
  5. Στράβων, Γεωγραφικά, 7.6· ανάλογη αναφορά συναντάται και στον Ηρόδοτο (Ιστορίαι, Βιβλίο Δ'), ο οποίος αποδίδει τον χαρακτηρισμό περί τυφλών στον Πέρση στρατηγό Μεγάβαζο.
  6. Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, 4.31.5
  7. Ηρόδοτος, Ιστορίαι, 6.33
  8. Θουκυδίδης, 1.94
  9. Θουκ. 1. 128-131
  10. Ξενοφών, Ελληνικά, 1.1.35
  11. Διόδ. Σ., 66.4-6
  12. Ξενοφών, 2.2.1
  13. William Smith, Dictionary of Greek and Roman geography, Vol. I, Boston: Little, Brown and Co., 1854, σ. 658
  14. Διόδ. Σ., 16.77.2
  15. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβαση, 1.3.3
  16. Διόδ. Σ., 19.77.7
  17. Smith, ό.π., 658
  18. Πλίνιος, Επιστολές
  19. 19,0 19,1 Σούδα, Σεβήρος
  20. Michael R. T. Dumper and Bruce E. Stanley (ed.), Cities of the Middle East and North Africa: a historical encyclopedia, ABC-CLIO, 2007, σ.181
  21. 21,0 21,1 21,2 John Ward (1832-1912) και Sir George Francis Hill (1867-1948), επιμ. (1902) (στα Αγγλικά). Greek coins and their parent cities. Λονδίνο: Murray. http://www.archive.org/details/greekcoinstheirp00warduoft. Ανακτήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2009. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κ. Γ. Αθανασόπουλος, Ancillae Theologiae: Το φιλοσοφείν και Θεολογείν κατά το Μεσαίωνα και το Βυζάντιο, εκδ. Παρουσία, Αθήνα, 2004, σελ.350 (με πίνακες και λεπτομερή βιβλιογραφία στην Ελληνική, Λατινική, Αγγλική, Γαλλική και Γερμανική) (ISBN: 960-7956-94-X)
  • Κ. Γ. Αθανασόπουλος, Φιλοσοφία στην Ευρώπη, τόμος Α: Η Φιλοσοφία στην Ευρώπη από τον 6ο ως τον 16ο αι., Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2001, σελ.203 (ISBN: 960-538-286-5)
  • Κ. Γ. Αθανασόπουλος, Βυζαντινός και Δυτικός κόσμος, τόμος Α: Βυζαντινός και Δυτικός κόσμος: Συγκλίσεις και αποκλίσεις, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2001, σελ.168 (με πίνακες και βιβλιογραφία στην Ελληνική, την Αγγλική, Γαλλική και Γερμανική) (ISBN: 960-538-277-6)