Κατάληψη της Οθωμανικής Τράπεζας (1896)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Οθωμανική Τράπεζα στη περιοχή του Καράκιοϊ στη Κωνσταντινούπολη (1890-1892).

Τον Αύγουστο του 1896 μέλη της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ΑΕΟ), προκειμένου να ευαισθητοποιήσουν τις Μεγάλες Δυνάμεις στην επίλυση του μεγάλου Αρμενικού ζητήματος, που συνέχιζε να υφίσταται περισσότερο έντονα, ύστερα από τις τελευταίες γενικευμένες εκτοπίσεις, σφαγές, εμπρησμούς κ.λπ. που υποβάλλονταν ο αρμενικός λαός στις ανατολικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατέλαβαν την Οθωμανική Τράπεζα της Κωνσταντινούπολης και έθεσαν υπό ομηρία τους υπαλλήλους.
Η πράξη αυτή είχε ως συνέπεια να εκδηλωθεί ένα μεγάλο πογκρόμ σε βάρος των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης που συνεχίστηκε και σε άλλες περιοχές, που έμεινε στην ιστορία ως η σφαγή των Αρμενίων του 1896, ενώ αντίθετα οι δράστες της επιχείρησης αυτής κατάφεραν μέσω πρεσβευτών να φυγαδευτούν με θαλαμηγό στο εξωτερικό.

Κατάληψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτσι στις 26 Αυγούστου του 1896, ημέρα Τετάρτη και περί ώρα 13:00 μια ομάδα 26 Αρμενίων με επικεφαλής τον Πάπκεν Σιούνι, που αποτελούσαν όλοι μέλη της ΑΕΟ, οπλισμένοι με πιστόλια, χειροβομβίδες και δυναμίτες εισέβαλαν στην Οθωμανική Τράπεζα της Κωνσταντινούπολης. Κατά την είσοδό τους χωρισμένοι σε ομάδες αντάλλαξαν πυροβολισμούς με τους Αλβανούς φύλακες της Τράπεζας. Στις ανταλλαγές αυτές σκοτώθηκαν εννέα άτομα μεταξύ των οποίων και ο αρχηγός της επιχείρησης, τον οποίο και αντικατέστησε αμέσως ο Αρμέν Καρό. Οι εισβολείς μετά την επικράτησή τους καθησύχασαν τους υπαλλήλους ότι δεν έχουν σκοπό να βλάψουν κανένα ούτε να προβούν σε ληστεία παρά μόνο να υπαγορεύσουν πολιτικά αιτήματα (μανιφέστο), στους ξένους πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων οι οποίοι στη συνέχεια και προσκλήθηκαν στη Τράπεζα για διαπραγματεύσεις.

Στις διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν την ίδια ημέρα το απόγευμα προσήλθαν οι πρέσβεις της Ρωσίας; Αγγλίας, Γαλλίας κ.ά. που αποτέλεσαν ειδική επιτροπή υπό την προεδρία του Ρώσου πρέσβη (ως ομόθρησκος). Στο μανιφέστο που επέδωσαν οι εισβολείς, που ήταν γραμμένο στη Τουρκική δημοτική, κάνοντας αρχικά λόγο για την από αιώνων αρμονική συμβίωση των Αρμενίων με τους Τούρκους και τις άλλες εθνικές μειονότητες των ανατολικών περιοχών (Κούρδοι και Κιρκάσιοι), στη συνέχεια καταφερόταν στη βίαιη πολιτική που ασκούσε σε βάρος τους η Αυτοκρατορία προκειμένου να τους εξαναγκάσει στον εκτουρκισμό και την αφομοίωση σε μια σειρά εγκλημάτων, καλώντας τελικά τον Σουλτάνο ν΄ αναλάβει μία δίκαιη και βιώσιμη λύση.
Μετά την επίδοση του μανιφέστου αυτού οι εισβολείς έθεσαν προθεσμία τριών ημερών για δημόσια υπόσχεση του Σουλτάνου, μετά το πέρας της οποίας σε αντίθετη περίπτωση απειλούνταν πλέον η ανατίναξη της Τράπεζας.

Τελικά οι πρέσβεις τους υποσχέθηκαν ότι ήδη το αίτημά τους εξετάζεται από τις Δυνάμεις και γρήγορα θα επιλυθεί, ζητώντας τους παράλληλα να εγκαταλείψουν την τράπεζα, ότι αναλαμβάνουν την ασφαλή έξοδό τους και να μην αποτολμήσουν το σχέδιό τους που θα τους στοίχιζε την αποξένωσή τους από το ενδιαφέρον της Ευρώπης, εκτός των σφαγών που σίγουρα θα επακολουθούσαν. Τότε ο Άγγλος διευθυντής της Τράπεζας Βίνσεντ Έντγκερ προσφέρθηκε να τους παραχωρήσει την θαλαμηγό του για φυγάδευση.

Τελικά η κατάληψη της Τράπεζας διήρκεσε 14 ώρες, οι εισβολείς αν και δήλωσαν ότι ήταν έτοιμοι για όλα, και να πεθάνουν για την ελευθερία τους, μετά και την απονομή χάριτος που τους δόθηκε αποχώρησαν, τις πρώτες πρωινές ώρες της επομένης όπου και επιβιβάστηκαν της θαλαμηγού με προορισμό τη Μασσαλία.

Την επομένη, ημέρα Παρασκευή, 28 Αυγούστου του 1896, ημέρα αργίας και προσευχής των Μουσουλμάνων, ξέσπασε η μεγάλη σφαγή των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη που γενικεύτηκε στη συνέχεια και σ΄ άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.3ος, σελ. 619.
  • Σπ. Μαρκεζίνης "Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος" τομ.2ος, σελ.276.