Βρετανική Αυτοκρατορία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βρετανική Αυτοκρατορία
British Empire
Σημαία
Σημαία
 
Τοποθεσία της χώρας στον κόσμο
Οι περιοχές του κόσμου που κάποτε ήταν τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Τα τωρινά Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη υπογραμμίζονται με κόκκινο.

Η Βρετανική Αυτοκρατορία αποτελείτο από τις κτήσεις, τις αποικίες, τα προτεκτοράτα, τις εντολές και άλλα εδάφη που κυβερνήθηκαν ή διοικήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία προήλθαν από υπερπόντιες αποικίες και εμπορικούς σταθμούς ιδρυμένους από την Αγγλία στον ύστερο 16ο και πρώιμο 17ο αιώνα. Στην ακμή της ήταν η μεγαλύτερη αυτοκρατορία στην ιστορία και, για πάνω από ένα αιώνα, ήταν η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη. Το 1922 η Βρετανική Αυτοκρατορία κυριαρχούσε σε ένα πληθυσμό περίπου 458 εκατομμυρίων, το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού,[1] και κάλυπτε περισσότερο από 33.670.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, το ένα τέταρτο περίπου της συνολικής έκτασης της ξηράς της Γης.[2] Ως αποτέλεσμα, η πολιτική, η γλωσσική και η πολιτισμική κληρονομιά της εξαπλώνεται ευρέως. Στο ύψιστο σημείο της δύναμής της, συχνά λεγόταν ότι «ο ήλιος δεν δύει ποτέ στην Βρετανική Αυτοκρατορία», επειδή η εξάπλωσή της στον κόσμο διαβεβαίωνε ότι ο ήλιος πάντα ανέτειλε σε τουλάχιστον ένα από τα πολυάριθμα εδάφη της.

Κατά την Εποχή των ανακαλύψεων το 15ο και 16ο αιώνα, η Πορτογαλία και η Ισπανία πρωτοστάτησαν στην ευρωπαϊκή εξερεύνηση του πλανήτη και εγκαθίδρυσαν τεράστιες πολυπληθείς αυτοκρατορίες. Εποφθαλμιώντας τον πλούτο που προσέφεραν αυτές οι αυτοκρατορίες, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ολλανδία άρχισαν και αυτές να ιδρύουν αποικίες και εμπορικά δίκτυα στην Αμερική και την Ασία.[3] Μία σειρά πολέμων το 17ο και 18ο αιώνα ενάντια στην Ολλανδία και τη Γαλλία άφησε την Αγγλία (Βρετανία μετά την πράξη ένωσης με τη Σκωτία το 1707) ως την κυρίαρχη αποικιακή δύναμη στη Βόρεια Αμερική και την Ινδία. Η απώλεια όμως των δεκατριών αποικιών στη Βόρεια Αμερική το 1783 μετά από την Αμερικανική Επανάσταση ήταν βαρύ πλήγμα για τη Βρετανία καθώς της στέρησε τις πιο πολυπληθείς αποικίες της. Παρά το γεγονός αυτό, το βρετανικό ενδιαφέρον σύντομα στράφηκε προς την Αφρική, την Ασία και τον Ειρηνικό. Μετά την ήττα της Ναπολεόντειας Γαλλίας το 1815, η Βρετανία γνώρισε έναν αιώνα αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας και επέκτεινε την κυριαρχία της σε όλο τον κόσμο. Δόθηκε σταδιακή αυτονομία στις λευκές αποικίες, κάποιες από τις οποίες μετατράπηκαν σε κτήσεις.

Η ανάπτυξη της Γερμανίας και των ΗΠΑ άμβλυναν την οικονομική κυριαρχία της Βρετανίας στο τέλος του 19ου αιώνα. Οι επακόλουθες στρατιωτικές και οικονομικές εντάσεις ανάμεσα στη Βρετανία και τη Γερμανία ήταν τα κύρια αίτια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου η Βρετανία στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αυτοκρατορία της. Ο πόλεμος επέφερε τεράστια οικονομική επιβάρυνση στη Βρετανία και παρόλο που η αυτοκρατορία πέτυχε τη μεγαλύτερη εδαφική επέκταση της αμέσως μετά τον πόλεμο, δεν ήταν πια μια απαράμιλλη βιομηχανική ή στρατιωτική δύναμη. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι βρετανικές αποικίες της Νοτιοανατολικής Ασίας καταλήφθηκαν από την Ιαπωνία, γεγονός που έπληξε το γόητρό της και επιτάχυνε την παρακμή της αυτοκρατορίας παρά τη νίκη της στον πόλεμο. Δυο χρόνια μετά τον πόλεμο η Βρετανία παραχώρησε ανεξαρτησία στην Ινδία, την πολυπληθέστερη και πολυτιμότερη αποικία της.

Κατά το υπόλοιπο του 20ου αιώνα, ως μέρος της ευρύτερης αποαποικιοποίησης από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι περισσότερες περιοχές της αυτοκρατορίας απέκτησαν ανεξαρτησία, τελειώνοντας με την επιστροφή του Χονγκ Κονγκ στην Κίνα το 1997. Δεκατέσσερα εδάφη παρέμειναν κάτω από βρετανική κυριαρχία, τα Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη. Μετά την ανεξαρτησία τους πολλές πρώην αποικίες εντάχθηκαν στην Κοινοπολιτεία των Εθνών, μια ελεύθερη ένωση ανεξάρτητων κρατών. Δεκαέξι κοινοπολιτειακά κράτη μοιράζονται ως αρχηγό κράτους τη βασίλισσα Ελισάβετ Β΄.

Πίνακας περιεχομένων

Αρχές (1497–1583)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα αντίγραφο του Matthew, του πλοίου που χρησιμοποίησε ο Τζον Κάμποτ για το δεύτερο ταξίδι του στο Νέο Κόσμο.

Οι βάσεις για την Βρετανική Αυτοκρατορία τέθηκαν όταν η Αγγλία και η Σκωτία ήταν ξεχωριστά βασίλεια. Το 1496 ο Ερρίκος Ζ' της Αγγλίας, μετά τις επιτυχίες της Πορτογαλίας και της Ισπανίας στις υπερπόντιες εξερευνήσεις, ανέθεσε στον Τζον Κάμποτ να ηγηθεί ενός ταξιδιού για να ανακαλύψει μια διαδρομή για την Ασία μέσω του Βορείου Ατλαντικού.[4] Ο Κάμποτ σάλπαρε το 1497 και παρόλο που έφτασε στην ακτή της Νέας Γης (πιστεύοντας λανθασμένα όπως ο Χριστόφορος Κολόμβος πέντε χρόνια νωρίτερα ότι είχε φτάσει στην Ασία)[5] δεν υπήρξε κάποια προσπάθεια για ίδρυση αποικίας. Ο Κάμποτ ηγήθηκε μιας ακόμα αποστολής τον επόμενο χρόνο, αλλά τα πλοία του χάθηκαν.[6]

Δεν υπήρξαν άλλες προσπάθειες για ίδρυση αγγλικών αποικιών στην Αμερική μέχρι την βασιλεία της Ελισάβετ Α', τις τελευταίες δεκαετίες του 16ου αιώνα.[7] Η Αγγλική Μεταρρύθμιση έκανε εχθρούς την Αγγλία και την Καθολική Ισπανία.[4] Το 1562 το Αγγλικό Στέμμα ενέκρινε οι κουρσάροι Τζων Χώκινς και Φράνσις Ντρέικ να συμμετέχουν σε επιδρομές σε αφρικανικές πόλεις και πορτογαλικά πλοία ανοικτά των ακτών της Δυτικής Αφρικής[8] με στόχο την είσοδο στο ατλαντικό εμπορικό σύστημα. Η προσπάθεια αυτή αποκρούστηκε και αργότερα καθώς o αγγλοϊσπανικός πόλεμος εντάθηκε, η Ελισάβετ έδωσε την ευλογία της για περαιτέρω πειρατικές επιδρομές εναντίον ισπανικών λιμανιών στην Αμερική και πλοίων που επέστρεφαν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, φορτωμένα με θησαυρούς από το Νέο Κόσμο.[9] Την ίδια περίοδο σημαίνοντες συγγραφείς όπως ο Ρίτσαρντ Χάκλουιτ και ο Τζων Ντη (ο οποίος ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «Βρετανική Αυτοκρατορία»[10] άρχισαν να πιέζουν για την εγκαθίδρυση μιας αγγλικής αυτοκρατορίας, για να ανταγωνιστεί αυτές της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Εκείνη την περίοδο, η Ισπανία ήταν εδραιωμένη στην Αμερική, η Πορτογαλία είχε ιδρύσει μια σειρά εμπορικών σταθμών και οχυρών από τις ακτές της Αφρικής και της Βραζιλίας έως την Κίνα, και η Γαλλία είχε αρχίσει να εγκαθιστά αποίκους στην περιοχή του Αγίου Λαυρεντίου, την μετέπειτα Νέα Γαλλία.

Φυτείες της Ιρλανδίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και με μια καθυστέρηση σε σχέση με την Ισπανία και την Πορτογαλία, η Αγγλία κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα είχε εμπλακεί στον αποικισμό της Ιρλανδίας με βάση προηγούμενα που χρονολογούνταν από τη νορμανδική εισβολή το 1171.[11][12] Αρκετοί που συμμετείχαν στην ίδρυση των Φυτειών της Ιρλανδίας έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον αρχικό αποικισμό της Βόρειας Αμερικής, ειδικά μια ομάδα γνωστή ως Άνδρες της Δυτικής Χώρας, που περιελάμβανε τους Χάμφρεϊ Γκίλμπερτ, Γουόλτερ Ράλεϊ, Φράνσις Ντρέικ, Τζων Χώκινς, Ρίτσαρντ Γκρένβιλ και Ραλφ Λέιν.[13]

Πρώτη Βρετανική Αυτοκρατορία (1583–1783)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1578, η βασίλισσα Ελισάβετ Α' χορήγησε αποκλειστικά δικαιώματα στον Χάμφρεϊ Γκίλμπερτ για ανακαλύψεις και υπερπόντιες εξερευνήσεις.[14] Την ίδια χρονιά ο Γκίλμπερτ έπλευσε στις Δυτικές Ινδίες με στόχο την συμμετοχή σε πειρατεία και την ίδρυση αποικίας στη Βόρεια Αμερική, αλλά η εκστρατεία ματαιώθηκε πριν διασχίσει τον Ατλαντικό.[14][15] Το 1583 ξεκίνησε μια δεύτερη προσπάθεια, αυτή τη φορά στο νησί της Νέας Γης, του οποίου το λιμάνι διεκδίκησε επίσημα για την Αγγλία, αλλά δεν εγκαταστάθηκαν άποικοι. Ο Γκίλμπερτ δεν επέζησε από το ταξίδι και τον διαδέχθηκε ο ετεροθαλής αδερφός του Γουόλτερ Ράλεϊ, στον οποίο χορηγήθηκαν δικά του αποκλειστικά δικαιώματα το 1584 από την Ελισάβετ. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, ο Ράλεϊ ίδρυσε την αποικία του Ροανόκε στην ακτή της σημερινής Βόρειας Καρολίνας, αλλά η έλλειψη εφοδίων οδήγησε στην αποτυχία της αποικίας.[16]

Το 1603, ο Ιάκωβος ΣΤ' της Σκωτίας ανέβηκε στον αγγλικό θρόνο και το 1604 διαπραγματεύτηκε τη Συνθήκη του Λονδίνου, δίνοντας τέλος στο πόλεμο με την Ισπανία. Τότε, σε ειρήνη με τον κύριο ανταγωνιστή της, η αγγλική προσοχή μετατοπίστηκε από τις επιθέσεις στις αποικιακές υποδομές άλλων χωρών στην προσπάθεια εγκαθίδρυσης δικών της υπερπόντιων αποικιών.[17] Η Βρετανική Αυτοκρατορία άρχισε να διαμορφώνεται κατά τις αρχές του 17ου αιώνα, με τον αγγλικό εποικισμό της Βόρειας Αμερικής και των μικρότερων νησιών της Καραϊβικής και την ίδρυση μιας ιδιωτικής εταιρίας, της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, για το εμπόριο με την Ασία. Αυτή η περίοδος, μέχρι την απώλεια των Δεκατριών Αποικιών μετά την Αμερικανική Επανάσταση στο τέλος του 18ου αιώνα, αναφέρεται ως «Πρώτη Βρετανική Αυτοκρατορία».[18]

Αμερική, Αφρική και το δουλεμπόριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καραϊβική αρχικά προσέφερε τις πιο σημαντικές και κερδοφόρες αποικίες,[19] αλλά όχι προτού να αποτύχουν αρκετές προσπάθειες αποικισμού. Μια προσπάθεια να ιδρυθεί αποικία στη Βρετανική Γουιάνα το 1604 διήρκεσε μόνο δυο χρόνια και απέτυχε στον κύριο στόχο της να βρει κοιτάσματα χρυσού.[20] Αποικίες στην Αγία Λουκία το 1605 και στη Γρενάδα το 1609 εγκαταλείφθηκαν γρήγορα, αλλά ιδρύθηκαν με επιτυχία οικισμοί στον Άγιο Χριστόφορο το 1624, στα Μπαρμπάντος το 1627 και στο Νέβις το 1628.[21] Οι αποικίες σύντομα υιοθέτησαν το σύστημα των φυτειών ζάχαρης που χρησιμοποιούνταν επιτυχημένα από τους Πορτογάλους στη Βραζιλία, που βασιζόταν στη δουλεία και αρχικά στα ολλανδικά πλοία, για να πουλάνε τους σκλάβους και να αγοράζουν τη ζάχαρη. Για να διασφαλιστεί ότι το όλο και πιο κερδοφόρο αυτό εμπόριο θα παρέμενε σε αγγλικά χέρια, το Κοινοβούλιο αποφάσισε ότι μόνο αγγλικά πλοία θα είναι σε θέση να συναλλάσσονται στις αγγλικές αποικίες. Αυτό οδήγησε σε εχθροπραξίες με τις Ενωμένες Ολλανδικές Επαρχίες, που τελικά θα ενίσχυαν τη θέση της Αγγλίας στην Αμερική σε βάρος των Ολλανδών. Το 1655 η Αγγλία προσάρτησε τη Τζαμάικα από τους Ισπανούς και το 1666 κατάφερε να εποικίσει τις Μπαχάμες.

