Μεγάλος Βόρειος Πόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ρωσία:
Ιστορία ανά περιόδους
Κράτος των Ρως

Μογγολική κατοχή

  • Ύστερος Μεσαίωνας

Νόβγκοροντ
Βλαντίμιρ-Σούζνταλ
Μοσχοβία

  • Πολιτική ενοποίηση

Βασίλειο της Ρωσίας
Μεγάλος Βόρειος Πόλεμος
Ρωσική Αυτοκρατορία
Γαλλική εισβολή στη Ρωσία
Οκτωβριανή Επανάσταση

  • Σοβιετική εποχή

Ε.Σ.Σ.Δ.
Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος
Κατάκτηση του διαστήματος

  • Μετασοβιετική περίοδος

Ρωσική Ομοσπονδία

Ιβάν ο ΤρομερόςΜέγας Πέτρος
Αικατερίνη η ΜεγάληΒλαντίμιρ Λένιν
Γιούρι ΓκαγκάρινΒλαντίμιρ Πούτιν

Ως Μεγάλος Βόρειος Πόλεμος αναφέρεται στην ιστοριογραφία η σειρά ενόπλων συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στη ΒΑ Ευρώπη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αι. για τον έλεγχο της Βαλτικής, ανάμεσα στη Σουηδία και μία συμμαχία χωρών με επικεφαλής το Βασίλειο της Ρωσίας. Ξεκίνησε το 1700 και ενεπλάκη σε αυτόν ολόκληρη η Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη. Έληξε με νίκη των Ρώσων το 1721.

Στο πλευρό των Ρώσων πολέμησαν από την αρχή το Βασίλειο της Δανίας-Νορβηγίας και η Σαξονία. Το 1701 προστέθηκε η Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία και το 1713 το Βασίλειο της Πρωσίας - Βρανδεμβούργου και το Εκλεκτοράτο του Αννόβερου. Οι Σουηδοί προσπάθησαν να εξισορροπήσουν τα πράγματα εξωθώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε πόλεμο με τους Ρώσους το 1710, χωρίς όμως επιτυχία.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους δύο αιώνες που προηγήθηκαν του πολέμου, η Σουηδία είχε αναδειχθεί από περιφερειακό βασίλειο σε υπερδύναμη της Βαλτικής.

Μεταξύ 1560 - 1658 επεκτάθηκε στα ανατολικά, προσαρτώντας την Καρελία, την Ίνγκρια, την Εσθονία και τη Λιβονία (νυν νότια Εσθονία και βόρεια Λετονία). Παράλληλα κατά τον Τριακονταετή Πόλεμο (1618-1648) η Σουηδία κέρδισε τα γερμανικά εδάφη της Δυτικής Πομερανίας (νυν ΒΑ Γερμανία), της Βρέμης και του Φέρντεν. Αλλά και μετά τη λήξη του Τριαντακονταετή Πολέμου συνέχισε να επεκτείνεται, ενσωματώνοντας δανικά και νορβηγικά εδάφη βορείως των Στενών του Όρεσουντ (ο πορθμός που χωρίζει τη Δανία από τη Σουηδία). Οι νίκες της Σουηδίας οφείλονταν στον καλά εκπαιδευμένο και οργανωμένο στρατό της και στην εκσυγχρόνιση, της πολιτικής και στρατιωτικής, διοίκησης. Παρόλο το μικρό μέγεθος του ήταν πιο επαγγελματικός από τους υπόλοιπους στρατούς της εποχής του. Στο πεδίο της μάχης ο σουηδικός στρατός ήταν ευέλικτος και μπορούσε να καλύπτει μεγάλες αποστάσεις γρήγορα.

