Πελοπόννησος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αυτό το λήμμα αφορά το γεωγραφικό διαμέρισμα. Για την Περιφέρεια, δείτε: Περιφέρεια Πελοποννήσου.
Πελοπόννησος
Peloponnes.png
Θέση στην Ελλάδα
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Μητρόπoλη: Πάτρα
Περιφέρειες: Δυτικής Ελλάδας
Πελοποννήσου 
Αττικής 
Στατιστικά πληθυσμού
Πληθυσμός: 1.100.071 (2001)

Η Πελοπόννησος (γνωστή και ως Μωρέας ή Μωριάς) είναι η μεγαλύτερη χερσόνησος της Ελλάδας και ένα από τα εννέα γεωγραφικά της διαμερίσματα. Βρίσκεται στα νότια του ηπειρωτικού τμήματος της χώρας και συνδέεται με τη Στερεά Ελλάδα μέσω μιας στενής λωρίδας γης, του Ισθμού της Κορίνθου, στον οποίο το 1893 κατασκευάστηκε η ομώνυμη διώρυγα, μετατρέποντάς την ουσιαστικά σε νησί. Επιπλέον, από το 2004 η γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου συνδέει την Πελοπόννησο με την στερεά Ελλάδα και την υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα. Η Πελοπόννησος διαιρείται διοικητικά σε επτά νομούς (Αχαΐα, Ηλεία, Μεσσηνία, Αρκαδία, Λακωνία, Αργολίδα και Κορινθία, με ένα μικρό τμήμα της να υπάγεται στο νομό Αττικής) και από το 1986 σε δύο περιφέρειες, τη Δυτικής Ελλάδας και την περιφέρεια Πελοποννήσου (και ένα μικρό τμήμα αντίστοιχα, στην Περιφέρεια Αττικής). Έχει έκταση 21.439 τετρ. χλμ. και πληθυσμό 1.086.935 κατοίκους. Αποτελεί ιστορική κοιτίδα του ελληνισμού και κατοικείται από τα προϊστορικά χρόνια. Σε αυτήν αναπτύχθηκε ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός και κατοίκησαν και τα τρία κυριότερα ελληνικά φύλα (Αχαιοί, Ίωνες και Δωριείς), ενώ στην Πελοπόννησο βρίσκονταν ορισμένες από τις σπουδαιότερες ελληνικές πόλεις-κράτη, όπως η Σπάρτη, η Κόρινθος και το Άργος. Αποτέλεσε θέατρο των περισσότερων πολεμικών συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στον ελληνικό χώρο με κορυφαία παραδείγματα τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και την Ελληνική Επανάσταση, ενώ γνώρισε διάφορους κατακτητές όπως Ρωμαίους, Φράγκους, Οθωμανούς κ.ά. Μεγαλύτερη πόλη της Πελοποννήσου είναι η Πάτρα με δεύτερη κατά σειρά πόλη την Καλαμάτα.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κόλποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Διώρυγα της Κορίνθου χωρίζει την Πελοπόννησο από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Τοπίο της Aρκαδίας.

Συνορεύει και βρέχεται από τα εξής:

Α.: Αιγαίο Πέλαγος (Μυρτώο Πέλαγος, Αργολικός Κόλπος, Σαρωνικός Κόλπος), Δ.: Ιόνιο Πέλαγος, Β.: Κορινθιακός Κόλπος και Πατραϊκός Κόλπος Ν.: Μεσόγειος Θάλασσα

Η διώρυγα της Κορίνθου

Οι κυριότεροι κόλποι της Πελοποννήσου είναι: ο Αργολικός Kόλπος στα ανατολικά, οι Λακωνικός και Μεσσηνιακός στα νότια, ο Κυπαρισσιακός στα δυτικά και ο Κορινθιακός στα βόρεια. Μικρότεροι κόλποι είναι ο Πατραϊκός κι ο κόλπος της Γαστούνης.

Ακρωτήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σημαντικότερα ακρωτήρια είναι το Ρίο, κοντά στην Πάτρα, ο Άραξος, το Δρέπανο (βορειότερο σημείο) η Κυλλήνη στα ΒΔ., το Κατάκωλο στα δυτικά, Ακρίτας, Ταίναρο (νοτιότερο σημείο) και Μαλέας στα νότια και το Σκύλαιο στη χερσόνησο της Αργολίδας.

Χερσόνησοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγαλύτερες χερσόνησοι είναι της Αργολίδας και της Επιδαύρου στα ανατολικά, της Λιμηράς, της Μάνης στα νότια και της Πυλίας στα νοτιοδυτικά. Πολύ ωραία φαίνεται και η χερσόνησος των Μεθάνων (Μέθανα) - το μόνο ενεργό ηφαίστειο της Πελοποννήσου.

Το έδαφος της Πελοποννήσου είναι ορεινό, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, κυρίως στο κέντρο, όπου πλεονάζουν τα οροπέδια. Αντίθετα, υπάρχουν, κοντά στις ακτές, μεγάλες πεδιάδες, όπως της Ηλείας, της Μεσσηνίας, του Άργους, της Αχαΐας, της Τριφυλίας και της Κορινθίας.

Όρη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα όρη της Πελοποννήσου είναι μέρος των ορεινών ζωνών της Ελλάδος, καταλαμβάνουν όλο το κεντρικό τμήμα της Πελοποννήσου και τα μεγαλύτερα μέρη των ανατολικών και δυτικών τμημάτων της.