Ο πρώτος μόνιμος οικισμός της Αγγλίας στην Αμερική ιδρύθηκε το 1607 στο Τζέιμσταουν από τον Τζον Σμιθ και διαχειριζόταν από την Εταιρεία της Βιρτζίνια, ένα παρακλάδι της οποίας ίδρυσε μια αποικία στις Βερμούδες, που είχαν ανακαλυφθεί το 1609. Το 1624 η Εταιρία πέρασε κάτω από τον άμεσο έλεγχο του στέμματος ιδρύοντας έτσι την αποικία της Βιρτζίνια.[22] Το 1610 ιδρύθηκε η Εταιρία Νέας Γης με στόχο τη δημιουργία ενός μόνιμου οικισμού στη Νέα Γη, αλλά απέτυχε. Το 1620 ιδρύθηκε το Πλίμουθ ως καταφύγιο πουριτανών θρησκευτικών αυτονομιστών.[23] Η φυγή από θρησκευτικές διώξεις ήταν κίνητρο πολλών επίδοξων Άγγλων αποίκων για να ρισκάρουν το επικίνδυνο υπερατλαντικό ταξίδι: το Μέριλαντ ιδρύθηκε ως καταφύγιο για Καθολικούς το 1634, το Ρόουντ Άιλαντ ως αποικία ανεκτική προς όλες τις θρησκείες το 1636 και το Κονέκτικατ για τους Κονγκρεγκασιοναλιστές. Το 1663 ιδρύθηκε η επαρχία της Καρολίνας. Με την παράδοση του οχυρού Άμστερνταμ το 1664 η Αγγλία απέκτησε τον έλεγχο της ολλανδικής αποικίας των Νέων Κάτω Χωρών μετονομάζοντάς την σε Νέα Υόρκη. Αυτό επισημοποιήθηκε στις διαπραγματεύσεις μετά τον δεύτερο αγγλοολλανδικό πόλεμο σε αντάλλαγμα για το Σουρινάμ. Το 1681 ιδρύθηκε η αποικία της Πενσιλβάνια από τον Γουίλιαμ Πεν. Οι αμερικανικές αποικίες ήταν λιγότερο επιτυχείς οικονομικά από εκείνες της Καραϊβικής, αλλά είχαν μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης και προσέλκυαν πολύ περισσότερους Άγγλους αποίκους που προτιμούσαν τo εύκρατο κλίμα τους.[24]

Το 1670 ο Κάρολος Β' της Αγγλίας έδωσε στην Εταιρεία του Κόλπου Χάντσον (Hudson's Bay Company) τα αποκλειστικά δικαιώματα εμπορίου γούνας στη Γη του Ρούπερτ, μια τεράστια περιοχή που σήμερα αποτελεί μεγάλο μέρος του Καναδά. Οχυρά και εμπορικοί σταθμοί της εταιρείας ήταν συχνά θύματα επιθέσεων από τους Γάλλους, οι οποίοι είχαν ήδη ιδρύσει δική τους αποικία για εμπόριο γούνας στην κοντινή Νέα Γαλλία.[25]

Δύο χρόνια αργότερα ιδρύθηκε η Βασιλική Αφρικανική Εταιρία, λαμβάνοντας από τον Κάρολο το μονοπώλιο του εμπορίου σκλάβων στις βρετανικές αποικίες της Καραϊβικής.[26] Από την αρχή, η δουλεία ήταν η βάση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στις Δυτικές Ινδίες. Μέχρι την κατάργηση του δουλεμπορίου το 1807, η Βρετανία ήταν υπεύθυνη για τη μεταφορά 3,5 εκατομμυρίων Αφρικανών σκλάβων στην Αμερική, το ένα τρίτο όλων των σκλάβων που μεταφέρθηκαν στην Αμερική.[27] Για να διευκολυνθεί αυτό το εμπόριο, δημιουργήθηκαν οχυρά στις ακτές της Δυτικής Αφρικής, όπως στη νήσο Τζέημς, την Άκκρα και τη νήσο Μπουνς. Στη βρετανική Καραϊβική το ποσοστό των μαύρων αυξήθηκε από 25% το 1650 σε περίπου 80% το 1780 και στις Δεκατρείς Αποικίες την ίδια περίοδο από 10% σε 40% (κυρίως στις νότιες αποικίες).[28] Για τους δουλεμπόρους, το εμπόριο ήταν εξαιρετικά κερδοφόρο και έγινε σημαντικό οικονομικό στήριγμα για βρετανικές πόλεις όπως το Μπρίστολ και το Λίβερπουλ, που αποτελούσαν την τρίτη γωνία του λεγόμενου τριγωνικού εμπορίου με την Αφρική και την Αμερική. Για τους σκλάβους, οι σκληρές και ανθυγιεινές συνθήκες στα πλοία και η κακή διατροφή οδηγούσαν σε ποσοστό θνησιμότητας, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ένας στους επτά.[29]

Το 1695 το σκωτσέζικο κοινοβούλιο χορήγησε άδεια στην Εταιρεία της Σκωτίας, η οποία ίδρυσε έναν οικισμό το 1698 στον Ισθμό του Παναμά με σκοπό να χτίσει μια διώρυγα. Η αποικία εγκαταλείφθηκε δύο χρόνια αργότερα πολιορκημένη από τους Ισπανούς αποίκους της Νέας Γρανάδας και χτυπημένη από την ελονοσία. Το σχέδιο Ντάριεν ήταν οικονομική καταστροφή για τη Σκωτία, καθώς το ένα τέταρτο του σκωτσέζικου κεφαλαίου[30] χάθηκε στην επιχείρηση και έληξε τις ελπίδες της Σκωτίας για την ίδρυση δικής της υπερπόντιας αυτοκρατορίας. Το επεισόδιο είχε επίσης σημαντικές πολιτικές συνέπειες, επειδή έπεισε τις κυβερνήσεις και της Αγγλίας και της Σκωτίας για τα πλεονεκτήματα της ένωσης των δύο χωρών και όχι μόνο των στεμμάτων.[31] Αυτό συνέβη το 1707 με τη Συνθήκη της Ένωσης και τη δημιουργία του Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας.

Ανταγωνισμός με την Ολλανδία στην Ασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τέλος του 16ου αιώνα η Αγγλία και η Ολλανδία άρχισαν να αμφισβητούν το πορτογαλικό μονοπώλιο εμπορίου με την Ασία, ιδρύοντας ιδιωτικές μετοχικές εταιρείες για να χρηματοδοτήσουν τα ταξίδια, την Αγγλική, αργότερα Βρετανική, και την Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, το 1600 και το 1602. Ο κύριος στόχος αυτών των εταιρειών ήταν να εκμεταλλευτούν το επικερδές εμπόριο μπαχαρικών και επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην πηγή, το αρχιπέλαγος της Ινδονησίας, και σε ένα σημαντικό κέντρο του εμπορικού δικτύου, την Ινδία. Η μικρή απόσταση του Λονδίνου από το Άμστερνταμ και η έντονη αντιπαλότητα μεταξύ της Αγγλίας και της Ολλανδίας οδήγησαν αναπόφευκτα σε σύγκρουση τις δύο εταιρείες, με τους Ολλανδούς να κερδίζουν το πάνω χέρι στα νησιά Μολούκες (πρώην Πορτογαλικό προπύργιο) μετά την αποχώρηση των Άγγλων το 1622, και τους Άγγλους να απολαμβάνουν μεγαλύτερη επιτυχία στην Ινδία, στο Σουράτ με την ίδρυση εμπορικού σταθμού το 1613.

Το οχυρό του Αγίου Γεωργίου χτίστηκε στο Μαντράς το 1639.

Αν και τελικά η Αγγλία θα ξεπερνούσε την Ολλανδία ως αποικιοκρατική δύναμη, βραχυπρόθεσμα το πιο προηγμένο οικονομικό σύστημα της Ολλανδίας[32] και οι τρεις αγγλοολλανδικοί πόλεμοι του 17ου αιώνα έκαναν την Ολλανδία ισχυρότερη στην Ασία. Οι εχθροπραξίες έληξαν μετά την Ένδοξη Επανάσταση του 1688 με την άνοδο του Ολλανδού Γουλιέλμου στο θρόνο της Αγγλίας, που έφερε ειρήνη ανάμεσα στις δύο χώρες. Μια συμφωνία των δύο κρατών άφησε το εμπόριο μπαχαρικών του αρχιπελάγους της Ινδονησίας στην Ολλανδία και τη κλωστοϋφαντουργία της Ινδίας στην Αγγλία, αλλά η κλωστοϋφαντουργία σύντομα ξεπέρασε τα μπαχαρικά σε κερδοφορία και μέχρι το 1720 η Αγγλική Εταιρεία είχε ξεπεράσει την Ολλανδική σε επίπεδο πωλήσεων.[32] Η Αγγλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών μετατόπισε την προσοχή της από το Σουράτ, κομβικό σημείο του εμπορικού δικτύου μπαχαρικών, στο οχυρό του Αγίου Γεωργίου (που αργότερα έγινε η πόλη Μαντράς), τη Βομβάη, που δόθηκε από τους Πορτογάλους στον Κάρολο Β' της Αγγλίας το 1661 ως προίκα για την Αικατερίνη της Μπραγκάνζα, και το Σουτανούτι, που αργότερα θα ενωνόταν με άλλα δυο χωριά για να σχηματίσει την Καλκούτα.

Παγκόσμιοι αγώνες ενάντια στη Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ειρήνη ανάμεσα στην Αγγλία και την Ολλανδία το 1688 σήμαινε ότι οι δύο χώρες συμμετείχαν στον Εννεαετή Πόλεμο ως σύμμαχοι, αλλά η σύγκρουση που μαινόταν στην Ευρώπη και υπερπόντια μεταξύ της Γαλλίας, της Ισπανίας και της αγγλοολλανδικής συμμαχίας, άφησε την Αγγλία δυνατότερη αποικιακή δύναμη από την Ολλανδία που αναγκάστηκε να αφιερώσει μεγαλύτερο μέρος του στρατιωτικού προϋπολογισμού της στο δαπανηρό πόλεμο στην Ευρώπη.[33] Κατά το 18ο αιώνα η Βρετανία θα γινόταν η κύρια παγκόσμια αποικιακή δύναμη και η Γαλλία ο κύριος ανταγωνιστής της στο παγκόσμιο πεδίο.[34]

Ο θάνατος του Καρόλου Β' της Ισπανίας το 1700 και η κληροδότηση της Ισπανίας και της αποικιακής αυτοκρατορίας της στο Φίλιππο του Ανζού, εγγονό του βασιλιά της Γαλλίας, έθεσε το ενδεχόμενο ενοποίησης της Γαλλίας, της Ισπανίας και των αποικιών τους, μια απαράδεκτη κατάσταση για την Αγγλία και τις άλλες δυνάμεις της Ευρώπης.[35] Το 1701 η Αγγλία, η Πορτογαλία και η Ολλανδία συμμάχησαν με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ενάντια στην Ισπανία και τη Γαλλία στον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής που κράτησε μέχρι το 1714. Με τη σύναψη της Συνθήκης της Ουτρέχτης, ο Φίλιππος παραιτήθηκε του δικαιώματός του και των απογόνων του στο γαλλικό θρόνο και η Ισπανία έχασε την αυτοκρατορία της στην Ευρώπη.[36] Η Βρετανική Αυτοκρατορία είχε εδαφικά κέρδη: από τη Γαλλία κέρδισε τη Νέα Γη και την Ακαδία και από την Ισπανία το Γιβραλτάρ και τη Μινόρκα. Το Γιβραλτάρ που εξακολουθεί να είναι ένα βρετανικό έδαφος μέχρι σήμερα, έγινε σημαντική ναυτική βάση και επέτρεψε στους Βρετανούς να ελέγχουν το σημείο εξόδου και εισόδου του Ατλαντικού για τη Μεσόγειο. Η Μινόρκα επιστράφηκε στην Ισπανία με τη Συνθήκη της Αμιένης το 1802. Η Ισπανία παραχώρησε ακόμα στη Βρετανία τα δικαιώματα για το κερδοφόρο ασιέντο (την άδεια να πουλάει σκλάβους στην Ισπανική Αμερική).[37]

Ήττα των γαλλικών πυρπολικών στο Κεμπέκ το 1759.

Ο Επταετής Πόλεμος, που άρχισε το 1756, ήταν ο πρώτος πόλεμος που εξελίχθηκε σε παγκόσμιο κλίμακα, με μέτωπα στην Ευρώπη, την Ινδία, τη Βόρεια Αμερική, την Καραϊβική, τις Φιλιππίνες και την παράκτια Αφρική. Η Συνθήκη του Παρισιού (1763) είχε σημαντικές συνέπειες για το μέλλον της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Στη Βόρεια Αμερική, το μέλλον της Γαλλίας ως αποικιακής δύναμης εκεί έληξε με την αναγνώριση των βρετανικών αξιώσεων στη γη του Ρούπερτ,[25] την παραχώρηση της Νέας Γαλλίας στη Βρετανία (αφήνοντας ένα σημαντικό αριθμό Γαλλόφωνων κάτω από βρετανικό έλεγχο) και της Λουιζιάνα στην Ισπανία. Η Ισπανία παραχώρησε τη Φλόριντα στη Βρετανία. Στην Ινδία, ο Καρνατικός Πόλεμος άφησε τη Γαλλία να εξακολουθεί να ελέγχει τους θύλακές της, αλλά με στρατιωτικούς περιορισμούς και με την υποχρέωση να στηρίζει τα βρετανικά προτεκτοράτα, αφήνοντας ουσιαστικά το μέλλον της Ινδίας στη Βρετανία. Επομένως η βρετανική νίκη επί της Γαλλίας στον Επταετή Πόλεμο τη μετέτρεψε στην κυρίαρχη παγκόσμια αποικιακή δύναμη.[38]

Άνοδος της Δεύτερης Βρετανικής Αυτοκρατορίας (1783–1815)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυριαρχία της Εταιρείας στην Ινδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νίκη του Ρόμπερτ Κλάιβ καθιέρωσε την Εταιρεία στρατιωτική και εμπορική δύναμη.