Η νέα αυτή πραγματικότητα έτεινε να μετατρέψει τη Βαλτική Θάλασσα σε σουηδική λίμνη δημιουργώντας μια ασφυκτική κατάσταση για τους λαούς που κατοικούσαν στα νότια και ανατολικά παράλια. Ιδιαίτερα άσχημα είχαν γίνει τα πράγματα για τη Ρωσία, η οποία ήταν πια αποκομμένη από τη Βαλτική και συνεπακόλουθα τους κύριους εμπορικούς δρόμους της Βόρειας Ευρώπης. Αρχικά αδυνατούσε να ορθώσει ουσιαστική αντίσταση, εξαιτίας σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων, Εποχή των Αναστατώσεων - είχε μάλιστα από νωρίς συρθεί στην ταπεινωτική Συνθήκη του Στόλμποβο (1617), με την οποία αναγνώριζε την απώλεια των εδαφών της. Η κατάσταση όμως άρχισε να αλλάζει στα τέλη του 17ου αι. με την ενθρόνιση του Μεγάλου Πέτρου. Πρωταρχικό μέλημα του νέου τσάρου ήταν η ρωσική επαναδραστηριοποίηση στη Βαλτική, δηλαδή η επανάκτηση στην ουσία των επαρχιών που είχαν χαθεί κατά την προηγούμενη περίοδο.

Παρόμοια ήταν η κατάσταση στη Γερμανία, η οποία ήταν χωρισμένη σε δεκάδες μικρά κρατίδια. Η Σουηδία είχε έντεχνα εκμεταλλευθεί τις εσωτερικές διχόνοιές τους κατά την περίοδο της επέκτασής της, αλλά στα τέλη του 17ου αι. εμφανίσθηκαν δύο ισχυρές προσωπικότητες που άλλαξαν τον ρου των πραγμάτων: ο Αύγουστος Β' της Σαξονίας (βασ. 1694-1733) και ο Φρειδερίκος Γ' του Βρανδεμβούργου (ως Εκλέκτορας του Βρανδεμβούργου από το 1688, συνένωσε το Βρανδεμβούργο με την Πρωσία και έγινε ο πρώτος βασιλιάς του νέου κρατιδίου ως Φρειδερίκος Α' της Πρωσίας-Βρανδεμβούργου. Το βασίλειο αυτό αναφέρεται συνήθως απλώς ως Πρωσία).

Το αντισουηδικό μέτωπο δεν άργησε να συμπηχθεί. Στις 22 Νοεμβρίου 1699 υπογράφτηκε στο ανάκτορο Πρεομπραζένσκογιε της Μόσχας η ομώνυμη συνθήκη ανάμεσα στη Ρωσία, τη Δανία, τη Σαξονία και την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία (σημ: τα δύο τελευταία κράτη είχαν κοινό βασιλιά, το Γερμανό Αύγουστο Β', ο οποίος ήταν ο εμπνευστής της συμμαχίας). Σύμφωνα με τη συνθήκη, οι τέσσερεις δυνάμεις συγκροτούσαν συμμαχία με σκοπό τη διεξαγωγή πολέμου κατά της Σουηδίας.

Μέγεθος στρατιωτικών δυνάμεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1700, η Σουηδία είχε σταθερό στρατό 77.000 στρατιωτών. Το 1707, παρόλο τις απώλειες από τις μάχες, ο αριθμός του στρατού ανέβηκε στις 120.000 στρατιωτών. Η Ρωσία μπορούσε να κινητοποιήσει μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτών, όμως η φτωχή διοικητική δομή έκανε αδύνατη την ταυτόχρονη εμπλοκή τους στον πόλεμο.Επίσης η άμυνα της τεράστιας έκτασης της Ρωσίας, απαιτούσε στρατό σε πολλά σημεία. Ο τσάρος Πέτρος ο Μέγας, είχε προσπαθήσει να ανεβάσει το ηθικό του στρατού του στα σουηδικά επίπεδα. Η Δανία συνείσφερε 20.000 άντρες στην εισβολή του Χόλσταιν-Γκότορπ και άλλους σε διαφορετικά μέτωπα. Η Πολωνία και η Σαξωνία μαζί μπορούσαν να κινητοποιήσουν τουλάχιστον 100.000 στρατιώτες.

Τα πολεμικά γεγονότα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βόρεια Ευρώπη στο ξεκίνημα του πολέμου.

