Συνέδριο του Βερολίνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η πρώτη συνάντηση των πληρεξούσιων των διαφόρων χωρών στο συνέδριο του Βερολίνου. Πίνακας του Άντον φον Βέρνερ (1884) (Δημαρχείο Βερολίνου). Εικονιζόμενοι από αριστερά: ο Βαρώνος Χάυμερλε, Καρόλυ, Λωναί, Γκορτσακώφ (καθιστός), Βάδικτον, Κόμης του Μπήκονσφηλντ, καθιστοί στο γραφείο οι Ρόδοβιτς και Ουμπρίλ και πίσω τους οι Χοενλόε, Μουρ, Κόρτη και Ντεπρέ, μπροστά ένστολος ο Κόμης Ιούλιος Αντράσυ και πίσω του ο Μπρούχερ ο πρίγκιπας Βίσμαρκ ανταλλάσσοντας χειραψία με τον Σουβάλωφ και πίσω τους διακρίνονται οι Μπους Χολστάιν, δεξιότερα ο Αμπτουλάχ Μπεης και ο Ρούσελ ενώ μπροστά καθιστός ο Μπύλο και δεξιότερα ο Σαλίσμπουρυ ο Καραθεοδωρής πασάς και ο Μεχμέτ Αλή Πασάς.

Το Συνέδριο του Βερολίνου υπήρξε ένα σπουδαίο ιστορικό διεθνές πολιτικό συνέδριο, κορυφής όπως θα λεγόταν σήμερα, που συνήλθε στο Βερολίνο και ήταν διάρκειας ενός μηνός (13 Ιουνίου - 13 Ιουλίου 1878 - ν.ημερ.). Το συνέδριο αυτό συγκλήθηκε υπό την προεδρία του καγκελάριου Βίσμαρκ και τη συμμετοχή πληρεξούσιων της Αγγλίας, Αυστροουγγαρίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Οθωμανικής και Ρωσικής Αυτοκρατορίας (κατ΄ αλφαβητική σειρά).

Στο Συνέδριο του Βερολίνου αναπτύχθηκε έντονα πολύπλευρη διπλωματική δραστηριότητα κύριος στόχος της οποίας ήταν η ανατροπή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου που είχε συνομολογηθεί τρεις μήνες πριν (3 Μαρτίου 1878). Τις αποφάσεις που έλαβε το συνέδριο σε σειρά πρωτοκόλλων διατύπωσε στη συνέχεια στη Συνθήκη του Βερολίνου (1878) που συνομολογήθηκε και υπεγράφη την ημέρα της λήξης του.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή εκείνη, αρχές του 1878, αν και η Αγγλία είχε αντιταχθεί εξ αρχής στη φιλοπόλεμη πολιτική της Ρωσίας προσπαθώντας ν΄ αποτρέψει τον τελευταίο Ρωσοτουρκικό πόλεμο, τελικά κατά το χρόνο που κινούνταν τα ρωσικά στρατεύματα προς την Κωνσταντινούπολη προχωρώντας εκείνη σε απ΄ ευθείας συνεννοήσεις συμμαχίας με τον Σουλτάνο απέστειλε στη Προποντίδα, δια του στενού των Δαρδανελίων ναυτική μοίρα (14 Φεβρουαρίου 1878) υπό τον ναύαρχο Χάρμπυ. Στις δε 9 Μαρτίου, κατά τον χρόνο που συνομολογούταν η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η Αγγλία δια του Μπέντζαμιν Ντισραέλι διακήρυττε την ανάγκη της τελείας αναθεώρησής της συγκεντρώνοντας παράλληλα στη Μάλτα αγγλικές δυνάμεις που προμήνυαν ένα νέο πόλεμο.
Διαφωνώντας με αυτή την πολεμική πολιτική του πρωθυπουργού λόρδου Βήκονσφηλντ, ο τότε Άγγλος υπουργός των Εξωτερικών λόρδος Στάνλεϋ (Κόμης του Δέρβυ) παραιτήθηκε και στην θέση του ανέλαβε ο φιλοπόλεμος μαρκήσιος Σώλσμπαρυ ο οποίος στις 1 Απριλίου (1878) απηύθυνε μια μακρά διακοίνωση προς τις Μεγάλες Δυνάμεις με δριμύτατη πολεμική κατά της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, με την οποία τουρκικά φρούρια περιήλθαν στη Ρωσία, η δε υφιστάμενη κατάσταση είχε ανατρέψει όλη την Βαλκανική με την είσοδο της ρωσικής επιρροής και την δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας, προβάλλοντας έτσι μία ρωσοφοβία.
Ερχόμενη παράλληλα η Αγγλία σε παρασκηνιακές συνεννοήσεις με τις άλλες Δυνάμεις και έχοντας εξασφαλίσει τη συνδρομή τους (Γαλλίας, Ιταλίας και Αυστροουγγαρίας) επικαλούμενη την παλαιότερη συνθήκη των Παρισίων 1856 με την οποία είχε δημιουργηθεί το καθεστώς με το οποίο εγγυούνταν την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πρότεινε την άμεση σύγκληση ευρωπαϊκού συνεδρίου.