Τον πρώτο αιώνα λειτουργίας της η Αγγλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών επικεντρώθηκε στο εμπόριο με την ινδική χερσόνησο, αφού δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την ισχυρή Αυτοκρατορία Μουγκάλ,[39] η οποία της είχε παραχωρήσει εμπορικά δικαιώματα το 1617. Αυτό άλλαξε το 18ο αιώνα, καθώς μειώθηκε η εξουσία των Μουγκάλ και η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών αντιμετώπισε τη γαλλική ομόλογή της, τη Γαλλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, στους Καρνατικούς Πολέμους στα μέσα του αιώνα. Το 1757 οι Βρετανοί υπό τον Ρόμπερτ Κλάιβ νίκησαν τους Γάλλους και τους Ινδούς συμμάχους τους στη μάχη του Πλάσει, και η Εταιρεία απέκτησε τον έλεγχο της Βεγγάλης και έγινε η κυρίαρχη στρατιωτική και πολιτική δύναμη της Ινδίας.[23] Τις επόμενες δεκαετίες αύξησε τις περιοχές κάτω από την κυριαρχία της, είτε διοικώντας τες άμεσα είτε μέσω ντόπιων ηγετών μαριονετών με την απειλή του Βρετανικού Ινδικού Στρατού, η πλειοψηφία του οποίου αποτελείτο από Ινδούς.[40] Η κατάκτηση της Ινδίας από την Εταιρεία ολοκληρώθηκε μέχρι το 1857. Η ινδική εξέγερση εκείνον το χρόνο οδήγησε στη διάλυση της Εταιρείας και η Ινδία πέρασε κάτω από τον άμεσο έλεγχο της Βρετανίας.

Απώλεια των Δεκατριών Αμερικανικών Αποικιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις δεκαετίες του 1760 και 1770 οι σχέσεις μεταξύ των αποικιών και της Βρετανίας έγιναν όλο και πιο τεταμένες, κυρίως εξαιτίας της δυσαρέσκειας για τις προσπάθειες του Βρετανικού Κοινοβουλίου να διοικεί και να φορολογεί τους Αμερικανούς αποίκους χωρίς τη συγκατάθεσή τους,[41] η οποία συνοψιζόταν με το σύνθημα «Όχι φορολόγηση χωρίς εκπροσώπηση». Η διαφωνία σχετικά με τα δικαιώματα των αποίκων ως Άγγλων οδήγησε στην Αμερικανική Επανάσταση και τον πόλεμο ανεξαρτησίας το 1775. Τον επόμενο χρόνο, οι άποικοι διακήρυξαν την ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών. Με τη βοήθεια της Ισπανίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας οι Ηνωμένες Πολιτείες κέρδισαν τον πόλεμο το 1783.

Παράδοση του Κορνουάλις στο Γιορκτάουν. Η απώλεια των δεκατριών αμερικανικών αποικιών σημάδεψε το τέλος της πρώτης βρετανικής αυτοκρατορίας.

Η απώλεια ενός τόσο μεγάλου μέρους της Βρετανικής Αμερικής, εκείνη την εποχή η πολυπληθέστερη υπερπόντια κτήση, θεωρείται από τους ιστορικούς ως το γεγονός που καθορίζει τη μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη αυτοκρατορία,[42] στην οποία η προσοχή της Βρετανίας μετατοπίστηκε από την Αμερική στην Ασία, τον Ειρηνικό και αργότερα στην Αφρική. Ο Άνταμ Σμιθ στο έργο του Ο Πλούτος των Εθνών που εκδόθηκε το 1776, υποστήριξε ότι οι αποικίες ήταν περιττές και ότι το ελεύθερο εμπόριο θα έπρεπε να αντικαταστήσει τις παλιές μερκαντιλιστικές πολιτικές που χαρακτήριζαν την πρώτη περίοδο αποικιακής εξάπλωσης και χρονολογούνταν από τον προστατευτισμό της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.[38][43] Η ανάπτυξη του εμπορίου ανάμεσα στις ανεξάρτητες Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία μετά το 1783 φάνηκε να επιβεβαιώνει την άποψη του Σμιθ ότι ο πολιτικός έλεγχος δεν ήταν απαραίτητος για την οικονομική επιτυχία.[44][45] Οι εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες κλιμακώθηκαν κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, επειδή η Βρετανία προσπάθησε να εμποδίσει το αμερικανικό εμπόριο με τη Γαλλία και κατέλαβε αμερικανικά πλοία για να ναυτολογήσει στο Βασιλικό Ναυτικό άνδρες που είχαν γεννηθεί στη Βρετανία. Οι ΗΠΑ κήρυξαν πόλεμο, τον πόλεμο του 1812, στον οποίο και οι δύο πλευρές προσπάθησαν να κάνουν μεγάλα κέρδη εις βάρος του αντιπάλου τους. Και οι δύο απέτυχαν και με τη Συνθήκη της Γάνδης το 1815 διατήρησαν τα προπολεμικά σύνορά τους.[46]

Τα γεγονότα στην Αμερική επηρέασαν τη βρετανική πολιτική στον Καναδά, όπου 40.000 με 100.000[47] ηττημένοι υποστηρικτές της Βρετανίας μετανάστευσαν από την Αμερική μετά την Ανεξαρτησία. 14.000 που εγκαταστάθηκαν στον ποταμό Σεντ Τζον στη Νέα Σκωτία ήταν πολύ απομακρυσμένοι από την επαρχιακή κυβέρνηση στο Χάλιφαξ, οπότε διασπάστηκε το Νιου Μπράνσγουικ ως ξεχωριστή αποικία το 1784.[48] Η συνταγματική πράξη του 1791 δημιούργησε τις επαρχίες του Άνω Καναδά (κυρίως αγγλόφωνος) και του Κάτω Καναδά (κυρίως γαλλόφωνος) για να μειώσει τις εντάσεις ανάμεσα στις γαλλικές και βρετανικές κοινότητες και εφάρμοσε κυβερνητικά συστήματα παρόμοια με εκείνα της Βρετανίας, με στόχο να ενισχύσει την αυτοκρατορική εξουσία και να μην αφήσει το είδος της λαϊκής εξουσίας που θεωρήθηκε ότι οδήγησε στην Αμερικανική Επανάσταση.[49]

Εξερεύνηση του Ειρηνικού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ανακαλύψεις του Τζέιμς Κουκ στον Ειρηνικό Ωκεανό οδήγησαν στην ίδρυση αρκετών βρετανικών αποικιών, συμπεριλαμβανομένης της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας.

Από το 1718, η μεταφορά στις αμερικανικές αποικίες ήταν τιμωρία για διάφορα ποινικά αδικήματα στη Βρετανία, με περίπου χίλιους κατάδικους κάθε χρόνο να μεταφέρονται στην Αμερική.[50] Μετά την απώλεια των αποικιών το 1783, η βρετανική κυβέρνηση αναγκασμένη να βρει μια εναλλακτική τοποθεσία, στράφηκε στην πρόσφατα ανακαλυφθείσα Αυστραλία.[51] Η δυτική ακτή της Αυστραλίας είχε ανακαλυφθεί από τον Ολλανδό εξερευνητή Willem Jansz το 1606 και αργότερα ονομάστηκε από την Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών Νέα Ολλανδία,[52] αλλά δεν έγινε καμιά απόπειρα αποικισμού. Το 1770 ο Τζέιμς Κουκ ανακάλυψε την ανατολική ακτή της κατά της διάρκεια επιστημονικού ταξιδιού στο Νότιο Ειρηνικό και διεκδίκησε την ήπειρο για τη Βρετανία ονομάζοντάς την Νέα Νότια Ουαλία.[51] Το 1778 ο Τζόζεφ Μπανκς, ο βοτανολόγος της αποστολής, παρουσίασε στοιχεία στην κυβέρνηση για την καταλληλότητα του κόλπου Μπότανι για την ίδρυση οικισμού καταδίκων, και το 1787 σάλπαρε η πρώτη αποστολή καταδίκων φτάνοντας εκεί το 1788.[51] Η Βρετανία συνέχισε να μεταφέρει κατάδικους στη Νέα Νότια Ουαλία μέχρι το 1840, όταν ο πληθυσμός της αποικίας έφτασε στους 56.000, η πλειοψηφία των οποίων ήταν κατάδικοι, πρώην κατάδικοι και απόγονοί τους.[53] Οι αυστραλιανές αποικίες έγιναν κερδοφόρες εξαγωγείς μαλλιού και χρυσού.[53]

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του ο Κουκ επισκέφτηκε και τη Νέα Ζηλανδία, που ανακαλύφτηκε από τον Ολλανδό Άμπελ Τάσμαν το 1642, και διεκδίκησε το Βόρειο και το Νότιο Νησί για το Βρετανικό Στέμμα το 1769 και 1770 αντίστοιχα. Αρχικά οι σχέσεις μεταξύ των ιθαγενών Μαορί και των Ευρωπαίων περιορίστηκαν στις συναλλαγές αγαθών. Οι ευρωπαϊκοί οικισμοί αυξήθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα με την ίδρυση πολλών εμπορικών σταθμών, ειδικά στο Βορρά. Το 1839 η Εταιρία Νέας Ζηλανδίας ανακοίνωσε σχέδια για αγορά μεγάλων εκτάσεων γης και ίδρυση αποικιών στη Νέα Ζηλανδία. Στις 6 Φεβρουαρίου 1840 ο Γουίλιαμ Χόμπσον και περίπου 40 αρχηγοί των Μαορί υπέγραψαν τη συνθήκη του Γουαϊτάνγκι.[54] Αυτή η συνθήκη θεωρείται από πολλούς ως το ιδρυτικό έγγραφο της Νέας Ζηλανδίας,[55] αλλά εξαιτίας των διαφορετικών ερμηνειών ανάμεσα στη μαορί και αγγλική έκδοση του κειμένου[56] συνεχίζει να αποτελεί πηγή διενέξεων.[57]

Πόλεμος με τη Ναπολεόντεια Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βρετανία αμφισβητήθηκε ξανά από τη Γαλλία του Ναπολέοντα, σε έναν αγώνα που σε αντίθεση με τους προηγούμενους πολέμους αποτέλεσε ένα διαγωνισμό των ιδεολογιών μεταξύ των δύο χωρών.[58] Δεν απειλούνταν μόνο η θέση της Βρετανίας στη διεθνή σκηνή, αφού ο Ναπολέων απειλούσε να εισβάλει και στην ίδια τη Βρετανία, όπως ακριβώς οι στρατιές του είχαν κατακτήσει πολλές χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Η Βρετανική Αυτοκρατορία μετά την ήττα του Ναπολέοντα το 1815.[59]

Στους Ναπολεόντειους Πολέμους η Βρετανία επένδυσε μεγάλα κεφάλαια και πόρους για να κερδίσει. Γαλλικά λιμάνια αποκλείστηκαν από το Βασιλικό Ναυτικό, το οποίο κέρδισε μια σημαντική νίκη ενάντια στο γαλλικό και ισπανικό στόλο στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ. Οι υπερπόντιες αποικίες δέχθηκαν επίθεση και καταλήφθηκαν, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της Ολλανδίας που προσαρτήθηκε από το Ναπολέοντα το 1810. Η Γαλλία τελικά νικήθηκε το 1815 από ένα συνασπισμό ευρωπαϊκών στρατών. Η Βρετανία ήταν και πάλι η κερδισμένη των συνθηκών ειρήνης. Η Γαλλία παραχώρησε τα Επτάνησα, τη Μάλτα (που είχε καταλάβει το 1797 και το 1798), τις Σεϋχέλλες, το Μαυρίκιο, την Αγία Λουκία και το Τομπάγκο, η Ισπανία το Τρινιντάντ, η Ολλανδία τη Γουιάνα και την Αποικία του Ακρωτηρίου. Η Βρετανία επέστρεψε τη Γουαδελούπη, τη Μαρτινίκα, το Γκορέ, τη Γαλλική Γουιάνα και τη Ρεουνιόν στη Γαλλία και την Ιάβα και το Σουρινάμ στην Ολλανδία.

Κατάργηση της δουλείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάτω από ισχυρή πίεση, η βρετανική κυβέρνηση θέσπισε νόμο το 1807 που κατάργησε το δουλεμπόριο στην αυτοκρατορία. Το 1808 η Σιέρρα Λεόνε ορίστηκε ως επίσημη βρετανική αποικία για ελευθερωμένους σκλάβους.[60] Η πράξη κατάργησης της δουλείας το 1833 έκανε παράνομο όχι μόνο το δουλεμπόριο, αλλά και την ίδια τη δουλεία, ελευθερώνοντας όλους τους δούλους της αυτοκρατορίας την 1 Αυγούστου 1834.[61]

Αυτοκρατορικός αιώνας της Βρετανίας (1815–1914)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βρετανική Αυτοκρατορία το 1897, σηματοδοτημένη με το παραδοσιακό χρώμα (κόκκινο) για τις βρετανικές αυτοκρατορικές κτήσεις στους χάρτες.

Το διάστημα 1815–1914, μια περίοδος που αναφέρεται από κάποιους ιστορικούς ως «ο αυτοκρατορικός αιώνας της Βρετανίας»,[62][63] 10.000.000 τετραγωνικά μίλια (25.899.881 km2) και 400 εκατομμύρια κάτοικοι προστέθηκαν στη βρετανική αυτοκρατορία.[64] Η νίκη επί του Ναπολέοντα άφησε τη Βρετανία χωρίς σοβαρό διεθνή ανταγωνιστή, εκτός από τη Ρωσία στην Κεντρική Ασία.[65] Αδιαμφισβήτητη στη θάλασσα, η Βρετανία ανέλαβε το ρόλο διεθνή αστυνόμου, μια κατάσταση αργότερα γνωστή ως Pax Britannica,[66] και μια εξωτερική πολιτική «εξαίσιας απομόνωσης».[67] Εκτός από τον επίσημο έλεγχο που ασκούσε στις αποικίες της, η δεσπόζουσα θέση της Βρετανίας στο παγκόσμιο εμπόριο είχε ως αποτέλεσμα τον ουσιαστικό έλεγχο των οικονομιών πολλών χωρών, όπως της Κίνας, της Αργεντινής και του Σιάμ, που έχει χαρακτηριστεί από ορισμένους ιστορικούς ως «ανεπίσημη αυτοκρατορία».[68][69]

Η βρετανική αυτοκρατορική εξουσία στηρίχθηκε από το ατμόπλοιο και τον τηλέγραφο, νέες τεχνολογίες που εφευρέθηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, επιτρέποντάς της να ελέγχει και να υπερασπίζεται την αυτοκρατορία. Μέχρι το 1902 η βρετανική αυτοκρατορία συνδεόταν από ένα δίκτυο τηλεγραφικών καλωδίων.[70]

Η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών στην Ασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια πολιτική γελοιογραφία του 1876 που παριστάνει τον Μπέντζαμιν Ντισραέλι να χρίζει τη Βασίλισσα Βικτωρία αυτοκράτειρα των Ινδιών. Η λεζάντα ήταν: «Νέες κορώνες για παλιές!».

