Οθωμανική Αυτοκρατορία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Οθωμανική αυτοκρατορία)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οθωμανική Αυτοκρατορία
دولت عليه عثمانيه
Davlet-i Âliyye-i Osmâniyye

1299–1923 μ.Χ

Flag of the Ottoman Empire.svg
Osmanli-nisani.svg
Σημαία Έμβλημα

Εθνικός ύμνος: Οθωμανικός αυτοκρατορικός ύμνος

Ottoman 1683.png

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην ακμή της


Πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη

Γλώσσες Τουρκικά

Θρησκεία Ισλαμισμός

Πληθυσμός 40 εκατομμύρια

Έκταση
- 1595 19,9 εκατ. χλμ²
- 1902 6,3 εκατ. χλμ²
Πολίτευμα Αυτοκρατορία

Σουλτάνος
- 1281–1326 Οσμάν Α'
- 1918–1922 Μεχμέτ ΣΤ'

Νόμισμα Αχτσές, Κουρούς, Λίρα

Προηγούμενο κράτος Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Επόμενο κράτος Τουρκία

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία (τουρκ. Osmanlı İmparatorluğu) ήταν ένα αχανές κράτος που ιδρύθηκε τον ύστερο 13ο αιώνα από τουρκικά φύλα στη Μικρά Ασία και κυβερνήθηκε από τους απογόνους του Οσμάν Α' μέχρι την κατάλυσή της το 1918. Η σύγχρονη Τουρκία είναι μόνον ένα τμήμα της ιστορικής οθωμανικής αυτοκρατορίας παρόλο που οι όροι Τουρκία και Οθωμανική αυτοκρατορία χρησιμοποιούνται εναλλακτικά για να χαρακτηρίσουν μία από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες αυτοκρατορίες της σύγχρονης ιστορίας. Ο πολιτισμός της διείσδυσε στην ευρωπαϊκή ήπειρο μετά από μια μακρά περίοδο απουσίας του Ισλάμ από την Ευρώπη (8ος αιώνας - εισβολή των Μαυριτανών στην Ισπανία). Όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να εγκατασταθούν σε ευρωπαϊκό έδαφος και να μεταδώσουν τμήμα της ισλαμικής κουλτούρας και παραδόσεων που επιβιώνουν ακόμη και σήμερα στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

Η οθωμανική αυτοκρατορία διήρκεσε μέχρι τον 20ο αιώνα. Παρόλο που οι ιστορικοί μιλούν για αυτοκρατορίες με όρους ανάπτυξης και παρακμής, οι Οθωμανοί παρέμειναν στρατιωτικά και πολιτισμικά υπολογίσιμοι έως τη διάσπαση της αυτοκρατορίας, στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Το πραγματικό τέλος της οθωμανικής κουλτούρας ήρθε με την εκκοσμίκευση της Τουρκίας μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο σύμφωνα με ευρωπαϊκά πρότυπα διακυβέρνησης. Η μετάβαση στο κοσμικό κράτος δεν ήταν εύκολη και οι επιπτώσεις της είναι ακόμη ορατές στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το οθωμανικό κράτος ήταν αρχικά ένα από τα πολλά μικρά κρατίδια που προέκυψαν στη Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια και μετά την κατάρρευση του κράτους των Σελτζούκων Τούρκων, στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αιώνα. Το όνομά του προέρχεται από τον Οσμάν (ή Οθμάν), ιδρυτή της φερώνυμης δυναστείας των Οσμανλιδών, ή Οθωμανών, όπως είναι ευρύτερα γνωστή. Οι Οθωμανοί Τούρκοι άρχισαν σταδιακά να απορροφούν τα άλλα κρατίδια και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μωάμεθ Β΄ (1451-81) υπερσκέλισαν όλες τις άλλες τοπικές τουρκικές δυναστείες. Η πρώιμη οθωμανική επέκταση υπό τους Οσμάν Α', Ορχάν, Μουράτ Α' και Βαγιαζήτ Α΄ έγινε εις βάρος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Η Προύσα (σημερινή Μπούρσα) έπεσε το 1326 και η Αδριανούπολη (σημερινό Εντίρνε) το 1361, γενόμενες με τη σειρά τους πρωτεύουσες της αυτοκρατορίας. Οι μεγάλες οθωμανικές νίκες του Κοσσυφοπεδίου (1389) και της Νικόπολης (1396) έθεσαν τμήματα της βαλκανικής χερσονήσου υπό οθωμανικό έλεγχο και αφύπνισαν την Ευρώπη για τον εξ Ανατολών κίνδυνο. Το 1394 ο Βαγιαζήτ Α' ξεκίνησε μακροχρόνια πολιορκία στην Κωνσταντινούπολη, η οποία, με μικρά διαλείμματα, ουσιαστικά διήρκεσε ως το 1401, έτος που ο στρατός του τουρκομογγόλου κατακτητή Ταμερλάνου εμφανίστηκε στα ανατολικά σύνορα του οθωμανικού κράτους. Την επόμενη χρονιά (1402) ο οθωμανικός στρατός συνετρίβη από τον Ταμερλάνο, και ο Βαγιαζήτ αιχμαλωτίστηκε και πέθανε στη φυλακή. Η συντριπτική ήττα που υπέστησαν οι Οθωμανοί ανέκοψε για κάποιο διάστημα τη γρήγορη άνοδο και επέκταση της οθωμανικής επικράτειας.

Οργάνωση της αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οθωμανική αυτοκρατορία 1481-1683

Οικονομικά, κοινωνικά και στρατιωτικά η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ένα μεσαιωνικό κράτος, που παρέμεινε ανεπηρέαστο από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Η οργάνωση του κράτους βασιζόταν στην περίοδο ακμής της στο τιμαριακό σύστημα. Εκτός από τον κύριο κορμό της αυτοκρατορίας, υπήρχαν και υποτελή στον Σουλτάνο κράτη, τα οποία όμως διατηρούσαν το δικό τους σύστημα διοίκησης. Η οθωμανική κυριαρχία στην βόρεια Αφρική πέραν της Τρίπολης και της Αιγύπτου δεν ήταν ποτέ ξεκαθαρισμένη ή αποτελεσματική. Τα ανατολικά της σύνορα ήταν ασταθή και μεταβάλλονταν γοργά σύμφωνα με την έκβαση των συχνών πολέμων με την Περσία, ενώ από τα υποτελή κράτη μόνον οι χαν της Κριμαίας ήταν γενικά πιστοί.