Το βορειότερο βουνό της Πελοποννήσου είναι το Παναχαϊκό (ή Βοδιάς 1.926 μ.) που βρίσκεται στα ΝΑ της Πάτρας. Νότια του Παναχαϊκού υψώνεται το βουνό Ερύμανθος (ή Ωλονός, 2.224 μ.). Νότια του Ερυμάνθου υψώνεται η παραφυάδα του, το βουνό Αστράς (ή Αστερίων ή Λάμπεια, 1.797 μ.), δυτικά το βουνό Σκόλλις (ή Σανταμέρι, 966 μ.) και ΝΑ τα βουνά Φραγκόβουνο (1.946 μ.), Υψούς (ή Κλινίτσα 1.543 μ.), Αφροδίσιο (1.456 μ.), και Μεδάρα (1.327 μ.). Νότια του Ερυμάνθου και του Αστρά βρίσκεται το βουνό Φολόη (798 μ.) και στα νότιά του μετά την κοιλάδα του Αλφειού ποταμού υψώνονται τα βουνά Μίνθη (1.327 μ.), Λύκαιο (1.419 μ.) και Τετράζιο (ή Τετράγιο 1.388 μ.). ΝΔ του Τετραζίου βρίσκονται τα βουνά της Κυπαρισσίας (1.224 μ.) και Α. τους το βουνό Ιθώμη (ή Βουλκάνο 798 μ.). Στα νότια των βουνών της Κυπαρισσίας βρίσκεται το νοτιότερο βουνό της Δυτικής Πελοποννήσου το Λυκόδημο (ή Μαθία 959 μ.).

Τα βορειότερα βουνά της Ανατολικής Πελοποννήσου και της Ανατολικής οροσειράς είναι τα Αροάνια (ή Χελμός 2.341 μ.) στα δυτικά, και η Κυλλήνη (ή Ζήρια 2.376 μ.) στα ανατολικά. Στα νότια των Αροανίων υψώνονται τα βουνά Πεντέλεια (ή Τουρτοβάνα 2.112 μ.) και Μαίναλο (ή Αιντίνι ή Προφήτης Ηλίας Λεβιδίου 1.981 μ.). Στα νότια της Κυλλήνης και ανατολικά των παραπάνω βουνών υψώνονται κατά σειρά από Β. προς Ν. τα αργολιδοαρκαδικά βουνά Ολίγυρτος (ή Σκίπεζα 1.935 μ.), Λύρκειο (ή Γούπατο ή Λυρείσιο, 1.756 μ.), Τραχύ (1.616 μ.),ο Μαλεβός (1.772 μ.), Κτενάς (1.599 μ.) και Παρθένιο (ή Pοϊνό, 1.215 μ.). Νότια του Μαινάλου και μετά το οροπέδιο της Ασέας εκτείνεται η οροσειρά του Πάρνωνα (1.936 μ.) που τελειώνει στο ακρωτήριο Ιέραξ. Νότια της Μεγαλόπολης και δυτικά του Πάρνωνα εκτείνεται το ψηλότερο βουνό της Πελοποννήσου, ο Ταΰγετος (2.407 μ.) και καταλήγει στο ακρωτήριο Ταίναρο.

Στα ΒΑ της Πελοποννήσου εκτείνονται τα βουνά Τραπεζώνα (1.139 μ.), Αγγελόκαστρο (1.080 μ.), Αραχναίο (1.119 μ.). Στα νότια του Αραχναίου βρίσκονται τα όρη Δίδυμο (1.113 μ.) και Αδέρες (ή Δάριζα 721 μ.).

Μεταξύ της Κυλλήνης, των Αροανίων Όρων και του Κορινθιακού κόλπου βρίσκονται τα βουνά Φτέρη (ή Κλοκός 1.779 μ.), Χελιδορέα (1.757 μ.), Ευρωστίνη (1.208 μ.), Πιτσαδέικο (1.176 μ.), Παναγιά (732 μ.). Στα βόρεια των βουνών Τραπεζώνας υπάρχουν τα όρη Φωκάς (ή Απέσας 873 μ.), Σκιώνα (703 μ.), ο Ακροκόρινθος (578 μ.) και τα Όνεια Όρη (599 μ.).

Πεδιάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δορυφορική εικόνα της Πελοποννήσου

Οι κυριότερες πεδιάδες της Πελοποννήσου βρίσκονται στο δυτικό τμήμα του διαμερίσματος. Είναι η πεδιάδα της Αχαΐας και η πεδιάδα της Μανωλάδας. Οι δύο μαζί αποτελούν την πεδιάδα της Ηλείας. Στα δυτικά των βουνών της Κυπαρισσίας απλώνεται η στενή παραλιακή πεδιάδα της Κυπαρισσίας-Γαργαλιάνων. Τέλος στο ΝΔ τμήμα της Πελοποννήσου εκτείνεται η πεδιάδα της Μεσσηνίας. Στην Ανατολική Πελοπόννησο υπάρχουν, στο Β. μέρος η Αργολική πεδιάδα, η οποία απλώνεται ως την πεδιάδα του Κρανιδίου και στο νότιο τμήμα η πεδιάδα του Έλους, η οποία προς τα Β. συνεχίζεται με την κοιλάδα του Ευρώτα και προς Ν. με τις παραλιακές πεδιάδες Ασωπού και Νεάπολης Βοιών. Στα βόρεια της Πελοποννήσου υπάρχει μια στενή παραλιακή πεδιάδα, η οποία φέρει διάφορες τοπικές ονομασίες, όπως πεδιάδα της Βόχας, του Αιγίου, Σικυώνιο Πεδίο κλπ.

Εκτός από τις πεδιάδες υπάρχουν και αξιόλογα οροπέδια. Αυτά είναι οι λεκάνες της Μαντινείας, Τεγέας και Ασέας. Και τα δύο μαζί ονομάζονται Οροπέδιο της Τρίπολης. Δυτικά από αυτό το οροπέδιο βρίσκεται το οροπέδιο της Μεγαλόπολης. Επίσης μεταξύ Αροανίων και Κυλλήνης υπάρχουν τα μικρά οροπέδια του Φενεού και της Στυμφαλίας.

Νησιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νησιά που ανήκουν στο διαμέρισμα της Πελοποννήσου είναι: Πρώτη, Σφακτηρία, Σαπίεντζα, Αγία Μαριανή, Σχίζα και Βενετικό που βρίσκονται μεταξύ των ακρωτηρίων Μάραθο και Ακρίτα.

Στο Λακωνικό Κόλπο υπάρχει η Ελαφόνησος. Ακόμη στον Αργολικό κόλπο υπάρχουν τα νησιά Ρόμβη, Ψηλή και Πλατειά. Άλλα πλησιέστερα νησιά είναι: τα Κύθηρα, το μεγαλύτερο σ' έκταση και τα Αντικύθηρα, στα νοτιοανατολικά, οι Στροφάδες, στην παραλία των Φιλιατρών, και τα νησιά του Αργοσαρωνικού: Σπέτσες, Ύδρα, Πόρος Αίγινα και η χερσόνησος Μέθανα.

Ποταμοί και ύδατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κυριότεροι ποταμοί της Πελοποννήσου είναι οι εξής: Ο Αλφειός που είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της Πελοποννήσου. Πηγάζει από τα οροπέδια Ασέας και Μεγαλόπολης, δέχεται νερά από παραποτάμους και χύνεται στον κόλπο της Κυπαρισσίας. Ο Γλαύκος, που πηγάζει από τον Παναχαϊκό και χύνεται Ν. της Πάτρας. Ο Πηνειός της Ηλείας, ο οποίος πηγάζει από τα όρη Ερύμανθος και Λάμπεια και χύνεται στον κόλπο της Κυλλήνης. Η Νέδα, το μοναδικό ποτάμι στην Ελλάδα με θηλυκό όνομα, χύνεται στον κόλπο της Κυπαρισσίας. Πηγάζει από τα βουνά Μίνθη, Λύκαιο και Τετράζιο. Ο Νέδων που πηγάζει από τον Ταΰγετο και χύνεται στον Μεσσηνιακό κόλπο. Ο Βελίκας που πηγάζει από τα βουνά της Κυπαρισσίας και χύνεται στον Μεσσηνιακό κόλπο. Ο Ευρώτας που πηγάζει από το οροπέδιο της Μεγαλόπολης, δέχεται και τα νερά του Ταΰγετου και Πάρνωνα και χύνεται στο Λακωνικό κόλπο. Οι ποταμοί Τάνος, Κεφαλάρι και Ίναχος που πηγάζει από τα βουνά Λύρκειο και Τραχύ και χύνεται στον Αργολικό κόλπο.

Εκτός των ποταμών υπάρχουν και αρκετοί χείμαρροι, όπως ο Σύθος, ο Δερβένιος, ο Κρειός, ο Βουραϊκός, ο Κερυνίτης, ο Ασωπός, ο Σελινούντας, ο Γκούρας, ο Φοίνικας. Από τους χειμάρρους ο Ασωπός και ο Σελινούντας θεωρούνται ποταμοί Αξιόλογες λίμνες δεν υπάρχουν στην Πελοπόννησο. Υπάρχουσες σήμερα λίμνες είναι η Τάκα, η Στυμφαλία, η τεχνητή του Λάδωνα που δημιουργήθηκε με την κατασκευή των υδροηλεκτρικών έργων και η λίμνη Δόξα μία τεχνητή λίμνη σε υψόμετρο 900 μέτρων.

Στις ακτές της Ηλείας κυρίως υπάρχουν αρκετές λιμνοθάλασσες και γενικά στην περιοχή αυτή τα νερά της θάλασσας είναι πολύ ρηχά. Οι κυριότερες λιμνοθάλασσες της Πελοποννήσου είναι της Αγουλινίτσας, της Μουριάς, του Καϊάφα, και στο Κοτύχι Στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, τα ορεινά συγκροτήματα σχηματίζουν δύο μεγάλα λεκανοπέδια, της Τρίπολης και της Μεγαλόπολης.

Κύριες Πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ναύπλιο

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα της Πελοποννήσου διαφέρει ανάλογα με την περιοχή και το υψόμετρό της. Είναι ήπιο και ζεστό στα παράλια και κρύο (αλλά υγιεινό) στο εσωτερικό. Γενικά η Πελοπόννησος είναι προνομιούχος περιοχή, από άποψη κλίματος, γιατί διαθέτει το χαρακτηριστικό μεσογειακό τύπο κλίματος. Η θερμοκρασία παρατηρείται μεγαλύτερη στις περιοχές των Πατρών, της Καλαμάτας, του Πύργου καθώς επίσης και στην περιοχή του Άργους κι ελαττώνεται στα ορεινά, π.χ. στην περιοχή της Τρίπολης.

Σεισμογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλές περιοχές της Πελοποννήσου προσβάλλονται από σεισμούς, αρκετές φορές καταστρεπτικούς. Γενικά διακρίνονται οι εξής σεισμικές περιοχές: τα δυτικά παράλια της Πελοποννήσου και ιδιαίτερα η δυτική ακτή της Μεσσηνίας, η περιοχή της Κορινθίας και η περιοχή της Αργολίδας, καθώς κι η κεντρική Πελοπόννησος (Αρκαδία). Καταστρεπτικοί σεισμοί έγιναν το 464 π.Χ. στον Ευρώτα και τον Ταΰγετο, το 373 π.Χ. (καταποντισμός της αρχαίας Ελίκης, καταστροφή των Βούρων), το 1817 και 1861 στο Αίγιο, το 1928 στην Κόρινθο, το 1947 στην Πυλία, το 1986 στην Καλαμάτα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Πελοποννήσου της Κλασικής Αρχαιότητας.
Ναός της Ηρας, Ολυμπία.
Αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα, Κόρινθος

Η χερσόνησος είχε κατοικηθεί από την προϊστορική εποχή. Το όνομά της προέρχεται από την αρχαία Ελληνική μυθολογία, συγκεκριμένα το μύθο του ήρωα Πέλοπα, που φερόταν να είχε κατακτήσει όλη την περιοχή.

Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, ο πρώτος μεγάλος πολιτισμός της ηπειρωτικής Ελλάδας (και της Ευρώπης) κυριαρχούσε στην Πελοπόννησο την Εποχή του Χαλκού από το οχυρό του στις Μυκήνες στα βορειοανατολικά της χερσονήσου. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός κατέρρευσε ξαφνικά στα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. Αρχαιολογικές έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι πολλές από τις πόλεις και τα ανάκτορά του φέρουν ίχνη καταστροφής. Η περίοδος που ακολούθησε, γνωστή ως Γεωμετρική εποχή, χαρακτηρίζεται από απουσία γραπτών μαρτυριών.

Το 776 π.Χ. διεξήχθησαν στην Ολυμπία οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες και η χρονολογία αυτή χρησιμοποιείται μερικές φορές ως δηλωτική της αρχής της κλασικής περιόδου της Ελληνικής αρχαιότητας. Κατά την Κλασική αρχαιότητα η Πελοπόννησος ήταν το επίκεντρο των υποθέσεων της Αρχαίας Ελλάδας, διέθετε μερικές από τις ισχυρότερες πόλεις-κράτη της και ήταν ο τόπος μερικών από τις πιο αιματηρές μάχες της. Εδώ ήταν οι μεγάλες πόλεις Σπάρτη, Κόρινθος, Άργος και Μεγαλόπολη και η βάση της Πελοποννησιακής Συμμαχίας. Στους Περσικούς Πολέμους πολέμησαν στρατιώτες από τη χερσόνησο, που επίσης υπήρξε θέατρο του Πελοποννησιακού Πολέμου το 431 - 404 π.Χ. Στα ελληνιστικά χρόνια, η σημαντικότερη δύναμη της Πελοποννήσου είναι η Αχαϊκή Συμπολιτεία, η οποία καταλύεται το 146 π.Χ. από τους Ρωμαίους. Τότε καταστρέφεται και η Κόρινθος, αλλά θα ξανακτιστεί αργότερα, για να αποτελέσει πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας, που εκτεινόταν από τις Θερμοπύλες ως το Ταίναρο. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο η χερσόνησος συνέχισε να ευημερεί αλλά έγινε μια απλή επαρχία, σχετικά αποκομμένη από τις υποθέσεις του ευρύτερου Ρωμαϊκού κόσμου. Στην Πελοπόννησο επίσης παίχτηκε σημαντικά η τελική επικράτηση του Χριστιανισμού. Σημαντικές πόλεις ήταν η Κόρινθος και η Πάτρα, στην οποία και μαρτύρησε ο Απόστολος Ανδρέας.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βυζαντινή διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη διχοτόμηση της Αυτοκρατορίας το 395, η Πελοπόννησος αποτέλεσε τμήμα της Ανατολικής Ρωμαϊκής ή Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η ερήμωση από την επιδρομή του Αλάριχου το 396-397 π.Χ. οδήγησε στην κατασκευή του Εξαμιλίου τείχους κατά μήκος του Ισθμού της Κορίνθου. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της Υστερης Αρχαιότητας (3ος - 7ος αιώνας μ.Χ.) η χερσόνησος διατήρησε τον αστικό της χαρακτήρα : κατά τον 6ο αιώνα ο Ιεροκλής απαρίθμησε 26 πόλεις στο έργο του Συνέκδημος. Τα τελευταία όμως χρόνια του αιώνα αυτού, η οικοδομική δραστηριότητα φαίνεται να έχει σταματήσει ουσιαστικά παντού εκτός από την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, την Κόρινθο και την Αθήνα. Αυτό έχει παραδοσιακά αποδοθεί σε δεινά όπως η πανώλης, σεισμοί και Σλαβικές επιδρομές. Μια απο τις σημαντικότερες μάχες του Ελληνισμού δόθηκε κατα τον 6ο αιώνα στην Πάτρα, της οποίας οι κάτοικοι αντιστάθηκαν στους Αβάρους, συμβάλλοντας σημαντικά στην καταστροφή αυτής της μεγάλης απειλής για το Ρωμαικό Κράτος και τους Έλληνες. Περί τα τέλη του 6ου αιώνα κάποιες περιοχές έγιναν αντικείμενο αποικισμού απο τους Αβαροσλάβους. Εντούτοις νεότερες αναλύσεις δείχνουν ότι η παρακμή των πόλεων ήταν στενά συνδεδεμένη με την κατάρρευση των υπεραστικών και των περιφερειακών εμπορικών δικτύων, που θεμελίωσαν και υποστήριξαν την αστικοποίηση της ύστερης αρχαιότητας στην Ελλάδα, καθώς επίσης με την απόσυρση των αυτοκρατορικών στρατευμάτων και της διοίκησης από τα Βαλκάνια. Η κλίμακα της Σλαβικής διείσδυσης και εγκατάστασης τους 7ο και 8ο αιώνα αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας. Οι Σλάβοι κατέλαβαν πράγματι το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου, όπως αποδεικνύεται από Σλαβικά τοπωνύμια. Εντούτοις τα εκτεταμένα Σλαβικά τοπωνύμια συσσωρεύτηκαν μάλλον κατά τη διάρκεια αιώνων, παρά ήταν αποτέλεσμα μιας αρχικής ΄΄πλημμύρας΄΄ Σλαβικών εισβολών και πολλά από αυτά φαίνεται να είχαν χρησιμοποιηθεί από Ελληνόφωνους. Λιγότερα Σλαβικά τοπωνύμια εμφανίζονται στην ανατολική ακτή, που παρέμεινε στα χέρια των Βυζαντινών και συμπεριλήφθηκε στο θέμα της Ελλάδος, που συστάθηκε από τον Ιουστινιανό Β΄ γύρω στα 690. Ενώ η παραδοσιακή ιστοριογραφία χρονολογεί την άφιξη των Σλάβων στη νότια Ελλάδα στα τέλη του 6ου αιώνα δεν υπάρχει μαρτυρία Σλαβικής παρουσίας στην Πελοπόννησο πριν το 700, που πιθανόν αποίκησε μια ειδάλλως έρημη περιοχή.

Οι σχέσεις μεταξύ Σλάβων και Ελλήνων ήταν πιθανότατα ειρηνικές με σπάνιες εξεγέρσεις. Υπήρχε συνέχεια του Πελοποννησιακού Ελληνικού πληθυσμού, ιδιαίτερα στη Μάνη και στην Τσακωνιά, όπου οι Σλαβικές εισβολές ήταν ελάχιστες ή ανύπαρκτες. Οντας γεωργοί οι Σλάβοι συναλλάσσονταν με τους Ελληνες, που παρέμεναν στις πόλεις, ενώ Ελληνικά χωριά εξακολουθούσαν να υπάρχουν στο εσωτερικό, πιθανότατα αυτοκυβερνώμενα, πληρώνοντας ίσως φόρο στους Σλάβους. Υπό το Νικηφόρο Α´, μετά από μία εξέγερση και επίθεση των Σλάβων κατά της Πάτρας υλοποιήθηκε μια αποφασιστική διαδικασία εξελληνισμού. Σύμφωνα με το (όχι πάντα αξιόπιστο) Χρονικόν της Μονεμβασίας η χώρα πέρα από την Πάτρα ονομαζόταν Τέρα Σλαβινία. Εντούτοις αυτό προσδιόριζε ενδεχομένως την απουσία αυτοκρατορικού ελέγχου σε μια περιοχή, κατοικούμενη όχι μόνο από Σλάβους αλλά από οιουσδήποτε άλλους ΄΄βαρβάρους΄΄ και στασιαστές. Επίσης, σύμφωνα με το Χρονικό, το 805 ο Βυζαντινός κυβερνήτης της Κορίνθου πολέμησε με τους Σλάβους, τους εξολόθρευσε και επέτρεψε στους αρχικούς κατοίκους να διεκδικήσουν τη γη τους. Παρομοίως η Χρονογραφία αναφέρει ότι το 783 ο Σταυριακός κινήθηκε κατά των Σλάβων της Πελοποννήσου και ΄΄απέσπασε πολλούς αιχμαλώτους και πολλά λάφυρα για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία΄΄. Η επιβολή της Βυζαντινής εξουσίας στους Σλαβικούς θύλακες ήταν ίσως κυρίως μια διαδικασία εκχριστιανισμού και ένταξης των Σλάβων οπλαρχηγών στο Αυτοκρατορικό πλαίσιο, καθώς ενδείξεις λογοτεχνικές, επιγραφικές και από σφραγίδες εμφανίζουν Σλάβους άρχοντες να συμμετέχουν στις αυτοκρατορικές υποθέσεις. [1] Θεωρείται ότι με την εκστρατεία του Σταυριάκου αιχμαλωτίστηκαν πολλοί Σλάβοι, αλλά είναι άγνωστος τόσο ο ακριβής αριθμός, όσο και η συγκεκριμένη εθνικότητα των αιχμαλώτων αυτών. Στα τέλη της δεκαετίας του 780 τρία σημαντικά κέντρα - η Μονεμβασιά, η Πάτρα και η Τροιζήνα - βρίσκονταν πάλι στα χέρια των Βυζαντινών. Πολλοί Ελληνες από τη Μικρά Ασία, τη Σικελία και την Καλαβρία μετεγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, μαζί με μεγάλη ποικιλία διαφορετικών τοπικά, εθνικά και θρησκευτικά ομάδων (Εβραίοι, Αρμένιοι, Καφέροι, Θρακέσιοι, Τσάκωνες και Μαρδαίτες). Ενώ οι ανατολικές περιοχές αποτελούσαν αρχικά τμήμα του θέματος της Ελλάδος, ολόκληρη η χερσόνησος συγκροτήθηκε στο νέο θέμα της Πελοποννήσου, με πρωτεύουσα την Κόρινθο, μετά το 800 περίπου.

Στο τέλος του 9ου αιώνα η Πελοπόννησος ήταν πάλι διοικητικά Ελληνική. Επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου οι περισσότεροι Σλάβοι στη νότια Ελλάδα είχαν υποταχθεί στη Βυζαντινή εξουσία. Ακόμη και οι αυτόνομοι και κατά καιρούς στασιάζοντες Μηλιγγοί και Εζερίτες ήξεραν να μιλούν Ελληνικά και φαίνεται ότι ήταν Χριστιανοί. Η Ελληνοσλαβική διγλωσσία ήταν σχετικά συχνή επίσης και κατά την Οθωμανική εποχή. Μερικές ιστορικές αναφορές δείχνουν ότι μετά την Αραβική κατάληψη της Κρήτης τη δεκαετία του 820 και την ίδρυση εκεί ενός εμιράτου πειρατών, οι παραλιακές περιοχές υπέφεραν σοβαρά από επανειλημμένες Αραβικές επιδρομές, στην πραγματικότητα όμως ήδη από το δέκατο αιώνα, και ιδιαίτερα μετά την ανακατάληψη του νησιού από το Βυζάντιο το 961, η περιοχή γνώρισε μια νέα περίοδο ευημερίας, οπότε άνθισαν η γεωργία, το εμπόριο, η αστική οικονομία και ο Χριστιανισμός.