Ο πόλεμος ξεκίνησε τρεις μήνες μετά την υπογραφή της συνθήκης του Πρεομπραζένσκογιε με συντονισμένες επιθέσεις από τη Ρωσία, τη Δανία και τη Σαξονία, αλλά οι Σουηδοί του νεαρού Καρόλου ΙΒ' ήταν καλά προετοιμασμένοι και σαφώς υπερτερούσαν. Μέχρι το καλοκαίρι η Δανία είχε ηττηθεί και τεθεί εκτός μάχης. Το Νοέμβριο ήταν η σειρά της Ρωσίας να γνωρίσει τη συντριβή στη μάχη της Νάρβα.

Τα πρώτα αποτελέσματα έδειχναν ότι η συμμαχία των τεσσάρων διαλύεται. Οι εκπρόσωποι μάλιστα της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας, που ακόμα θεωρούσαν εαυτούς ουδέτερους παρά τη συμμετοχή του βασιλιά τους στη συμμαχία, προσφέρθηκαν να μεσολαβήσουν για τη σύναψη ειρήνης επ' ωφελεία της Σουηδίας. Ο Κάρολος, σταθμίζοντας λανθασμένως τα δεδομένα και παρασυρμένος από τις πρώτες επιτυχίες, όχι μόνο απέρριψε τη διαμεσολάβηση, αλλά επιτέθηκε κιόλας εναντίον της Πολωνίας για να εκθρονίσει τον Αύγουστο. Μετά από αυτό, η Κοινοπολιτεία προσχώρησε οριστικά στη συμμαχία κατά του Καρόλου. Ο πόλεμος στην Πολωνία διήρκεσε έξι χρόνια και ήταν μια καταστροφή για τον υπερόπτη Κάρολο, όχι λόγω των στρατιωτικών απωλειών, αλλά επειδή κρατούσε καθηλωμένα στρατεύματα που θα ήταν πολύτιμα στο ρωσικό μέτωπο.

Οι πρώτες ρωσικές επιτυχίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενόσω αυτά συνέβαιναν στην Πολωνία, ο Μέγας Πέτρος ανασυγκρότησε το στρατό του και ετοίμασε νέα εκστρατεία απελευθέρωσης των βαλτικών εδαφών. Για να μη γίνει αντιληπτός, απέφυγε το σύντομο δρόμο (Μόσχα → Νόβγκοροντ → Ίνγκρια) και συγκέντρωσε το στράτευμα στον Αρχάγγελο, πόλη και λιμάνι του Βόρειου Παγωμένου Ωκεανού. Από εκεί διέσχισε τη Λευκή Θάλασσα και πέρασε στην αραιοκατοικημένη Ανατολική Καρελία χωρίς καμία παρενόχληση (Αύγουστος 1702).

Φαίνεται δύσκολο να μην πληροφορήθηκαν οι Σουηδοί για τη συγκέντρωση του ρωσικού στρατού στον Αρχάγγελο. Το πιθανότερο είναι να τη θεώρησαν αντιπερισπασμό, ή ακόμα και να μην ασχολήθηκαν σοβαρά γιατί εκτίμησαν μια τέτοια απόπειρα ως καταδικασμένη σε αποτυχία. Η Λευκή Θάλασσα θεωρούταν απροσπέλαστη με τα μέσα εκείνης της εποχής - το μεγαλύτερο διάστημα του έτους είναι παγωμένη, ενώ το καλοκαίρι γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνη από επιπλέοντα κομμάτια πάγου.

Παρά τους κινδύνους το σχέδιο πέτυχε. Από τη στιγμή που ο Πέτρος πάτησε στην Καρελία, οι Σουηδοί βρέθηκαν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Ο ρωσικός στρατός κινήθηκε αμέσως προς τα ΝΔ εκκαθαρίζοντας όσες σουηδικές φρουρές έβρισκε στο πέρασμά του, απελευθερώνοντας τις δύο πόλεις κλειδιά - το Νέτεμποργκ (Σλισελμπούργκ) και τη Νάρβα (Ιβάνγκοροντ). Με αυτόν τον τρόπο έως το 1704 είχε καταλάβει την Ίνγκρια και την Εσθονία. Αμέσως θεμελίωσε στην Ίνγκρια την Αγία Πετρούπολη, οχύρωσε την Κροστάνδη και ξεκίνησε να δημιουργεί στόλο και πεζικό κατά τα δυτικά πρότυπα.