Επικεφαλής και απόλυτος άρχων ήταν ο Σουλτάνος. Ρόλο πρωθυπουργού είχε ο Μεγάλος Βεζίρης, ενώ συμβουλευτικό ρόλο είχε το αυτοκρατορικό Διβάνι. Το Διβάνι ήταν συμβούλιο, στο οποίο προήδρευε ο Μεγάλος Βεζίρης και στο οποίο δε συμμετείχε ο Σουλτάνος -παρακολουθούσε όμως ενίοτε τις συνεδριάσεις του από άλλο δωμάτιο του ανακτόρου πίσω από μια κουρτίνα. Τυπικά ούτε ο Μεγάλος Βεζίρης ούτε το Διβάνι μπορούσαν να αντιταχθούν στη βούληση του Σουλτάνου, η επιρροή τους όμως στη λήψη αποφάσεων ήταν πολύ μεγάλη. Ειδικά την περίοδο της παρακμής της Αυτοκρατορίας τον κύριο λόγο είχε ο Μεγάλος Βεζίρης, ο οποίος όμως πάλι λόγω της γενικότερης αστάθειας μπορεί και να αντικαθίστατο μετά από λίγους μήνες.

Οι ίδιοι οι σουλτάνοι είχαν βυθιστεί στην νωθρότητα και τη διαφθορά. Έως την άνοδο στο θρόνο (1603) του Αχμέτ Α', για τη διαδοχή συναγωνίζονταν όλοι οι γιοι του σουλτάνου και ήταν πατριωτικό καθήκον του νικητή να σκοτώσει όλους τους ανταγωνιστές του, προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη. Παρόλο που η συγκεκριμένη πρακτική φαίνεται πιθανώς βάρβαρη, ήταν αποτελεσματική σε ό,τι αφορούσε τουλάχιστον τις εσωτερικές έριδες. Όταν σταμάτησε, δημιουργήθηκαν άλλα προβλήματα. Ο μεγαλύτερος γιος αναγνωριζόταν ως διάδοχος, αλλά για να μην υπάρξει οποιαδήποτε απειλή στο πρόσωπο του σουλτάνου ο αυτοκρατορικός πρίγκιπας απαρνείτο την παραμικρή ανάμειξη στα δημόσια πράγματα και στην πραγματικότητα κρατείτο φυλακισμένος στα πολυτελή του δώματα. Όταν τελικά ο πρίγκιπας ανερχόταν στον θρόνο ήταν συχνά αλκοολικός ή σχιζοφρενής.

Η πραγματική διακυβέρνηση στην οθωμανική αυτοκρατορία ασκείτο συνήθως από τους μεγάλους βεζύρηδες, πολλοί από τους οποίους ήταν ικανοί άνδρες και οι ίδιοι οι σουλτάνοι ήταν συχνά δημιουργήματα των Γενίτσαρων, η εύνοια των οποίων εξαγοραζόταν με μεγάλα δώρα κατά την ανάρρηση του σουλτάνου. Μια από τις πλέον αρνητικές όψεις της αυλής της Κωνσταντινούπολης (γνωστή επίσης ως Υψηλή Πύλη) ήταν η διαφθορά και οι δωροδοκίες τις οποίες οι διοικητικοί παράγοντες ανήγαγαν σε διαχειριστικό καθεστώς. Οι Πασάδες και οι Οσποδάροι που διηύθυναν τις επαρχίες και τα υποτελή κράτη εξαγόραζαν τις θέσεις τους σε υπέρογκες τιμές και κατόπιν έκαναν περιουσίες επιβαρύνοντας με ακόμη μεγαλύτερες φορολογίες τους υπηκόους τους. Με αυτόν τον τρόπο οι αγροτικοί πληθυσμοί περιήλθαν σε μεγάλη εξαθλίωση.
Ειδικά κατά την περίοδο παρακμής του κράτους (μετά τα τέλη του 16ου αι.) συνέβη και εκφυλισμός της γραφειοκρατίας και υπέρμετρη αύξηση των κρατικών αξιωματούχων. Αυτοί αποστέλλονταν στις επαρχίες για να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, όπου επιχειρούσαν να πλουτίσουν σε βάρος των ντόπιων πληθυσμών. Τα αξιώματα αυτά (μανσούπια) πωλούνταν από το κράτος και τα έσοδα εισέρρεαν στο κρατικό ταμείο. Οι αγοραστές πλήρωναν με παραχαραγμένα ή ελλιποβαρή νομίσματα με τα οποία άλλωστε γίνονταν και οι περισσότερες συναλλαγές. Στη συνέχεια παράγοντες του σαραγιού αντάλλασσαν αυτά τα νομίσματα με ισχυρότερα ευρωπαϊκά νομίσματα μέσω αργυραμοιβών ή Ευρωπαίων εμπόρων. Έτσι τα πραγματικά έσοδα του κράτους μειώνονταν λόγω αυτής της μεσολάβησης. Λόγω του πληθωρισμού αξιωματούχων οι ραγιάδες δυσκολεύονταν να διακρίνουν αξιώματα και βαθμούς της κρατικής εξουσίας. Στην πορεία του κράτους προς την παρακμή οι διοικητικές λειτουργίες απορροφήθηκαν από τη φοροείσπραξη και ακόμα και οι στρατιωτικές (και κυρίως οι παραστρατιωτικές) υπηρεσίες χρησιμοποιούνταν κυρίως για την απόσπαση φόρων από τους ραγιάδες. Στο μικροδιοικητικό επίπεδο η είσπραξη φόρων είχε γίνει αυτοσκοπός του κρατικού μηχανισμού.[1]

Θετικό χαρακτηριστικό της οθωμανικής διοίκησης θεωρείται η γενικά ανεκτική στάση προς τους μη μουσουλμανικούς λαούς, πρακτική όμως που δεν εμπόδισε τις κοινωνικές διακρίσεις και τις πρακτικές του εξανδραποδισμού. Στην Κωνσταντινούπολη οι Έλληνες Φαναριώτες κατά κύριο λόγο και οι Αρμένιοι κατόπιν είχαν μεγάλα προνόμια και ασκούσαν μεγάλη επιρροή σε θέματα πολιτικής και εμπορίου ενώ στον ελλαδικό χώρο προεστοί που κατείχαν μεγάλες εκτάσεις γης και προνόμια, οι λεγόμενοι Κεφαλάδες.

