Μουφτής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Μουφτής είναι ιερατικός βαθμός ειδικότερα του σουνιτικού κλάδου της μουσουλμανικής θρησκείας. Είναι ο ερμηνευτής του Κορανίου για την απόδοση δικαιοσύνης.

Το όνομα προέρχεται αρχικά εκ του αραβικού مفتي μέσω της Τουρκικής müftî (= ο ερμηνευτής του νόμου) όπου και κατ΄ επέκταση θεωρείται ο Μουσουλμάνος θεολόγος εντεταλμένος να εκδίδει φετφάδες (fatwā[1],αραβικά فتوى) - γνωμοδοτήσεις βάσει της Σαρίας - στους πιστούς, κατόπιν ερωτήσεως.

Ιστορία του θεσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως συνεχιστής του δικαστικού ρόλου του Μωάμεθ, ο θεσμός απαντάται από νωρίς στην ιστορία του Ισλάμ. Ο ίδιος ο Προφήτης θεωρείται ο πρώτος μουφτής, βάσει αποσπασμάτων του Κορανίου[2][3]. Αρχικά επρόκειτο για διανοούμενους με ευρεία γνώση επί του Κορανίου, των ιερών παραδόσεων - χαντίθ (αραβικά الحديث), της αραβικής γλώσσας και νομικών θεμάτων οι οποίοι έχαιραν αναγνώρισης από την κοινότητά τους ως υποδείγματα ηθικής και δικαϊκής σοφίας[4]. Η θέση τους στερούνταν επισήμου χαρακτήρα - με τη μορφή της αναγνώρισης από τις κρατικές αρχές - καθώς εξαρτάτο αφενός από την προσωπική τους πρωτοβουλία και την αυτο-ανακήρυξή τους ως μουφτήδες, αφετέρου δε από την αναγνώριση της αυθεντίας τους εκ μέρους των πιστών. Οι σπουδές ενός μετέπειτα μουφτή μπορούσαν να περιλαμβάνουν τη μαθητεία κοντά σε έναν ήδη αναγνωρισμένο δάσκαλο ή τη φοίτηση σε κάποιο από τα μεγάλα πνευματικά κέντρα του αραβικού κόσμου της εποχής, όπως το Κάιρο, η Βαγδάτη ή η Φεζ. Η εκπαίδευση ολοκληρωνόταν με τη χορήγηση τίτλου-αδείας (ijazah, αραβικά الإِجازَهْ). Ωστόσο, η πράξη-κλειδί του θεσμού του μουφτή, η οποία συνίσταται στην έκδοση φετφά, μπορούσε να προηγείται, να έπεται ή να μην ακολουθεί την ολοκλήρωση αυτών των σπουδών. Με άλλα λόγια η αυθεντία ενός μουφτή δεν εξαρτάτο από εκείνη των δασκάλων του, ως εν δυνάμει απόλυτη, αλλά το καθεστώς της κρινόταν εκ των υστέρων από την κοινότητα, το βαθμό δηλαδή που οι πιστοί κατέφευγαν σε εκείνον για να ζητήσουν ερμηνεία[5].

Από τον 10ο αιώνα, οι αρχικές αυστηρές προϋποθέσεις για την αξίωση της θέσης του μουφτή είχαν δώσει τη θέση τους στην απλή εξειδίκευση στο δικαΐκό σύστημα μιας από τις τέσσερις μεγάλες σχολές του σουνιτικού Ισλαμικού νόμου. Παράλληλα, τα λειτουργικά τους καθήκοντα εξελίχθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να αλληλεπιδρούν περισσότερο με το δικανικό σύστημα. Έτσι, ενώ παλαιότερα ο ρόλος του ήταν περισσότερο ανεξάρτητος και οι φετφάδες του μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο κατά περίπτωση σαν μια μορφή άτυπης έφεσης επί των αποφάσεων δικαστηρίων, στην περίοδο αυτή εμφανίζονται δικαστήρια στα οποία οι μουφτήδες αποτελούν τακτικά μέλη. Μάλιστα στην Κόρδοβα του 11ου αιώνα όλες οι δικαστικές αποφάσεις έπρεπε να επικυρώνονται από τον φετφά του συμβουλίου των πλέον εξεχόντων μουφτήδων της πόλης [6]. Οι εξελίξεις αυτές υπαγορεύτηκαν από τη νομική πραγματικότητα της εποχής και τις ανάγκες της κοινωνίας. Η απουσία νομοθετικού κέντρου εξουσίας στις ισλαμικές κοινωνίες καλύφθηκε από τη δράση των μουφτήδων, οι οποίοι μέσω του φετφά μπορούσαν να πληρώσουν αυτό το κενό στις περιπτώσεις όπου ο Ισλαμικός νόμος ήταν ασαφής ή δεν παρείχε πρόβλεψη[7]