Το κύριο μέλημα της βρετανικής πολιτικής στην Ασία το 19ο αιώνα ήταν η προστασία και επέκταση της Ινδίας, που θεωρούνταν η πιο σημαντική αποικία και κλειδί για την υπόλοιπη Ασία.[71] Η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών οδήγησε την επέκταση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στην Ασία. Ο στρατός της Εταιρείας ένωσε τις δυνάμεις του με το βασιλικό ναυτικό για πρώτη φορά στον Επταετή Πόλεμο, και συνέχισαν να συνεργάζονται σε χώρους εκτός της Ινδίας: στην έξωση του Ναπολέοντα από την Αίγυπτο το 1799, στην κατάληψη της Ιάβας από την Ολλανδία το 1811, στην απόκτηση της Σιγκαπούρης το 1819 και της Μαλάκα το 1824 και στη νίκη επί της Βιρμανίας το 1826.[65]

Από τη βάση της στην Ινδία, η Εταιρεία είχε εμπλακεί στις όλο και πιο κερδοφόρες εξαγωγές οπίου στην Κίνα από το 1730. Αυτό το εμπόριο, που ήταν παράνομο αφού είχε απογορευτεί από την Δυναστεία Τσινγκ το 1729, βοήθησε στην αντιστάθμιση της εμπορικής ανισορροπίας εξαιτίας των βρετανικών εισαγωγών τσαγιού, που είχε οδηγήσει σε σημαντικές εκροές ασημιού από τη Βρετανία στην Κίνα. Το 1839 η κατάσχεση από τις κινεζικές αρχές στην Καντώνα 20.000 κιβώτιων οπίου οδήγησε στον πρώτο πόλεμο του οπίου, και την αρπαγή του Χονγκ Κονγκ από τη Βρετανία, ενός μικρού οικισμού εκείνη την εποχή.[72] Το τέλος της Εταιρείας επισπεύσθηκε από μια ανταρσία των Ινδών στρατιωτών κατά των Βρετανών διοικητών τους, εν μέρει λόγω των εντάσεων που προκαλούσαν οι βρετανικές απόπειρες δυτικοποίησης της Ινδίας.[73] Χρειάστηκε έξι μήνες για να κατασταλεί η ινδική εξέγερση με μεγάλες απώλειες και των δύο πλευρών. Στη συνέχεια η βρετανική κυβέρνηση ανέλαβε τον άμεσο έλεγχο της Ινδίας, οδηγώντας στην περίοδο γνωστή ως βρετανικό Raj, όπου ένας διορισμένος διοικητής-στρατηγός διαχειρίζεται την Ινδία και η βασίλισσα Βικτωρία στέφθηκε Αυτοκράτειρα της Ινδίας. Η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών διαλύθηκε το επόμενο έτος, το 1858.[74]

Η Ινδία υπέστη μια σειρά από σοβαρές αποτυχίες καλλιεργειών στα τέλη του 19ου αιώνα, με αποτέλεσμα λιμούς στους οποίους τουλάχιστον 10 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών δεν είχε κάποια συντονισμένη πολιτική για την αντιμετώπιση των λιμών. Αυτό άλλαξε την περίοδο της βρετανικής κυριαρχίας, κατά την οποία μετά από κάθε λιμό είχαν συσταθεί επιτροπές για να διερευνήσουν τα αίτια και να εφαρμόσουν νέες πολιτικές, που πήρε μέχρι το 1900 για να έχουν επίδραση.[75]

Ανταγωνισμός με τη Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 19ο αιώνα η Βρετανία και η Ρωσική Αυτοκρατορία αγωνίστηκαν για να καλύψουν τα κενά εξουσίας που άφηναν οι παρακμάζουζες Οθωμανική, Περσική και Κινέζικη Aυτοκρατορίες.[71] Αυτή η αντιπαλότητα στην Ευρασία έγινε γνωστή ως το Μεγάλο Παιχνίδι.[71] Όσον αφορούσε τη Βρετανία, οι νίκες της Ρωσίας επί της Περσίας και της Τουρκίας στο ρωσοπερσικό πόλεμο (1826-1828) και στο ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828–1829) φανέρωναν τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες και δυνατότητές της, τροφοδοτώντας φόβους για εισβολή στην Ινδία.[76] Το 1839 η Βρετανία για να την προκαταλάβει εισέβαλε στο Αφγανιστάν, αλλά ο πρώτος αγγλοαφγανικός πόλεμος ήταν καταστροφικός για τη Βρετανία.[77] Όταν η Ρωσία εισέβαλε στα τούρκικα Βαλκάνια το 1853, οι φόβοι ρωσικής κυριαρχίας στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή οδήγησαν τη Βρετανία και τη Γαλλία να εισβάλουν στην Κριμαία για να καταστρέψουν τις ναυτικές της δυνατότητες.[77] Ο επακόλουθος κριμαϊκός πόλεμος, που περιελάμβανε νέες τεχνικές του σύγχρονου πολέμου,[78] και ήταν ο μόνος παγκόσμιος πόλεμος της Βρετανίας με κάποια άλλη αυτοκρατορική δύναμη την περίοδο της Pax Britannica, είχε ως αποτέλεσμα ταπεινωτική ήττα για τη Ρωσία.[77] Η κατάσταση παρέμεινε άλυτη στην Κεντρική Ασία για πάνω από δυο δεκαετίες, με τη Βρετανία να προσαρτά το Μπαλουχιστάν το 1876 και τη Ρωσία την Κιργιζία, το Καζακστάν και το Τουρκμενιστάν. Για λίγο φάνηκε ότι ένας ακόμα πόλεμος θα ήταν αναπόφευκτος, αλλά οι δύο χώρες κατέληξαν σε συμφωνία για τις σφαίρες επιρροής τους στην περιοχή το 1878 και για όλα τα εκκρεμή θέματα το 1907 με την υπογραφή της αγγλορωσικής Αντάντ.[71] Επιπλέον, η καταστροφή του ρωσικού ναυτικού στη ναυμαχία του Πορτ Άρθουρ στο ρωσοϊαπωνικό πόλεμο περιόρισε την απειλή προς τους Βρετανούς.[79]

Από το Ακρωτήριο στο Κάιρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κολοσσός Ρόουντς. Ο Σέσιλ Ρόουντς εκτείνεται από το Ακρωτήριο στο Κάιρο.

Η Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών είχε ιδρύσει την Αποικία του Ακρωτηρίου στο νότιο άκρο της Αφρικής το 1652 ως σταθμό για τα πλοία της που ταξίδευαν από και προς τις αποικίες της στις Ανατολικές Ινδίες. Η Βρετανία απέκτησε επίσημα την αποικία και το μεγάλο πληθυσμό Μπόερς το 1806, κατέχοντάς την από το 1795 για να μην πέσει στα χέρια των Γάλλων μετά την εισβολή της Γαλλίας στην Ολλανδία.[80] Η βρετανική μετανάστευση άρχισε να αυξάνεται μετά το 1820 και ανάγκασε χιλιάδες Μπόερς να κινηθούν προς τα βόρεια για να ιδρύσουν τις δικές τους, κυρίως βραχύβιες, ανεξάρτητες δημοκρατίες στις δεκαετίες του 1830 και 1840. Αυτοί οι Μπόερς συγκρούστηκαν επανειλημμένα με τους Βρετανούς, οι οποίοι είχαν τη δική τους ατζέντα για την αποικιοκρατική επέκταση στη Νότιο Αφρική και με αρκετές αφρικανικές εθνότητες, όπως τους Σότο και τους Ζουλού. Τελικά οι Μπόερς ίδρυσαν δυο κράτη που κράτησαν περισσότερο, τη Δημοκρατία της Νοτίου Αφρικής ή Τράνσβααλ (1852–77, 1881–1902) και το Ελεύθερο Κράτος της Οράγγης (1854–1902). Το 1902 η Βρετανία ολοκλήρωσε τη στρατιωτική κατοχή των δύο δημοκρατιών μέσω της σύναψης μιας συνθήκης με τις δύο δημοκρατίες των Μπόερς, μετά το δεύτερο πόλεμο των Μπόερς το 1899–1902.

Το 1869 άνοιξε η Διώρυγα του Σουέζ από το Ναπολέων Γ΄, ενώνοντας τη Μεσόγειο με τον Ινδικό Ωκεανό. Οι Βρετανοί αρχικά αντιτέθηκαν στη διώρυγα[81], αλλά μόλις άνοιξε, η στρατηγική της αξία γρήγορα αναγνωρίστηκε. Το 1875, η συντηρητική κυβέρνηση του Μπέντζαμιν Ντισραέλι αγόρασε το 44% των μετοχών της διώρυγας από το χρεωμένο Αιγύπτιο ηγεμόνα Ισμαήλ Πασά για 4 εκατομμύρια λίρες. Αν και αυτό δεν έδωσε ολοκληρωτικό έλεγχο της διώρυγας, έδωσε στους Βρετανούς μέσο πίεσης. Ο κοινός αγγλογαλλικός οικονομικός έλεγχος της Αιγύπτου έληξε με την ολοκληρωτική βρετανική κατοχή το 1882.[82] Οι Γάλλοι ήταν ακόμα πλειοψηφικοί μέτοχοι και προσπάθησαν να αποδυναμώσουν τη βρετανική θέση,[83] αλλά επετεύχθη συμβιβασμός στο συνέδριο της Κωνσταντινούπολης το 1888. Αυτό τέθηκε σε ισχύ το 1904 και έκανε τη διώρυγα ουδέτερο έδαφος, αλλά de facto έλεγχο ασκούσαν οι Βρετανοί, που κατείχαν την περιοχή μέχρι το 1954.

Καθώς η γαλλική, η βελγική και η πορτογαλική δραστηριότητα στην κάτω περιοχή του Κονγκό απειλούσε να υπονομεύσει την ομαλή διείσδυση στην τροπική Αφρική, το Συνέδριο του Βερολίνου το 1884 προσπάθησε να ρυθμίσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων ορίζοντας την αποτελεσματική κατοχή ως κριτήριο για τη διεθνή αναγνώριση των εδαφικών διεκδικήσεων.[84] Ο ανταγωνισμός συνεχίστηκε και τη δεκαετία του 1890 και έκανε τη Βρετανία να επανεξετάσει την απόφασή της να αποχωρήσει από το Σουδάν το 1885. Μια κοινή δύναμη Βρετανών και Αιγυπτίων νίκησε το σουδανικό στρατό το 1896 και απέκρουσε μια γαλλική απόπειρα εισβολής στη Φασόντα το 1898. Το Σουδάν πέρασε κάτω από αγγλοαιγυπτιακή συγκυριαρχία, ένα κοινό προτεκτοράτο τυπικά, αλλά στην πραγματικότητα βρετανική αποικία.[84]

Τα βρετανικά κέρδη στη Νότια και Ανατολική Αφρική παρακίνησαν τον Σέσιλ Ρόουντς, πρωτοπόρο της βρετανικής επέκτασης στην Αφρική, να ζητήσει μια σιδηροδρομική σύνδεση από το Ακρωτήριο στο Κάιρο, που θα συνέδεε τη στρατηγικής σημασίας Διώρυγα του Σουέζ με τον πλούσιο σε μέταλλα Νότο.[85] Το 1888 ο Ρόουντς με την ιδιωτική του Εταιρεία Βρετανικής Νοτίου Αφρικής κατέλαβε και προσάρτησε εδάφη που αργότερα πήραν το όνομά του ως Ροδεσία.