Η περίοδος της μεγάλης επέκτασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μωσαϊκό εθνοτήτων εντός της επικράτειας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Η υπό τον Μωάμεθ Α΄ επανενωμένη οθωμανική αυτοκρατορία επεκτάθηκε νικηφόρα υπό τον Μουράτ Β' και τον Μωάμεθ Β΄. Η νίκη στη Βάρνα το 1444 επί του σταυροφορικού στρατού που οδηγούσε ο Λαντισλάους Γ' της Πολωνίας ακολουθήθηκε το 1453 από την εκπόρθηση της Κωνσταντινούπολης. Μέσα σε έναν αιώνα οι Οθωμανοί μεταλλάχθηκαν από μία νομαδική ορδή σε κληρονόμους της αρχαιότερης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας. Η επιτυχία τους οφειλόταν εν μέρει στην αδυναμία και διχόνοια των αντιπάλων τους και εν μέρει στην καλή στρατιωτική τους οργάνωση. Η οθωμανική επέκταση έφθασε στην κορύφωσή της τον 16ο αιώνα υπό τους Σελίμ Α' και Σουλεϊμάν Α'.

Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σουλεϊμάν Α' ο Μεγαλοπρεπής

Η ουγγρική ήττα (1526) στο Μοχάτς ετοίμασε τον δρόμο για την κατάληψη της Βούδας (1541) και την κατάληψη ενός μεγάλου τμήματος της Ουγγαρίας από την οθωμανική αυτοκρατορία. Η Τρανσυλβανία έγινε φόρου υποτελές πριγκηπάτο, όπως η Βλαχία και η Μολδαβία. Τα ασιατικά σύνορα της αυτοκρατορίας έφθασαν ως την Περσία και την Αραβία. Ο Σελίμ Α' νίκησε τους Μαμελούκους της Αιγύπτου και της Συρίας, κατέλαβε το Κάιρο το 1517 και ανέλαβε τη διαδοχή του χαλιφάτου. Η Αλγερία κατακτήθηκε το 1518 και το μεσογειακό εμπόριο απειλήθηκε από κουρσάρους όπως ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, που έπλεε με οθωμανική δικαιοδοσία. Οι περισσότερες από τις βενετικές και άλλες λατινικές κτήσεις στην Ελλάδα πέρασαν στη δικαιοδοσία του σουλτάνου.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν Α' ξεκίνησε το (1535) η παραδοσιακή φιλία μεταξύ Γαλλίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας ως αντίβαρο ενάντια στις δυνάμεις των Αψβούργων στην Αυστρία και της Ισπανίας. Ο Σουλεϊμάν αναδιοργάνωσε το οθωμανικό δίκαιο και επί βασιλείας του άνθισε η λογοτεχνία, η τέχνη και η αρχιτεκτονική. Ωστόσο, οι μεταρρυθιστικές του τάσεις περιορίζονταν από το πνεύμα του ισλαμικού κανονικού νόμου (σαρία), και συνήθως μοιραζόταν την εξουσία του με τον τοποτηρητή της σαρίας (σεϊχολισλάμ) και με το μεγάλο βεζίρη.

Παγίωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την προοδευτική φθορά που ακολούθησε το θάνατο του Σουλεϊμάν Α' μεγάλη ευθύνη φέρεί τόσο ο κλήρος (ουλιμά) όσο και οι Γενίτσαροι. Οι τελευταίοι, κερδίζοντας πολιτική δύναμη, άσκησαν σημαντική απορρυθμιστική επίδραση. Το πρώτο σοβαρό χτύπημα από την Ευρώπη ήταν η ναυμαχία του Λεπάντο (Ναύπακτος)1571 και η ήττα του στόλου του Σελίμ Β' από τον ισπανικό και τον βενετικό στόλο υπό τον Ιωάννη της Αυστρίας. Όμως, ο Μουράτ Δ' κατά τον 17ο αιώνα αποκατέστησε προσωρινά το οθωμανικό γόητρο με την νίκη του επί των Περσών το (1638). Η Κρήτη κατακτήθηκε από τους Ενετούς και το 1683 μια πολυπληθής στρατιά υπό τον Μέγα Βεζύρη Καρά Μουσταφά περικύκλωσε τη Βιέννη. Η αρωγή του Ιωάννη Γ' της Πολωνίας στη Βιέννη και οι επακόλουθες εκστρατείες του Καρόλου Ε' της Λωρραίνης, του Λουδοβίκου του Μπάντεν και του Ευγένιου της Σαβοΐας κατέληξαν σε διαπραγματεύσεις το 1699 (Συνθήκη του Κάρλοβιτς), που κόστισαν στην οθωμανική αυτοκρατορία την Ουγγαρία και άλλες περιοχές.

Παρακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μιντχάτ Πασά, μέγας βεζύρης

Η διάσπαση ξεκίνησε με τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους κατά τον 18ο αιώνα. Η μεν Αίγυπτος χάθηκε προσωρινά από τις ναπολεόντειες στρατιές αλλά η ελληνική επανάσταση του 1821, ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828-29 (βλ. Συνθήκη της Αδριανούπολης), και ο πόλεμος με τον Μεχμέτ Αλί της Αιγύπτου οδήγησαν στην περαιτέρω αποδυνάμωση του κράτους, στην απώλεια μέρους της Ελλάδας, την μετατροπή της Μολδαβίας και της Βλαχίας σε προτεκτοράτα της Ρωσίας, και την ημιαυτονομία της Σερβίας. Έγιναν προσπάθειες δραστικών μεταρρυθμίσεων στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Σελίμ Γ' και ιδίως από τον Μαχμούτ Β', αλλά φαίνεται πώς ήταν πλέον αργά. Κατά τον 19ο αιώνα η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν πλέον γνωστή ως ο Ασθενής της Ευρώπης (βλ. Ανατολικό ζήτημα).

Με μια σειρά συνθηκολογήσεων και διομολογήσεων από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα η οθωμανική αυτοκρατορία έχασε βαθμιαία την οικονομική της ανεξαρτησία. Αν και θεωρητικά ήταν ανάμεσα στους νικητές του Κριμαϊκού πολέμου οικονομικά εξαντλήθηκε. Η Σύνοδος του Παρισιού το (1856) αναγνώρισε την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά το γεγονός μάλλον επιβεβαίωσε την εξάρτησή της από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, παρά τα δικαιώματά της ως ευρωπαϊκή δύναμη.