Η σημασία του θεσμού για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας οδήγησε με το πέρασμα του χρόνου στην κανονικοποίηση της ανάδειξης των μουφτήδων εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας. Η δυναστεία των Μαμελούκων, η οποία κυβέρνησε στην Αίγυπτο μεταξύ 1250 και 1517, προέβη στο διορισμό μουφτήδων σε μερικά από τα μεγαλύτερα τεμένη, ενώ στην επαρχία συνέχιζε το καθεστώς τους ως ανεξάρτητοι[6]. Κατά την ηγεμονία της ίδιας δυναστείας σημειώθηκε για πρώτη φορά ο διορισμός τους ως τακτικών συμβούλων του χαλίφη, πράξη που απέβλεπε στη νομιμοποίηση του τελευταίου. Πιο συγκεκριμένα, συστάθηκε μια παραλλαγή του ήδη υπάρχοντος συμβουλίου, που αποτελούνταν από τον ίδιο και τους ανώτατους δικαστές, η οποία πλέον περιελάμβανε και μουφτήδες[8]. Ήδη, ωστόσο, από τα χρόνια της δυναστείας των Ομεϋάδων (650-750) είχε σημειωθεί διορισμός μουφτή εκ μέρους του χαλίφη στην περιοχή της Αιγύπτου[9]. Ανάλογες εξελίξεις σημειώθηκαν και στο Μαρόκο κατά τον 14ο αιώνα, με το κράτος να αναλαμβάνει τον έλεγχο των μουφτήδων[10].Στην ίδια περιοχή εμφανίστηκε και το φαινόμενο της νομικής εξειδίκευσης με την πόλη Φεζ να διατηρεί μουφτή ειδικό για θέματα απίστων εξαιτίας της σημαντικής παρουσίας μη μουσουλμανικού πληθυσμού.[11]

Οθωμανική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο φετφάς που επεδόθη από τον Hairoullah Effendi, Μουφτή της Κων/λης στον σουλτάνο Αμπντουλ Αζίζ[12]

Εάν η Κεφαλή των Πιστών έχει χάσει τα λογικά του τόσο, ώστε να καταστρέφει το κράτος, το οποίο ο Θεός εμπιστεύθηκε στη φροντίδα του, μέσω ανόητων δαπανών, μέσω έξαλλων συνηθειών, και αν η διατήρηση αυτής της κακής διακυβέρνησης είναι πιθανό να οδηγήσει σε μια κατάσταση η οποία θα καταστρέψει τα ιερά συμφέροντα της χώρας, επιτρέπεται να αφεθεί αυτός ο άνδρας επικεφαλής ή οφείλει κανείς να του αφαιρέσει την εξουσία;

Η απάντηση είναι ότι θα πρέπει να αποστερηθεί των εξουσιών του.

Οι μεγαλύτερες αλλαγές προς την κατεύθυνση της θεσμοθέτησης του μουφτή ως κρατικού αξιωματούχου συνέβησαν στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την Άλωση, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ προχώρησε στη θεσμοθέτηση του κρατικού αξιώματος του Μουφτή της Κωνσταντινούπολης[13], ο οποίος έφερε τον τίτλο Σεΐχ αλ Ισλάμ (τουρκικά: Shaykh al-Islam) και συνιστούσε τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη του κράτους. Αν και ο συγκεκριμένος αξιωματούχος δεν μετείχε στο Διβάνι - το πολιτικό συμβούλιο της αυτοκρατορίας - οι φετφάδες του κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα είχαν αποκτήσει τέτοιο κύρος, ώστε η έκδοση δικαστικής απόφασης που να τους αντιβαίνει οδηγούσε στην καθαίρεση του καδή [14]. Η εκθρόνιση του Σελίμ Γ΄ το 1807 μάλιστα συνετελέσθη δια της επέμβασης του Μουφτή[15]. Ομοίως επετεύχθη και η καθαίρεση του Αμπντουλ Αζίζ, το 1876.