Αλλαγή του καθεστώτος στις λευκές αποικίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 18ο αιώνα, υπήρχε μια αξιοσημείωτη αντίθεση μεταξύ του καθεστώτος των λευκών αποικιών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και των αποικιών με μη-λευκούς πληθυσμούς. Παρότι η αυτοκρατορία χαρακτηριζόταν από αυτοκρατική εξουσία - πεφωτισμένη δεσποτεία - στρατιωτικό ιμπεριαλισμό, εν τέλει έγινε υποστηρικτής της ελεύθερης σκέψης και αναπτυσσόμενης αυτοδιοίκησης στις λευκές αποικίες.[86]

Ο δρόμος για την ανεξαρτησία των λευκών αποικιών της αυτοκρατορίας άνοιξε με την Αναφορά Ντάρχαμ που πρότεινε ενοποίηση και αυτονομία του Άνω και Κάτω Καναδά ως λύση της εκεί πολιτικής αναταραχής. Αυτό ξεκίνησε με την ψήφιση της Πράξης της Ένωσης που δημιούργησε την Επαρχία του Καναδά. Ανεξάρτητη κυβέρνηση δόθηκε πρώτα στη Νέα Σκωτία το 1848 και σύντομα επεκτάθηκε και στις άλλες βρετανικές αποικίες της Βόρειας Αμερικής. Το 1867 ο Άνω και Κάτω Καναδάς, το Νιου Μπράνσγουικ και η Νέα Σκωτία σχημάτισαν την Κτήση του Καναδά, μια συνομοσπονδία που είχε πλήρη αυτονομία με εξαίρεση τις διεθνείς σχέσεις.[87]

Η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία κατάφεραν να αποκτήσουν παρόμοια επίπεδα αυτονομίας μετά το 1900, με τις αυστραλέζικες αποικίες να δημιουργούν ομοσπονδία το 1901.[88] Ο όρος καθεστώς κτήσης (dominion status) επικράτησε επίσημα στην Αποικιακή Σύσκεψη του 1907 για να αναφέρεται στον Καναδά, στη Νέα Γη και Λαμπραντόρ, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Το 1910 η Αποικία του Ακρωτηρίου, το Νατάλ, το Τράνσβααλ και το Ελεύθερο Κράτος της Οράγγης σχημάτισαν την ένωση Νότιας Αφρικής που επίσης απέκτησε καθεστώς κτήσης.[88]

Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα υπήρξαν συντονισμένες πολιτικές εκστρατείες για την αυτονομία της Ιρλανδίας. Η Ιρλανδία είχε απορροφηθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο με την Πράξη της Ένωσης του 1800 μετά την Ιρλανδική εξέγερση του 1798 και είχε υποστεί καταστρεπτικό λιμό από το 1845 ώς το 1852. Η αυτονομία υποστηριζόταν και από το βρετανό πρωθυπουργό Γουίλιαμ Γκλάντστοουν, που ήλπιζε ότι η Ιρλανδία θα ακολουθούσε την πορεία του Καναδά ως κτήση μέσα στην αυτοκρατορία, αλλά το νομοσχέδιό του το 1886 δεν ψηφίστηκε από το κοινοβούλιο, καθώς πολλοί βουλευτές φοβόντουσαν ότι μια μερικώς ανεξάρτητη Ιρλανδία θα μπορούσε να αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της Μεγάλης Βρετανίας ή θα ήταν η αρχή της διάλυσης της αυτοκρατορίας. Ένα δεύτερο νομοσχέδιο αυτονομίας το 1893 απορρίφθηκε για τους ίδιους λόγους.[89] Ένα τρίτο νομοσχέδιο ψηφίστηκε το 1914, αλλά δεν εφαρμόστηκε λόγω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και οδήγησε στην Πασχαλινή Εξέγερση του 1916.

Παγκόσμιοι Πόλεμοι (1914–1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τέλος του 19ου αιώνα είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται φόβοι στη Βρετανία ότι δε θα μπορούσε να προστατευθεί η μητρόπολη και ολόκληρη η αυτοκρατορία διατηρώντας παράλληλα την πολιτική της απομόνωσης.[90] Η Γερμανία αναπτυσσόταν ταχύτατα ως στρατιωτική και βιομηχανική δύναμη και θεωρούνταν ως ο πιο πιθανός αντίπαλος σε οποιονδήποτε μελλοντικό πόλεμο. Αναγνωρίζοντας ότι ήταν εκτεθειμένη στον Ειρηνικό[91] και ότι απειλούνταν από το γερμανικό ναυτικό στην πατρίδα, η Βρετανία συμμάχησε με την Ιαπωνία το 1902 και με τους παλιούς της αντιπάλους, τη Γαλλία και τη Ρωσία, το 1904 και το 1907 αντίστοιχα.[92]

Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βρετανικός στόλος σαλπάρει για τη Γιουτλάνδη, 1916.

Οι φόβοι της Βρετανίας για πόλεμο με τη Γερμανία έγιναν πραγματικότητα το 1914 με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η βρετανική κήρυξη πολέμου στη Γερμανία και τους συμμάχους της συμπεριελάμβανε τις αποικίες και τις κτήσεις που προσέφεραν πολύτιμη στρατιωτική, οικονομική και υλική υποστήριξη. Πάνω από 2,5 εκατομμύρια άντρες υπηρέτησαν στις στρατιές των κτήσεων καθώς και πολλές χιλιάδες εθελοντές από τις αποικίες του στέμματος.[93] Οι περισσότερες υπερπόντιες αποικίες της Γερμανίας στην Αφρική γρήγορα καταλήφθηκαν και στον Ειρηνικό η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία κατέλαβαν τη Γερμανική Νέα Γουινέα και τη Σαμόα αντίστοιχα. Η συνεισφορά της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας το 1915 στη μάχη της Καλλίπολης ενάντια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε σημαντικό αντίκτυπο στην εθνική τους συνείδηση και αποτέλεσε ορόσημο για τη μετάβαση της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας από αποικίες σε ανεξάρτητα έθνη. Οι δυο χώρες εξακολουθούν να τιμούν αυτό το γεγονός στις 25 Απριλίου. Παρόμοια βλέπουν οι Καναδοί τη μάχη του Βιμύ.[94] Η σημαντική συμβολή των κτήσεων στην πολεμική προσπάθεια αναγνωρίστηκε το 1917 από τον πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζωρτζ, όταν κάλεσε τους πρωθυπουργούς των κτήσεων να συμμετάσχουν σε μια αυτοκρατορική πολεμική κυβέρνηση, για να συντονίσει την αυτοκρατορική πολιτική.[95]

Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών που υπογράφτηκε το 1919, η αυτοκρατορία έφτασε στη μεγαλύτερη έκτασή της με την προσθήκη 1.800.000 τετραγωνικών μιλίων και 13 εκατομμυρίων νέων κατοίκων.[96] Οι αποικίες της Γερμανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μοιράστηκαν στις συμμαχικές δυνάμεις ως Εντολές της Κοινωνίας των Εθνών. Η Βρετανία απέκτησε τον έλεγχο της Παλαιστίνης, της Υπεριορδανίας, του Ιράκ, μέρος του Καμερούν και του Τόγκο και την Τανγκανίκα. Οι κτήσεις απέκτησαν και δικές τους εντολές: η Νοτιοδυτική Αφρική (σημερινή Ναμίμπια) δόθηκε στην ένωση Νότιας Αφρικής, η Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία και η Σαμόα στη Νέα Ζηλανδία. Το Ναουρού έγινε κοινή εντολή της Βρετανίας και των δύο κτήσεων του Ειρηνικού.[97]

Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Μεσοπόλεμος
Η Βρετανική Αυτοκρατορία μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, στο μεγαλύτερο μέγεθός της.

Η αλλαγή της παγκόσμιας τάξης που έφερε ο πόλεμος και κυρίως η ανάπτυξη των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας ως ναυτικές δυνάμεις, καθώς και η άνοδος κινημάτων ανεξαρτησίας στην Ινδία και την Ιρλανδία, οδήγησε σε μια σημαντική επανεκτίμηση της βρετανικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής.[98] Αναγκασμένη να επιλέξει ανάμεσα στη συμμαχία με τις ΗΠΑ ή την Ιαπωνία, η Βρετανία αποφάσισε να μην ανανεώσει τη συμμαχία της με την Ιαπωνία και υπέγραψε το 1922 τη ναυτική συνθήκη της Ουάσινγκτον, με την οποία η Βρετανία δέχθηκε ναυτική ισοτιμία με τις ΗΠΑ.[99] Αυτή η απόφαση ήταν αντικείμενο μεγάλης διαμάχης στη Βρετανία τη δεκαετία του 30[100] καθώς μιλιταριστικές κυβερνήσεις κυριάρχησαν στην Ιαπωνία και τη Γερμανία εν μέρει λόγω και της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 1929, επειδή υπήρχε ο φόβος ότι η αυτοκρατορία δε θα άντεχε την ταυτόχρονη επίθεση και των δύο κρατών.[101] Αν και το θέμα της ασφάλειας της αυτοκρατορίας ήταν μια σοβαρή ανησυχία στη Βρετανία, την ίδια στιγμή η αυτοκρατορία ήταν ζωτικής σημασίας για τη βρετανική οικονομία: κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, οι εξαγωγές προς τις αποικίες και τις κτήσεις αυξήθηκαν από το 32 στο 39 τοις εκατό του συνόλου των εξαγωγών στο εξωτερικό, και οι εισαγωγές αυξήθηκαν από το 24 στο 37 τοις εκατό.[102]

Το 1919 η απογοήτευση που προκλήθηκε από την καθυστέρηση της ιρλανδικής αυτονομίας οδήγησε μέλη του Σιν Φέιν, ένα κόμμα υπέρ της ανεξαρτησίας που είχε κερδίσει την πλειοψηφία των ιρλανδικών εδρών στο Ουέστμινστερ στις βρετανικές εκλογές του 1918, να δημιουργήσουν μια ιρλανδική συνέλευση, στην οποία κηρύχθηκε η ιρλανδική ανεξαρτησία. Παράλληλα, ο Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός (IRA) ξεκίνησε ανταρτοπόλεμο εναντίον της βρετανικής διοίκησης.[103] Ο ιρλανδικός πόλεμος ανεξαρτησίας έληξε το 1921 με την υπογραφή της αγγλοϊρλανδικής συνθήκης, τη δημιουργία του ελεύθερου κράτους της Ιρλανδίας, μιας κτήσης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας με εσωτερική ανεξαρτησία, αλλά συνταγματικά συνδεδεμένη με το βρετανικό στέμμα.[104] Η Βόρεια Ιρλανδία που αποτελείτο από 6 από τις 32 κομητείες της Ιρλανδίας, η οποία είχε συσταθεί ως αποκεντρωμένη περιφέρεια το 1920, άσκησε αμέσως το δικαίωμά της, σύμφωνα με τη συνθήκη, να διατηρήσει το υπάρχον καθεστώς της εντός του Ηνωμένου Βασιλείου.[105]

Ο Βασιλιάς Γεώργιος Ε' με τους πρωθυπουργούς της Βρετανίας και των Κτήσεων στην Αυτοκρατορική Διάσκεψη του 1926.

Ένας παρόμοιος αγώνας ξεκίνησε στην Ινδία, όταν ο Νόμος για την Κυβέρνηση της Ινδίας του 1919 απέτυχε να ικανοποιήσει το αίτημα για ανεξαρτησία.[106] Οι ανησυχίες σχετικά με κομμουνιστικά και ξένα σχέδια μετά τη Συνωμοσία του Γκαντάρ διασφάλισαν ότι οι εν καιρώ πολέμου περιορισμοί ανανεώθηκαν με το Νόμο του Ρόουλατ, δημιουργώντας ένταση[107] ιδίως στο Πουντζάμπ, όπου τα κατασταλτικά μέτρα κορυφώθηκαν με τη Σφαγή του Αμριτσάρ. Η κοινή γνώμη στη Βρεταννία διχάστηκε ως προς την ηθική του γεγονότος, μεταξύ εκείνων που την είδαν ως σωτήρια για την Ινδία από την αναρχία και αυτούς που την αντιμετωπίσαν με αποστροφή.[107] Το επακόλουθο κίνημα μη-συνεργασίας ματαιώθηκε το Μάρτιο του 1922, μετά το περιστατικό του Τσόρι Σάουρα, και η δυσαρέσκεια συνέχισε να σιγοβράζει για τα επόμενα 25 χρόνια.[108] Το 1922, στην Αίγυπτο, η οποία είχε κηρυχθεί βρετανικό προτεκτοράτο στο ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είχε χορηγηθεί επίσημη ανεξαρτησία, αν και συνέχισε να αποτελεί βρετανικό υποτελές κράτος μέχρι το 1954. Βρετανικά στρατεύματα συνέχισαν να σταθμεύουν στην Αίγυπτο μέχρι την υπογραφή της Αγγλοαιγυπτιακής Συνθήκης το 1936,[109] σύμφωνα με την οποία συμφωνήθηκε ότι τα στρατεύματα θα αποσύρονταν, αλλά θα συνεχίζαν να κατέχουν και να υπερασπίζουν τη ζώνη της Διώρυγας του Σουέζ. Σε αντάλλαγμα, η Αίγυπτος είχε βοήθεια για να ενταχθεί στην Κοινωνία των Εθνών.[110] Το Ιράκ, μια βρετανική εντολή από το 1920, κατάφερε επίσης να γίνει μέλος της Κοινωνίας από μόνο του, μετά την επίτευξη της ανεξαρτησίας του από τη Βρετανία το 1932.[111]

Η ικανότητα των Κτήσεων να καθορίζουν τη δική τους εξωτερική πολιτική, ανεξάρτητα από τη Βρετανία, αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της Αυτοκρατορικής Διάσκεψης του 1923.[112] Το αίτημα της Βρετανίας για στρατιωτική βοήθεια από τις Κτήσεις κατά το ξέσπασμα της κρίσης Τσανάκ τον προηγούμενο χρόνο είχε απορριφθεί από τον Καναδά και τη Νότια Αφρική, και ο Καναδάς είχε αρνηθεί να δεσμευθεί από τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923.[113][114] Μετά από πιέσεις από την Ιρλανδία και τη Νότια Αφρική, η Αυτοκρατορική Διάσκεψη του 1923 εξέδωσε την Διακήρυξη Μπάλφουρ, κηρύσσοντας ότι οι Κτήσεις είναι «αυτόνομες Κοινότητες στο πλαίσιο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, σε ισότιμο καθεστώς, σε καμία περίπτωση υπαγόμενες η μία στην άλλη» εντός μιας «Βρετανικής Κοινοπολιτείας των Εθνών».[115] Στη δήλωση αυτή δόθηκε νομική υπόσταση στο πλαίσιο του Καταστατικού του Ουεστμίνστερ του 1931.[116] Τα κοινοβούλια του Καναδά, της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας, της Ένωσης της Νότιας Αφρικής, του Ιρλανδικού Ελεύθερου Κράτους και της Νέας Γης ήταν πλέον ανεξάρτητα του βρετανικού νομοθετικού ελέγχου, θα μπορούσαν να ακυρώσουν βρετανική νομοθεσία και η Βρετανία δεν μπορούσε πλέον να περάσει νόμους για αυτά χωρίς τη συγκατάθεσή τους.[117] Η Νέα Γη επανήλθε στην αποικιακή κατάσταση το 1933, υποφέροντας οικονομικές δυσκολίες κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης.[118] Η Ιρλανδία αποστασιοποιήθηκε περαιτέρω από τη Βρετανία με την εισαγωγή ενός νέου συντάγματος το 1937, καθιστώντας τη δημοκρατία σε όλα εκτός από το όνομα.[119]

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Όγδοη Στρατιά αποτελείτο από μονάδες από ολόκληρη την Αυτοκρατορία και πολέμησε στη Δυτική Έρημο και την Ιταλία.

