Μεσοποταμία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δορυφορική φωτογραφία της ευρύτερης περιοχής της Μεσοποταμίας

Μεσοποταμία ονομάστηκε για πρώτη φορά από τους αρχαίους Έλληνες η χώρα την οποία διαρρέουν δύο ποταμοί ο Τίγρης (στα ανατολικά) και ο Ευφράτης (στα δυτικά). Με το όνομα αυτό οριοθετείται μια μεγάλη περιοχή, που περιλαμβάνει τις κοιλάδες των δυο ποταμών και των παραποτάμων τους. Το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο, σε ό,τι αφορά στην ιστορία, τμήμα της χώρας αυτής βρίσκεται στο σημερινό Ιράκ.

  • Το αρχαιότερο όνομα της περιοχής αυτής στην ασσυριακή γλώσσα λέγεται Αssur.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρξε εποχή κατά την οποία η Βαγδάτη υπήρξε το σταυροδρόμι των ευρωπαϊκών και των αραβικών λαών. Στη εποχή της ακμής της υπήρξε το σημαντικότερο κέντρο του αραβικού κόσμου αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα του τότε κόσμου. Η πόλη χτίστηκε το 762 μ.Χ. από τον χαλίφη Αλ Μανσούρ. Το όνομά της σήμαινε "δώρο Θεού", κάτι που δεν ήταν και τόσο άσχετο προς την πραγματικότητα, μιας και ήταν μια πανέμορφη πόλη με δυο εκατομμύρια κατοίκους, ανάμεσα στους οποίους πολλοί σημαντικοί σοφοί, γιατροί, αρχιτέκτονες και άνθρωποι των γραμμάτων.

Στην ίδια περιοχή, πολύ παλιότερα, γύρω στην τέταρτη π.Χ. χιλιετία, οι Σουμέριοι έκτισαν τις πρώτες οργανωμένες πόλεις που είδε ποτέ ο άνθρωπος και τις οργάνωσαν σε πόλεις-κράτη, κάτι ακόμα αδιανόητο για την περίοδο εκείνη. Μια από τις αρχαιότερες και πιο ισχυρές υπήρξε η Ουρούκ, η οποία κατά την 3η χιλιετία περιελάμβανε 76 χωριά. Στις περιοχές αυτές, ανάμεσα στους δυο μεγάλους ποταμούς, τον Τίγρη και τον Ευφράτη, δημιουργήθηκε ο πολιτισμός, γεννήθηκε η γραφή και εφευρέθηκε ο τροχός. Οι πόλεις-κράτη αναπτύχθηκαν ταχύτατα, καλλιέργησαν τα εύφορα εδάφη τους και έγιναν γρήγορα πλούσιες και λαμπερές. Η πόλη Ουρ, "η πόλη του θεού της Σελήνης", υπήρξε από τις σημαντικότερες και πλουσιότερες. Εκεί, το 1927, ο Βρετανός αρχαιολόγος Γούλεϋ έφερε στο φως αμύθητους θησαυρούς από το βασιλικό νεκροταφείο με τους δυο χιλιάδες τάφους. Τα ευρήματα ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία, περιλαμβάνοντας χρυσά αντικείμενα, εκπληκτικά αντικείμενα τέχνης, αντικείμενα πολεμιστών. Η πόλη προστατευόταν από τείχη τα οποία είχαν στο κέντρο τους ένα βαθμιδωτό πύργο με το ναό της θεότητας που τους προστάτευε, ο οποίος χρησιμοποιούνταν και ως αστρονομικό παρατηρητήριο. Τριγύρω υπήρχαν ναοί, δωμάτια ιερέων, αποθήκες, όπως και μια από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες που βρέθηκαν ποτέ. Εκεί βρέθηκαν και οι αρχαιότεροι γραπτοί νόμοι. Οι Σουμέριοι της Ουρ ήταν σκληροί και αδίστακτοι πολεμιστές χωρίς κανένα έλεος. Η πόλη καταστράφηκε στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας, δίνοντας τη θέση της ανάμεσα στα δυο ποτάμια στους Ελαμίτες, οι οποίοι κρατώντας από τους Σουμέριους μόνο τη γλώσσα αλλά αφομοιώνοντας και επεκτείνοντας τον πολιτισμό τους έφτιαξαν κάτω από τη βασιλεία του Χαμουραμπί την ισχυρή και φημισμένη χώρα της Βαβυλώνας, 90 χιλιόμετρα νότια της Βαγδάτης.