Φραγκική κυριαρχία και Βυζαντινή ανακατάληψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο Φραγκικό κάστρο Χλεμούτσι.
Tο ανάκτορο των Βυζαντινών δεσποτών στο Μυστρά, σήμερα Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO

Το 1205, μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τις δυνάμεις της Δ' Σταυροφορίας, οι Σταυροφόροι υπό το Γουλιέλμο Σαμπλίτη και το Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλεαρδουίνο βάδισαν προ νότον μέσω της ηπειρωτικής Ελλάδας και κατέλαβαν την Πελοπόννησο αντιμετωπίζοντας περιορισμένη τοπική Ελληνική αντίσταση. Οι Φράγκοι τότε ίδρυσαν το Πριγκιπάτο της Αχαΐας, ονομαστικά υποτελές της Λατινικής Αυτοκρατορίας, ενώ οι Βενετοί κατέλαβαν έναν αριθμό σημαντικών στρατηγικά λιμανιών κατά μήκος των ακτών, όπως το Ναβαρίνο και η Κορώνη, που διατήρησαν μέχρι το 15ο αιώνα. Οι Φράγκοι καθιέρωσαν ως λαϊκό το όνομα Μωρέας για τη χερσόνησο, που αρχικά εμφανίζεται ως το όνομα μικρής επισκοπής στην Ηλεία κατά το 10ο αιώνα. Η ετυμολογία του είναι αμφισβητούμενη αλλά η επικρατέστερη είναι ότι προέρχεται από το δέντρο μουριά (μορέα), του οποίου τα φύλλα μοιάζουν στο σχήμα με τη χερσόνησο.

Η Φραγκική κυριαρχία όμως στη χερσόνησο υπέστη σοβαρό πλήγμα μετά τη Μάχη της Πελαγονίας (1259), οπότε ο Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος αναγκάσθηκε να παραχωρήσει τα πρόσφατα κατασκευασμένα κάστρο και ανάκτορο στο Μυστρά, κοντά στην αρχαία Σπάρτη, στο αναγεννημένο Βυζάντιο. Αυτή η Ελληνική επαρχία (και αργότερα ημιαυτόνομο Δεσποτάτο προχώρησε σε σταδιακή ανακατάληψη του Φραγκικού πριγκιπάτου μέχρι το 1430. Η ίδια περίοδος σημαδεύτηκε επίσης από την εισροή Αλβανών εποίκων στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, που υπήρξαν οι πρόγονοι των Αρβανιτών.

Οι Οθωμανοί Τούρκοι άρχισαν να κάνουν επιδρομές στην Πελοπόννησο γύρω στα 1358, αλλά αυτές εντάθηκαν μόνο μετά το 1387, όταν ανελαβε τον έλεγχο ο δυναμικός Εβρενός Μπέη. Εκμεταλλευόμενος τις διαμάχες μεταξύ Βυζαντινών και Φράγκων λεηλάτησε όλη τη χερσόνησο και υποχρέωσε τόσο τους Βυζαντινούς δεσπότες, όσο και τους Φράγκους ηγεμόνες που είχαν απομείνει, να αναγνωρίσουν την Οθωμανική επικυριαρχία και να πληρώνουν φόρους. Αυτή η κατάσταση συνεχίσθηκε μέχρι την ήττα των Οθωμανών στη Μάχη της Άγκυρας το 1402, μετά την οποία η Οθωνανική ισχύς για κάποιο διάστημα περιορίστηκε. Οι Οθωμανικές εισβολές στο Μωριά επαναλήφθηκαν υπό τον Τουραχάν μπέη μετά το 1423. Πασρά την ανακατασκευή του Εξαμιλίου τείχους στον Ισθμό της Κορίνθου οι Οθωμανοί υπό το Μουράτ Β΄ το παραβίασαν το 1446, αναγκάζοντας τους Δεσπότες του Μωρέα να αναγνωρίσουν εκ νέου την Οθωμανική επικυριαρχία, όπως και πάλι υπό τον Τουραχάν το 1452 και το 1456. Μετά την κατάληψη του Δουκάτου των Αθηνών το 1456, οι Οθωμανοί κατέλαβαν το ένα τρίτο της Πελοποννήσου το 1458 και ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ εξάλειψε τα υπολείμματα του Δεσποτάτου το 1460. Το τελευταίο Βυζαντινό οχυρό, το Κάστρο του Σαλμενίκου, υπό το διοικητή του Γραίτζα Παλαιολόγο άντεξε μέχρι τον Ιούλιο του 1461. Μόνο τα Βενετικά φρούρια της Μεθώνης, Κορώνης, Ναβαρίνου, Μονεμβασιάς, Αργους και Ναυπλίου παρέμειναν εκτός του ελέγχου των Οθωμανών.

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Βενετικά φρούρια καταλήφθηκαν με μια σειρά Βενετοτουρκικών πόλεμων, με τον πρώτο (1463-1479) με πολλές μάχες στην Πελοπόννησο και αποτέλεσμα την απώλεια του Αργους, ενώ η Μεθώνη και η Κορώνη έπεσαν το 1500, κατά το δεύτερο πόλεμο (1499-1503). Η Κορώνη και ηυ Πάτρα καταλήφθηκαν σε μια εκστρατεία-σταυροφορία το 1532, υπό το Γενοβέζο ναύαρχο Αντρέα Ντόρια, που προκάλεσε όμως άλλον ένα πόλεμο (1537-1540), κατά τον οποίο χάθηκαν οι τελευταίες Βενετικές κτήσεις στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Επαναστάτες μετά την Άλωση της Τριπολιτσάς του Πέτερ φον Ες.