Οι σύμμαχοι όμως δεν τα πήγαιναν το ίδιο καλά στην Πολωνία. Ο Κάρολος κατάφερε να δημιουργήσει διασπαστικό στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από ντόπιους, με επικεφαλής τον τοπικό αριστοκράτη Στάνισλαβ Λετσίνσκι. Ταυτόχρονα ο Αύγουστος αντιμετώπιζε πρόβλημα χρηματοδότησης - τα έξοδα του στρατού καλύπτονταν από το δημόσιο ταμείο της Σαξονίας, της οποίας οι κάτοικοι είχαν αρχίσει να εξαγριώνονται από την υψηλή φορολογία. Τελικά το μέτωπο έκλεισε υπέρ των Σουηδών στις 24 Σεπτεμβρίου 1706 με τη Συνθήκη του Άλτρανσταντ, η οποία όριζε την απομάκρυνση του Αυγούστου από τον πολωνο-λιθουανικό θρόνο και την αντικατάστασή του από το Λετσίνσκι.

Οι εξελίξεις θορύβησαν τη Ρωσία, που έβλεπε ότι ο Κάρολος έκλεινε το δυτικό μέτωπο και μπορούσε να αφοσιωθεί στο ανατολικό. Ο Πέτρος έστειλε αμέσως 20.000 άνδρες στην Πολωνία, επιδιώκοντας να αναπτερώσει το ηθικό του Αυγούστου και να τον ξαναβάλει στον πόλεμο. Πράγματι στις 29 Οκτωβρίου το ρωσικό εκστρατευτικό σώμα αντιμετώπισε μία δύναμη 5.000 Σουηδών στα πολωνοσαξονικά σύνορα, τους οποίους συνέτριψε (Σφαγή του Κάλις). Τότε οι σύμβουλοι του Αυγούστου τον προέτρεψαν να ακυρώσει τη Συνθήκη του Άλτρανσταντ, αλλά εκείνος αρνήθηκε και επέστρεψε στη Σαξονία. Η απόφαση αυτή φαινόταν λογική, αφού παρά τη νίκη των Ρώσων στο Κάλις, ο κύριος όγκος του σουηδικού στρατού παρέμενε άθικτος και ήλεγχε το μεγαλύτερο κομμάτι της Πολωνίας.

Η σουηδική εκστρατεία στη Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τμήμα από το μωσαϊκό Η Μάχη του Πολτάβα του Μιχαήλ Λομονόσοφ (1717). Έφιππος επικεφαλής απεικονίζεται ο Μέγας Πέτρος.

Με τον Κάρολο να έχει κλείσει το δυτικό μέτωπο και τους Ρώσους να έχουν βρει διέξοδο στη Βαλτική, ο Μέγας Πέτρος φαινόταν διατεθειμένος να ομονοήσει σε μια οριστική διμερή συνθήκη ειρήνης, με μοναδική ουσιώδη απαίτηση ότι θα κατακυρώνονταν στη Ρωσία τα εδάφη που κατέκτησε νοτίως του ποταμού Νέβα (γραμμή Αγ. Πετρούπολης - Σλισελμπούργκ).

Αλλά και πάλι ο Κάρολος απέφυγε τη διαπραγμάτευση, πιστεύοντας ότι είχε τη δύναμη να ανακτήσει την Ίνγκρια και την Εσθονία. Αρχικά κατέβαλε προσπάθειες να καταλάβει την Αγία Πετρούπολη δια θαλάσσης, όταν όμως αυτές αποκρούσθηκαν από το νεοναυπηγημένο ρωσικό Στόλο της Βαλτικής (του οποίου υποδιοικητής ήταν ο έλληνας Ιωάννης Μπότσης), οργάνωσε πλήρη εκστρατεία το φθινόπωρο του 1708 μέσω της Πολωνίας για να καταλάβει τη Μόσχα.