Ο ενδοξότερος σουλτάνος, Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής (1494 – 1566) προέβη στη σύσταση ενός γραφείου αφιερωμένου στην έκδοση φετφάδων, του φετβαχανέ (τουρκικά: fetvākhāne) που λειτουργούσε παραπληρωματικά προς τον Μεγάλο Μουφτή. Η γραφειοκρατική αυτή οργάνωση οδήγησε στη δραματική αύξηση του αριθμού των εκδιδομένων ερμηνειών, ο οποίος κυμαινόταν σε επίπεδα αρκετών εκατοντάδων ανά ημέρα, που ωστόσο περιορίζονταν σε μια μονολεκτική απάντηση, καταφατική ή αρνητική [16]. Ο στενός εναγκαλισμός του θρησκευτικού αυτού θεσμού από την οθωμανική εξουσία προερχόταν από την ανάγκη της δεύτερης να τύχει υποστήριξης από ένα πρόσωπο-σύμβολο του οποίου η ηθική υπόσταση θεωρείτο εκτός και υπέρ των συνηθισμένων πολιτικών ζυμώσεων, καθώς και από την ανάγκη ύπαρξης ενός συμβούλου του σουλτάνου πάνω σε ζητήματα θρησκευτικής φύσης και πολιτικής[17].

Ο αριθμός των μουφτήδων στις επαρχιακές περιοχές της αυτοκρατορίας στα τέλη του 18ου αιώνα έφτανε τους 210[18]. Όλοι τους έπρεπε να τύχουν της αναγνώρισης του Μουφτή της Κωνσταντινούπολης με τη χορήγηση ειδικού πιστοποιητικού. Επιλέγονταν από τα κατά τόπους συμβούλια κατόπιν πρότασης εξεχόντων μουσουλμάνων μελών της κοινότητας και η θητεία τους ήταν εφ' όρου ζωής. Προϋπόθεση για την ανάληψη των καθηκόντων τους ήταν η καλή τους φήμη όσον αφορούσε τη γνώση του ισλαμικού νόμου, ενώ η ανάδειξή τους σε αυτή τη θέση τους εξασφάλιζε αξιωματικά λόγο στο τοπικό συμβούλιο, καθώς και την επίβλεψη των θρησκευτικών σχολών στην περιοχή της εποπτείας τους[19].

Γνωμοδότηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Ο Μουφτής ή Κύριος του Νόμου", Ζαν Μπατίστ Βαν Μουρ, 18ος αιώνας

Η ιδιότητα του μουφτή μέσα σε μια ισλαμική κοινότητα εγγράφεται εντός μιας ευρύτερης αρχής, εκείνης της γνωμοδότησης από ειδικούς (mashūra ή mashwāra[20]), και εντάσσεται στον γενικότερο θεσμό της νομικής γνωμοδότησης (futyā και iftā). Στα πλαίσια της τελευταίας μια ερώτηση που αφορά σε κάποιο θρησκευτικό ή νομικό ζήτημα μπορεί να τεθεί και να λάβει απάντηση, με το ρόλο του μουφτή να συμπληρώνεται από εκείνον του μουσταφτή (mustaftī) ήτοι το πρόσωπο που ρωτά [21]. Ο ερωτών μπορεί να είναι κάποιος από τους διαδίκους, μπορεί να είναι και ο ίδιος ο δικαστής ο οποίος αναζητά ερμηνεία με στόχο την επίρρωση της δικής του μελλοντικής απόφασης. Ένας περιορισμός στην έκδοση ερμηνείας εντοπίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι αποτελεί απάντηση σε μια ερώτηση. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να πλατειάζει προς άσχετα θέματα. Ακόμη, η ερώτηση πρέπει να αφορά αντικειμενικές συνθήκες ή προβλήματα παρά τα φανταστικά τους αντίστοιχα[22].