Στην αγγλική αυτή διακοίνωση που προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στη Ρωσία απήντησε ο επί των Εξωτερικών υπουργός πρίγκιπας Γκορτσακώφ με άλλη μακρά διακοίνωση στην οποία υπεραμυνόταν της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου αντικρούοντας τους αγγλικούς ισχυρισμούς περί εξάπλωσης ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια. Η δε ανταλλαγή αυτών των διακοινώσεων καθώς και οι στρατιωτικές μετακινήσεις που σημειώνονταν οδηγούσαν αναπόφευκτα σε πόλεμο.
Προ αυτού του επικείμενου πολέμου η Ρωσία ζήτησε τότε από την Γερμανία επί της διμερούς υποσχετικής συμφωνίας που είχαν συνομολογήσει το προηγούμενο έτος όπως στη περίπτωση του ξεσπάσματος πολέμου, παρεμποδίσει και καθηλώσει αυστριακά στρατεύματα που θα κινούνταν εναντίον της, υπενθυμίζοντας τη δική της στάση στο Γαλλοπρωσικό πόλεμο το 1870. Στο αίτημα όμως αυτό ο Βίσμαρκ με τη δικαιολογία ότι ήταν υποχρεωμένος να επιτηρεί τη Γαλλία αδυνατούσε απόσπαση στρατευμάτων προς την Αυστρία. Κατόπιν αυτού η Ρωσία αναγκάσθηκε να ακολουθήσει την διπλωματική οδό συνεννοήσεων για τη διευθέτηση του ζητήματος.

Στην απόφαση αυτή του Τσάρου συνέτεινε τόσο η έκδηλη αγγλική πολεμική προπαρασκευή, όσο ειδικότερα η εισήγηση του Ρώσου πρέσβη στο Λονδίνο κόμη Πέτρου Σουβάλωφ που έσπευσε στην Αγία Πετρούπολη και μετά παρρησίας εξέθεσε όπως είχαν διαμορφωθεί τα γεγονότα και τον κίνδυνο του πολέμου αντιταχθείς στη φιλοπόλεμη εισήγηση του Ρώσου στρατηγού - πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Ιγνάντιεφ που είχε παρασύρει τον Τσάρο στη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας. Κατά την επιστροφή του ο Σουβάλωφ στο Λονδίνο, με ειδική αποστολή, διήλθε από το Βερολίνο όπου και συνάντησε τον φον Βίσμαρκ ο οποίος και δέχθηκε να μεσολαβήσει διπλωματικά μεταξύ των δύο μερών προς διευθέτηση του ζητήματος. Μάλιστα επ΄ αυτού ο Βίσμαρκ δήλωσε στο Ράιχσταγκ: «Η μεσολάβηση δεν έγκειται στο έργο του διαιτητού, αλλά συνίσταται στη παροχή υπηρεσιών "honnéte courtier", (= εντίμου μεσίτη, διπλωμ. όρος), φροντίζοντας όπως φέρει την υπόθεση σε αίσιο πέρας».

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]