Ο Πέτρος απέφυγε την κατά μέτωπο αντιπαράθεση και ανάγκασε τον αντίπαλό του να κατευθυνθεί νότια προς την Ουκρανία, απομακρύνοντάς τον από τις εστίες του. Ο Κάρολος έπεσε στην παγίδα και ο τσάρος βρήκε την ευκαιρία που περίμενε: εφαρμόζοντας την τακτική της καμμένης γης (εν προκειμένω της παγωμένης γης), αποκόπτοντας τις γραμμές ανεφοδιασμού (Μάχη της Λέσναγια) και αφήνοντας τους Σουηδούς πεινασμένους και απροστάτευτους στο έλεος του ρωσικού χειμώνα, τους οδήγησε στην πλήρη εξάντληση. Μέχρι την άνοιξη, και χωρίς να έχει δοθεί κάποια σημαντική μάχη, το 1/3 του σουηδικού εκστρατευτικού σώματος είχε πεθάνει και μεγάλο τμήμα του πολεμικού υλικού είχε καταστεί άχρηστο.

Η χαριστική βολή δόθηκε στη Μάχη της Πολτάβα (8 Ιουλίου 1709) - από τους 25.000 Σουηδούς που επέζησαν του χειμώνα, περίπου 7.000 σκοτώθηκαν ή τραυματίσθηκαν και 3.000 αιχμαλωτίσθηκαν. Οι Ρώσοι είχαν μόνο 1.500 νεκρούς και 3.200 τραυματίες, επί συνόλου 45.000 ανδρών. Η μάχη έληξε με παράδοση των Σουηδών, ο δε Κάρολος (είχε τραυματισθεί από ελεύθερο σκοπευτή δύο εβδομάδες νωρίτερα) διέφυγε στην Υψηλή Πύλη.

Η μάχη στον Πολτάβα είχε τεράστιο αντίκτυπο σε ολόκληρη την Ευρώπη: από την 8η Ιουλίου η Ρωσία λογιζόταν πια ως υπερδύναμη. Αμέσως η Δανία και η Σαξονία ανακάλεσαν τις συνθήκες ειρήνης και ξαναμπήκαν στον πόλεμο, ενώ ο Λετσίνσκι έφυγε από την Πολωνία.

Η Ρωσοτουρκική όξυνση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φυγή του Καρόλου στην Κωνσταντινούπολη δημιούργησε διπλωματικό επεισόδιο ανάμεσα στον Πέτρο και το σουλτάνο Αχμέτ Γ'. Ο Πέτρος, μέσω του πρέσβη του απαίτησε την παράδοση του Σουηδού βασιλιά και ο Αχμέτ απάντησε με φυλάκιση του πρέσβη. Αυτό εξυπηρετούσε τα σχέδια του Καρόλου, που ήλπιζε σε είσοδο του σουλτάνου στον πόλεμο.

Οργισμένος από τη φυλάκιση του διπλωμάτη του, ο Πέτρος εισέβαλε το 1710 στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέσω της Μολδαβίας. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Χούσι (μια κωμόπολη στα σημερινά ρουμανο-μολδαβικά σύνορα), με το συσχετισμό και τη διάταξη των δυνάμεων να ευνοεί σαφώς τους Οθωμανούς. Αν και η συντριβή των Ρώσων ήταν αναπόφευκτη, ο Αχμέτ διέταξε τους επιτελείς του να επιτρέψουν στους Ρώσους να αποχωρήσουν. Σε αντάλλαγμα ο τσάρος τού προσέφερε την Ειρήνη του Προύθου (1711), με την οποία επιλύονταν (υπέρ του σουλτάνου) μια σειρά ρωσοτουρκικών συνοριακών διαφορών.

Η τελική φάση στη Δύση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γκραβούρα που αναπαριστά τη Ναυμαχία του Γκάνγκουτ από το Μωρίς Μπακουά (1724-1727). Η νίκη στο Γκάνγκουτ ήταν η πρώτη στην ιστορία του ρωσικού πολεμικού ναυτικού

Αφού απέτυχε να προκαλέσει γενικευμένη ρωσοτουρκική σύρραξη, ο Κάρολος έμεινε στην Πόλη για τρία ακόμα χρόνια φοβούμενος να επιστρέψει στη Σουηδία. Σε αυτό το διάστημα η παλιά αντισουηδική συμμαχία όχι μόνο ανασυστάθηκε, αλλά προστέθηκαν και δύο επιπλέον γερμανικά κρατίδια: η Πρωσία και το Αννόβερο.