Ο φετφάς μπορεί να εκδοθεί είτε προφορικά είτε σε γραπτή μορφή. Η παροχή αμοιβής δεν θεωρείται διαχρονικά απαραίτητη, ωστόσο η καταβολή ενός συμβολικού αντιτίμου αποτελεί μέρος της παράδοσης, ιδιαίτερα στην περίπτωση γραπτής έκδοσης. Κατά καιρούς έχει υιοθετηθεί η αρχή της χρέωσης κατ' αναλογία του εισοδήματος του μουσταφτή. Η διατύπωση της ερώτησης είναι αυστηρά απρόσωπη. Κατ' αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται ότι ο μουφτής απαντά πάντοτε επί της αρχής σε αντιδιαστολή με την πραγματικότητα, οι αποφάσεις επί της οποίας τελούν υπό τη δικαιοδοσία του δικαστή [23]. Το συγκεκριμένο σημείο αποτέλεσε διαχρονικά το σύνορο μεταξύ των δύο θεσμών. Στη θέση των ονομάτων των εμπλεκομένων προσώπων τοποθετούνται συνηθισμένα κύρια ονόματα όπως: Zayd, Hind και Amr[24]. Η συγκεκριμένη πρακτική μεταξύ άλλων έχει επισημανθεί ως σημείο σύγκλισης της futyā με τον παλαιότερο ρωμαϊκό θεσμό του δικαίου του αποκριθέντος (λατ. ius publice respondendi)[25].

Ο μουφτής δεν εμπλέκεται στην εξακρίβωση των στοιχείων μιας υπόθεσης, μοναδική του υποχρέωση είναι να αποφανθεί σχετικά με το τι ορίζει το ισλαμικό δίκαιο υπό τα δεδομένα της ερώτησης, η ακρίβεια των οποίων βαραίνει τον ερωτώντα. Οι ερωτήσεις μπορεί να αφορούν κοινοτοπίες, καταστάσεις οι οποίες έχουν τύχει γνωμοδότησης στο παρελθόν αλλά και πρωτότυπες καταστάσεις. Το καθήκον του μουφτή επιτάσσει να απαντήσει σε όλες[26], με εξαίρεση εκείνες οι οποίες είναι πέρα των δυνατοτήτων του[27]. Αν και προηγούμενοι φετφάδες - οι πιο σημαντικοί από τους οποίους συγκεντρώνονται σε συλλογές - δεν θεωρούνται ισοδύναμοι δεδικασμένου, στην πράξη χρησιμοποιούνται για να απαντηθούν δύσκολες ερωτήσεις. Παρομοίως, μολονότι το ύφος της απάντησης θα πρέπει να συνάδει με τη θέση του μουφτή ως εκπροσώπου της Σαρίας, η άρρητη επίκληση στην αυθεντία μπορεί να μετριάζεται από αναφορές στη γνώμη άλλων μουφτήδων, καθώς και από την παραδοσιακή έκφραση στο τέλος του φετφά: "Αλλά ο Θεός γνωρίζει καλύτερα"[28].

Η γνωμοδότηση, πέρα από υποθέσεις που αφορούν την απόδοση δικαιοσύνης, μπορεί να αφορά ζητήματα όπως η θεολογία, η φιλοσοφία, δογματικά ζητήματα, καθώς και εκείνα που άπτονται των θρησκευτικών υποχρεώσεων των πιστών. Κατά συνέπεια, το εύρος του φετφά υπερβαίνει κατά πολύ τα πλαίσια της χρήσης του σε σχέση με δικαστικές πράξεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι συνοδοί γνωμοδοτήσεις των Σεΐχ αλ Ισλάμ σχετικά με κάθε κήρυξη πολέμου από την πλευρά του Σουλτάνου[29] ή οι σύγχρονοι φετφάδες επί της ενδεικνυομένης απόκρισης στη Γαλλική απαγόρευση της μαντίλας[30].