Μετά την Οθωμανική κατάκτηση η χερσόνησος έγινε επαρχία (σαντζάκι) με 109 ΄΄ζιαμέτια΄΄ και 342 [[Τιμάριο|τιμάρια). Κατά την πρώτη περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας (1460-1687) η πρωτεύουσα ήταν πρώτα στην Κόρινθο (Τουρκικά Γκερντές), αργότερα στο Λεοντάρι (Λονταρί), στο Μυστρά (Μισιστιρέ) και τελικά στο Ναύπλιο (Αναμπολί). Για κάποιο διάστημα στα μέσα του 17ου αιώνα ο Μωριάς έγινε το κέντρο ενός ξεχωριστού βιλαετίου με πρωτεύουσα την Πάτρα (Μπαλιμπαντρά). Μέχρι το θάναο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή το 1570, ο Χριστιανικός πληθυσμός ( που αριθμούσε περίπου 42.000 οικογένειες γύρω στα 1550) κατάφερε να διατηρήσει ορισμένα προνόμια και ο εξισλαμισμός ήταν αργός, κυρίως μεταξύ των Αλαβανών ή των γαιοκτημόνων, που ήταν ενσωματωμένοι στο Οθωμανικό φεουδαρχικό σύστημα. Αν και σύντομα κατάφεραν να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος των γόνιμων γαιών, οι Μουσουλμάνοι παρέμεναν διακριτή μειονότητα. Οι Χριστιανικές κοινότητες διατήρησαν μεγάλο βαθμό αυτοδιοίκησης, αλλά ολόκληρη η Οθωμανική περίοδος χαρακτηριζόταν από τη φυγή του χριστιανικού πληθυσμού από τις πεδιάδες στα βουνά. Αυτό προκάλεσε τη δημιουργία των [[Κλέφτες|κλεφτών], ένοπλων ληστών και ανταρτών, στα βουνά και τον αντίστοιχο θεσμό των χρηματοδοτούμενων από την κυβέρνηση [[Αρματολοί|αρματολών], για να ελέγχουν τη δράση των κλεφτών.

Με την έκρηξη του ΄΄Μεγάλου Τουρκικού Πολέμου΄΄ (1683-1699), οι Βενετοί υπό το Φραντσέσκο Μοροζίνι κατέλαβαν ολόκληρη τη χερσόνησο το 1687, γεγονός που αναγνωρίσθηκε από τους Οθωμανούς με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699). Οι Βενετοί ίδρυσαν την επαρχία τους ως ΄΄Βασίλειο του Μωρέα΄΄ (Ιτ. Regno di Morea), αλλά η διοίκησή τους αποδείχθηκε αντιλαϊκή και όταν οι Οθωμανοί εισέβαλαν στη χερσόνησο το 1715, οι περισσότεροι ντόπιοι Ελληνες τους καλοσώρισαν. Η Οθωμανική ανακατάληψη ήταν εύκολη και σύντομη και αναγνωρίσθηκε από τη Βενετία με τη Συνθήκη του Πασάροβιτς το 1718.

Η Πελοπόννησος τώρα έγινε ο πυρήνας του Βιλαετίου του Μορέα, με επικεφαλής τον Μορά βαλεσί, που μέχρι το 1780 ήταν Πασάς πρώτης τάξεως (με τρεις αλογοουρές) και είχε τον τίτλο του βεζίρη. Μετά το 1780 και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση του 1821 επικεφαλής της επαρχίας ήταν ένας μουχασίλ. Τον πασά του Μωρέα συνέδραμε αριθμός κατώτερων αξιωματούχων, μεταξύ αυτών ένας Χριστιανός διερμηνέας (δραγουμάνος), που ήταν ο ανώτερος Χριστιανός αξιωματούχος της επαρχίας. Οπως κατά την πρώτη Οθωμανική περίοδο, ο Μωριάς ήταν διαιρεμένος σε 22 περιοχές ή μπεηλίκια. Η πρωτεύουσα ήταν αρχικά στο Ναύπλιο, αλλά μετά το 1786 στην Τριπολιτσά (Τουρ. Τραμπλιτσέ).

Οι Χριστιανοί Μωραίτες ξεσηκώθηκαν κατά των Οθωμανών με Ρωσική βοήθεια κατά τα λεγόμενα Ορλωφικά του 1770, αλλά άμεσα καταπνίγηκαν με βαναυσότητα. Aποτέλεσμα ήταν ο συνολικός πληθυσμός να μειωθεί εκείνη την εποχή, ενώ το εντός αυτού Μουσουλμανικό στοιχείο αυξήθηκε. Παρόλα αυτά, τα προνόμια που παραχωρήθηκαν με τη Συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), ιδιαίτερα το δικαίωμα των Χριστιανών να εμπορεύονται υπό τη Ρωσική σημαία, οδήγησαν σε σημαντική οικονομική άνθηση των ντόπιων Ελλήνων, που, σε συνδυασμό με τις αυξημένες πολιτιστικές επαφές με τη Δύση (Νεοελληνικός διαφωτισμός) και τα ιδεώδη που ενέπνευσε η Γαλλική Επανάσταση έθεσαν τα θεμέλια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Νεότερη Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πανοραμική άποψη του Ναυπλίου, πρώτης πρωτεύουσας της νεότερης Ελλάδας.
Η Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, ολοκληρωθείσα το 2004, συνδέει τη δυτική Πελοπόννησο με την ηπειρωτική Ελλάδα.
Ο βράχος της Μονεμβασιάς.

Οι Πελοποννήσιοι έπαιξαν μείζονα ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, που ουσιαστικά ξεκίνησε από την Πελοπόννησο, όταν οι επαναστάτες απέκτησαν τον έλεγχο της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821. Ο Ελληνικός έλεγχος της χερσονήσου, με την εξαίρεση λίγων παραλιακών κάστρων, παγιώθηκε με την Άλωση της Τριπολιτσάς το Σεπτέμβριο του 1821. Η χερσόνησος έγινε θέατρο σφοδρών μαχών και εκτεταμένης ερήμωσης μετά την άφιξη Αιγυπτιακών στρατευμάτων υπό τον Ιμπραήμ Πασά το 1825. Η αποφασιστική Ναυμαχία του Ναυαρίνου (Οκτώβριος 1827) διεξήχθη ανοικτά της Πύλου και ένα Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα εκκαθάρισε τις τελευταίες Τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις από τη χερσόνησο το 1828. Η πόλη του Ναυπλίου, στην ανατολική ακτή της χερσονήσου, έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους.