Η εξέγερση (1875) της Βοσνίας Ερζεγοβίνης προανήγγειλε τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78, στον οποίο η οθωμανική αυτοκρατορία ηττήθηκε παρά τη σθεναρή της αντίσταση. Η Ρουμανία (Βλαχία και Μολδαβία), η Σερβία και Μαυροβούνιο ανακηρύχθηκαν πλήρως ανεξάρτητα κράτη, ενώ η Βοσνία και Ερζεγοβίνη πέρασε υπό αυστριακό έλεγχο.

Ο σουλτάνος Αμπντουλμεσίτ εξέδωσε το 1839 διάταγμα με σημαντικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Με το διάταγμα αυτό (Χάττ-ι-Σερίφ του Γκιουλχανέ) θα ξεκινήσει μια περίοδος μεταρρυθμίσεων και φιλελευθεροποίησης του Οθωμανικού κράτους που θα ονομαστεί Τανζιμάτ. Τον ακολούθησε ο Αμπντουλαζίζ, επί βασιλείας του οποίου συγκροτήθηκε το πρώτο φιλελεύθερο πολιτικό κόμμα. Ο αρχηγός του, Μιντχάτ Πασά, κατόρθωσε να εκθρονίσει το 1876 τον Αμπντουλαζίζ. Το θρόνο κατέλαβε ο Αμπντουχαμίτ Β', μετά από σύντομη σουλτανία του Μουράτ Ε'. Από τον Μιντχάτ διαμορφώθηκε ένα φιλελεύθερο σύνταγμα και το πρώτο οθωμανικό κοινοβούλιο συγκλήθηκε το 1877. Ο σουλτάνος σύντομα διέλυσε το κοινοβούλιο και επέστρεψε σε δεσποτικά πρότυπα διακυβέρνησης. Ο Αμπντουλχαμίτ νίκησε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, αλλά η Κρήτη, που ήταν και η πραγματική αιτία της σύρραξης, κερδήθηκε τελικά από τους Έλληνες.

Κατάρρευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To 1908 το κίνημα των Νεοτούρκων, εθνικιστικής ομάδας με ισχυρές προσβάσεις στις τάξεις του στρατού, επανέφερε σε ισχύ το σύνταγμα του 1876, και το 1909 το κοινοβούλιο εκθρόνισε τον σουλτάνο για να ενθρονίσει στη θέση του τον Μεχμέτ Ε'. Στους δύο Βαλκανικούς πολέμους (1912-13) η οθωμανική αυτοκρατορία έχασε σχεδόν όλες τις περιοχές της στην Ευρώπη, τη Βουλγαρία, τη Σερβία, την Ελλάδα και την Αλβανία. Ο εθνικισμός των Νεοτούρκων, των οποίων ο αρχηγός Εμβέρ Πασά απέκτησε δικτατορική ισχύ, ανταγωνιζόταν τις εναπομείνασες μειονότητες στην επικράτεια της αυτοκρατορίας.

Το ξέσπασμα του Α' παγκοσμίου πολέμου βρήκε την Τουρκία ευθυγραμμισμένη με τις δυνάμεις της κεντρικής Ευρώπης. Ωστόσο, αν και τα τουρκικά στρατεύματα επέτυχαν νίκη εναντίον των Συμμάχων στην εκστρατεία της Καλλίπολης (1915), η Αραβία εξεγέρθηκε και οι βρετανικές δυνάμεις κατέλαβαν (1917) τη Βαγδάτη και την Ιερουσαλήμ. Το 1918 η τουρκική αντίσταση κατέρρευσε σε Ασία και Ευρώπη και η οθωμανική αυτοκρατορία έφτασε στο τέλος της. Η Συνθήκη των Σεβρών ήταν απλά η τυπική επιβεβαίωση μιας προγενέστερης κατάρρευσης. Με την νίκη των Τούρκων εθνικιστών που αρνήθηκαν να δεχθούν τους όρους της ειρήνης και εκθρόνισαν τον σουλτάνο το 1922, άρχισε η ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας.

Γαιοκτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αξίωμα γαιοκτησίας του Οθωμανικού κράτους ήταν ότι η γή ανήκει στο κράτος. Αυτό βασιζόταν στον ισλαμικό νόμο κατά τον οποίο η γή ανήκει στον Αλλάχ και επομένως στον εκπρόσωπό του επί της γής, που στην συγκεκριμένη περίπτωση εθεωρείτο ο σουλτάνος. Κατακτώντας μία χώρα οι σουλτάνοι αποκτούσαν και το δικαίωμα να διαθέσουν τη γή όπως ήθελαν. Μια σημαντική διάκριση υπήρχε μεταξύ των επαρχιών που παραδόθηκαν αμαχητή και εκείνων που κατακτήθηκαν με πόλεμο. Για τις πρώτες υπήρχε κάποια επιείκεια ενώ για τις δεύτερες γινόταν δήμευση των γαιών και εξανδραποδισμός των κατοίκων.[2] Στην Οθωμ. Αυτοκρατορία η κατακτημένη γη εθεωρείτο η κύρια πηγή πλούτου του κράτους. Αυτό, διατηρώντας την ψιλή κυριότητα, ανέθετε την εκμετάλλευση της γης σε υπηκόους με τον όρο αυτοί να παρέχουν στο κράτος φόρους ή άλλες υπηρεσίες. Ενώ τυπικά αυτό το νομικό καθεστώς ίσχυε μέχρι τον 19ο αιώνα, στην πράξη και σταδιακά δημιουργήθηκαν τέτοιες συνθήκες ώστε μεγάλο μέρος των γαιών έγιναν ιδιωτικές και μεταβιβάζονταν κληρονομικά. Κατά καιρούς το κράτος επιχείρησε να ανακτήσει την εξουσία του επί των γαιών αλλά αυτές οι προσπάθειες απέτυχαν μπροστά στην τάση για απόκτηση ατομικής ιδιοκτησίας. Οι μεταρρυθμίσεις «Τανζιμάτ» (1839) κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της ατομικής ιδιοκτησίας της οποίας η κωδικοποίηση έγινε μόλις το 1852 με τη «νομοθεσία περί γαιών» .

Οι καλλιεργήσιμες γαίες αρχικά διανεμήθηκαν με βάση το τιμαριωτικό σύστημα, το οποίο είχε τις ρίζες του στο Βυζάντιο (πρόνοια) και στο κράτος των Σελτζούκων (ικτά). Οι γαίες παραχωρούνταν ως αμοιβή σε στρατιωτικούς αξιωματούχους ή και απλούς πολεμιστές, σε μια εποχή που δεν υπήρχε αρκετό χρήμα. Η κυριότητα της γης παρέμενε στο κράτος και οι αξιωματούχοι (τιμαριώτες, σπαχήδες) αναλάμβαναν να διατηρούν στρατιωτικές μονάδες ή να καταβάλλουν φόρους. Η γη καλλιεργείτο από αγρότες που αποκτούσαν αυτό το δικαίωμα πληρώνοντας στον τιμαριώτη τον φόρο ταπού . [3] Μικρότερης έκτασης τιμάρια αποκαλούνταν από τους Τούρκους "τιμάρ" και οι διοικητές τους "τιμαρλί", ενώ μεγαλύτερης έκτασης καλούντο "ζαϊμέτ" και οι διοικητές τους "ζαΐμ(ηδες)". Τιμαρλί και ζαΐμηδες ήταν κοινώς γνωστοί και ως σπαχήδες. Σύνολα από πολλά τιμάρια ή ζαϊμέτια αποτελούσαν ένα σαντζάκι και περισσότερα σαντζάκια ένα εγιαλέτ (τοπαρχία).[4]
Άλλες γαίες δωρίζονταν από τους σουλτάνους σε τεμένη ή ευαγή ιδρύματα και αποτελούσαν τα βακούφ(ια).

Από τον 17ο αιώνα εγκαταλείπεται ο τιμαριωτισμός, δηλ. η υποχρέωση του τιμαριούχου (σπαχή) να τηρεί και να εκγυμνάζει στρατό. Τον ρόλο αυτό αναλαμβάνει το κεντρικό κράτος καθώς η στρατιωτική τεχνολογία εξελισσόταν και υπήρχε ανάγκη για τακτικό, μισθοφορικό και επαγγελματικό στρατό, μείωση του ιππικού προς όφελος του πυροβολικού κτλ. Το κράτος παραγκωνίζει τη στρατογραφειοκρατία και εξασφαλίζει τη γαιοπρόσοδο μέσα από επιχειρηματίες που αναλάμβαναν να εκμεταλλεύονται με διάφορους τρόπους τις γαίες. Οι πρώτες ενέργειες για παραχώρηση της είσπραξης των φόρων σε ιδιώτες έγιναν από τα τελευταία χρόνια της ηγεμονίας του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1494-1566) και συνεχίστηκε μέχρι το «Τανζιμάτ». Το σύστημα που αντικατέστησε τον τιμαριωτισμό ονομαζόταν ιλτιζάμ (iltizam).
Με την κατάργηση του τιμαριωτισμού οι στρατιωτικοί απομακρύνθηκαν από την επιστασία της γεωργικής παραγωγής και την ανέλαβαν άλλα άτομα, με πολιτική εξουσία που και αυτοί δεν είχαν συνάφεια με την παραγωγή ούτε ενδιαφέρονταν για τη βελτίωσή της. Η απόκτηση του δικαιώματος είσπραξης φόρων γινόταν με μπεράτι, δηλ. διάταγμα, το οποίο επιτυγχανόταν είτε με δωροδοκία (rüşvet) είτε με πολιτικό μέσο είτε με συνδυασμό των δύο. Ταυτόχρονα διαμορφώνεται μια αλυσίδα από μεσάζοντες που νέμονται όχι μόνο την παραγωγή αλλά και την πολιτική εξουσία ασκώντας την σε βάρος των ρ(ε)αγιάδων. Από το ίδιο πλέγμα εξουσίας αναδύεται και η μεγάλη γαιοκτησία (όπως χωριά-τσιφλίκια).
Στην πράξη τα δικαιώματα είσπραξης φόρων από γαίες ή άλλες πηγές (μεταλλεία, αλυκές κλπ) μεταβιβάζονταν κληρονομικά, ώστε έμοιαζαν με την παροχή πλήρους ιδιοκτησίας από το κράτος προς τους διαχειριστές. Οι διαχειριστές των μεγάλων κτημάτων (μουτασαρρίφηδες) συνήθως ήταν άτομα με ισχυρές διασυνδέσεις με την «πόρτα του ντεφτερντάρη», δηλαδή του υπουργού Οικονομικών και διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη. Επειδή οι ίδιοι δεν ενδιαφέρονταν για την είσπραξη των φόρων, συνήθως διαιρούσαν το κτήμα σε μικρότερα τα οποία ανέθεταν σε άλλους. Αυτοί οι δεύτεροι μπορεί να έκαναν το ίδιο, ώστε διαμορφωνόταν μια ιεραρχία από υπο-διαχειριστές. Για να γίνει αρχικά η ανάληψη της εργολαβίας έπρεπε να καταβληθεί στο κράτος κάποιο ποσό ως προκαταβολή ή εγγυοδοσία έναντι των προϋπολογισθέντων φορολογικών εσόδων. Επειδή όμως οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν πάντα το απαραίτητο ποσό, συνήθως δανείζονταν από αργυραμοιβούς αυξάνοντας το πραγματικό κόστος που έπρεπε να πληρώνουν οι ραγιάδες. Οι τελευταίοι είχαν να πληρώνουν τον κύριο φόρο προς το κράτος, τη δωροδοκία προς τους κρατούντες και τους τόκους των αργυραμοιβών (σαράφηδων), τις δαπάνες του παραχωρητηρίου/μπερατίου, το κέρδος μιας σειράς υπεργολάβων και τις δαπάνες των φοροεισπρακτόρων. Στο κύκλωμα της είσπραξης φόρων εισήλθαν άτομα διάφορης κοινωνικής προέλευσης. Οι μουσουλμάνοι λέγονταν αγιάν(ηδες) και συνήθως ήταν έμποροι ή ιερωμένοι. Οι χριστιανοί κοτζαμπάς(ηδες) προέρχονταν από εύπορες οικογένειες και ήταν οι εκπρόσωποι των ραγιάδων έναντι της διοίκησης και αντίστροφα.

Οι αρόσιμες γαίες διαιρούνταν σε τσιφλίκια, από τη λέξη τσίφτι που σήμαινε τη γη που οργώνει ένα ζευγάρι βόδια, δηλ. το ανάλογο του βυζαντινού ζευγαρίου. Η έκταση ενός τσιφλικίου διέφερε ανάλογα με τη φυσική κατάσταση του εδάφους. Στην κλασική περίοδο (15ος-16ος αι.) ένα τσιφλίκι ισοδυναμούσε με 60, 80 ή 150 «ντονούμ» (dönüm), όπου ένα ντονούμ ήταν 900-1.000 τ.μ. (1.000 τ.μ. = 1 στρέμμα). Ένας αγρότης μπορούσε να καλλιεργεί και υποδιαιρέσεις του τσιφλικιού ή να είναι ακτήμονας. Η συγκέντρωση των γαιών σε λίγους κορυφώθηκε τον 18ο αιώνα οπότε η λέξη τσιφλίκι κατέληξε να σημαίνει τη μεγάλη γαιοκτησία.