Η Μουφτεία στον 20ο και τον 21ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μουφτής της Καστοριάς (με την κόρη του). 19ος αιώνας

Οι μουφτήδες των μουσουλμανικών κοινοτήτων της Ελλάδας στους οποίους αναγνωρίσθηκαν από την Πολιτεία καθήκοντα δικαστού για θέματα οικογενειακού δικαίου μεταξύ Μουσουλμάνων (Ελλήνων) πολιτών (γάμος, διαζύγιο, κηδεμονίες, διαθήκες, πιστοποιήσεις επιτρεπόμενων τροφών [31][32] κλπ), διορίζονται από επιτροπή μουσουλμάνων υπό την προεδρία του Νομάρχη.[33] Η Μουφτεία είναι δημόσια υπηρεσία που υπάγεται στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και οι διορισμοί σε αυτήν γίνονται μέσω ΑΣΕΠ [34][35].

Ο μουφτής πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του δίνει τον νόμιμο όρκο ενώπιον του Νομάρχη. Μισθοδοτείται από το Δημόσιο Ταμείο πολύ πριν οι Έλληνες Χριστιανοί ιερείς ενταχθούν σ΄αυτό. Ορίζονταν ή παύονταν παλαιότερα με Βασιλικό Διάταγμα, σήμερα με Προεδρικό Διάταγμα κατόπιν εισήγησης (πρότασης) του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ο θεσμός της μουφτείας λειτουργεί στην περιοχή της Δυτικής Θράκης από την προσάρτησή της στο ελληνικό κράτος, το 1923, και αποτελεί κληρονομιά του οθωμανικού συστήματος διοίκησης. Μεταξύ 1923 και 1990 οι μουφτήδες εκλέγονταν από τους ηγέτες της μουσουλμανικής μειονότητας η οποία ακολουθείτο από την επικύρωσή τους εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας της οποίας αποτελούν δημοσίους λειτουργούς[36]. Η πάγια αυτή πρακτική ανετράπη στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν από μερίδα της μουσουλμανικής μεινότητας ζητήθηκε η απευθείας εκλογή των μουφτήδων από τους πιστούς, κατ' εφαρμογή του νόμου 2345/1920 ο οποίος δεν εφαρμόστηκε ποτέ[37]. Φόβοι για επέκταση του πολιτικού Ισλάμ οδήγησαν το ελληνικό κράτος στην εισαγωγή νέων ρυθμίσεων με το νόμο 1920/1990 (4 Φεβρουαρίου 1991) ο οποίος προβλέπει τη δημιουργία εντεκαμελούς επιτροπής μεταξύ των μελών της μειονότητας, αρμόδιας να προτείνει έναν κατάλογο υποψηφίων μουφτήδων εκ των οποίων διορίζεται ένας βάσει προσόντων με θητεία που διαρκεί 10 έτη.

Κύριοι λόγοι τυχόν παύσης του είναι περίπτωση να καταδικασθεί για ορισμένα αδικήματα ή να στερηθεί των πολιτικών του δικαιωμάτων ή λόγω βεβαρημένης νόσου, ανεπάρκειας, ή ασυμβίβαστης προς το αξίωμά του διαγωγής.

Περί των μουφτήδων της Ελλάδας προβλέπει ο Νόμος 1920/Κύρωση 24 Δεκεμβρίου 1990. Στην Ελλάδα με τον νόμο αυτό έχουν διοριστεί οι εξής Μουφτήδες:

Παράλληλα με τους διορισμένους μουφτήδες υπάρχουν και δύο υποψήφιοι μουφτήδες υποστηριζόμενοι από την Τουρκία [38] που εκλέχτηκαν από ορισμένους πιστούς, δι' ανατάσεως του χεριού:

  • Ιμπραήμ Σερήφ ο ιδιώτης Μουφτής στην Κομοτηνή (προτεινόμενος-εκλεγμένος από μερίδα της μειονότητας)
  • Αχμέτ Μετέ ο ιδιώτης Μουφτής στην Ξάνθη (προτεινόμενος-εκλεγμένος από μερίδα της μειονότητας).

Οι παραπάνω δεν κατέχουν θέση μουφτή (δημόσιου λειτουργού) της ελληνικής πολιτείας και δεν ασκούν διοικητικές και δικαστικές εξουσίες (εφαρμογή Σαρίας) που προκύπτουν από τον νόμο. Η ύπαρξή τους έχει προκαλέσει πολλές φορές διαμάχες. Στην επίσημη επίσκεψή του στην Αθήνα το Μάιο 2010 ο πρωθυπουργός Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν κάλεσε την ελληνική πλευρά να επιτρέψει την απευθείας εκλογή (από την μειονότητα-πιστούς και όχι το διορισμό από το Ελληνικό κράτος) των Μουφτήδων στην Δυτική Θράκη.[38][39][40] Στην ημερίδα «Πίστη, ημέρες τουρισμού» που οργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 2010 ο μη διορισμένος μουφτής Ροδόπης Ιμπραήμ Σερήφ μαζί με τον επίσης μη διορισμένο μουφτή Ξάνθης Αχμέτ Μετέ φωτογραφήθηκε μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Η φωτογραφία αυτή παρουσιάστηκε σε πολλά τουρκικά μέσα μαζικής ενημέρωσης.[41]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Cameron, Donald Andreas, An Arabic-English vocabulary for the use of English students of modern Egyptian Arabic,Bernard Quaritch, 1892,σ. 199
  2. Skovgaard-Petersen,Jakob, Defining Islam for the Egyptian state: muftis and fatwas of the Dar al-Ifta, Social, economic, and political studies of the Middle East and Asia, BRILL, 1997 σ.2
  3. Κοράνιο, 4:127 και 4:176
  4. Encyclopedia of Islam and the Muslim World, επιμ. Richard C. Martin, Macmillan Reference USA, 2004 σ.478
  5. Knut S. Vikor, Between God and the sultan: a history of Islamic law, Oxford University Press US, 2005 σ.144
  6. 6,0 6,1 Knut S. Vikor, Between God and the sultan: a history of Islamic law, Oxford University Press US, 2005 σ.145
  7. Herbert J. Liebesny, The law of the Near & Middle East: readings, cases, & materials , SUNY Press, 1975 σ.39
  8. Knut S. Vikor, Between God and the sultan: a history of Islamic law, Oxford University Press US, 2005 σ.146
  9. Skovgaard-Petersen,Jakob, Defining Islam for the Egyptian state: muftis and fatwas of the Dar al-Ifta, Social, economic, and political studies of the Middle East and Asia, BRILL, 1997 σ.8
  10. Powers, David S., On Judicial Review in Islamic Law, Law & Society Review, Vol. 26, No. 2 (1992), pp. 315-342 : σ. 328 :During the second half of the 14th century, the office of mufti came under the control of the state, and muftis began to play an increasingly active role in the administration of justice. By the end of the century, many muftis were appointed by the government, with the result that their power, authority, and prestige gradually came to exceed that of qadis.
  11. Knut S. Vikor, Between God and the sultan: a history of Islamic law, Oxford University Press US, 2005 σ.147
  12. Knight, E. F, The awakening of Turkey; a history of the Turkish revolution, Philadelphia, J.B. Lippincott Co, 1909 σ.31
  13. Encyclopædia Britannica 1911 <Muftī>
  14. Heyd, Uriel, Some Aspects of the Ottoman Fetvā, Bulletin of the School of Oriental and African Studies, University of London, Vol. 32, No. 1 (1969), σ.56 Theoretically, however, fetvas, especially of Shaykh al-Islams, could not be ignored. According to the rulings of several Shaykh al-Islams,disregard of fetvas (provided they conform with the saria) makes a Muslim liable to tazir punishment and even reduces him to the status of an infidel (kafir),and a qadi who fails to act in accordance with them deserves to be dismissed from office. Whatever may have been the practical effectiveness of the fetvas, Walsh's view that the decisions of distinguished Saych al-Islams were of no value as 'legal precedents' is correct only in the sense that they did not make ' caselaw '.
  15. Sir Archibald Alison, History of Europe: from the commencement of the French revolution in MDCCLXXXIX [i.e. 1789] to the restoration of the Bourbons in MDCCCXV [i.e. 1815], 15, Blackwood, 1848, σ.151
  16. Heyd, Uriel, Some Aspects of the Ottoman Fetvā, Bulletin of the School of Oriental and African Studies, University of London, Vol. 32, No. 1, 1969 : σ. 42 From the seventeenth century on, however, it became more and more customary to limit the reply to a single word, such as olur[lar] 'yes ', or olmaz[lar] ' no '.