Η χρονιά-κλειδί ήταν το 1714. Οι δυνάμεις της συμμαχίας έμοιαζαν ασταμάτητες: ο Πέτρος βύθισε το σουηδικό στόλο στη Ναυμαχία του Γκάνγκουτ (ή Ριιλάχτι) και κατέλαβε τη δυτική Καρελία και τη Φινλανδία, ενώ οι Γερμανοί κι οι Πολωνοί εκκαθάριζαν μία προς μία τις σουηδικές φρουρές από το έδαφός τους. Στους Σουηδούς είχε απομείνει μόνο το Βίσμαρ και το Στράλζουντ (παραθαλάσσια πόλη, στα σημερινά γερμανο-πολωνικά σύνορα). Εκεί αποφάσισε να επανεμφανισθεί ο Κάρολος, αφήνοντας την ασφάλεια της Κωνσταντινούπολης. Παρέμεινε στην πόλη για δεκατρείς μήνες, μέχρι το Δεκέμβριο του 1715, οπότε η πόλη έπεσε στα συμμαχικά χέρια.

Ο Κάρολος διέφυγε από το Στράλζουντ με μία ψαρόβαρκα και επέστρεψε στη Σουηδία, για πρώτη φορά μετά την αποτυχημένη εκστρατεία στη Ρωσία. Η Σουηδία είχε πια χάσει όλες τις κτήσεις της στη Γερμανία και την Ανατολική Βαλτική. Παρ' όλα αυτά εξακολουθούσε να αρνείται κάθε ενδεχόμενο συνθηκολόγησης μέχρι και το θάνατο του Καρόλου (30 Νοεμβρίου 1718), κατά τη διάρκεια μιας αποτυχημένης εκστρατείας στη Νορβηγία.

Η βρετανική ενεργοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το θάνατο του Καρόλου αναπτύχθηκε στη Δύση ένα έντονο παρασκήνιο. Ο Γεώργιος Α' της Μεγάλης Βρετανίας (προερχόμενος από τη δυναστεία του Αννόβερου) ήταν θορυβημένος από την ισχυροποίηση της Ρωσίας και προσπάθησε υπογείως να συνενώσει τους έως τότε εχθρούς σε έναν κοινό αντιρωσικό άξονα. Παρακίνησε λοιπόν τα γερμανικά κρατίδια να βγουν από τον πόλεμο και παράλληλα χρηματοδότησε τη Σουηδία, ώστε να παρατείνει τις εχθροπραξίες με τους Ρώσους όσο μπορούσε, για να τους εξαντλήσει μέχρι η βρετανική διπλωματία να οργανώσει τον άξονα. Σε εφαρμογή αυτής της πολιτικής:

  • Τον Ιανουάριο του 1719 ο Αύγουστος της Σαξονίας έκλεισε συμμαχία με την Αυστρία και την Αγγλία. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους ακύρωσε τη συμμαχία του με τη Ρωσία και υπέγραψε ανακωχή με τη Σουηδή βασίλισσα Ούλρικε Ελεονόρα, επιβάλλοντάς της να τον αναγνωρίσει ως βασιλιά των Πολωνών.
  • Το Νοέμβριο, το Αννόβερο και η Σουηδία συνομολογούν τη Συνθήκη της Στοκχόλμης. Η Ούλρικε Ελεονόρα παραχωρεί τη Βρέμη και το Φέρντεν, με αντάλλαγμα οικονομική και ναυτική βοήθεια. Διαπραγματευτής από την πλευρά της γερμανικής πόλης ήταν ο ίδιος ο Βρετανός βασιλιάς, με την ιδιότητά του ως Εκλέκτορα του Αννόβερου.
  • Το Φεβρουάριο του 1720 υπογράφεται η 2η Συνθήκη της Στοκχόλμης ανάμεσα στην Ούλρικε Ελεονόρα και το Φρειδερίκο Α' της Πρωσίας. Οι Σουηδοί "πωλούν" το Στέτιν, τη Νότια Πομερανία και δύο νησιά των γερμανικών ακτών.
  • Τέλος, τον Ιούλιο του 1720 υπογράφεται η Συνθήκη του Φρέντρικσμποργκ μεταξύ Σουηδίας και του Βασιλείου Δανίας - Νορβηγίας. Τα σουηδικά πλοία αναλαμβάνουν την υποχρέωση να πληρώνουν στους Δανούς τέλη διέλευσης για να μπουν στη Βαλτική μέσω του πορθμού του Όρεσουντ. Κατοχυρώνονται επίσης στη Δανία τα εδάφη του Χόλσταϊν - Γκότορπ.

Η ρωσική νίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέτρος ο Μέγας, πίνακας του Πωλ Ντελαρός (1838). Με τη νίκη του στο Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο ο Πέτρος μετέτρεψε τη Ρωσία σε υπερδύναμη.

Ο Πέτρος είχε αντιληφθεί ήδη από το καλοκαίρι του 1719 τις προθέσεις του Γερμανού βασιλιά της Βρετανίας. Αποφάσισε λοιπόν να πάρει τις εξελίξεις στα χέρια του, μεταφέροντας τη σύγκρουση στην καρδιά του εχθρού: τον Αύγουστο του 1719 (πριν ακόμα η Σαξονία ακυρώσει τη συμμαχία) 26.000 Ρώσοι επιτέθηκαν κατά της Σουηδίας με 20 αποβατικά σκάφη και πολλές εκατοντάδες κωπήλατες λέμβους, περικυκλώνοντας τη Στοκχόλμη και ισοπεδώνοντας οκτώ μεγάλες πόλεις, μεταξύ των οποίων το Νόρκεπινγκ. Την ίδια κίνηση επανέλαβε το καλοκαίρι του 1720 κτυπώντας στρατιωτικές βάσεις στο Βορρά της χώρας.

Οι αποβάσεις αποδείχθηκαν κίνηση ματ και έγειραν οριστικά την πλάστιγγα στη μεριά της Ρωσίας. Ταυτόχρονα τα γερμανικά κρατίδια (πλην της Σαξονίας), αφού είχαν ήδη εξασφαλίσει τα εδάφη που ήθελαν, φαινόταν απρόθυμα να συγκροτήσουν αντιρωσική συμμαχία. Τέλος, στη Βρετανία είχαν προκύψει τεράστια οικονομικά προβλήματα, τα οποία ανάγκασαν το Γεώργιο να παύσει τη βοήθεια προς την Ούλρικε Ελεονόρα.

Στρατιωτικά ηττημένη και χωρίς τη βρετανική υποστήριξη, η μόνη επιλογή που απέμενε στη Σουηδία ήταν η συνθηκολόγηση. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν στη σουηδική πόλη Νίισταντ τον Απρίλιο του 1721 και ολοκληρώθηκαν στις 10 Σεπτεμβρίου με την υπογραφή της Συνθήκης του Νίισταντ. Η συνθήκη ήταν ένας θρίαμβος για τη ρωσική πλευρά, αφού αναγνωρίζονταν η προσάρτηση της Εσθονίας, της Ίνγκριας και του μεγαλύτερου τμήματος της Καρελίας. Προσαρτούσε επίσης μια σειρά από σημαντικές πόλεις όπως η Ρίγα, η Νάρβα και το Βίμποργκ, καθώς και κάποια νησιά στη Βαλτική. Ως αντάλλαγμα επέστρεφε τη Φινλανδία, ενώ αναλάμβανε και να πληρώσει ένα σημαντικό ποσό ως πολεμικές επανορθώσεις.

Αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αύγουστος Β' της Σαξονίας και της Πολωνίας. Καιροσκόπος αλλά και ικανότατος διπλωμάτης, υπήρξε ένα από τα τρία κεντρικά πρόσωπα του πολέμου.