Ένα τμήμα του κώδικα του Χαμουραμπί

Η Βαβυλώνα περιβαλλόταν από διπλό τείχος 16 χιλιομέτρων που διακόπτονταν από επιβλητικούς πύργους. Η κύρια Πύλη της πόλης καλυπτόταν από σμαλτωμένα γαλάζια τούβλα με αναπαραστάσεις δράκων, ταύρων και λεόντων. Ο ναός που ήταν αφιερωμένος στην προστάτιδα θεότητα βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, ήταν πολύχρωμος, είχε επτά ορόφους και περιβαλλόταν από αυλές και κατοικίες ιερέων. Πιο κάτω βρισκόταν το λαμπερό παλάτι του Ναβουχοδονόσορα, και ακόμα πιο πέρα μια επιβλητική πέτρινη γέφυρα ένωνε τις δυο όχθες του Ευφράτη ο οποίος διέσχιζε τη μυθική πόλη.

Tο παλάτι του βασιλιά Ναβουχοδονόσορα ήταν ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Oι κρεμαστοί κήποι του θεωρήθηκαν ένα επίτευγμα που ξεφεύγει από τα όρια της λογικής, δεδομένου του ότι στη Νότια Μεσοποταμία δεν υπήρξε ποτέ σχεδόν καθόλου βλάστηση. Στη Μοσούλη υπήρξε κάποτε η Νιμρούντ, η πρωτεύουσα των Ασσυρίων, η οποία ιδρύθηκε τον 13ο αιώνα π.Χ. Πολλοί θησαυροί της Μεσοποταμίας βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο και το Λούβρο.[1]

Απεικόνιση των επαρχιών της Μακεδονικής αυτοκρατορίας, με την Μεσοποταμία στο κέντρο

Τον 4ο αιώνα π.Χ., η Μεσοποταμία κατακτήθηκε από τον Μεγάλο Αλέξανδρο. Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου του Μέγα, εκεί ιδρύθηκε το Ελληνιστικό βασίλειο των Σελευκίδων, το οποίο έφτασε στο απόγειό του τον καιρό του Αντίοχου του Μέγα. Οι Έλληνες άποικοι ίδρυσαν στο έδαφος της Μεσοποταμίας πολλές αποικίες, στις οποίες προσήλθαν πολλοί άποικοι από την Ελλάδα (Μακεδονία, Θράκη, Επτάνησα, Μικρά Ασία, νότια Ελλάδα). Οι νέοι άποικοι ίδρυσαν πόλεις σε ανάμνηση της ιδιαίτερης πατρίδας τους (π.χ. Μακεδονόπολις, Ιθάκη, Αμφίπολις, Έδεσσα, Ανθεμουσιάς, Ευρωπός κ.ο.κ.), ή κατά διαταγή των βασιλέων (π.Χ. Σελεύκεια, Κτησιφών, Αντιόχεια, Λαοδίκεια, Απάμεια, Ηράκλεια), ή σαν στρατιωτικοί μακεδονικοί συνοικισμοί (π.χ. Κωμόπολις κ.ά.), ενώ περιοχές ονομάστηκαν από την πατρίδα τους, όπως η Μυγδονία της βορειοδυτικής Μεσοποταμίας. Το ελληνικό στοιχείο επέζησε έως και την αραβική κατάκτηση.

Κατά τον Μεσαίωνα το μοιράστηκαν οι Πέρσες, οι Βυζαντινοί, οι Τουρκομάνοι και οι ορδές των Μογγόλων. Ο Ισλαμισμός διαδόθηκε στην περιοχή κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα και εκεί επίσης έγινε και το Ισλαμικό σχίσμα μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών, το οποίο αιματοκυλά την περιοχή μέχρι και τις μέρες μας.

Σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα η Μεσοποταμία είναι κατακερματισμένη ανάμεσα στο Ιράκ, το Ιράν την Τουρκία και τη Συρία, αλλά παραμένει μέχρι σήμερα ένα μωσαϊκό λαών και παραδόσεων, όπως τους Δρούζους, τους Ασσύριους και τους Κούρδους. Τελευταίες εξελίξεις αποτελούν η επανάσταση κατά του Σάχη του Ιράν (1979) και η κατάκτηση του Ιράκ από τον φιλοαμερικανικό συνασπισμό. Παρατηρείται επίσης μεγάλη αναταραχή στις ντόπιες εθνότητες, με κυριότερο τον Κουρδικό εθνικό αφυπνισμό, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει βιαιότερες εντάσεις στο μέλλον.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα