Λαζοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Οι Λαζοί (τουρκικά: Lazlar, Č’ani, Τζάνοι, στη γλώσσα της Γεωργίας) είναι φυλή που ζει κυρίως στις παράλιες περιοχές του Ευξείνου Πόντου οι οποίες ανήκουν στην Τουρκία και Γεωργία. Ήταν μια από τις κυριώτερες φυλές του αρχαίου βασιλείου της Κολχίδας. Κατά την εποχή που η Οθωμανική αυτοκρατορία άρχισε να ελέγχει τον Καύκασο (16ος αιώνας), οι Λαζοί έγιναν, από ορθόδοξοι χριστιανοί, σουνίτες μουσουλμάνοι.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Λαζοί ήταν οι μόνοι στην περιοχή που έκαναν περιτομή πολύ πριν εμφανιστούν οι Τούρκοι στον Εύξεινο Πόντο.[εκκρεμεί παραπομπή] Μετά το 522 μ.Χ., ασπάστηκαν το Χριστιανισμό, εξαιτίας ενός γεγονότος το οποίο έφερε στο ιστορικό προσκήνιο τη φυλή των Λαζών.

Είναι η εποχή που ο χριστιανισμός απλώνεται στην Ανατολή με την βοήθεια του ελληνικού στοιχείου του Πόντου και των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Κατ' αυτό τον τρόπο, οι σκληροτράχηλες φυλές ορεσίβιες δέχονται την επίδραση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Το 522, ο βασιλιάς των Λαζών, Τσάθιος, άνθρωπος έξυπνος και με διορατικότητα, βλέποντας την νέα τάξη πραγμάτων της εποχής, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Αφού βαπτίστηκε, παντρεύτηκε τη Βαλερία, απόγονο του αρχοντικού οίκου των Κουροπαλατών. Έτσι, με δεσμούς θρησκευτικούς και πολιτικούς, παρέμεινε βασιλιάς των Λαζών κάτω από την προστασία των Βυζαντινών αυτοκρατόρων.

Το γεγονός αυτό δυσαρέστησε τον βασιλέα των Περσών Χοσρόη , με το οποίο μέχρι τότε ήταν σύμμαχος ο Τσάθιος και ο οποίος έστειλε αγγελιοφόρους προς τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου λέγοντας προς αυτόν: «Ενώ υπάρχει φιλία και ειρήνη μεταξύ μας, εσύ κάνεις αυτά που κάνουν οι εχθροί παίρνοντας υπό την διοίκηση σου τον Βασιλέα των Λαζών, σύμμαχο των Περσών από αιώνες». Η ενέργεια δε αυτή του Τσάθιου στάθηκε η αφορμή κήρυξης πολέμου μεταξύ Περσών και Βυζαντίου που κράτησε αρκετά χρόνια.

Σχέση Λαζών και Ποντίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πατέρας της ιστορίας, Ηρόδοτος, ο οποίος μας έχει δώσει πολλές πληροφορίες σχετικές με τους λαούς που έζησαν στα νότια παράλια του Ευξείνου Πόντου, τους ταυτίζει με τους Κόλχους, φυλή γνωστή στους Έλληνες πολύ πριν τις εκστρατείες τους στη Μικρά Ασία και πριν αρχίσουν τους αποικισμούς των ποντιακών εδάφων. Με τον Ηρόδοτο φαίνεται να συμφωνεί και ο Πανάρετος Τοπαλίδης ο οποίος μιλάει για αυτόχθονη φυλή των Λαζών, κατοικούντων ανατολικά της Τραπεζούντας, στην περιοχή του Ριζαίου.

Ο Γερμανός ιστορικός Φαλμεράγιερ, στο σημείο που αναφέρεται στους Λαζούς τους, παραλληλίζει με τους Τζάνους ως συγγενείς φυλές, όμως έρχεται σε αντίθεση και με τους δύο προαναφερόμενους ιστορικούς ως προς την περιοχή όπου έζησαν οι Λαζοί. Διότι ο Γερμανός ιστορικός περιγράφει τους Τζάνους-Λαζούς να κατοικούν στις νότιες περιοχές της Τραπεζούντας γύρω από το όρος Περιάδρη και αναγνωρίζει αυτούς σαν την πλέον σκληροτράχηλη φυλή. Στο βιβλίο του Ιστορία της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας αναφέρει:

Οι κάτοικοι που ζούσαν στα βουνά των περιοχών αυτών ήσαν άγριοι, ανυπότακτοι, πολύ θαρραλέοι και λάτρευαν την ελευθερία τους, ανάμεσα τους και οι πιο ονομαστοί και οι πιο άγριοι από όλους, οι Λαζοί Τζάνες που ζούσαν στις κορυφές και τα οροπέδια των Βουνών, περίπου νότια της πόλης Τραπεζούντας.