Η κήρυξη πολέμου της Βρετανίας εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας το Σεπτέμβριο του 1939 περιλάμβανε τις αποικίες του Στέμματος και την Ινδία, αλλά δεν υποχρέωνε αυτόματα τις Κτήσεις. Αυστραλία, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία και Νότιος Αφρική σύντομα κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία, αλλά το Ιρλανδικό Ελεύθερο Κράτος επέλεξε να παραμείνει νόμιμα ουδέτερο σε όλο τον πόλεμο.[120] Μετά τη γερμανική κατοχή της Γαλλίας το 1940, η Βρετανία και η Αυτοκρατορία βρισκόταν σχεδόν μόνες εναντίον της Γερμανίας, μέχρι την είσοδο της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο το 1941. O Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ πίεσε με επιτυχία τον Πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ για στρατιωτική βοήθεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ο Ρούσβελτ δεν ήταν ακόμα έτοιμος να ζητήσει από το Κογκρέσο να δεσμεύσει τη χώρα σε πόλεμο.[121] Τον Αύγουστο του 1941, ο Τσώρτσιλ και ο Ρούσβελτ συναντήθηκαν και υπέγραψαν τη Χάρτα του Ατλαντικού, η οποία περιελάμβανε τη δήλωση ότι «τα δικαιώματα όλων των λαών να επιλέγουν τη μορφή της διακυβέρνησης υπό την οποία ζουν πρέπει να γίνονται σεβαστά». Η διατύπωση ήταν διφορούμενη ως προς το αν αναφερόταν στις ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες εισέβαλε η Γερμανία ή στους λαούς που αποικίστηκαν από τα ευρωπαϊκά έθνη, και αργότερα ερμηνεύτηκε με διαφορετικό τρόπο από τους Βρετανούς, τους Αμερικανούς και τα εθνικιστικά κινήματα.[122][123]

Το Δεκέμβριο του 1941, η Ιαπωνία ξεκίνησε, σε γρήγορη διαδοχή, επιθέσεις στη βρετανική Μαλαισία, τη ναυτική βάση των ΗΠΑ στο Περλ Χάρμπορ και το Χονγκ Κονγκ. Η Ιαπωνία σταθερά αναπτυσσόταν ως μια αυτοκρατορική δύναμη στην Άπω Ανατολή έπειτα από την ήττα της από την Κίνα στον πρώτο σινοϊαπωνικό πόλεμο το 1895,[124] οραματιζόμενη μια Ευρύτερη Σφαίρα Ευημερίας στην Άπω Ανατολή υπό την ηγεσία της. Οι ιαπωνικές επιθέσεις στις βρετανικές και αμερικανικές κτήσεις στον Ειρηνικό, είχαν άμεσο και μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στη Βρετανική Αυτοκρατορία. Η αντίδραση του Τσώρτσιλ για την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο ήταν ότι η Βρετανία ήταν πλέον βέβαιη για τη νίκη και το μέλλον της αυτοκρατορίας ήταν ασφαλές,[125] αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι Βρετανοί γρήγορα παραδόθηκαν σε ορισμένες από τις αποικίες τους αλλοίωσε ανεπανόρθωτα τη θέση και το κύρος της Βρετανίας ως αυτοκρατορική δύναμη.[126][127] Πιο επιζήμια από όλες ήταν η πτώση της Σιγκαπούρης, η οποία είχε προηγουμένως χαιρετιστεί ως ένα απόρθητο φρούριο και το ανατολικό αντίστοιχο του Γιβραλτάρ.[128] Η συνειδητοποίηση ότι η Βρετανία δεν μπορούσε να υπερασπιστεί ολόκληρη την Αυτοκρατορία έσπρωξε την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, οι οποίες τώρα φαίνονταν να απειλούνται από τις ιαπωνικές δυνάμεις, σε στενότερους δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι μετά τον πόλεμο τελικά είχαν ως αποτέλεσμα το 1951 το σύμφωνο ANZUS μεταξύ Αυστραλίας, Νέας Ζηλανδίας και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.[122]

Αποαποικιοποίηση και παρακμή (1945–1997)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η Βρετανία και η αυτοκρατορία αναδείχθηκαν νικήτριες στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα αποτελέσματα της σύγκρουσης ήταν βαθιά, τόσο στην πατρίδα όσο και στο εξωτερικό. Μεγάλο μέρος της Ευρώπης, μια ήπειρος που είχε κυριαρχήσει στον κόσμο για πολλούς αιώνες, ήταν ερείπια και φιλοξενούσε τα στρατεύματα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης, στις οποίες είχε τώρα μετατοπιστεί η ισορροπία της παγκόσμιας δύναμης.[129] Η Μεγάλη Βρετανία κατέληξε ουσιαστικά σε πτώχευση, με την αφερεγγυότητα να έχει αποσοβηθεί το 1946 μόνο μετά τη διαπραγμάτευση ενός αγγλοαμερικανικού δάνειου 3,5 δισεκατομμυρίων δολλαρίων από τις Ηνωμένες Πολιτείες,[130] η τελευταία δόση του οποίου επιστράφηκε το 2006.[131]

Την ίδια στιγμή, αντιαποικιοκρατικά κινήματα ήταν σε άνοδο στις αποικίες των ευρωπαϊκών εθνών. Η κατάσταση έγινε περισσότερο περίπλοκη από την ανερχόμενη ψυχροπολεμική αντιπαλότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης. Κατ' αρχήν, και τα δύο έθνη εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Στην πράξη, ωστόσο, ο αμερικανικός αντικομμουνισμός υπερίσχυσε του αντιιμπεριαλισμού και ως εκ τούτου οι ΗΠΑ υποστήριξαν τη συνέχιση της ύπαρξης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, όπου διατηρούσε υπό έλεγχο την κομμουνιστική επέκταση.[132]

Ο «άνεμος της αλλαγής» τελικά σήμαινε ότι οι ημέρες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ήταν μετρημένες και, σε γενικές γραμμές, η Βρετανία υιοθέτησε μια πολιτική ειρηνικής απεμπλοκής από τις αποικίες της, όταν σταθεροποιημένες μη-κομμουνιστικές κυβερνήσεις ήταν διαθέσιμες για τη μεταφορά της εξουσίας. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Γαλλία και η Πορτογαλία,[133] οι οποίες διεξήγαγαν δαπανηρούς και τελικά ανεπιτυχείς πολέμους για να κρατήσουν ανέπαφες τις αυτοκρατορίες τους. Μεταξύ 1945 και 1965, ο αριθμός των ατόμων υπό βρετανική κυριαρχία έξω από το Ηνωμένο Βασίλειο έπεσε από 700 εκατομμύρια σε πέντε εκατομμύρια, τρία εκατομμύρια από τα οποία ήταν στο Χονγκ Κονγκ.[134]

Αρχική απαγκίστρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φιλική προς την αποαποικιοποίηση κυβέρνηση των Εργατικών, που εξελέγη στις γενικές εκλογές του 1945 και με επικεφαλής τον Κλέμεντ Άττλη, κινήθηκε γρήγορα για να αντιμετωπίσει το πιο πιεστικό ζήτημα που αντιμετώπιζε η αυτοκρατορία, αυτό της ινδικής ανεξαρτησίας.[135] Οι δύο κινήσεις για την ανεξαρτησία της Ινδίας —το Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο και ο Μουσουλμανικός Σύνδεσμος— συμμετείχαν σε εκστρατείες για την ανεξαρτησία εδώ και δεκαετίες, αλλά διαφώνησαν ως προς το πώς θα πρέπει να εφαρμοστεί. Το Κογκρέσο ήταν υπέρ ενός ενιαίου κοσμικού ινδικού κράτους, ενώ ο Σύνδεσμος, φοβούμενος την κυριαρχία της ινδουιστικής πλειοψηφίας, επιθυμούσε ένα ξεχωριστό ισλαμικό κράτος για τις μουσουλμανικές περιοχές. Η αύξηση των πολιτικών αναταραχών και η ανταρσία του Βασιλικού Ινδικού Ναυτικού κατά τη διάρκεια του 1946 οδήγησαν τον Άττλη να υπόσχεται ανεξαρτησία το αργότερο μέχρι το 1948. Όταν ο επείγων χαρακτήρας της κατάστασης και ο κίνδυνος εμφυλίου πολέμου έγινε εμφανής, ο νεοδιορισθείς (και τελευταίος) Υποκόμης, Λόρδος Μαουντμπάτεν, βιαστικά επίσπευσε την ημερομηνία στις 15 Αυγούστου 1947.[136] Τα σύνορα που χάραξαν οι Βρετανοί για την ευρεία διχοτόμηση της Ινδίας σε ινδουιστικές και μουσουλμανικές περιοχές άφησαν δεκάδες εκατομμύρια ως μειονότητες στα νέα ανεξάρτητα κράτη της Ινδίας και του Πακιστάν.[137] Εκατομμύρια μουσουλμάνοι στη συνέχεια πέρασαν από την Ινδία προς το Πακιστάν και οι ινδουιστές προς την αντίθετη κατεύθυνση, και η βία μεταξύ των δύο κοινοτήτων κόστισε εκατοντάδες χιλιάδες ζωές. Η Βιρμανία, η οποία είχε χορηγηθεί ως μέρος του Βρετανικού Ρατζ, και η Κεϋλάνη απέκτησαν την ανεξαρτησία τους το επόμενο έτος το 1948. Ινδία, Πακιστάν και Κεϋλάνη έγιναν μέλη της Κοινοπολιτείας, αν και η Βιρμανία επέλεξε να μην συμμετάσχει.[138]

Η Βρετανική Εντολή της Παλαιστίνης, όπου η αραβική πλειοψηφία ζούσε μαζί με την εβραϊκή μειονότητα, ήταν για τους Βρετανούς ένα παρόμοιο πρόβλημα με αυτό της Ινδίας.[139] Το θέμα περιπλεκόταν από τον μεγάλο αριθμό Εβραίων προσφύγων που επιθυμούσαν να γίνουν δεκτοί στην Παλαιστίνη μετά τη ναζιστική καταπίεση και γενοκτονία στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντί να ασχοληθεί με το θέμα, η Βρετανία ανακοίνωσε το 1947 ότι θα αποσυρθεί το 1948 και θα αφήσει το θέμα για την επίλυση από τα Ηνωμένα Έθνη,[140] πράγμα που έπραξε ψηφίζοντας για τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης σε ένα εβραϊκό και αραβικό κράτος.

Μετά την ήττα της Ιαπωνίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα αντιιαπωνικά κινήματα αντίστασης στη Μαλαισία έστρεψαν την προσοχή τους προς τους Βρετανούς, που είχαν κινηθεί γρήγορα για να ξαναπάρουν τον έλεγχο της αποικίας, εκτιμώντας την ως πηγή καουτσούκ και κασσίτερου.[141] Το γεγονός ότι οι αντάρτες ήταν κυρίως Μαλαισιοκινέζοι κομμουνιστές σήμαινε ότι η βρετανική προσπάθεια καταστολής της εξέγερσης υποστηρίχθηκε από τη μουσουλμανική μαλαισιανή πλειοψηφία, υπό τον όρο ότι μετά την καταστολή της εξέγερσης θα χορηγούνταν ανεξαρτησία.[141] Η Μαλαισιακή Έκτακτη Ανάγκη, όπως ήταν γνωστή, ξεκίνησε το 1948 και διήρκεσε μέχρι το 1960, αλλά από το 1957 η Βρετανία αισθάνθηκε αρκετά βέβαιη για τη χορήγηση ανεξαρτησίας στη Μαλαισιακή Ομοσπονδία στο πλαίσιο της Κοινοπολιτείας. Το 1963, τα 11 κράτη της ομοσπονδίας μαζί με τη Σιγκαπούρη, το Σαραουάκ και το Βόρειο Βόρνεο ενώθηκαν σχηματίζοντας τη Μαλαισία, αλλά το 1965 η κυριαρχούμενη από τους Κινέζους Σιγκαπούρη εκδιώχθηκε από την ένωση μετά τις εντάσεις μεταξύ των μαλαισιανών και κινεζικών πληθυσμών.[142] Το Μπρουνέι, το οποίο ήταν ένα βρετανικό προτεκτοράτο από το 1888, αρνήθηκε να προσχωρήσει στην ένωση[143] και διατήρησε το καθεστώς μέχρι την ανεξαρτησία του το 1984.

Το Σουέζ και τα επακόλουθά του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απόφαση του Βρετανού Πρωθυπουργού Άντονι Ήντεν να εισβάλει στην Αίγυπτο κατά την διάρκεια της κρίσης του Σουέζ έληξε την πολιτική του καριέρα και αποκάλυψε την αδυναμία της Βρετανίας ως αυτοκρατορικής δύναμης.

Το 1951, το Συντηρητικό Κόμμα επέστρεψε στην εξουσία στη Βρετανία, υπό την ηγεσία του Ουίνστον Τσώρτσιλ. Ο Τσώρτσιλ και οι Συντηρητικοί πίστευαν ότι η θέση της Βρετανίας ως παγκόσμιας δύναμης που επαφίετο στη συνέχιση της ύπαρξης της Αυτοκρατορίας, με τη βάση στη διώρυγα του Σουέζ να επιτρέπει στη Βρετανία να διατηρήσει την εξέχουσα θέση της στη Μέση Ανατολή, παρά την απώλεια της Ινδίας. Ωστόσο, ο Τσώρτσιλ δεν μπορούσε να αγνοήσει τη νέα επαναστατική κυβέρνηση της Αιγύπτου υπό τον Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ που είχε πάρει την εξουσία το 1952, και το επόμενο έτος συμφωνήθηκε ότι τα βρετανικά στρατεύματα θα αποσυρθούν από τη ζώνη στο Κανάλι του Σουέζ και ότι στο Σουδάν θα χορηγηθεί αυτοδιάθεση από το 1955, με επακόλουθη την ανεξαρτησία.[144] Στο Σουδάν χορηγήθηκε ανεξαρτησία την 1η Ιανουαρίου 1956.