  17. Skovgaard-Petersen,Jakob, Defining Islam for the Egyptian state: muftis and fatwas of the Dar al-Ifta, Social, economic, and political studies of the Middle East and Asia, BRILL, 1997 σ.9
  18. Heyd, Uriel, Some Aspects of the Ottoman Fetvā, Bulletin of the School of Oriental and African Studies, University of London, Vol. 32, No. 1 (1969), σ.53
  19. Liebesny,Herbert J., The law of the Near & Middle East: readings, cases, & materials , SUNY Press, 1975 σ.40
  20. Cameron, Donald Andreas, An Arabic-English vocabulary for the use of English students of modern Egyptian Arabic,Bernard Quaritch, 1892, σ.263
  21. Liebesny,Herbert J., The law of the Near & Middle East: readings, cases, & materials , SUNY Press, 1975 σ.39
  22. Shaukat Mughees, General Preception of Fatwa and its Role in Islamic Finance, INCEIF the Global University in Islamic Finance in Kuala Lumpur, 2009, σ. 15 : Imam Malik dislikes issuing fatwa for something which did not yet happen, i.e. Propositional law. Usually he issues the fatwa only when it happens and becomes a real case which needs an Islamic ruling.
  23. Knut S. Vikor, Between God and the sultan: a history of Islamic law, Oxford University Press US, 2005 σ.143
  24. Knut S. Vikor, Between God and the sultan: a history of Islamic law, Oxford University Press US, 2005 σ.149
  25. Jackson, Robert H. ,Khadduri Majid , Liebesny, Herbert J. , Origin and Development of Islamic Law in the Middle East , The Lawbook Exchange, Ltd., 2008 σ.249
  26. Heyd, Uriel, Some Aspects of the Ottoman Fetvā, Bulletin of the School of Oriental and African Studies, University of London, Vol. 32, No. 1, 1969 : σ. 54 Saykh al-Islams again and again issued fetvas on such commonplace questions as the statute of limitation, the validity of the sale of a waqf building as freehold property, whether the wife of one's deceased father is mahrem (i.e. in the forbidden degrees of relationship for marriage), whether a case that has been decided by a qadi may be heard anew,etc
  27. Liebesny,Herbert J., The law of the Near & Middle East: readings, cases, & materials , SUNY Press, 1975 σ.40.
  28. Skovgaard-Petersen,Jakob, Defining Islam for the Egyptian state: muftis and fatwas of the Dar al-Ifta, Social, economic, and political studies of the Middle East and Asia, BRILL, 1997 σ. 3
  29. Esposito John L., The Islamic World: Abbasid caliphate-Historians στο The Islamic World: Past and Present, Abdulaziz Abdulhussein Sachedina, τομ.1, Oxford University Press US, 2004 σ.161
  30. Fatwa on Women's Head-scarves from Shaykh Dr. Abdalqadir As-Sufi
  31. «Μουφτής. Προϋποθέσεις τέλεσης γάμων μουσουλμάνων.». Γνωμοδότηση 347 / 2003 - Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. 2003. http://www.nsk.gov.gr/webnsk/gnwmodothsh.jsp?gnid=6166. Ανακτήθηκε στις 2011-05-02. 
  32. Πιστοποιητικό εκδοθέν από τη Μουφτεία Κομοτηνής για την καταλληλότητα (χαλάλ) τροφών του ισλαμικού διαιτολογίου
  33. Νόμος 1920/1990 "Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", άρθρο 1.
  34. Προκήρυξη του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μέσω ΑΣΕΠ για την πρόσληψη προσωπικού στις Μουφτείες Διδυμοτείχου, Κομοτηνής και Ξάνθης
  35. Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών (2007-08). «Μουσουλμανική Μειονότητα Θράκης». Ιστοσελίδα Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2008-07-02. http://web.archive.org/web/20080702185150/http://www.mfa.gr/www.mfa.gr/el-GR/Policy/Multilateral+Diplomacy/International+Issues/HumanRights/THRACE+MINORITY.htm. Ανακτήθηκε στις 2011-05-03. 
  36. Studies in forced migration, Vol. 12, Crossing the Aegean: an appraisal of the 1923 compulsory population exchange between Greece and Turkey, Renée Hirschon, Berghahn Books, 2003 σ.123
  37. Εφημερίδα Το Βήμα - (Ψευδο-)«μουφτήδες» και (ψευδο-)«πολιτική» , I. M. Κονιδάρης, 4 Ιουνίου 2006
  38. 38,0 38,1 23-Μαΐου-2010 Άρθρο στην εφημερίδα το Βήμα: "Τα σχέδια στη Θράκη - Το παιχνίδι της Αγκυρας με τους ιμάμηδες".
  39. Άρθρο 14-Μαΐου-2010 στο tvxs.gr: "Παραινέσεις Ερντογάν προς τα Ελληνικά ΜΜΕ να μην λειτουργούν ως ραντάρ".
  40. Άρθρο 18-Μαΐου-2010 στην εφημερίδα Ο Χρόνος: "Στο ίδιο σακί Πατριάρχης και ...μουφτήδες Θράκης."
  41. 26-Οκτ-2010 - Άρθρο της Μελαχροινής Μαρτίδου στην εφημερίδα ο Χρόνος: "Νομιμοποιεί κίβδηλες αρχές - Γκάφα ολικής, του Οικουμενικού Πατριάρχη".

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Cameron, Donald Andreas, An Arabic-English vocabulary for the use of English students of modern Egyptian Arabic,Bernard Quaritch, 1892 (αγγλικά)
  • Encyclopædia Britannica 1911 (αγγλικά)
  • Encyclopedia of Islam and the Muslim World, επιμ. Richard C. Martin, Macmillan Reference USA, 2004 (αγγλικά)
  • Heyd, Uriel, Some Aspects of the Ottoman Fetvā, Bulletin of the School of Oriental and African Studies, University of London, Vol. 32, No. 1, 1969 (αγγλικά)
  • Jackson, Robert H. ,Khadduri Majid , Liebesny, Herbert J. , Origin and Development of Islamic Law in the Middle East , The Lawbook Exchange, Ltd., 2008 (αγγλικά)
  • Knight, E. F, The awakening of Turkey; a history of the Turkish revolution, Philadelphia, J.B. Lippincott Co, 1909 (αγγλικά)
  • Knut S. Vikor, Between God and the sultan: a history of Islamic law, Oxford University Press US, 2005 (αγγλικά)
  • Liebesny,Herbert J., The law of the Near & Middle East: readings, cases, & materials , SUNY Press, 1975 (αγγλικά)
  • Powers, David S., On Judicial Review in Islamic Law, Law & Society Review, Vol. 26, No. 2 (1992), pp. 315–342(αγγλικά)
  • Shaukat Mughees, General Preception of Fatwa and its Role in Islamic Finance, INCEIF the Global University in Islamic Finance in Kuala Lumpur, 2009 (αγγλικά)
  • Skovgaard-Petersen,Jakob, Defining Islam for the Egyptian state: muftis and fatwas of the Dar al-Ifta, Social, economic, and political studies of the Middle East and Asia, BRILL, 1997 (αγγλικά)
  • Sir Archibald Alison, History of Europe: from the commencement of the French revolution in MDCCLXXXIX [i.e. 1789] to the restoration of the Bourbons in MDCCCXV [i.e. 1815], 15, Blackwood, 1848 (αγγλικά)
  • Το Ιερό Κοράνιο και Μετάφραση των Εννοιών του στην Ελληνική Γλώσσα, Εκδοτικό συγκρότημα του Βασιλιά Φαχντ (θέση 1) (θέση 2) (ελληνικά)(pdf)

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]