Υπήρχαν τρεις τύποι τσιφλικιών, εκ των οποίων στα Βαλκάνια επικρατούσε ο λεγόμενος μισακάρικος. Στην περίπτωση αυτή από την παραγωγή αφαιρούνταν πρώτα οι φόροι που έπρεπε να καταβληθούν στο κράτος και τους οποίους εισέπραττε ο υπεργολάβος. Το υπόλοιπο μοιραζόταν μεταξύ του τσιφλικά και του γεωργού σε ποσοστό που είχε συμφωνηθεί. Το σύστημα αυτό ήταν για τον γεωργό χειρότερο από το τιμαριωτικό και επιβάρυνε πολύ τους εργάτες γης. Στα Βαλκάνια, επειδή η μεγάλη γαιοκτησία ήταν τουρκική και οι ραγιάδες χριστιανοί, η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο προσλάμβανε εθνικό χαρακτήρα. Η προσομοίωση των χριστιανών κοτζαμπάσηδων προς τους Τούρκους οφείλεται κυρίως στο ότι οι πρώτοι φορολογούσαν τους ραγιάδες στο όνομα της διοίκησης.[5]

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η σχέση εξουσίας μεταξύ μουσουλμάνων/Τούρκων και μη μουσουλμάνων/Ελλήνων αντανακλούσε και στην κατανομή της γαιοκτησίας με βάση την εθνικότητα/θρήσκευμα. Πρακτικά η αναλογία γής Τούρκων προς Ελλήνων ήταν 18:1.[6] Για παράδειγμα, στις παραμονές της Επανάστασης του 1821, στην Πελοπόννησο επί συνόλου 4,5 εκατομ. στρεμμάτων, τα 3 εκατομ. ανήκαν σε Τούρκους (με πληθυσμό περίπου 40.000 άτομα) και το υπόλοιπο σε Έλληνες με πληθυσμό 360.000 άτομα. Δηλαδή στους Έλληνες αντιστοιχούσαν 4,2 στρ. κατά κεφαλήν και στους Τούρκους περίπου 75. Η Αιγιαλεία ανήκε σε 30 Τούρκους ενώ 163 χωριά της Κορινθίας ανήκαν σε μία τουρκική οικογένεια. Ο Σακελλαρίου υπολογίζει ότι από την κτηνοτροφική παραγωγή παραγόταν καθαρό ατομικό εισόδημα στους μεν Έλληνες 154 γρόσια ετησίως, στους δε Τούρκους 303 γρόσια. Γενικά, μετά τους φόρους, στους Έλληνες αναλογούσε ατομικό εισόδημα 116 γρόσια ετησίως και στους Τούρκους 447 κατά μέσον όρο. Αλλά το πραγματικό εισόδημα των Ελλήνων μειωνόταν περαιτέρω από άλλες έμμεσες επιβαρύνσεις, όπως τα χρήματα που υποχρεούνταν να καταβάλουν για την Εκκλησία (την οποία το κράτος ή τοπικοί ηγέτες χρησιμοποιούσαν για άντληση εσόδων[7]) ενώ οι μουσουλμάνοι δεν κατέβαλαν τέτοια έξοδα. Ο οθωμανικός νόμος τυπικά δεν επέτρεπε τα κεφαλοχώρια (καριέ), ορεινά συνήθως χωριά από μικρούς ελεύθερους αγρότες, να γίνουν τσιφλίκια με ημιδουλοπάροικους καλλιεργητές. Όμως οι τοπικοί άρχοντες (πασάδες και μπέηδες) δεν εφάρμοζαν αυτό το νόμο, ειδικά μάλιστα αν αυτός ωφελούσε τους χριστιανούς.[8]

Η ελληνική γαιοκτησία, όπως και η Τουρκική, ήταν συγκεντρωμένη στα χέρια λίγων οικογενειών, οπότε το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού ήταν ακτήμονες. Ωστόσο, η ελληνική μεγάλη γαιοκτησία ήταν περιορισμένη σε σύγκριση με την αντίστοιχη τουρκική και οι Έλληνες μεγαλοκτηματίες αποτελούσαν θλιβερές μικρογραφίες των αντίστοιχων Τούρκων. Οι μεν Έλληνες γαιοκτήμονες, ακόμα και αν είχαν τις οικονομικές δυνατότητες, δεν μπορούσαν να επεκτείνουν τη γή τους πέρα από κάποιο όριο, ενώ οι Τούρκοι είχαν τη νομική δυνατότητα να γίνουν κύριοι όλων των γαιών.[9]
Μεταξύ της τοπικής οσμανικής διοίκησης και Ελλήνων προυχόντων υπήρχε «συμμαχία», όπως παρατηρεί Τούρκος αξιωματούχος του 18ου αιώνα. Αυτό όμως δεν προϋπέθετε «ταξική αλληλεγγύη» (εισαγωγ. συγγραφέα) μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων, καθώς μεταξύ αυτών ορθωνόταν η εθνική αντίθεση. Η αντίθεση αυτή οφειλόταν στο γαιοκτησιακό καθεστώς που στερούσε από τους μη μουσουλμάνους/Έλληνες τη δυνατότητα να αποκτήσουν υπερβάλλουσα ιδιοκτησία και ταυτόχρονα υψηλά αξιώματα. Κοινωνική και εθνική αντίθεση συνυπήρχαν μόνο στις σχέσεις των ακτημόνων Ελλήνων προς τους Τούρκους γαιοκτήμονες ενώ κατά τον Σακελλαρίου μεταξύ των πρώτων και των Ελλήνων γαιοκτημόνων υπήρχε μόνο ταξική αντίθεση. Ως παράδειγμα ο Σακελλαρίου χρησιμοποιεί τον κλέφτη που επαναστατεί και γίνεται «αποστάτης και πολέμιος της κρατούσης τάξεως» [10]. Ωστόσο, παρατηρείται ότι το ενώ το φαινόμενο του κλέφτη απαντά και σε άλλες εθνότητες (και στους μουσουλμάνους), δεν φαίνεται να υπάρχει ταξική αλληλεγγύη μεταξύ μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων κλεφτών.[11] Αυτό το φαινόμενο αναδεικνύει την πρόταξη της «εθνικής» (εισαγωγικά συγγραφέα) αντίθεσης υπό τη μορφή της διαφοράς θρησκεύματος και δευτερευόντως γλώσσας κτλ.

Χρονολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτος Κ.Ε. Γεγονότα
1325: Οι δυνάμεις του σουλτάνου Ορχάν καταλαμβάνουν την Μπούρσα (Προύσα) και την κάνουν πρωτεύουσα.
1338: Η παρουσία των Βυζαντινών στη Ανατολία συρρικνώνεται, αλλά διατηρούν ακόμη υπό τον έλεγχό τους την Κωνσταντινούπολη.
1331: Οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν τη Νίκαια.
1331: Οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν τη Νικομήδεια.
1354: Κατακτάται η περιοχή της Άνκαρα (Άγκυρας).
1355: Κατακτάται η Καλλίπολη (Γκελιμπολού) και γίνεται στρατηγικό σημείο για την οθωμανική επέκταση.
1361: Κατακτάται η πόλη της Αδριανούπολης (Εντιρνέ) στη δυτική του πλευρά του Βοσπόρου.
1386: Οι Οθωμανοί αποσπούν τη Νις από τη Σερβία.
1389: Μάχη στο Κοσσυφοπέδιο - Θάνατος του σουλτάνου Μουράτ Α'.
1393: Η οθωμανική αυτοκρατορία εξαπλώνεται στη βόρεια Ελλάδα.
1402: Βαριά ήττα των Οθωμανών από τον Τιμούρ Λενκ (Ταμερλάνος) κοντά στην Άγκυρα με αποτέλεσμα να εξασθενίσει η επιρροή τους για μερικές δεκαετίες. Σταδιακή επανασυγκρότηση της αυτοκρατορίας.
1453: Μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες και πολύχρονη πολιορκία οι Οθωμανοί αναλαμβάνουν τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης.
1466: Κατάκτηση της Αλβανίας.
1475: Η Κριμαία καθίσταται υποτελές κράτος της αυτοκρατορίας.
1514: Το Ιράν ηττάται στη μάχη του Τσαλντιράν.
1517: Οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου και της Συρίας ηττώνται και οι περιοχές τους προσαρτώνται στην αυτοκρατορία. Οι αραβικοί άγιοι τόποι των ισλαμιστών περιέρχονται στις κτήσεις της αυτοκρατορίας.
1519: Η Αλγερία γίνεται τμήμα της αυτοκρατορίας ως υποτελές κράτος.
1521: Η Μπάρκα (ΝΑ Λιβύη) προστίθεται στην αυτοκρατορία. Πέφτει το Βελιγράδι.
1526: Η Ουγγαρία ηττάται στη μάχη του Μοχάτς.
1529: Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α' προσπαθεί ανεπιτυχώς να κατακτήσει τη Βενετία.
1531: Η Τυνησία περιλαμβάνεται στην αυτοκρατορία ως υποτελές κράτος.
1551: Η Τρίπολη (της σύγχρονης Λιβύης) περιλαμβάνεται στην αυτοκρατορία ως υποτελές κράτος.
1534: Το Ιράκ περιλαμβάνεται στην αυτοκρατορία ως υποτελές κράτος.
1829: Η Ελλάδα αυτονομείται.
1830: Η Σερβία αυτονομείται. H βόρεια Αλγερία καταλαμβάνεται από τη Γαλλία.
1832: Η Ελλάδα γίνεται ανεξάρτητο κράτος.
1839: Έναρξη του Τανζιμάτ, της αναθεωρητικής διαδικασίας που στόχευε στον εξευρωπαϊσμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε θέματα διοικητικής οργάνωσης και άλλους τομείς.
1875: Η οθωμανική αυτοκρατορία χρεωκοπεί και αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη της στα ευρωπαϊκά πιστωτικά ιδρύματα.
1876: Υπό τον σουλτάνο Αμπντουλχαμίτ Β', η οθωμανική αυτοκρατορία αποκτά το πρώτο της σύνταγμα.
1878: Το σύνταγμα αναστέλλεται. Η Ρουμανία, η Σερβία και Μαυροβούνιο και ένα τμήμα της Βουλγαρίας ανεξαρτητοποιούνται με τη Συνθήκη του αγίου Στεφάνου.
1881: Η οθωμανική αυτοκρατορία πιέζεται να δεχθεί ευρωπαϊκό οικονομικό. Η Τυνησία καταλαμβάνεται από τη Γαλλία.
1882: Η Αίγυπτος κατέχεται από τη Βρετανία.
1912: Η Λιβύη κατέχεται από την Ιταλία.
1914: Η οθωμανική αυτοκρατορία εισέρχεται στον Α' παγκόσμιο πόλεμο ως σύμμαχος της Γερμανίας.
1915-1916: Οι Αρμένιοι της Ανατολίας σφαγιάζονται από Τούρκους. Πάνω από ένα εκατομμύριο Αρμένιοι πεθαίνουν.
1917: Μέσης Ανατολής.
1919: Η Ελλάδα επιτίθεται στη Μικρά Ασία στη Σμύρνη και αναλαμβάνει τον έλεγχο πολλών δυτικών περιοχών.
1920: Η οθωμανική αυτοκρατορία εξαναγκάζεται να υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών, που οδηγεί σε απώλεια των αραβικών περιοχών και τμήματος της Ανατολίας.
1922: Οι εθνικιστές Νεότουρκοι εξαναγκάζουν τα ελληνικά στρατεύματα να εγκαταλείψουν την δυτική Ανατολία υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Στις 1 Νοεμβρίου αποκηρύσσεται η οθωμανική αυτοκρατορία και τον επόμενο χρόνο της θέση της παίρνει η Δημοκρατία της Τουρκίας.

Σουλτάνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

βλ. επίσης Οθωμανική Δυναστεία
Έτος Κ.Ε. Εγίρας Επίσημο όνομα σουλτάνου ή Μπέη
1281-1324 680-724 Οσμάν Α΄ (Osman)
1324-60 περ. 724-61 Ορχάν (Orhan)
1360-89 761-91 Μουράτ Α' (Murat 1)
1389-1403 791-805 Βαγιαζίτ Α' Γιλντιρίμ (Bayezid 1 Yildirim)
1403-21 805-24 Μεχμέτ Α' Τσελεμπί (Mehmed 1 Celebi): διαφορετικά σημεία της αυτοκρατορίας κυβερνήθηκαν από τους αδελφούς του
1421-44 824-48 Μουράτ Β' (Murad 2) επανήλθε στην εξουσία 2 χρόνια αργότερα
1444-46 848-50 Μεχμέτ Β' Φατίχ (Mehmed 2 Fatih), επανήλθε στην εξουσία 5 χρόνια αργότερα
1446-51 850-55 Μουράτ Β' ήταν στην εξουσία 2 χρόνια ενωρίτερον
1451-81 855-86 Μεχμέτ Β' Φατίχ (Mehmed 2 Fatih), ήταν στην εξουσία 5 χρόνια νωρίτερα
1481-1512 886-918 Βαγιαζίτ Β' (Bayezid 2)
1512-20 918-26 Σελίμ Α' Γιαβούζ (Selim 1 Yavuz)
1520-66 926-74 Σουλεϊμάν Α' Κανουνί (Sόleyman 1 Kanuni)
1566-74 974-82 Σελίμ Β΄ (Selim 2)
1574-95 982-1003 Μουράτ Γ΄ (Murad 3)
1595-1603 1003-12 Μεχμέτ Γ΄ (Mehmed 3)
1603-17 1012-26 Αχμέτ Α΄ (Ahmed 1)
1617-18 1026-27 Μουσταφά Α΄ (Mustafa 1), επανήλθε στην εξουσία 4 χρόνια αργότερα
1618-22 1027-31 Οσμάν Β΄ (Osman 2)
1622-23 1031-32 Μουσταφά Α΄ (Mustafa 1), ήταν στην εξουσία 4 χρόνια νωρίτερα
1623-40 1032-49 Μουράτ Δ' (Murad 4)
1640-48 1049-58 Ιμπραήμ Α΄ (Ibrahim)
1648-87 1058-99 Μεχμέτ Δ' (Mehmed 4)
1687-91 1099-1102 Σουλεϊμάν Β' (Sόleyman 2)
1691-95 1102-06 Αχμέτ Β' (Ahmed 2)
1695-1703 1106-15 Μουσταφά Β' (Mustafa 2)
1703-30 1115-43 Αχμέτ Γ΄ (Ahmed 3)
1730-54 1143-68 Μαχμούτ Α΄ (Mahmud 1)
1754-57 1168-71 Οσμάν Γ' (Osman 3)
1757-74 1171-87 Μουσταφά Γ' (Mustafa 3)
1774-89 1187-1203 Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ (Abdόlhamid 1)
1789-1807 1203-22 Σελίμ Γ' (Selim 3)
1807-08 1222-23 Μουσταφά Δ' (Mustafa 4)
1808-39 1223-55 Μαχμούτ Β' (Mahmud 2)
1839-61 1255-77 Αμπντουλ Μεσίτ Α' (Abdόlmecid 1)
1861-76 1277-93 Αμπντούλ Αζίζ (Abdόlaziz)
1876 1293 Μουράτ Ε' (Murad 5)
1876-1909 1293-1327 Αμπντούλ Χαμίτ Β' (Abdόlhamid 2)
1909-18 1327-36 Μεχμέτ Ε' Ρεσάτ (Mehmed 5 Resat)
1918-22 1336-41 Μεχμέτ Στ' Βαχιντοτίν (Mehmed 6 Vahidόttin)
1922-24 1341-42 Αμπντούλ Μετζίτ Β΄ (Abdόlmecid 2) (στη θέση του χαλίφη, χωρίς την ισχύ της εξουσίας του σουλτάνου)
1924- 1342- Η Τουρκία γίνεται δημοκρατία

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Wittek, P. The Rise of The Ottoman Empire, (1938)
  • Miller, W. The Ottoman Empire and its Successors, 1801–1927, (rev. ed. 1936, repr. 1966)
  • Lewis, B. Emergence of Modern Turkey, (2d ed. 1968)
  • Inalcik, H. The Ottoman Empire: The Classical Age, 1300–1600, (tr. 1973)
  • Fleischer, C. H. Bureaucrat and Intellectual in the Ottoman Empire, (1986)
  • Pamuk, S. The Ottoman Empire and European Capitalism, 1820–1913, (1987)
  • Metin Kunt and Christine Woodhead, (eds.) Suleyman the Magnificent and His Age: The Ottoman Empire in the Early Modern World, Addison-Wesley, 1995.
  • Andre Clot, Suleiman the Magnificent, (translated by John Howe) New Amsterdam Books, 1993.
  • Δημήτρης Κιτσίκης, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, 1280-1924, 4η έκδοση, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2003, ISBN 960-05-0696-5

  1. Σαρρής Νεοκλής, Προεπαναστατική Ελλάδα και Οσμανικό κράτος. Από το χειρόγραφο του Σουλεϋμάν Πενάχ Εφέντη του Μοραΐτη (1785). Εκδ. «Ηρόδοτος», Αθήνα, 1993, σ. 56.
  2. Στεφανίδης Δημοσθένης, Αγροτική Πολιτική, τόμ. Α', Γαιοκτησία και γαιοκτητική πολιτική. Αθήνα, 1948, σ. 57, 58.
    Σημ.: Ο Δ. Στεφανίδης (1896-1976) υπήρξε οικονομολόγος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στα πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Αθηνών.
  3. Λαΐου Σοφία, Το γαιοκτητικό σύστημα, στο «Οθωμανική Αυτοκρατορία», σειρά «Ιστορικά», τεύχος 285, σ. 25-29. Έκδ. εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», 2005.
  4. Στεφανίδης, σ. 63, 64.
  5. Σαρρής Ν., σ. 39-49.
  6. Σακελλαρίου Β. Μιχαήλ, Η Πελοπόννησος κατά την Δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1718-1821), Ερμής, Αθήν, 1978, σ. 134. Αναφέρεται στο Σαρρής Ν. σ. 101.
  7. Γεωργαντζής Πέτρος, Οι αρχιερείς και το Εικοσιένα. Ξάνθη, 1985, σ. 83-86.
  8. Στεφανίδης, σ. 65 και υποσημ. 3.
  9. Σαρρής Ν., σ. 101, 102, 105, 106.
  10. Σακελλαρίου Μ., σ. 136. Αναφέρεται στο Σαρρής Ν, σ. 103.
  11. Çetin Yetkin, Etnik ve Toplumsal Yönleriyle Türk Halk Hareketleri ve Devrimler (Τουρκικά λαϊκά κινήματα και επαναστάσεις με τις εθνικές και κοινωνικές τους πλευρές), τομ. 1-2, εκδ. May, Istanbul, 1974. Στο Σαρρής Ν., σ. 103.