Τον Ιούλιο του 1956, ο Νάσερ μονομερώς εθνικοποίησε τη Διώρυγα του Σουέζ. Η απάντηση του Άντονι Ήντεν, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Τσώρτσιλ ως πρωθυπουργός, ήταν να συνεννοηθεί με τη Γαλλία ώστε να προκαλέσουν μία ισραηλινή επίθεση κατά της Αιγύπτου που θα έδινε στη Βρετανία και τη Γαλλία μια δικαιολογία για να επέμβουν στρατιωτικά και να ξαναπάρουν το κανάλι.[145] Ο Ήντεν εξόργισε τον Αμερικανό ομόλογό του, Πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, από την έλλειψη διαβούλευσης, και ο Αϊζενχάουερ αρνήθηκε να υποστηρίξει την εισβολή.[146] Μια άλλη από τις ανησυχίες του Αϊζενχάουερ ήταν η πιθανότητα ενός ευρύτερου πολέμου με τη Σοβιετική Ένωση μετά την απειλή της ότι θα παρέμβει από την αιγυπτιακή πλευρά. Ο Αϊζενχάουερ εφάρμοσε χρηματοοικονομική πίεση, απειλώντας να πωλήσει αποθέματα των ΗΠΑ σε βρετανικές λίρες και έτσι να επιταχύνει την κατάρρευση του βρετανικού νομίσματος.[147] Αν και η δύναμη εισβολής ήταν στρατιωτικά επιτυχής όσον αφορά τους στόχους της,[148] η παρέμβαση του ΟΗΕ και η πίεση των ΗΠΑ ανάγκασε τη Βρετανία σε μια ταπεινωτική αποχώρηση των δυνάμεών της, και ο Ήντεν παραιτήθηκε.[149][150]

Η κρίση του Σουέζ εξέθεσε πολύ δημόσια τα όρια της Βρετανίας στον κόσμο και επιβεβαίωσε την παρακμή της Βρετανίας στην παγκόσμια σκηνή, αποδεικνύοντας ότι πλέον δεν μπορούσε να δράσει χωρίς τουλάχιστον τη συναίνεση, αν όχι την πλήρη υποστήριξη, από τις Ηνωμένες Πολιτείες.[151][152][153] Τα γεγονότα στο Σουέζ τραυμάτισαν τη βρετανική εθνική υπερηφάνεια, οδηγώντας κάποιον βουλευτή να τα περιγράψει ως το «βρετανικό Βατερλό»[154] και έναν άλλο να υποστηρίζει ότι η χώρα είχε γίνει ένας «αμερικανικός δορυφόρος».[155] Η Μάργκαρετ Θάτσερ περιέγραψε αργότερα τη νοοτροπία στην οποία πίστευε ότι είχε πέσει το βρετανικό πολιτικό κατεστημένο ως «σύνδρομο του Σουέζ», από την οποία η Βρετανία δεν ανέκαμψε μέχρι την επιτυχή ανακατάληψη των Νήσων Φώκλαντ από την Αργεντινή το 1982.[156]

Ενώ η κρίση του Σουέζ έκανε τη βρετανική δύναμη στη Μέση Ανατολή να αποδυναμωθεί, δεν κατέρρευσε.[157] Η Βρετανία και πάλι ανέπτυξε σύντομα τις ένοπλες δυνάμεις της στην περιοχή, παρεμβαίνοντας σε Ομάν (1957), Ιορδανία (1958) και Κουβέιτ (1961), αν και σε αυτές τις περιπτώσεις με την αμερικανική έγκριση,[158] καθώς η εξωτερική πολιτική του νέου πρωθυπουργού Χάρολντ Μακμίλαν ήταν να παραμείνει σταθερά ευθυγραμμισμένη με τις Ηνωμένες Πολιτείες.[154] Η Βρετανία διατήρησε την παρουσία της στη Μέση Ανατολή για άλλη μια δεκαετία, αποσυρρόμενη από το Άντεν το 1967 και το Μπαχρέιν το 1971.[159]

Άνεμος αλλαγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μακμίλλαν έδωσε μια ομιλία στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής τον Φεβρουάριο του 1960, όπου έκανε λόγο για «τον άνεμο αλλαγής που φυσάει μέσα από αυτή την ήπειρο».[160] Ο Μακμίλλαν θέλησε να αποφύγει το ίδιο είδος αποικιακού πολέμου που διεξήγαγε η Γαλλία στην Αλγερία, και κάτω από την πρωθυπουργία του η αποαποικιοποίηση προχώρησε με ταχείς ρυθμούς.[161] Στις τρεις αποικίες στις οποίες είχε χορηγηθεί ανεξαρτησία το 1950 —Σουδάν, Χρυσή Ακτή και Μαλαισία— προστέθηκαν σχεδόν δέκα φορές τον αριθμό αυτό κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960.[162]

Στις εναπομείνουσες βρετανικές αποικίες στην Αφρική, εκτός από τη Νότια Ροδεσία, χορηγήθηκε σε όλες ανεξαρτησία μέχρι το 1968 (δείτε τον χάρτη). Η βρετανική αποχώρηση από το νότιο και ανατολικό τμήμα της Αφρικής ήταν περίπλοκη λόγω του πληθυσμού λευκών εποίκων της περιοχής, ιδιαίτερα στη Ροδεσία, όπου οι φυλετικές εντάσεις οδήγησαν τον πρωθυπουργό Ίαν Σμιθ, σε μια μονομερή διακήρυξη ανεξαρτησίας από τη Βρετανική Αυτοκρατορία το 1965.[163] Η Ροδεσία παρέμεινε σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου μεταξύ του μαύρου και λευκού πληθυσμού της, έως τη Συμφωνία του Οίκου του Λάνκαστερ το 1979. Η εν λόγω συμφωνία επέστρεψε προσωρινά τη Ροδεσία στη βρετανική αποικιακή διοίκηση μέχρι να μπορέσουν να γίνουν εκλογές υπό βρετανική επιτήρηση. Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν το επόμενο έτος και κέρδισε ο Ρόμπερτ Μουγκάμπε, ο οποίος έγινε ο πρωθυπουργός του νέου ανεξάρτητου κράτους της Ζιμπάμπουε.[164]

Στη Μεσόγειο, ένας ανταρτοπόλεμος που διεξήγαγαν οι Ελληνοκύπριοι έληξε (το 1960) με μια ανεξάρτητη Κύπρο, με το Ηνωμένο Βασίλειο να διατηρεί τις στρατιωτικές βάσεις του στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια. Στα μεσογειακά νησιά Μάλτα και Γκότσο φιλικά χορηγήθηκε ανεξαρτησία από το Ηνωμένο Βασίλειο το 1964, αν και είχε τεθεί το 1955 η ιδέα για ένταξη στη Βρετανία.[165]

Τα περισσότερα εδάφη του Ηνωμένου Βασιλείου στις Δυτικές Ινδίες απέκτησαν ανεξαρτησία μετά την αποχώρηση το 1961 και το 1962 της Τζαμάικα και του Τρινιντάντ από την Ομοσπονδία Δυτικών Ινδιών, που ιδρύθηκε το 1958 σε μια προσπάθεια να ενώσει τις βρετανικές αποικίες της Καραϊβικής κάτω από την ίδια κυβέρνηση, αλλά η οποία κατέρρευσε μετά την απώλεια των δύο πολύ μεγαλύτερων μελών της.[166] Τα Μπαρμπάντος απέκτησαν την ανεξαρτησία τους το 1966 και τα υπόλοιπα νησιά της ανατολικής Καραϊβικής στις δεκαετίες του 1970 και του 1980,[166] αλλά η Ανγκουίλα και τα Τερκς και Κέικος επέλεξαν να επανέλθουν υπό τη βρετανική εξουσία, αφού είχαν ήδη αρχίσει το δρόμο τους προς την ανεξαρτησία.[167] Οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι,[168] οι Κέιμαν Νήσοι και το Μοντσερράτ επέλεξαν να διατηρήσουν τους δεσμούς με τη Βρετανία.[169] Η Γουιάνα απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία το 1966. Η τελευταία αποικία της Βρετανίας στην αμερικανική ήπειρο, η Βρετανική Ονδούρα, έγινε μια αυτοδιοικούμενη αποικία το 1964 και μετονομάστηκε σε Μπελίζ το 1973, επιτυγχάνοντας την πλήρη ανεξαρτησία το 1981. Μια διαφωνία με τη Γουατεμάλα έναντι των απαιτήσεών της προς την Μπελίζ έμεινε άλυτη.[170]

Τα βρετανικά εδάφη στον Ειρηνικό απέκτησαν ανεξαρτησία μεταξύ του 1970 (Φίτζι) και 1980 (Βανουάτου). Η ανεξαρτησία του τελευταίου είχε καθυστερήσει λόγω της πολιτικής σύγκρουσης μεταξύ της αγγλικής και της γαλλόφωνης κοινότητας, καθώς τα νησιά βρίσκονταν σε συγκυριαρχία με τη Γαλλία.[171] Τα Φίτζι, το Τουβαλού, τα Νησιά Σολομώντα και η Παπούα Νέα Γουινέα επέλεξαν να μπουν στη σφαίρα της Κοινοπολιτείας.

Τέλος της αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χορήγηση ανεξαρτησίας στη Ροδεσία (ως Ζιμπάμπουε), στις Νέες Εβρίδες (ως Βανουάτου) το 1980, και στην Μπελίζ το 1981 σήμαινε ότι, εκτός από διάσπαρτα νησιά και φυλάκια (και την εξαγορά το 1955 ενός ακατοίκητου βράχου στον Ατλαντικό Ωκεανό, του Ρόκολ),[172] η διαδικασία αποαποικιοποίησης που είχε αρχίσει μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί. Το 1982, η απόφαση της Βρετανίας να υπερασπιστεί τα υπόλοιπα υπερπόντια εδάφη της δοκιμάστηκε όταν η Αργεντινή εισέβαλε στα Φώκλαντ, διεκδικώντας μακροχρόνιες απαιτήσεις που χρονολογούνταν από τον καιρό της Ισπανικής Αυτοκρατορίας.[173] Η τελικά επιτυχημένη στρατιωτική αντίδραση της Βρετανίας για να ξαναπάρει τα νησιά κατά τη διάρκεια του επακόλουθου Πολέμου των Φώκλαντ θεωρήθηκε από πολλούς ότι έχει συμβάλει στην αναστροφή της φθίνουσας τάσης της θέσης του Ηνωμένου Βασιλείου ως παγκόσμιας δύναμης.[174] Το ίδιο έτος, η καναδική κυβέρνηση απέκοψε τον τελευταίο νομικό δεσμό της με τη Βρετανία «εκπατρίζοντας» το καναδικό σύνταγμα από τη Βρετανία. Η Καναδική Πράξη του 1982 που ψηφίστηκε από το Βρετανικό Κοινοβούλιο έληξε την ανάγκη για τη βρετανική συμμετοχή σε αλλαγές στο καναδικό σύνταγμα.[175] Ισοδύναμες πράξεις είχαν περάσει για την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία το 1986.[176]

Τον Σεπτέμβριο του 1982, η πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ μετέβη στο Πεκίνο για να διαπραγματευτεί με την κινεζική κυβέρνηση σχετικά με το μέλλον του τελευταίου μεγάλου και πιο πυκνοκατοικημένου υπερπόντιου έδαφους της Βρετανίας, του Χονγκ Κονγκ.[177] Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης της Νανκίνγκ του 1842, το νησί του Χονγκ Κονγκ το ίδιο είχε παραχωρηθεί στη Βρετανία «στο διηνεκές», αλλά η συντριπτική πλειοψηφία της αποικίας αποτελούνταν από τις Νέες Χώρες, οι οποίες είχαν αποκτηθεί υπό μίσθωση 99 χρόνων το 1898, που έληγε το 1997.[178][179] Η Θάτσερ, βλέποντας παραλληλισμούς με τις Νήσους Φώκλαντ, αρχικά ήθελε να κρατήσει το Χονγκ Κονγκ και πρότεινε βρετανική διοίκηση υπό κινεζική κυριαρχία, αν και αυτό απορρίφθηκε από την Κίνα.[180] Μια συμφωνία επιτεύχθηκε το 1984, σύμφωνα με τους όρους της Σινοβρετανικής Διακήρυξης, ότι το Χονγκ Κονγκ θα γινόταν μια ειδική διοικητική περιοχή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, διατηρώντας τον τρόπο ζωής του για τουλάχιστον 50 χρόνια.[181] Η τελετή παράδοσης-παραλαβής το 1997 χαρακτηρίζεται από πολλούς,[182] συμπεριλαμβανομένου του Καρόλου, πρίγκιπα της Ουαλίας,[183] που ήταν παρών, «το τέλος της αυτοκρατορίας».[175][184]

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βρετανία διατηρεί την κυριαρχία σε πάνω από 14 περιοχές έξω από τις Βρετανικές Νήσους, οι οποίες μετονομάστηκαν σε Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη το 2002.[185] Μερικές είναι ακατοίκητες εκτός από παροδικό στρατιωτικό ή επιστημονικό προσωπικό, τα υπόλοιπα είναι αυτοδιοικούμενα σε διαφορετικό βαθμό και εξαρτώνται από το Ηνωμένο Βασίλειο για τις εξωτερικές σχέσεις και την άμυνα. Η βρετανική κυβέρνηση έχει δηλώσει την προθυμία της να βοηθήσει κάθε Υπερπόντιο Έδαφος που επιθυμεί να προχωρήσει στην ανεξαρτησία, όπου υπάρχει αυτή η επιλογή.[186] Η βρετανική κυριαρχία πολλών από τα υπερπόντια εδάφη, αμφισβητείται από τους γεωγραφικούς γείτονές τους: το Γιβραλτάρ διεκδικείται από την Ισπανία, οι Νήσοι Φώκλαντ και η Νότια Γεωργία και Νότια Νησιά Σάντουιτς ζητούνται από την Αργεντινή, και το Βρετανικό Έδαφος Ινδικού Ωκεανού διεκδικείται από τον Μαυρίκιο και τις Σεϋχέλλες.[187] Το Βρετανικό Έδαφος της Ανταρκτικής υπόκειται σε αλληλεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις από την Αργεντινή και τη Χιλή, ενώ πολλές χώρες δεν έχουν αναγνωρίσει οποιεσδήποτε εδαφικές διεκδικήσεις στην Ανταρκτική.[188]