Κατά το 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, η περιοχή έγινε σχετικά φτωχή και οικονομικά απομονωμένη. Σημαντικό μέρος του πληθυσμού της μετανάστευσε στις μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας, ιδιαίτερα την Αθήνα και άλλες χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αυστραλία. Επλήγη βαρύτατα από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο 1946-1949, γνωρίζοντας μερικές από τις χειρότερες φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια αυτών των συγκρούσεων. Το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε θεαματικά σε όλη την Ελλάδα μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1981. Η αγροτική Πελοπόννησος φημίζεται ως μία από τις πιο παραδοσιακές και συντηρητικές περιοχές της Ελλάδας και ήταν, μέχρι τις εκλογές του 2012, προπύργιο του δεξιού κόμματος Νέα Δημοκρατία, ενώ στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα, όπως η Καλαμάτα και ιδιαίτερα η Πάτρα, επικρατούσε το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα. Τα χωριά εξακολουθούν ακόμη να εμφανίζουν μείωση πληθυσμού, λόγω έλλειψης οικονομικών ευκαιριών, εκβιομηχάνισης της γεωργίας και γήρανσης του πληθυσμού. Ομως, παρά τη σχετική φτώχεια της ίδιας της περιοχής, οι Πελοποννήσιοι ανέκαθεν κυριαρχούσαν σχεδόν ολοκληρωτικά στην πολιτική και στην κυβέρνηση στην Ελλάδα. Από την Ελληνική ανεξαρτησία τη δεκαετία του 1820 η συντριπτική πλειοψηφία των πρωθυπουργών ήταν Πελοποννησιακής καταγωγής και οι ισχυρότερες πολιτικές οικογένειες (Ζαΐμη,, Βαρβιτσιώτη, Στεφανόπουλου και Παπανδρέου) κατάγονται από την περιοχή. Ο σημερινός πρωθυπουργός (Αντώνης Σαμαράς) είναι Πελοποννήσιος, η επιχειρηματική ελίτ είναι επίσης στο μεγαλύτερο μέρος Πελοποννήσιοι, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις οικογένειες Αγγελόπουλου και Λάτση, ενώ οι Μανιάτες της Νότιας Πελοποννήσου κυριαρχούν παραδοσιακά στις Ένοπλες Δυνάμεις. Ολα αυτά έχουν προσδώσει στους Πελοποννήσιους τη φήμη επιτηδειότητας και πολιτικών διασυνδέσεων στην Ελληνική πολιτική κουλτούρα.

Στα τέλη Αυγούστου του 2007 μεγάλα τμήματα της Πελοποννήσου επλήγησαν από δασικές πυρκαγιές, που προξένησαν σοβαρές ζημιές σε χωριά και δάση και το θάνατο 77 ανθρώπων. Άγνωστες είναι ακόμη οι συνέπειες των πυρκαγιών στο περιβάλλον και την οικονομία της περιοχής. Θεωρούνται ηυ μεγαλύτερη περιβαλλοντική καταστροφή στη νεότερη Ελληνική ιστορία.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωργία - κτηνοτροφία - προϊόντα - βιομηχανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία της Πελοποννήσου βασιζόταν παραδοσιακά αποκλειστικά σχεδόν στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Βιομηχανία παρουσιάστηκε κυρίως στις περιοχές Πατρών και Αιγίου, που ήταν από οικονομική άποψη οι πιο δραστήριες (μηχανουργεία, βαμβακονηματουργεία, εργοστάσια χαρτιού, κρασιών, ελαστικών, ελαιουργεία, σταφιδεργοστάσια).

Από την άποψη της γεωργίας επικρατεί η καλλιέργεια των δημητριακών, των αμπελιών (για σταφίδες και κρασί), της συκιάς, της ελιάς, του ρυζιού, του βαμβακιού. Επίσης καλλιεργείται καπνός, γεώμηλα, κηπευτικά κι αρκετά εσπεριδοειδή. Αρκετά αναπτυγμένη είναι η εκτροφή προβάτων. Επίσης η αγελαδοτροφία, η πτηνοτροφία και η μελισσοκομία είναι αρκετά διαδεδομένες. Η αλιεία, στις παραλιακές περιοχές και ιδιαίτερα στην Πάτρα, όπου συγκεντρώνεται, έχει αρκετά αποφασιστική συμβολή στην οικονομία του τόπου, κάνει επίσης και εξαγωγές. Επίσης για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιούνται και οι λιμνοθάλασσες.

Ορυκτός πλούτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν βρεθεί αρκετά είδη ορυκτών, που όμως δεν είναι εκμεταλλεύσιμα. Γι' αυτό στην Πελοπόννησο υπάρχουν λίγα μεταλλεία. Τα σπουδαιότερα μεταλλεύματα που εξάγονται είναι ο σιδηροπυρίτης (Ερμιόνης), μαγγάνιο, σίδηρος, λιγνίτες, χαλαζίας κλπ. Έρευνες για πετρέλαιο στις περιοχές Ηλείας και Τριφυλίας δεν έδωσαν θετικά αποτελέσματα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kilian Klaus, Αρχαιολογικές Ενδείξεις για την σλαβική παρουσία στην Αργολιδοκορινθία (6ος-7ος αιώνας μΧ). Περιοδικό "Πελοποννησιακά ", τόμ. ΙΣΤ΄, 1987-1988, σελ. 295-304.
    Ο καθηγητής K. Kilian ήταν Δ/ντής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου.
  • Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Οι μεταμορφώσεις της Πελοποννήσου (4ος-15ος αι.), Aθήνα 2000, ISBN 960-7998-03-0

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:


 LP  Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το αντίστοιχο λήμμα της Live-Pedia. (ιστορικό).

Η εισαγωγή του κειμένου της Livepedia στη Βικιπαίδεια έγινε πριν την 1η Νοεμβρίου 2008, συνεπώς ισχύει η διπλή αδειοδότηση υπό την άδεια CC-BY-SA 3.0 και την GFDL.