Από τα χρόνια εκείνα και μέχρι το 1827 δεν είχαν αλλάξει σημαντικά ούτε η φυσική κατάσταση της χώρας ούτε ο χαρακτήρας των κατοίκων· μεγάλες ερημιές, αδιαπέραστες κοιλάδες και φαράγγια χώριζαν τους Λαζούς από τη θάλασσα. Απομονωμένοι από τους υπόλοιπους ανθρώπους, ζούσαν σε αλπικά υψίπεδα ανάμεσα στον ουρανό και τα σύννεφα, ανάμεσα στα αιώνια σκεπασμένα με χιόνια απόκρημνα βράχια σαν θηρία, κερδίζοντας την τροφή τους και τα άλλα αναγκαία με επιδρομές και λεηλασίες.

Κανένας κατακτητής του παλιού ασιατικού κόσμου δεν θέλησε ποτέ να δοκιμάσει να υποτάξει την άγρια πατρίδα αυτών των ανθρώπων, ώσπου ο Ιουστινιανός αποφάσισε να θέσει υπό την απόλυτη κυριαρχία του και αυτόν τον αγριότοπο.

Ο Σάββας Ιωαννίδης στην Στατιστική της Τραπεζούντας (1870) ανέφερε την εξής εικασία. Ένα μέρος αυτής της φυλής προερχόταν από τα τμήματα του αιγυπτιακού στρατού, με τα οποία ο Φαραώ Σέσωστρις έφτασε πολεμώντας μέχρι την Κασπία θάλασσα. Από τους στρατιώτες ,άλλοι επειδή γελάστηκαν από τον Σέσωστρη και άλλοι επειδή δεν θέλησαν να τον ακολουθήσουν στην επιστροφή, παρέμειναν στην Κολχίδα και δεν επανήλθαν ποτέ στην Αίγυπτο. Οι εναπομείναντες λοιπόν Αιγύπτιοι στην χώρα των Κόλχων, διατηρούσαν και κατά την εποχή του Ηρόδοτου πολλά από τα ήθη και έθιμα της πατρίδας τους και ιδίως αυτοί ήταν οι μόνοι εκεί γύρω που συνήθιζαν να κάνουν περιτομή. Σε κάποιο άλλο σημείο ο Σάββας Ιωαννίδης αναφέρει ότι η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας έφερε τον Ελληνισμό στους Κόλχους ή Λαζούς, που έμεναν πέρα από τον ποταμό Βαθύ, αλλά μη έχοντας εκεί βαθιές ρίζες, ο Ελληνισμός εξαφανίστηκε όταν έπεσε αυτή.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τον εκχριστιανισμό των γύρων φυλών και τον βυζαντινοπερσικό πόλεμο που ακολούθησε, δημιούργησαν στις λαϊκές μάζες την γνώμη ότι η χώρα του Πόντου ονομάζονταν και Λαζική. Και επικράτησε δε τόσο η εσφαλμένη αυτή άποψη ώστε, στην Κωνσταντινούπολη και στις πέρα από από αυτή χώρες, να ονομάζουν τους Έλληνες του Πόντου Λαζούς.

Η λαθεμένη αυτή εντύπωση ότι οι πέραν της Κωνσταντινούπολης εκτάσεις ανήκουν στην Λαζική άρα στους Λαζούς, έδινε μία νέα προσωνυμία στον Ελληνισμό του Πόντου, στη διάδοση της οποίας συνέβαλλαν και οι Βυζαντινοί ιστορικοί του 12ου και 13ου αιώνα (όταν δημιουργήθηκε η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας), οι οποίοι όταν αναφέρονταν στους Πόντιους αυτοκράτορες, για να τους μειώσουν εναντι των Βυζαντινών, χρησιμοποιούσαν υποτιμητικούς τίτλους όπως Ο άρχοντας των Λαζών του Πόντου.

Ακόμη και σήμερα, πολλές φορές οι ίδιοι οι Πόντιοι, αγνοώντας τη διαφορά Ποντίων και Λαζών, αυτοαποκαλούνται Λαζοί. ]