Οι περισσότερες πρώην βρετανικές αποικίες είναι μέλη της Κοινοπολιτείας, μιας μη πολιτικής εθελοντικής ένωσης ισότιμων μελών. Δεκαπέντε μέλη της Κοινοπολιτείας συνεχίζουν να μοιράζονται τον ίδιο Αρχηγό του Κράτους με το Ηνωμένο Βασίλειο.[189]

Δεκαετίες, και σε ορισμένες περιπτώσεις αιώνες, βρετανικής κυριαρχίας και μετανάστευσης έχουν αφήσει το σημάδι τους στα ανεξάρτητα κράτη που προέκυψαν από τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία εγκαθίδρυσε τη χρήση της αγγλικής γλώσσας σε περιοχές σε όλο τον κόσμο. Σήμερα είναι η κύρια γλώσσα για έως και 400 εκατομμύρια ανθρώπους και ομιλείται από περίπου ενάμισι δισεκατομμύριο ως πρώτη, δεύτερη ή ξένη γλώσσα.[190] Η εξάπλωση της αγγλικής γλώσσας από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα έχει βοηθηθεί εν μέρει από την πολιτισμική επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών, που οι ίδιες αρχικά σχηματίστηκαν από βρετανικές αποικίες. Το αγγλικό κοινοβουλευτικό σύστημα λειτούργησε ως πρότυπο για τις κυβερνήσεις πολλών πρώην αποικιών, και το αγγλικό κοινό δίκαιο για τα νομικά συστήματα.[191] Η βρετανική Δικαστική Επιτροπή του Συμβούλιου της Επικρατείας εξακολουθεί να λειτουργεί ως ανώτατο εφετείο για πολλές πρώην αποικίες της στην Καραϊβική και τον Ειρηνικό. Βρετανοί προτεστάντες ιεραπόστολοι που εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την υδρόγειο συχνά πριν από τους στρατιώτες και τους δημοσίους υπαλλήλους εξάπλωσαν την Αγγλικανική Κοινωνία σε όλες τις ηπείρους. Η βρετανική αποικιακή αρχιτεκτονική, όπως σε εκκλησίες, σιδηροδρομικούς σταθμούς και κυβερνητικά κτίρια, συνεχίζει να διατηρείται σε πολλές πόλεις που κάποτε ήταν μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.[192] Ατομικά και ομαδικά αθλήματα που αναπτύχθηκαν στη Βρετανία, ιδιαίτερα το ποδόσφαιρο, το κρίκετ, το τένις σε γκαζόν και το γκολφ εξήχθησαν.[193] Η βρετανική επιλογή του συστήματος μέτρησης, το αυτοκρατορικό σύστημα, συνεχίζει να χρησιμοποιείται σε ορισμένες χώρες με διάφορους τρόπους. Η σύμβαση της οδήγησης στην αριστερή πλευρά του δρόμου έχει διατηρηθεί σε μεγάλο μέρος της πρώην αυτοκρατορίας.[194]

Τα πολιτικά σύνορα που έθεσαν οι Βρετανοί, δεν αντικατόπτριζαν πάντα ομοιογενείς εθνότητες ή θρησκείες, συμβάλλοντας σε συγκρούσεις σε πρώην αποικισμένες περιοχές. Η Βρετανική Αυτοκρατορία ήταν επίσης υπεύθυνη για μεγάλες μεταναστεύσεις λαών. Εκατομμύρια άφησαν τις Βρετανικές Νήσους, με τους ιδρυτικούς πληθυσμούς εποίκων στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία που προέρχονται κυρίως από τη Βρετανία και την Ιρλανδία. Οι εντάσεις παραμένουν μεταξύ των λευκών πληθυσμών των εποίκων αυτών των χωρών και των αυτοχθόνων μειονοτήτων τους, και μεταξύ των μειονοτήτων των εποίκων και των αυτοχθόνων πλειοψηφιών στη Νότια Αφρική και τη Ζιμπάμπουε. Οι άποικοι στην Ιρλανδία από τη Μεγάλη Βρετανία έχουν αφήσει το σημάδι τους με τη μορφή διαχωρισμένων καθολικών και προτεσταντικών κοινοτήτων στη Βόρεια Ιρλανδία. Εκατομμύρια άνθρωποι μετακινήθηκαν προς και από βρετανικές αποικίες, με μεγάλο αριθμό Ινδών που μετανάστευσαν σε άλλα μέρη της αυτοκρατορίας. Αυτά περιλαμβάνουν σήμερα τη Μαλαισία, τον Μαυρίκιο, τα Φίτζι , τη Γουιάνα, την Τρινιδάδ, την Κένυα, την Ουγκάντα, την Τανζανία και τη Νότια Αφρική. Η κινεζική μετανάστευση, κυρίως από τη Νότια Κίνα, οδήγησε στη δημιουργία τής υπό κινεζική πλειοψηφία Σιγκαπούρης και μικρών κινεζικών μειονοτήτων στην Καραϊβική. Τα δημογραφικά στοιχεία της ίδιας της Βρετανίας άλλαξαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της μετανάστευσης στη Βρετανία από τις πρώην αποικίες της.[195]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Madisson 2001, σ.98, 242.
  2. Ferguson 2004, σ.15.
  3. Ferguson 2004, σ.2.
  4. 4,0 4,1 Ferguson 2004, σ.3.
  5. Andrews 1985, σ.45.
  6. Ferguson 2004, σ.4.
  7. Canny, σ.35.
  8. Thomas, σ.155–158
  9. Ferguson 2004, σ.7.
  10. Canny, σ.62.
  11. Canny, σ.7.
  12. Kenny, σ.5.
  13. Taylor, σ.119,123.
  14. 14,0 14,1 Olson, σ.466.
  15. Canny, σ.63.
  16. Canny, σ.63–64.
  17. Canny, σ.70.
  18. Canny, σ.34.
  19. James, σ.17.
  20. Canny, σ.71.
  21. Canny, σ.221.
  22. Olson, σ.600.
  23. 23,0 23,1 Olson, σ.897.
  24. Ferguson 2004, σ.72–73.
  25. 25,0 25,1 Buckner, σ.25.
  26. Lloyd, σ.37.
  27. Ferguson 2004, σ.62.
  28. Canny, σ.228.
  29. Marshall, σ.440–64.
  30. Magnusson, σ.531.
  31. Macaulay, σ.509.
  32. 32,0 32,1 Ferguson 2004, σ.19.
  33. Canny, σ.441.
  34. Pagden, σ.90.
  35. Olson, σ.1045.
  36. Olson, σ.1122.
  37. Olson, σ.1121–22.
  38. 38,0 38,1 Pagden, σ.91.
  39. Canny, σ.93.
  40. Olson, σ.995.
  41. Ferguson 2004, σ.73.
  42. Canny, σ.92.
  43. Olson, σ.1026.
  44. James, σ.119.
  45. Marshall, σ.585.
  46. Latimer, σ.8, 30–34, 389–92.
  47. Olson, σ.685.
  48. Olson, σ.796.
  49. Smith, σ.28.
  50. Smith, σ.20.
  51. 51,0 51,1 51,2 Olson, σ.808.
  52. Olson, σ.806.
  53. 53,0 53,1 Olson, σ.87.
  54. Olson, σ.1137.
  55. «Waitangi Day». History Group, New Zealand Ministry for Culture and Heritage. http://www.nzhistory.net.nz/politics/treaty/waitangi-day. Ανακτήθηκε στις 13 December 2008. 
  56. Porter, σ.579.
  57. Mein Smith, σ.49.
  58. James, σ.152.
  59. Dalziel, σ.64–65.
  60. Porter, σ.14.
  61. Porter, σ.204.
  62. Hyam, σ.1.
  63. Smith, σ.71.
  64. Parsons, σ.3.
  65. 65,0 65,1 Porter, σ.401.
  66. Porter, σ.332.
  67. Olson, σ.285.
  68. Porter, σ.8.
  69. Marshall, σ.156–57.
  70. Dalziel, σ.88–91.
  71. 71,0 71,1 71,2 71,3 Olson, σ.478.
  72. Olson, σ.293.
  73. Olson, σ.567.
  74. Olson, σ.568.
  75. Marshall, σ.133–34.
  76. James, σ.181.
  77. 77,0 77,1 77,2 James, σ.182.
  78. Royle, preface.
  79. Hodge, σ.47.
  80. Smith, σ.85.
  81. Olson, σ.1070.
  82. Ferguson 2004, σ.230–33.
  83. James, σ.274.
  84. 84,0 84,1 Olson, σ.989.
  85. Olson, σ.248.
  86. Brown, σ. 7.
  87. Porter, σ. 187
  88. 88,0 88,1 Olson, σ. 376.
  89. James, σ. 315.
  90. O'Brien, σ. 1.
  91. Brown, σ. 667.
  92. Lloyd, σ. 275.
  93. Marshall, σ. 78–79.
  94. Lloyd, σ. 277.
  95. Lloyd, p. 278.
  96. Ferguson 2004, σ. 315.
  97. Olson, σ. 658.
  98. Goldstein, σ. 4.
  99. Louis, σ. 302.
  100. Louis, p. 294.
  101. Louis, σ. 303.
  102. Olson, p. 181.
  103. Brown, σ. 143.
  104. Olson, σ. 58.
  105. Magee, σ. 108.
  106. Ferguson 2004, σ. 330.
  107. 107,0 107,1 James, σ. 416.
  108. Low, D.A. (February 1966). "The Government of India and the First Non-Cooperation Movement-—1920–1922". The Journal of Asian Studies 25 (2): 241–259. doi:10.2307/2051326. 
  109. Smith, σ. 104.
  110. Brown, p. 292.
  111. Smith, σ. 101.
  112. McIntyre, σ. 187.
  113. Brown, σ. 68.
  114. McIntyre, σ. 186.
  115. Brown, σ. 69.
  116. Rhodes, Wanna & Weller, σσ. 5–15.
  117. Turpin & Tomkins, σ. 48.
  118. Lloyd, σ. 300.
  119. Kenny, σ. 21.
  120. Lloyd, σσ. 313–14.
  121. Gilbert, σ. 234.
  122. 122,0 122,1 Lloyd, σ. 316.
  123. James, σ. 513.
  124. Louis, σ. 295.
  125. Gilbert, p. 244.
  126. Louis, σ. 337.
  127. Brown, σ. 319.
  128. James, σ. 460.
  129. Abernethy, σ. 146.
  130. Brown, σ. 331.
  131. «What's a little debt between friends?». BBC News. 10 Μαΐου 2006. http://news.bbc.co.uk/2/hi/uk_news/magazine/4757181.stm. Ανακτήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2008. 
  132. Levine, σ. 193.
  133. Abernethy, σ. 148.
  134. Brown, σ. 330.
  135. Lloyd, σ. 322.
  136. Smith, σ. 67.
  137. Lloyd, σ. 325.
  138. McIntyre, σσ. 355–356.
  139. Lloyd, σ. 327.
  140. Lloyd, σ. 328.
  141. 141,0 141,1 Lloyd, σ. 335.
  142. Lloyd, σ. 364.
  143. Lloyd, σ. 396.
  144. Brown, σσ. 339–40.
  145. James, σ. 581.
  146. Ferguson 2004, σ. 355.
  147. Ferguson 2004, σp. 356.
  148. James, σ. 583.
  149. Combs, σσ. 161–163.
  150. «Suez Crisis: Key players». BBC News. 21 Ιουλίου 2006. http://news.bbc.co.uk/2/hi/5195582.stm. Ανακτήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2010. 
  151. Brown, σ. 342.
  152. Smith, σ. 105.
  153. Burke, σ. 602.
  154. 154,0 154,1 Brown, σ. 343.
  155. James, σ. 585.
  156. Thatcher.
  157. Smith, σ. 106.
  158. James, p. 586.
  159. Lloyd, σσ. 370–371.
  160. James, σ. 616.
  161. Louis, σ. 46.
  162. Lloyd, σσ. 427–433.
  163. James, σ. 618.
  164. James, σσ. 620–621.
  165. Springhall, pp. 100–102.
  166. 166,0 166,1 Knight & Palmer, σσ. 14–15.
  167. Clegg, σ. 128.
  168. Lloyd, σ. 428.
  169. James, σ. 622.
  170. Lloyd, σσ. 401, 427–429.
  171. Macdonald, σσ. 171–191.
  172. «1955: Britain claims Rockall». BBC News. 21 September 1955. http://news.bbc.co.uk/onthisday/hi/dates/stories/september/21/newsid_4582000/4582327.stm. Ανακτήθηκε στις 13 December 2008. 
  173. James, σσ. 624–625.
  174. James, σ. 629.
  175. 175,0 175,1 Brown, σ. 594.
  176. Brown, σ. 689.
  177. Brendon, σ. 654.
  178. Joseph, σ. 355.
  179. Rothermund, σ. 100.
  180. Brendon, σσ. 654–55.
  181. Brendon, σ. 656.
  182. Brendon, p. 660.
  183. «Charles' diary lays thoughts bare». BBC News. 22 Φεβρουαρίου 2006. http://news.bbc.co.uk/2/hi/uk_news/4740684.stm. Ανακτήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2008. 
  184. «BBC - History - Britain, the Commonwealth and the End of Empire». BBC News. http://www.bbc.co.uk/history/british/modern/endofempire_overview_07.shtml. Ανακτήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2008. 
  185. House of Commons Foreign Affairs Committee Overseas Territories Report, σσ. 145–147
  186. House of Commons Foreign Affairs Committee Overseas Territories Report, σσ. 146,153
  187. «British Indian Ocean Territory». The World Factbook. CIA. https://www.cia.gov/library/publications/the-world-factbook/geos/io.html. Ανακτήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2008. 
  188. House of Commons Foreign Affairs Committee Overseas Territories Report, σ. 136
  189. «Head of the Commonwealth». Commonwealth Secretariat. http://www.thecommonwealth.org/Internal/150757/head_of_the_commonwealth/. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2010. 
  190. Hogg, π. 424 κεφάλαιο 9 English Worldwide του David Crystal: "approximately one in four of the worlds population are capable of communicating to a useful level in English."
  191. Ferguson 2004, σ. 307.
  192. Marshall, σσ. 238–40.
  193. Torkildsen, σ. 347.
  194. Parsons, σ. 1.
  195. Dalziel, σ. 135.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα British Empire της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).