Το όφελος της Ρωσίας από τη νίκη της ήταν πολλαπλό. Η επανάκτηση των επαρχιών της Βαλτικής δεν αύξησε απλά την εδαφική επικράτεια και τον πληθυσμό της, αλλά κυρίως δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του ρωσικού εμπορίου και τη σώρευση πλούτου στα ταμεία του τσάρου. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μόλις κατέλαβε την Ίνγκρια, ο Μέγας Πέτρος θεμελίωσε τη νέα πρωτεύουσα-λιμάνι, την Αγία Πετρούπολη (σχετική ανάλυση εδώ). Αυτός ο πλούτος ήταν η υλική βάση που ανέδειξε τη Ρωσία στην παγκόσμια υπερδύναμη που γνωρίζουμε από το 18ο αι. μέχρι τις μέρες μας, κάτι που είχε διορατικά προβλέψει η βρετανική διπλωματία, για αυτό και χρηματοδότησε στις τελευταίες φάσεις του πολέμου τη Σουηδία ελπίζοντας να ανασχέσει αυτήν την πορεία.

Κερδισμένα βγήκαν και τα γερμανικά κρατίδια που συμμετείχαν στον πόλεμο, τα οποία πέτυχαν να απομακρύνουν τους Σουηδούς από τα εδάφη τους και να καταλάβουν προνομιακή θέση ανάμεσα στους υπόλοιπους συμπατριώτες τους. Η ιδέα του Αυγούστου Β' της Σαξονίας να επιδιώξει συμμαχία με τον Πέτρο ήταν ευφυής, αφού ανάγκασε τους Σουηδούς να μάχονται ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα.

Η Σουηδία ήταν η μεγάλη χαμένη του πολέμου. Μολονότι διέθετε τον αρτιότερα εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο στρατό και στόλο της Βόρειας Ευρώπης, απώλεσε όλα τα εδάφη που ήλεγχε πέραν της Σκανδιναβίας. Μεγάλη ευθύνη για την ήττα φέρει προσωπικά ο βασιλιάς Κάρολος ΙΒ'. Από το 1700 που ξεκίνησε ο πόλεμος μέχρι το 1718 που πέθανε, είχε πολλές ευκαιρίες να διαπραγματευθεί μόνιμες συμφωνίες ειρήνης. Ιδιαίτερα στα πρώτα εννέα χρόνια (1700-1709), κατά τα οποία σημείωνε συνεχείς στρατιωτικές νίκες στο δυτικό μέτωπο, θα μπορούσε να υπαγορεύσει την οποιαδήποτε συμφωνία από θέση ισχύος. Εάν έδινε στους Ρώσους το έλασσον (έξοδο στη Βαλτική) και διασφάλιζε την αποχώρησή τους από τον πόλεμο, θα έμενε ελεύθερος να ελέγξει τα γερμανικά εδάφη και τις περιοχές βορείως του Νέβα. Αλλά και μετά, έως το 1714, εάν έμπαινε σε διαπραγμάτευση θα αντιμετωπιζόταν τουλάχιστον ως ισότιμος. Αρνήθηκε όμως κάθε σχετική συμβουλή των επιτελών του, βάζοντας την προσωπική του εμπάθεια για τον Πέτρο και τον Αύγουστο και την άμετρη φιλοδοξία του πάνω από τα συμφέροντα της πατρίδας του και τη λογική. Σε αυτό πιθανά συντέλεσε και η ανωριμότητα της ηλικίας του - όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, ο Κάρολος ήταν μόλις δεκαεπτάμισι ετών.

Ως τελικό συμπέρασμα, δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι ο Μεγάλος Βόρειος πόλεμος επανακαθόρισε τους συσχετισμούς στη Βόρεια Ευρώπη, μετατρέποντας μια αυτοκρατορία σε βασίλειο (Σουηδία) και ένα βασίλειο σε αυτοκρατορία (Ρωσία).

Σχετικά άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Frost, Robert: The Northern Wars: War, State and Society in Northeastern Europe, 1558-1721. Longman, Harlow, 2000

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]